9329 – ΑΡΧΕΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ

Αριθμός τεύχους

Νο.: 20

Χρονική Περίοδος

Ημερομηνία Έκδοσης

1892
i

Αριθμός Σελίδων

208

Φωτογραφίες

Οδηγίες

Κλικάρετε πάνω στην αριστερή εικόνα για να δείτε περισσότερες φωτογραφίες.

Κείμενο

OCR
Σύνολο σελίδων:
ΡΧΕΙΑ
ΤΗΣ
ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ
!1ϋ11Μ·ΙΊ»ιΊΊΜΊ
321
......Ί......'111'"
ΓΛΩΣΣΗΣ
ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΑ
ΥΠΟ ΤΟΓ ΣΤΑΑΟΓΟΤ "ΚΟΡΑΗ „
ΤΟΜΟΣ Α' — ΤΕΥΧΟΓ Α' ΚΑΙ β'
Χατζιδακι, Γ. Ν. "Έκθεσις περϊ των είς τόν γλωσθΊκόν
διαγωνισμόν νποβληθέντων πονημάτων.
Τεικοπογλογ, Ί. Μελέτη Λεξικοϋ περΐ της χαθ' ημάς
δημώδονς γλώσσης.
ΜποηΐτοΐίΑ, Εγθ. Μελέτη περί τοΰ γλωσσικοϋ Ιδιώμα-
τος Βελβεντοϋ καί, των περιχώρων αύτοι;.
ΑΘΗΝΗΣΙΝ
ΕΚ ΤΟΤ ΤΤΙΙΟΓΡΑΦΕΙΟΤ ΝΙΚΟΛΑΟΥ Γ. ΙΓΓΛΕΣΗ
1892
ι
ΕΚΘΕΣΙΣ
ΠΕΡ1 ΤΩΝ ΕΙΣ ΤΟΝ
ΓΛΩΣΣΙΚΟΝ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΝ
ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ "ΚΟΡΑΗ,,
ΥΠΟΒΛΗΘΕΝΤΩΝ ΠΟΝΗΜΑΤΩΝ
ΕΚΘΕΣΙΣ
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΙΣ ΤΟΝ
ΓΛΩΣΣΙΚΟΝ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΝ
ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ "ΚΟΡΑΗ,,
ΥΠΟΒΛΗΘΕΝΤΩΝ ΠΟΝΗΜΑΤΩΝ
ΑΝΑΓΝΩΣΘΕΙΣΑ
ΕΝ ΤΗ
ΜΕΓΑΛΗ ΑΙΘΟΥΣΗ ΤΟΤ ΕΘΝΙΚΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
ΤΗ 2 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1892
ΓΠΟ ΤΟΓ ΕΙΣΗΓΗΤΟΓ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ν. ΧΑΤΖΙΔΑΚΙ
ΑθΗΝΗΣΙΝ
ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦϋΝ ΠΕΡΡΗ
1892
ΕΚΘΕΣΙΣ
ΠΕΡΙ ΤΟΝ ΕΚ ΤΟΝ
ΓΛΩΣ2ΙΚΟΝ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΝ
ΤΟΤ ΣΥΛΛΟΓΟΤ " ΚΟΡΑΗ „
ΥΠΟΒΛΗΘΕΝΤΩΝ ΠΟΝΗΜΑΤΩΝ
Φχλόμουσος Όμήγυρις!
Ή γλώσΌα, δι' ής Έθνος τι έκφράζει τα αίσθήματα καχ
δχανοήματα, τους πόνους καχ θλχψεχς, τάς χαράς καχ ελπί¬
δας αυτού, δέν είναχ μόνον πληθος λέξεων καθ'ώρχσμένους
τχνάς κανόνας συνδεομένων πρός αλλήλας, άλλά καχ με-
γάλη καχ δαψιλΐις χσ-τορικη πηγή· εχναχ άρχεΐον, είς δ άπ'
αχώνων αί παλαχότεραι γενεαχ. έναπέθηκαν τάς τύ^ας αυ¬
τών παμμέγχΰτον ^χβλχον δχαλαμβάνον περχ μεταναστεύ-
σεως τούτων, ·καταγωγης έκεχνων, μορ|ώο'εως άλλων, χα-
θόλου περ'χ τού βχου οίύμπαντος τού Έθνους· εχναχ ή μυ-
στηρχώδης χλεχς, δι' ής άνοίγοντες τάς πύλας τού τε σκο-
τεχνού έν τοις πλείστοχς παρελθόντος καχ τού πρό ημών
μέν κειμένου άλλά ποικιλοτάτου έθνχκού §χου έτάζομεν
τάς καρδίας καχ τους νεφρους τού Έθνους. Άρχη παχδεύ-
σεως όνομάτων επίσκεψις, είπε καχ ό παλαχός Έπχκτητος.
ΑΙ άλήθεχαχ αυται οϋτε νυν τό πρώτον ακούονται παρ'
ήμχν οΰτε όλως άγνωστοχ είναι. Άλλ' δμως, όπως πάν-
τοτε μεταξϋ της ανακαλύψεως γενικής τχνος και μεγάλης
αληθείας καχ της έντελούς έφαρμογης αυτής μακρόν ύπο-
λεχπεταχ διάστημα, ούτω και έν τούτω. Τα ^>ηθέντα γλωσ-
— Γ —
σικάάξιώματα δέν είναι μέν όλως άγνωστα παρ' ημίν, άλλ'
ούδ'αρκούντως γνωστά κα'ι ή έφαρμογή αυτών τούτου
ένεκα λίαν μικρά. "Εντεύθεν πολλοΐ. έτι παρ' ημίν άφελώς
νομίζουσιν, ότι μόνη ή γραφομένη γλώσσα χρήζει έπιμε-
λείας και σπουδής, Λ δέ λαλουμένη ούχι, και δή άφού
ήμεΐς έν τώ γραπτω λόγω δέν μεταχειριζόμεθα τα κατά τό-
πους ιδιοίματα, πρός τί νά ματαιοπονώμεν έξετάζοντες
αύτά; Παρ'αυτοίς έπικρατεϊ άκόμη ή σφαλερά δοξασία,
καθ' ϊίν γλώσσα είναι μόνηη επι τού ύποι,ιονητικού χάρ¬
του άποτεθειμένη, ή κοπεϊσα κατά τούς κανόνας της Άτ-
τικίις διαλέκτου κα τής έπειτα Κοινϋς· ή δέ σι/νήθως λα-
λονμένη και τάκατάτόπους ποικίλα{διώιχαταούτεγρα|;ιι;ια-
τικής έξετάο"εως έπιδεκτικά είναι, ήτοι ούτε γραηματικην
έχουσιν, οϋτε άλλως ή ώς διαφθορά και άπόκλισις άπό της
γραφομένης δύνανται και πρέπει νά θεωρώνται.
Όπως δέ οί ταύτα φρονούντες παραγνωρίζουσι και πα-
ραμελοϋοΊ την λαλουμένην, ούτω περιπίπτουοΊν είς την
εναντίον υπερβολην οί ύπερεπαινούντες αύτην και φρο¬
νούντες ότι επιστημονικαί ερευνα της λαλουηένης και άμε¬
σος αυτής χρήσις είς τόν γραπτόν λόγον είναι όλως. άνα-
πόσπαστ' άπ' άλλιίλων. Διά τούτο άμ' άρξάμενοι όπωσδή-
ποτε νά φροντίζωοΊ περΐ τής έπιστημονικής καλλιεργίας
αυτής και συγγράφουσΊν έν αύτη. Συγχέοντες δ' ούτω την
επιστημονικήν τής γλώσσης εξέτασιν και σπουδήν μετά.
τής πρακτικής αυτής χρήσεως έγείρουσιν άνευ τινός λό-
γου τάς άντιπαθείας άλλων και συντελούσιν ούτω μάλλον
είς παραμέλησιν ή είς καλλιεργίαν αυτής. Άλλ' ομως αύ-
τόδηλον δτι γλώσσά τις δύναται νά εξακριβωθή επιστημο¬
νικώς, και άν μή ποτε γίνηται αυτής χρήσις είς φιλολο-
γικά έργα, όπως π. χ. η Λιθουανική και ή Λεττικη παρά
την Βαλτικην θάλασσαν, και αντιστρόφως νά χρησιμεύση
είς συγγραφήν καλλιτεχνικόν έργων, και άν μή ποτε πρό¬
τερον γλωσσολόγος εξήτασεν αυτήν, όπως π. χ. πάσαι αί
άρχαϊαι και νεώτεραι δόκιμοι γλώσσαι.
Καθ1 ημάς έπιμελής και έπιστημοννκή σπουδή τής νεω-
τέρας γλώσσης και τάς πολλάς και ποικίλας αυτής άρετάς
π. χ. τόν πλούτον των λέξ'εων και φράσεων, τάς λεπτάς
τούτων διακρίσεις, την χάριν και δύναμιν, τάς συντακτικάς
πλοκάς κ. λ. π. θέλει διδάξει ημάς, και αιτία θέλει γίνει
νά καταπαύσωσιν αί περι αυτής, ώς περι αγνώστου τινός,
πολυειδεϊς και άγονοι παρανοήσεις και άντεγκλήσεις, αΐ¬
τινες, όπως έκ των ύστέρων πρό πολλοϋ απεδείχθη, είς
παν άλλο δύνανται ν' άγάγωοΊν ή είς την ανύψωσιν τής
λαλουμένης· και τρίτον θέλει αφεύκτως ΐη|ίώσει και τιμή-
σει την γλωσσικήν ταύτην φάσιν και συντελέσει ούτως είς
εύρυτέραν γνώσιν και χρήσιν αυτής, όπως και αλλαχού
τουτο σι/νέβη. Και έν τω ζητήματι, βλέπετε, τούτω ή εύ-
θεΐα όδός δεν είναι ή συντομωτάτη.
Άλλοι φρονούσιν ότι ή καθ1 ημάς έλληνική κατά το-
σούτο κυρίως είναι άξία μελέτης. καθ'δοΌν σωζει άρχαίας
λέξεις· όθεν πολλάκις άκούομεν δτι τό δεϊνα ίδίωιια εχει
πολλάς άρχαίας, όμηρικάς ή και προομηρικάς ετι λέξεις.
Έν άλλαις λέξεσιν ούχι ή σημερινή Έλληνική καθ' εαυτήν
και χάριν αυτής είναι άξία μελέτης και προσοχής, άλλά
■μόνον αί πολλαί ή ολίγαι έν αύτη σωζόμεναι άρχαϊαι ή
όρθότερον ειπείν άγνωστότεραι λέξεις. Διότι βεβαία λέξεις
οίον αί καθ' έκαστην έν χρήσει Θεός, λόγος, δρόμος,
ά·μ·μος, ξύλα, τρέχω, πλέκω, κάμνω, πώς, όπως,
καλάς, κακάς, φίλος, ^ιλία κ. λ. π. είναι έλληνικαί,
και άρχαϊαι και νέαι, άλλ' δμως άτε συνήθεις δεν λαμβά-
νονται υπ' δι^ιν.
Διά τούτων δεν λέγομεν δτι δεν είναι πάντοτε ευχάριστος
ή πολλάκις παρατηρουμένη διάσωσις πολλών γλωσσικών
λειιΐίάνων, ά πρό πολλοΰ ένομίζοντο άπηρχαιωμένα. Πάν¬
τοτε ή ανεύρεσις τού εΐτ'ά?*ηθώς είτε κατά φαντασίαν μό¬
νον άπολωλότος είναι πρόξενος ήδονής.Λέξεις και φράσεις
πολλαί παρατηρούνται έν τοίς ποικίλοις ίδιώμασιν εύ«|ραί
νουσαι κατά τίνα παλαιοτέραν έκφρασιν άπασαν φιλο-
λογικήν καρδίαν»· πρβλ. τα Ήπειρωτικά λόγος κ'
ε ργος = άμ'έπος άμ'έργον τού λάλησε τό, έξ άμά-
ξια — τα έξ άμάξης· ηδ υ σμ α —πολύτιμον επιπλον οί-
κου· σφενδόνα —ή περιφέρεια και ό τοϊχος άγροϋ κ.τ.λ.
ή τα Θρακικά άπύλωτο στόμα, ξενιάζω — δωροΰμαι
(επι μνηστήρων) και ξένιασμα — τό δώρον τού μνηστή-
ρος, άγκλιά —άντλία κτλ. Άλλ' άνάγκη νά λεχθή διαρ-
ρήδην, ότι όντε είναι ούτε πρέπει νά είναι ή ζήτησις και
ανεύρεσις των πολυτίμων τούτων λειι|/άνων τής γεραράς
αρχαιότητος σκοπός των μελετών ημών, άλλ' αύτη αυτή
ή νεωτέρα εΕλληνική.
Άλλοτε πάλιν άκούομεν άλλων έπαινούντων διάλεκτόν
τίνα, ώς πολλά Δωρικά και Αΐολικά περιέχουσαν. Και κα-
θόλου πολΐ; συχνά §λέποι.ιεν έπιχειρουμένην αληθή δια-
λεκτοθηρίαν πρός απόδειξιν τής καταγωγής τής νεωτέρας
Έλληνικής έκ των άρ^αίων διαλέκτων και δή πρός αναί¬
ρεσιν των περι τόν ΡαΙΙπιβΓ&νβΐ·. Ούδεμία άμ^ιβολία ότι έκ
τής έπιμελούς και άκριβοΰς μελέτης τής γλώοΌης ήιιών
θά πηγάσωσι (και ήδη έπήγασαν) άποδείξεις άνεπίδεκτοι
άιιφιο'ο'ητιΊο'εως περι τής καταγοογής αυτής τε τής γλώσ¬
σης και ημών των λαλούντων αυτήν. Άλλά τούτο θά κα¬
τορθωθή μετά επίπονον και έκτενή ιστορικήν καΐ γλωσσο-
λογικήν §άσανον, οταν θά δυνάμεθα νά όρίσωμεν τίνα τα
νεωτερικά, τίνα τα μεσαιωνικά και τίνα κατ' ανάγκην απα¬
ραίτητον τάρχαϊα καΐ δή τα διαλεκτικά, και πρός τούτοις
μέχρι τινος βαθμοϋ έχώρησεν ή έν τοίς μεταγενέστερον
χρόνοις παρατηρουμένη συγχοόνευσις των έλληνικών δια¬
λέκτων είς την Κοινήν. Προέβη ά~ρά γε μέχρις έντελοΰς
άπορρο^ήσεως αυτών ή μόνον έπιπολής εγένετο ; άλλά
τότε τίνα τα ύπολει^θέντα; Περι τούτων ημείς δέν εχομεν
άκόμη σαφεΐς καϊ άκριβεΐς γνώσεις. Και δμως προτοΰ με-
λετήσωμεν και μάθωμεν ταύτα, προτοΰ επιστημονικώς ^α-
σανίσωμεν τάς τε παλαιοτέρας ^άσεις τής γλώσσης και τα
νυν ιδιώματα καθόλου, προτοΰ ούτως επιτύχωμεν τάς σα-
φεΐς κα ωρισμένας ταύτας γνώσεις, πάσαι αί περι των άρ-
χαίων διαλέκτων άποδείξεις ημών είναι έπισφαλεΐς ή και
πάντη έσ^αλμέναι.
"Αλλοι άποφαίνονται δτχ χάριν τής ευκολωτέρας μαθή-
σεως τής άρχαίας Έλληνικής οφείλομεν ν' άσχολώμεθα
περχ την νέαν. Ότι ή μελέτη τής νέας πολλαχώς εύκολύ-
νεχ την τής άρχαχας, είναι άναντχλεκτονάλλ' έπχσης είναι
βέβαιον δτι ή έκ παρέργου άσκησχς περχ τα τής καθ1 ημάς
Έλληνικής μικράν σφοδρά παρέχεχ ώφέλεχαν υπέρ τής σπου-
δής τής άρχαχας. και μάρτυς τούτου άψευδης ή τέως πεχρα.
Δχότι σχεδόν πάντα τα δχδάγματα τα μέχρχ τούδε έκ της νέας
επι την αρχαίαν γλώσσαν μετενεχθέντα είναι λεξχκογραφχ-
κής μάλλον ιι γραμματχκής καχ καθόλου γλωοΌοπλαστχκης
φύοίεως. Ζητεχταχδηλ. νάδειχθη,ήόμοιότηςτώνάρχαίων καχ
νε'ων λέξεων καχ ψρη'ο'εων καχ ή άναγωγίχ των νέων έπχ τάς
άρχαχας. Άλλά, πάντως βαθύτερον θά έφχλοοΌ^ούμεν περχ
γλώσσης καχ πολυ μάλλον θά κατενοοϋμεν πολλάχαλεπάτης
άρχαίας ζητήματα, οίον τό πολύκροτον πεοι προφοράς, περι
τής των προτάαεων κατασκευής, περι γενέο'εως των μο-
ρίων, περχ των παραγωγικών καχ άλλων καταλήξεων, περι
μχξεως των διαλέκτων. περι καλλιεπεχας κτλ., άν ένδελε-
χώς ήσχολούμεθα περι την καθ' ημάς Ελληνικήν καί άν έν
ταύτη ώς έν πεδίω φύσει ήμχν εΰπροσίτω καχ αυτοδήλω
προεγυμναζόιιεθα κ αι εντεύθεν μετεφέρομεν καχ έφηρμό-
ζομεν την πείραν ημών ταύτην επι την αρχαίαν γλώσσαν.
Ό αμφιβάλλων περι τούτου άς ενθυμηθή ότι κατά την
ιδίαν αυτού όμολογίαν ό ΑΙΐΓβηδ άπό τής Γερμανχκής γραμ-
ματικης τού Ι. ΟπΐΠΓη και τής συγκριτικής τού Βορρ ώρ-
μήθη έπχ. την έξέτασχν των έλληνχκών δχαλέκτων, και δτχ
κατά κοινήν παρά Γερμανοχς όμολογίαν ή μεγάλη έν τω καθ
ημάς αΐώνι έπίδοσις τής γλωσσικης καθόλου έπχστήμης έν
Ρερμανχα όφεχλεταχ είς την έπχμελή και επιστημονικήν
σπουδην τής λαλουμένης Γερμανχκής γλώσσης.
Είς άλλουο πάλχν μόνη ή έτυμολογία άγνωστοτέρων τχ-
νών λέξεων φαχνεται άξχα μελέτης· τό έτσχ, τό άκόμη,
τό δραγάτης, τό μαζϊ κ.τ.λ. δστχς έπχτύχη νά έτυμολο-
γήση πχθανώς ή και άπιθάνως, νομίζει δτι διά της κορυφής
έπαυσε των άστρων. Άλλ' άντι των έτυμολογχών τούτων
και των τοιούτων, έργον σήμερον χαλεπωτάτου, ά'τε προϋ·
ποθέτοντος πρώτον μέν έκτενή και βαθείαν γνώσιν τής άρ-
χαίας έλληνικής φιλολογίας, δεύτερον άκριβή γνώσιν των
μεγάλων και σπουδαίων μεταβολών έν τοίς φθόγγοις,
έν τή κλίσει καθόλου, έν τη συντάξει, έν τή σημασιολο-
γία κ.τ.λ., και τρίτον πλήρη γνώσιν των μεσαιωνικών και
νεωτέρων γλωοΌΊκών μνημείων και των σημερινών πολ¬
λών ΐδιωμάτων, γνώσεις έφ' αίς ουδείς των ζώντων σήμε¬
ρον δύναται νά και/χηθη, άντί, λέγω, έτυμολογιών προτι-
μότερον και άκινδι/νότερον είναι νά ^ροντίζωυεν νά συλλε-
γωμεν και καταγρά^ωμεν πάσας τάς φράσεις, έν αίς λέξις
τις εύχρηστεϊ' διότι οϊττω καΐ την οδόν των σημασιολογι-
κών έξελίξεων διδασκόμεθα και τόν γλωσσικόν πλούτον,
ήτοι αύτάς ταύτας τάς έτοίμους ^ράσεις και την σύνταξιν
τούτων και τής γλώσσης καθόλου μανθάνομεν, και διά τής
έξετάσεως των φράσεων και παρονμιών αυτόν τόν βίον τού
•ημέτερον Έθνοι/ς κατανοοΰμεν.
Ωσαύτως άντΐ. έτνμολογιών συμφορώτερον είναι νά κα-
ταβάλληται μεγάλη προσοχή επι την άκριβή παράστασιν
των άκοι/ομένων ^θόγγων, περι δ συνήθως σφοδρά χωλαί-
νομεν. Πρέπει δέ νά νοηθή τουτο καλώς, ότι άφοϋ τό μέ¬
γιστον μέρος των καταγραφομένων λέξεων, ^ράσεων, πα-
ροιμιών, άσμάτων, παραμυθίων κτλ. είναι κοινά τοίς πλεί-
στοις των Έλλήνων και μάλιστα άπδ πολλού ε'κδεδομένα,
Λ μόνη άξια πολλών έκ των αύθις συλλεγομένων είναι Λ
γλωσσική. Άλλ' ινα μή αίίτη έλαττώνηται ήκαι παντάπασι
μηδενίζηται, άνάγκη νά γρά(|ωνται άπαραλλάκτως όπως
προφέρονται.Και αύτά τα κοινόταταάσματαήπαραμύθια,άν
γραφώσι καθ' δν ακριβώς άπαγγέλλονται τρόπον, έχουσιν
αξίαν μεγάλην,καθ' όσον δύνανται νά διαφωτίσωσι την έν
τινιχώραπροφοράν,μεθ'ήςώςγνωστόν συνδέονται πολλά¬
κις στενώς καΐ έκ μόνης αυτής συχνά έλέγχονται μετανα-
στεύσεις και καταγωγαί, περι ών ή μακρά ημών ΐστορία
συχνά άκραν τηρεϊ σιγήν. Πρός δέ τούτοις έκ τής προφο-
ρας των ^θόγγων κατανοεϊται ή τής κλίσεως καθόλου διά-
θέσις, και υπό ταύτης άγόιιεθα ούχι σπανίως είς έτυμολο-
γίας άναντιλέκτους, άς άλλως ούτε αύτός νά φαντασθη τις
ούτε άλλους νά πείση θά ηδύνατο. Ούτω δέ καθίσταται δη-
λον ότι τό έτυμολογεϊν δέν κείται έν τη άρχη άλλ' έν τώ
τέλει των έρευνών ημών.
Ούτω πολνειδώς πλανώμεθα ζητούντες άλλα άντι άλ-
λων, αγνοούμεν δέ ή πάντως λίαν ύποτιμώμεν τάς άλη-
θεϊς και βεβαίας ωφελείας, τα δαιΗλή και ποικίλα διδάγ-
ματα, άτινα έκ της μελέτης της λαλουμένης ηδυνάμεθα νά
πορισθώμεν περι τού προγονικού πορελθόντος. Άλλ' άν τα
μεγάλα της Έσπερίας έθνη τοσούτον επέστησαν την
προσοχήν επι τάς λαλουμένας αυτών γλώσσας, άν διά
τής μελέτης τούτων εζήτησαν νά διαλευκάνωσι τό πα¬
ρελθόν αυτών δπου η κατ' εξοχήν λεγομένη ίστορία έσίγα,
άν διά των λαλουμένων γλωσσών αυτών ήγωνίσθησαν νά
καταδείξωσι και συσφίγξωσι τίιν εθνικήν αυτών ένότητα
και την εθνικήν συνείδησιν, άν ή σπουδή αύτη ένέπνευ-
σεν είς τούς μεγάλους αυτών ποιητάς και πεζογράφους τα
έθνικά άριστουργήματα, πόσω μάλλον οφείλομεν ημείς, ών
τό παρελθόν τοσούτο μέγα και. εΰκλεές, ημείς τό κατ' εξο¬
χήν ιστορίαν κα'ι ίστορικάς παραδόσεως έχον Έθνος, νά
έγκύι|;ωμεν είς την κατά πάντα τρόπον μελέτην τού παρελ-
θόντος τούτου; Διότι οΰδεμιάς βεβαίως δεϊται άποδείξεως,
ότι ή τρισχιλιετής τού Έλληνικού Έθνους ίστορία έν πολ-
^οϊ? χρήζει διαλευκάνσεως, και ότι διά τής μελέτης τής
γλώσσης ούκ ολίγα αυτής σκοτεινά σημεΐα φωτίζονται,
ούδ' ότι διά τής μελέτης αυτής είσερχόμεθα λεληθότως
άλλ' ασφαλώς είς μελέτην αυτού τού Έθνους. "Ινα μάθω¬
μεν δηλονότι την γλώσσαν, άναγκαζόμεθα ν' ασχοληθώ¬
μεν και περΐ τα έργα και τάς πράξεις και τόν βίον τού
Έθνους· ούτω μανθάνομεν αυτού τους μύθους και τάς πα-
ραδόσεις, τάς δεισιδαιμονίας κα προλή|;εις, τα άνέκδοτα
και άστεϊα, τα ποικίλα άσματα και μυρολόγια κτλ. κτλ. Ή
δέ γνώσις τούτων καχ ή άκένωτος και άείρους ηη^η παν-
τοίων εΰφυών, είκονικών, ζωηρών ε'κφράσεων, άς παρά τοϋ
— ιβ —
λαόν άκούομεν, ού μόνον την αγάπην ημών έφέλκεται πρός
την μεγάλην εκείνην μοίραν τοΰ Έθνους, ήτις άείποτε έρ-
γάζεται σωματχκώς καΐ πνευματικώς και άεχποτε (ίδίκως
άγνοεχταχ καχ καταφρονεΐται, άλλά καΐ έμπνέει είς τους
τοΰ λόγον καλλιτέχνας τα δόκχμα εργα αυτών τα δέ έθνχ-
κής υποθέσεως καλλχτεχνήματα ταύτα τυγχάνοντα τής
άγάπης, τού ένθουσχασμού τοϋ Έθνους, τοϋ έν τούτοις
ά,νενρίσκοντος έαυτό, αδιαλείπτως υπ' αυτού άναγινοίσκον-
ται καΐ αδιαλείπτως συμβάλλονται είς έξευγενισ'μόν αυτού.
Ή δέ γνώσΊς τού θρηοίχευτικού, τοϋ οΐκογενειακοϋ, τού
γεωργικοϋ, τοΰ ποιμεννκοΰ, τοΰ ναυτικοΰ κλπ. βχου τοϋ
Έθνους,ή μελέτη των ήθών και έθίμων αυτοΰ ώς πρός την
ενδυμασίαν,ώς πρός την τροφήν,την κατοικίαν,την μαγειρι-
κήν, την δημώδη θεραπευτικήν και καθόλου ώς πρός πά¬
σαν αυτού άσχολίαν τούτο μέν εΐο'άγει ημάς είς αυτήν την
τ|;υχήν τοϋ Έλληνικοϋ λαοϋ και άποκαλύπτει ήμϊν σύμ¬
παντα αυτού τόν πνευματικόν θησαυρόν, έφόδιον άπαραχ-
τητον παντός χσ'τοροΰντος τάς τύχας τού ή και διοικοΰν-
τος αυτόν, τούτο δέ εχναχ ομοίως άκένωτος πηγή ά^ορμής
καΐ εμπνεύσεως είς δημιουργίαν δοκίμου εθνχκής |ιλολο-
γίας. Τούτο ένοίί,θη εύτυχώς υπό τχνων επ' εσχάτων καχ
τα έκ τοιούτου συγχρόνου Έλληνχκοϋ (Κου άντληθέντα έργα
αυτών είναχ όντως λόγου άξια.
Αύτόδηλον άρα ότι είς επιτέλεσιν καλλιτεχνημάτων έρ¬
γον πρώτης άνάγκης είναι ή συλλογή τοΰ πανταχοΰ τής
Ελλάδος και Τουρκίας διεσπαρμένου ΰλικοΰ, και τούτου
ουχχ μόνον γλωσσικοΰ άλλά καχ άλλου παντοίου, ήτοι
ίίλικοϋ παροιμιών είς γνώσιν τής έν αύταΐς άποκειμένης
^ιοσο^ίας τοϋ ημέτερον έθνους. ΰλικοϋ ε'πωνυμιών καχ το-
πωνυμχών και παλαιοτέρων εγγράφων είς εξακρίβωσιν πολ-
λών έθνολογικών καΐ. έθνογραφικών ζητημάτοον, υλχκοΰ
τέλος πάσης ύποθέσεοος είς μελέτην παντός τοΰ βίου τοϋ
έθνους και είς σπουδήν και αναπλήρωσιν τής γλώσσης
ημών.
Ουδεμίαν δέ, φρονούμεν, θά είπη ΐ/περβολήν, άν τις χσχυ-
ρχσόη ότι ή τέως παραμέλησχς τής λαλουμένης ημών γλώσ¬
σης καχ δχ' αυτής τού πνευματικοϋ θησαυροϋ καχ (Κου τού
έθνους ημών υπήρξε των πρώτων αχτίων τής φχλολογχκής
ημών στειρώσεως έν τοίς καθ' ημάς χρόνοις. Πάντως τι
δχάρκεχα μέχρι σήμερον τοϋ πολυκρότου καχ άγόνου γλωσ-
σχκοϋ ζητήματος παρ' ήμϊν έν τη παραμελήσεχ ταύτη έχει
την πρώτην αΰτοϋ αιτίαν. Δχότι συνεβούλευσε μέν ό άΌχ-
δχμος Κοραής καΐ έργω δχά τού ίδχου παραδεχγματος ύ^η-
γήσατο τοίς Έλλησχ την σποι/δήν τής λαλονμένης, άλλ'
ατυχώς ουδείς έχων τό κϋρος τοϋ διδασκάλου ηκολούθη¬
σεν αυτώ. Διά ταυτα εγένοντο μέν άληθώς έκτοτε πολλαί
έργασιαχ καχ άνδρες φχλότχμοχ καχ ^ιλοπάτριδες συνέταξαν
καχ εξέδωκαν γλωσσαρχα καΊ άλλας περχ τής νεοοτέρας Έλ-
ληνχκής διατριβάς, ουκ ολίγοι δέ κατέλιπόν και αλλοι τη-
ροΰσιν άλλας άνεκδότους. Τρανή τούτου απόδειξις είναι καχ
τα πρός τόν"ημέτερον σύλλογον σταλέντα, ών πολλά μακρο-
χρονχου μελέτης έργα. Άλλ' έπεχδή τό έργον εγίνετο καχ
μέχρι σήμερον γίνεται τμηματικώς, άνευ κέντρου καχ ένχαχου
σχεδχου, πολλάκχς δέ και άνευ μεθόδου, διά τουτο καΐ ή
έρευνα τής γλώσσης ημών καθόλου υπελείφθη μετά τόν
Κοραήν. Μακράν ημών έστω πάσα μομφή κατά τινος των
παλαιοτέρων,άλλ'ουδένα βεβαίο,ιςόΐδικεΐ ό λέγων δτι,έπειδίι
οΰτε επιμελώς ούτε μεθοδικώς εχργάσθημεν, ούτω σήμε¬
ρον έχουσχ τα τής νεωτέρας Έλληνχκής, ώστε ουδεχς ημών
δύναται νά ορίση έστω καΐ άδρομερώς ε{ς πάσας διαλέκτους
αυτή δχαχρεϊταχ. τίνα τα χαρακτηριστικά τής τε καθόλου
νεωτέρας γλώσσης καχ των δχαλέκτων έκάστης, ουδέ πότε
ταύτα καθόλου συνετελέσθησαν ουδέ πόσον ίσχυρά εχναχ και
έπχ τίνων στηρίζεται ούσιωδών χαρακτηριστικών ή ένότης
τής γλώσσης ημών. Και ού μόνον τουτο, άλλ' ουδείς ημών
δύναται νά καθορίση την τοπικήν έκτασιν τής Έλληνχ-
κής γλώσσης έν Εΰρώπη καχ Άσία καχ χαράξη τα δρχα
αυτής πρός την Άλβανικήν, την Σερβικήν, την Βουλγα-
ρχκήν, την Τουρκικήν, την Άρμενικήν, ουδέ τα δρχα καΐ τάς
σχέσεχς των δχαλέκτων αυτής πρός αλλήλας, ουδέ τα φι-
λολογικά έκάστης πεζά και ποιητικά προΐοντα. Και ομως
άν π. χ. οί Ρωμοϋνοι την Βλαχικήν διάλεκτον δύο κωμών
επί τής βορείας κλιτύος τοϋ "Ολύμπου άνευρόντες σννέ-
ταξαν όλον βιβλίον διά τού νβί§3η(1 κα'ι εξέδωκαν ούτοι
ιΐϊβ δρΓαοΙιβ άβΓ ΟΙνπιρο-λναΐΕΐοΙιβη, ινα τάς άξιοόσεις αυτών
μέχρι τοϋ θείου "Ολύμπου ή και εντεύθεν αυτού δικαιολογή-
σωσι,δεν οφείλομεν ημείς νά δείξωμεν πάσιν ότι έκατομμύρια
Έλλήνων λαλοΰσι την Ελληνικήν γλώσσαν πέραν τοϋ
"Ολύμπου μέχρι τοϋ Αϊμου,τοϋ Ταύρου και τοΰ'Αντιταύρου;
Ουδείς ημών ήξεύρει μέχρι τινος έχώρησαν αί καθ1 έκα¬
στην υπό τε των ήμετέρων και των άλλοδαπών μνημονευόμε-
ναι ξενικαι έπιδράο'εις επι την γλώσσαν ημών καθόλου ή
επί τινάς διαλέκτους αυτής, ούδε την επίδρασιν των δια-
λέκτων τούτων επ" αλλήλας κτλ. κτλ.
Ούτως ουδείς επέτυχε συνεχίζων και τελειοποιών τό έρ¬
γον τοϋ Κοραή, νά μελετήση και καταστήση γνωο'τόν τόν
μέγαν πλούτον τής γλωσσικής έκείνης |άο'εως, ήτις διά
τής επιτυχούς χρήσεως αυτής έν τοίς δημοτικοΐς άσμασΐν
είχεν έξ αυτών των πραγμάτων άποδειχθή πάνυ χρήσιμος
είς καλλιτεχνικήν παράστασιν. Και δατοι δέ τυχόν ήσπά-
ζοντο κα'ι προετίμων είς τόν γραπτόν αυτών λόγον την
γλώσσαν των δημοτικών άσμάτων, ούτω διέστρε^ον πολ¬
λάκις και έκάκουν και άνεμίγνυον αυτήν, ώστε μάλλον ώς
άποσοβοϋν (^όβητρον ή ώς προκαλοΰν παράδειγμα ηδύ¬
ναντο νά χρησιμεύσωσιν. Ή κάκωσις δ' αύτη παλαιότερον
αρξαμένη και έπ' εσχάτων έτι μάλλον δεινωθεΐσα διά τής
κατά προτίμησιν χρήσεως πολλών ξένων λέξεων και ά^ο-
ρτντων ξενισμών, εγένετο αΐτία, δι' ήν άνδρες τα πρώτα ^έ-
|οντες έν φιλοπατρία και παιδεία, οϊος ό άοίδιμος Κοραής,
ό πολύκλαυστος Ά. Ραγκαβής και. άλλοι ού μόνον άπέφευ-
γον την χρήσιν αυτής άλλά και έφοβοϋντο «Μή τυχόν άνα-
δειχθη μέγας τις ποιητής ή καλλιτέχνης γράφων έν τη δη-
μώδει· διότι ή λύρα αυτού θέλει άμέσως δώσει την ροπήν
είς την πλάστιγγα » ! Διά τούτο έβραβεύοντο επι πολυ μόνα
τα έν τίι καθαρευούση. συντεταγμένα ποιήματα, εί κα συγ-
Ιί —
χρόνως ώμολογεΐτο δτι « Ή χρήσις τής δημοηκής είναι εΰ-
χερεστέρα παρά η τής καθαράς, ής ή έντελής άσκησις έμ-
βριθεϊς άπαιτεΐ φιλολογικάς σπουδάς και πολλάς έχει άκάν-
θας, ώστε η τής πρώτης έμ|;ύχωσις θέλει έπιφέρει τής κα¬
θαράς άν δχι την καταστροφήν άλλά βεβαίως την όπισθο-
δρόιιησιν ».
Άλλ' είναι, νομίζομεν, φανερόν α') δτι άποτρέποντες
άπό τής εύχερεστέρας, ώς έχαρακτηρίζετο, χρήσεως τής
λαλουμένης παρεκώλυον πιθανώς την δημιουργίαν καλών
έργων, και §') δτι όμολογοϋντες δτι ή έντελής άσκησις τής
καθαράς και ακανθώδης είναι και έμβριθών φιλολογικών
σπουδών χρήζει και δμως παρά πάντα ταύτα μόνης ταύ¬
της τής γλώσσης την χρήσιν άπαιτοϋντες, άπήτουν σχεδόν
άδύνατα· διότι πλήν άλλων έλλεί·|/εων έγκειμένων έν αύτίί
τη φύσει και ούσία παντός διά μελέτης και καλλιεργίας
προσκτηθέντος έν αντιθέσει πρός τα αύτοφυά, πλήν, λέγω,
τούτων, πόσοι ά"ρά γε θά ηδύναντο νά έπιδοθώσιν είς τοιαύ¬
τας έμβριθεϊς φιλολογικάς σπουδάς τής άρχαίας και τούτο
ούχι δπως πλουτίσωσι την διάνοιαν και. λεπτύνωσι τό καλ¬
λιτεχνικόν αυτών αΐσθημα, άλλ' δπως μάθωσιν αυτήν την
γλωσσικήν ύλην, ήτοι τάς λέξεις, τοΰς τύπους, τάς συν-
τακτικάς πλοκάς κτλ., πράγματα άτινα κατά μέγα μέρος
ώφειλον νά έχωσιν ώς έφόδια ευθύς έν άρχη τής παιδεύ-
σΐως αυτών ;
Αί πλάναι αυται και αί εντεύθεν βλάβαι άπό τίνων έτών
,εύτυχώς κατενοήθησαν. Διά τούτο και τολμηρότερον έπε-
χείρησαν οί καθ' ημάς τού λόγου καλλιτέχναι νά γράφω-
σιν αύτην την πρότερον άπόβλητον νομιζομένην δημοτι¬
κήν. Συμβαίνει δ' δμως νά μή είναι πάντες αυτής επαρκώς
κάτοχοι και δή ού μόνον νά μή διαστέλλωσι τάς άληθώς
ποιητικάς, τάς Παρνασίου θύμου όζούσας λέξεις και φρά-
ο*εις άπό των εύτελών, των τετριμμένων γραϊκών, άλλά και
λέξεις ή τύπους δλως τοπικόν εχοντας χαρακτήρα και δή
να άγνώστους τοίς πλείστοις και λέξεις ξένας και ξενοτρό-
~ους ν' οναμιγνύωσι μετά τής λαλουμένης και μετά των
της άρχαίας λέξεων καΐ τύπων κα ούχι σπανίως νά. δια-
στρέφωσι δεινώς, ουδέ πάντοτε ομοίως τάρχαϊα ταυτα
στοιχεϊα κατά τάς εκάστοτε ανάγκας. Εντεύθεν λαμβάνον¬
τες αφορμήν άλλοι απεκάλεσαν τό μϊγμα τουτο μιξοβάρ-
βαρον, καΐ όμολογητέον ότι πολλάκις σφοδρά δυσαρέστως
προσπίπτει ημίν.
Είναι δμως αναμφισβήτητον, ότι όσημέραι περιορίζεται ή
χρήσις καΐ της γραφομένης ή καθαρευούσης καΐ των ποι-
κίλων τοπικών {διωμάτων, έξαπλοΰται δέ ή γλωσσική έκείνη
φάστς, ήτις μεταξυ τής καθαρευούσης καΐ των τοπικών
{διωμάτων κινουμένη καΐ έξ ίσου αμφοτέρων απέχουσα λα·
λεϊται έν πάση πόλει της "Ελλάδος καΐ Τουρκίας υπό
τε πεπαιδευμένων καΐ άπαιδεύτων αμφοτέρων των φύλων
καΐ δύναται νά ονομασθή λόγος των πόλεων ή αστι¬
κάς. Ταύτα τελούνται πρό των όφθαλμών ημών καΐ δύνα¬
ται έκαστος θέλων νά παρατηρήση αύτά. Άλλ' έπίσης
αναμφισβήτητον είναι ότι ό αστικάς ούτος λόγος δσω
καθολικώτερος γίνεται τοσούτω μείζονα έχει ανάγκην άδια-
λείπτου πλουτισμόν.
Έπιβάλλεται λοιπόν ημίν καΐ έκ τούτου τό απαραίτητον
καθήκον νά σι/λλέξωμεν καΐ μελετήσωμεν την πανταχοί;
τής Έλληνίδος γής λαλουμένην Ελληνικήν γλώσσαν, ινα
ούτω μάθωμεν τίνα κοινά πολλοϊς ή πάσι καΐ τίνα ΐδιά-
ζοντα όλίγοις καΐ λαβόντες τα. κ ο ι ν ά καΐ χρήστμα συμπήξω-
μεν τήνήμετέραν Κοινήν, καΐ άποφεύγωμεν οϋτοο τού λοι¬
πού κατά τό ένόν τα πολυποίκιλα καΐ άπαρέσκοντα πάντοτε
κράματα. Είναι δ'έκτός τούτου γνωστόν, ότι πολλαίπολλαχού
σώζονται έλληνικαΐ καΐ εύμάθητοι καΐ σαφεϊς λέξεις, ανθ1
ών ημείς συνήθως ή ξένας ή άρχαίας άναγκαζόμεθα νά
μεταχειριζώμεθα· πρβλ. χαμοκέρασα=_ φράουλες, φα-
γόξυλο έν Θράκη καΐ ξυλοφάγος έν Κρήτη ή λίμα τι
ρΊνη, όξύγαλα — διαούρτι, (υ)ποδησιά (κατά τό ένδυ-
μασιά)καΐ (υ)ποδεμή —υποδήματα, παπούτσια· πικρα-
λίδες=ραδίκια· άπό κοπής ή άπό κομματιοΰ=κον-
τουροϋ κτλ. κτλ. Ένίοτε δέ συμβαίνει ώστε η λαλουμένη
-ιζ-
νά έχη λέξεις άνθ' ών ουτε η άρχαία είχέ τι ανάλογον ουτε
ή νυν γρα$ομένη επλουτίσθη άκόμη, εί καχ ή άνάγκη όμο-
λογουμένη- πρβλ.προπόδχα(άντχ.περχπόδχα)—: ταμάλλχνα
τσουράπχα έν Ήπεχρω,τά άπογονχκια —έστίασχς έπχ τη
γεννήσεχπρωτοτόκου, τάβαφτχσια,οχ γαμηλιώτες κτλ.
Ού,τω πανταχόθεν έμφαχνονταχ αί έθνχκαχ άνάγκαχ, αχ'τχ-
νες διά τής έξηκρχβωμένηςμελέτης της καθ1 ημάς Έλληνι-
κής δΰνανταχ χαι πρέπεχ νά. πληρωθώσχν. Είς ταύτας λοχ-
πόν τάς ανάγκας έπχθυχα,ών ό Σΰλλογος «Κοραής» κατά τό
ένόν νά έπχκουρήση προεκήρυξε ΓλωοΌΊκόν Δχαγωνχ-
σχαόν, είς δν εχκοσι καχ δύο των ήμετέρων λογχων έ^ιλο-
τχμήθησαν νά υποβάλωσιν ιδίας διατρχβάς.
Τούτων δύο μέν δέν ελήφθησαν ύπ' διΗν άτε πολύν χρό¬
νον μετά την ώρχσμένην προθεσμίαν σταλεχσαχ. Άνεγνώ-
σθησαν δέ καχ έκρχθησαν μόναχ εχκοον τούτων πάλχν
πέντε ήτοχ 1) τα Άγριολούλοι/δα της Κρήτης, 2) την
Γλωσσικην συμβολήν έκ Κρήνης, 3) την Συλλο¬
γήν ζώντων μνημείων τής νέας Έλληνχκης γλώσ¬
σης έξ Άδρχανουπόλεως, 4) την Συλλογήν ζώντων
μνημείων έν τη γλώσση τού λαοϋ έκ τής κωμοπό¬
λεως Κατχρλχ, 5) τό Γλωσσχκό χαμολόγχ, ταυτα ή μέν
έπχτροπεχα μελετήσασα εύρε προσοχής άξχα, ένια δέ καχ
βραβεχου- άλλά τό συμβούλιον τοϋ Συλλόγου μαθόν δτχ
ταύτα Επεβλήθησαν καχ είς άλλον αλλαχού γλωσσχκόν δχα-
γωνχσμόν, ένθα καχ βραβεχου έτυχον καχ προσεχώς έκδί-
δονταχ, άπεφάσχο'ε νά μή §ραβευση αύτά- δχότχ ούτε κρχνεχ
σκόπχμον ό ήμέτερος Σύλλογος νά έκδχδη αίΐθχς τα ήδη
έκδεδομένα ούτε έπχτρέπεταχ αύτω υπό τού καταστατχκοϋ
τού νά §ραβεύη δσα δέν δύναται νά δημοσχεύη άτε έκδε¬
δομένα.
Τπολεχπονταχ ούτω 15 δοκψια, άτχνα δύνανται νά δχαχ-
ρεθώσχν είς διαφόρους κατηγορχας, ήτοι
Α") είς Συλλογάς άσμάτων ή παροχμιών, τρείς.
Β') είς Λεξχλόγχα, πέντε. '
2
Γ") είς Συλλογάς άσμάτων μετά Λεξιλογίου, δύο.
Δ') είς Πραγματείας μετά Λεξχλογίου, δύο.
Ε') εχς Πραγματείας μετά Λεξιλογίου καί Συλλογής
άσμάτων κτλ., τρείς.
Α') ΣυλλογαΙ άσμάτων ή παροιμιών.
αΉ φχλολογία τού λαοϋ έν Άδρχανουπόλεχ»" ούτως έπχ-
γράφεταχ μχκρά συλλογη έξ 25 άσμάτων καχ πληρούσα μίαν
καχ εχκοσχ σελίδας. Τα ασματα δέν είναχ μέν έστερημένα
χάριτος, άλλ' είναχ άπό πολλοϋ έκδεδομένα καχ γνωστά,
ώστε διά της έκ νέοχ; καταγρα^ης καχ δημοοίχει/σεως αυ¬
τών ουδέν άλλο ή έπχο'τήμη θά ήρύετο δχδαγμα η περι της
έν Άδρχανουπόλεχ προφοράς και τουτο μόνον τότε, άν κα-
τεβάλλετο φροντίς, όπως παρασταθώσ·χ δχά της γρα^ής
όπωσδήποτε άκρχβώς οί προ^ερόμενοι ^θόγγοχ. Ατυχώς
περχ τούτου ουδαμώς έ^ρόντχσεν ό ο'υλλογεύς, γρά^ει δέ
■κατά την συνήθη των πόλεων προφοράν, εντεύθεν καί η
γλωοΌχκη αυτών άξία έμηδενίσθη. Δχά τοΰς λόγους τού¬
τους η έπχτροπεία φρονεί δτχ ή μχκρά συλλογη αυτή δέν
πρέπει νά τύχη §ραβείου.
Ή δ' έτερα έκ 'Ρόδου «Συλλογη των άνά τα στόματα
τού 'Ροδίου λαοΰ αο*μάτων» άποτελεχται έκ σελ. 85 καχ
περχέχεχ 33 ασματα καί τχνας παροχμίας. Των άσμάτων τού¬
των ολίγα τχν' άνάγονταχ είς παλαχοτέρους χρόνους και
έχουσχν αξίαν παραβαλλόμενα πρός τα έν Κύπρω καχ αλ¬
λαχού τού Άκρχτχκού κύκλου- τα πλείστα δμως είναι νεώ-
τατα καχ άνευ τινός ποχητχκης χάριτος καχ άξίας, η δέ
μόνη ύπολειπομένη γλωσσχκη ηλαττώθη σ|όδρα υπό τού
λογίου συλλογέως, όστις ζών μακράν της πατρίδος έν
Άλεξανδρεία ή άπέβαλε την έγχώρχον προφοράν ή του¬
λάχιστον δέν έφρόντχσ'ε νά παραστήση αύτην αρκούντως·
πρός δέ τούτοχς πολλά τούτων είναι παραλλαγαχ πρό πολ-
λοΰ δημοσιευθέντος καχ γνωστών άλλοθεν άσμάτων. Δχά
ταυτα ή έπχτροπεία επαινει μέν τόν περί ταύτα πολύν ζή-
—- ιθ —
λον τοΰ κ. συλλογέως, παρακαλεϊ δ' αυτόν νά έπιμεληθη
της άκρχβεστέρας παραστάσεως των άπαγγελλομένων φθόγ-
γων καχ πρός τούτοις νά συμπληρώση την συλλογήν τού,
δχ-' ών έχεχ, ώς λέγει, πολλών άκόμη άο'υ.άτων, καχ ούτως
αποστείλη εις τόν ακόλουθον διαγωνισμόν.
Ή δέ « Συλλογη άνεκδότων παροχηχών καχ παροιιιιωδών
φράσεων», ή φέρουσα επί. ■κεφαλής την ρ"ησΊν «Άβχβλος
παπάς μεγάλος ψεύτης» άποτελεχται έκ σελίδων μεγάλων
742 και περιέχει 6,300 παροιμίας. Ό συλλογευς άναφέρει
συχνά και την αντίστοιχον Γαλλικήν παρονμίαν ή άλλως
φροντίζει νά ΰποδεικνύη τίιν εφαρμογήν αυτών, την δέ κα¬
τάταξιν έποίησε κατ'άλφάβητον καχ τουτο ει/λόγως, χνα δύ¬
ναται έκαστος ευκόλως παραβάλλων πρός τάς έκδεδομένας
νά άνευρίσκη τάς άνεκδότους και τάς έκδεδομένας. "Ινα δέ
καχ καθ7 ϋλην εχναχ δυνατίι ή έξέτασις αυτών, ό κ. συγ¬
γραφεύς έφρόντχσΐ νά ταξχνομήο'τι αύτάς είς δχαφόρους
τάξεχς, η,τοχ είς ποχμενικάς, είς γεωργικάς, εχς έμπορχκάς,
είς θεολογχκάς κτλ. Πρός 'δέ τούτοις επεχείρησε νά συν-
τάξη και Λεξιλόγιον αυτών, ου τό Α μόνον προέλαβε νά
πέιι(;η. Ό συλλογευς φαίνεταχ άνίιρ λόγχος καχ φχλόπο-
νος καΐ τό έργον αύτοϋ είναι παντός έπαίνου άξιον. Διά
ταυτα ή έπχτροπεχα επαινει προθύμως τόν φιλόπατριν
άνδρα καχ μετά χαράς μεγάλης κρίνεχ τό έργον αύτοϋ άξχον
νά §ραβευθη.
Β) Λεξιλόγια.
Τό έπχγραφόμενον αΛεξχλόγιον λέξεων μτχ έμπερχεχομέ-
νων έν τω Λεξικω τού Σ. Βυζαντχου» καχ έπχ κεφαλής την
(!>ησχν «Είς οίωνός άρχστος άμύνεσθαι περι πάτρης» φέρον,
εχναχ βραχύ τχ, ·μόλχς 35 σελχδων, και περιέχει ολίγον άλλ'
άξιόλογον υλικόν, διότι ό οΊ/λλογεύς φαχνεταχ κάτοχος τοΰ
ποχμενικοϋ καχ γεωργικοΰ §χου, ών μάλχστα τάς λέξεις
συλλέγει. Κατά κακήν όμως τύχην φαίνεται, άν μή τι άλλο,
τουλάχιστον κατεσπευσμένως έργαζόμενος,εντέυθεν αί πολ¬
λαί άτέλειαι τού Λεξχλογχου τού. Έν ταύταχς δέν καταλέ-
γονται αί άνορθογραφίαι, άλλ' αί άτελεϊς έρμηνεΐαι και αί
πλημμελεϊς γράφον π. χ. βαρύκοος — άπειθής, ολίγον
κωφός (ό τύπος βαρύκοος άντΐ (3αρύκοι/ος τι βαρύκος
άπίθανοςάνμίι άδύνατος)· «κουρτίζω — χορδίζω-τσίρνα
— είδος ίχθυος, τσιώνος—είδος χειμερινού πτηνοϋ* τε-
τραμίδα — είδος» (τινος;), «σκλήθρα — σπόρος, γένος,
επι άνθρώπων» (άλλά μετά τίνων συνεκφέρεται; επι εΰ-
χής ή κατάρας;), «καλοπίχειρος —εύκολος πρός τό με-
ταχειρίζεσθαι (αρα —εύκολος είς τό χρήσθαι η είς τό γί-
γνεσθαι αυτού χρήσιν;) κτλ. Τοιαύται έλλε%ις παρατη-
ρούνται ούχ ολίγαι- πρός δέ τούτοις τό χειρόγραφον πολ-
λαχοϋ δέν άναγινώσκεται σαφώς, έλάττωμα όπερ έχει κοι¬
νόν μετά τίνων άλλων διατριβών, άλλ' όμολογουμένως μέ¬
γιστον, άφού δέν πρόκειται έκ των συμφραζομένων νά εϊ-
κάσωμεν την λέξιν και δή την όρθογραφίαν αυτής, άλλ'
έκ μόνης τής γραφής νά σχηματίσωμεν ιδέαν τινά περι τής
προφοράς^ περι τού τύπου και καθόλου περι τής λέξεως.
Άσαφής άρα γράφη καθιστά π'άντα ταύτα άδύνατα και μα-
ταιώνει τό όλον. Διά ταύτα πάντα, και έπειδή ή δλη έργα-
σία δέν περιλαμβάνει πλείονας των 350 λέξεων, ών αί
πλείσται πασίγνωστον, η επιτροπεία δέν κρίνει άξιον νά
προτείνη την βραβεύση- τού Λεξιλογίου πρό τής διορθώ-
σεως και άναπληρώσεως αυτού.
Ή δέ συλλογη ή έπιγραφομένη «Γλωσσική υλη ϊι συλ-
λογίι λέξεων, φράσεων καΐ παροιμιών θρακικών» κα τό
όητόν «Πόνος εύκλείας πατήρ» φέρουσα σύγκειται έκ
σελίδων 54 και περιέχει λέξεις, φράσεις και παοοιμίας.
Τούτων σχεδόν τι πάντα είναι κοινά κα πασίγνωστα, ουδέ
παρκηώνται ατυχώς κατά την αληθή αυτών ποοφοράν
έν θρακη- εντεύθεν μόνον έλάχισται λέξεις φέρονται
μετά παρηλλαγμένης φωνητικής, π. χ. φνλλάρια
φελλαρ,α), άσπόδιλας(-άσφόδελος), ήσνα(-=ήσοι
^,μ,
*αί τίνες άλλαι
Χ —Γ..^.,ν^ο, ι,ϊ,υιαϋτησε^ και τίνες άλλαι
ολίγαι, αί δέ λοιπαί γράφονται έκ τού πλήρονς, κοί όντως
άποβάλλουσι τό πολύ τής γλωσσικής των άξίας. Άλλά και
τό λοιπόν ήλάττωσεν ό συλλογευς έτι μάλλον έσπευσμένως,
ώς φαίνεται, γράφων και άλλοτε μέν μόνον τόν ένεστώτα,
άλλοτε δέ μόνον τόν άόριστον μνημονεύων και ούχι σπα-
νίωςάτελώς έρμηνεύων, π. χ. «άξαργοτι ή και άξαργα-
τινά — έξ έργον», άλλά τί νοεϊ διά τού έξ έργον; «σα-
φρίδια τά-=σταβρίδια», άλλά και τούτο άδηλον. Πρός
δέ τούτοις ό συλλογευς φαίνεται άντλήσας έκ χειρογράφου
τινός δυσαναγνώστως γεγραμμενου κα δή άνεγίνωσκεν
εσφαλμένως, π. χ. άναγύως τόν κοληόν γιά νά §κάλη
τό μμάτιν σου» όπερ ουδέν λέγει. Διά ταυτα η επιτρο¬
πεία νομίζει ότι τό έργον δέν πρέπει νά τύχη βραβείον
τινός.
Τα δέ Δημοτικά τα >|έροντα την £ϊϊσιν « Συναγάγετε τα
περιοΌεύοντα κλάο"ματα, ίνα μή τι άπόληται» σύγκεηαι έκ
σελίδων 97 και περιέχει ^ράσεις και Ιδιωτισμούς, λέξεις,
κύρια όνόματα κατά διαφόρους τύπους πληρεστέρους κα
§ραχυτέρονς, παρηχήσεις και κατάρας, άνέκδοτα και α(-
νίγματα, δειστδαιμονίας κα λογοπαίγνια. Ό συγγραφεύς
φαίνεται άνηρ λόγιος και μετ1 άγάπης περι την νεωτέραν
Ελληνικήν άσχολούμενος, εντεύθεν έπίσταται είπερ τις
και άλλος νά έκτιμήστι τα έν αύτη άξιοσημείωτα και το
έργον τού, άν καθ1 ησυχίαν και μετ' έπιθτασίας διεξήγετο,
θά ήτο πολλοϋ λόγου άξιον. Ατυχώς τό έλλιπές τού χρο-
νου, άν μή τι άλλο, εγένετο αίτία νά μείνωσι πολλά ημι-
τελή και δή άχρηστα. Δέν συγκαταλέγεται έν τούτοις το
ότι ή ΰλη δέν κατετάχθη άλφαβητικώς, όπερ καθ' ά είπο¬
μεν καθιστα δυσχερή την χρήσιν, άλλά τουτο ότι πολλαί
φράσεις και παρονμίαι δέν διαλευκαίνονται, π. χ. «ο αν-
θρωπος είναι σάν ή δροσιά- «είν' άξιος που γκρε-
μίζει τα λάφια»· «έδώ
V
τό Πάπιγκον «τη Οα-
λασσα λέν θάλασσα, κ' ό άνθρωπος γένεται Βά-
λασσα»· «πιάνομαι μαλλιά μέ μαλλιάι» επι χειρα^ας-
άλλά τίς χειρανΚα'νοεΐται; ή τής δεξιώσεως ή ή έριστικη;
«πίσω
V
ό Λιάρος, ήτοι τό κυριώτερον λενπεται»·
— χ- —
. κα, ο
β.φα-,,πτρνια π.ν
πο{α
Υ ·
η βημαα,α
ν £
καΐ4
την
,ττον
— κγ —
γαι παραλλαγαχ παρατηροΰνταχ έντδς των εύρυτάτων τού¬
των χωρών άπό τής Οΐνόης μέχρχ τής Άρμενχας'. Τάς πα-
ραλλαγάς ταύτας εμελέτησεν ό κ. συγγραφεύς, ούτω δέ
κατέστη χκανός είς δχαλεύκανσχν πολλών δυσχερών ζητη-
μάτων. Έκτός τούτου εχναχ άνήρ εύπαίδευτος, δχό παντα-
χοϋ παραβάλλεχ τα νέα πρός τα παλαιά παραπέμπων είς
τους άρχαίους σι/γγραφεχς ή Σχολιαο'τάς τι Λεξικογράφους.
Άλλά και είς νέα βιβλχα, ήτοι συλλογάς δημοτχκών άο'μά-
των, έπχστημονικών βχβλχων έλληνχκών κα άλλογλώσ·σων
συ^νά παραπέμπεχ μετ' έπχμελετ'ας. Μετ1 άπαραμχλλου δέ
^χλοπονχας συλλέγεχ δ,τιεϊναχ χρήοΊχΛον πρός δχευκρχνηο*χν
χαχ κύρωσχν των λεγομένων, ήτοχ φράοΐχς, παροχμχας, δχ-
στιχα κτλ. Περχ τό λεξικογρα^εχν άποδεχκνυται δεξιός,
έπεχδή καχ περχ τής πχο'τής καχ άκρχβοϋς παραο'τάο'εως τής
προ^ορας χκανώς φροντχζεχ, καχ τάς ο'ηιιαο'χας ·μεθοδικώς
κατατάσο'εχ, ήτοι πρώτον την κυρίαν έπειτα την τροπικήν
ή μεταφορχκήν, καχ μετά ταυτα δχασαφεχ πάντα διά κατάλλη¬
λον παραδειγμάτων, ά- πολλάκις ώς δυσνόητα έρχ,ιηνεύεχ.
Πρός τούτοχς φροντίζει νά άναγράφη έπψελώς πάντας τοΰς
χρόνους των ρ" ημάτων καχ πάντας τους ποικίλλοντας τύπους
τοΰ ένεστώτος, τοϋ παρατατχκοΰ, τοΰ άπαρεμ^άτου, όιιοχως
την γενχκήν και τόν πληθυντικόν των όνοχαάτων. Δχά τάς
άρετάς ταύτας ή επιτροπεία κρίνεχ τόν ιιέν γενναχον ανγ-
γρα^έα πολλών έπαχνων άξχον, τό δ' έργον αυτού βραβεύ-
σχμον.
Τό δέ ΓλωσΌ-άρχον Κε^αλληνχας έπχγρα^όμενον καχ
ο'ύμβολον τό Όμηρικόν «Μή με νιάλ' αχνεε μήτε τι νεχκεχ»
^έρον σύγκεχταχ έκ σελίδων 271. Τό έργον τουτο παραόάλ-
λεταχ έπχτυχώς πρός τό ανωτέρω Ποντχκόν. Δχότι καχ τού¬
του ό συγγραφεύς άποδεχκνυται άνίχρ λόγχος καχ μελετη-
ρός, καΐ, δχ' αύτό τό έργον τού έχεχ τάς αύτάς έκείνω άρε¬
τάς, μάλχστα καχ ύπερέχεχ κατά τό πλήθος των εκάστοτε
παρατιθεμένων καχ έρμηνευοιιένων φράσεων. Ούχχ δέ σπα-
νχως λαμβάνοον αφορμήν παρεμβάλλεχ καχ γραμματικάς
άξχας λόγου παρατηρήσεχς, περχ άφαχρέσεως, άποκοπής,
— κδ —
τροπής των φθόγγων, παθημάτων της κλίσεως κτλ. Ό συγ¬
γραφεύς τούτου είναι άνήρ πολυμαθής και κάτοχος ξένων
γλωσσών, έχει δέ και κρίσιν ύγια· εντεύθεν ποιείται δε¬
ξιάν και συχνήν χρήσιν πολλών άρχαίων και νέων έπιστη-
μονικών βιβλίων. Πλήν τού Γλωσσαρίου απέστειλεν ό κ.
συγγραφεύς και αντίγραφον μερών τίνων κωμικών ποιημά-
των έκ Κρήτης τού Π αιώνος. Έπαινοϋσα λοιπόν ή επι¬
τροπεία τόν άξιον συγγραφέα προτείνει όπως τό έργον αυ¬
τού τύχη βραβείου.
Γ'.) Συλλογαί άσμάτων μετά λεξιλογίου.
Τό Τραγούδια της Χαλκιδικής έπιγραφόμενον καχ
επι κεφαλής φέρον τό ρ"ητόν «Εί μή φυλάξεις μίκρ',άπολεϊς
τα μειζονα» σύγκειται έκ σελίδων 107 και περιέχει περι τα
100 μικρά ασματα, πρός δέ έρμηνείαν λέξεών τίνων ολί¬
γων, και 40 παροιμίας Τα ασματα είναι παραλλαγαι γνω-
στων ασμάτων και δή μόνην αξίαν έχουσα την γλωσσικΑν,
άλλ ατυχώς έξεμηδένισε ταύτην ό κ. συλλογεύς,έπειδή δέν
εφρόντισε νά παραστήση πιστώς τους άκουομένους φθόγ-
γους· εν ένι και τω αύτω στίχω άναγινώσκεται φλωριά
καΛφλουριά «νά πάρωμ' (γρ. να ηά ,} ^ ^
φλουρ1α μωριά καικαραγρόσια». Και τωνπαροιμιών
πολλαί εκφερονται ανευ τ^όςέρμηνείας,ώστεάγνοεϊ τις επί
τίνων και ποτε λεγονται, π. χ. «Μαύρη ρώγα, μαύρη
ζειθ «ΌΪ" πΟΡ^ε Κα>1 τ"ν —Χαλιά άλλά-
κλΔιά χΛϊΡν τ°ν,^^!ά κ' 6 μυλωνας τ'αύλάκι»
κλ.Δια τάς έλλειψις ταύτας δέν έκρίθη,,ή παροϋσα συλλογή
1Γ "ν ^ βΑΟ ^
στώο ή !Τ ^Ροντισε νά καταγράψη αυτά πι-
^τως,ηγλωσσικη αυτών άξία έβλάφθη πολύ πρ6λ. «τί
κε —.
σάπη τάστηθάκι μου φορτώνοντας ξεφορτώνονταρ
τα έρημα μουλάρια» υφ' δ φέρεται ή σημείωσις «προφ.
φορτώντας ξεφορτώντας», και άληθώς και παρά Ραβ-
80ν 488, 8 οϋτω φέρεται, άλλα τότε διατί νά μή γράφη ό
τύπος ούτος, όστις, ώς γνωστόν, είναι και άρχαιότερος;
Όμοίως γράφεται «καλοι καΊ χρυοΌϊ είναι» υφ' δ προσ-
τίθεται: «είς την Ήπειρον, είς την πατρίδαμου του¬
λάχιστον, δπου αί συγκοπαι είναι τεράστιαι, λέ-
γουσι ακαλοι και χσοί 'ναι» Και δμως των τεραστίων
τούτων συγκοπών οϋτε τα άσματα, ούτε τα, εξής παραμύ-
θια περιέχουσιν ήμϊν ίχνη σαφη, τα παραμύθια μάλιστα
δέν είναι γεγραμένα έν τη Ήπειρωτικη διαλέκτω, άλλ' έν
τη συνήθει λαλουηένη. Και τα τού ΓλωοΌαρίου δέν έτυχον
πανταχοϋ της δεούσης έπψελείας καί τίνα μένουν άσαφή,
π. χ. αό §ότανος, §οτανίζω (τα πρώιμα των σιτη-
ρών), ό σκάλος, σκαλίζω (τα δι|τιυ.α των σπαρτών),
τσιόλος ό, τσιολίζω, τσιόλιο-μα κτλ.» Άλλά τίς Λ κυ-
ρία και ή συνήθης αυτών σημασια; Πρός τούτοις ή όλη
πραγματεία είναι σφοδρά δυσαναγνώστως γεγραμμένη.
Άνάγκη άρα νά παρακληθή ό συντάξας νά έπιθεωρήση
και άναπληρώση και πρός τούτοις γρά^η εύαναγνώστως
την διατριβήν τού και αποστείλη αύτην έκ νέου.
Δ.) Πραγματεΐαι μετά λέξεων.
«Συμβολαι είς μελέτην περΐ τού §ίου και τής
γλώσσης των νεωτέρων Συηαίων» φέρουσι τό ρητόν
«Σπάρτανέλαχες,ταύτανκόο-μει». Αυτή είναι βραχεΐα πραγ-
ματεία έκοΐλίδων 68,περιέχει οί; περιγραφίιν Συηαϊκής οι¬
κίας και δύο Μητρωα τού 1712 κα τού 1815.Ταύτα δμως μι¬
κρόν συμβάλλοντα'ι είς γνώσιν τής ιστορίας και τής γλώσσης
των Συμαίων, διότι έκ τού καταλόγου των κυρίων όνομάτων
βραχυτατον μόριον τής γλώσσης και τής ίοΊορίας διδα-
σκόμεθα, έκ δέ τής περιγραφής οΐκου έτερον μικρόν μόριον
τής εύπορίας, καλαισθησίας και ΐστορίας των κατοίκων.
Πάντα δέ ταυτα είναχ ομολογούμεν** έλάχχστα καχ έν βρα-
χεχ χρονω κατορθοϋνταχ. Δχα ταυτα η επιτροπεία κρχνεχδη
το έργον προ τοϋ §ρα6είου άνάγκη νά τελεχοποχηθη κα δή
να παρακληθη ό κ. συγγραφεύς νά πράξη τούτο. '
Ταδε«ΓλωσσΛκα» τα φέροντα Μ κεφαλής την Αρά-
εχναχ η10υαΐαέκ σελίδων 142 Χ
λογχον θ λην.τοι αλέξεις γ£
των
οίκοδοηχ'ας,
. των
, των
Αίναίον -
ονοματα
· Ούτως Α Σ
-ντοίο-
πρωΤΟν τίιν
έπισ*αλ^· επεχτα
να
την
βΐντ
4>ΙΪ·ώ
όνομασΐαις των ειδών της γής ή ποδαριά, η καμπου-
ρα, σκάλα κτλ. κτλ. Τό αύτό καΊ έν ταίς παροιμίαις, ών
την εφαρμογήν δέν δύναται έκαστος οίκοθεν ασφαλώς καΊ
βεβαίως νά εικάση. Ούδ' ή Γραμματική έχει άλλην αξίαν
πλήν ότι παρέχει υλικόν, διότι τα φαινόμενα κατατάσσον-
ται όλως εξωτερικώς καΊ συχνά γίνεται λόγος περι άπο-
κοπών, τροπών, πλεονασμών κτλ.,πρβλ. σκορπίζω διά
συγκοπής σκορπώ, ποντικός διά τροπής πεντικός,
χείλη διά πλεονασιιού άχείλι, ήλεκάτη διά τροπης
άλεκάτη κτλ. κτλ. Διά- ταύτα Λ επιτροπεία κρίνει μέν
έπαίνου άξιον τόν κ. συγγραφέα διά την μεγάλην τού φι-
λοπονίαν, δι' τίς ικανόν συνέλεξεν υλικόν, παρακαλεϊ δ'
ά'μα αυτόν νά τακτοποιήσντ. και διορθώση και οϋτως απο¬
στείλη είς τόν έξϊϊς διαγωνισμόν.
Ε'.) Ηραγματεϊαι μετά λεξιλογίου, συλλογής κτλ.
ΉβΓλωσσικηύλητηςΚνπριακηςγλώσσης»
ή φέρουσα σύμβολον τό Δαυϊτικόν «Άνακαινισθήσεται ώς
άετοϋ ή νεότης σου» άπαρτίζεται έκ σελίδοον μεγάλον 569
και περιέχει Γ^αμματικήν, παροψίας, ασματα, ευχάς, γοη-
τείας, παραμύθια, λέξεις. Ό συγγραφεύς φαίνεται άνηρ
άπό πολλών έτών ιχελετών την Κυπρίαν διάλεκτον και έκ
περιουσίας τό λεγόμενον διαλαμβάνων περι αυτής. Εντεύ¬
θεν τό έργον αυτού έμποιεϊ αγαθήν εντύπωσιν, και είναι
άναντιλέκτως σπουδαίον διά την μελέτην τής διαλέκτου
ταύτης. Ό συγγραφεύς εφρόντισε νά μελετήση καλώς πά¬
σας τάς έν Κύπρω ποικιλίας, άς άνά τάς διαφόρους επαρ¬
χίας τής νήσου έχει ή άλλως μία διάλεκτος αύτη. Λυπηρόν
μόνον ότι δέν παρηκολούθησε τάς άπό ολίγων έτών εργα¬
σίας περι τής νέας Έλληνικής, εντεύθεν ή Γραμματική τού
μόνον ώς παρέχουσα υλικόν είναι άξία λόγου, άλλως πάντα
μηχανικώς κατατάσσει και δέν έρμηνεύει. Αί παροιμίαι
δμως, τάπαραμύθια, τα άσματακαιτό λεξιλόγιον είναι επι¬
μελώς και ούκ άμεθόδως συντεταγμένα. Διά τάς άρετάς
ταύτας καΐ διά, τό μέγεθος τού δλου άξιολόγου έργου ή
επιτροπεία κρίνει αύτό άξιον βραβείον.
Ή Συμβολή είς την σπονδήν τής καθ'ήμάςδημώ-
δουςγλώσσης, ή φέρουσα την ρήσιν αΌ τε γνοΰςκαΐ μή δι-
δάξας έν ίσω καΐ εί μή ένεθυμήθη» σύγκειται έκ σελίδων
132 καΐ άπαρτίζεται έκ Μελέτης περΐΛεξικοΰ τής καθ1 ημάς
δημώδους γλώσσης καΐ έκ Συντόμου Λεξιλογίου. Ό σι/γγρα·
φει/ς τοΰ έργον τούτου ^αίνεται άνήρ ούκ έκ παρέργου
ούδ' έπ' εσχάτων μόνον άσχολούμενος περΐ την συλλογήν
καΐ μελέτην τής γλώσσης, άλλά τουναντίον προπαρεσκευα-
σ-μενος δΓ άλλης τεπολλης μελέτης καΐ διά τής μαθήσεως
πολλών ξένων Εύρωπαϊκών κα Άσιατικών γλωσσών. Διά
τουτα τα διδάγματα, τα έν τώ πρώτω μέρει τής διατοιβής
τού αναπτυσσομένη δύνανται άληθώς υπό πολλάς έπόψεις
να θεωρηθώσιν ώς άναγκαία προπαιδεία παντός, όστις
μέλλει σοβαρώς ν' άσχοληθή περΐ την έξακοίβωσιν τής
έθνικης ημών γλώσσης- ουδέ §λάπτεται πολύ ή μεγάλη
τού εογου άξία έκ τούτου, ότι των παραδειγμάτων τινά
δύνανται καΐ άλλως νά έρμηνευθώσι, καθ" όσον ταυτα ευ¬
κόλως δύνανται άνευ τινός 0λάβης τού όλου νά παραλει-
|θωσιν. Εντεύθεν διά την μεγάλην αξίαν τοΰ συνόλου τής
διατριβηςη επιτροπεία κρίνει άξιον έπαίνουτόν άξιόλογον
εργάτην και ^ραβεύσιμον τό πόνημα αύτοΰ.
2 δέ;Γλω^λοϊικά ^οωτόλεια » έπιγοα^όμενον καΐ την
εροναΠειρω τω μέν σώματι είναι ^ιλοπονος, τή δέ
^οσο|ος)> σύγκειται έκσελίδων 383, πραγματεύετατ
. περι μιας διαλεκτου τής Μακεδονίας, τής τοΰ έελβεντοΰ,
διδάσκων τα άποδεδειγμένως άναλήθη, άλλ' άπδ των έγνω-
σμένων όρμώμενος προβαίνει είς εφαρμογήν ή αναπλήρω¬
σιν αυτών. Διά ταυτα έπεμελήθη σφοδρά τής άκριβοϋς των
φθόγγων παραστάσεως και προ$ορας, ώστε ή φωνητική κα¬
τέλαβε περΐ τάς 100 σελίδας, τό τίμιον της γραμματικής.
"Ομοίως διέλαβε δεξιώς περι τής συνθέσεως, περι συντά¬
ξεως και πολλών άλλων ζητημάτων, και έκαμεν επιτύχη
χρήσιν τής άρχής τής άναλογίας. Και καθόλου τοσαϋται
είναι αί άρεται τής διατριβής ταύτης, ώστε ευκόλως παρα-
βλέπει τις τάς ολίγας ατελείας περι την έτυμολογίαν τινών
και την έρμηνείαν άλλων ε'λαχίστων, καθόσον τοιαύται έλ¬
λειψις είναι άναπόφευκτοι έν πάση άκριβεϊ έρεύνη, δταν
κατά πρώτον έπιλαηβάνηται διαλέχτου τινός. Δι' αΰτό η.
επιτροπεία έπαινοΰσα τόν κ. συγγρα|>έα προτείνει όπως η
διατριβή τού αί/τη τύχη τοϋ βραβείου.
Οΰτω κατά την γνώμην τής επιτροπείας έξ είναι τα άξια
^ραβείου εργα· 1) αί Παροιμίαι· 2) τό Ποντικόν Γλωσσάριον
3) τό Κε^αλληνιακόν Γλωσσάριον 4) ή περι τής Κυπρίας
διαλέν.του πραγηατεία 5) ή Συμβολή είς την σπουδήν τής
καθ" ημάς δημώδους γλώσσης· 6) τα Γλωσσολογικά πρω-
τόλεια. Έπειδή δέ τα κράτιστα τούτων, ήτοι αί Παροι-
■μίαι. τό Ποντικόν καΊ τό Κεφαλληνιακόν Γλωσσάριον
και τα Γλωσσολογικά πρωτόλεια είναι {σάξια και ου¬
δέν τούτων δύναται νά προτιμηθη των άλλων, διανοιιη δέ
τοϋ πρώτου τοϋ έκ πεντακοσίων δοαχμών βραβείου μεταξυ
τεσσάρων είναι άσκοπος, διά τούτο λαηβάνουσι πάντα
και τα εξ όηοίως τό δεύτερον γέρας, ήτοι άνά τριακοσίας
δραχμάς έκαστον.
Τοιαύτη. Κύριοι, υπήρξεν, ή κατά τό παρελθόν έτος συγκο-
μιδητοϋ διαγωνισμοϋ τού ΣυλλόγουβΚοραήΒ.Ότικαθόλου
ειπείν δέν δύναται νά λεχθίϊ πενιχρά, είναι άμ|ιβολίας άνε-
πίδεκτον άλλ' όηοίως είναι όυολογούμενον ότι ό υπολει-
πόμενος έτι θερισμός είναι μέγας, όση καιή μακραίων τού
έθνους ημών ΐστορία και ότι πρός συναγωγην και τακτο-
ποίησιν κα δημοσίευσιν αύτοϋ πλήν των πολλών και δο·
— Λ —
ιάμων έργατών άπαραίτητος είναι άνάγκη, όπως κσΛ άλλοι
κατ' άλλον τρόπον έπιλάβωνται τού έργου. Άλλ' εθνος έν-
τός τού παρόντος αιώνος παραγαγόν Ζωσψάδας, 'Ριζάρας,
Βαρβάκην, Άρσάκην, Τοσίτσαν, Χατζή-Κώσταν, Βερναρ-
δάκην, Σίναν, Καπλάνην, Παππαδάκην, Ζαρίφην, Ζωγρά-
φον, Ζάππαν, Βαλλιάνοιτς, Συγγρόν κα τίτν λοιπήν σε-
μνην χορείαν των γενναιοδώρων τής πατρίδος τέκνων,
έθνος λέγομεν τοιοΰτο, δέν θά δειχθη, ελπίζομεν, στεΐρον
ή φειδωλόν προκεχμένου περϊ τού καλλίσ'του,περι τοϋ άθα-
νάτου γεννήματος και κτΛματος αυτού, τής Έλληνικής
ΐο'τορίας καϊ γλώσσης.
ΟΙ ΚριταΙ
Στέφανος Α. Κονμανονδης, Ι. Ν. Ποωτόδικος,
Γ. Ν. Χατζιδάκις εΐσηγητής.
Μετά ταύτα άποσφραγισθέντων των δελτίων υπό τού πρόεδρον τού
Σύλλογον -κ. Μάρκου 'Ρενιέρη έτυχον τοϋ βραβείον :
1) Ό κ. Κ. Νεότορίδης Γι/μναστάρχης συλλογεΰς των παροτμιών.
2) Ό κ. Ιωάννης Γ. Βαλαβάνης ΚεραοΌύντιος συγγραφεύς τοϋ Πον-
τιχοϋ Γλωσσαρίου.
3) Ό κ Π. Βεργωτάς σ·υγγραφεύς τοΰ Κεφαλληνιακοϋ Γλωσο-αρίον.
4) Ό κ. Γ. Λουκάς έκ Κοιλανίου τής Κύπρου συγγραφεύς της Κυ-
πρίας γλώσσης.
5) Ό κ. Ιωάννης Τσικόπουλος καθηγητής των 'Ελληνικών Γραμ-
μάτων έν τώ Παρθεναγωγεΐφ Σερρών συγγραφεύς της Συμβολης είς
την σπουδην της δημώδους.
6) Ό κ. Βύθύμιος Γ. Μπουντώνας τελειόφοιτος της φιλολογίας συγ¬
γραφεύς των Γλωσθικών πρωτολείων, όν έμφανισ"θέντα συνεχάρη ό κ.
Ηρόεδρος και οί λοιποί παρευρεθέντες.
ΑΡΧΕΙΑ
ΤΗΣ
ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ
ΓΛΩΣΣΗΣ
ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΑ
ΥΠΟ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ "ΚΟΡΑΗ,,
Α'.
ΜΕΛΕΤΗ
ΠΕΡΙ
ΛΕΞΙΚΟΥ
ΤΗΣ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΔΗΜΩΔΟΥΣ ΓΛΩΣΣΗΣ
ΥΠΟ
ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΣΙΚΟΠΟΓΛΟΎ
ΚΛθΗΓΗΊθΓ ΕΝ ΕΕΡΡΛΙΣ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Ν. Γ. 1ΓΓΛΚΣ11
1892
Τή,
σ π ;(1'
καί επ
νας κο
λήθγιβι
γιον ".
θηκον
ημών
συμβά
γου κ«
μείων.
Ό,
κ ή π
τό άν(
ποικίλ
Ή
μόνον
Πά
οΊ' ών
νοήμα
' Τί
ΜΕΛΕΤΗ
ΠΕΡΙ
Λ Ε Ξ Ι Κ Ο Υ
ΤΗΣ ΚΛΒ' ΗΜΑΣ ΔΗΜΩΔΟΥΣ ΓΛΩΣΣΗΣ
Της έν γένει σπουδης της δημώδουςΈλληνικης γλώσ-
«Ίθς^τήν χρησιμότητα καί ώρελειαν,ύ-ό τε την καθαρώς φιλολογικήν
καί επιστημονικήν καί υπό την πρακτικωτέραν δι* ημάς τοΰς νεωτερους
Έλληνας εποψιν, ό επι/ειρών νά καταδείξη σήμερον, γλαϋκ' είς Αθή¬
νας κομίζει. Εάν δέ άλλοδαποί άνδρες μιτά ζήλου ένθουσιώδους ησχο¬
λήθησαν περί την έρευναν καί σπουδήν αυτής (2), διά πάντχ μέν λό-
γιον Έλληνα, ίδιαίτατα δέ καί μάλιστα διά τον έιταγγβλλόμενον την
διδασκαλίαν των έλληνικών γραμμάτων ή μελέτη αυτής άποβαίνει κα¬
θήκον ΰπατον έφ' όσον ή πλήρης, εί δυνατόν, γνώσις τη; νυν έθνικης
ημών γλώσσης έκτός ότι θερχ-εύει την εθνικήν φιλοτιμίαν, ού μικρόν
συμβάλλεται είς την βαθυτέραν κατανόηβιν τοϋ άρχαίου Έλληνος λό-
γου καί είς την εύστοχωτέραν έρμηνείαν των προγονικών γραιττών ρη-
μείων. (3)
Όπως πάσης γλώσσης, ούτω καί της καθ" ημάς την βαθείαν καΐ
άμφιλαφη γνώσιν έζαγγέλλει τε άμα καΐ έμπεδοί Γραμματι-
,Μ πλήρης κα'ι άρτια μετάΛεξικο Ο τίλίίου είς τό είδός τού κατά
τό ανθρωπίνω; δυνατόν μέτρον καί Γραμματείαν πολλής και
ποικίλης.
Ή προκειμένη μελετη, ώς έκ τής επιγραφάς δηλον καθίσταται, ίίς
μόνον τό λεξικόν άναφερεται καί είς αΰτό μόνον τόν >όγον θά περιορίση.
Πάσης γλώσσης τό Λ ε ξ ι κ ό ν εΐΜΗριχλεϊον τό σύνολον των φωνών,
δι' ών τό λαλοϋν αύτην Ιθνος εξεδήλωσε καί έκδηλοϊ τα έαυτοϋ δια-
νοήματα καί βουλήματα, καΐ διά τουτο στενωτάτην έχον την συνά-
Τ«ς σημειώσεις ίδ£ έν τΛει τής πρ«γ(ΐ«τεί«ς.
Ο ΜΚΛΚΤΙΙ ΠΕ,ΙΜ νΚΞΙΚΟν
©ειαν πρός τόν βίον καί την ιστορίαν αύτοθ, μεγάλην ώ; άληθώ; ε>ι
την αξίαν καί σπουδαιότητα. Άλλά της καθ' ημάς γλώσσης τό Λε-
ξικόν, *ν6υ ύπερβολής, κατεχει τό ύψιστον σημείον της λεξικογρα-
φικης σπουδαιότητος καί ίδιάζΌυσαν αξίαν διά λόγους ίδιάζοντας,
τους εξής- α) Λιά την Απε,ξ,ον εχτασ-.γ χαϊ την Άφθονον ΰΛηγ α'ιτοΰ.
ΠερΛαμβίνει, ώς γνωστόν 1) λίξεις κοινάς πρός την αρχαίαν, ών
πολλαί άπ' αυτών ηδη των όμηρικών χρόνων επί δεκάδας αίώνων
μί/ρις ημών αδιαλείπτως υπό τοΰ ίθνους περισωθεϊσαι έξηκολούθησαν
ν* λαλώνται· 2) λίξεις κατά τόν μ ί σ ο ν α ι ώ ν α δημιουργηθι'σας
καί έπίοης μεχρ.. των τ,υ,ετερων χρόνων οιαβωθείσας- 3) λέξεις μετα¬
γενεστέρας καί λαληθίίσας μέν πΟτε υπό τοθ Ιθνους η καθόλου
ί έν μέρει, λησμοντθείβας δέ βραδύτερον καί μόλις διασωθείσας έν
γλωσ,αρίοις η |ν παλαιοτέροις δημοτικοίς α-
σ μ « σ ι ν η χ«1 νίν ϊτ, έν γωνία τινί άκουομέν«ς· 4) άπειροττλη
λ ε . ε ι ς ξ ε ν ι κ ά ς, αίτινες ^χ^^ είς -6 κ«0' ή^ας ίδίωμα
^νεκα της μακράς καί πολυτρόπου συναφείας καί Ιπικοινωνίας τοϋ
ημέτερον ΙΟνους πρό; «>λα ίθνη πολυειδώς επί της τΰχης τού κατά τόν
μ«κρ«ί«να βίον αύτοθ έπιδρασαντα" β) ΛΛ ^ έ*τάχτως σπον6αίατ
ιστορίαν σημασι' αύτο^ Πίριίχ(ι ^^, χ^ ^ ,χ ^^
ανακαΛοΟ,ι σπουδαΐα σημείϊ το0 ΙΟνικοΰ βίου καί λόγου ίξ,, ίστορικά
Υ'γονοτ* (4,.Τ4 χης καθ' ή,ας γλώ.-. ^^ ^ ^,^ ^
τειαν ^ καί βαθβϊ ί ^
τειαν
τού πολομορφου καί ποι.ίλου έθνι,οΰ βιου, κάτοπτρον δέ χιστόν τη,
πολοκ,μ,ντοο καί πολ,παθοθ; ζωης καί δράσεως αύτοΰ έν τη π«γκο-
σμιφ Ιστορίζ. ' ·

V
Χ
^ '
V
Χ, * / σ τ Ρ ώ μ « τ α την λεξικογραφ,κην ίλην
ημάς δη,ώδο,ς γλώσσης ά-οτεΛθοσ,, ώ; γνωστόν· «) τό
τάς άκραιφνώ;
κ.τ.λ.} ( ). 3) λεξεις προφανώς μέν έλληνο-

ΤΗΣ ΚΑΘ" ΗΜΑΣ ΔΗΜ11ΛΟΥΣ ΓΛΩΣΣΗΣ 7
φυεΐς, μή κοινάς δέ ττ, άρχαία καί μόνη τή νεωτέρα ίδια,ζούσας (Λτ-
ομογώ, χάγω, γαΑαγός, .ίεξ'ώνω κ.τ.τ.). Τό οθνεϊον στοι¬
χείον περιέχει λε'ξεις προφα,νώς μή εχούσας ελληνικήν την γέ¬
νεσιν καί καταγωγην. άλλ' άπό χρβνων παλαιών συμβιούσας μετά,
τοΰ μητρικ,οΰ ήαών ίδ'.ώματος (μα>·(.υ(ί.(ι, παγχάρι, (ΐυυ.Ιάρι, χογίύω,
σχίτζο, ψοϊψγος κ,τ τ.). Τό αμφίβολον στοιχείον περι-
λαμβάνει τάς αμφιβόλου προελεύσεως (νβωτερικώτερον
ειπείν) λεξεις,ούκ ολίγας καί αΰτά; οΰιας (πιγτονχι, πήτα, γεγέ κ.τ.τ.)
Περί εκάστου των γλωσσικών τούτων στρωμάτων η στοιχείων ίοίαι
έσται λόγος έν τοίς εφεξής κεφαλαίοις. (Μεθ' ά παραρτώνται τό περί
τροπικών Ικφράβεων κεφάλαιον, τό περί Κυρίων Ό ν ο-
μ ά τ ω ν καί αί Σημειώσεις).
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
ΠΕΡΙ ΤΟΓ ΙθΑΓΕΝΟΓΣ ΣΤΟΙΧΕΙΟΓ.
§ 1. Περί των άρχαίων έλληνικών λέξβων της δημώδους, αΐτινες
μέ την αύτην κατά, τό πλείστον σημασίαν διβσώθησαν.
Τάς είς την όμοταξίαν ταύτην τοϋ έθνΐΛθϋ στοώματος της δημώοΌυς
γλώσσης ΰπαγομένας λέζεις διερευνών ό μέλλων ιτοτέ νά υποβάλη εαυ¬
τόν είς τόν λεζικογραφικόν άγώνα, δέν θ' αρκεσθή βεβαίως μόνον ιίς
απλήν καί απέριττον κατάταξιν αυτών η είς λιτην, όλιγαρκη καί πε-
νιχράν άναγραφήν μιας, δύο η τριών έκ των σημα,σιών, όσας συνέ-
πειε νά περισώση μία τις των περί ου ό λόγος λέζεων. Ίνα τα
έργον ΰπερβίί μέν τα συνήθη λεζιλογικά όρια, αποβή δ' ένάμιλλον μέν
πρός τα τελεία δή λεγόμενα λεξικά. άντάξιον δέ των Ιλλόγων άπαι-
τήσεων της τε έπιστήμης καί των καθ" ήμϊς χρόνων, εχει νά έν-
διατρίψη άπο χοινοϋ μέν πρός τόν μέλλοντι* ιυντάκτην επιστημονικάς
άκριβοϋς καί αΰθυποστάτου γ ρ α μ μ α τ ι κη ς τη; καθ" ημάς δημώ-
δους περί τα. γλωσσικά φαι,νόμενα τάδε: 1) περί τάς τυχόν φ Ο ο γ-
γο λογικάς μεταβολάς, (π. χ. τοϋ άιτος είίάϊτόΐ, τοθ άγιος είς
ογΐος, οΐους καί αί έν συνθέοει Άιδημήτρης, τοΰ μη.Ηα είς τό μηΛΐά,
τοϋ μυΐΛος είς μγΐα.Ιος καί μ)αΜ: έν Κοζάνη λ.τ.τ.) — '2) πιρί
τάςτυπικάς η τίχνολογικάς άλλοιώσεις (τοΰ παώίογ είς
8 ΜΕΛΕΤΗ 11ΕΙΊ ΛΕΞΙΚΟΥ
παιδί, τοΰ βασιλεύς είς βασικάς έν ΜαχεδΌνία, Ήπίίρω καϊ άλ-
λαχοθ, της Λεχοΰς είς Μχωνα η Λιχοϋοα, τού γύζ είς *%«
κ.τ.τ.) 3) περΐ παραγωγικάς έ τ ε ρ ο ι ώ σ ε ι ς (τοϋ άηιδιυς
είς άϊτοϋδι καί άϊτόπουΛο, ?) τοΰ Λ*^ ,{ς ΛυχοΜι, ΛυχοϋΜ καί
ΛυιόπονΛο, τοϋ -^/"Κ εί; ρ^η^, τού -νφ^ είς χρύ]ος, τοΰ
ίιΛιη* είς ξυΜφς, (») το0 β^βΓίίΛίί είς α)/αΓώΛ^ χα· πλε-σταί
άλλας). /Α'« οέ πίμ τί)ν δύναμιν τβν ^^ ,^ τί)ν σ ,, μ α σ ( 0.
λογίαν, Ινθα πρώται ν« εξακριβωθή 1) αν εκάστη των λέξ5ων
όιεσωσε την αρχικήν αυτής σημασίαν (το γράγω -. χ. δέν διέσωσε
^ν«ρχ«ην«υτοδ σημασίαν - τσουγγρ.νίζω, όπως κ«ί τ0 βάκτω=
βυθι,ω· αλλα το ΐχο καί ^Γω διέσωσαν τας άρχικας σημ.σίας)· 2)
τίνα; έκ των «-,ρογενδν οημ«σ,ών (μιταφορικων, μετωνυμικών, 5υ-
νεκδοχικών) διέ,ωσεν άκραιφνώς ή' έν μΐκρ? παρ«λλαγη, κα1 τίνας
απώλεσε (το ,/—» -. χ. διέσωσε τ-ν μ ^, γ τοΰ
ρ
απώλεσε (το ,/—» -. χ.
ϊ -. χ. ΐ,Μ
..;.προσοδος
ς, (τ0
π.χ.- ίν
τοθ χ(
προσέλαβε την σηυ«1«, τοΰ
9 ^
3) τ{νας
—Β ε»πεσ6 νά
θ ^
ί.
«Μν™ *-ώ(10)· 4) τινάς έ.
' τίνας άπώλεσε κ
ν£ώτ6?αί
? /
ργου κατά
22 )
ΤΗΣ ΚΑΘ* ΗΜΑΣ ΛΗΜϋΔΟΪΣ ΓΛίΙΣΣΗΙ 9
άρχαίων λέξεων, αί αύται μέν καί πρός τάς της παγκοίνου χρήσεως
άρχαίας λέξεις παρατήρησίς κατά τό σχετικόν μέτρον δέον νά γίνωσιν,
ειδικώτερον δ' αύται θά διερευνηθώσιν υπο γεωγραφικήν καί Ιστορικήν
έ'ποψιν (διατί π.χ. τό χγήθομαι μόνον έν τί) περιχώρω Σερρών, (12)
τό βουσιΛίΐ,ω εν Καταφυγίφ (13) καί έν Ήπείρω ; διατί τό &ρχΛα=:
κιβώτιον μόνον έν Βεροίκ καί τη περιχώριρ ; διατί τό άρβατίχος=
φρέαρ μόνον έν Κοζάνη, ποχειρώς μόνον έν Μελενίκω (14)'; κ.τ.τ.)
§ 2. ΠερΙ των αρχαίαν έλλπνικών λέξεων, δ(}ατ έν άλλοιώΰε» της
δυνάμεως παρέμετναν.
Πλείσται όμολογουμένως καθαρώς ά ρ χ α ϊ α ι λέξεις φέρονται άνά
τα στόματα τοΰ λαοΰ, αίτινες την μέν άρχικήν σημασίαν εντελώς απέ-
βαλον, μεταγενεστέρας δέ προσέλαβον. Τόσον δέ πολλάκις άπομακρύ-
νονται άπό της άρχικης αί έπίγονοι σ/,μασίαι, ώστί ούδ" ί'χνος αυτής
«ν τ*") συνειδήσει των ίδιωτικώτερον εχόντων περί την γλώσσαν παρέ-
ρ.εινεν ε* της παραδόσεως (1δ). Τής κατηγορίας ταύτης τάς λεξεις
διασκεπτόμενος ό μέλλων Λεξικογράφος είνε μέν άπηλλαγμένος της
έτυμολογικής αυτών ευθυνής καί έν πάση περιπτώσει άκωλυτως καί
έλευθε'ρως δύναται νά καταφύγη είς την συνδρομήν των της άρχαίας
έλληνας Λίξικών, άλλ' είνε π6φορτισμένος με άλλην ευθύνην ούχι
έλαφροτέραν έκείνης. Τποχρεοΰται δηλ. νά άναζητήση κατά πρώτον
πάσας τάς έν τ^ άρχαία γλώσση σημασίας της εκάστοτε είς εξέτα¬
σιν προκειμένης λέξεως καί κατατάξη αύτάς ίστοριχως {ί6Υ ί"»τα νά
άναζητήσν, καί άνευρη πάσας τάς έν τη δημώδει γλώσση έννοίας αυ¬
τής" καί τελευταίον να άνεύρη τόν κρίκον τόν συνδέοντα τας «ο ομά-
δας των σημασιών, η νά άνακαλύψη εκείνην έκ των πολλών έν τί) αρ¬
χαί» σημασιών, ήτις εχρησίμευσεν ώς βάσις καί άφετηρία της δευτέ-
ρας ομάδος. Άλλ' όμολονουμένως ού μικρόν, ουδέ τοΰ τυχόντος ε'ργον
εστίν ή φυσικη καί άβίαστος κατάταξις των σημασιών λέξεως τινος,
π.χ. τοΰ βαρρώ, τοϋ χάμτω, τοϋ Λώ«« κ.τ.λ. Επί παραδείγματος
προκειμένου περί της λέξεως ά*αμί·π?ς, άχημάτρα σημαινούσης^τον και
την .υτώτοτοί-,βα συσχετισθη αυτή βεβαίως «ρόςτοάχίίμαΐ^ (—άχονρα-
στοή καί τό χάμτω = χονράζομαί. Παράδοξος θά φανή ή μεταπτωσις
της έννοίας τοΰ άχουράοτον καί έπομένως ρΜργον ποός την ακριδως
αντίθετον τοϋ ψυγοχάτου. Καί όμως συμβιβάζεται τό πραγμα, εάν
10
ληφθή ύπ' όψιν
ΜΚΛΕΤΗ Ι1ΕΙΊ ΛΕΞΙΚΟΥ
«««όρος, όστις οΐν / *
Άλλ' όσονδή
ήποτε
„„!
άοι«μ?ιββ
ν, κατά
ίξΙ
τα,
0
ό|Λθλογουίχένως
(τό μέν διότι ,
)' ^ τω
Τ0ύτω
τάς
έλληνοφυών 1εξεων.
ίαν ελληνικήν |νου,αι
ίλ«βον Χζ
0
ώί"' άλλά τ^
Χάζων „, ^, . *ΡΖ«ί«ν λέξεων τ^ γένεσιν
* ν ε υ ρ έ σ ε ι 'τ ο , , Ο*,ν η κυ?'ωτάτη £ύθύνη ενταύθα κείται
λέξ£ως ιλληνΐ)ιίϊς Ικ ' Τ " ^ ° υ Τίίς ^"^θμένης λε'ξεως (εξ
), * δέ ΤΟιαΰτη άσνολία ,6^ * **"*''' «*«"««^ί ~νίεο-
ί χαΐ ,τλοΰ,ιον —,^^ , ?αΪΧαλϊ"·« τυγχάνει οδτα,εύρΰ «έν άλπ-
«•βς |χϊι, ώστε άνάπϊ,ΙΓΓ'1 -^ *'** ^'·σραλέί καί έλισθν,ρόν
^. Έ-ιο·ή Χ. · .. '^'07 ™°™™ τώ κινδύνω δεινοθ όλι-
.
ν ίζο;
καί ϊ
ΤΗΣ ΚΑΘ* 11ΜΑΣ ΛΗΜ11ΛΟΥΣ ΓΛίίϊΣΙΙΣ
11
αί έλπίδες της εύιτοχίας, εάν ή Ιργασία βαδίση πρωθυστέρως τ ε.
εάν πρώτον μέν διερευνηθώιιν αί σ η μ α ΐ ί α ι, ύστερον δέ τα Ι τ υ-
μ α. Νοεΐται δέ οϊχ,οθεν ότι ή σπουδαζομένη λέξις προηγουμένως
υπο γλωσιομαθοΰς, γλωσσολογ'.Λθϋ καί φιλολογικοϋ άνδρας υπεβλήθη
είς αυστηρόν έλεγχον καί μετά ζυγοστάτησιν καί έτυμοσκοπίαν
ακριβώς διεγνώσθη τέ γνήσιον καί ίΐλ κρινές της ελληνικάς καταγωγής
της. Άλλως δέν ενει τό δικαίωμα νά εγγραφαί «ί τόν κατάλογον τίς
τάξεως, περί ής πρόκειται.
Δεδοκιμασμένον λο-.πόν καί άδιαμφιιβήτητον έχουσαν τό δικαίωαα
της ϊθαγενεία; την λέξιν παραλαμβάνων ό διφήτωρ, πρίν η προβή είς
την έτυμολογικην βάιανον, δέον νά την υποβάλη είς την
φθογγολογικην καίσημασιολογικην δοκιμασίαν,
εάν μη πρόκηται νά ίπανέλθ·/| άναχρονιστικώς είς προτέραν πε¬
ρίοδον καί μέθοδον της περί τα τοιαϋτα σπουδης.
Άνάγκη νά ύποβληθίό η λέξις είς φθογγολογικην δοκιμασίαν πρός
ανακάλυψιν τοϋ Ι τ ύ μ ο υ' διότι συμβαίνη ώστε της αυτής λέξιως ή
προφορά νά «οικΛλνι κατά τόπους, καί μία των παραλλαγών τούτων
νά. προσεγγίζγι είς τό άληθες. Αναφέρομεν δύο παραδίίγματα.
α'). Τό πωγώηον τό αλλαχού πιγονη καί αλλαχού πννγοΐη κα-
λοΰμενον, έν Κατχφυγίτρ της Πιερίας ένομάζεται χοντσιάη. Έκ πρώ-
της δψεως δυνατόν διά την φθογγολογικην ταύτότητα νά συγχυθν) ή
λέξις πρόςτό τουρκικόν χοντσιάη, λέζιν άλλα σημαίνουσαν. Καί όμως
ή μέν ταυτότης αύτη όλως τυχαία εστίν, ή δέ λέξις ελληνικήν εχει
την γένεσιν. Τό χουτσΐάη έν τ? ίλλη Πιερίκ προφέρεται χατσαονη
καί Ιν τ% άνατολικνί Μακεδονία κατσάουη καί αλλαχού χατσάγουγο
= κάτω σάγουνο:—:*άτω «ιαγων.
β'). Έστω ώς δεύτερον παράδειγμα τό εξής. Ή πρωτειίουσ* της
επαρχίας Ζίχνης κωαόπολις καλείται καί γραφεται 'Λ.Ι,στράτι η Μ
τό όρθότερον δηθεν Ίϊησψίτη. Πολλαί πολλάκις επειράθησαν νά έτυ-
μολογήσωσι τουτο. Καί ημείς ποτε ένο^ίζομεν ότι ήτυ(.ολογοϋ-
|«ν την λέξιν, εύρίσκοντες σχέσιν αυτής πρός τό ό.ΐηζ οί στράτης ι
αΐΐβ 8ΐΓ&ΐβ=είς τάς όδού;, διότι κείται πραγματικώς Ιπΐ της συν*,·-
τήσεως των όδών. Καί όμως τό Ά.Ιιστράτι είνε Άγιος Εύστράτιος, η
κατά την γνωστήν συγκοπην των ίνομάτων των Άγίων, Άϊ Στρα-
τις. Την γνώμην ταύτην έσχηματίσαμεν, α) διότι υπό των Όθωμανών
12
ΜΕΛΕΤΙΙ ΙΙΕΡ1 ΛΕΞ1ΚΟΓ
λεγεται καί γρ*φεται Άϊστμτί, β) διότι έρωτή,αντες ΆϊστΓατηύ,,
εκ των προκρίτων, λογιωτέρων χαί νοημονε,τέρων, εμάθομεν ότι
σώζονται τα ,ρ,ί-α Ε'κκλησίας Ι—' ονόματι τοϋ Άγίου Ενοτραζίνν
τιμώμεν*;, γ) ότι γινώ«ομεν πλείστα χωρία ούτως όνομασθέν-
« (εξ Αγίων), π. χ. Καπρίς, ΠαντεΛΐημοτο, 'Μίημήτρ,ς (ίν
Ολυμπω).
"Ανάγκη νά ύ-οβλν,θγί η λέξις είς βά,ανον -μασιΟλογ«ήν 1) ί στ0-
ρ ι κ ω ς (·1πο την ε'ννοιαν τη; έξωτερικη; ίστορίας, ϊίε -μ. 16)· διότι
«·*β«ν« ™η««ς νά ϊημ^ργηβϊ λέξι; Ι, τινος τ.χαίου έξωτεοικοθ
«ριστατικοα. Έν Κοζάν, -. χ. καί ^ Χεριχώρφ α^ς . .^
Χ«λ«.τ«ι ί— το σκωπτικώτερον ,^^. Ή "Λέξις «ότη, εάν
προτέραν δρασιν, θά κινήσ, βεβ«£«ς την ί-υρολογαί,ν ^
των περ, τας τοιαύτας ί?^Λς Ινασμ.,ζόντων. Καί ο>.ως τί
ν« ; Προ χρονων πολύ μ,,χακρυσμένων «ζη τις ήΜς τάς ,
-Ο τούτον ?χων άΛ.άρχβς τάδνομα χοΰ ^ »
η επωνυμια κατέστη -ρο-γορ«ον «νομα.
!!'!Λβ Ρ ' κ ^ ς ί * λ ° Υ - ω ς (κατα τ^ν εσωτερικήν
-ραθ το,εν. Εν Πιΐρέ? άκο .£τα[ . λ.ξΐς = , ΤΙ»
μος. 1 ο αραιώς Λαί άρηχγΐασιιίνος λέΥετα ' η ι
*ν έννοιαν
εί; τ
ς
θά
το
> καί
έχων έργάτ,;). ΛΓΛ-
ΤΗΣ ΚΑθ' ΗΜΑΣ ΔΗΜΩΑΟΓΣ ΓΛΩΣΣΗΣ
13
χαΛογ λέγ εται καϊ ό πυρηγ τής έΛαίας (εντέυθεν καί παροιμία «τρώγει
(τρώι) τό κρέας της έλιας κα'ι ρ'ίχν' τό κόκκαλο.») ΚύχκαΧογ λέγεται
καί ό πυρηγ τοΰ «ερασίου (ατρώγε τα κεράσια καί μην καταπίνγις τα,
κόκκαλα»· συμβουλή μητρός πρός παϊδα). Ζγιτεϊται λοιπόν, άν το ό-
νομα έκ των πυρήνωγ μετεδόθη είς τα όστά η τάνάπαλιν. Τό πρώτον
πιθανότερον διότι ηδη οί άρχαΐοι χοχχαΛογ εκ,άλουν τόν καρπόν της
οτροβιΛιάς, έν ώ ηδη υπήρχεν έν χρήσει ή λέξις οστοϋ*Άρατό χόχχα-
•Ιος έκ της είδικης χρήσιως μετηνέχθη είς τοϋς πυρήνας καί άλλων καρ-
πών, καί εκείθεν είς τό όστοϋτ διά την προσομοιάζουσαν σκλγιρότητα.
(20). Παράγεται άρα έκ τού χόχχος.
Υπάρχουσι περιπτώσεις, καθ' άς καί υφ' εκατέραν των δύο ίστορι-
κών έπόψεων δέον νά, έξετασθί) ή λέζις. Έν συνδυασμφ τοιοΰτφ έπει-
ράθημεν νά έπιδιώζωμεν τό Ιτυμον της λέζεως χογδϋι.
1) "Εάν πρόκειται ή κοινοτάττι λέξις χονδνΛι νά έτυμολογτιθγ), θχ
ληφθ^ κατά πρώτον ΰπ' όψιν ότι τό όργανον, δι* ού τα τοΰ άλφαβή-
του ψηφία η αί γραμμαί χαράττονται, έσχε διάφορα όνόματα άνάλογα
πρός την ύλην, έξ ής παρεσκευάζετο. Εκλήθη γραφίς, χάΛαμος, χοτ-
δΰΛι καί πίγνα. Γνωστί) τ) τε χρήσις καί έτυμολογία τοϋ πρώτου καί
τοΰ δευτέρου των όνομάτων. 'Η συνήθεια τό πρώτον δνομα εντελώς
έλησμόνησεν ώς καί τό δεύτερον, καί διετήρησε μόνον τό παραγωγόν
αυτού χα.Ιαμάρι = δοχείον τοΰ καλάμου, (κατασκεύασμα έκ λευκοσι-
οήρου έπίμηκες, κυλινδροειδές καί κοϊλον, φερον επί τού ετέρου των
«κρων, τοΰ άνοικτοϋ, τςροσηρτημένον τουρκικώτερον, τοχάν ή' χοχάκ =
το μελανοδοχεϊον. Οί πρεσβύτεροι ενθυμούνται τοΰς όλίγψ προγενε-
ττέρους χρόνους, έν οίς εφέρετο έντο'ς τή; ζώνης καλαμάριον υπό των
άναγγωστώγ καί γραμματιχ&γ = γραμματισμένων μετά έπιδεΐΛτικϊίί
ΰπερηφανίας καί έγκαλλωπισμοΰ). Τό τρίτον δνομα εδημιούργησεν ή
«υνήθεια έκ παλαιών χρόνων (ϊσως άπό της διαδόσεως τοϋ χάρτου η
καί πρότερον) καί τό διατηρεΐ εισετι, εί καί ή χρή«ι« των μεταλλικών
7Ρ«φίδων κατέστησε κοινότερον τό'Ιταλικόν ονομα κίττα = ρβηηα,=
έτερον. Άλλά καί εάν ποτε έπικρατήσ·/) τό τελευταίον των είρημένων
όνομάτων (ώς δήθεν μάλλον προσηκον είς τοί οτόμχτα των προσποι-
φραγκικήν ευγένειαν καί φραγκικούς τρόότους), τό χονίυ.Ιι θα
η είς τόν χογδυΛοφόρογ, όπως ό χάΛαμος είς τό χα.Ιαμάρι. Τό
6Μ λοιπόν, ώς όργάνου της γραφης όνομα, διεδέχθη τόν χάλα-
14
ΜΕΛΕΤΙ1 Ι1Γ.1Ί ΛΕΕΐΚΟΪ
(ΐοτ, όπως ή πέγγα καΐ κατά την φυσικωτέρα·/ αυτής σημασίαν (ώς
πτιρογ χηνός ή δρνιθος) καί κατά την νεωτέραν, την μκα.ΙΙιχηγ (!),
διεδέχθη τό χογόνΜ. Φαίνίται όαως λίαν πιθανόν, ότι ή λέξι; χ>>-
ΑΰΛι πρίν η όλοσχερώς έξώΐϊ) τόν χάΛαμογ, Ικανόν χρόνον συνεβίωιε
μετ" αύτοϋ, καί ότι καί αύτάς ό κά1ιφο;, τό χαΜμι, ελέγετο καί ζοκ-
ΜΛί, όπως σήμερον συμβιοϊ εισέτι τό χονόύΛι μέ την πέγγαγ. Ό κά-
λαμος ήτο αύτό τουτο χά.Ιαμος, τό Τουρκικόν *αΛίμ, (η όρθότερον ει¬
πείν Άραβιχότ, διότι, οί Τοθρκοι, όπως παρέλαβον παρά των Άρά-
βων μετά της θρη,^ία; κχί τβ γράμματα, συμπαρέλαβον καΐ τό χα-
.Κμ,). Όσοι είδον Τουρκικόν χαΜμι, δέν άγνοοϋσιν ότι φέρβι τρείς τ,
τέσσαρας χοτδίύονς (=άρμοϋς η ρόζους) καί ότι πωλεΐται η όλοσχε-
ρώς η κατά χονΜΛου,;. Ουδαμώς λοι,τόν -αράδοξον, ότι χογόνΜ
κατ' αρχάς ώνΟ!,.άσθη τό τεμάχιον τό μεταξύ δύο κονδύλων τοϋ χαΜ-
μου, καί έκ τής -αρ«-ά«ως «Ο μέρους ή λεζις (Λετέπε^ν είς την ηη-
μασίαν τοϋ^ όλου, όπως συνέβη είς τα μύΛος, σιδηρΜρομος, αϊγιαΛός,
κ.τ.λ. Κατα ταυτα προβεγγίζει, νομίζομεν, είς την αλήθειαν ό παρα-
δεχόμενος την έκ τού χόνόυΛος παραγωγήν τής λέξεως.
Είς την ετυμολογικήν προεργασίαν συντελεί καί ή γεωγραφική δια-
ακοπησις τή; λέξεως, τ. ε", αν ή λέξις είνε -αγώνος ή «τχεδόν ,τάγχοι-
νος, ή ένναχοδ μόνον ίδιαζει, «αί διά τί τουτο συμβαίν6ι: π.χ. τό «-
τραχοόιστΐ βαΐηιγ των νν,πίων έν Μακεδονία καΐ Θράκγ, λέγεται άρ-
κονίίΐ.» % άρχονΜω. Καί όμω; έν Ήπείρφ καί Πελοποννήσω, όσον
νιμει; γινώσκομεν, λεγεταιμ-»—«Λ&. Μόνον έν Καταφυγίφ τής Πιι-
ρίας λέγεταιτό βονσθίζ^ - ώς τό γαλ.0.;.Έρευνήσαντες' έμάθομ6ν,
Οτι και Αλβανιστί λέγεται βονσιΜς.
Ώς ίκ των ,ίρημένων δήλον γίνεται, ή ήμετέρα αέθοδος Ικ^ηχ
Χ«ι προσκαθ» ν' άνεΰρη τό Ιηψον τής ίλληνοφυοδς λέξεως έντός των
ελλην^ν ορίων καί ώ; πλν,σιέστατα τή; χώρας, έν ή αυτή λαλεϊται,
κ»ι ες αυτού τού σώματος αυτής, αποφεύγουσα μέν έκ προθέσεω; τόν
τέως κοινοτερον καί συνηθέστερον τρόπον τοϋ σ«υδειν ώς τάχιστα είς
αναδιφν,,ιν (π,ρά τώ Ή,υχίψ ή τώ Σουί.^ - ίλλφ πχλχ( Λιζιχογρχ-
φωη σχολια,τή τ, έν τή Λχτινική ή ϊλλη τινί των συγγενων γλωσ,ών
ηϊιΛε,ιτων τή;Ίχ-η^ς ό^Λίας) λέξεως κατά σΰα~ωσιν συνήχΟυ
χ«. κατ ακολουθίαν συγ,λώθειν ένίοτε τα άσύγκλω,τα Ήαεϊς φρονούμεν
ότι μονον έν εσχάτ-ο άνάγκη ό λεξ-.δίφ,ς πρε'πει νά ^ , £;ς τ-ν
ΤΗΣ ΚΑθ' ΗΜΑΣ ΔΗΜΐίΔΟΥΣ ΓΑΠΣΣΗΣ 15
τοιαύτην βοήθειαν, άφ'ού ηδη εξαντλήση τα προχειρότερα καί θετι-
κώτερα μέσα. Άνήκομεν είς τούς θαυμαστάς της α υ γ κ ρ ι τ ι κ η ς
γλωσσολογίας της ορθώς νοουμένης καί επί έπιστημ&νικών βά-
Ο£ων καί λόγων στηριζομένης. Άλλ'έχομεν πάντοτε ύπ'δψιν ότι α[
περί ών ό λόγος λέξεις άνήκουσιν ούχι είς την πρώτην γ λ ω σ σ ο-
Μρφωτικην περίοδον, την έχουσαν στενωτάτην σχέσιν καί συν-
«φειαν μέ τάς έπίσης πρώτας γλωσσοπλαστικάς π ε ρ ι ό-
,°"{ *™ συγγενοϋς γλωσσικης όμοφυλίας, καί πλγισιέστερον κειμε'νην
εις την άρχε'γονον καί κοινήν μ η τ ε ρ α αυτών, καί ότι τα μέν διδά}-
^ατα τίίί «υγκριτικής γλωισολογίας πολλήν την αξίαν εγουαι οιά την
«υμολογίαν των άρχαίων λέξεων,αί δέ λέξεις αύται αί περί ών ό λόγος
«νήκουσιν είς την δ ε υ τ έ ρ α ν γ λ ω ι α ο μ ο ρ φ ω τ ι κ ή ν πΕρίο-
ν, καυ ην τό έ'θνος άποκλίΐστικώς έκ των οίκίίων πόρων καί διά των
ί
ρ
ίί>ίων μέσων ίημιουργεΐ τάς λεξειςΐ-). Αύτη δ'άχ.ριβώς ή περίοδος κατα-
υει την γλωσσοπλαστικήν δύναμιν τοϋ ήμετέρου εθνους,
τ^ν ιοιάζουσαν γλωσσικγ]ν άντιληπτικότητα καίέποπτι-
τ Ό τ α των διαφόρων παραστάσεων καί της προσαλλήλου αυτών
ζέσεως, την ίδιάζουσαν γλωσσικην ε ΰ α ι σ θ η σ ί α ν καί τα τοιαϋτα.
ούτω θε μάλλον πειθόμεθα ταυτα, όσψ μάλλον συντασσόμεθα τοίς
' αΡαόεχομε'νοις ά,είρουν την γλωσσικήν κ,ίνησιν καί ζωην έν τούτω
(λχλιστα καταφαινθμένην. ότι άποβάλλει μέν λ έ ξ ί ι ς η φ ρ ά σ 8 ι ς
ινοτατας, οημιουργεΐ δέ η παρεισάγει άλλας. Καί τοιαϋτα μέν περΐ
^ου π,°ωτου στοιχείου, τού έ θ ν ι κ ο ΰ, μεταβώμεν δέ νυν είς τό β' τό
ό Ο ν ε ί ο ν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
ΟΘΝΕΙΟΝ ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ.
Διασκοπών τό δεύτερον στοιχείον η στρώμα των λέξεων της καθ"
Ψ«ς δημ,ώδους γλώσσης, όπερ όθνεϊονηξενικόν εκαλέσαμεν,
"ρήτωρ είς ουχί εύκαταφρόνητον μόχθον ύποβάλλεται,έάν μέλλη νά.
^εριο»λγ) τό έργον τού μέ επιστημονικήν αξίαν καί δύναμιν. Βεβαίως
εν '* αρκεοθγ) μόνον είς την σημείωσιν, ότι ή δίϊνα λέξις είνε ί τ α-
*'ΛΎ> ^ λατινικη η τουρκική κ.τ. γ. λλι νά ύποδείξη
την αντίττοιχονΕλληνικήν, άλλά θά προσαρτήση έν δε'οντι χρόνφ καΐ
16 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡ1 ΛΕΞΙ ΚΟΥ
μέτρω παρατήρησίς φθογγολογικάς, σημασιολογικαί
καί τό δή κυριώτατον Ιστορικάς, καί' όσον ή γλωσσικ,ή σπουοκι
μέ την ιστορίαν τοΰ έ'θνου; καί των διαφόρων ίστορικ,ών περιπίτειων
αύτοΰ στενώς συνδέεται. Πρός υπόδειξιν της σπουδαιότητος των τοιού¬
των μελετημάτων παραθέτομεν τα δίστιχον τουτο, ποιηθέν απλώς επί
λεζιλογικφ σκοπφ,
«ασπρη γάτα είς την σκάλαν τοΰ σπιτιοΰ καβαλικεύει
κάστρα, μαγαζιά καί πόρτες μέ τα. πασσά μαστορεύει».
Έκ πρώτης δψεως ό άκούων θά αισθανθή έλληνόφωνόν τίνα
ρήσιν, μόνον δέ, εάν ίχανώς ήσκημβ'νος περί τα γλωσσολογικά φαινό-
μενα καί ζητήματα συνέπεσε νά είνε, θά συνίδη,ότι πλήν των άρθρων,
τοΰ μέ καί τοΰ χαι καί των έλληνικ,ών καταλήξεων των ρ'ημάτων παααι
αί λεξεις είνε ξ ε ν ι κ α ι *) (21).
Τοΰ διαληφθέντος διστίχου ή ανάλυσις πολλά τα διαφέροντα προ-
βάλλεΐ' α'.) πόθεν ή λέξις άσπροζ; εκ,τός εάν συμφωνήση τις [ά του{
δογματίοαντας ότι ή λέξις αύτη είνε τή Γλληνικη άοπιΛος ! Ό μακαρίτϊΐί
Σ.Βυζάντιος παράγει αυτήν έκ τοΰΛατινικοΰ ΕδρβΓ,άποφαινόμενο; ότι
Οηθεν (Αετέπεσεν έκ της έννοίας της τραχύτητος είς την της λευκότητο;,
διότι ή τραχεϊα καί άκαλλιεργητος καί άδενδρος χώρα προσλαμβανε'.
χρώμα λευκόν κατ' άντίθισιν πρός τό μέλαν των καλλιεργούμενον καί
δενδροφυτων χωρών. Άλλ' ή μεταξΰ της έννοίας τοΰ τραχεΌς καί τη?
τοϋ Μνχοϋ απόστασις είνε τόσον μεμακρυσμένη, ώστε άνάγκη νά Ίχ^'
λατηθνί άλλη έτυμολογία καί σχέσις έννοιών άλλη καί μάλλον είς τό
πιθανόν προσεγγίζουσα. "Ισως κατά πρώτον έν Βυζαντίφ ώνομάσθησαν
τα. χαιτοορ-)-η άργνρά νομίσματα ασπρα ώς τραχύτερα διά. τό άτρι-
βές σχετικώς πρός τα τβτριμμίνα καί λελε*σμένα καί ήττον λευκά.
Των άσπρωγ νομισμάτων ή λευκότης γενικευθεϊσα περιέστειλε τ/,ν
χρήσιν τοΰ όνόματος Λευχος είς τό ΛευχαΙτειχ τα παπά, Λευχαστόζ.
άΛεύχαστος καί είς τό Λευχάδι σημαϊνον την αϊγειρον. Δέν είνε άσχετ°!
πρός την νυν υποδεικνυομένην έτυμολογικήν σχέσιν των έννοιών καί *'ι
δημώδεις φράσδΐς «εχει πολλές κίτιρνες == λίρες» —«εγεινε φλωρί άπό
τον φόβον τού» —: ώχρός ώ; τό χρυσουν νόμισμβ.
(*) Ή γρ«φο(ΐίνη τουρχιχη {] όθωιχανιχή χατάτά 70 τοίς εκατόν φίρει λίξειί άρα-
βιχας, χατ« ΐ« 20 τοίς Ιχ«τ6ν πιραιχαζ χαι χαΐ« τό υπόλοιπον μο'νον Γο»ρχι*άο **'
ομο>( τό όλον είνε τονρχιχόγ.
ΤΗΣ Κ4Θ ΗΜΑΣ ΔΗΜΩΔΟΥΣ ΓΑΩΙΣΗΣ 17
Σημειώσιμα πρός τούτοις είνε καί τα έκ τοϋ άοπροζ παράγωγα άσ-
πρίζω, άσπρισμα, άσπρόγει == λευκάζουσα γη, άτασπμά =τ άναπαρα-
οιά, χάτασπρος, άσπρονόερός, άσπροχωματίζω («παραθυρίτσΐα μ' άρ-
γυρϊ κι' άσχροχουματιομέγα, γΐά φίζετε, γιά λχψετί, για άσ.^ο-
χονματιστήτε» ) κ τ.τ. όπως καί ή φράσις «τόν έκαμεν άπ' άσπρΐοϋ»
= ένόςοβολοΰ, τον έξηυτέλισε = ούδ' όβολοθ έπρίατο αυτόν. Πρός
την φράσιν ταύτην άνάλογος είνε καΐ αόίκτο^ παρώηιη=.= δέν τόν θ«ω-
ρεϊ άξιον όβολοϋ, ενός Λάρα. Ή τελευταία φρα'σις ιυνήθης εστίν έν
τί) καρά, τόν Όλυμπον Πιερία καί έν 'Ρουμλουκίφ
Β) Έτυμολογών την λέξιν γάτζαθ'χ προτιμτ,στι βεβαίως μάλλον την έκ
τού Ιταλικού ο&ΙΙα παραγωγήν,·») την έκ τού τουρκικόν χ«)ί και διά φθογ-
γολογικούς λογους (έν 'Ρουμλουκίφ προιρίρεταί οαίία) καί δι'ίστορικούς'
οιοτι ή λέζις πρό της Άλώαεως ην ηδη διαδεδομένη Άλλά δέν θά άφήτ»)
ανεξε'ταστον καί το ζήτημα, άν ή γάττα είνε ή των άρχαίων γαΛή η δι-
άφορον ζώον θα ιυμπεριλάβϊ) πρός τούτοις καί τάς έ/, τοϋ γάττα σχημα-
τισθείσας φρα'σεις καΐ παροιμίας,»/ γάττα δτατ δεί φθανΐ) τάψάρια,ταφτα.
Γ) Ελθών είς τό σχάΐα 9ά άντιπαραβάλη τ>ς σηυ,ασίας αυτής
πρός τάς της Λατινικης καΐ Ίτχλικής 80ίιι3. καΐ θά προβν) είς τα παρά-
γωγα αυτής σκα.ΙΙ, σκαΛοκάτι, σχά.ΐωμα, «ς' τή -ΐκάλα 'π' άναβαίνεις,
ί ς' τα σχαΜματα, πολλούς τζίλβέδες καμνεις, πολλα καμώματα».
μα λέγεται καί τό έπιχβίρημα εν Σέρραις' τροπικ,ώς σχαΛώτω,
οχαΛώνομαι, ξισχ^ώνω, ζεσχαΜνομαι.
Δ) Άναλοιμβάνων την δΐϊρευνησιν της λέξεως σπίτι θά φροντίβΤ) νά
συσχετίσγι την έννοιαν της χατοιχίας πρό; την τής ^>^^Ο'5«>'ί'σ^,της οικίας
πρός τό Ηθ8ρΐΙίαπι, καΐ ν* άνερευνήση τόν χρότογ, καθ" όν, καί τόν
·*ογον} δι* δν ή δευτέρα έννοια παρηγκώνιιτί καί σχεδόν άπέσβεσί την
πρώτην, καί ή οί«α εγεινε σπίτι. (Μόνον είς ολίγας φράσεις καί
λέξεις συνθέτους διεσώθη τοοϊχος «1)ερεκέτι'ςΓοϋ>· οϊχοΰ ΐας»(**),!τι γοι-
χοχύρης, νοιχοχυρά! κ.τ.τ.). Είτα θά παραθέβη τα παράγωγα σπιτιχός,
νπΐτίσιος, ρ'ημοσπίτης, ('ποΛυτεχνίτης χαί ρ'ημοσπηηζ,τΐΛροιαίχ έν Μα-
"εδονία καΐ αλλαχού λεγομένη)· σπιτώτομαι, ζεοπαώγομαι= χ'.νω τό
'πίτι μου, καί τάς σχετικάς φράσεις «ε«νί άπό βπίτι = οίκου άγαθοϋ
( ) Εν Δημοτιχω ά'σμαΐ: της Πιερίοις
Ι ) Ούτω προφίρεΐαι έν Πιερία.
Ι
18
ΜΕΛΕΤΗ 11ΕΙΊ ΛΕΞΙΚΟΥ
βλαστός, εΰπατοίδης, άπό οϋζιάχι, τουρκικώτερον, — «μοΰ χά-
λασε τό βπίτι» — τόν έμόν οίκον Ιβλαψε— «γυρίζει καλά τό βπίτι»
(—=διοικεί), — σπιτιχά η ασπιτχιαχά πράγματα» καϊ εϊ τι άλλο.
Ε) 'Εξετάζων τό χαβαΛιχινω όφείλε·. νά προσδράμγ] είς τοΰς χρόνους
τοϋς άρχαιοτέρους πρός ανεύρεσιν τοΰ λόγου,δι' 6ν ή χρήσις τοϋ Ιθνικοΰ
ίππείω παρηγκωνίσθη υπό τοΰ όθνείου χαβαΜχεύω, επειτα νά παρα-
τάξη τάς παραλλαγάς της μ,ορφης αύτοΰ : χαβαΛω, χαβαΛχιύω (ή προ-
στακτική χαβαΜκα), κα'ι τα παράγωγα καί σύνθετα αΰτοϋ, χαβαΜ-
χεμα, άχαβαΜχευτος καΐ τό περιέργως σχιοματισθέν χαβάΛα = ού πεζϊ),
έκ τοϋ ιταλικού 3. θβ,νΆΐΙθ πιθανώς (χαβάΛα παν 'ς τηγ έχχΛησιά, χα-
βάΑα προοχυ^ννε, χαβάΛα παίρτ' άντίόουρο άπ' τού Παπά τού χέρι).
ζ") Άναλόγους παραττηρνισει; θά προσαρτήογ) καΐ περί τοϋ χάστρο,
ίστορικάς καί ρρασιλογικάς" θά έξερευνήηγι δέ καί τα παράγωγα αΰτοϋ,
χαστέΛΛι, χαστεΛΜφριζογ, χαστρινοζ = άστός κ..τ.λ.
Ζ) Είς την λέξιν μαγαζι ερχόμενος (ην οί Τοϋρκοι/ίβ^αίάπροφε'ρουσι)
ολίγα μέν εχει νά γλωσσολογήσγ) ειδικώς, πρός ίστορικ,ωτέραν δ έρευ¬
ναν γονίμου άφορμής έπιλνιφθήσεται. Έκ τινος χρόνου καΐ ίΐς τίνα
χώραν πρώτον είστιχθτΐ ή λέξις; Βεβαίως είς τάς έμπορικωτέρας καί
τάς παραλίου; καΐ είς τάς νήσους πρότερον, ένθα τ, πρός τοΰς Ένετους
καΐ τοΰς Γενουηνσίους επικοινωνία ήν εύχερεστέρα καί συχνοτε'ρα. (*)
' Η) ΙΙερισσότερα θά παρατϊΐρήσγι περΐ τνΐς λέξεως πόρτας. Κοι-
νοτάτη καΐ πάγχρηστος ή λέζι; ακούεται καΐ παρά τοίς χωρικοϊς καί
παρά τοίς άστοϊς. Καΐ παρά μέν τοίς άστοϊς άντικ.ατε'στ·«σ6ν ή λέ¬
ξις τα χΰΛη καί θόρα, οί δέ χωρικοί οί μη ελθόντες είς επικοι¬
νωνίαν πρός ξένους ποιοΰνται διάκρισιν μεταξΰ κάρτας καΐ θύρας,
θύρατ μέ* καλούντες την τοΰ δωμάτιον, χορταγ δέ την της ανΛής'
αλλά καΐ αύτοι έμιταιζόμενοι υπό των άστειοτερων προσποιουμένων είναι
κατοίκων των πόλεων ήρξαντο άπό τινος άποβάλλοντες την έλληνικω-
τάτην λέξιν θόρα. Φαίνεται ότι τ, λέξις πόρτα εισήχθη κατά πρώτον
πρός αποφυγήν τής λέξεως πύΛη ώς έκκλησιαστικώτερον λαβούβης χα-
(*) Έν τ^ Μαχεδονία (ΐίχρι τοϋ νΰ» διατηρείτο» ί| Ιλληνιχή λέξις ίργασνήριογ-κρός
δήλωσιν έν γί'νει παντός χβτϊθτ^ατος, ίμπορικοϋ η' βιομηχΐνιχοϋ, ιδία δέ τοΰ ΧΟ.Υ-
τοχαιίον. Άλλ' ή πρός τό φραγχιχώτερον νεολογεΓν τάβις, φαίνεται. ότι θά την έξώ-
~· διότι ^χο«α« όνθ|ΐ«ζ(ίμενον χα'ι είς μιχρά χωρία τό μιχρόΐατον παντοπωλεΐον μα-
ναςι. Κ«Ί Ινταΰβχ ίχομιν τί καράγωγα μαγαζιάρηη χΐ'ι εί τι τοιοδτον.
ΤΗΣ ΚΑθ' ΗΜΑΣ ΛΗΜ114ΟΪΣ ΓΛΩΣΣΗΣ
19
Ι
•/.τηρα (ΠύΛη κατά συνεχδοχήν καλείται, ώς γνωστόν, τό παραπέ-
|αβμα των βημοθνρων = της θύρας τοΰ άγίου βήμχτος). Θ* λτχρθί)
* όψιν πρός τούτοις ή τοκογραφική τημασία της λέξεως. Πόρτις
.αλοδνται ένιαχοΰ της Μακεδονίας ή εϊσοδος καί ε'ξοδος αύΜνος, π.χ.
«ρα τα Σε'ρβια, την γνωστήν πρωτεύουσαν τοϋ άρτισυστάτου νομοΰ
'ερβίων, κίϊνται οί Πόρτις, αύλών μεταζϋ προβολών των Πιερίων καί
αμβουνίων. Τάς τοιαύτας θέσεις όμοίω ονόματι χαλοΰσι καί οί Τοϋρ-
•οι, χαποϋ. Όθεν εχομεν το ΛεμΙρ - χαποϋ = σιδηρόπορτα, κείμενον
τί) μεταξύ θεσσαλονίκης καί Βελισσών σιδϊΐροΧρομικχι οδώ παρά
Αξιόν Έκ τοΰ Πόρτα εχομεν τα πορτάρις = θυρωρός (ιΰχρη-
ιτον έν τί) ΜονχστΥΐριακν) γλώσσαι) καί πλείστας φράσεις,
V
την πόρτα
«ου ίρχρνται, την πόρτα τους δίτ πηγαίνω. — ό ΦΜβάρης ψΛί-
>(*: άνοίγει, πόρτις σψαΛνάει. — θά μ άνοίξ' ττμ πόρτα —: θά γείνη
"«τίος αυξήσεως τοΰ οϊκου μου. (Αί φράσεις άνοίγω πόρταν καί άτοί-
ω ^ί4 π»ρτα, πολύ διάφορον έννοιαν έχουσιν. Ή πρώτη σημαίνει =
7.ΐμ«τίζω θύραν έν τώ τοίχφ, ένθα οέν ίιπήρχε πρότερον —: θνρόω
*ρα τοίς αρχαίοις, ή δέ δευτέρα Ιχει δϋο έννοίας κυριολβκτικήν καί
|**τ«ρορικήν· καί κατά μέν την πρώτην σημαίνει το άνοιγνύναι, κατά
ε την όευτέραν τό αύζάνειν τόν οικον, όπερ τουρκικώτερον λέγεται
νοιγπν ονιζιάκι). Μγ) λησμονώμεν ότι πρός άκριβεστε'ραν διερβύνησιν
ε* τοϋ πόρτα φράσεων ό λεξικογράιρος θά άναδράμη εΐί αναζήτησιν
ώ των" άντιστοίχων φράσεων έν τη τουρκικη, τ% ΐταλικν;, καί τί)
έλληνικΐ), ίνα διαγνωσθη, άν ό σχηματισμός αυτών προήλθεν
ή επιδράσεως η είνε καθαρόν τής νεωτέρας γλωσσοπλαστικής
ίί τοϋ εθνουςπροϊόν.
ΰ) Οχι ολίγα, τέλος, μέλλει νά χαρατηρήση καί περΐ τοϋ μα-
:οΡ*νω. Ή λε'ξις αύτη προφανώς είνε λατινοϊταλική παραγοιιίνη
ΐϊΐΆρίβΙβν. Ώς λατινικη εισήχθη ή πρωτότυπος τού (ΐαστο-
ω λέξις υπό τόν τύπον Μάγιστρος. Ώς ίταλική υπό τόν τύπον μά-
°("":> μάστορης. Ή λέξις μάστορας έ'χει δΰο σημασίας. Κατά την
Ρ τγ)ν καλείται ούτως έν γένει μέν πας τβχνίτης, ίοταφΛής τουρ-
"τι' ° δνμιουργός παρά, τοίς αρχαίοις, ιδία δέ ό τέκτων [δόΛγχι-
* "θία/ιβΓ τουρκιστί κ*ί έν Θισσαλονίκγ) γιαπουτζής), π. χ.
ϊ' '"■ μαστόροι όούΜυαν 'ς ζής "Αρτας τό γΐοφύρι. Κατά την β'.
""«δ ό την τέχνην τού διδάξας άλλον, όστις καλιϊ-
20 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΛΕΞΙΚΟΥ
τ«ι μαθητής μέν καί μαστουροϋδι παρά τοίς άπλοϊκωτε'ροις, ΐσιράχί
οί καί χάΛψας υπό των έπικοινωνησάντων τοίς Τούρκοις (24).
μάστορας ώς τιμητ'.κός τίτλος συντίθεται μετά των κυρίων όνομά-
των καί σχηματίζει τόν Μαστορογιάγνηγ, τόν Μαστοροχώσταγ κ.τ.λ.Ι
όπως καί τό )Β.τ>ά μας έδωκε τόν Μπαρμπαγιάνν/,ν καί τόν Μπαρ·Ι
μπαθανάσην κ,.τ.τ.' εχομεν δέ καί τόν πρωτομάστοραν, τόν άρ·|
χιτεχνίτην (29). Τό μαστορενω εν εί έ'ννοιαν δχι κυριολεχ.ταή'βώ
(διότι τότε λβγεται τό α δουλεύω» π. χ. δουλεύουν οί
άλλά μάλλον σκωπτικήν η μιμπτικήν, π. χ. α τι μαστορινιις αϋτονΛ
τί έργάζεσαι μή ών έμπειρος τεχνίτης ;»,· αάΛΑος τις μαστΑρεψιν
τις δουΑΐ{'ς» = έμηχανήβατο, έσκευώρησε. Πολλαί φράσεις καί
ροιμιώδεις ρήσεις έσχηματίσθησαν έκ τοϋ μάστορας χατά τον
ρογιάγγτ χαΐ τα χοπΙΜα τού — 'βγηχε μάστορας = Ιξέμαθε τΐι»|
τέχνγιν — είτε μάστορας = εμπειρος διά την διαξαγωγήν των ύττ
σιων — δ μάστορας, δπον θίΑει, χοΛΛα τό χεροϋΛΛι κ,.τ.τ.
οϊκοθεν ότι καί ενταύθα διαχ.ριτέον την επί τοϋ σχηματισμόν των φρΐ'Ι
σεων ξινικήν επίδρασιν άπό της καθαρας γλωσσοπλαστικης τοϋ ΙθνουςΙ
ενεργείας.
"Ομοίας καί άναλόγους πρός τάς έν τω διαληφθέντι
λέξίΐς Ιχει πολλάς νά διερευνήση ό μέλλων συντάκτης αύθυποστά-|
τού λεξικοΰ της καθ" ημάς ο"ημώδους γλώσσης.
ότι των ξινικών λέξεών τίνες έπολιτογραφήθησαν, ούτως ειπείν,
καί τό δικαίωμκ της ίθαγενείας τόσον εΰρύ καί νόμιμον πρ
σαντο, ώστε αμφίβολον μένει, αν ποτε κατορθωθή νά διαγραφώ^Ι
«κ τοΰ καταλόγου των τοΰ λαοΰ τουλάχιστον λεξεων.
πρός έπήλυδας έκ μακροτάτου χρόνου συνδεθέντας μετά των αΰτ'Ί
χθένων καί δι" άλλων τε δεσμών καί διά, της έξ άγχιστείας «»ΐ
γενιίας, δημιουργητικης τέκνων καί έγγόνων καί γενεών επί γενεαϊν
Εάν εισέτι έν μίσφ τώ κλεινώ της Παλλάδος άστει καί ύπ'«ύτώ»
των άγοιν χαθαριατων ένίοτε προφέρωνται λέξεις Τουρκικαί, χί^
.ώσσγΐί είί τνιν Τη>ιη(»«ι»ΐ,^ Α..γ,λ.λ:«.. ι_____ι___ ....-____» 2..«
γλώσσης είς την Τουρανικήν όμοφυλίαν άνηκούσης, καί κατ
ουδεμίαν γλωσσολογικήν συγγένειαν πρός την ημετέραν" έχούοης.
ολιγώτερον θά έλπίση τις την έν προσεχεϊ μέλλοντι διαγραφήν τδ
Λατινοϊταλικών λέξεων, αίτινες καί άρχαιότερον η αί τουρκικαί ««'
χθησαν καί είς τόν Έλληνοπελασγικόν κλάδον της Ίαπιτικης ό
ΤΗΣ ΚΑΘ" ΗΜΑΣ ΛΗΜίΙΔθϊΣ ΓΛ11ΣΣΗΣ
21
■νήκουβι, κ,αί λόγω λελεασμε'νη; καί μαλακής προφορας ούχι όυσχρε'-
τως είς τάς ήμετέρας άκ,οάς προσπίπτουβι. Χωρίς οέ τούτων, πολλαί
ύτών συνυφάνθησαν μετά της Ιθνικης ίστορίας (π. χ. ψρεγάτα, χα-
ιάνος, άρματωΛος κ.τ.τ.).
Είς τό οΘυηου στοιχείον συγκαταλέγονται καί Άέξεις τραχύτερον καί
υπηρότερον τη άκ,οη προστίπτουσαι καί κατά Βυζάντιον ειπείν, έχ-
•υ.Ι.Ιοψορητίαι. Άνάγκη παρίσταται κα'ι αί λέξεις αύται νά διερευνη-
*αί κ,χταχωρισθώσιν έν τώ λεζικψ τουτο μέν διά λόγους ίστο-
γιωγραφιχούζ, τουτο δέ διά λόγου; γιΛοΛογιχούς. Έκ τής
ιερευνήσεως των λέξεων τούτων μανθάνομεν πολλάκις, πότε ποϋ καί
όσον έπέδρασε τό ξενικόν στοιχείον επί τε τής τύχης τοϋ εθνους καί
ι τής διαμ,ορφώσεως της νυν δημώοΌυς. Τό αύτό πράγμα αλλαχού
εν καλείται μέ τό ξενικόν δνομα, αλλαχού δέ μέ τα εθνικόν, λ. χ. ή
έν Μικρ^ Άσία καί ένιαχοθ τής ΜακεδΌνίας καλβϊται τουρκικώ-
«ί»τι, έν Θεσσαλία καί Ήπείρφ καί πολλαχοϋ της Μακεδονίας
Λ-, («ζ ού εσχηματίσθη ρ'ημα δειΛνώ η όειΛνίζω = έσθίω περί
■είλτην όψίαν καί προσφέρω δειλινόν ήτοι δειλινόν γεϋμα εί; τοϋς
'ίλους). Έν Σέρραι; καί τη περιχώρω οί θερισται καλοϋνται τουρ-
"αώτερον άραχτσήόες, αλλαχού δέ τής Μακεδονίας απλώς έργάτις
χαι τό θηλυκόν άργατίγΐί.. Τό χαγδάχι έν Ρουμλουκίφ καλείται
ί = τάφρος. Ή γωη'α των οΐχιώγ πολλαχοθ τής Μακεδονίας
καλείται χΐοσίς, αλλαχού δέ γωνία, χόχη, άγχωνας, καί άερσεχι έν
Αθήναις ή γωνία τής όδοΰ.Ό άραβόσαος έν τη άνατολικη Μακεδονία
καλείται μηστ,ρ , ένω έν τη μέση καί τή δυτικη καλείται χαΛημποϋχ'.
Των ξενικών αί μέν εισήχθησαν έκ περιουσίας ούτως ειπείν, αί δ"έ
χατ' άγάγχηγ. Είς τό α'. είδος άνήκουσιν αί λέξεις, όσαι έχουσιν άκρι-
™>ς αντίστοιχον έν τη δ"ημώδει, π.χ. τερΐ.ΐς = 'ρ'άπτης, ϋαχΐσες ==
**)—ος η περιβόλι (πΛοχκ έν Καταφυγίω λέγεται ό ξύλινος πιρίβοΛος
τ(>0 λαχανοκήπου, «νύφ' άν δέ γίνκα, άχ' τόμ πλοκά είδα», καί
'^εκοΌχικώς αύτός ό .Ιαχανόχϊπο(./ τό άαγιανιώ = σταματώ-
Ρ«τώ- τό εγΛεγτω = ξεφαντώνω, καί τόσα άλλα. Είς τό β'. είδος
«ήωυσιν αί κατ' ανάγκην εΐσαχθεϊσαι λέξεις (π. χ. γιαχγι, μπαχ.Ια-
"ί. χαΛ6ας καί τ.τ.) καί μή έχουσαι αντίστοιχον εν τη δημώδει. Αί
**ΛΗς αύται όμολογουμένως εισήχθησαν μετά των πραγμάτων, όπως
ν^ τα παηαΛόγια, τα, ζΐαχέτα, τα μπψΐχΐα. καί εί τι άλλο.
22 ΜΕΑΕΤΗ ΠΕΡΙ ΛΕΞΙΚΟΥ
Η ερευνα των τοϋ β'. εϊδους λέξεων συσχετίζΥται μέ το γενικώ-
τερον ζήτνιμα, άτινα άντιχείμενα ίχοντα ηδη δνομκ ελληνικόν -■'
ρέλαβον τό ξενικόν, καί τίνα νε'α άντικείμενα εισήχθησαν μδ
ξινικοΰ όνόματός των», δια τί η.χ. έ* των μερων της οικίας ή
Π ηαταστή, αί «^, τα ηραμίδΐα, τα νακ'ό.αΐ έμειναν Α**·-
η*ά, ή δέ ~ίϋα, τό τσιατί, οί μχερτΜις, τα μπαλαβάηα (Ιο&ΙίώίΜΐ)
κα^ τίνα άλλα ξένον ό,ομα ε"λαβον (26). Διά τί έκ τοϋ ονομάστι-
κου της πιριβοΐής όλίγισται μόνον λέξίΐς ε'μειναν, ετδυμασιά, γορι
στοΜόΐα, στοΜζομαι, χίυοϋμαι, άΙΛάζω, ρορώ, χονβανώ, φορΐμ
χατασάρχι, τραχηΜά, Ιονγάρι, ποζονκάρα (*), χόρφος, προπόόΐα μ
εί τις άλλη· αί δέ πλείσται έξενολογνιθησαν. "Ωσαύτως διά τί εκ των
μετάλλων τινά μόνον διέμεναν έλληνόφωνα χρυσάφι, σΐβηρος, μά·
■**μμα, χά-Ιχωμα (== λέβης μέγας, έν Καταφυγίφ καί πολλαχοϋ τη(
δυτικν,ς Μακεδονίας), τα δέ λοιπά έξενολογήθγιβαν ; λ. χ. μπαχήρι,
τεηχίς, άρζιάγ πΑαχί. Ό άργυρος εκλήθη άσήμι ϊσως έκ- τοϋ 3.ΤΠ-
μος =-ό μή »ε~μασμένος η νομισματοκοπημενος. Άλλά διά τί άβί,μ
δεν εκλήθη καί ό μή «στιμασμενος χρυσός ; "Ισως ώς στανιώτίρος χ*
τιμιώτερος, η ίβως, διότι εκλήθη μάΛαμμα. Ό άργυρος Πίρσκττί κα¬
λείται σΐμ. Είνε αρά γε σύμπτωσις ά-λή ή ταυτωνυμία αύτη, η «
Περηχόν δνομα διά των Τούρκων εδόθη τω άρνύρφ ; Τ6 ήμέτ5?ο»
άσήμι απαντών παρά τοίς μεταγενεστέροις Έλλησι (Ίώβ ΜΒ'. Η
χρυσόν χαϊ άσήμον) καί παρά τοίς Βυζαντιακοϊς συγγραφεΰσι (θεο«ρά-
νει, Πορφυρογεννήτω καί άλλοις) φαίνεται ελληνικόν γνήσιον. Έ
Ιπρεπεν^ αύτοι οί Τοϋρκοι έν τ? λαλουμένη γλώ*-. των να ό
ζωσι τον άργυρον Περσιστί, όπως το ηνρ καλοϋσι 'διά τοϋ π
ονοματος άύς λησμονηθέντος τοϋ καθαρώς τουρκικοΰ οί όπερ άναφαί
νεται εΐςτο άγζόά, (—= έμπύρευμα τοΰ πυροβόλου — στόμα' τοΰ ««■
ρος). Καί ούτω καθεξίίς. Καί αί μέν έκ περιουσίας είσαχθεϊσαι ξενιχ»
λεςεις οεν είνε έκ των πάνυ δυσχερώς δυναμένων νά έκλί-ωσιν έ* «δ
εβνιχοθ στοματος. άντικαθιστάμιναι διά των άντιστοίνων έλληνοφώνω'
ττ,ς δημώδους (28). 'Αλλίί ^ ^ ^ , ^^ ^ ^ ^%,^
«τος 9«Α«γξτών κατ'ανάγκην είσαχθεισών; Δέν είνε έκ των άδυνάτων,
νομίζομεν, η «λωσις το0 ύπ> αύτ6ν %ατ(χψ,^ γ,?^ ,^. ^
Π "Ι». Φ«4/~ορο. Τή*. Γ'. «λ. 220 «μ ΐ5ίί λ,ξ£ως ,ποζουνίίρββ.
ΤΗΣ ΚΑΘ" ΗΜΣ ΔΗΜΩΛΟΥΣ ΓΛΩΣΣΗΣ 23
νά συμπράζωϊΐ δύο παράγοντες υπο τοΰ χρόνον έπικουροΰμενοι, ιυμ-
μάγου κραταιού καϊ πιστοϋ. Άρκεϊ νά ενισχυθή ή όημοτικγ) παίδευ-
σις άφ' ενός, καί άφ' ετέρου νά τεθή πλέον είς ενέργειαν ή συγκρό¬
τησις συλλόγου, άηοοτοΛτν έχοντος τόν επίσημον τής γΜοοτΐ. χανο-
νισμόγ. Έ«ρ' όσον ενθυμούμεθα, ό'τι β Ααφοόίτης έξέβαλε την χρα-
βάττα, τό χάθισμα την χαρίχΛα, καί ή θερμάσζρα την σόμπα, άς μϊ]
προεξοφλώμεν τάς ελπίδας μας.
'Υπολείπεται νά εξετάσωμεν το τρίτον καί τδλευταΐον στοιχείον της
γλωσσικίίς ημών περιουσίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
ΠΕΡΙ ΤΟΓ ΑΜΦΙΒΟΑΟΓ ΣΤΟΙΧΕΙΟΓ
Εί που καί αλλαχού, έν τίί έρβύνγι ταύτγι άπαιτεϊται γλωσσομάθεια
συνιημμένη μετά φιλολογικης καίγλωσσολογικης (ΙΐΠ-
^υϊδΐΐ^υβ) μορφώβεως· διότι,όσον επικίνδυνον έστι τό παραδέχβσθαι τό
ζενικόν ώς ημέτερον,(29) τοβοΰτο πλημμβλές καί άδικον τό έκλαμβάν&ιν
τό ημέτερον ώς άλλοδαπόν. Άλλά πώς θά γείνγι ή διάγνωσις; Δι' όφθαλ-
μοσκοπίων, λαρυγγοσκοπίων καί εϊ τινος άλλου όργάνου ώπλισμένος
προσέρχεται ό παρα^ολθυθών τάς προόδους τίίς ίατρικϊίς ότρηρός
θεράπων της τοΰ Άοκληπιοϋ έπΐϊτήμϊΐς ττρός άκριβη, άπταιστον κ«ΐ
άσφαλη διάγνωσιν τοϋ νοσγιματος. Ούτω καί ό γλωσσοδίφης, ο εντε-
ταλμένος νά κρίνη μεταξύ ήμεδαττης η άλλοδαπης καταγωγής λέξεως τι¬
νος, διασφισβητουμένης λόγφ γενέσεως,άνάγχη νά εχ»ι άφθονα καί ίιχυ-
ρά τα πρός τουτο έπιτήδεια μέσα καί δργανα. Έφωδιαβμένο; μέ είδη¬
σιν των γλωσσών, όααι έπέδρασαν επί τοϋ έλληνικοϋ ^ϊν τινι μέτρφ
(Τουρκικης, Βλαχικης, 'Αλβανιχης, Βουλγαρικης καί Ίταλικης) καΐ
φΛολογικήν μόρφωσιν συνδέων μετά των γενικών της γλωσσολογίας
άρχών, θά άναλάβγ, την βάσανον της προκειμένης εϊιάστοτελί-
ξιως. Πρόκειται -. χ. π«ρί της λέξεως ίρΐσζρα η δρΐστΐα (—δε-
ξαμ^νή έν Σέρραις καί ττ> περιχώρω). Άνάγκη τώρ« νά θέσ? είς
ένε'ργειαν ό διφήτωρ πάντ« τα διαγνωστικά μί·ΐα πρός εξακρίβωσιν
της εθνικότητος τής λέξεως ταύτης" «νέ &ρά γε έλληνοφυν,ς; πα-
ράγεται αρά γε εκ τοϋ ϋόωρ ; είνε ύψστρα ; Ϋ) είνε σλαβική λέξις
24 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΛΕΞΙΚΟΤ
την καταγωγί,ν ήκουσα ε* τινος ,λαβικϋς ρίζπς η λέξεως ; (*) Προ'-
χειται πιρί της λίξ£ως σ«τοδ« —= χ,βώτιον. Είνε άρα γ6 τουρκικόν τα
σανό*,, η είναι τό *άνόυξ π,-ρ'Ήσυχίψ; ("). Παρέλαβον οί Έλλην.;
παρα των Τούρκων, $ τάνάπαλιν, οί Τοϋρκοι καΐ οί Άραβΐς παρά των
Ελληνων ττ,ν λέξιν; Αμφότεραι αί ΰποθέσεις έν ΐσω βαθμώ την «ιθανό-
τητα κέκτηνται, ώ~ε ού των εύχερε,τάτων χατά γε τουτο γνώμην άπο-
φηνα,θαι. Κ«1 ομως έπί τ^,ν |ρευναν άί1 χωργ)τέον Ός παραίείγ(χατα
παρετεθησαν έκ το0 προχείρθυ αί διαληφθεΐσαι λέξιις. Άλλα πόσαι
τοιαύται ύπάρχουσιν; Μεταξυ αυτών παραθεσωμεν ολίγας.
Έν Ήπείρφ χ«ί έν Καταφυγίψ τόν Λόχον, τόν θωα χ.τ.τ. οί ποι-
μενες περιληπτικφ ονόματι ί»1 τό εύφημότερον προσαγορεΰουσι ζουΛά-
*, λίγοντ.ς «τόσα πρόβατα Ιφαγε τό ίοι^οΛ,» (αλλαχού τό ζονΜχι
λεγεται με το ελληνικόν δνομα άγρφή. Άγνοώ, άν αλλαχού ακούε¬
ται — ίουΛάπι $ ^λλον ηάπ. Έχ π?ώτης δψ$ω? κλ,ν£ΐ τΐ{ ν,
παρ.όεχθν, ίΛΛηνοψνά την λέξιν καί διότι ε'χει τον φθόγγον ζ άναμι-
ρή,κον,αν τό ίώ0, καί |λλ
οιοτι
χρ |λληνικώτατα( 6σεποιναντο
.^ Επί -ολύν χρόνον άνεδίφησα την λέξιν καί δέν ε'πεισα εμαυτόν
της φθογγολογαης ζέσεως αθτης πρός το ζφοτ). Άλλα πλν,-
ρο^μο, εφάνη ή συγγενεια αυτής πρός τί,ν άραβικήν λέξιν
*_ β κεκτημένος όνυχας = άρ-«κτικός. Συναισθάνο,χαι τί,ν
γκην —« λϋσΐως άπορήματός τινος χ,^χ ά «* ε£ς
«|«Τ..ς «λλ,ν,κας χώρας κατ'εξαίρεσιν -βρεισέου ^ ,έξις. Τ«ν π£ ,
τούτου {ικ*σίαν ση[λίιο0μαι ·ν ^ __ Ρ
74 ίβ, διά
1ν Γ Γ ύ^ λί'ξΐί ^
ΐωνΓ;;ν ^^ ίσογαίου'τ
υ
1 Γ"51 Γ6""0" " βύ^ λί'ξΐί ^ Ζί ί την
'εΓ· νΡ ;
των χ Τ
των εν γωνι
«.ν -ρηγον εκ τοα Ίωνικοϋ ,^ - ^ καί ,.ς τ6
•α. 62ο "ίρΐ0Ϊ'χάν Ιίί5 Κ—τ,νο^χεως .Κο,μον.. .Ετος Α, ΐίαχ.
ΤΗΣ ΚΑβ' ΗΜΑΣ ΔΗΜΐΙΔΟΪΣ ΓΛ11ΣΣΗΣ 25
ρ'ήμα ψαρσώνω θ' άπένεμον την σημασίαν τοϋ διαχωρίζαν. Ή
λέξις ψάρσος άπαντα παρ' Ήροδότψ. Άλλά κλονεϊ την πεποίθησιν
μου τουτο μέν ή δευτέρα σημασία της λέξεως, τουτο δέ ή βυνιί-
παρξις τοϋ άραβοτουρκικοθ φέρς /τμί«—στρωννύειν διά τάπητος η
ψιάθου τό έ'δα,φος. — Ούχι ολίγα πράγ'ματα παρέχει ή λέξις χαΜνω
η χαΜβω. Το ρ'ημα τουτο έν Μακεδονία, Ήπίίρψ καί θεσσαλία λεγό¬
μενον ίΐνε συνώνυμον τω ΘΗω καί γνρινω. Έν Κοζα'νη μάλιστα συνε-
πιλήθη μετά τού θέλω έν τοίς βοηθηιιχώς σχηματιζομένοις χρόνοις
τοϋ ρ'ήματος- ούτω λέγουσιν οί Κοζανϊται χάΛ' αχαΛ' ίρθώ, χάλα
τοψ πώ — ηθελκ 'ρθώ, ΐ,θε.Ια τον πώ (30). Πόθεν αρα ή λέξις ;
Ελληνικήν άρά γε την χ.αταγωγήν εχει η έκ τουρκικης λέξεως
καταγεται ; Μήπως είς την γένεσιν αυτής συνετέλει τό χαβαΛΙ; χα-
οαΑι σημαίνει το άναθέτειν εργασίαν είς τίνα, έιτιτρέπιιν, η τό έν-
τέλλεσθαι η παραπέμπειν είς άλλον την εκτέλεσιν πράξιώς τινος. Χα-
βαάις ελέγετο πρό έτών ό δίσπράκτωρ των φόρων' όθίν καί Ϋι φράσις
«τον εχω χαβχλέ 'ς τό κεφάλι μου»=μέ ένοχλεϊ οι'άπαιτήσεων. Πο-
λυ πιθανόν ότι έκ των ό/ληρών άπαιτήΐίων τοΰ χαβαλέ εσχηματίσθη
'ο ρήμα χαβαΑίύω καί κ,ατά συγκοπήν χαάεύω. Είκάζω δέν άποφαί-
■νομαι μετά θετικότητος. ΧαβαΛες έν τ/, άνατολικί) Μακεδονία λέγεται
ο ιτίΐστάτης ΰποστατιχον (τσιφλγικίου), ό καί σούύασης (31) λεγόμίνος.
Και πιρί μέν των είδών των λέξεων άλις ημίν εν κεφαλαίω π«ρί
αυτών προελομένοις νά διαλάβωμεν. 'Υπολείπίται δέ νυν νά παραρ-
ρησωμεν είς τα προειρνιμένα καί ολίγας παραττρήσεις έν ίδίω κεφα-
λαίω χ6ρί φρασιΛογίας, ίΰ^ημισμοϋ, όμωτνμίαζ, ποΛυωτνμίας, σντω-
*ί: καί παιγγηγορίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
§ 1. Περ» φρασΊλογίας.
Οπως πάσης γλώσσης ό λεξιγρα'φος έν πάση εύκαιρία την βυλλο-
ΥΥ'ν "αί κατάταξιν τφν πρός εκάστην λέξιν σχετικών φράσεων ούκ
ν Καράς μοίρα τίθεται, ούτω καί τώ λίζιγράφω της καθ" ημάς γλώσ-
" ιπιβάλλεται καθήκον,ΐδιάζον μάλιστα, α'.) νά διερευνβ;, άν ή Ικά-
προκιιμένη φρα'οις όφείλει την γένεσίν της είς την εθνικήν ζωήν
"« ξίνικήν επίδρασιν, π. χ. άν ή φράσις «δέν μου τρώγιται, δέν
26 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΙΊ ΛΕΞΙ ΚΟΥ
μου πίνεται»—δέν έ'χω όρεξιν νά φάγω,νά πίω,εϊνε έλληνοφυής ή' βουλ-
γαρισμός (νέ μί σί γ1χδ6, νέ μί οί πίε), ή' ή φράσις αδίν βγαίνει «τέ κε-
φάλι ή δουλειά» είνε απομίμησις τού Τουρκικοΰ αμπασιά τβικμνάς»,
•ό είνε ίλληνική την κατ^γωγήν κ.τ.λ. β'.) είς τάς σχετικάς λέξεις νά
προσκολληθή πάσας τάς φράσεις, όσαι οικογένειαν ιδίαν τρόπον τινά
αποτελούσι, π.χ. είς την λέξιν ιυχομαι πάσας τάς εύχολογιχάς ρήσεις
1) επι γάμου (γιά, χαρά, καλημέρα σας, νά ζήσουν, νά τα χαίρεβαι,
στερεωμένα),2) έν σνμποσίφ (είς υγείαν—λίγο κρασί κ«ί πολλην άγάπη
( ), 3) επί παραχΛήσΐωτ (ετσι νά ζης.— άπ'τόν Θεό καί στά χέρια σ')
καί επί άλλων δέ τοϋ βίον» περιστάσεων.— Είς την λέξιν καταρωμαι τό
χαταροΛόγιοτ, π. χ. αποδάρι καί λίθος νά μην απομείνη» — νά μην
εύρίσκονταν — νά τσάκιζεν τό πόδι τού — ποϋ 'ς τόν διάβολο πηγε :
(Σημειωτέον ότι τό χαταροΛόγιον κατά διαφόρους χρόνους καί τόπους
ποικίλλει καί ότι συνδυάζεται μετά ποικίλων χρωματισμών τοϋ λόγου.
ώστί άποτελίϊ ?οον ϋφος λόγου τρόπον τινά. (Είδικης ερεύνης θέμα
καί τουτο). Είς την λέξιν ΰβρίζω τό ύβριολόγιον, π. χ. τού διαβό.Ιυν
ό γΐός _ 5 χαταραμίνος — ό η'τχΐοΐ καί πάντας — ό ποίωκ *αί διί-
ξ,ος — ό βόμπψας καί βψχ/ρης — ό ηαΛηάνθρωχον χ.τ.λ. (Ση¬
μειωτέον ότι καί τό φρασιλόγιον τουτο πολλάς άποχρώσεις ίχει). Είς
την λέξιν άχριιόστομος τάς λοιδορολογικάς λεξεις η ρήσεις, ίνα φανίί
πόσον έκπίπτει πολλάκις ή γλώσσα τής προσηχ,ουσης αΰτ^ θέσεως τοϋ
εύτίριποϋς καί ώς ύπόμνημα τοϊ; οψιγόνοις καταλείπεται της των χρό-'
νων καί των άλλων εθνών επιδράσεως. Νοιΐται οϊκοθεν, ότι ενταύθα
άπαιτίϊται μεγίστη προσοχή καί ίμπειρία, ίνα μή ό γρά·ων βορβορο-
τάραξις άποβνί.
§ 2. ΠερΙ εύφημτσμοϋ.
Κάλλιστον καί ηοιστον τεκμήριον της άβρότητος καί άστειότητος
παντός ϊθνους ήεύφημολογία, ΐκανώς έξησκήθη υπό τοϋ ήμετέ-
ρου καί έν πολλαίς μέν τοϋ λόγου μορφαΐς διετυπώθη, έν διαψόροις δέ
τοΰ βίου σκηναϊς εξεδηλώθη. Άποφεύγων ό ήμέτερος λαός νά ονομ-άσ,
τον ύ,άβοΛον λέγει «έκεϊνος μακρυά π'έδώ»· ωσαύτως μ.η θέλων νά
(*) «ν Πιιρία.
ΤΒΣ ΚΑθ' ΗΜΑΣ ΛΗΜ11ΛΟΥΣ ΓΛίϊΣΣΗΣ 27
έκφωνήση την φοβεράν λέξιν άπΙθαγΒ ί·γισχωρέθηχε. Τήγεγκνοκ κα-
λεΐ βαρημ,ιΎηγ καί τογ χοχεζόν ότε μέν εΜυτερωμα, ότε δέ φάσχιωμα.
Άντί νά εϊπη «εχει τα ψμηνα» λέγει πΛέγεται, καί εί τι άλλο κ.τ.λ.
Έςετο'ζόμ.εναι αί εΰφημολογικα,ί φράσεις άνάγκ,η ν' άντιπαραβάλλωνται
διαρκώς πρός τάς άντιστοίχους της τε άρχαίας καί των άλλων γλωσ-
σών, όσαι είς επικοινωνίαν ήλθον μετά της καθ" ημάς, ίνα διακριθη
άχριβώ; τί έκληροοΌτηθη, τί ώς δάνειον ελήφθη καί τί ΰπ' αύτοΰ τοΰ
έθνους έν τη δευτέρα γλωσσοπλαστικη περιόδφ παρήχθη.
§ 3. ΠερΛ όμωνυμίας
Ο μ ώ ν υ μ α πράγματαη, όπερ ταυτόν, πολυσημάν-
τ ο υ ς λίξεις (κατά συνθήκην) καλούμεν έκείνας, όσ«ι αλλαχού άλλην
σημασίαν έχουσι, π.χ. ή λέξις πηγάδι, έν φ, εάν δέν απατώμαι, παν-
ταχοΰ τής Μακεδονίας σημαίνει τό φρέαρ, έν Καταφυγίφ δηλοί την
πηγήγ (όθεν καί τοπωνυμίαι έσχηματίσθησαν οίον τα Πηγάδχα =
θέσις τρείς πηγάς έχουσα, τό ΠηγαδονΛΜ = μικρά βρύσις). Ή λέξις
χαρχάΛι, εί καί αλλαχού σημαίνει τα χά.ΙΧαιοτ (τόν λόφον τού άλέ-
κτορος^) όθεν καί ρήσις μανροχαχαρΜάζω = μαυρίζω, όπως συμβαίνει
νά μαυρίση είς τινάς πετεινου; τό χαρχάλι των, έν Καταφυγίφ
σημαίνει τό ρ'άμφοζ, τα τσιμπτάρι αλλαχού καλούμενον.Τό γιΛέχο,ίνφ
συνήθως σημαίνει τόν ύπεγδντην (ού μόνον έν τη φραγκικη στολη,
άλλά καί έν τη έθνικωτέρα), έκεΐ δηλοί τόν έηετδντην—τν·* χάπκατ η
τό χαππότογ αλλαχού λεγόμενον. Οΰτω καί ή λέξι; μασγάΛι άλλο
αλλαχού σημαίνει. Πλείστα παραδείγματα τοΰ λεξιλογικοΰ τούτου φαι-
νομένου ηδύνατο νά παρατάξη τις. (Πλειστάκις δ' ακούεται ή ρήσις
«ημείς ετσι λε'μι αΰτό τό πραμα, σεϊς πώς τα λέτι;» ύποδηλοΰσα
την περί των όμωνύμων έν τη συνειδήσει τοΰ Ιθνου; ένυπάρχουσαν
έννοιαν).
§ 4. Περ» πολυωνυμΐας
Πολυωνύμους εννοίας ηπολυώνυμ α άντικείμενα α; καλέ-
«ωμεν τα αλλαχού άλλο δνομα έχοντα, π.χ. τα κατά τάς νηστευσίμους
νε'?α? κρεοραγείγ αλλαχού μέν λέγουσιν αρτνμα (έκ τοΰ ρήματος άρτΰω
»«ί άζτεύομαψ,αλλαχού δέ Μγδωμαίχ.τοϋΜγόώΐομαι^έαΰίω Μγδερά
28
ΜΕΛΡ.ΤΙΙ ΙΙΕΡΙ ΛΕΞΙ ΚΟΥ
=παχέα έδέσματα—:χρεοφαγώ). Τό πρώτον έν Όλύιι-ω ακούεται, τό
δίύτερον έν τη ανατολή Μα«δονία. —Ό διά της κιν·ήσ8ως της παλά-
μτ,ς κατά πρόσωπον τινος έξευτελι-ψός αυτού ιϊτε έξ άγανακτήσεως,ίϊτε
πρός άνάγωγον άστειόττ,τα καλ£ϊται χχΐμούκτζωμα (εν Μαχεδονία, Θεσ-
«αλία χαΐΉπείρω) καί ψασχΐΐωμα αλλαχού.Όθεν καί ή παροιμία *φά-
σχεΛα -ϊ-, ό ίχθροΐ 'μπροστά σί τίτχο,ο ψΙΛοι,.— Τό διά τάς όδοι-
πορίας χρήσιμον ξύλινον δοχείον τοθ οίνου, ή υπό τού Χρ,στοπούλλου
τοσούτον επιχαρίτως καί εύτραπέλως έξυμντ,θεϊσα πΜσχα,ίν Καταφυ-
γίφ καί Λιτοχώρω καλ,ϊτατ χόρα, έν τ« άλλν, Μαχεϊονίβ ζοΐότρα καί
έν Κοζοίν, τοιτούρα, πολλαχοϋ ό. καθώς καί έν σκολ-,ώ δ'ημοτικψ ίσ-
ματι τσάσα («τσίτσα μου—καί παρηγορ,ά μου, ε"λα νά «, σφίξω καμ-
πόσο, ϊσως κάναν κόμβον εβγαζες»).
§ 5. Περ Συνωνυμΐας.
Μετά -ρι,ργίας έ«ν διερ,υνηθη ή καθ' ημάς γλώσσα, ε"χει τα συν-'
ώνυμά της. Τό ηάμτω καί τό γτ,άνω η ψχ,άτω 6;νε συνώνυ(,ον καί
ομως υπάρχουσι ρήσεις, έν αίς μόνον τό πρώτον δυναται ν«
π χ. τί Χάμη« = πώς ?χι .{
ρ α ν« λεχθίί,
π. χ. τί Χάμη« = πώς ?χιις .γε{α; . _ χ^ ^, ·
«υ έποίη,,εν Λθών) _ μ. ίβα ί ξδίθ ^.
«υ έποίη,,εν Λθών) _ μ. ίβαμι καί ξ£καρδίσθη)ια ^.^ ,^,α ,-^
ϊσν,ς υπάρχουσι ρήσεις ίοιάζου(Ιαι μόν0ν τφ ^ ^ ^
γ,-.»· ί ώ
γ,-.»· κοί περιπτώσεις τέλος, |ν αίς άδιάφορος ή χρ^ζ έκατέρου>
^ φρμ .; ψΧ,άγω το φόρ£μα)) ^ ^
θα ,τ. να συλλ£γώσΐν απασαι αί έζ αμφοτέρων φρα'β£ιί καί ν«
^θώ,ι πρός τας αντίστοιχον τάς |χ των ά
ευτέρου ε'χομεν --—Α —Ισί-
δ 6. Πβρ» πατγνηγορίας.

V
Τ · « γ ν ι « τ,ς (θβΙβπώουΓ). Τ*
δύναται να Χάβη καί αύτη έν τώ Μά

ΜΊΙΣ ΚΑΘ* ΗΜΑΣ ΔΗΜΩΛΟΥΣ ΓΛΩΣΣΗΣ £9
τελεστών της νεωτέρας γλωσιτοπλαιτικης ζωής τού Ιθνους"
Έκ τού προχείρου παρατιθέμιθα έλάχιστα, π. χ. «άπό φύλλο πηγί ς'
τνψΙΛο». Κακώς άκουσθείσνις τής λέξεως φύλΐο, ένοήθ·/) ό φίλος άντ*
α,ΰτίίς. Έν Πιερία «άσπρα σακκιά εχ', άμπάρ' άλεθρ', εχ'» (παιγνη-
γορικώς ελέχθη υπό την έννοιαν = έ'χει σάκκους πλήρεις νομιβμάτων
καί αποθήκην πλήρη σίτου). «Ημείς άγνό τρώμε, μά άγνό δ»ν τρώ-
με" βεΐς άγνό δέν τρώτε, μ" άγνό τρώτε» = ημείς μέν σίτινον άρτον
έοθίομεν, άλλά δέν έξακολουθοϋμεν πάντοτε καί αδιαλείπτως νά τρώ-
γωμεν, σεϊς δέ σίτινον μέν άρτον δέν τρώγετε, άλλά δέν παύίτε νά
μασατι. Έν Ββλβενδώ της Πιιρίας ν Έλυμίτιδβ; άγγο λίγεται κκΐ
ό σίτινος σΐτος, (όπως καί αλλαχού της Μακίδονίας, καί χαθάριο ψωμΐ
έπίση; λεγόμενος,) καϊτο αδιαλείπτως, έπιρρηματικώς,π.χ. άγνό κοιμα-
ται= πάντοτε κοιμαται καί δέν διαβάζει. Έν Σερραις άγνο ιδίως λέ-
γεται τό γάλα, όταν γ) καθαρόν όπως καί άχράτο. Ειδος παιγνηγο-
ρίας είνε καί ή άντιμεταβολ/), π. χ. «όπου θέλει, δέν τόν θέλουν, όπ'
τόν θέλουν, δ.ν τοϋς θέλει» κ.τ.τ. Κ*ί π α ρ ο ι μ ί α ς καί π α ρ ο ι-
μιώ δέ ι ς ρήσεις καί β ί»- ί γ μ α τ α. καί παιγνίων όνόμα-
τακαί παν 5,τι Ιχει καί μακρόθεν αναφοράν είς τόν εθνικόν βίον, θα
κατανωρισθη έν τίί προσϊΐκούσγ) θέσει καί σχετικίί λέξει.
ΠαρηρτΫΐΓΐζμεν ιδιαίτερον κεφάλαιον περί τούτων διά τόν απλού¬
στατον λόγον, ότι προκειμένου νά έξεικονίση τόν γλωσσικόν τοϋ ήμε-
τερου εθνους βίον τό λ ε ζ ι κ ά ν ώφελιμώτατον καί απαραίτητον ΰπάρ-
Χ«ι νά μή παραλειφθή ή ελαχίστη γρα(*μή, μηδέ τό ελάχιστον^ αι-
μδϊον η χρώμα ε/όν σχέσιν, έστω, καί μικροτάτην, πρός την ίίκόνα
ταύτγιν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΚΥΡΙΟΝ ΟΜΜΑΤΩΝ
Έν τώ λεξικώ της δημώδους ημών γλώβσης, (είτε έν τί) άλφαβη-
τικη των άλλων λέζεων τάξει παρενειρόμενα, είτε έν ίδίφ παραρτήματι
καταχωριζόμενα) δικαιοϋνται νά καταλάβωσι την προσήκουσαν θέσιν
**ί τα κ υ ρ ι α όνόματα. Επί τό γενικώτιρον ούτω καλούμενα ταυτα
διαιρετέα είς τρείς κατηγορίας,ών ή μέν πρώτη θ* περιλάβη τα ι δ ί ω ς
0 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΛΕΞΙΚΟΥ
κύρια όνόματα (άνθρωπον όμματα καί έπωτύμΜ,) ή δέ δευτέρα
τα γεωγραφικα όνο>ατ« (έΐΓαρχιών) πόλεων, χωμο,τόλεων,
χωρίων, ε?τ6ίοι0κτήτων-κίφαλοχωρίων, είτε τσιφλικίων όρέων λι-
μνων, ποταμών καί ποταμίων), καί ή τρίτη θίσ((ύν κ«ΐ τοπίων όνό-
ματα (τ ο π ω ν υ μ ( χ ά). Περί εκάστη των κατηγοοιών τούτων ?««'
συνοπτικώτατος λόγος έν ταΓς έξϋς -αρ«Τροίφ0ις. '
δ 1. ΠεοΙ των Ιδίως κυρίων όνομάτων
Ού* ολίγον το ίιάφορον «,ρ,ίχ., καί ή «,πουδή τών καθ'ήμϊ; κυ.
ριων ονομάτων, καί πληθύς ζητη,χάτων £γείρ6ται, έαν είς βαθεϊαν *
ναν υποβληθώσι. ■ ^
1)Τίν« άνάγονται είς τήν -ρώτν,ν γ λ ω σ σ ο - λ « σ τ ι κ ί, ν
β^ων ειλ,^να). Τοιαθτά εισίν όλίγ,στα -. ,"^-,, ^~~,
βεωρηθωσι «κ τοθ χρι—,αν,σμοΒ διαδοθέντα. 'ΑΧλά οι« τί δέν επε¬
κράτησαν τα αρχαια όνόματα, Ινώ κατά τό πλείστον ή γλω5,Χ πχρέ.
•οί λάβωσιν ονοματα έτεροθρήσκων (των έθνικών Έλλήνων) έν τω
αγιφ βαπτίβματι. '
2) Τίνα είς την δευτέραν -ίρίοδον άνήκουσι ; Πάντοι τα λοιπά είς
«ρ« οποδει^ισαν άποψην τ^ς -ρος τοϋς έθνικοί,; τα,των.,ίας
α τα τοιαυτα, -.χ. '„„„^, -ββΜ^ ^ ^ ^
*^, ηροδρομος (εις Τ4 'Ρουμλοϋκι).
4) Τίνα ίστορικί,ν την αιτίαν εσγον · όνό»»Τ»
όμνησιν γεγονότος ΙθνικοΟ η ίδιωτικοό κΙωΓΓ
,αίνεταιέξεταστέον το «ρ«νμ« ' ^
,
ΤΗΣ ΚΑθ' ΗΜΑΣ ΔΗΜίΙΛΟΥΣ ΓΛΩΣΣΗΣ 31
Βυζαντιακών τχγ)μχτισθέντα κύρια όνόμ,ατα,π.χ.Λασ·*ί/>^ (έν Κο-
λινδρώ καί Μελενίιιφ), Κομνηγός καί Κομη/τη (έν Μελενίκω), Σχαρ-
Λάτος (έν Κωνσταντινουπόλει) καί εί' τίνα άλλα.
6) Τίνα έκ τού ΈβραϊΛθΰ παρελήφθησαν ; τοιαϋτά εισί Ναούμ έν
τί) Βορείω ΜακεδΌνία καί άνω Άλβανία, ί'σως διά τό έκεΐ περιβόητον
μοναστ/ιριον τοϋ όσίου Ναούμ" ομοίως Ίάχωβος, Άβραάμ, τό τίλευ-
ταϊον καί έν Μικρά Άσία κ.τ.τ.
7) Τίνα έξ επισήμων άξιωμάτων την γένεσιν έλαβον ; Τοιαΰτά είοι
ΣουΛτάγα, Σαραΐτα, Δονχαιτα, Κοφτίοαα, Μηιγίτα, 'Αφίγτρια, /Μ¬
ακάν, κ.τ.τ.
8) Τίνα εκ μέταλλον καί πολυτίμων λίθων την άρχ-ήν έλαβον; Τοι¬
αϋτά εισί ΆσημΙγα, 'Λργνρή, Άργΰρης, ΜάΛαμας, Μα.Ιόμονχ.β.1 Μα-
Μγχον, Χρϋσος, Χρνσάφης, Χρυσάνθη, Χρυσούάα, Λιαμαντήζ, 4ια-
μάττου, Ζαφείρης, Ζαψιίρον, Σμαράγδου, Σμαραγόής, ΚρουστάΛΛης,
ΚρονστάΛΛου καί άλλα.
9) Τίνα έξ εύχών έσχηματίσθϊΐσαν ; Τοιαϋτά εισί Ζώης, ΠοΛυ-
ζώης, Ζήστ,ς, ΠοΛνχρσκης, ΠοΛυμ/ρης, ΚαΛημίρης, Καΐησπίρης,
Χρόνης, ΠοΛυχρόγης, Στίργΐος (νά στεριώογι), Σταμάτης (νά σταμα¬
τήση ύι πολυτοκία) κ.τ.τ.
10) Άπό πέτε ήρξατο ό θεσμος της μεταβολάς τοϋ όνόαατος των
μοναχών ; Βεβαίως έκ των μεσαιωνικών χρόνων" άλλά ακριβώς πότε ;
ζητητεον.
11) Άπο πότε ήρχισε τί) εθος τοΰ νά προσλαμβάνωσιν αί γοναϊκες
τα των άνδρών όνόματα; Τα όνόματα βασίΜσσα, ΠαΛαιοΛογϊνα, Καρ-
γινα κττ. άνακαλοΰσι την μνήμνιν είς χρόνους ίκάνώς παλαιούς. )
12) Τίνα έκ συνοίκων εθνών πΛρδλήφθτ,σαν ; Τό Λόμγα έκ της γλώσ-
«ης των Βλάχων Βονη.ΆΆ = Κυρία, καί άλλα τινά.
13) Δια τί κατάτόπους έπικρατοϋσι ίιάφορ* όνόματα ; Τώ δντι.
έν Βελβενδω πολύχρτ,στα δντα τχ όνόματα Μάοκκ καί Χαρίοιοζ, έν
Καταφυγίφ καί Σέρραις σπανιώτατά είβι, καί τάνάπαλιν, τό Στέ-
(*) Ένίοτε τα θηλυχά προηγτίθησαν των άρ«νιχων δ,ο'τ. Ιχομεν τί μγ
δ μητρυ,ά (— πατρϋι(!ς). Έγνώρισ. έξ Ίδί«{ αντιλήψεως ϊνδρ« προίλ.βοντα το
ώνυμον Μαπόο, διότι ή σύμβιός τού όνομάζετο Μαπά, χαϊ «λλον Ιπιχληθέντα
,Ιηγ έχ τοϋ χυρ'οκ όνβματος τής Κονβιίλους, βυζυγου τού.
τό
*2 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΛΕΪΙΚΟΥ
ρ(γ)ΐος πολ-,χργ,στότατον εν Καταφυγίω, ουδαμώς άκούβται έν τώ γει-
τονικφ Βελβενδώ.
^ 14) Τίνα έξ όνομάτων φυτών καί ζώων παρήχβησαν ; Τοιαΰτά
εισί ΑαβΛούδα, ΤριαηαψυΜιά, Βαμπάχον, Άμνγδά.Ιον, Δά?η, Ρόϊ-
όου, ΓαροψαΙοά, Γεράχου καί Γ,ράχηζ, Γεραχ*α, Πψοτέρα Τρνγό-
του. Διά τί δχι καί Άηίότον, Χ,Μότον;-Τό ΠΛούμον έκ τοΒ
μΐζω άνακαλεΐ τό δημοτικόν άσμ«· β//?ά γι?αχινα
*ουδούηα σ^ι». Ίσως έκ τού συνδυασ,ΛοΟ τούτου
ονομα. Εκ τοϋ ΠΛούμον Ιγεινε καί ΠΛούμη, (*„
Και αλλα παραπλήσια 7Γολλά.
Σημειωτέ* το Άχρίβο έκ τ,ΰ Ά.?^, 'Λγοραοτό, (καί
ΑΎ6ρον καί τό 2^0^ έ, το0 ζυγο0ρ( = ^ ,ρν£ον) ^ ^ ^_
λιυταίας τάξεως ονοματα συχνότατα έν Πυρία.
Τί δ' αν ε'χοιτις είπ6ίν πίρί το0 ί,ποχοριψοϋ τών ^?,^ ^ ±_
τω,; Αφθονος ΰλν, πρό,,ιται. Άλλ'έρ'οσον ό μέν -'ρί τών κυ¬
ρίων ονομάτων τη; ϊημώοους γλώσσης λόγος ^ χβ1 βί
πραγματείας θψ« τυγχάνει ών, τοσούτω μάλλον, δσω ή
αυτών -,. όν «ποκλειστικώ: είς την β'. .Ιρίβϊβν τ~ς ^,.,,^.
κης το, εθνους κινήσεως ΰπάγεται, ή δέ προκειμένν, μελέτν, γενικόν
εχε, τον χαρακτήρα, θα άρκι,θώμεν είς όλίγι,τα δείγματα τοά υπο-
κορισμου τών κυρίων όνομάτων.
Πιρι,ργοτάτας τω όντι άηοιώσεις ύ^τανται άλλα — Μ χαί
ο, κα. τα Γ,α^, Γ^γ,,, 2^^. Το πρώτον μεταρρφοΰται είς
^ ^^ Ν
και «τι αλΧο. - Το δεύτερον εί; τα Γ«^
τών έττωνυμίων πλατεΐακελευθος λέγε,ν.
8 2- Περ» τών γεωγραφικών όνομάτων
ΪΗΣ ΚΑΘ* ΗΜΑΣ ΔΗΜΩΔΟΓΣ ΓΛΩΣΣΗΣ 33
άλλοτε ίστορικών καί φυοικών αΐτιών άποτέλεσμα ούσα. "Ινα δέ μη
μακρόν τόν λόγον κατατείνωμεν, ύπόνυξιν τούτου παρέχομεν. Αύτίκα
Αάριοσα, Σίρραι, Βίροια, άομοχΐζ (Θαυμακός,) ΦάρσαΛα, 'Α.Ιασ-
σωνα, Αθήναι, Θήβαι, Μεγαρα, Σμύρνη, ΜυτιΛήνη, Λϊψνος, θά-
σος μετά των παραπλησίων αποτελούσι την πρώτην κατηγορίαν Λ(-
μιρ - Χισσάρ, Τζουμάγια, Καβά.Ι.Ια, Γχΐομουρτζίνα, Γρεβενά, Σΐάτι-
στα καί πλείστα τούτοις όμοια είς την δευτέραν ύπάγονται κατηγο¬
ρίαν. Είς δέ την τρίτην άνήκουσι 1) τα. ιστορικήν εχοντα την γένεσιν
ΆΜζάκδρεια, θισσα-ΐονΐχη, 'ΑδριανούποΑις,, ΦιΜππονπο.Ιις, Μονα-
στήρωγ, ΣΙρβια, Καταψίγων, Ίωάνηνα, κ.τ.λ. καί 2) τα έκ φυσι-
.ιών λόγων όνομασθέντα π. χ. Λιβάδι, Φτέρη, Καστανιά, Λιτόχωρον
(Λιθόχωρον) καί τα φερώνυμα «.γίων, π. ■^.ΆϊΛαυρίγζης έν Πηλίω,
Άίστράτη ('ΛΛι.στράΐη συνήθως) έν άνατολικν) Μακεδονία, Άϊδημη-
τρης, Κατερίγη, Πρόόρομος καί τ.τ. (έν Πιερίχ).
Περΐ των ποταμών χροκειμένου παρατηρητέον ότι οί μέν μεγάλοι
ποταμοί σχεδον πάντες μετωνομάσθησαν, π. χ. οί ποταμοί Ά(ως, Λυ-
δίας, 'ΑΛιάχμωτ, Πηνπόζ, ΆχεΛωος, Ενρώτας καί λοιποί άλλως νυν,
ώς γνωστόν, κ,αλοθνται, οί δέ μιχροϊ καί τα παραποτάμια έλληνικοΐς
όνόμασι καλοϋνται, π. χ. ΧβΛοπόταμον (£γχέ>.εις τρέφον ποτάμιον)
~αρα τό Λιτόχωρον, ΚρασοποϋΛοζ (παραποτάμιον τοΰ 'ΑΜάχμονος
ΐν Πι.ρία), Μαυρονέρι, ΠίΛεχας ποτάμια είς τον θερμαϊκόν κόλπον
έκβάλλοντα, Σαραπάπορος (Τεταρήσιος) παραπόταμον τοϋ ΠηνειοΟ
είς τα Καμβούνια δρη. Ή Ιί'Αντΐ,ίστα παραπίταμον τοϋ Στρυμό-
νος είνε ό άρχαϊος Άγγίΐηζ. Ούτω καί ό Μέγας Λάχχος, ό Τρανος
ό Λάχχος, ό θοΜΛαχχας* μικρ ά ποτάμια έν Καταφυγίω, καί ΞηροΜχχι
ίλληνόφωνα είνε έ"ν Όλύμπφ ρ'ύακες μεγάλαι η μάλλον μικρ* πο¬
τάμια.
(*) Τ« έθηχά λεγίμενα όνομ«τ« ^το τ» όνιίμαΓα των χατοίχων ?χουί( σχιτιχώ;
ουχί πΟΙχίλ«ς, ώς τα ίρχ*ΐ*, χιχταλήξεις 1) ιώτη ί, Βιρχώτηΐ, Κασζαγιώτηα, Λει-
«αδζώτης, Καζαφνμώζης, Γχατπώττκ χτλ. 2) ηνό{ π.χ. ΒεΛβεγδηνόζ, ΚοΧιυ-
ίρην^, ΤριχχαΛτρύς (χ«τά τό Λαμψαχητύί,) Παζρηγός, Λιζοχωρητόο,Ζ) >ανος
κ. χ. Ζαγοριαγός χαΐ είτι ίλλο, 4) ίσκ,ς Ζαγορίοιος, ΜαίετΙαιος (χάτο·.χο{ της
Χαλχιδκ,ης) χτλ. 5) ιος ΣαΛοτιχιός, ΜντιΛηηίΐ, ΣμνρηΚ, 6) '« τ τ, ς Ματΐαιηΐ,
Ϊ0Ρ95α—ο, 7) .της ΝιχωρΙζηϊ, Γριαταιατίχηζ. Σα.Ιωνίζηΐ χλ. Πλ«τυτ£>α θ6ωρία
Λερ'ι τούτων προστ[χιι τ>] εΐδΐχϊ) γραμματιχϊί της 8η(ΐώδους.
3
34 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΛΕΐΙΚΟΓ
§ 3.
Ού μικράν ύλην χορηγοΰσι καί αί το π ω ν υ μ ι α ι, ποικίλλας τάς
αφορμάς έχουσαι* 1) φυαικα α'ίηα 2) ϊατορικά, π. χ. έν Σέρραις* τα
Βορΰώηη, θέσις πλήθουσα χορτου οϋτω δή καλουμένου—Λαγοϋ αρό-
(ιος —= στενωτάτη δίοδος έν τή κ,ορυφγ, λόφου διαχωριζουσα τάς ουο
κλιτύα; αύτοθ. Έν Κολινδρφ Φοΐ>γτι;= θέσις οϋτω κληθεϊσα διά. την
παραγωγ/,ν χάρτου, έζ ού καταοκ,ευάζονται ρυΰντ«,==σάρωθρα (φοΰντα
έν Βεροία, 'Ρουμλουκίω καί Κολινδρφ καλίϊται τ» σάρωθρον όιά τό
θυσανοίΐδές). — Κιόσχια '( τ ΆΛέζη (τό καφενειον), Μπίϊ Μαγτσε,
^' χον Χατΐ,η Στ'ργΐον (καφενειον), 'ς τοΰ ΧαϊςονΑΛά (καφενειον), Φι-
χίρ-τός Σίρραΐκαί ωσαύτως θέσεις Τ ίζοχαί ιστορικόν έ'χουσαι τον
λόγον.
Έν Καταφυγίΐ}) αί μέν ιοπωνυμίαι, Λιίάδια, Κρυό - Κονΐφθν-
ρογ, Όράός (άνάνττης όδός, παράβαλε τό αρχαίον όρθία οψο), 'Ρογ-
κ)α (=τύλοτομημένον δάσος· περίεργος ή λέξις ρ'ογκίζω = δίνδρο-
τομώ) Σχιργάρα (= θέσις ιτλγ)θουσα λιθαρίων), Βύτσμα (= βΰθι-
σμ«, βαθεϊα καί φαραγγώδης θέσις), Μοντσιάρης (= ύδροπλη-
θής κοιλάς — περίεργος ή λέξις), Τοονχάρια ϊσως έκ τοΰ Ιταλι¬
κού Ζϋθθα, Μπάρα = μικρά λίμνγ) (πόθεν ή λέξις ; Καί έν τω
Όλύμπφ ή τοπωνυμία αύτη ΰπάρχει), Σαμάρι (σαγμοειδνις θέ¬
σις έν τή άκρωρεία), ΦΑάμπουρον (ύψηλοτάτη κορυφν) τοΰ Πιέ-
ρου), Σιμέ.Ιη (ή θέσι; αύτη κείται πλησίον τοϋ άντρου των
εξωτιχώγ, ενθ* έπιστεύετο υπό των άρχαίων ότι αί Μοΰσαι ω-
κουν. Εχει άρά γε τό δνομα τουτο κοινόν τι πρός τιν μϊΐτέρα τοΰ
Διονύσου ; Τίς οίδε ;). ΑΙ δέ τοπωνυμίαι Λρόσος, Κομμίγος, Κρημη-
αμίγο Όρ[ΐάγι Ιστορικόν έχουσι τόν λόγον. Ή μέν πρώτη προέρχεται
έκ τοϋ κυρίου όνόματος τοΰ Δρόσου ληστου, φονίυθέντο; έκεϊ κατά τό
1860 περίπου' ή δέ δευτέρα έκ τοΰ ότι συναντηθεϊσαι έκ,εί δΰο
όμάδες Ρογκατσαρίων (ίδέ την λέξιν έν λίξιλογίω) καί λόγω άν-
τιφιλοτιμίας έρίσασαι καί συμπλακεϊσαι άλλϊ)λοκόπϊ)σαν. Σημειώ-
«ιμός έβτι καί ο λόγος της άντιφιλοτιμίας καϊ έριδος. Κατά την
παράδοσιν, όσάχ,ις ομάς τις (τυνήντα άλλην, ώφειλε νά διέλθη υπό
τόν ζυγόν δηλαδή νά διέλθϊ) υπό την άψΐδα, ην έο-χημάτιζον
ξίφη τής ετέρας. Ή άσθενεστέρα ομάς φυ7ΐκω τώ λόγω Ικοΰβα άκουσα
ΤΗΣ ΚΑΘ* ΗΜΑΣ ΔΗΜΩΔΟΥΣ ΓΛΩΣΣΗΣ 3έ>
υπέβαλλεν εαυτήν είς την ταπεινωτικήν ταύτην όμολογίαν της ύπε-
ροχής των της ίσχυροτέρας μερίδος. Τότε φαίνεται, (άγνωστον,
ακριβώς πότε' δέν λέγει ή παράδοσις) έν ίσορροπία δυνάμεων άμιρότε-
ραι της ύπεροχης άντιποιούμεναι, καί έν θερμότητι κραιπαλικνί την
τιμήν οιαμφισβητοθσαι έσπευσαν νλ πησοχοΛθϋτ, ίνα την θέσιν όνο-
ματίσωσι καί το πάθημα τοίς έπιγιγνομε'νοις άοίδιμον κατχστήσω-
σιν)· ή δέ τρίτη εκλήθη ούτω διότι θύελλα δεινή κατεκρήμνισε το έκεΐ
οάσος. Αλλαι άγνωστον την αρχήν έχουσι, π. χ. τα Ψαριά, η Πάθη,
ή Σχςίχα = άπόκρημνος θέσις. Καί «ν Κοζάνη όμοία θέσις Σχήρχα
καλείται- ΰπάρχ^ι δ'έκεϊ παράδοσις ότι παρά. την άπορρώγα εκείνην πέ-
τραν εκειτο ό Άρβαγίτιχοί, ΜαγαΛάς, (άποικία Άλβανών),έξ ού ίίκά-
ζίται ότι ή λέξις άλβανικήν εχει την καταγωγήν.
Αλλαι τοπωνυμίαι ρ'ωααντικήν πνοην άποπνέουσι, π. χ. τοΰ 'Αΐ-
το'υ ι) Πίτρα, ή Κοραχόπαρα, ώ; καί έν τγϊ γειτονεία της κωμοπό¬
λεως. Χογδρη'Οζιά, ιήΐ ΆΛαψίγας το Πηγάδι καί άλλαι. (Παρατη-
ρητεον ότι η πρώτη τοπωνυμία προτάσσει την γενικήν, όπως καί ή τού
Κόραχα το Γΐφΰρι έν Ήπείρτρ καί ότι ή λέξις Πέτρα εχει την αρχαίαν
ιΐΊμασίαν —= βράχος). 'Υπάρχει καί θέυις Μαγχανάρι καλουμε'νη,
αγνώστου άρχης. Άκρωτήριον της νήσου "Ιου καλείται ωσαύτως
Μαγχανάρι. Πόθεν ή ταυτωνυμία ; Άλλά καί τό δνομ* Κατα-
φογιογ, έν παρόδω ειρήσθω, ίστοριχ.όν εχει τον λόγον. Διηγίϊ-
τΟίι η ιταράδοσις ότι οί πρώτοι ίδρυταί αύτοϋ, είς πεδινωτέραν
"£σιν πλησίον των Σερβίων καί παρά τόν Άλιάκμονα οίκοΰντες, απε¬
φάσισαν διά την χαλεπότητα των καιρών νά άναζητήσωσιν Ιν τί) λοχ-
μώθη τότε δυτικγ] κλιτΰϊ τοϋ Πικρόν απόκεντρον οικησιν καϊ δή χατα-
ψνγόηις ίδρυσαν μικρόν τι χωρίον, ούτινος ό πληθυσμός διά, τοϋ συ-
νθΛισμοϋ καί άλλων προσφύγων έ'βαινεν άίί αΰξανόμενος. Ή γλώσσα
έν πολ/οϊ; διαφέρει τής των γβιτόνων καί προσομοιάζει τί) Ήπίΐρω-
τικγί. Είκάζω ότι μεταξΰ των πρώτων οαητόρων θά ήτο καί απόιχοιρά
τις των γνωστών ΚαραχατσιαταΙων, νομάδων ποιμε'νων έζ Ηπείρου
οΡμηθέντων. Είς δίωρον απόστασιν, ?ν ττ, ύπωρεία καί τή 'Λνατολικί)
γωνία τής 'ΕΛνμιώηδος κείται τό Βι.Ιβετδον είτε ό ΒΐΛβι^ός, κωμό-
π°λις μείζων τοΰ Καταφυγίου. Μνήμην αϋτοϋ εποιήσατο ήδη καί ό
Μίλέτιος έν τγ^ Γίωγραφία, χαρίεσιαν καί τερπνήν άποκαλέσας την έν
ι "Εϊται θέσιν. Πόθεν τό όνομ* Βε.Ιβενδοί καί διατί οί Καταφυγι-
36 ΜΕΛΕΤΙ1 ΠΕΡΙ ΛΕΞΙΚΟΫ
ώται επί τό σκωπτικώτερον τοΰς Βελβενδηνούς προσαγορεύουσι Τσ;ο-
πίΑοκι ; Άρά γε κατά παραφθοράν είρωνικώς τοΰ ΤσιΑεπής η, όπερ
πιθανότερον έκ τοϋ περσοτουρχι.χοϋ τσεπϊλ = βαθυς ; (έν Ζαγοριω
εχομεν τό χωρίον Ταζοπΐλοβογ. Πόθεν ή όμοιότης :).
Καιρός νυν νά ττεράνωαεν την περί λεξικ-θΰ της δημώδους γλώσσης
μελέτην, έν £—λόγου αοίρα τάς ύποτυπωθείσας σκ,έψεις συγκεφαλαι-
οϋντες.
Έποθήσαμεν λεξικόν τής δημώδους ημών γλώσσης α ΰ θ υ π ό-
α τ α τ ο ν καί ανεξάρτητον τοϋ τε λεξικοΰ τίίς άρχαία; καί προγονι-
κης ημών γλώσσης καί τοϋ λεξικοΰ της λογιωτέρας, άν ποτί
τοιούτον συγγραφη. Έποθήσαμεν λεξικόν αύθΰπαρκτον, ίνα κα-
ταφανέστίρον εκδηλωθή ή έν τγί δευτέρο: γλωσσοπλαστικί) περιόδω
τοϋ εθνους ημών γλωσσική δράσις καί ζωή καί υπό την παρα-
γωγικην καί ενεργητικόν, καί υπό την παθητικήν εποψιν. Έν τί,
γλωσσική κινήσει καί ζωΫί ττολϋ μέν αέρος έκ τής πατρρ«ς γλωησικη;
ούιίας διετηρήθη είτε άκραιφνές καί άλώβητον είτε ττεπονθός καί ηλ-
λοιωμένον, Ικανόν δέ ξίνικόν καί άλλότριον στοιχείον είσεποιήθη 'Λ
τταρΕΐσέδυ, μέγα δέ αέρος καί αΰτό τό εθνος έκ των ίδίων πόρων και
των ΐδίων μέσων εδημιούργησε καί παρήγαγεν. Έν τί) συγκράΐίΐ, τί)
προβαλλήλω έπιδράσει καί άναζυαώσει τοϋ πατρώου καί τοΰ ξενικοϋ
στοιχείον!, την άιρανή καί αόρατον, άλλά ζωοποιόν, 7ταραγωγικην καί
διαπλαστικήν δύναμιν ένείχε τό λανθάνον καί αυστηριώδες γλωσσικόν
πνεϋμα, ό βόαβυξ ό σιγών έν τώ σχηματισμώ της μεταξοσφ«ίρ«ί·
5)ν διατρυπών έν καιρώ τφ δέοντι έξέρχεται ώς βομβοΰσα χρυσαλλί;.
Τό πνεϋμιχ τουτο εκπροσωπή την κατά τοϋς σχετικοΰς αίώνας καί
Σημ. 1) Έ«ν τις ίξετάΐΐτ) ΐά τής τρίττ,ς γλωσσοιτλαίτιχής πιριοδου ημών (της άπό των
άρχων τού νυν αιώνος αρξαμένης) χύρια όνοματ», εύρι'αχει πολύν διαδε8ομένον τόν ζί"
λον κρός τ* άρχαϊα ίθνιχά ονόματι*. Περίεργον δέ φαίνεΐβι ότι, «ν ώ πλεΐστοι των
νυν 'Κλλήνων εγίνοντο φερώνυαοι τοϋ Σωχρχτου;, Ξ=νο?ώντος, Σοφοχλέους, Εΰρι-
κ/δου, Δημοαβίνους, Μιλτιάίου, Άριστίίδου, Κίμωνος, Θεμιστοχλίο»;, Περιχλίο^ς,
Φωχ'ωνο; χΐ'ι εί τινος άλλοιι, ούίει'ς, οίον γ' ημείς γινώσχομεν, φερώνυμος εγίνετο
Ήβιόδου, Πινδάοου, Αΐβχύλον, ΊΙροδότου, Αΐσ/ίνου χ«Ί όίλλων. Τίς ό λόγος της
ίκκρ*ττίϊεως μο'νον τ»ν τής πρώτη; χατ.ιγορία; ;
Σημ.3) 'Ατεχνώ; ρίο/πονον «γωνβ θ'ίναλοίβη όστις έπιχειρήχτ] την διερεύνηίΐν των
έπωνυμίων, 7θλλ» τί δι«ο·ροντοι έχων νά ίχνηλατήΐ;). Άλλ« χ»Ί τα τ. « τ ρ ω ν υ-
μ ι χ » τής κροΐηχοντης έρίύ/ης άζιωτέα εισίν, εί μη'τις όίρα χρίνει τόν περ'ι τούτον
λόγον ΐϊ,οοσήίθνται μϊλλον τί- γρΐμμ«τιχ?, τή; δημοτιχής ημών γλώσσης.
ΤΗΣ ΚΑΘ ΗΜΑΣ ΔΗΜΩΛΟΪΣ ΓΛΩΣΣΗΣ 37
τάς σχετικάς περιστάβεις κατα νόμους φυσι*ούς *αί ψυχολογικοϋς άέ-
ναον κ,αί άνιπίβγετον τοΰ όλου εθνους πορείαν, είτε κατ' ευθείαν γραμ¬
μήν, είτε έλικοειδώς, είτε καί άναδρομικώς αΰτν) γίνεται. Άφομοιω-
τικην έλκ,τικήν δύναμιν άναγκαίως κεκτημί'νον τό ζωήρυτον γλωτσι-
κον πνεθμα προσαφωμοίωσεν έαυτφ κατά τό πλείστον αμφότερα τα
ΐτεροειδη στοιχεϊα, έξ ών έμελλε νά καταρτίση τό νεώτερον γλωσσι-
κον διαμόρφωμα. Έν τη θεωρίαι τη; διαπλαστικής ενεργείας άναφαί-
νεται καί ίξέχει τό στοιχείον, έν ώ αΰτό τό γλωσσικο'ν πνεΰμα άντι-
κατοπτρίζεται, τό νέον δηλ. στοιχιωγ, τό νεοιΑληνικόγ, ό ηλιος τού
πλανητικοΰ συστήματος της νεωτε'ρας Έλλτονικης γλώισνις. Φωνή τοΰ
πνευματος τούτου άτεχνίτευτο; μέν καί άκαλλώπιστος, άλϊΐθής δέ καί
αυτοφυής, είνε ή φωνί) τοΰ λαοϋ, τ, γλώσσα τοΰ εθνους, ό πιστός
καΐ πρόθυμος άγγελος καί διερμηνεΰς των τε διανονιμάτων καΐ μυ-
χιων συναισθημάτων καί πόθων των φυομένων έν τ^ καρδία τοΰ τε
ιοιώτου καί τοΰ εθνους «ύμπαντος. Ή ρωνη αυτή είνε ή μητριχή
γΜσοα, ή γλώσσα, ην καί ή Λογιωζι'ρα μερίς, ή της γλωβσικης καί
της αλλης μορφώσεως άντιποιουμένγι μερίς, φθε'γγεται καΐ >αλεϊ, όσά-
*ι? πρός τοΰς βΐκείους υ.ετ' οίκειότητος διαλέγεται καί έν φυσικώ καί
χφελεΐ τύπω κα,ί τόνω την εσωτερικήν της ψυχϊίς κίνησιν νά έξαγγεί-
λη βούλεται — ή γλώσσα, ην καί αύτοι οί λόγιοι καί εΰχερώ; έννο-
οθσι, καί ένδομύνως κα'ι κατά βάθος σνναισθάτονται. Ό νεώτερος λό-
γιος Έλλην κατανοεϊ μέν αΰτός, καί άλλοις νά καταστήση καταλη¬
πτόν δύναται, την Λυκοιίργίΐον ρήσιν «οΰχ ομοίως άπαντας έχουσι
ταίς εύνοίαις προ'ς τε τοΰ; φύσει γενν/,σαντας καί τοϋς ποιητούς των
π«τέρων» άλλά μόνον ή άντίστοιχος νιωτε'ρα παροιμιώδνι; φράσις «*ί
*? με Λονζτ/ζ χι άν (ΐβ ρΐνίζτΐζ, ί/>ω, .το?ά μάνα μ' ίχα/αγ» δονιϊ
"«ι κυμαίνει τα έσώτατα βάθη της καρδία; τού.
Εποθήσαμεν λεξικόν της μητρικης ημών γλώσσης πληρε; καί άρ-
τιον κ,αί περιλαμβάνον παιαν φράσιν, πάσαν λέξιν καί παν μόριον άκό-
Μ- ένί λόγφ, πϊν δ,τι διήλθε διά τοΰ νεώτερον» έλληνικοΰ στόματος
κα' είς έλληνικά ωτα άντη/ησε — περιε/ον καί τα ελάχιστον προϊόν η
μαρτύριον της νεωτέρας τοΰ εθνους ημών γλωσσικης κινήσεως καί ζωης
— λίξικόν, είς ο, ώς είς μισγάγκειαν, νά συμβάλλωσι τό όμβριον ύδωρ
οί έ* των όρέων καταρρέοντε; νείμαρροι των νεωτέρων αίώνων καί νεω-
τερων ημερών τοϋ ήμετε'ρου εθνους.
38
ΜΕΛΕΤΗ Ι1Ε1Μ ΛΕΞΙΚΟΤ
Έποθήσαμεν λεξικάν τελειον καί έπιστημονιχόν, λεξικόν επιστημο¬
νικώς διηρθρωμένον καί μετά τή; δυνατής ακριβείας «υνυφασμένον,
ακριβείας άναλόγου πρός τε τάς άσφαλεστέρας βάσεις κ** αρχάς τή;
συγκριτικής φιλολογίας καί γλωσσολογίας καί πρός τάς τελευταία;
προόδους των περί την μητρικήν γλώσσαν σπουδών έν τή ημετέρα πα-
τρίδι. Έποθήσαμεν, ε'ν κεφαλαίω εί-εϊν, λεξικάν υπό την ανθρωπίνην
δυνατήν μορφήν τής έπιστημονικής τελειότητος — λεξικόν, οίον πά;
μέν τις καί ευχεΤαι καί ποθεΐ, πας δέ τις ε'ν γε τω παρόντι έλλόγω;
θεωρεϊ 9αγταοτ6^ τι καί αβ&9«; κ«ί σχέδιασμα πολΰ απέχον άπό
τοϋ σημείου τής εκτελέσεως καί πραγματοποιήσεως.
Αναγνωρίζομεν πληρέστατα την μεταξύ ίδέας καί πράγματος από¬
στασιν. Έκτιμώμεν άξίως τό μέγεθος τής δυσχερείας καί τό δυσέ-
φικτον τοΰ προκειμένου εργου. Σύνι,ψεν ότι πολλά τα δυ*πάλ*ιστα
καί δυσκατόρθωτα παρίστανται εύκταία διεξαγωγή τοϋ αγώνος τούτου.
Απαιτεϊται κατά πρώτιστον λόγον ή δεξ..ά, ευστροφος καί Φειδίειος
χείρ τοΰ μεγαλόνου καί μεγαλοφυοθ; άνδρός, τοΰ μέλλοντας νά ανα¬
λάβη την πλαστούργησιν τοΰ ποθουμένου καλλιτεχνήματος καί την
σφραγϊδα τής τελειότητος είς αύτό νά έπιθέση. Συναπαιτοΰνται δέ,
κατά δεύτερον λόγον, οί δευτερεύοντες συντελεσταί καί παράγοντες,
όπως δια την οικοδομήν τοΰ Παρθενώνος εδέησε ν ά συμπράξωσ, καί
συνεργασθώσι μετά των άρχ^κτόνων τέκτονες, χαλκοτύποι, λιθουργοί,
Ρ«φ»ς, χρυσοΰ μαλακτήρες, -οιλκιταί, τορευταί κλπ. Οί δευτί-
ρευοντες ούτοι συνεργοί ουτε συμφέρον ουτε δυνατόν είνε νά παρα-
ληφβωσ, εξ έτοίμου καί ^αδίως. Άπαράσκευοι καί οί τυχόντες εργά¬
ται ελαχίστην μοίραν είς τοϋ εργου την εύόδω,ιν συμβάλλονται.
-κείνοι ε,ς ούς θά ανατεθή ή συλλογή τής άπανταχοϋ ϋλν,ς, δ.ττά
τα «φοόια μεθ £αυτών νά φέρωσιν άπαραίτητος ύ^άρχει άνάγκη,
το μέν ζήλον αληθή καί φιλοτιμίαν άπλαστον καί εϋορκον, τό δέ
μόρφωσιν φιλολογ,κήν, Ιγκυκλοπα^ικήν καί γλωσσομαθητικήν,καί ίμ-
πειριαν άμα καί άσκησιν ού την τυχοϋσαν περί την τοιαύτην έογασίαν,
««νημμίνην μετά δεξιότητος |μφύτου. ·Αλλά %6^ ^ ,. ^,.^ ,
λωρ,ς ο£ τούτων, πρέπει νά φέρω«ν ήλ,κίαν καί εύρωστίαν σύμμετρον
— τους μόχθους καί πόνους είς ούς θά υποβληθώσι ήναγκα-
τοπονέκ τοπου σ,ν6χώς διαμείβοντες, έναλλάξ τας πόλεις καί
-χωρία, τας νήσους κ«ΐ τά δρ7)ι ,« ^ , ^
ΤΗΣ ΚΑβ* ΗΜΑΣ ΔΗΜΙΐΔθνΣ ΓΑ11ΪΪΗ2 39
επισκέπτωνται πρός συλλογήν μέν νεωτέρας ΰλγις, έξέλεγξιν δέ τής
προτέρα;. Επί ττασι δέ τούτοις πρόχειρον καί άφθονον νά υπάρχη τό
κεφάλαιον των υλικών δαπανών, δεινη ή άνχγκγι Επίκειται, δι' ών τ,
συλλογη της ζή τού μένη; ΰλης σκοπίμως καϊ αποτελεσματικώς ίπιδιω-
χθήσιται.
Βαθείαν καί πλήρη συναίσθησιν των είρημένων δυσχερειών εχουεν,
άλλ' άφ' Ιτε'ρου διαθερμαινόμεθα υπο χρηστής καί ζωοπαρόχου ίλπί-
8ος, τό μέν αναλογιζόμενος ότι οσάκις τό μικρόν ημών εθνος πρ'.ς τό
κατ' ιδέαν προσανατολίζεται, εύνοεϊται υπό τοϋ άγαθοΰ
δαίμονος, τό δέ ε'νθυμούμενοι κχϊ έν νφ έχοντες ότι ότα,ν ή Άνωτάτν)
Βουλή άποστέλλγι Κοραην, τό εθνος παράγΐ'. Ζωσιμάδας, καί Σύλλο¬
γον φιλοτίμων άνδρών βραδύτίρον «νεγείρει, τού άθανάτου άνδρας
φερώνυμον, καί ότι, όταν βωμάς /νατρείας πρός την ιδέαν ίδρύη-
ται, άναφαίνονται καί οί τάς έκατόμβα; χορτηγοϋντες φιλογενεϊς. Τίς
οίδεν, εάν νεοι Ζωσιμάδες, λατρευταί μέν της ίδέας καί τού όνόματος
τοΰ άοιδίμου Κοραη, ϊνθερμοι δέ φίλοι της εύκλείας τη; κοινης Μη¬
τρός, δέν θά άποτείνωσι πρός τούς διαδόχους καί ίίροφάντας της θείας
εκείνου τοϋ άνδρός σοφίας τάδε ! «Άνδρες φίλοι της μϊ)τρ·./ίης γλώι-
σης καί έρασταί των μνγιμείων αύτη;! Κατά, τοΰς νυν χρο'νους
των υλικών μεγαλουργνιμάτων μέγοι εθνος μέγα ώ; άλνιθώς μνη-
μεϊθν είς τα έκπεπληγμένα τοϋ κόσμου όμματα πρό όλιγίστων έτών
επέδειξε. Μικροΐ ημείς καί είς άνάλογα εργα εϊκότως άρκούμενοι
Έϊφέλειον μέν πύργον, είς τα θαΰματα τοϋ κόσμου ιυγκατειλιγμε'νον
ϊδρυμα, νά ίδρύωμεν δέν άντιφιλοτιμούμεθα. Θχυμαζοντες δ' ημείς την
Πινδάρειον ιδέαν «ρηαα δ' Ιργμάτων χρονιώτερον» έτερον μνγιιΐΕΪον νά
στήσωμεν άς πειραθώμεν, ούχι βεβαίως σιδηροϋν 7) χαλκοϋν κολοσ-
σόν, άλλά δοχείον ίδανικόν τοΰ νεωτέρου Έλληνικοϋ βίου άφθιτον μέν
καί άδάμαστον υπό τοϋ χρόνου, άλυμαντον δέ καΐ άκαταμάχιοτον
υπό οιαδήποτε επιδράσεως. Καΐ ύμεΤς μέν τό έργον τοΰ άθανάτου
Κοραη συνεχίζοντες, προθύμως τα ήθικά κεφάλαια καταβΛλετε, ήμ.ϊς
δέ άς άφεθώμεν, ίνα τό έργον των Ζωσιμάδων συνεχίσωμεν, άφειδώς
τα ύλικά καταθέτοντες κεφάλαια. "Οταν δέ Θεοϋ εύδοκ·ΰντο; τό έργον
άντάξιβν της ίδέας έπιτελεσθί), όταν ό κοινός πόθο; άπό ρίπτη άβ-
8ΪάβΗητη πράγμα καί έργον άποβί), άπό κοινοΰ κοινήν λοιβήν άς
σπείσωμίν τνί τε ψυχΐ) τοΰ άοιδίμου άνδρός καί τ/) κοινΫΪ ημών Μητρί».
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
(1) Την σημερινήν ελληνικήν γλώσσαν οί μέν των ημέτερον θ υ γ α-
τέραοίδέάδελφήν τής'άρχαίας έλληνικής γλώσσης, δΛλοιδέ όπερ
καιόρθότερον νεωτάτην φάσιν της έλληνικής γλώσσης
καθόλου η άλλως αύτην δή την αρχαίαν, τροποποιηθεϊσαν καΐ είς την
νυν μορφήν, διά λόγους έσωτερικούς (γλωσσολογικούς) ή έξωτερικούς,
περιστασαν έκριναν. Κατ'άνάγκην δέ διαιρουμένη είς λογ ιω τέραν
καϊ κοινοτέραν, φυσικόν, λογικόν καί δίκαιον νά σπουδάζηται
υφ' έ-κατέραν των έηόψεων. Νομίζομεν ότι ή σπουδή τής κοΐνοτέρας,
τής δημώδους ή συνηθείας ή όμιλον μένης ή λαλου-
μ έ ν η ς, αύθυποθτάτως έπιτελουμένη, βυντεΐνει ά,μα καΐ είς τόν φυ-
σικώτερον καθορισμόν καΐ λογικωτέραν λύσιν τοθ πολυκρότου γλωσ-
θΊκοϋ ζητήματος τής γραφομένης νυν γλώσσης, ένεκα τθΰ οποίον όϊ
ήμέτεροι λόγιοι μοιραίως άναγκάζονται, ώς εϊιφυέστερόν τις εϊπε, νά
ώσι πολύγλωσσοι ίίμα καϊ δγλωσσοι. Έν τ^ σπουδή τής
καθ" ημάς γλώσσης απαραίτητον κρίνομεν την ανάγκην τοϋ νά τεθή
όριον φυσικώς καϊ ά,ϋνγχύχως διακρϊνον και διαΰτέλλον αυτήν άπό
τής λογιωτέρα ς. Τοσούτω δέ μάλλον ύπολαμδάνομεν αναγκαίαν
αμα καί ωφέλιμον την διάκρισιν ταύτην, δ3ον η μέν κοινοτέρα άνα-
παριστα σύμπαντος τοϋ βθνους την γλωσσικήν δραθιν και ζωήν, η δέ
λογιωτέρα μιας μόνον μερίδος αύτοϋ την γλωσσικήν ενέργειαν άντι-
κατοπτρίζει. Βεβαίως ή προόάλληλος αύτοϋ επίδρασις διήκει διά παν¬
τός τοϋ εθνικον ημών βίον, άλλ' υπάρχουσι τεκμηρια καΐ γνωρΐσμα-
τα, δι' ών ή ίμπειρος χείρ κατορθώνει τό προσήκον έκατέρα δικαίως
καΐ άμερολήπτως νά αποδώση. "Ωστε φυΛκω τφ λ,όγφ και αυτοδι¬
καίως λ έ ξ ε ι ς καΐ φ ρ ά ό ε ι ς, δσ"αι έδημιουργηθηόαν ή κατά γλωσ"-
σικήν η κατά φιλολογικήν ίι επιστημονικήν ανάγκην ή έξ επιδρά¬
σεως εύρωπαικής, υπό των ημέτερον λογίων, άποκλεΐονται μέν
έκ τοϋ λεξικοϋ τής δημώδους, παραπέμπονται δέ είς τό λβξικόν τής
λογιωτέρας γλώσσης, έργον αλλης φροντίδος καί αλλης
ερεύνης. Καί τοιούτου Λεξικοϋ (') μετά τής 3χετικής γραμ-
ματικής καί γραμματείας την ανάγκην συναισθανόμεθα,
εάν μέλλωμεν άπηρτισμένην καί πλήρη την γνώσιν τής όλης όημε-
ρινής ημών γλώσσης ν ά έχωμεν.
(2) Ειδικής συγγραφής έ"ργον εστίν νά πραγματευθφ την ίστορΐαν
των άπό τοϋ άοιδίμου Κοραή μέχρις ημών γενομένων εργασιών ανα¬
φορικώς είς την σπουδήν τής καθ" Λμάς γλώσσης καΐ τάς διαφόρους
(') της λογίας δηλ: γλώσσΐΐς, είδιχοΰ χ«Ί άποχλίΐστιχοΰ.
ΤΗΪ ΚΑθ' ΗΜΑΣ ΛΗΜ11ΛΟΥΪ ΓΛΙϋΣΙϋ 41
αρχάς καί μεθόδους, καθ' άς αύται εγένοντο. "Οσον ημείς γινώ-
σκομεν, φρονούμεν ότι χρονολογικώς Λμα καί μεθοδολογι-
κ ώ ς έξεταζομένη ή έργασία αυτή, υπό τρία συστΛματα άναφαίνεταν
α) τό τοϋ άοιδίμου Κ ο ρ α ή· 6) τό τοϋ αειμνήστου Μ α υ ρ ο φ ρ υ-
δου καί γ) τό τοϋ Γ. Χοτζιδάκι.Τό τελευταίον φαίνεται σ"τηριζό-
μενον επί άρχών καί μεθόδων άΰφαλείΐτέρων, θετικωτέρων, ίστο-
ρ ι κ ώ ν καί φυσιολογικών, καί ώς έκ τούτου νέαν οδόν έν τή
σπουδή της δημώδους τεμόν, καί κατ' ακολουθίαν προασφαλίζον τας
ελπίδας μεγάλης προόδου καί άνυι|τώσεως των γλωσσΛκών έρευνών.
(3) Είς εν έκ μυρίων παραδειγμάτων άρκεσθώμεν. Ό είδώς την δη-
μώδη φράσιν «ΰ,μα γκιά.μα» = τάχιο"τα, καί άπόνως κστανοεϊ καί
βαθέως συναισθάνεται την δύναμιν της πλατωνικης ρήσεως «Λμα
καί αμ'άν άπολοίμην- (Πλάτωνος Άπολ. Σωκρ. 23.3.) Έν Σέρραις καί
άλλαχον τίΐς Μακεδονΐας συχνάκις ακούεται «η δουλειό θέλ' καιρόν
κ' υπομονήν, αμα γκιάμα δέν γίνεται». [Σημειωτέον, δτι έν τη.
γνωστ^ Χρηστομαθεία Ραγκαδη καί Βυζαντίου φέρεται η γράφη ·ίίμα
καί ίίμ αν άπολοίμην». "Απορον δέ πώς ό ήμέτβρος Γ. Κωνσταντι-
νίδης έν τφ έκδόσει των τριών διαλόγων τοϋ Πλάτωνος, τοΰ Εύθύ-
φρονος, τοϋ Κρίτωνος καί τής 'Απολογίας προείλετο την γραφήν
«αμ' αν καί άπολοίμην.].
(4) Π. χ. αι λέξεις §αο"ιλεάς, έκκλησ"ία, δεύπότης καί
τόσαι δλλαι πόο"ας μεταβολάς καί περιπετείας τοΰ έθνικοϋ ημών
[Κου δέν συγκρύπτου^ι καί δέν άνακαλοΰσιν, οσάκις λέγονται ί'ι
ακούονται ! Όδοϋ πάρεργον σημειωθήτω ή ρλαχική λέξις 6 υ 8 ο Λ ί&-
τίοα ώς έχουσα ωσαύτως μεγάλην ιστορικήν σημασίαν διά τοϋς
έλληνοπρεπώς μορφωμένθυς Βλάχους. Σημαίνει ή λέξις αί)τη εκ¬
κλησίαν παράγεται δέ έκ τοϋ Β3«ίίίΰ3= βασιλική καί άνακα-
λεΐ την βασίλειον ο"τοάν.
(5) ΤΛς λεξικογραφικης ΰλης ή διαίρεσις διττώς δύναται νά θεωρη¬
θή· 1) ίθτορικώς, εάν πρόκειται να διερευνηθφ η ίΰτορία τής λέ¬
ξεως λόγω γενέσεως καί εξελίξεως των διαφόρων σημαθχών αυτής·
?) μηχανικώς, εάν πρόκειται νά εξετασθή ώς τ ε χ ν ι κ ό ς όρος
Λ δνομα όντος ανήκοντος είς όμάδα όμογενών ή όμοταγών
όν των. Κατά την δευτέραν όψιν θεωρούμεναι αί λέξεις αποτελούσι
τα ε ι δ ι κ ά λεξιλόγια (π. χ. τό τής γεωργίαο, άλιείας, οίκοδομητι-
κής, ραπτικής κ.τ.λ.) ή ό ν ο μ α ΰ τ ι κ ά ('). Είνε άληθές δτι τα εΐ-
δικά λεξιλόγια πολλήν έχουσι την αξίαν, καί ανέτως πρός τό
δλον λεξικόν καί σχετικώς πρός έκεϊνο, άλλ' ή πρώτη ίποφις ίχβι
φυσιολογικόν καί ψ υ χ ο λ ο γ ι κ ό ν χαρακτήρα.
(6) Σημειωτέαι αί λέξεις ο ύ ρ α ν ό ς, γή, θάλαθΰα (') διά
την άναλλοίωτον φθογγολογικήν μορφήν των. Άπορον πώς δέν
προσετέθη τό ν έν τ# άρχή τοϋούρανός (έκ τοϋ τό ν ουρανόν),
(') Κατά ΐόν παλαιόν όρον.
(*) ΤοιαΰταΙ είβι χαΐ α! λίξεις στίμα σώμα ψυχή κρώτ».
'ίΐ ΜΕΑΕΤΙΙ Ι1ΕΙΊ ΑΕΞΙΚΟΪ
δπο>ς είς τό ώμος = νώμος (έκ τής αΐτιατικής τόν ώ μ ο ν) καΐ είς
τό ν ο υ ρ ά (έκ ητίς αΐτιατικής την ουράν).
(7) Ή κατάληξις πωλος καΐ πό υ λ ο, πατρωνυμική καΐ γονεωνυ-
μική αμα (Παπαδόπουλος, κοττόπουλο) αφορμήν πολλής συζητή¬
σεως παρέχει. Είνε αρά γε ή βυζαντΐακή πωλος (Μοσχόπο>λος) έκ
τοΰ πώλος ; ή άλλην έχει την καταγογήν ; Πώς σνμπίπτει είς τό
κοττόπουλο Λ γονβωνι;μική κατάληξις μέ τό δνομα των νεοτ-
τίων καΐ των πτηνών έν γένει πουλλιά (τής όρνιθος) καΐ πουλλιά
(τα πτηνά 😉 Είς την γραμματικήν τής γλώσσης μας τα περαι¬
τέρω άνήκουσι. "Ιδε καΐ την εξής σημείωσιν.
(8) Παρατηρητέα ή παραγωγική κατάληξις ενιος προσαρτωμένη
είς τα όνόματα μέταλλον καΐ άλλον φ υ σ ι κ ώ ν καΐ ή θ ι κ ώ ν
αντικείμενον η. χ. άσημέναος, πετρένιος, μαρμαρένιος
καΐ τ ι π ο τ έ ν ι ο ς· (έν τή Πιερία ή άρχαία κατάληξις ιν ο ς εσώθη
είς τα πεύκινος, βρίζινος, κέχρινος καΐ βίς τι Λλλο ίσως).
(Εάν δέν μ' άπατα ή μνήμη, έν τφ Μακεδονία δέν ήκουσα μετουσια-
στικόν τοϋδρυζα, ανάλογον τοϋ άρχαίου όρυζίτης). Πώς εσχη¬
ματίσθη ή κατάληξις ενιος, ζήτημα Ιδιαιτέρας πραγματείας Λξιον.
Έν Βελδενδφ τής Μακεδονίας Λ κατάληξις ε ν ι ο ς ακούεται ώς
εϊνοςπ. χ. άσημέϊνος, ξυλέϊνος. Ό Κτύρβτ έν τη διεξοδι-
κή γραμμοτικΐί τού άναφέρει καΐ τύπον κ ε δ ρ ί ν ε ο ς = κέδρινος,
πυξΐ ν ε ο ς = πύξινος (§ 334.7) καΐ παραπέμπει είς τόν 81&ΙΙ)Άΐιιη
(Πλάτ. Πολ. 6 497, β). ¥Λς την μόρφοσιν τοΰ εϊ ν ο ς έπέδρασεν δρά
γε τού όστέϊνος ό τύπος μεταδοθεΐς'κατ' εύρεϊαν αναλογίαν ; ή ή
έντωκεδρίνεος κατάληξις ι ν ε ο ς μετεπλάσθη είς τό ε ν ι ο ς ;
Πλείονα περΐ τούτου ρηθήσΌνται, θεία συνάρσει, έν τχί άναλύσει
των γραμματικον τής καθ" ημάς γλώσσης φαινόμενον.
(9) Τδ κοπάζω σώζεται έν 'Ρουμλουκίω (τμήματι έλί.ηνοφώνω
τής μεταξΰ Θεσσαλονίκης καΐ Βερροίας πεδιάδος, τής ειδικώτερον
Μ ακεδονικής καλουμένης), επί τής πτώσεως ήτοι παύσεως
τού άνέμον. "Αλλαχού τής Μακεδονίας λέγεται «στάθηκεν ό ά έ-
ρας ήέσταμάτησενό άβρας· όπως τό αντίθετον λέγεται «ση-
κώθηκεν ό άέρας» ('σκώθκιν^ τό σ=«ο/ι.
(10) Έν Βελδενδώ τό βρέχω προσέλαβε την σημασίαν τοϋ έ μ-
δάπτειν τόν άρτον είς τό τριβλίον. Τούτο αλλαχού
λέγεται βουτώ ημουσκεύω.
111) ΕΙ μή έσώζοντο μαρτύρια, θά εκινδύνευε τις νά παραδεχθή δτι
Λ φράσις αντη εσχηματίσθη άντιστοίχως πρός τάς τουρκικάς φράσεις
• αδαμ διρ — αδαμ όλδή —αδαμ ό λμ α γι αδ ζ ά κ =ε ί ν ε
4 ν θρω πό ς — 6γει ν ε ν άνθρωπος—δέν θά γείνη 5ν-
θ ρωπ ο ς». Ή δύναμις τής τουρκικής φράσεως καταδείκνυται μά-
λιστα έν τινι άνεκδότω. «Ό γ λ ού μ πασιάόλδήν, βιζΐρ όλ-
δ ή ν, αδαμ όλμαδην — παιδίμου, πασιάςέγεινες, ^ε-
ζίρηςέγινες, ανθρωπος δέν έγεινες· (οϋτως έπετίμησέ
ποτε πατήρ τφ υίφ καίπερ είς τα ϋπατα των άξιομάτων άνελθόντΐ).
(12) Πρός ανατολάς των Σερρών κεϊνται τα λεγόμενα Δ α ρ ν α κ ο-
ΤΒΣ ΚΑΘ* 11ΜΑΧ ΔΙ1Μ11ΔΟΥΣ ΓΛ11ΣΣ11Σ 43
χωρία, έλληνόφωνοι κώμαι, οΐ'τω κληθεϊΰΌι έκ τοϋ όνόματος των
οίκούντων, «Δ α ρ ν ά κ ι δ ε ς». ©εωρεϊται πιθανόν ότι εδόθη αυτοίς τό
δνομα τουτο διά την όυχνοτάτην χρησ"ιν της λέξεως δάρι —τώρα
καϊ2) — βρέ. Πόθεν ή λέξις δ ά ρ ι, άγνωστον. Τό βέβαιον είνε ότι
διέσωσ-αν οί Δαρνάκιδες λέξεις τινάς ακριβώς άρχαίας. Εάν ό Σώ-
Λεφέβρ, ό διαπρεπής "Αγγλος βουλευτής έξ αύτοψίας καί αύτηκοΐας
έγίνωσκε τόν ελληνισμόν των Δαρνακοχωρίων, της επαρχίας Σερρών
έν γένει καί της Ζίχνας, δέν θά παρεπλανάτο (ϊσως υπό των εχόντων
συμφέρον νά διαδίδωσι στρεβλάς και ψευδεϊς πληροφορίας περί τοϋ
έλληνικοϋ της Μακεδονίας πληθυσμόν, ωστε νά πιστεύση και νά
γράψη .Ή έθνολογία μαρτυρεϊ ότι πρός ανατολάς (!!!) της Θεσσαλο¬
νίκης οί Βούλγαροι είνε πολυαριθμότεροι των 'Ελλήνων !!· (Ν. Ήμέ-
ρα 2]14 Φεβρουσρΐου 1891). Ώ γη και Θεοί! οΰτω γράφεται η Ούγχρο-
νος ίστορΐα !
(13) Τό Καταφύγιον, είνε κωμόπολις Μακεδονικη έν τ^, δυτικχϊ
πλευρα των Πιερίων όρέων, έλληνικωτάτη τό δνομα καί άμιγή ελ¬
ληνικόν πληθυσμόν έχουσα. Επίκειται τώ Καταφυγίω ό ύιΙ/αυχην καί
ΰπερηφανος Φλάμπουρος, η ύψίστη κορυφη των ΙΙιερίων. Δια-
σώζει λέζεις άκραιφνώς ελληνικάς— «'ξ έ δ ρ α = έκτοπισμός, έκα¬
με τό ξύλο 'ξέδρα=έκ της δδρας αυτού μετετο¬
πίσθη».
(14)ΤόΜελένικον η όΜελένικος, πρός βορράν των Σερ¬
ρών κειμένη έλ2.ηνικη πόλις, αδεται δτι συνέστη έξ άποίκων Β ν-
ζαν τίνων. Ένιό'χύει την παράδοσιν τό ίδιόρρυθμον της προφο-
ρας καί τό λεξιλόγιον των Μελενικίων. Καί τοϋ όνόματος δέ Λ πα-
ραγωγη πολλήν συζητησιν προεκάλεσε. «Ποχειριός = ϋποχεί-
ριος». Έν χρόνοις παλαιοτέροις οί πολίται Μελενίκου διηροϋντο
είς δύο τάξεις είς ά φέ ν τ ι δ ες (πάτρωνας) καί ποχειριοϋς (=
πελάτας).
(15) Π. χ. Άκουων ό ίδιώτης την λέξιν Βημα Λγιον Βήμα, (Άϊ-
δημα καί Άϊδήμα) ουδέποτε φαντάζεται τό^ημα τήςΐΐνυκός.
Ουδέποτε ωσαύτως ύπονοεϊ την άρχικην σημασίαν έν τφ δουλεΐίω
καί τ.τ.
(16) Ιστορικήν ανάλυσιν των σ"ημασ"ιών λέξεως τινος καλούμεν
την αναζήτησιν τής ά ρ χ ι κ ή ς καί θεμελιώδους έννοίας καί ανεύ¬
ρεσιν έκάστης των βα,θμίδων τής κλίμακος, δι' ής ή λέξις, κστά ψυ-
χολογικήν ή λογικήν σχέόΊν καί έν φυσΊκήί καί άβιάΰτφ διαδοχικό-
τητι, μεταβαίνει Λ, ώς συνήθως λέγομεν, μεταπίπτει έν μιάς
έννοίας είς άλλην, καί έξ έκείνης είς τρίτην καί οΰτω καθεξής. Δέν
γνωρίζομεν ημείς τουλάχιστον έν τφ καθ" ημάς γλώσση πόνημα
ειδικώς πραγματευόμενον περί των βάσεων καί άρχών τής τοιαύ¬
της των λέξεων αναλύσεως. Ιστορίαν των λέξεων καλοϋσι
την τοιαύτην ανάλυσιν. 'Τπολαμθάνομεν ότι πρός άκριβεστέραν τοθ
δρου τούτου αντίληψιν δέον νά διακρίνηται ή Ίο"τορία των λέξεων
44 ΜΕΑΕΤΗ ΙΙΕΡΙ ΛΕΞΙΚΟΪ'
εΐςεξωτερτκην ιστορίαν, (καθ1 ην λέξις τις δι" εξωτερικόν^
καί ιστορικούς λόγους κατά διαφόρους εποχάς μεταβάλλει σημασίαν.
π. χ. έκ κ λησ ί α, λειτουργίαν τ.λ.) καί εσωτερικήν Ιστο¬
ρίαν, καθ" ην Λ λέξις διά ψυχολογικούς λόγους μεταπεοΌΰσα είς δια¬
φόρους έννοίας, κατά τόν αυτόν χρόνον όυμδαίνει, νά διατηρή πάσας
π. χ. παρ Όμηρψ τό εΰχομαι έχει καϊ την έννοιαν τής πρός τό
θείον δεήσεως καί της κ αυξήσεως.
(Π) Εάν ή είς τάς δημώδους ρήσεις προφαινομένη έννοια τής ερ¬
γασίας έρμηνευθη καν δτ'&λλης άναί.ογίας, τοϋ αρχαίον δμως κ ά μ ν ω
θεμελιώδη έννοιαν άνάγκηνά παραδεχθώμεν τίιν τοϋ έ ρ γ ά ζβσθοι,
καθ" όσον καί εύχερέστερον καί φυσικώτερον θά έξηγηθη τουτο μέν
η σειρά των έπιγόνων σημαόιών, κουράζεσθαι, ταλαιπωρεΐν,
νοσεϊν, άποθνήο"κειν, τουτο δέ Λ έννοια τοΰ Όμηρικοΰ «κά-
με τεύχων».
(18) Άνέκαθίν είχομεν την γνώμην ότι θεμελιώδης έννοια τοϋ κ&-
μνω είνε έργάζεοθαι, ότε χθές κατ6 παράδοξον σύμπτωσιν ηκοΰσα-
μεν Τραπεζονντιακόν στίχον. «Ή στράτα εΐν' άνέφορος, τα γόνατά
μ' κι' κάμνεν — η όδός άνάντης, τα γόνατά μου δέν δουλβύουν».
(19ι Τό άδούλεντος ηκούσαμεν έν Πιερΐα. Κατά συνειρμόν των
έννοιών άνεμνήσθημεν ότι έκεϊ ό μή άκαμάτης λέγεται κ α-
κός 'ς τή δ ο υ λβι ά, όπως καί τό ειίφυές παιδΐ λέγεται κ α-
κό παχ δι, καί ό ίκανώτερος = κακώτερος καΐ ό βαρέως νοσών
κακά ήρρωστος. Παρατηρεϊται άναλογία τις πρός την τοΰ άρ-
χαίουδεινός. Κα'ι τουτο, ώς γνωστόν έκ τής έννοίας τοϋ φ ό6 ου
καΐ τοϋ τ ρό μ ο υ μετέπεο"εν είς την τοΰ σεδασμοΰ και τής Ικα-
νότητος. (— «Λ εινός είς ώπαΐδέσθαι— Δεινόςτ'αίδοϊός
τε — Δεινός λέγειν.).
(20) Εύχερώς μεταπίπτουόΊν αί λέξεις έκ τοΰ γ έ ν ο υ ς είς τό ε
I-
δ ο ς. Κ ά Ο τ α ν α λέγθνται και τής όξϋας (ούξιδς) οί καρποϊ
(οϋξοκάστανα). Ι'εώμηλα λέγονται καί. τα μήλα τής
γής (έν Πιερία) = γλυκ ε ϊ αι πατάται καί αί παντός είδους
πατάται, — Τόπίνω προσέλαβε καί, την σημασίαν τοΰ κ α-
ηνί ζ ειν.
(21) Ή γραπτή γλώσσα των όθωμανών εί καί τό πλείστον υλικόν
των λέξεων έκ τής'Αραδικής κα'ι ΙΙερσΛκής φιλολογίας δανείζετατ, κατ·
θυσίαν δμως μένει Τουρκική. Άραψ λόγιος δέν δύναται νά έννο-
Λση την Τουρκικήν γλώσσαν, εάν μή σπουδάση περί αυτήν.
(2Ϊ) "Εν τήθερμαΐδι (μονογραφία περ» Θεσσαλονίκης) ό μακαρί-
της Μιχαήλ Χ. "Ιωάννου την λέξιν 'Ρό π ο τ ο ς =κρότος, θόρυδος,
ήν έν Κολινδρώ ήκουσε, πειράται διά πολλών νά άποδείξη καταγο-
μένην έκ τοΰ λατινικοΰ «/ τβρ ι Ι ν. 8, εί καί όμολογεΐ ότι Λλλοι θά
ΰπελόμβανον την λέξιν πεποιημένην. 'Αλλ' ή αυτή λέξις προ-
φέρεται έν Καταφυγίω Τρόποτος (έκ τοΰ ήχου πεποιημένη κατά
πασάν πιθανότητα λέξις, όπως καί 6ου6ουνητός = βροντή, καί
δανος (οοϊόογ) επ* Ισης έκ τής τοϋ ήχου μιμήσεως ώνο-
ΐΗΣ ΚΑΘ* ΗΜΑΣ ΔΗΜίΙΛΟΥΣ ΓΛίϊΣΣΗΣ 45
μάσθη η θορνδώδης έκ ξηροτάτων νλών φλόξ. Πιθανωτάτη Λρα η
όνοματοποίησις.
(23; Όδοϋ πάρεργθν άς αναφέρωμεν δτι έν Σερβίοις άπόκρημνός
τις αύλών διέσωσε τό όνομα Φάραγγας. 'Κκεϊσώζεται καί Λ ώραία
λέξις ζενγαλατει,ό = ζενγηλατεϊον — προάστειον υπό ζευγηλα-
τών οΐκούμενον.
(24) ΜαβδΙνο καλοΐίόιν οί Ίηυδαϊοι τόν διδάσκαλον της βΐι-
ραθεν σοφίας πρός διάκμΐσιν άπδ χον ίεροδιδασκάλον, όν ΚαΙ)·
1> ι καλοΰόι. Κ αι οί Όθωμανοί τόν μέν θρησκευτικόν διδάσκαλον χόν-
τζα καλοϋσΊ (έκ τού ΠεροΊκοϋ), τόν δέ τα της κοόμικής παιδεύόεως
έπαγγελλόμενον μοναλλίμ(—: γνώσεως κάτοχον) όνομάζονόιν.
""'πΛρχον ρεθαίως χρόνοι, έν οϊς και παρ' ημίν οί διδάσκαλοι των
γραμμάτων δέν διεκρίνοντο άπό τούς των ίερών μαθημάτων, καΐ οί
παπάδες ησ"αν σΰνσμα καί διδάσκαλοι των κοινών γραμμάτων κοί
καθηγηταί των έγκυκλοπαιδικών μαθημάτων καί μάλτστα τΛς έλλη-
νικής γλώσσης. Περιώννμος εγένετο έν Μακεδονία ό κατά τό β' τέ¬
ταρτον τοϋ νυν αιώνος Παπαδάσκαλος ίδτωνυμηθεις Νικόλαος
Τριανταφυλλίδης ιερεύς. Ζηλωτόν πλεονέκτημα είς απαράμιλλον
βαθμόν είχε τίιν περί τό ί.έγβιν ευχέρειαν καί την καρποφορωτάτην
μεταδοτικότητα. Επί τριετίαν ή τετραετίαν κατώρθωνεν όλως άΰτοι-
χειώτους μαθητάς καί τοϋ κ οί ν ου λεγόμενον σχολείον (τοϋ ν ά ρ-
θ η κ ο ς) άποφοίτους νά καθιστ^ άκανώς είδήμονας τοϋ "Ελληνος
λόγον. Πολυαρίθμους έμόρφωσε μαθητάς διαπρέφαντας δραδντερον
έν διαφόροις τοϋ βίον σταδίοις. Μαθητης τοϋ άοιδίμον ΟΙκονόμου
τοϋ έξ ΟΙκονόμων καί θαυμαστής τοϋ άθανάτον Κοραη, δέν ίπανύε
παραδάλλων καί παραλληλίζων την νεώτερον πρός την αρχαίον
ελληνικήν καί. εΐ/χερεστεραν διά τούτον καί άπονωτέραν καθι-
στών την μάθηοΊν της άρχαίας. Έκ των μαθητών αντοϋ εγένετο ό
μακαρίτης Φίλιππος Άδαμαντίδης ^αί Θεόδωρος Ιαρχατλής. Αμ¬
φότεροι έσπονδαο"αν περί την καθ" Λμάς δημώδη γλώσσαν καί περί
τόν νεώτερον βίον έν γένει. Ό Σαρχατλής μάλιστα ίχει άφθονον ο"νλ-
λογην ποικίλων παρατηρήσεων. Κρϊμα δτι τοιούτοι μόχθοι άσύμ-
δολοι είς τόν ιερόν άληθώς άγώνα της σπονδης των καθ" ημάς καί
αγονοι θά παρέλθωσΊν. Έν ττ^ παρεκδάσει ταύτη συναιθθάνομαν ψυ¬
χολογίαν ανάγκην τον νά προόθέσω δτι οί άρχαιότεροι διδάσκαλοι
καί οί άρχαιότεροι τρόφιμοι τής φιλοσοφικτϊς τοϋ Πανεπιθτημίον
μας φοιτηταϊ ενσεδέστερον καί ένθονσιωδέστερον είχον περί την με¬
λέτην των φαινομένων τον νεώτερον πνενματικοϋ βίον τοϋ έθνονς.
Εάν δέν μ' άπατα η αντίληψις, παρατηρώ κατάπτωόίν τίνα τοϋ ζή¬
λον. Ουδείς βεβαίως ψέγει την νέαν ώθησαν τον περί την γλώσσαν
καθαρεύειν, ουδέ ποθεϊ πλημμελών καί ήμαρτημένων τνπων
την χρήσιν έν τώ γραπτφ λόγω, άλλά καί ·κα'ι ταυτα £δει ποιήόαι,
κάκεϊνα μιχ άφιέναι». Αύτοι οί Όθωμανοί, άλλοτε άδιαφόρως η μάλ¬
λον περιφρονητικώς έχοντες πρός την σ"πονδήν τοϋ μητρικοΰ ίδιώ-
ματος ("ενός, καί τοϋ ούοΊωδεοΐτίρου μάλισ"τα, έκ των τριών ο"το%-
46 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΛΕΞ1Κ0Υ
χείων, έξ ών όυνέστηκεν ό γραπτός αυτών λόγος, ό άραβοπερ-
ΰοτονρκικδς) θαυμαστάς δέ μόνον της Άραδικής καΐ Περσικής
γλώσσης και φιλολογίας, αΐτινες μοναι έν τοίς οχολείοις έδιδάσκον-
το,άπό ολίγων δεκάδων έτών Λρξαντο συναιιθανόμενοι τδ πλημμελές
τής τοιαύτης γλωσσικής πορείας καί μετα ζήλον θερμοϋ έτράποντο επί
την μελέτην καί θεωρίαν τοΰ γραπτοϋ λόγον, είσαγαγόντες την δι¬
δασκαλίαν αΐττοϋ καί είς τα οχολεϊα, γλωσοΌλογικήν δέ έρευναν τοϋ
μητρικοΰ ιδχώματος, τοϋ κοινως όμιλονμένον. Τού μακαρί-
του Ιΐαπαδιδασκάλου μνημονεύσας (ΐυνανεμνήαθην καί ετέρου Κοζα-
νίτου ίερέως, Χαρίση Μεγδάνη, ζώντος κατα τάς αρχάς τής ένεστώ-
ο"ης έκατονταετηρίδθς, τόν χρυσουν των γραμμάτων αίώνα έν Κοζά-
νη, δτε συνήκμαζεν ό Ιατροφιλόσοφος Γ. Σακελλάριος καί ό εύφυέ-
στατος Ιατρος καί συγγραφεύς Μ. Περδικάρις. Ό Μαγδάνης πρός
τοίς άλλοις συνέγραι];ΐί πραγματείαν «περΐ των έν Κοζάνη διδα-
ξάντων από τής άλώσεως μέχρι των ημερών τού». Έφ' όσον ένθυ-
μοϋμαι, πρό Ικανών έτών Ιδών την πραγματείαν ταύτην, αποτελεί
πολυτίμητον συμδολήν είς την σπουδην των καθ" ημάς, καί διότι
άποδεικνύει άδιάκοπον την σειράν τής δτδασκαλίας των έλληνικών
γραμμάτων καί διότι άναφέρει όνόματα σημειώσιμα, καΐ διότι η
νΐη τής συγγραφής ηντλήθη έξ εγγράφων διαφόρων, σωζομένων είτε
έν τω μητροποΛΐτικ(ΐ> κώδικι, είτε παρ' ιδιώταις. Προσαποδεικνΐιει δέ
και τδν ιερόν ζήλον, την φιλοπονίαν καί. την εύφυΐαν τοϋ συγγρα-
φέως, όστις δνευ συστηματικής μορφώσεως, οίαν ημείς σή¬
μερον εννοούμεν, και μόνον μέ την έν τή μικρά πατρίδι τού μικρόν
παΐδβυσιν τεθραμμένος, κατώρθωσε, προλαδών τούς χρόνονς, νά
πράξη αύτός (έν σχβτικω μέτρω) έκεϊνο, είς δ ημείς ευχόμεθα, όπως
πολλοί τραπώσι.
(25) Ό τύπος Πρωτομαΐστωρ εύχρηότεϊ έν τή έπισ"ήμω έκκλη-
σιαστική γλώσσαι. Γνωστη εστίν ή έν ταϊς.ίεροτβλεστίαις φράσις «υπέρ
των μαιστόρων κοΐ πρωτομαίστόρων των εύλογημένων έ σ-
ναφίω ν ίι ρουφετίων. "Αξιον τοϋ κόπον θά ήτο νό έγράφετο εΐδι-
κη πραγματεία περί τοΰ θ ε ο μ ο ΰ των όυντεχνιών κατα τούς δια¬
φόρους τόπους κα» χρόνονς. (Σημείον τοϋ έθνικοϋ βίου και τουτο ά-
ξιόλογον). Ό όρος σνντεχνία έκ πρώτης δψίως φαίνεται μεταγενε¬
στέρας έποχής. Άλλ' έγώ, ενθυμούμαι ακριβώς, άνέγνων ίν τινι έπι-
γραφί> τής Μ. Άσίας, έκδοθείσζΐ έν τώ περιοδικώ τοϋ έν Σμύρνη σύλ¬
λογον Όμήρου, των ρωμαικών περίπου χρόνων, τόν όρον σ ν ν-
τεχνία υπο τίιν σημερινήν έννοιαν. Έν αλλη έπιγραφη, έκεϊ
έπίσης έκδοθείση, καΐ των αυτών χρόνων, άνέγνων την λέξιν Ό ν ο-
μ ά τ ο ι υπό την σημερινήν έννοιαν. Ό όρος έσνάφι είνε λέξις
άραδικη· σ η ν η φ λέγεται ή τάξις. Τό πληθυντικδν είνε έσνάφ
= τάξεις· τδ δέ περιλάλητον Ρουφέτι, όπερ, ώς γνωστόν, παρ-
ηρμηνεύθη εΙςΡουφέτιον υπό τε άλλον όοφοϋ Γαλάτου καΐ υπό
Βοιλισσώνος τοΰ πάνυ (Ιδέ Δ. Π. Συντακτ. Άΰωπ. είς εΐθαγ. σελ. οα'.)
είνε, νομίζω, έπίσης άραδικη λέξις τφί — οΐβτηβηββ, ηιί8β»·β-
Της καθ1 ημάς ΛΗΐνΐϋΛοΥΣ γλιισιησ 4?
ε λέξ. Σαμή βέη Φράσσαρη σελ. 527). Ό θεΛμός των ό ο υ φ ε-
τίων βεβαίως ένεϊχεν ώς θεμελτώδη έννοιαν την τής ενο--λογχνΐας
καί εύποιίας πρός τούς άσθενεότέρους ή καί πενεστέρους όμοτ,-
χνους, καί έντεΟ6εν έλαβε τό όνομα παρά τοίς Άραψι καί Όθωμα-
νοχς. Ιιίκάζεται δέ δττ υπο τό δνομα τουτο αί των συντεχνιών όμά-
δες ιϋχερέστερον καχ άο-φαλέυ-τερον ηδύναντο νά άναγνωρτσθώσιν
επισήμως υπο της τότε άρχής. Φαίνεται έπίσης ότι τό όνομα έ β-
ν ά φ ι έξενίκησε, διότι καί αύτοι οί Όθωμανοί έν τώ ίδιωτχκώ λό^ω
ταύτης της λέξεως ώς επί το πολύ χρήσιν ποιοϋνται!
(26) Έν Κοζάνη το μ α γ ε ι ρ τ ό λέγεται Κούχνη (εκ τοϋ ΚοβοΙιηβη)
επι το γερμανικωτερον, τα δέ π α ρ α π ε τ α όμα τα (οί βερτέδες)
ωυαυτως επί τό γερμανικαί :ερον φ ι μ χ ά γ κ α (υβτΗΆη9βη). Παρελή¬
φθησαν αί γερμανικαί αύται λέξεις υπό των έν Αυστρία καί Ούγγα-
οία Ριούντων κατά τάς αρχάς τοΰ νυν αιώνος Κοζανχτών, διαδοθεϊ-
σαι βαθμηδόν δι' αυτών καί είς τονς συντοπίτας των.
(27) Δια την συγκρτικην γλωόοΌλογίαν αξιοθπούδαστον φαινόμενον
είναι ότι οί Όθωμανοί, εί καί κατ" θυσίαν διετήρησαν την μητρικήν
των γλώσο-αν, ένεκα τής θρησκευτικής καί φιλοστοργικής αυτών
δπικοινωνίας πρός τούς "Αραδας καί Πέρσας έπλούτισαν μέν είς απα¬
ράμιλλον βαθμόν την γραφομένην μάλΐ(}τα γλώο-σάν των, άπέδαλον
ομως λέξεις τής πρωτίστης άνάγκης, π. χ. όανθρωπος, όθεός,
αραθιστί ϋπ' αύι ών καλείται όφίλος, τό πθρ περσιθτί. Καί
αυτος ό λαός, ού μόνον οί λόγιοι, τάς άναγκαιοτάτας καί έκ πάσης
γλώσσης άπαραιτήτους έννοΐας ταύτας ξενικώς όνομαζουσ"ι.
(*8) Ή θ β ρ μ Λ σποδός εν Ήπείρω λέγεται ζ χ ά ρ α , έν θεσσα-
Αθνίκη κούχουρη καί κοννότερον χ ό 6 ο λ η. Έν Σέρραχς ϋ π ο ΰ-
, α ιι (ίπούζα καί έν Σαραντα έκκλησιαχς θερμοσποδιά.
Αντχκατασταθήτω λοιπόν τό ζχάρα κ.τ.λ διά τοϋ θ ε ρ μ ο ό π ο δ ϊ ά.
(29) "Ηδη ό Μ. Χατζή "Ιωάννου έν σελ. 27 τής Θερμαΐδ ος προ-
κεχμένου περί τής λέξεως ζ α γ ά ρ ι εξέφρασαν (έν άγνοία βεβαίως)
τοιαύτην τινά απορίαν. .Έν τούτοις ύπάρχει λέξις τις Ίΐπειρωτική
η λέξις ζαγά ρι σημαίνουθα τόν θηρευτικόν κυνα, ένθα (έν Ήπείρω)
ν^δυνάμεθα να εννοήσωμεν άραβχκην επήρειαν (βίο)». Καί δμως τό
μαγμα ίστορχκώς έξεταζόμενον, φνοΊκώτατον καί λογικώτατον ύπάρ-
Χεΐ· Ιδού πώς. Ουδένα λανθάνει ότι μερίς των κατοίκων των 'ΙΙπει-
Ρωτικών πόλεων Λσπάσθη τα τοϋ Μωάμεθ καί ότι μέχρι τής σήμερον
«ετήρησαν οί τοϋ Ίσλαμιόμοϋ θρηο"κεύματος όπαδοί Ηπειρώται
τ*ιν μητρικήν γλώσσαν άλλ' ούχι αμχγή ούδ' άνόθευτον.ΟΙ λογιώτεροι,
^άλιστα έν τη Άραβική καί Ιΐερσικ^ γλώσση καί φτλολογία την παί-
υσιν διά θρησκευτικούς λογους λαμβάνοντες, εικός ην νά έγκατα-
μνγνύωσχ τι5 μητρικ·η καί πολλάς λέξεχς καί φράσεις άνατολχκάς,
μέν ως έκ τής επιδράσεως τής θρησκεντικής καί φιλολογχκής μορ-
φωσεως αυτών, τόδέ έξ άνάγκης γλωσ"χκής, καθ'δο"ον άντιστοί-
Χ°υς είς τας νίας 6ννοίας,ις έπορίζοντο,λέξεις έν τή μητρχκη γλώσ-
η ·ι οέν εϋρισκον ή δέν έλάμβανον τόν κόπον νά άναζητήσωίΐι περχ-
48 ΜελΕτη περι λεξικου
φρονούντες αύτην ώς γλώσσαν μητρικην μέν, άλλά μη ί'εράν. Ίϊς
έκ τούτου έθχημάτισαν αύτοι γλωσσικόν τι κραμα, ίδίωμά τι, την μέν
βάσιν και την υπόστασιν ελληνικόν, βρϊθον δέάνατολικαϊς λέξεσι
καί φράσεΰι. Ταύτας εύχερέστατον ιΐ,το νά μεταδώσωσιν είς τούς άπαι-
δεύτους όμοθρήο"κους καί είς τούς όμογλώσοΌυς συνοίκους, διότι έλ-
ληνιστί βεβαίως όμιλοϋντες κατ' θυσίαν καταληπτοΐ εγίνοντο, καί
δτε παρενεϊρον τάς άνατολικάς λέξεις και φράσεις. Όμοιον γλωσ¬
σικόν φαινόμενον παρατηρεΐται και είς τούς νησιώτας, δσοι υπό την
'Ενετικήν κυριαρχίαν διετέλεσαν και έκεϊ λέξεις και φράσεις εισή¬
χθησαν, καί διά των τα τής δυτικής έκκλησίας άσπασθέντων Έλλη-
νοφώνων, και διά των την Ίταλικην έκμαθόντων ημετέρων, και διά
των την ελληνικήν προσπαθούντων νά όμιλησ"ωο"ιν Ίταλών.'Εν Ήσΐεί-
ρω, είπερ που, εύχερεΰτέρα ήτο ή διάδοσις των άνατολικών λέξεων
διά τδ όμόγλωβοΌν των μη όμοθρηΰκούντων άλληλοις κατοίκων. Τί
θά δλε^εν ό μακαρίτης, εάν έγίνωΰκεν ότι ή λέξις ούσλοθπ' = τρό-
ηος, και Όφος, ακούεται έν /αγορίω καί έν Καταφυγίω! Όμολογουμέ-
νως είνε λέξις ά ρ α 6 ι κ η, άραδικωτάτη, καί δμως ο"υχνοτάτη καί
πολύχρηστος έν έλληνικο>τάταις χώραις, έν αίς πλήν των διοικητι-
κών ύπαλλήλων ουδείς ουδέποτε ωκησεν "Δραψ, ή τουλάχιστον Όθω-
μανός. ΚαΙ μηπως μόνον αί μνημονευθεϊο"αι άραβικαί λέξεις προφέ-
ρονται υπό έλληνικωτάτων την καταγωγην άνθρώπων ; ΠόοΌι καί
πάσαι άλλαι! Είς την διάδοσιν των ξένων λέξεων συντελεί, ώς καί
έν τοίς έμπροσθεν είπομεν, τουτο μέν Λ γλωσοΊκή άνάγκη τουτο δέ
τόέκ περιουσίας λέγειν. Πράγματι, είς τούς κοινοτέρους μά-
λιστα των άνθρώπων, τούς μη έχοντος γλωοΌΊκήν συνείδησιν καί
εθνικόν γλωσσικόν ο"·υναίσθημα, παρατηρεΐται τάσις πρός τό ζηλοϋν
ξενοτρόπους λέξεις κα φράσεις, δι" ών άπλοίκώς πιθτεύουσιν ότι θά
έπιδεΐξωΰιν, είς τούς όμοεθνεϊς ίι συμπολίτας εαυτούς πολλω κατά
την πάσαν παίδενσιν καθυπερτέρους. Έκ των περί τόν Όλυμπόν τί¬
νες άποδημοϋντες είς Στερεάν Έλλάδα συγκομίζουσιν εκείθεν λέξεις
καί ρήσεις, χείρονας μέν πολλάκις των της θρεψαμένης, άλλ' άσπα-
σ"τάς τοίς έπτοημένοις περί τα μη έγχώρια ο"υντοπίταις. Ήκούο·αμεν
πολλαχοϋ καί πολλάκις τοιαύτας ρήσεις θαυμαζομένας, ώς δήθεν
'Δττικουργεϊς καί τοϋ χ ρ η ο" τ ο ϋ μάλιστα κ ό μ μ α τ ο ς, π. χ. «αυτό
τό γράμμαδέντόβγαίνω» ήτοι ώς κακογραφημένον,δέν δύναμαι νά τό
άναγνώσω. Ωσαύτως ηκούθαμεν καί τό ξενιτάρω (=ηβΙΙαΓβ) μετά
επιδείξεως άπαγγελλόμενον ώς έλληνικώχερον δηθεν καί αίρετώτερον
άμα τοϋ δήθεν χυδαικοΰ καθαρίζω (!!!), «άς ξενιττάρωμεν τό λο-
γαριασμό· δταν λέγηται, οί άκούοντες έν «άγία άπλότητι- φαντάζον-
ται φράσιν τινά διαπρεπώς αρχαίαν καί θαυμαστήν, Καί άλλα πολλά
παραδβίγματα ηδυνάμην νά παραθέσω πιστοϋντα τό γλωΰοΊκόν τούτο
φαινόμενον, όπερ ούοΊωδώς έπέδρασεν επί τής έκ περιουσίας
είσαγωγής όθνείων τρόπων τοϋ λέγειν.
(Λ) Έν Κοζάνη πολύ ΰυνηθίζεται η προσθήκη τοϋ φθόγγου γ η ϊ
είς τάς άπό φωνήεντος η διφθόγγου άρχομένας λέξεις, καί η £κθλιι|;ις
ΤΗϊ ΚΑΘ* ΗΜΑΣ ΛΗΜΩΛΟΪΣ ΓΛΩΣΣΗΣ 49
τουναντίον τού φθόγγου γ είς άλλας άπ' αυτού άρχομένας· π .χ. τό
αί μ α προφέρεται γαϊμα κα'ι τό γέρος έρος· εντέυθεν καί τό
λογοπαίγνιον, δι' ου υπό των περιοίκων οί Κοζανϊται ύκώπτονται
•γεϊδα μιά Ιδα μ' ενα Ιδοϋλχ πουκάτ' "ς ϋνα Ιουφύρ'»— «βΐδα μιά γίδα
μ'δνα γιδοϋλι ποκάτω 'ς δνα γεφύρι». Παρατηρεϊτατ έπίσης καϊ η έκ-
θλιψις τοϋ 6 άπό τό βολά αντΐ φορά- π. χ. μιά ούλάς =μία βολά, μία
φορά.
(31) Σούμπασης —. έπιο"τάτης τοΊφλικίον 2) διοικητικός έπΐ-
τροπος. Διαδόητοι υπήρξαν οί επί Άλή-Πασσά σονμπασάδες
των κωμοπόλεων καΐ χωρίων, περί ών πολλό άνέκδοτα φέρονταχ.
Άλλα ο"ουμπασης λέγετατ καΐ τό κεφαλόδρυσο^Λ πηγίι
ύδατος. Όθεν τό πληο"ίον των Σερρών Σ ο υ μ π α ό — ικιοί μάλ¬
λον ώς χωρίον άναδρΰοντος ύδατος έννοητέον.
(32) Περιττόν θά ήτο νά καταδειχθήί διά πολλών Λ χρηόνμότης της
γνώσεως τής Όθωμανικής γλώσσης διά την εξερεύνησιν τοϋ ξενικοΰ
καΐ αμφιβόλου στοιχείον; τής δημώδους ημών γλώσσης. Άμνη-
μόνευτον δμως άς μη παραλειφθή ότι ή γνώσις τής γλώσσης ταύτης
(έννοεΐται τουτο περί άνδρας φιλολογικην καΐ γλωσσολογικήν μόρ¬
φωσιν έχοντος) συμβάλλεται τα μέγιστα και είς την κατανόησιν τοϋ
πραγματικόν χαρακτήρος τοϋ περιλαλητου ζητήματος τής γραφο-
μένης γλώσσης μας, καθ1 δόΌν η όθωμανικη γραπτΛ γλώσ"σ"α συγ-
κροτουμένη μέν έκ τριών στοιχείον, την δέ οΐ'ΰίαν και υπόστασιν
τουρκική. ούσα, ώς προείπομεν, πολλά τα κοινά ϊχει πρός τΛν ημε¬
τέραν λογίαν γλώσσαν. Όσοι και έπ' ολίγον ήι|;αντο αυτής, έπεΐσθη-
σαν ότι όπως έκείνη, οι"'το> και η καθ" ημάς λογία, όσουςδήποτε κ α-
θαρεύοντας καί δοκίμους τύπους καί εάν προσλάβη, νέα γλώσ-
σα κατ' θυσίαν είνε και θά Λνε νέα Έλληνικη καθ" υπόστασιν γλώσ-
(1α, άνταποκρινομένη είς τάς πνευματικάς καί γλωσσικάς ανάγκας
τοϋ νυν Ελληνικόν έθνους, καί δτι την αγαθήν μερίδα έξελέξαντο
δσοι διέγνωοΌν τί έκ τής δημώδους φέρε» καΐ τί έκ τής άρχαίας
άδιάστως καί φυσικώς κατά τόν αφομηιωματικόν τής ιΐτυχολογίας νό¬
μον δύναται νά παραλάβη πρός πλουτισμόν καί καλλιτεχνικην άμα
μόρφωσιν έαυτής. Άλλ' άκροθιγο>ς τοϋ σοδαροϋ τούτον ζητήματος
τ!ταύο"αντες, είς τό προκειμένον έπανίωμεν, ίνα προσθέσωμεν ότι καί
αύτοι οί λογιώτεροι ΌθωμανοΙ κίς τα τής μητρικής γλώσσης λεξικά,
όποΐα μόλις άπό τίνων έτών ήρξαντο συγγράφοντες, σημειώνουσ"ιν
όσας λέξεις ΐ;πολαμ6άνοι;ο·ιν έπήλυδας· π. χ. την λέξιν χωρ α τα ς=
ά5τεϊο"μός, σημειώνονσιν ώς 'Ρ^λληνικήν. Περίεργον δέ μοί εφάνη
δτι είς των όθωμανών λεξνκογράφων, ό Ν. Χελμή έφέντης, θεωρεϊ
την λ. παίδός (—κατάπανσις τής εργασίας) Ελληνικήν. Έπεθύμουν
νά μάθω η άνακαλύψω τό έτυμον ταύτης τής λέξεως· άλλ' έπέχω έν
γε τω παρόντι νά είπω τι περί τούτου.
(33) Είχον ήδη γράψει τα ολίγα έκείνα τα περϊ κυρίων όνομάτων,
ότε μοί επήλθεν αίφνης άπόρημά τι «Μήπως τα έ κ φντών την
αρχήν λαδόντα όνόματα εδόθησαν κατ' αρχάς ώςέπωνύμια καί
50 ΜΕΛΕΤΙΙ Γ1ΕΡ1 ΛΓ.Ξ1ΚΟΪ
βραδύτερον μετέβησαν βαθμηδόν καϊ λεληθότως ες την χώραν των
■κυρίων, όπως είς τα των άξιωμάτων συνέδη ; ή μήπως τό ίθος
τουτο παρελήφθη 6κ των Ίταλών (Ένετών) παρ' οΐς τ ό Β ο β»
(= ρόδον) κυριωνυμία εγένετο;» Λέν είνε 5.ρά γε τοϋ κόπον Λξνον Λ
πρός τόν σκοπόν τούτον άναδίφησις των πρός τόν ενετικόν βίον
όχετχκών μνημείων ; Καν οί Ίόπανόφωνοι Ίο·ραηλϊται χρώ νται
τφ Π ο β α ώς κυρίω ονόματι.
(Σημ. Τό δεύτερον μ.ρο; της χρΐγ(χαΓϊίας τούτί,;, τό Λίξ'λό^ιον, θ» ο
εν προαεχεΐ Τινι τεύγει).
ΑΡΧΕΙΑ
ΤΗΣ
ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ
ΓΛΩΣΣΗΣ
ΕΚΔΙΔΟΜΕΝΑ
ΥΠΟ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ "ΚΟΡΑΗ,
■ι .
ΜΕΛΕΤΗ
ΠΕΡ1 ΤΟΤ
ΓΛΩΣΣΪΚΟΤ ΙΔΙΩΜΑΤΟΣ
ΒΕΛΒΕΝΤΟΤ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΧΩΡίΙΝ ΑΥΤΟΥ
υπο
ΕΓΘ. ΜΠΟΪΝΤΩΝΑ
ΤΕΛΒΙΟΦΟΙΤΟΓ ΤΗΕ ♦ΙΛ0Λ0ΓΙΑ2
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΒΑΣΙΛΙΚΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ Ν. Γ. ΙΓΓΛΕΣΗ
1892
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Κέντρον της μικράς γίωγραφικης εκτάσεως, είς ην πιριορίζεται ή
γλωσσική ερευνα τοΰ παρόντος ίοκιμίου, είναι τό Βελβεντό. Πίρί
τής γίωγραφικης θέσεως καί της ίστορίας αύτοΰ καΐ των περιχώρων
εγράφησαν άλλοτε τίνα έν Πανδώρα (τόμ. 22, φυλλ. 525 κέξ.) υπό
τόν τίτλον «Κοζανικά». Περί δέ της έτυμολογίας τοΰ ένόματος αΰ-
τοϋ λε'νονται μέν ττολλά, άλλά τό γλωτσικώς πιθανώτερον είναι ή άπό
τοΰ τουρκικοϋ (ΙβΓνθηά ( —= διάβασις ) παραγωγή αΰτοΰ· λέγω δέ
γ-ΐωσσιχώζ πιθανόν, διότι ή έναλλαγή τοΰ δ καί β καί ή τοϋ ρ καί τοΰ
.1 δέν είναι τι άιύνηθες έν τ·?ί φωνγιτικΫί της νέας Έλλϊ)νικης γλώσσης.
Έν Λιβαδϊω τοϋ "Ολύμπου προφε'ρεται τό όνομα τουτο Βιρβιντό, όπερ
δύναται ί'σως νά έκληφθη ώς διάμεσος τύπος μίταξΰ των: άιρβεντο
καί ΒιΛβιτχο (τό).
Ή έν Βελβεντώ καί ταίς πέριξ κωμοπόλίσι καί κώμαις λαλουμένη
Έλληνική γλώσσα, ή έν Καταφυγίφ, καί ή έν τί) πέραν τοϋ ποταμοΰ
(Άλιάκμονος) Κοζάντι καί Σιατίστν) άποτελοΰσι τρία οΰκ ολίγον άφι-
στάμενα αλλήλων γλωσσικά ΐδιώματα. Καί άνήκουσι μέν καί τα τρία
ταυτα ΐδιώματα είς το βόρειον Έλλνινικόν ίδίωμα καί ώς έκ τούτου
παρέχουσιν έν τοίς πλείστοις ταύτα ρ*ινόμενα, καθόλου δμω; καϊ ώς
πρός τόν γλωσσικόν πλούτον καί ώς πρός την διάρθρωσιν υπάρχουσι
διαφοραί προφανεΐς καί αίσθηταΐ είς τοΰς λαλονντας (Λε'χρι τοιούτου
βαθμοΰ, ώστε ή πρός τάς παραλλιγάς ταύτας άμοιβαία άνοικειόττις
των λαλούντων τα τρία ταυτα ΐδιώματα υπήρξεν ή αΐτία της γενε'σεως
παντοίων γλωσσικών σκωμμάτων, δι'ών άρτΰουσιν ούτοι την εκάστοτε
συνάντησιν των. Τα ΐδιώματα ταυτα χρήζουσιν ιδιαιτέρας έκαστον
εκτάσεως. Έν τω παρόντι δοκιμίω περιορίζομαι ιδιαιτέρως ιίς τό
ίδίωμα Βελβεντοϋ καί των περιχώρων αναφέρων ένιαχοΰ καί φαινόμενά
τίνα η κκί λέξεις έκ τοϋ γλωσσικοϋ πλούτου των λοιπών δύο ίδιωμά-
6 ΜΕΛΕΤΗ ΗΕΡΙ ΤΟΥ ΓΛΛΣΣ1ΚΟΤ ΙΜ'ΙΜΑΤΌΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΪ
των μέ την έλπίδα καί προθυμίαν νά, έπανε'λθω βΰν θεώ ώς τάχιστα
πραγματιυόμενος ιδιαιτέρως τα ίδιώματα ταυτα καί συμπληρών την
περί Βελβεντοϋ καί των περιχώρων παρούσαν πραγματείαν μου, την
Οποίαν οΰτε τό θάρρος οΰτε την ευχαρίστησιν εχω νά θεωρώ καθ"
εαυτήν άρκετήν διά, τόν λόγον, ότι τό περί ού ό λόγος ΐδίωμα διά
πρώτην φοράν μελεταται, ή δ' αλήθεια είναι ότι ή πρώτν) Ιρευνα, καί
είς χίΐρΛί ίμπείρου καί δεζιοϋ γλωσσολο'γου άν είναι έμπεπιστευ(χ.ένη,
δέν άντιλαμβάνίται ά,παζκπάντων των αξιοπαρατήρητον γλωσσικών
φαινομένων ούδε την σημίΐωτε'αν ύλην δύναται άμίιΐως όλην ν* βυλ-
λέξγι καί καταστρώστρ.
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ
ΓΡΑ Μ Μ ΑΤΙ Κ Η
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
ΦΩΝΗΤΙΚΗ
Η κρατουσα σήμερον διαίρεσις τής νέας Ελληνικάς είναι ή (ι; δύο
μεγάλα γλωσσικά, ίδΊώματα το βόρειον ΈΛΛηνιχον καί το γότων. Τίς
υπηρξίν η βάσις τής τοιαύτης οΊαιρέσεως καί τίνα είναι τα κύρια χα-
ρακτηριστικά καί ή γεωγραφική έκτασις έκατε'ρου των ίδιωμάτων τούτων
δύναται τις νά Γδ— έν ΕΐηΙβΐίϋΠ^ ΐη άΐβ ηβυ^ΠβΟΓιίδΟΓΙΘ Ο.Γ&Π1-
ΙΒ&ΐικ «λ. 320 κέξ. τοΰ καθηγητού καί σεβαστοΰ διδασκάλου μου
χ. Γ. Χατζιδάκ,.
Το ίόίωμα, όπερ εφεξής μίλλομεν νά, ιτραγματευθώΐίεν, άνήκει ώς
καί έν γένει τό Μακεδονικόν ίδίωμα (πλήν, καθ" όσον γνωρίζω, τοϋ
ιοιώματος Ναουσνις) είς τό βόρειον Ελληνικόν ίοϊωμα,. Τα έν αύτω
παρατγιρούμενα, φωνητικά, φαινόμενα δΐϊΐρέσαμεν είς δυο: α) είς ψαιγό-
>Ό(ΐεγα αναποσπάστως συγόίόψ&α μιτά τής έχπτωσεως υ καί ϊ χαϊ
μόνογ $ι' αυτής έρμηνιυόμενα καί β) είς ψαιγόμενα άνεζάρτητα ιοϋ
ψαινομΐγου τούτον. "Ωστε ή φωνητική τοϋ περί ού ό λόγος ίδιώματος
έκ δύο μερών : α) τής έχπτώσεως α χαΐ ϊ μετά των ϊπαχο-
τ αυτής καί β) πάντων των άσχίτων πρός ταύτην φαινομεΎωγ.
Α'.
Περί τής έκπτώσεως π χαί ι.
Ο γενικώς εν τω βοοείω Έλλϊΐνικω ίδιώματι παρατηρούμενος ΐβχυ-
τονισμός εξαίρει την τονιζομίνην συλλαβίιν πρός βλάβην των άτό-
, ών ή ζημ{α είναι αντιστρόφως άνάλογος της ίσχϋος τοϋ φθόγγου
αι^τών. Χήν κατα χόγον ίσχύος σιιράν των φωνηέντων έν τώ βορείφ
νων
8
ΜΕΛΕΤΗ ΠΕ1Ί ΤΟΓ ΓΛίΙΣΣΙΚΟΥ ΙΛΙίΙΜΑΤΟΣ ΒΡ.ΛΒΕΡιΤΟΤ
Έλλττ,νικφ ίδιώματι μεταφέρομ,εν έδώ έκ. τοθ πρό όλίγου μνημονευ-
θέντος βιβλίον τοϋ κ. Γ. Χζδά
α>ο>β>α>ί.
Ούτω λοιπόν οί μέν άσθβνέστατοι των φθόγγων υ. χαί ϊ ύρίσταντ«ι
κανονικώς την μέγιστον ζημίαν Ικπίπτοντίς, αν δέν τονίζωνται, οί οε
ήττον τούτων ασθενει; Ο καί Ο ύφι'στανται απλήν έξάμβλυνσιν είς 11
καί ί καί τουτο, «ν είναι άτονοι. Κατά ταυτα εχομεν έν τώ βορείω
ΐδιώματι δύο είδών 11 καί ϊ: α) πρωτογεγίς, άρ^αιόθεν ίήλα δή τοιοθ-
τον καί β) νσκρογινίζ, προελθόν έκ τοΰ άτόνου Ο καί 6, Ύ) *) λο-
ΥΐΛΑιΊηον 11 καί ϊ καϊ β) μόνον βόρειον Έ.Μηηχογ 11 καί ί. Άλλά
παρά τα δύο ταυτα
II
εχομεν καί άλλα άλλοίας προελεύσεως 11:
α) 11 άντί ν, Ή τοιαύτη προφορά τοθ ν δέν είναι γενικγ). Εις
ωρισμένας, καί ταύτας ολίγας, λέξεις προφέρεται ούτω τό ν, άείποτε
παρά τα χειλικά καί οΰρανικά, γενικώς δέ προφερίται ώς ί. Λέξεις τοι¬
αύτας παρατηρίΐ τις έν τω μελετωμένω ίδιώματ1. τάς άκολούθους :
μΠστάκ,1, παΛιμοΐ'σταχον^ (μύσταζ),κλλαίνου-*θί;./^ί»»·ατ (κυλλαίνω),
μΠλλώνου—μούΛΑονζα (μυλλός), σχονζου (σκύζω), τ^ΰπα (τολύπτπ),
τοΰμπηνου (τυμπανο(ν)), χονψτα (φούχτ«-φου^τίζω-πυ>ιτίζω), πΛημ-
μονρα (έν Παλιγρΐατσΐάνφ·^—=πλγ)μμύρα),7*τί =σκουτί (σκυτίον), χη —
παΜχούτ,,ίχ-ντίον), σππί= στουππί (στυππίον), μονρ//ουρίζον=ι.ορμ·ν-
ρίζω, χΛΛοϋρα = κολλούρα (κολλύριον), τονμπα (τύμβος), χςουστάλΑ,
(κρυβτάλλιον)} ζουράφ, (ζυράφιον), ζονρίζου (ξυρίζω), ρονχαη'ζον (ρ'υ-
κανίζω).
β) α άντί άλλων φωννιέντων ομοίως παρχ τα χειλικά καί ούρα-
νικά: πονρνάρ, (πιρνάρι—ττρινάρι), μχάν, άντί μούχαν, (Κοζ. καί
Σιατ.) = μκιχάνι(ον) (έν Βίλβ. μηχάν^ άντί τονουμε'νου ο: οΰΛονς
(Καταφ.), ιονγχι= μόνον καί μόνον (Εί. λεξιλ.) ^(*οί)**,=λινοκόκκι.
γ) 11 πρό των ύγρών καί των έρρίνων άναπτυσσόμίνον παρά τους
αυτού; φθόγγους, νειλικοϋ; καί ούρανικούς, αετά την Ικπτωσιν 11 ■/) 1
τ, καί άνευ τοιαύτης : χάθουμαν■=■ έκαθήμην, θχόζημ = ΐδικο'ς μου
βηΐουιάτζζεύλογία (βλουιά—βαλουιά) καίτά τοιαϋτα, περί ών θά
1. Τί θελω ν» αημάνω γράφων Κι, βλέπει τις ολίγον χατωτί'ρω.
2. Διά την γρ«φήν ταύτην θά έξηγηθώ Ιπίαης χατωτέρω.
3. 2α, 2ο, 2>υ άνϊγινώοχεται ανευ ύατερογενοϋς οΰρανιχοϋ φβογγου μετοιξύ αύτοι) χ«ί
τοθ προηγουμί'νου φδογγου· όποιι Οπάρχει ΐοιοϋτοί, θά τον σημειώνωμεν.
ΚΑΙ ΤίΙΝ ΠΕΡΙΧΙΙΙ'ίΙΝ ΑΥΤΟΥ 9
έν τω οίκείψ με'ρει λόγος. Έν τοίς έζης χάριν τυπογραφικης ευκολίας
Οά σημειώνωμεν έν λέζε! τό τε πρωτογενές ν αί το ύστΕρογενέ; 11 διά
τοΰ (ΐνιμείου ου, τό δ' ύστερογενές ϊ διά τοϋ ι.
Μίτ'χ τα ολίγα ταυτα εΐσερχόμεθα είς τό περί τής εκ,πτώσεως 11 κ»ι ϊ.
Έλε'χθιη ηδη ότι τα πρωτογενγ) καί χτονα 11 καί ΐ κανονικώς έκ,πίπτου-
σιν. "Ομοίως έκπϊπτουσ' καί τα άντί τού υ Π.Ούτω λέγιται: τ,} παπά=
τοΰ παπά α^ ίϊ]νιο'^2=—τοΰ διαβόλου, οίον τ, παπά πιδιάβ]αό.Ι Ιγγόκι=
τού" παπά παιδί τοΰ οΊαβόλου έγγόνι (παροιμία), (']οτά»ν'^δΐατάνου=
διχβόλου, χρότΤς ποι;.^οΰ(=χρόνους πολλοϋς=£Ϊς ετηπολλά, πονΛ.Ια
τα πΙ} πον.ΙΛά ιά ίτσας= ποΧΚχ χά ετη, πολλά τα έ'τιο οας, χΛΛίχ:
=κουλλος—ζκυλλός, ///7.^ώ>ηί)=μουλλώνω, τ, Γίίτρ=τοΰ Πέτρου,
γ, Λ^/«—=τοΟ Νίκου:— τού Νικολάου, χτάβ, = κουτάβι(')ν) —= σ/.Άά-
κι(ον), χγάβ,—=κουνάβι(ον), ψά^,—τύφάδι(ον), σ,/νί/ί,=σ·»1ιιάοι(ον), γ.^-
γάό,==- τυλιγάδι(ον), χΜά=ζτκοιλία, ///7λ?ό== μη>ία, ρ.1ώ= φιλώ καί
φιλ,νάδα—: ριλτ;νάδα, χ>-ώ==κινώ καί *οι>λ·ώ (κούνα προστ.). (ή.τίρσ,
—=πέρυτι, ί/-^ώ = κυλίω, σ,να^ν;,—= συνά(γ)χ·.(ον), πνάχ,= πινάκι(ον),
πθάρ^ΐπιθάρι(ον), χθάρ^-^ κριθάρι(ον), πθαμή= πιθαμή, σιοτν^ία ^
συντυχίχ (ί'δ. λεξιλ.), ^πο=φυτ£Ϊα, πΓίά=πυτία, Τηύρχοσα= Τούρ-
κισσα, γύ(ρτσσα=γύφησοα, βασίΛΤσσα= βασίλκτσα, £ί( ^αV^[ ά, ,/ώ/5
τΖ7)σ( =— τοΰ ^άννγ1 τοΰ ^ώργι τοΰ Ζή(Π)=— τοΰ Ιωάννου, (υίοΰ) τοΰ
Γεωργίου (υίοΰ) τοϋ Ζήσγ), ^α^Λ:ο=λαδικό(ν), άπήχτσα —= άτόκτησα
= άπί'κττισα κ.τ.τ.
Το ανωτέρω διατυπωθέν είναι [/.έν τοσούτον γενικόν, ώστί νά. ονο¬
μασθή κανών, ούγ ήττον δμως εχομεν χαί τινάς έζαιρεσεις, αΐτινίς έρ-
μηνεύονται, άν λα'βωμεν πρωτίστως τα άκόλουθα προ οφθαλμών.
1ον Πολλά
II
καί ΐ άν καί Είναι κυρίοις ύστερογενη, είναι όμως πα-
νελληνια καί ^ιατίθενται έν τω βορείφ ίδιώματι άπαραλλάκτως, ώς καί
τα πρωτογενη. Εντέυθεν έρμπνευεται ή έκπτωσις αυτών έν τοίς άκο-
λούθοις: ζνάρ, = ζοννάρι = ζωνάριον, πΜρ, = πωλάρι(ον) (πουλάο'
νοτ.) κνούπ, = κωνώπιον (κουνούπι νοτ.), /τΠζον=όψωνίζω (ψουνίζω
νοτ.'), χιίτ=κάτου==κάτω, άπ«ν—έπάνου—επάνω, άγκάτ=ίκν κά-
του—άνω κα'τω,σ^/ίχ,—ΐσκουλήκι—ίσκωλγικ^ον), ζμί=ζωμί(ον), πκά-
1. "Ιδε χλι'σιν έν τοίς εξής.
2. Έν ταίς περί τ0 Β6λδ«ντό χώμαις λέγεται χαι πρόαζα (—πρόδατα),
Λάς=ζΜΛ βολα-ς μιέ ομοίαν 'έχπτωυίν τοϋ β.
10 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΙΊ ΤΟΥ ΓΛίϊΣΪΙΚΟΥ ΙΛΙΩΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΥ
μΠσου (ΰποκάμισον), άρμόζμον,==άλμόζωμος (ϊδ. λεξ.), (Σιατ.) ()δοΰ>
=(Βελβ.) κουοΌύν(—τκωδώνιον, όγρίδα=χ-/ονρί$α. (ά-γ-ωρος), χ.1ιάρί
=γουχλιάρι= κοχλιάριον, Γ7οΰΛα=τουλούπ«—= τολύπη (τονΛούπι—
τουΛοΰχα), μΠοχάρί=- μουσκάρι = μοσχάρι(ον), ισχγίδα (τσουκνίοα),
^ι·/77·*«Γ&Λ)υ—:μοσχάπιδο (άλλά μονσχουστάφΛου, μονσχονβονΛω), χιρ-
τσονχχα.1α= χερουτσούκκαλα= χεροτσοΰκκαλα ('ίδ.λεξ), χιρβονΛιάΙ',ον
= χερβουλιάζω = χεροβολιάζω, τσαγγαρσονΛ, —= τσ«γγαροσούγλι=
τσαγγαροσούβλι, χουτσιχν^α= κουτοουκύ)α=: κουτσοκύλα, (*ρθρ· τίς)
ζ—:τίς—:τές, δραα^χΛχα^.άδρασκελΐά=διαβκίλιά, άγάσκχΛα= άνά-
2ονΤά ύγρά βυνήθως φυλάττουσι το' ί, έν ο"έ τώ νοτίφ ίδιώματι τρε'-
ιτουσιν ένίοτε αύτό είς 6 (κίτερνος, σίίερο κ.τ.τ.), ϊσως δέ πρό των
ΰγρών εχομεν ένια/οθ τουλάχιστον έν τφ βορείω ΐδιώματι ύστερογε-
νές ΐ, όττερ είς τινάς λί'ξίΐς είναι καταφανε'ς: τυρι—βρον(ΐουτίρι ύατζιου-
τίρ{, σνρτάρι—σΐρτον, ΐγιιρμα—γέρνον, χ7/ρ!—ζονγγονχίρ^, ά^οοχίρί
κ.τ.τ. Έντιϋθίν έρμνινεΰεται ή διατήρησις πρωτογενών ϊ έν τοίς άκολού-
θοις: ουρμη (ίδ.λεξ.), σιψάδ^ (ϊδ.λεξ.),·^·ί^ο/Γι= χειρόρτιον, σνρτάρί=
συρτάρι(ον), άχνρον, άχυρώγα= άχυρον, άχυρών, τνρ'ι {βρονμουτίρ^,
τυρόγαΛον, χηρϊ (ά^ουχέρ,), τηρώ (έν Καρπενγισίω τρω), πιιράζου (έν
Καρπενησίω πράζου), πνρώνου (άλλά προνμάδα= πυρωμάδα έν Καρ-
πεν.), πυρουμάχονς, πιδι,Ιόγουζ (έν Κοζοίνγι πιΛιγηδονί^ (ί'δ. λεξ.), χάΛι
=Λάλιν, β-/^»/^οΐ'=σίδηρον=σίδηρος κ.τ.τ.
30ν Ό τονισμος τού" 11 κ*ί ϊ εν τινι τύπφ, εν τινι συνθέτω η παρει-
γώγ|> λε'ξίώς τινος εχει μεγάλϊΐν ροπήν είς την διατήρησιν αύτοδ καί
μή τονουμένου. Τουτο όμως είναι προφανώς φαινόμενον άναλογικόν καί
έπομενως δέν είναι καί γινι*όν. Έκ της τοιαύτης τοϋ τόνου δυνάμεως
ΐρα.τΐν6ΰονται τάκόλουθα: σιδηρονηάΛονχον (πα^ούχ^), σιβηρίιγωκ (σί¬
δηρον), σουγ.ΙΙ (αοχη-Λα) (αλλαχού σϋΜ-σρΛή, χονχχιά (Μχούχχχ) (άλ-
λαχοΰ**>ά), άρχουδόγυψζουζ (άρχούδα-γύρτους),(ί)) πισονχίρατ^ πισ,τοζ
(χίσον !), άλλά πσόχονΛα, πιγαχίδις(πίγαχαή, άλλά πχάχ,, εύηξα (6η-
χτον), σημιργος (σήμιρα), μυ.Ιουχόπχΐα (μύλτ^υς), άλλά μίΙΛαΰΛαχονς,
πηχτοζ—πηχτώγου (χήγτουσα), πονθιγά (χον) (Καρτεν. πθινά), ρ'ι&ά
[ρίχτον), άλλά ρζ;ά (Σιατ.), άνχονμαχώ, άλλά ^,χη==ψυνγ), πυχγοζ
—χυχγάδα (διότι καΐ πνχγονσα), άλλά χχγά (Σιατ.), άδιιονς (δίχιονο),
χιχρος(χίχρα), Λιβάδ^ ((ηρονΜΟαδον, β.ΙαγοιΜ6αδου)} γΛυχος (γΛύχα),
ΚΑΙ Τ11Ν ΙΙΕΡΐΧίϊΡΩΝ ΑΥΤΟΥ 11
όιχόζ, άλλά 6χόζουμχ= ιδικάς μου, πυξάρ( κ.τ.τ. Πλήν τούτων πρέπη
νά παρα,τηργιθώσι προσέτι περΐ τούτου τάκόλουθα:
α) Το τελικόν ατονον καί πρωτογενΐς ΐ έκπίπτει κανονικώς. Άλλ'
ώς έκ των κατωτε'ρω παρατιθεμένου φαίνεται, λέξιις λήγουσαι είς
πεωτογενές άτονον ί κα'ι άκολουθουμεναι υπό τοΰ μόν, μεθ' ού ώς έγ-
κλιτικοϋ δι'ένος το'νου σ^απροφε'ρονται, φυλάττουσι το ΐ. Ούτω λίγίται;
χαΛάβ^ άλλα τού χα.Ιάθιμ, πιόάχ^ άλλά τού πιάάχι μ, χουρτσάχ^,
αλλά χονρτσάχι μ=κοριτσάιιι μου, σ,πτάχ^ άλλά σ,πιάχι μ,χαΑυ6άχν
αλλα χαΛυβάχί μ, «σ,πτάχι μ, σ^πτάχι μ χί Λονρόουχα.1ι·6άχι μ~ι>, ου!
V
μανρημ ! τύφ^, άλλά ή γΰιρη μ= ή νυ(μ)φη μου κ.τ.τ. Ένίοτι μά-
λιστα προκιιμένου ν'άποταθϊ] διά τινος των τοιούτων έκφράσεων προσ-
φώνησις μετά ιδιαιτέρας συμπαθείας και πόνου % δήλωσις εκπλήξεως
ακούονται ούο τόνοι: χβνρτσάχι μ,ού πιδόπ.ίου μόν .', πώάχι μόν !,
γνψη μόν .', χιράχι μόν !', πουόαράκι μόν !, άδρφάχι μού /, μονρή μού!
κ.τ.τ. Έπίσης λέγεται μέν: παρ-τονγ, πάρ-τα κ.τ.τ. (περΐ ών θά γίνιρ
λόγος έν τω Β' μέριι καί τί) Κλίσει), άλλά: πάρίμι, ρ'ίζιμι, χρνψι μι,
«χρνψι μι, μάννα μ, χρχφι μι 'ζ τονκ τν.Ι' άπ τού βαίη* (άιτοσπ.
ασματος).
β) Ώς παρετηρήθη ηδη, τό πρωτογενές άτονον 11 καί ί έπανέρχίτατ
είςτάςτονουμένας συλλαβάς η μάλλον δέν ίκπίπτίΐ εκείθεν (πνάχ^πίνα-
χας, δΛενου-δούΛιψα, ο'νρμτεύον, ούρμήηψα κ.τ.τ.), τό δ' ΰστερογινές
(τό έξ άτόνου Ο καί β) εχει τονούμενον την άρνικήν τού προφοράν (ά-
τιοννουί,-πόγους, πιργώ-πίρασα, χιρνω-χερασα,πουδάρ,-πόδαρονς, γου-
μάρ^-γόμαρους κ.τ.τ.). Ώς έκ τούτου σχγιματίζονται διάφορα σχήματα
(δΜνου-άονΛψα, ϊρρία-ρ'ίχτον, που?ώ-πόγου(., πιρτω-πι'ρασα).Ύ& δέ
βχήματα ταυτα πολλαχώς κατ' αναλογίαν ε'πέδρασαν: Ούτω κατά τό
σχήμα δΜύον-όονΑψα, χτώ χονττσα κ.τ.τ. ελέχθη καί οϋχηνον-ον-
α, χωρΐς ποσώς νά, έκπέση έκ τοΰ όχνενω Η, καί πα'λιν κατά τό
μα ονρμνεύου—ονρμΊ]ηφα κ.τ.τ. ελέχθη έν Καταφυγίφ καί ζ^βώ—
.οβώ—εσβησα {^ιψσα Βελβ.,περΐ ού κατωτέρω). Τό α δήλα δή
πρό των άνοικτών φθόγγων 6 καί ί, μίθ' οιουδήποτε άλλου βυμφώνου
κειί άν είναι συμπεπλεγμένον, προφέρεται υπό τι λεπτότερον καί ώς νά
προαγγέλλνι ούτως ειπείν τόν επόμενον ανοικτόν φθόγγον 6 η 1. Ό
"οιοϋτος λοιπόν νρωματισμός τοϋ σ μετικομίσθη έκ τοϋ άορίβτου ϊαβη-
να είς τόν ένεστώτα γενόμενον ϊ,βω καί ούτως έσχετίσθη ό ένεστώς
12 ΜΕΛΕΤΙΙ Ι1ΕΙΊ ΤΟΪ ΓΛϋΣΣΙΚΟΓ ΙΛΙ11ΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΤ
ούτος κρός τό σχημα σ{γά&υ (σα-κ-άζω=σΐίω, ταράσσω)—σείναξα,
ίεϋ,νώ—δει.Ι,γΙντσα, καθ" 8 σχήμα Ιλέχθν, καί ζίβσα χωρίς ποσώς
νά έκπέ·») έκ τοθ ένεστώτος ι, όπερ νά επανέλθη έν τω άορίστω διά
τόν τόνον της συλλαβης, της οποίας είναι φορεύ'ς. ΌμΌίως' κατά το
σχήμα: σχιβρώνον—σχέβρονσα, χαφη'ζον—χηίρησα {χίτερνος νοτ.),
0ήΠ° (9 νοτ.), (μοιράζω)
κ.τ.τ.
καί στριγΜ,άζου—στρίγ.Ιιασα κ.τ.τ.
Τα-όγριγοίρτου—άγρΙγοη,νοο,χαΜσχούφνον—χαΛίοχφνα, πα.Ιίσχ-
?α, παΜ'χαστροι, παΜστροου κ.τ.τ. έρμηνεύονται, νομίζω, ώς ακο¬
λούθως. Τα η'^,βί καί π^«,έί χρησιμευουσιν έν τί) συνθέπει ώς πρώτα
συνθετικά συνγ,ε)ε'στατα. Έντευβεν,όταν τό δεύτερον συνθετικόν άρχηται
άπό φω,ήε,τος, ή μορφή τοϋ άγρΙΟΐ κ«ί καΛαιίκ είναι πο.κίλη ανα¬
λόγως τοϋ φωνήεντος τούτου" λ γ. άγρ^άνθ^πος, άγρ&θρωχοςχ.ν.τ.
Εκ των τοιούτων μετίκομίσθησαν συγκεκομμε'να ούτω τό αγριος
καί πα,Ιαώς καί είς άλλα έξ αυτών σύνθετα, ών τό δεύτερον συνθετι-
κόν άρχεται άπό συμφώνου. Κατά ταυτα λίγεται καί: άγριγού,,ηυ,
«.γρψουΐόχα, άγρ,χάτσ,χον, παΜχάπτσο», παΜσκούφγου, πα.Ιιγρχά-
τηατον κ.τ.τ. Όμοίως λε'γεται καί: Μ6ονσχονδ,= ήλιοβοσκούδ^ον) Νι-
χωρ =Νεοχώριον (τα: ΠαΜβρνο-^χ^^, (5νΟμια πν)γ9;ς τινος)>
α*Λΐοχονρα=η**ιόχ*9Λ (τοπωνυμία) είναι λείψανα.) Καί πάλιν, ί-
η κανονικώς έλέγ,το: π^,«ο^,.ου άλλίί παΜσχ?γα> παΜσχού.
η αλλα «Λη,β, ηαΛίΛαδου, παΛφού.Ιαρον άλλά χαΛίατραη»,
χαΜ^ορου άλλά παΜχαστρου, χηφ^ζου-χιτ^ισα, ϋχιβρώτον-
τ**ύρονσι, χ.-.,., £·λέχθη καί άγρη-ούρτου—άγρίγονρτον.
Καί ·τά τονούμενα δέ ύ«ερογενη α καί ι άντί Ο καί 8 είναι, νο-
,αίζω, άναλογικά: μονγχ,=μόνον καί μόνον (ίδ. λεξ.),
Λ Η ά ξ
άντί
^μ (ξν(ι
τροφης καί άνευ μισθοΰ) κατά τα ονι'-ουμα κ.τ.τ.
Έπακολουθήματα τής έκπτώσεως η καί ι.
1) Τό (ΐετά τίιν ε'κπτωσιν ι ' ύπολειπόμενον σύμφωνον, όπερ μετά
'ΪΓΓ0"01" Ιτ« ο',β,γγ,ς, .λήν 8τ.ν προη-
. ΐ;^χ-;~ ~;«»■
ΚΑΙ Τ11Ν ΠΕΡΙΧΏΡ1ΪΝ ΑΥΤΟΥ
13
την απώλειαν τοΰ φορε'ως της συλλαβης ΐ αποτελεί πλέον μίρος τίς
προηγουμένης συλλαβης, Ινέχει ώ; επί τό πλείστον έν τί) προφορα ίχνη
της άλλοτε μετά τοϋ ί συνικφορας, χρωματισμόν τίνα οήλα δή τοιού¬
τον, δι" ού μαρτυρεΐται ή άλλοτε μετά τοϋ ί συνεκφορά αύτοϋ1 την
φωνητικήν ταύτην κατάστασιν φροντίζοντες νά παραστήσωμιν προσ-
γράφομεν πάντοτε είς τα τοιαΰτα σύμφωνα μικρόν ί. Μετά την
εκπτωσιν υ. ουδέν τοιούτον συμβαίνει (χάτ, άγ-χάτ κ.τ.τ.). Η
αΐτία τούτου κείται έν τν) διαφόρω διαθέσει των συμφωνών προ τοΰ
άνοικτοΰ φθόγγου ΐ καί τοΰ κλειοτοϋ 11. Τό φαινόμενον λοιπόν είναι
φωνητικώς ομαλόν έν άμφοτέραις ταίς περιπτώσεσι τό ϋπο'λειπόμίνον
μετά την ε*πτωσιν είτε υ είτε ΐ σύμφωνον διατηρεϊ τόν φωνητικώς
ομαλόν χρωματισμόν τού. Είπον δέ ανωτέρω ότι το φαινόμενον τουτο
μετά την εκπτωσιν ΐ ώς επί τό πΛύατογ παρατηρεϊται, διότι υπάρ¬
χουσι θε'σεις, έν αίς ουδέν ί'γ-νος τοθ έκπεσόντος ί διακρίνεται.
Γενικόν καί άνεξαίρετον είναι τό φαινόμενον τουτο Ιν τίλει λέξεως.
Ούτω λέγεται: ^αΊ?[=κουνάβι(ον), άσπρονό,= άστίρούδι(ον) (ϊδ. λίζ.)
1>ουγάζί= Γοουγάζι, χαΛάθκ= καλάθι(ον), ηνάκ,= πινάκι(ον), χιγάΛ,
=κιφάλι(ον),*α^α//— κ-αλάμι(ον), χουδοντ==(κωδώνιον) κουδούνι(ον),
σ«πο>ό>-:- (σαπώνιον) σαπούνι(ον), μιτάξ,=μιτάζι(ον), *>·οι·π,== (κω-
νώπιον) κουνούπι(ον), π^1=πωλάρι(ον), *ου//ασ1=ΐκουμάσι, χουμ-
μάτι=κομΐΑάτι(ον), χονράφ^ χωράφι(ον), άδόχ ,=:(ά)δοχι, ϋ^==(ή)
όψι, υ69ι= νΰ(μ)φη, ί5α>Γι=ρά*τει, χψόΐ.^= γεμόζει— γεμίζιι, Τι-
Γρ/('ι—:Τετράδι—Τετάρτη, ή τά^—:ή τάξι= ή τάξις ίχάθι χώρα χι
χάθι [ΐαχα.Ιάς χι τάξ^ (παροιμία), θά μ«ο· — θά {ό)μάσι, θά
^ι=6ά κλάψη, θάσχάσ, = θά σκάση, τρίχν θά τρίξ, = τρίχει,
6ά τρέξγι, ή χάόί — Ύΐ κάδη =ή κάδος κ.τ.τ.
Έν τί) λέξει (έν άρχϊ) η μέβω αυτής) ή μετ" άλλων συμφωνών
«ύμπτωσις τοϋ στερηθέντος τοϋ ϊ βυμφώνου (πιφέριι την απώλειαν
τοϋ εΐρημένου χρωματισμοϋ αύτοΰ. Ούτω λέγεται: /ι*ρό=— μικράς,
π% —πιθάρι(ον), */»ά=κοιλΐα, θχόζουμ=(1)$ΐΜς γ.ο»,Λαθχ6=(ι)κ-
διχό(ν), σημιρνό^ σημ6ρινό(ν), φτιά — φυτεία, πΓ.»ρ = ιτυτία, σνν-
τρονφχά= ηυντροφικά, *α^ο«γ«ό—=καλογερικό(ν) κ.τ.τ. Έν τούτοις
καί έν τοιαύταις θέσεσι τό σ, ί, ί, ί, τσ, τ, Λ, καί υ διατηροΰσιν
ίχνη τοϋ έκιΐΜΟντος ί: πρνσίνόζ=πεουβινός, χτωιγο:= χθισινός, πι-
14 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΓ ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΙΔΙίϊΜΑΊΌΣ ΒΕΛΡ.ΕΝΤΟΥ
σ^ος = όπισ(θ)ινός, άπονι/ησ^ος = άποψεσινός, ψιησιτοςί = βφε-
τινός, σ^υργώ =— συγχωρώ, θΐ σ,χουρίσί = ό Θεός συγχωρήβοι,
θ'ι?·ί}'μαι-οΐ'Χ=συ(νω)νόματος, σ^ΐ^ιττινι (ϊδ.λεξ.), (^μνΐά—: ζημία, ((-
ύ(ύ, ζιμώκον=ζνμ.ών(ύ, ζ^ώνου—: ζυγώνω= πλησιάζω,
ς, ζ^Λόχτιτου, χαψό^Λον= ξυλέϊνος (ξύλινος), ξυλόκτενο(ν),
)^ι^=(ύ)ψηλός,^·[^όο=ψιλός—=λεπτός, ψ·^ούτσ{χονς=-
(ΰ)ψγιλούτσικος η ψιλούτσικος, άι)τ,χώ=:(ά)ψηχώ:=ψ7ΐ(ρώ (=φείοομαι),
«μην τ'άψηχας τού φίλγιμα κιαύτά τα μαθρα μάτχια.Ταχΐά γγιράζεις,
πχΐόν θά 'υρης κί πχ2ον θά παντιχαίντχ;.·» (άσμα), μχροντσιχον(.== μι-
κρούτσικος, χονηρουπι'τσιχα6ονζ= νονδρο-πέτσικ-αβος, τριότικους=
—= σκυλί-τ-ικος —= σκΰλινος (ί'δ.παραγωγ.), Λίγάρι=^ λινάρι(ον),
=ψαλιδίζω, θηΛ^χος^^θνιλυκός, φιλ,γάδα —τφιληνάδα, ^>/)0-
^1^(ί■α=ρρόνιμα,^^οϋλ·^|3οV·ιμα, ^ι^ώ'ιμα=—χονδρόνημα, ψιλίνγιιια (άλλά
τροκειμένου περί τοΰ κ· δέν είναι τό τοιούτον, εί μη προ τοΰ μ, «άν-
τοτε καΐ καθαρώς διακριτόν.)
Τουτο είναι αξιοσημείωτον προκειμένου περί τοϋ ο, όταν άκολου-
θήται καί υπό άλλου σύμφωνον. Τότε δήλα δή άντί νά έπέλθγ) ό χρω-
ματιβμός είς τό δεύτερον σύμφωνον η τουλάχιστον είς αμφότερα, π€-
ριορίζεται μόνον είς τό σ, προφερόμινον τότε ώς σ( (—τΐλαφρόν 8Λ)·'
σκχΛΊ=.=σκυλί(ον), ίαμαο-^ου^δαμάσκγινον, σίχκί=ζβχ}ΐνί(>ν),σίπτάχί
= σπιτάκι, δρασ^Λιά = (ά)δραβκελιά (αλλαχού), άγάσιχΑα= άνά-
σκελα, η.όσίχνου= κόσκ·.νο(ν) κ.τ.τ. Τό φαινόμενον τουτο έρμηνεύεται
έκ τοϋ τρόπου, καθ" όν διατίθεται τό α πρό των άνοικτών φθόγγων
6 καί ΐ. Έκ πάντων των συμφωνών τό εΰχρωματιστότατον έν τί)
μετά των β καί ΐ συνεκφορα τού είναι τό σ. Καί μετ" άλλου
Οί συμφώνου άν τυχγι συμπεπλεγμένον, αύτό χρωματίζεται ιτά-
λιν: άσ{πρίζον=ίάσπρίζω, σι.τί'ει=—«πίτ', σ(*ί.ταίου—=σκεπάζω, σ^ΙΛ-
Λγον = στέλλω. Πλήν τούτου τό δεύτερον σύμφωνον, ώς βλέπει τις
είς τα, ανωτέρω παρατεθε'ντα παραδείγματα τοϋ φαινομένου, είναι ίζ
έκιίνων, άτινα άδυνατοΰσιν έν μέσω λέξεως ένεκα τής μετ" άλλων
συμφωνών συναντήσεως νά οΊατηρήσωσι τόν έκ της μετά τού ί συνίκ-
?°Ρ"ί χρωματτβμόν των. Καί ενταύθα λοιπόν ό τοιούτος χρωματι-
1. Ό τύπος φιχια^οο άντ'ι {(ριτινΑι; είναι χαθαρώ; άναλογιχός χατά τα: πρναγός,
χ.τ.τ. '0(ΐο/ως χαι τό άποψιο'τός.
ΚΑΙ ΤίλΝ ΠΕΡΙΧΠΡΩΝ ΑΥΤΟΥ 15
βμός τοϋ σ είναι φωνητικώς όμαλός. Σημειωτέον δ' ότι, έπειδή τό 11
δεν έπιφερει είς τα μετ" αΰτοϋ «υνίχφερόμενα σύμφωνα οίον καί τό ΐ
χρωματισμόν καί κατά τα είρηιιένα ούδε δύναται μετά την εκίττωσίν
τού νά καταλίπ·/) τοιούτον τι είς αΰτά (σχψοντκ σχτΐ κ.τ.τ.), συμβαί-
νει ίνίοτε μόνον ό ιδιαιτέρας ούτος χρωματισμός νά διακρίνη λέξεις
κατά τάλλα εντιλώς όμοήχους : σ(*Λ=—σκυλί(ον) κ«ΐ σχΜν=κο-
λύ(ον), ζ^ηά = ζημία χαι ζμν^ά = ζουμιά — ζωμία κ.τ.τ.
Ενίοτε προσέτι ό χρωματισμος ούτος φαίνεται τουλάχιστον έκ
όψεως ότι ένεργεί επί την επομένην συλλαβήν, ίδίως αν
είναι Λα η Λο η Λου, καθιστών το α-ο-ον αυτής »α-.»ο->οο(ϋ).
Ούτω λέγεται : προυσ^Λιάζου = προσθηλάζω, σκχΛιόσχουρδου =:
σκυλόσκορδο(ν), ο^Λιόηαπα — σκυλόκαπα, ζ,Μ,όρθα — ξυλόρνιθα (ζυ-
λόκοτα), ^Χΐάγγοορονς= ξυλάγγουρος. Άλλά τό φαινόμενον δ*έν είναι
γενικόν, έπομένως ουδέ φωνητικώς ομαλόν καί ΐσως άδίκως αίτιώμεθα
εν τούτοις τού προηγουμε'νου συμφώνου τόν χρωματισμόν (ζί^όγατα=
ξυλόγατα, ψιΛότιμα=:ψιλόνημα κ.τ.τ.)· διό προτΐ(χότερον νά παρα-
πέμψωμβν τό πραγμα είς «δευτέρας φροντίδας».
■£ον). Μετα την εκπτωσιν υ η ί συμπίπτουσιν ένίοτε σύμφωνα, ών
ή συμπροφορά έν μι^ καί τγ3 αύτ^ συλλαβ^ είναι δύσκολος. Έν τοι-
αυτνι περιπτώσει παρατηρεΐται έκπτωσις τινος η τίνων έξ αυτών. Ούτω
λέγεται: ά>-αρΓοκ=άνάρτυτος, σππϊ (βρί)==στουππί(ον), όάχΜν=
ο«χτυλο==δάκτυλον, όαχΛήθρα=ΐδακτυλήθρα, χρνφχα=κρυφτηκα—:
έκρύφθην, τΙρχα==νίφτγ)κα, θαραπανχα(—&ίίΆ)==θαραπαυτηκα=έθε-
ραπευθην (ϊδ. λεξ.), πτίχα.=πνίγηκα (τουτο ίρμηνευεται καί διά της
εκπτωσεως τοΰ γ, πίρί ής κατωτέρω) ,χΜαατηρι=χΚιχριβτί)ρι,άϊταζ2άρζ
*οήΐ))ο^=άϊΜερκούριος,Λθΐ)ΐ('σι*α—=ποτίστηκα.
(ίδ. Κλίσιν), μα>-ιο·ιΐ£α=μανίβτγικα (μανίζομαι)
(έμανην-ησα-ίζω). *αταρρονΐάσ%χα (Σιατ.)—καταρροάστηκα, νησ^χοςζζ:
νηστικος, ^ουσ^αΞζτλούσττικα, «^(μα^κέντϊΐμα, •^•«ροΓ(=χειρόρτι =
χειρόρτι(ον), χΛχάρ^=χουχλ}άρι =— κοχλιάρι(ον), χΜρι= κριθάρι(ον),
*σαράχ{==κριδαράκι(ον) (ίδ.λεξ.), ά^ρ>-οϋς=αύτουνοϋς η αύτηνούς,τα'^*·
(Σιατ.)=ταύτην, 6ρθα=-=δρνιθα. 4^'ορ^α—= ζυλόρνιθα, Ισ^α (Σιατ.)
=== εστειλα, ίρτί (Καταφ.) —= ερχονται, τσαγγαρσούΛ^ = τσαγγαρο-
σούγλι(ον), οιτΜ7άρχί (λειτουργΐά)—= σκουτελλίάριχη, σί/)*έ (Παλιγρ.)
—=5ερνικό=άρσενικό(ν), β ()θ
16 ΜΕΛΕΤΗ ΙΙΕ1Μ ΤΟΥ ΓΛίϊϊΣΙΚΟΥ ΙΔ111Λ1ΑΤΟΣ Ρ,ΕΛΒΕΜΌΥ
ρός, ταφιγχαταΑώγια = τάυθεντικά τάλώνια, χσαμγώ = τσαμπουνώ,
Λ/ί^^-—ΐπέφτουν, χΛε'ιρν—:κ"λέρτουν, ^οι·*α^[=φλουκαλι — φιλοκάλι(ον),
ΞονδουΛόβα = Χριστοδουλόβα (ή γυνή τοϋ Χριστοδούλου), κ.τ.τ. Τό
τελευταίον των ανωτέρω παραδειγμάτων μέ ένθυμίζει τα παθήματα
τής λέξεως Χριστόζ, άτινα δίν είναι ολιγώτερα των τοϋ φερωνυμου αυ¬
τής. (Χριστός—Χρστός)—Χστος καί Κοιης είναι κατά τα είρνιμένα, όμα- .
λόν καί ούτω λέγεται έν ΧαλκιοΊκτ,. Έν Βελβεντώ είς δύο μόνον >έ-
ζεις εχομεν τόν τοιούτον τύπον: άχστονιρόρονς ('^Ξαγιος Χριστοφόρο;)
καί ΚστόβονΛου(,=-=Χριστόο"ουλος. Έπροχωρνιταμεν Χίραιτέρω έν τω
ΚοτουδουΛόβα, όπερ λέγομεν, ώς εσημειώθη -/ίδη ανωτέρω, μέ εκπτω-
σιν τοϋ τ ΕυυόουΜβα. ΙΙαρά ταυτα όμως έ'χει ή λέξις Λ'ρισζος κατιχ
την έν Βελβεντώ προφοράν τα σνιμεϊα άλλοίας προόδΌυ. Τό Χριοτος
ελέχθη πρώτον μέ εκπτωαιν τι,ΰ ι Χρστός, είτα δέ κατ' άναγραμμα-
τιομον Ρχστος—'Ρχστός. Ό τΰπος ούτος απολύτως μέν ουδέποτε λί-
γΐται είναι όμως ό μόνος ίν χρήσει έν τοις: τοΰ 'Ρκστον=τ& Χρι-
στούγεννα, άρχστόπ.Μου;=.ζ άγιος Χριστο'πουλλος. Όμοιοιταθίις πρό;
την λίξιν Χριστυς είναι καί ή λέξις χρνσους. Ένεκα της συμπτώσεως
των είς —οϋς πρός τα είς —ος έν ταίς πλείσταις πτώσεσιν ελέχθη ου
πολϋ μ. Χ. χρνσυς (π.ρ.β. Χατζιδάκιν ένθα. ανωτέρω σ. 359). Σττ,-
μερον λέγεται έν Βελβεντφ όρίός, άρξάφ,, Ξάχου (Ξάφω—Άρζάφω.)
Λοιπόν χρνσοϋς—χρνοόη—χρσός—ρχσοΐ —ρχσος — άρ^ό(,. Περΐ τοϋ
προθεματικοθ α έν τψ άρζός θά γίνγ) λόγος έν τοίς εξής.
30ν) Μετά την εκπτωιτιν Π καί ϊ συμπίπτουσι σύμφωνα, ών ή συμ-
ττροφορά συνεπάγεται μεταβολήν τίνα είς την δΊάρθρωσιν,ητοι ανάπτυ¬
ξιν μίταβατικοΰ τινος συμφώνου. ήχηροποίγισιν η ά·/ιχοποίτ)σίν τινος
τούτων. Ενταύθα τό ζήτημα είναι έϋτεταμένον καί καλόν είναι νά.
κατατμγ)θ·»ί.
α) "Οπου συμπίπτουσί μ+Λ η μ--σ, έν ώ κλείονται τα χείλιτ)
ιτρός προφοράν τοϋ μ καί άνοίγονται είτα πρός προφοράν τοΰ Λ η σ,
άναπτύσσεται Λατά τό χνοιγμα ό μεταβατικός φθόγγος π, άοθενέβτερος
μέν, άλλ' αίσθητός ούχ ήττον, είς τάς άτόνους συλλαβάς, γιχηρότερος
δέ είς τάς τονιζομένας. Οϋτω λέγεται: μ Π'^ίάζ-μγιλέα ,ΜδόμΙΗ.ου;=
λαδόμυλος, μΠ.ΙαύΑαχον(,==μυλαύλακος, ///7^«^(=μουλάρι(ον), μΐΐοά-
*!>==(ή)μιβ*οι(ον), μΠβος—μΠση—///7ΓΟ=(ή)μισός-ή-ό= νίμισυς-
«ια-υ, μΠΛΛώγον = μουλλώνω (μυλλός), πχάμΠσου = ύποκοίμιιτον,
Κ.Α1 ΤϋΚ ΙΐΕΡΐΧϋΗϋΝ ΑΥΤΟΥ 17
μΠστόπτα=: μουστόπητα, χαΑονς χάμ/Τ(.= καλώς κάμιις (γαιρίτιιμός
πρός έργαζόμενον) κ.τ.τ.
ο) Όπου δέ ιυμπίιττουσι λ-·σ η .ί--(, η γ--σ τ Υ--ζ άναπτύσ-
σεται ί'πίιης ό ακριβώς μεταξϋ των θε'ΐίων τοϋ Λ—τ καί σ—ζ προ-
φερόμενο; φθόγγος ι. Ούτω λί'γεται : γΛυχάγΤσους =■= γλυχάνηβος,
,]άτνΊ=.= Ίωάννγις, γΤσάρ,=.=νιιάφι, τΤσι=νησί, χιότΤζιν={ϊ)Ίνί>-
ν.ζεν, χιήτΤοιν=.:(ϊ)χΐόνιΐεν, //^Γσσα—τμίλισσα, ιιιΛΤσσουβόιαγου=
μελισσοβότανο(ν), άπου.ΙΤσιάγα —: άπολυ^άνα (ίδ. λίξ.), ΜΤσα =
ελουσα, ί^Τ"^ *αϊ ί7ο^α = έ'λουον, ^ΤΌτώ — λουσθώ, άργουστόΛ-
Τστοος= άργοστόλιιτος, σ^.ΙΛΤς=: στίλλεις, ζου^Τσιίόα=*ολ-
λησεί^α, φχΐάγ'Γς = ρκε>ίνιις —: εύθειάζεις, ά.ΓΓαους = ά'λυσο;, άΛ-
Τσ(/όη=άλυσείδα, ί3^Τσ,μον=:βγάλσιμ·θ(ν) κ.τ.τ.
γ) Οπου συμπίπτουσι μέσον καί ψιλόν η δασϋ καί ψιλόν, αμφότερα
της αυτή; σειράς, έν μέν τη πρώτγι περιπτώσει τό μέσον τρέπίται είς
οασύ, ίν όέ τ·?ί δευτέρα τό δασΰ πρό τοθ ψιλοϋ τη; αυτής σιιρας τρέ-
πεται ϊϊ; δασϋ άλλη; σειράς· π. χ. 1) άνίφχα= άνέβιοκα, χατέφχα=
έβ
ό, μυρουδιά—μυρωδικά, ^*ός=(ϊ)δικός (μόνον πρό των:
μον-μας, σου-σας, τον-τς, άλλως (5«ό(==5υγγενής), ρχίΛΛ*==δικέλλι
(αλλά (^«ράί-^,^σίϋα—ΐβουτσέλλα (βουτσί=βυτίον) κ.τ.τ. 2) βΑάθ-
χονς=.βλάχικος, τιγαθχήζ= τιναχκή— τιναντκή — τιναντική (κοπάνα),
ρίθχα = ρίχΛα—ρ'ίχτκα—ρ'ί/_τηκ*, ζίμίβχα = βμ.1ιτηχ.χ, σ,χχάθχα—
«'άχτηκα, Γ^^-ζτυλίχτηκα κ.τ.τ.
ο) Όπου δέ συναντώνται ψιλα η δαιέα μετά ήχηρών, άτιχα
όήλα όή μετά ήχτιρών, τα άηχα ήχηροποιοθνται ένεκα τη; προδια,-
"ίβεως πρός προφοράν τοϋ Ιπομε'νου ήχγιροϋ. Ούτω λί'γεται: 1)γάι=
πηγάδι(ον), }6αΜ (Καταφ.) — κουβαλώ (έν Βιλβ. χονβαγώ), οί)
"ί'ώ—τ όπου (ε)ύρώ = όπου ευρω, ο,(Ζ, 'υ^ώ =— ο,τι εΰρω, []δοΐΎί
ι,Σιατ.)—ΐκουδούνι, άΜιά= άπιδε'α, άράύόΐζ = άράπηδες, άΙ)όώ=
(ΐδπχιρνς άΜαιι -πουλ.Ιά παΛονχΐα, τουμ πήχγιτι χ'άπού
(παροιμία), «ο,(ίι όίγτς, Ιχιϊγου πα/ργτς* = «ό,τί όίηις,
(πχροιμία), ΛΓηΓθ^]ώ^=Καταφυγιώτης (έν τώ Καταφχιώτς
Π) θχέΛΛ' ίίχοίζω δτι Ιλίγετό ποτε, ώς χ «ι θχός, Λιιβχό χ,τ.τ., ίϊτ« 3έ ίκηλβεν
1 τροϋί) τού θ είς φ, ώς έν τοΓς ρ«ίίρ!:=8ΐιχίίρι) ίτ)/ί«ριﻀ:=ίφημίρ!θς, ικρ'ι ών χ«-
τωτέρω.
5
18 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡ1 ΤΟΥ ΓΛ11ΣΣΙΚΟΥ ΙΙΙϋΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΥ
συνέβη τό εναντίον ήτοι άηχοττοίϊΐσις τοϋ γ ένεκα, τοϋ προτιγουμένου ρ),
ίβγιν (Καταφ.)=εφυγεν, οί ]6ς άι 3ά^^ (Ζ( 3ώρ τ Ζτ'ισ(=δ υίος τού
Ιωάννου, τοϋ τού Γεωργίου, υίοϋ τοϋ Ζήση, τ ΖησΐούΛΛ^ η (ί; Ζη-
σ.'οι>ϋι=το0 Ζησίούλλι,ά^ γάτα==τή(ν) γάτα(ν) άί (η ψζίστα=ινι
ζε'στα, άι βασί.ίι=τα> Βασίλει, τί 6ασίΛιάόις=^ις βασιλεάδες (τού;
βασιλείς) κ.τ.τ.
Παρά ταυτα παρατηρεϊται καί υπο άλλους όρους ήχ'Λροποίηβις.
Ήχηρά συλλαβή έν λέζει, συντρέχοντος καΐ τοΰ τόνου ήχγιροποιεϊ καί
την άκόλουδον συλλαβήν- π. χ. Χατζητζήης (ήης δίφθογγος) =
X*-
τζηζήσης, @ουιζ^ύπα-()ουτζουΙ>ί.Μα-1>άάι (κορμός, στέλεχος), Χατζη-
φώς/ας —= Χατζηγώγας. Έν τω ζφονράφους = ζωγράφος ύπόκειται
πρώτον μετάθεσις καί είτα -όχηροποίτισις. Έν δέ τοίς φαφΛί^ _)αφΛί-
το·α=καυλί(ον), καυλίτσα εχομεν μετάθεσιν ποσότητος νίχου.
Η έν τοίς : 1>ονγού)'ι = πουγούνι (πωγώνι(ον), 0ονδάς —=κουβάς,
(}Αώ —= κυλίω, ζφουριά —= σκωρία, ^ουφούσα —=: κοκόσα (καρύ&ιον),
άραχηΑας == τραχήλας, (/ονΛιατος = γουλιανός (γλάνις), 9ψνρι
= γεφύρι(ον), @Λίραρον= γλεφαρου—: βλέφαρον (είς την σημ. μ«-
Οου^ώΐς2—= Γουλΐώτης—= Βολιώτης, $ριμ*Κ—(/ρέμονρας—
—ϊ κρημνίζω, )ιΛονη.άζου ==(έμ)βελονΐάζω, ύήγου==(έμ)πή-
γνυμι, παρατηρουμένη ήχηροποίηβις τοϋ άρκτικοΰ συμφώνου οΰτε έκ¬
τασιν καθόλου πολλήν εχει ουτε μίαν καί την αύτίιν έν πάσι τούτοις
αιτίαν φαίνεται νά. εχνι. Τό ρρψόζ έρμγινεύεται, ώς εδιδάχθη ηδη, έκ
τοϋ ηκρεμός, τό ύιΛον^ιάζ,ου είναι, ώς ΰποθέτω, έμβελονΐάζω, καί τό
ύηγου έμπήγω. Περί των λοιπών δέν δύναμαι νά είπω τι άσφαλές. *ί-
σως τινά μέν τούτων εΰρίσκουοι την, Ιρμηνείαν των έν συνθε'σει, οϊα
ή τοΰ ψπήγω, άλλα δέ έν τη κατά σύνταξιν έκφορ$ τοΰ λόγου.
Τό δ' εν τισι παρατηρούμενον η@ άντί γ η * δέν πρέπει νά νομι-
σθη άπλη ήχηροποίησις τοΰ γ η χ, άλλ' είναι αλλαχού μέν βύνθ.τόν
τι έκ ν4-κ η ν+γ, αλλαχού δέ άναλογικόν. Λέγεται π.χ. ϊσ^αγχΐό-
1 καί όμοια=«οϋα 'τ'τά μάτ^α τοΰ Λαγοϋ χΐ&Λλα τίχ
1. Πλ|)ν τούτων λέγεται χ«Ί (/αβΛώτον, ςάβΛονσα=χανΛώνω, ίκαύΛωσα.
2. ΓβνΛχύχς έν Βϊλ6. λέγεται ό ταξειδεύων είς Βολον «γωγεύς, ώς χ«ί Αα^νοΙ
χ.τ.τ., Οο-οΧιώχς 8έ είναι ονομ« οίχογενειαχόν, δκερ πρέπει ν« τβυτίσωμιεν πρός τό
Βολ,ιώΐης, χΛ9· 5σον 5, μν φωνητ[Χ^^ ώ, 9^ χεχθ^ χ«Τωτέρω) 8έν χωλΰει, ή 81 ώ
νυμος οιχογίνει» άνάγΐι την χ«τ«γωγΐ(ν της είς Βόλον.
ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΙΕΡΙΧαΡΩΝ ΑΥΤΟΥ 19
χονχονβάιηκ,ϊ) (παροιμία)=α.το^οΰ γΐ χιΐ δή». Τουτο ΰποθέτω ότι
ίΐναι πτώσεως αίτιατικής ϊοΐαν χαι ομοίαν, ότε δέ επέδωκεν ή έκ¬
πτωσις τού τελικοϋ ν των όνομάτων, ή φράσις έξεφέρετο ηδη ώς μία
λέξις ϊοιθαγ-χΐόμγΐατ ■* καί δέν είχε παρά τό τελικόν ν ν'άποβάλιρ.
Τα ί'α λε'γονται έν Σιατίστν) κανονικώς 'ίτσΐα μετά της καταλήξεως
—ιτσι (ίδ. Παραγωγήν), έν Βελβεντώ §δε άγχίτσ^ία. Τουτο,τό ονμπΛή
——όπλή, τό δρουγχαΛιΐά καί τό οέγχκ άδυνατώ νά έρμτινεύσω. Τα:
όρουπίγχ^ όρουπιγχιάζου (ύδρωπικιάζω), μιρμήγχ^ μφ/ιηγχΐάζον κ.τ.τ.
είναι άναλογικά' τό δέ ά^*ου>-ίι=γωνία προέρχεται έκ ιοϋ άγχών καί
ϊπομένως είναι φων/ιτικ,ώς ομαλόν.
4ον) Της έκ,πτώσεως ιι καί ΐ ϊπακολούθιομα έπίσιτις είναι κ.αί ή ανά¬
πτυξις α ι) ί εν τισιν ώριιμέναις θέσίσι. Λέγει αι -κ. χ. ού γαμπρό-
ζο>//=ό γαμβρός μου, τς τνβζου[ΐ=ττις νύ(μ)φης μου κ.τ.τ. Έπβιδή
δήλα δή τό μ έν τοίς τοιούτοις ρ'κπεαόντος τοΰ φορεως τής συλλαβης
τού δέν δύνατα,ι ν' αποτελέση ίδιαν συλλαβήν, συμπροφέρεται τούτου
ένεκα μετά τής προγιγουμένγις συλλαβής, καί τότε είναι ανοίγκη νά
συμπροφερθώσιν άδρόν ζ καί άδρόν μ άνευ έπομένου φωνήεντος. Τό
σύμπλεγμα τουτο υπό τάς αύτάς ακριβώς συνθήκας, μετά την εκπτω-
σιν δήλα δή α, μεταβιβαζόμενον είς την προηγουμενγιν η την έπομέ-
νην συλλαβήν προφέρουσιν οί Βίλβεντηνοί άνευ άλλου τινός φωνητι-
κοθ έπακολουθήματος έν Ιε&ι : Γ; χόσμ, ζνάρ^ ζμΐ = τοϋ κόσμου,
ζουνάρι, ζουμί κ.τ.τ , άν όμως προέρχηται
«V
τή χατά σϋπαζιν
έχγορα τον Λόγον έκ τής συνεκφορας τοϋ μ(ον) μετά προηγουμένης λέ¬
ξεως ληγούσης ,ίς— ζ, τότε, άν μέν ή προηγουμένη αΰτΥΐ λέξις ίϊναι
βαρύτονος, έπίστις ώς καί έν Λίζει ουδέν φωνητικόν έπακολοΰθημα ε¬
χομεν, άν όμως φέρη έν τη ληγούσϊ) τόν τόνον, τότε ΟΛΐαπτύσσεται
πάντοτε μεταξϋ τοϋ ζ καί μ ό φθόγγος Η, εχομεν δήλα δή: ΐ
μ=—' —ςμ, άλλά---------'ς μ—--------'&ψ- °'ν μανρο^ μ=° Ρ™-
ρός μου, όν πόνους μ— ό πόνος μου κ.τ.τ., άλλά: ού γαμπρύζονμ=
ού γαμπρός μ=: ό γαμβρος μου, ού θχόζουμ= ού θχό( μ=ό (ί)δικος
μου, ού θ*ΐοΧονμ=ού θχΐός /=ό θειός (θεΐός) μου, μαγαχόζουμ=μα-
ναχόζ μ=:μοναγός μου, άφΙντΐ,ονμ-=-.άψίττζ μ=άφέντΐίΐς μου, τς νυβ-
ζουμ=τζ ννφς μ==τής νύ(μ)φης μου κ.τ.τ.
1. ΠερΊ τού ν+χ=ηρ Ι'δε κατωτέρω σελ. 23.
20 ΜΕΛΕΤΗ ΙΙΕΡΙ ΤΟΥ ΓΛίΙΣΣΙΚΟΥ ΙΔΙΩΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΪ
Έπίσης έν ώρισμεναις θε'σεσιν άναπτύσσεται μιτά την εκπτωσιν ί
έτερος φθόγγος ΐ έχων πρός τόν πρώτον μόνον ήν σχέσιν εχει τό αΐ-
τιατόν πρός τα αΐτιον. Ενταύθα είναι άνάγκη νά προτάξω καΐ έρ-
μηνεύσω άπροσδόκητά τίνα ί, τα όποία θεωρώ άσχετα πρός την περϊ
ής ό λόγος ανάπτυξιν τοϋ ΐ. Έν τοίς τήγ κΑια==την κοιλία(ν), τημ
λ/ο^γ —την πίστι(ν), ι τήγχρίσι ——: είς την κρίσι(ν) κ.τ.τ. εχομεν ν
απλήν διάσωσιν τοΰ ΐ ·?), όπερ πιθανώτερον, επάνοδον αΰτοϋ έκ της
όνομαβτικης, έν τοίς: τς-οΙ-ό)6 =: τάς (τοϋς) δύο, τ'-ή-ΝχόΛα= τοϋ
Νικόλα, τς-ή-ΝχόΛΐγας = της Νικόλαινας,
V
τς-οί-Λ^ναρες =- είς τέ;
λιναρές, ^! τ'-ή-ψτΐ&= είς την φυτείαν, 'ί( τ'-ή-Φτί6]ατι=:εΐς τή(ν)
Φτίβ]ανη, >( τ'-ή-βρνσι= είς τή(ν) βρύσι κ.τ.τ. εχομεν ώς κλινόμε-
νον θέμα την εναρθρον όνομαστικήν (ή ΝχόΛιτα—γ ή ΝχόΜταςχ.τΛ.).
Παρά τό δυιπρόφιρτον ΐ,-^Κόζιατ^ (—:
V
χγ Κόΐ,χαγ^ζ είς την Κό-
ζΐανη) λί'γεται καΐ σηγΚό&ατ, επί της αυτής ακριβώς σημασίας καί
χρήσεως. Ενταύθα νομίζω ότι εχομεν γέννηματών: ^ γ Κόζιαν^ καί
της όνομαστικης ή Κόζΐαγ^ Φαινόμενον 6μως φωνητι-
τικώς ομαλόν κ«ί άνεξαίρετον είναι τό ακό¬
λουθον: Έν Βίλβεντω καί τοίς περιχώροις παρατηρεϊται ότι πϊσα
λέξις λήγουσα ιίς—άσις,—έοΐζ,—όσα;,—ούσις.—ίσις—άζις,—ίζις,—
"£ )—ονζις,—ίζις μετά προοτογενοϋς ί (—=,, η, γ. εί κ.λ.π.) προφέ-
ρεται—α'ι^δΐφθογγος),—ίις,— όις,— ούις,—ΐ^,—άοζ,—ίιζ,—όιζ,—
ούιζ,—«Γ·π.χ. άγονράΐζ (θά,νά, κ.τ.τ.)—::άγοράσϊ|ς, ρχ?ώς=φθειάσης,
χαΑάι;=ζ=καλε'σσις (ονομα βοός), Λούίς=λούσης, άιάΐούίς —= άιάΐούσης
(έπώνυμον),ού (αΜΐζ=ΐμελίσσις (ονομα βοός),6α»-οί;ίθ==1)ανούσις (έπώ-
νυμον), άώις (θά, νά κ.τ.τ.) = δώσης, γιμόίς —:: γεμόσης (γεμίβης),
"Λήις==π(ου)λήσγις, σραΜις=ΐ'σφαλίσης, άγουράιζ— άγοράζεις (άγο-
Ρ«ζης), τ(>·αί—=τινάζεις (—ής), σ^άιζ=ΐσεινάζεις (—ής), Τσιρκίιζ=
Τσιρκέζης, >·«/«Τ=νικέζης (ϊδ.λεξ.), γψόιζ= γεμόζεις(—ής), =: γεμί-
ζεις, σχούιζ =: ηκούζεις (—τρς), Τονποΰιζ = Τουπούζις (έπώνυμον τό
ζονπούζι—ό Τουπούζις), βρίιΓ,=(ύ)βοίζεις (—ής), γγονράζ=:γνωρίζεις
(—ΐ«)ί οί; Λονΐιζ=ό Λουίζις, τατύιζ=ΐτανΰζεις (-γις), άγαμνιΐ,—=άνα-
μύζεις (—ής) κ.τ.τ.
Πρϊν ζητηθγί ή έρμηνεία τοϋ φαινομε'νου τούτου πρέπει πρώτον νά
παρατηρηθίΐ τί συμβαίνει είς άλλας λέ£εις όμοιοκαταλήκτους μέν εν¬
τελώς πρός τάς προηγουμένας, εχούσας όμως άντί τοΰ πρωτογενοϋς ί
ΚΑ1 ΤίϊΝ ΠΕΡΙΧίΙΡίΙΝ ΑΤΤΟΪ 21
έκείνων ύστερογενές (προελθόν δηλα δή έξ β), π.χ. προφβρεται: οί βρύσις
—=οί βρύσες,θΐ/3/>ί'ί^—= οίβρίζες,Μΐ ύόζι=θ'ι ύόζες (ΐδ.λεξ.),οικήσσις=■■
οί κάσσες, οί γάζις—=οί γάζες, χρύοκ==κρύ(]ω)σες, (βγαζις=.!ί&γαζίς,
άνάμυΓ,ιζ=ίνάιι.υζίς, αγοράζη—ίγόρκζι;, α^ορασ^·—άγόρασες,κ.τ.τ.
Εν τούτοις, ένθα τό ϊ είναι ύστερογενές καί δέν δύναται κατά τα
ανωτέρω είρημε'να νά έκ,πέση, τ· ρημονευθέν φαινόμενον ουδόλως πα-
ρατηρεϊται. Τούτου ένεκα ύποθέτω ότι ή αίτία τοϋ φαινόμενον κείται
εν τί) έν εκείνοις κανονικ,γ] έκπτώσει τοΰ πρωτογενοΰ; καί άτόνου των
1· Ελεχθνι οϊϊλα δί) ότι τό μετά τοΰ ΐ συνεκφερόμενον σΰμιρωνον δια-
τηρίϊ καϊ μετά την εκπτωσιν τοΰ ΐ ιδιαίτερον χρωματισμόν η άκριβέ-
στερον την πρό τοΰ ί διάθεσιν τού. Ούτω εχομεν: θά π(Όν).Ιήσΐ;ς—θά
πΛήο^, γνονρΐζεκ;—γ^ονρίζ,ς. Ή διάθεσις δέ αύτγ) τοΰ σκαί ΐ,, ήτις
οεν ήτο ευκολον νά διατηρηθή πρό τοΰ έπομένου άδροΰ ς έγεννησε πρό
τοΰ σ^ καί ζ{ τάν φθόγγον ί: π.Ιηστ/ς—πΛήο^— πΜ'μζ. Προκειμένουπερΐ
τής ίστορικίίς όρθογραφίας έν τιρ τοιαύττι προφορ^ νομίζω ότι πρϊ'πει
να γράφηται: πΑήισς, άγονράιΐχ κ.τ.τ. Ή προφορά των σς ώς ^ καί ή
*ατάποσις τοΰ υπό τοδ £ έν τώ άγονρά,ιζ είναι φαινόμενα υπό φω-
νητικην εποψιν όμαλά. Κατά ταυτα εί'τε ώς ύστερυγε-
νής κατά τ-τν γνώμγιν μου χαρακτηρισθή) ό έν τω
φαινομένω τοΰτφ ϊφθο'γγος ε ι τε όπωσδήποτι
άλλως, τοΰ όλου όμως φαινομε'νου ή αίτία κ«ϊ-
ται αναμφισβητήτως έν τη εκπτώσει τ ο ΰ ί.
Όμοίας φύσεως είναι καΐ τα: ρύισα= (έ)φύσησα, μάισα= (ε')μάσ-
σησα, χΜισα= εκλώισησα, ίισα==εχυιΐα, άψήισα=:άψήχησα, άστόισα
=άστόχηβα, πιρίισα = (έ)πίρίχυσα (περιχύνω), στοηοα = έστοίχισκ,
πααος —: πατητάς (πατητόν, πατητήρι), άλλά: φσήσου= φυσήσω,
χΛονσσήσου=χΧωΐ5ατι!ω, ί/ασσ?;70ΐ>=μασσηβ·ω, -^·ι)σοΐ'=χύσω, άοΐου-
ρ?'σοϋ=άστοχ·ί)σω. π^ί_ν;ΰΓθΐ'=περιχΰσω κ.τ.τ. "Οκου δήλα δή καί έν
τοις τοιούτοις είναι δυνατή ή εκπτωιις τοΰ ΐ, παρουσιάζεται τό αύτό
καί έν τοίς ανωτέρω φαινόμενον, όπου δέ οχι, έπίσνι; ώς ε'κεϊ καί τα
φαινόμενον δέν παρατηρεϊται. "Ωστε καθόλου τό φαινο'μενον τουτο είναι
αναποσπάστως ^υνίεδεμένον μετά τής έκπτώσε'ως τοΰ ΐ.
Ήδη,,πρίν είσέλθωμεν είς τα άνεξάρτητα της εκπτώσεως Π κ«ί ί
φωνητικά φαινόμενα, ύπολίίπεται νά έξβτάσωμβν, πώς διατιθίνται
άρχαϊά τίνα καί νβα συμπλεγματα συμφωνών. Ώς έν τοίς ά-
22 ΜΕΛΕΤΗ ΙΙΕΡΙ ΤΟΥ 1ΛϋΣΣΐΚΟΥ ΙΛΙίΙΜΑΤΟΣ ΒΕΛ15ΕΛΤΟΥ
νωτέρω παρετηρήθη, γεννώνται έκ της έκπτώσεως Π κ.αί 1 τα.
συμπλέγματα χτ (κουτ-ί— κτί), πτ (πυτία—πτΐά), Λψ, Λσ κ.τ.τ.
Πλήν τούτων εχομεν Λαί ί* κληρονομίας τοιαϋτα συμπλέγματα
(πίπτω, καήνος κ.τ.τ.). Ταυτα δμως πρίπει νά διασταλώσι των
νεωτερικών, διότι άλλως διατίθίνται ταυτα φωνητικώς καί άλλως
έκεϊνα.
Τό αρχαίον χτ καί πτ προφίρεται σήμερον χζ, φτ. Ούτω λέγε-
ται : ονχιώ, όιχονχτώ, γτιγίζον, άπονχτω, φιαρμός, ϊφτά, (ρταί-
γον κ.τ.τ. Τό δέ νεωτερι*άν χτ κα,ί πτ μένει τό αϋτό : κτί, κταρι,
πτΐά, άπ' τα κ.τ.τ., όπερ δηλοί ότι πρό της γενέσεως τοΰ νεωτερικοθ
χτ κ,αί πζ ειχε τραπίί ηδη τό άρχαΓον τοιούτον είς χτ, ψτ. Πρόοδος
δύναται νά λογιιθή ή τροπη,τοθ εκ είς άχ πρό τ (συντρεχοντος καί
τοϋ ίκ' τοτ η άψ' ΐο'*-, ώς αλλαχού λέγεται). Τουτο όμως έν Βελβίντώ
καί τοίς περιχώροις δέν λέγεται πλήν μόνον έν Καταφυγίω καί Σια-
τίστγ), καθ1 όσον γνωρίζω. Άρχαϊα χθ, φθ, σχ, οθ προφέρονται μετά
ψιλώσεως τοΰ δευτέρου δασεος ^τ, φτ, σχ, στ (ϊ-χτίς, φτάνον, άσ^τ/-
μους, άα^τίγεΐα κ.τ.τ.)· καθόλου ουτε δύο ψιλά οΰτε δύο δασε'α (έννοώ
άρχαΐά) όμοΰ είναι άνεκτά. 'Η £ν τω ψεΐρα μεταβολή τού ψθ — φτ είς
ι/τ εδιδάχθη ηδη ότι δέν είναι φωνητικ,ώς όμαλή,άλλά καθαρώς άναλο-
γική. "Ομοίως πρός τα νεωτερικα πτ καί «γ παραμένει τοιούτον καί τό τ^χ.
Μοναδικόν δέ φαινόμενον ιϊναι ή δάσυνσις το5 γ[ πρό χ έν τφ ζονθχες
—=έζωτικές (ίδ.λεξ.) ('ίσως κατά τό αλλαχού λεγόμενον τα σωθιχά). Τα
άρχαϊα. γχ, ύΘ, θμ, ψ, χμ, τγ είναι όλως διάφορα σήμβρον: οπΛά-
γρόνθος (άλλά ή αγθκ^ζή άνθη, ζα?0ό(.),σταργίζον==σταθμίζω, άχτίκ.
(άθνός)=άτμός, άμόγί — άκμόνι(ον), παχγι (Σιατ. παθγί)=φατνί(ον)
κ.τ.τ. (π.ρ.β. ανακοίνωσιν τοϋ κχθηγ. κ. Γ. Χατζιδάκι εν Άθην^τομ.
Α'. σ. 325). Αρχαίον γΰ προφέρεται γτ: άγζρας, χουγτρός, όίγτρον,
{ΐάγταΑους, σχάγτα.Ιον κ.τ.τ. Αρχαίον Λμ, Λφ, Λσ, λθ ΐϊροφιρετιχι ρμ,
ρφ, γα, ρθ: άρμυρόΐ, άρμΐά, άρμόζ(ΐουΐ, άρμίγου (άλμε'γω = άμέλγω),
άδιρφόζ, χόρψους (άλλά άιΛ^φίγ^), Βαρσαμίς, ήρθα κ.τ.τ. Των νεωτε-
ρικών τοιούτων τα μέν 2μ, Λθ *αί Λψ παραμένουσιν άμετάβλητα, τό
δέ Λσ εδηλώθη ηδη άνωτε'ρω -ώς διατίθεται. Όμοία διάθεσις παρα-
τηρεϊται καί εί; τό ύάΛτσαμον, άν καί τό Λσ έν αυτώ είναι άρ/αϊον.
Τα θ'σ, δ'σ καί τ'σ δίδουσι πάντα τα : σ*^οι;Γσα=άκολούθησα, χά-
ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΧΩΡΩΝ ΑΥΤΟΥ 23
τσι =κάθισε, (ά)6ότσα (βουηθώ) —τ έβοηθησα, άμπύτσα = έμπόδισα,
τσάχχ^ζ=οΊ7άκκ·., ποΥσ-α—:έπότισα. κ.τ.τ. γ--γ έν Λι'ξει δίδει γγ, έν
δέ τή χατά σύγτηί,ιγ εχψνρα τοϋ Λόγον (&ΆΎΐό}η) πάντοτε νγ: ηαγ-
Τ1Ψγ= παν(γ))γύρ'-, 'έγαγ γαμπρόγ, έναν γάτονγ, πηριγ γαμπρόΐ, βϊδΥ
γείτονγαγ, σίψχιγ 7·πμπ/)ΐχ=(εϊ)σέβ(ϊ))κεν γαμβρό;, έναν γυρτουν κ.τ.τ.
υ--χ ίν 8ΆΠάΜ ττάντοτε = }·*: τονγ χα.Ιό, έΎαγ χόραχατ, ζή γχλχά,
τνγ χρίσχ κ.τ.τ.,
«V
Λίει £*ε': α)—'>■-(-*——'^« β) γ+*—'=:γχ—'
π.χ. γίγχα·=.γίνγ)κα, ^ογ«α=φάνγικα, άλλά: ΝχόΛαζ=τΝικό'λας,^ουν-
χ«ιιχ.ωνικό,ία>'*ο:=8αν6ΐκό, "£οιγ>'}«?'·*'Χ κ.τ.τ.
^ ^Γ^ΰ''ι= βοτρύδι,
τσί=:βυτίον), άγίφχα= άνέβηκα, χατέφκα=
β ^ί)-}-* — ' = θχ—': .1αθχό, ^ιυ^ονθχά, θχό(ουι>, άλλά —'
*——Ι(^*: παπάδ,χους (τταπαδις), παπποΰδχονς (παπποθδις),
άτΐ,ΐαμίδιχ^^^ (άτζιαμίδις), ύονϊατζάό^ον κ.τ.τ. ν-χ-Γ (νέον) έν ^ίί
πάντοτε δίδίΐ ηί, έν 8αηάΜ δέ η(2: μαγτάρί (ιϊΐόΐηί —)=(ά)μανι-
τάρι, προυσ^υγτάρ^—:προσκυνητάρι. π^ουίπ?)(==προξενητγ)ς, άγιγτονς
(ϊδ. λεξ.), άλλά: εΐ/τους (είηάουζ) εϊγ'τηγ κ.τ.τ.
Β'.
Φωνητικά φαινόμενα άνεξάρτητα
τής έκπτώσεως α καί χ.
Ταυτα ύποδιαιροθνται 1) ιίς φαινόμβνα τοϋ 8ΆϊΐάΜ (της κ,ατά. σύν¬
ταξιν έκφορα,ς τοϋ λόγου) καί 2) Ης φαι,γόμεγα τής Λίζενς.
1. Φαινόμενο τού 8ΆπάΜ.
Τα μάλλον εύσύναπτ* πρός την επομένην η προηγουμένην λέξιν έν
8ΆΠάΗϊ είναι τα προκλιτικά καί τα έγκλιτικά, ό συγκείμενος δέ
τύπος της άντωνυμίας αύτος είναι εύσυναπτότερος, ώ; θά οειχθη, καί
αύτοϋ τοΰ άρθρου. Έν τώ μνημονευθε'ντι βιβλίψ τοΰ καθηγητού κ. Γ.
Χατζιδάκι έξηρθϊΐ εύλόγως η σημασία τοϋ φαινομένου τούτου ώς έρ-
μηνιΰουβα πλείστα φαινόμενα, άλλως άνερμήνευτα, ήτοι άποκοπά; η
προσθήκας η μεταβολάς φωνηέντων έν άρχΫ^ λέξεως. Έν τω άγώνι
των έν βΆηάΜ συμπιπτόντων ιρωννΐίντων, άν μέν τυχωσιν όμοια φω-
24 ΜΕΛΕΤΗ ΗΕΡΙ ΤΟΤ ΓΑ11ΣΣΙΚΟΓ 1Δ1ΛΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΓ
νήβντα,γίνονται εν: τίίστρα τάΛουγα, χεχ,φαγιγ,*.ίπχιγ, τόγονμα κ.τ.τ.
Τουτο καί Ιν λεζει συμβαίνει κατά τόν αυτόν άπαράλλακτα τρόπον:
Κατηψΰ =Καταφύ(γ)ι, ά&(Ά, —άπιδέις, θψ ■=θεέ μου κ.τ.τ. Άν οε
σύμπτωσιν άνόμοια φωνήέντα, τό ισχυροτίρον έκκρούει το «σθενέστε-
ρον: γλ 'ργίϋχΐα, γά 'βγίίΐ, τ'α.Ιουγου, τά'ψ-α [τα εψα=ε^σα=^'έ-
ψηοα), ιά 'ζα (=τά εξυσα), τά'ριασα (=τά εμασα) νά'γΛιπα (=να
έ'ΰλεπα), νά 'χα, τό 'να, τό 'χ/τα, τό 'ρρ£α, τό 'στειΛα, πον Όϊ; (ποϋ εί-
σαι;) τό 'άονχα, τού 'χα, τού 'πα, τού 'φιρα κ.τ.τ. τί συναποτίλοϋσι
δίφθογγον: τα εΐάα (τάιόα), τού εΐδα (τα είδα, τό ειδα), τα Ιυύιο. (τα
έννε'α), διχαϊγγΐά (δεκαεννε'α) κ.τ.τ. η καί με'νουσιν αμφότερα, όπου ή
συναφή των δυο λέξεων είναι χαλβρωτε'ρα: τού αιμα, τον 'έγα (καί τογα),
τα αΐματα, τα δμηα κ.τ.τ.
Έ* της εν »&ηάΗί συνεκφορας πολλαί λίζεις άποβάλλουσι τό άρ-
κτικόν των φωνηεν, άλλαι δέ έξ άπάτνις [τα 'ργίθ'α—τ' άργΐθ^) προσ-
λαμβάνουσιν έν άργίί άλλο παρά τό άρχικόν των φωνηίν καί άλλαι
προσλαμβάνουσιν {ξ άπάτης καί πάλιν (τα στήθΐα— τ' άστήθ,) ίν άρχν)
φωνηεν όλως άλλότριον της ρ'ί^ης των. Οΰτω π. χ. λέγεται: α) γίτον
(απού'φί'τους), μαΑώγον = (ό)μαλώνω (π.ρ.β. Χατζιδάκιν ε'ν ΆΘ.Γ'.
94.), (ΐαζώγον —= (ό)μαζ-ώνω πουΛέρ]α=:άπολέρ]α (Εδ. λεζ.), πουδε-
γου/ιι—=ύποδίνομαι, χιτραχηΑ^=;|—ιτραχγ)λι(ον), ματτάρ( = άμανιτά-
ρι(ον), Λ^οτ;«^ου=άκλο'χειρο(ν) κ.τ.τ· β) άμπρουστά—Ιμπροβτά, ούμ-
προζ=ζ:{μπρός, ο&χτρός=1γ9ρ6ς, ό//π]ου=εμπυο(ν), άόίτσι=ύ^ίζ!ΐ
(Σιατ. ούζι ετσ^), οντιά = Ίτί«., άμπουάώ = εμποδίζω, όξηυ= έ'ξω,
οΰ·ϊ?ά=— έχΐά (ίχιδνα), ούρμγεύου=ίρχ^ίιύ, άργάΐζ= εργάτας, άρ-
γαστήρ^— ίργαβτηρι(ον), άί:αφνα—^έξαφνα, (>/>^ανοι;=-όργανο(ν), άψα-
Λ6ζ — όμφαλός, άξαμώγω=:έξαμώνω (βΧ&ηΐβη), άιχαΛγω= εγκαλώ
κ.τ.τ. γ) σ6ί"ώ—ΐπιτ,ο'ώ, άχρημζτω (άξίζω), άχα^ώ—=καλω, άχονλ·
λεύω (παλαίω), σ/ν«'^ι=χείλι (χβϊλος), άχε(Λας= χείλας (αλλαχού
·κ;«ίϋ), άσΓηέ'[—="ηθος, ά>'α/ια=ναμα, άμβί^ —= μάχη (ίδ*. λίξ.),
άρνάρι—ρ'ινάρι(ον) (ρ'ίνη), άρΐ,άρ^—:ριζάρι(ον), άρζόγαΛου (Κοζ.)—ρ'υ-
ζόγαλο, άρξάφχ, ά^ίός—=χρυ«άρι(ον), χρυσός (—οϋς), άπαΜμ(=πα-
λάμη, άραθυμηά—ραθυμία, άί^ΙΛΛα—:βδέλλα, άχαμγος—=χαΰνος,
ά(^ά=βία, ούροάνι=ρ'ουοάνι —ρ'δάνι (ρ'οΧάνη) κ.τ.τ.
ΚΑ1 ΤΩΝ ΠΕΡΙΧΙΙΗΪΝ ΑΥΤΟΥ 25
Εντεύθεν έ-ίσης έρμηνίύοντα'. *αί τα: γώμους=ωΐίθς (τογ ώμογ__
τό νώμογ), νΌί,ίουΛΝ^—ζοΐκοκύρι^ς (τόν οίχοκύριν), ^ος=ήχός—η-
χος (τόν ηχον), τούρά=ώρϊ (την ούρά(ν), γονφαΛός, ξΐγουφαΜζονμι
(Σιατ.)—: όμφαλός, >·ύ^π>τά*ρ|)ί=ύ(ραντά)ΐος=— άράχ·»η, ^//>-»·«—"Αν-
να (της Άτνας), άρτηχας ==νάρθγ)κας (γο νάρτηχα—τοτ άρτηχα),
πχΐάτ^ου (Παλιγρ.)=τοπχΐάτικο, ένθα τό άρκτικόν της λέξεως το
ενομίσθη ώς αρθρον.
Καΐ ή έκπτωσις τοϋ ΰστερογενοϋς υ έν τώ απού (άπό), ώ; καί τοΰ
ύστερογενοΰς ί έν τοίς πάρ-τον, χΜι/τ-τον, ιΐν-τους (είναι τος) εϊν την
κ.τ.τ., ώς καί ή κεκολοβωμένη κατάστασις τής προκλιτικης η έγ-
κλιτικής άντωνυμίας ούτος καί ή μορφή τοΰ μονν η μ^=μόν(ο)
(μό[ΐ ύονμι έν ταίς περ'ι τό Βελβεντά κώμαις=μόν(ο) ψωμί), μούγχι=
μονν χΙ=μόν(ο) καί μόνο (ίδ. λεξ.), πάντα ταυτα έδώ μο'νον δύναν¬
ται να εΰρωβι την έρμηνείαν των.
Η άλλα.χοΰ παρατΥΐρουμένΥΐ συνίζνισις τοΰ τελικοΰ ΐ μιτά τοϋ άρ-
κτικοΰ της επομένης λέξεως φωνήεντος (βασι.Ιεύ) ό 'ήΛιος) δέν συμβαΐ-
νει ομοίως εν Βελβεντω καί τοίς περιχώροις. Ό χρωματισμός τοϋ
ιτερηθέντος τοϋ ϊ βυμφώνου η τό ΰστερογενές τελικόν ϊ καθιστώσι τοΰς
επομεν»υς κλειβτοϋς φθόγγου; α ο ου ΐα >ο ιου: πάρχαντά = παρι(—
ή αύτά, χΐαύτά^καί αύτά, βασ,.ίίόιον //'^ο^—βασιλεύει ό ή'λιος,
πιθγήοιΧ»ον τάδιζ= πεθνήικβι ό τάδε.
Θά έπραγματευόμεθα ίδώ καί περί συμπτώσεως ήχηρών καί άήχων
φθόγγων, διότι έν τώ περί ού ό λόγος ίδιώματι εχομεν καί πάντα τα,
φωνηεντα καί πάντα τα, σύμφωνα ώς τελικά λέξεως, άλλά καί έν-
ταΰθα ϊσχύει ό,τι Ιλέχθγ) περί τϊίς έν λέζει συμπτώσεω; αυτών, όπερ
απαλλάσσει καί ημάς καί τοΰς αναγνώστας τοϋ κόπου. Διό ολίγα τινά
παρατηροΰντβς ά*όμγ) ιΐσερχόμεθα είς τα φαινόμεγα Μζιως.Ύα -ζ-·μ
έν Βελβίντω καί τοίς περιχώροις μόνον, δταν τα μ είναι άρκτικάν
έγκλιτικοΰ δίδει ζμ : θχόζμας =(ί)δικο'ς μαί, γαμπρόζονμτ=:γαμβρός
μου^ άλλά μάς μίΛ,= μά; μέλει κ.τ.τ. Έν Καταφυγίω όμως -ζ--μ,
"*+'', -ΐ---Ί δίδουσι ζμ, ζν, ζΛ : μαζ Μει = μας λέγιι, ζ Λΐώ=
σοΰ λέγω, μαζ μεΛκ~ μάς μέλει κ.τ.τ. Ή ένική αίτιατικν! τοΰ άρσ.
κ«ί θηλ. άρθρου (τάν την) εχει υ μόνον πρό των ρωνϊ]ε'ντων καί των
χ π τ Ύι τοιούτων-{-σ (ζ. ψ τσ), άλλως είναι ή μέν τοΰ άρο. τον(γ),
ή δέ τοΰ θηλυκοθ τ(ι) μέν πρό των άήχων, άί δέ πρό των Ϋιχηρών,
26 ΜΕΛΕΤΗ Ι1ΕΙΊ ΤΟΥ ΓΛ0.2ΣΙΚΟΥ Ι4ΙΩΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΓ
Όμοίως καί τα μην, (ώ)σάν, οίν. Τουτο είναι φωνητικώς ομαλόν,
διότι οΰτε μψ ουτε γχ, τζ ύι τοιούτον τι εί*αι κατά την φωνητικην
τοϋ ΐδιώματος άνεκτά" π. χ. τούν ηΛ)ον(ν) — (τ)ν ώρα(γ), τονγ
χάμπου(ν) — γ χόΛασ^ τούμ πΐνχου(ν) — μ πέτρα(Ύ), τονν τά-
φου(ν)—υ τ('ανή(γ), τονγ· ζιοιΛΛόΐαστου(ν)—γ ζισ^ϊΛόασ^^ ζονμ
^ιντι—μ ψάθα, τουν Τζύμον—ν τζαπουρνΐά : τού θάνατον—γ, θά-
Αασσχ, τού φόβον —γ, ψύρα, τού γάτον, — ά, γάτα, τού ύαύα—ά,
6α'6οι»· σάγ ίρΰη, οατ άγοίζ{, σάμ πάρ^ σάν Γοϋ/' ίί?), σαν τα Μχανα
V
τού τσχχάΛ,, σάγ ζύΛου, σάμ ψουμί, σάγ τζάπουργου, σά θιος
(θβός), «τα χαζός, σά θίΛίΛ σά ψτσΙΛΛα, σά γροϋγχ' νά μηγ Ιρβϊι,
γά μν ίέγ Ιρθτι, νά μην τα πάρκ, νά μή μάς πάρ^ (ί« ό^αΛέγον, όέ
θέΛον, δ(ν ίρχονμι κ.τ.τ. Τό δεν μαχά( είναι κατά τό απολύτως λε¬
γόμενον όίν! (ίδ.βύνταξιν). Της δέ έγκλιτικης κ,χί ττροκλιτικης άντωνυ-
μίας -τονς ώς Ιγκλιτικνΐς μέν ή έν. αΐτ. είναι πάντοτε -τονν -την,
ώς προκλιτικης δέ τοΰ μέν θηλ. οϊα'καΐ ή τοΰ άρθρου, τοΰ οέ άρβε-
νικοϋ πάντοτε -τονγ: παρ-τονν, παρ-την, τονν άνο/γον, τούν θίΛον,
τούν ρ'άρτον, τονν οίνου, (τ)ν άνοίγον=·τΎν άνοίγω, γ χάμνον=ι^
κάμνω, ά, γφόζου=ΧΊν{ν) γ«μόζω, τ( θίΛηυ=τΊ){ι) θε'λω, Γι ρ'ίχνον
==τί)(ν) ρίχνω, τ( φχειάνου==τή(ν) φκειάνω κ.τ.τ.
2) Φαινόμενα λέξεως.
») ΠερΙ της ίχπιώσίως γ.
Έν τφ άνωτίρω μντιμονίυθέντι βιβλίψ τοϋ καθηγνιτθΰ κ. Γ. Χ«-
τζιδζκι διιτυπώθη ότι το εκπϊπτον γ είναι κυρίως ·/, έκπίχτει δηλα δή
κανονικώς πρό των β καί ι μόνων, ίκεΐθεν δέ μετνινένθϊΐσαν οί άνευ τοΰ
/ τύποι κατ' αναλογίαν καί είς άλλας θε'σεις. Διά το ίδίωμα τουλά¬
χιστον, όπερ πραγα»τευόμεθα, είναι τουτο άληθέστατον. "Ινα έννοϊ)-
θώσιν όμως καθ' ολοκληρίαν τα κατωτέρω φερόμενα παραδείγματα τοΰ
φαινομίνου τούτου, πρέπει νά εχωμεν προσέτι πρό όφθαλμών, ότι
όπως οί άνευ τοΰ γ τύποι επε'δρασαν κατ' αναλογίαν επί τοΰς μετά.
τοϋ γ τύ-ους, ούτως έξ άντιθέτου τύποι, ένθα κανονΐΛώς ύπάρ/ει τό
;·, διέβωΐαν αύτό καϊ έκ.εΐ, όπου επρεπε νά ίκπέτ/). Ούτω λέγεται μέν:
/β(ον), χαρπου.1όι=:καρπολόγι(ον), τσαμπον.1ά=
ΚΑΙ ΊΪ1Ν ΙΙΕΡΙΧϋΡΙΗΝ ΑΥΤΟΓ 27
τσαμττολόγι(ον), ρΛοΐκϊά—:ρΛου)ά—ΐφιλο^λο^ία (ίδ. λέξ.
{ΐονΑου^ά=ζόμολογία, ^ου.ί'ου.ίά—εύλογία, Παγαιά==Παναγία, ίϊ.τ//-
■Ιουήθκα= χπΗλογήθηκα,σϋΛΛοΐ/·ί&ϋμί—:3υλλογε1οΰμαι, ξισ^.Ιό'ασζονς
=ξεσυλλόγΐ3«ΐτο;, χαραή = χαραγή, χασταΛαη = κα(τα)σταλαγή,
ύψους=γυψος, χατά ?7ί=κατά γης, άκώίί—άνώγίΐ(ον), χατώιι=ΛΆ-
τώγει(ον), ««^οφους—=καλόγερος, σχατόϊρονζ==σκατόγερος (αύτη του¬
λάχιστον είναι ή σημασία της λέξεως, οέν είναι όμως απίθανον νά εί¬
ναι καΐ λ λέξις έσχατόγΐιρως κατά παρανόησιν εύερμήνευτον τοϋ πρώ-
του συνθιτικοϋ), Τρ^/υ*ο^ο//ου^=Τουρκοκαλόγ6ρος (;), τραϊ==τραγί(ον),
καθ" ο καί τραυϋσσα (ίδ. λεξ.), ψα$1=:ραγεϊ^ν), φαεΐά = φαγειά. (τα),
Λ*ίί=:λέγει, καθ" δ καΐ Λ?ώ—^/μ«—.^«—Λεν°=τλέγω-ομεν-ετε-ουν,
τρώιι—=τρώγει, καθ* δ καΐ τρώ—τρώμι'—τ^ώτι— τρών—- τρώγω-ομεν
-ετε-ουν κ.τ.τ., άλλά καί (ϊφτιγα==επτα.ι-γ-α, Ι^αρ, τ?^)·α, άρμ.'γρυ,
ό)αΛί)·ον) (ρταίγς—(ρταί], $ραγις—Ιφαγιν, ηΑιγις- -ηΜγιτ, άρμη·«:
άρμίγς—άρμί], ό]α.ϋγς—ό]αΜ). Ή δέ παρατήρησις ότι, ίνα έκπε'σγι
ί, είναι απολύτως αναγκαΐον νά προηγηται αϋτοΰ φωνηεν (ρίυ]—φεύ-
γει, ^«του/>ίά=λ6ΐτουργία) είναι ϊσως ό λόγο;, δι' ού Ιρμηνεύεται ή
έν άρχη λέξεως συνήθης διατήρησις τοϋ γ. γιριύου, γϋρονς, γνρα, γυ-
ρίζον(ία τρόΐψα, τρονίφον, άΜρΐα—=τρο'γυρα, τρογύρω (τρι—), όλό-
γυρα), γυργω, γψόζου, γφάτονς, γψρατίζον, γΜα, ]ό^{ΐα (γεθμα)
κ.τ.τ. Φαίνεται ο^ω; δτ: πλήν τούτων καί άλλη τις επίδρασις ύπόκίΐ-
ται, άλλως δέν έρμηνεύονται τα: μάγεφας, μαγεψόον, μαγίρκου καί
όσα ίλλα τοιαΰτα ΰιτάρχουσιν.1
Έν τί) γείτονι τοϋ Βελβεντοϋ Κοζάνη καί τί) ολίγον άπωτέρω Σια-
τίστη ή έκπτωσις τοΰ ΐ εχει, όοον δύναμαι νά κρίνω έκ τοΰ μικροϋ
δυστυχώς γλωσσικοΰ θησαυροϋ, τόν οποίον εχω έκ των πόλεων τούτων,
περισσοτέραν ύ έν Βελβεντω έκτασιν. Έκεϊ λέγεται καί: ιφίύου—.γυ¬
ρεύω, υ^ά=γυρνώ, χοψύΐον = ]ομόζω (γεμίζω), ιουδαίους = "ϊομά-
τος, ΐόμμα=ό{,μα (Βελβ.)=γεΰ(Αα, ιράζου=γηράζω, έρον,=ιγέύ
ί(ύ() '* 'ίδα
)γ( ρ
γέροντας, Ιουφύρ,=:}οψνρι (γεφύρι(ον), ί'ε*α= 'γίδα, 'θύ-
ζ
τας, Ιουφρ,}ψρ (γφρ()
κ.τ.τ. Έπίσης κ,αί τό έν άρχίί λέζεών τίνων παρατη-
1. Ή μετ^ί, των χλε,βτών φθογγων η άνοιχτου χαΐ χλ^ατου ίνάπτυξι^ ι«ρ«-
τηρεΐται χ«Ί ιν Βελβίντω: ζόγανου= ζόανον, Άγονρονς — «ωρο{, 2χρου«
χ.τ.τ.
28 ΜΕΛΕΤΗ 1ΤΕΡΙ ΤΟΓ ΓΛίΙΪΣΙΚΟν ΙΔ1ΩΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΥ
ρούμενον γ, δπ6ρ είχεν ελήφθη ίλλοτί ώς κατέχον την θέσιν τοΰ δί-
γαμμα, φαίνεται άρκετά συχνόν ίν Κοζάνη: ']αψα=αψζ,]εϊόα=βιδα,
]έγα,=:έ'νας, 'ζ]έγα (ςέ !>«— ίΎα—ς ](να—ΐ. ]ίγα)=είς έ'να κ.τ.τ.
Τα τοιαϋτα είναι χαθόλου άνοίκεια είς τό γλωσσικόν αϊσθημα των
Βελβίντηνών τής άνοικειόττ,τος δέ ταύτης γέννημα είναι τό ακόλου¬
θον των Βίλβεντηνών πρός τού; κατοίκους Κοζάνης σκώμμα: Μόα
/ν»ά ίόα άουπάγ 'ζ^ίγα ονψύρι, πδκαισιγ χι έγγζσιγ χΐχαμιγ ιόόπχον=
Είία μια 'γίδα έπάνου 'ς =να γεφύρι, ποϋ εκατόν (έκάθισεν) καί γέν¬
νησεν *' ίκαμεν 'γιδόπουλλο. Περιττόν νά λεχθγ) ότι τουτο προκαλεϊ
απάντησιν καΐ ή άντίσκωψις προβαίνει έντός γλωσυι/.ών όρίων έφ' ι¬
κανόν .
β) ΠιρΙ σνηζήσιως.
Ότι δόο όμοι». άλλεπάλληλα φωνήεντα δέν είναι καθόλου άν£κτά,
'λε'χθη ηδη ανωτέρω. Τό β, ο, β μ6τά τοϋ β η % αποτελεί δίφθογ-
γον: αι, οί, εί: όίΓέί=ά6τός, π^«=πουλβ?ει, χγαει-=ηνχΐΐ $ κου-
ν*ει, ^ΐίσβν,—ϊάηοόνιίον), Λει—=λί(γ)«, τρώη=τρώ(γ)ει'χ.τ.τ. Τα
α+ο η « + « άποτελοθντα δύο ιδιαιτέρας συλλαβάς δέν είναι άνβκτά:
ά-γ-οιψους, /χρον-γ-α, άχου-γ-α κ.τ.τ. Τα φωνήεντα ι καί β είναι
ευσοναπτότατα πρός τα έπόμενα α, ο, η, μεθ' ών συνάπτονται είς
μι«ν μόνην συλλαβήν, της οποίας τό φωνηεν ουδέποτε κατορ-
θοϋτα,, ώς αλλαχού, νά άδροποιηθνί (δροσ2ά-δροσσά) πλήν τοΰ θό-
ίβι1ρο«ί—θεόίωρος, καθ' όσον έγώ γνωρίζω. Ό τόνος έν τοιαύτη
π.ριπτώσει, αν τύχν, επί τοϋ πρώτου φωνήεντος, πίπτει επι τα άδρό-
τερα Λ ο η: άϊ ΉΜα(-ά,12ά;, χρία,-χ^, Χ.τ.τ. Άλν ιδίως
εν01«φ£ρον ζήτημα είναι ή προφορά των έκ της τοιαύτης συνιζή-
«ως προελθοντων «ρωνηεντων. διότι την συνίζη™ ταύτην «υνοοεύει
» οεν συνοδεύει ή άνάπτυξ,ς μεταβατικοΰ τινος φθόγγου, άναλόνω;
παντοτε της ποιότητος τοϋ προηγουμε'νου γράμματος καϊ της ΰπάρ-
ίΐΐως β η , εν τί» τοιαύτη συμπλοκ^. Έξ,τάζομεν πρώτον τα συμ-
πλεγματα: ια, ιβ, ίο, ίη μετά πρωτογενοδ; ι (η, ι? „ κ.λ.π.).
Μ ανάπτυξις η μή ανάπτυξις μ6ταβατι*οϋ φθόγγου έν τοίς τοιούτοι;
*« Π ποιοτη; τούτου έξαρταται έκ τοϋ προηγουμένου τής συμπλοκήί
γραμματος. Καί λοιπόν:
*) "Οτ*ν ι τοιαύτη συμπλοκή είναι έν άρχ*ί λέξεως, προφέρεται
ΚΑΙ ΤίΙΝ ΠΕΡΙΧΩΡίϊΝ ΑΠΌΪ
29
πάντοτε ώς )Ά, ]β, ]Ο, ]11: 3άγγχ;='1ύάγγ7;, 3άγγιγα='1ωάγγιγα,
]ωχα=Ίώτα.% ]6ς=>1όζ, }αχρόζ^Ία.τρος κ.τ.τ.
β) "Οχαγ ίϊγαι
«V
.Ιίζίΐ: 1) προηγούμενον αύτη; φωνιόιντος, τ, των
συμφωνών χ γ χ (ούρανικών) Α, υ η άρώνου4-/? (χρ, πρ, ψρ.....) τό
ί συνάπτεται μετά των έπομένων α Ο υ. είς »ο >ο >ον (=ϋ). Ούτω:
ι) Μαΐά = Μαϊά, τον Μαΐο ατώρα χον Μάι χον Μαό^ χώρα χον χα-
Λουχαίριΐ) (άποσπ.τοΰ ασματος τίς 1ΐ« Μαίου), άί Βαΐον=χοΰ Βαιοϋ,
Βάΐα=Βάϊα, βα?οΓΓο=Βαϊόττα, χαρπουΜι—χαρπυνΛόχα^ σιύόι—
σώόΐα (ίδ. λεξ.), ρ'ονΧόΐα ύι ^ου^ο»ο=ώρολό(γ)ια, χάι Βαϋ
άγίου ΒατιλείΌυ, αι /1ίά=άγιος Ηλίας, πγάχι—πνάχΐα,
(ά)6ρόχΐα, τα]αγχουηοϋ=τ'ί] Άντωνίου, σχΛηχ2άζου=σκωλϊΐκΐάζω,
άγρΐάόα=άγριάδα, ά^>?οσΓουμί)^=άχρειόστομος, οϋ-6ρ2ά=ό-&ρΐ/ί,
μαγχρΐ—μαγχριά, ούσιΓ|)?ά=όβτρύα, σ^φνΑίσ^χι»ο= σφυρίστρια κ.τ.τ.
2) προηγουμε'νου π η χ άναπτύσσεται μεταζΰ αυτών καί τοϋ ?α, »ο,
ΐον οΰρανικόν -| κ,αί ούτω εχομεν χΐα—χΐο—χΐου: χσαπΐ — χοοπχιά
(τα), χαπΙ=χαπχ>ά, (στουππί)σππί— σπχιά, χχι—χτ^χιά, (αΰτί) ψχ'ι
—Ψτ:Χΐή, χονμμάχ^—χονμμάχ^ια, 'Αραπχΐά, μυΛουχουπχΐά, δπ-
Χ2ουζ-ΐα->ον (οποίος), σχρονπχ>6 (σκορπιό(ν)), άρρώσ(ΐχχΐα, χουρ-
3ατ.Χ2ά, μουραϊτ^χιά, ζιβγαΛατ^χΐά—=ζευγγιλατεϊα (τα), ραμμαχκχιά-
ίοι>—=ρ'αμμ!χτ2άζω, χονπχΐάζον, χόπχΐαοα (κοπιάζω), οχρουπχιοΰμι-
χί'σι-χ6τι> ρ'ονχίχ2θϋμι-χίί.-χίτι (έρωτεΐοϋμαι).
3) Προηγούμενον γ, θ, σ, η χ-π-χ-^σ (ξ, ψ, τσ) άναπτύσοεται
μεταξΰ αυτών καί τοθ ΐα, ιο, 'ου, οϋρανΐΛΟν χ' ούτω εχομεν κια,
χ2ο, χΐου: χονραφι —χουράψχΐα (τα), συγχρόρι—αυγτρόφχΐα, άρζ,άψ^
χΐα, χαΛάθί—χαλάθρια, χουΛονχύθ^—χουΛουχύθ,χΐα, σπαθι
άγχάθ^—άγχάθ^χΐα, χραοΙ—χρασχχΐά, χαάί—χαψ^ά, μι-
Ια, (ηαχσι)—παχο,χΐά, παπούζσΚ—παπούχσ^ία, όρον-
οσιά), αυγγιψχΐά (συννιφΐά), Λ^όθ^χΐα—:(ά)λλτ)(λο)βό(τι)θί>α,
προυμϊ,θ^κΐα, άφο^ιά (άφηοιά), όΐαβασ^ά, γιγντσ^χΐάρχονς
(γεννησιάρικος) Λχσσ^ιάρχονς (λυσσΐάρικος), σ&απάγ (ϊσια απάνω),
Γ, χουρχσ,χιάχ^χους (κοριτσιάτικος), γνφχΐάχχου(. (νυφιάτικος),
ς-ΐα-ιου, ΐσιχ2ονζ->α-2ου=ΐσ2ος, ίσρΐάδα (ϊσιάοα = ευ-
ς, δικαιοσύνη, άλήθεια" συμπίπτει φωνητικώς καθ' όλοκλτ,ρί«ν
Έκ της γεν. τοϋ Μαχοϋ έοχτ)(*«τίυβΐ| όνθ|/«βτιχή ο»
τ
30 ΜΕΑΕΤΙΙ ΠΕΡΙ ΤΟΓ ΓΜΪ.ΣΣΙΚΟΥ ΙΛΙΩΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕ1ΝΤΟΪ
πρός τό ?}-σι*>αί>«=σκιά;, σκιάδιον, ώς καί τα ϊ'σ^ους πρός τό //'-
σίχ2υυς='!Μά), κατιβασ^ΐά. (κατεβασιά), γτυμησ^χΐά (ένδυμασία), που-
όισ^ά,Λιπασ^ιά (λιπασία), άρτπ^χΐά, τΐθχιους-ια-ιου (τέτοιος-α-ο(ν),
όφχΐους (όφι-ος), θ^χΐός (θιϊος), θ^χα (θε£*), θ^χΐονχας (θεΐούκας),
χΛοντσ ^χΐοϋμ ι-ίσι-ετι = κλωτσειοϋμαι κ.τ.τ.
4) Προηγούμενον δέ: 6, *, ντ, ο, μη, />, ί (ηχηρών) άναπτύσ-
σεται ]: χΆονβι—χ1ονβα (τα), χνάβ,—χγάβ]α, χαράβ]α, χΛαί]ά, πα-
ΛαγατΙ^α, άπίδ']α, γίό}α, χαρνδ']α, π.1άρ]α, Λημόρ^η, βοΰζ^α, βΚ,}"-
(βυζία), χονρΙ)]ά, χαν^ά, προόδους (—ειος), χ.1ού6]οκ, γΙό)ον(;,
χνυρ)ό, β]6 (βίον—=ψ& αλλαχού;, ό')6 (δύο), άδά, άό')άζουμι (βία—
βιάζομαι), φο6]ον(,, πάπονς (παντοϊος), χαρδ']ά, παπαδ')ά, ά(χουν-
]ά, μουδ]άζου (αΐαωδιάζω), άγγάρ]α, παρηγονρ)ά, ΐ:ιστιρ]ά ((έξαστε-
ρΐά), ρ'ουζ,']άζον, ίψτζ]ο>,άχρίβ]α, άμπουί]οϋμι-^ίσι-ηι (έμποοιοΰμαι).
5) Προηγουμένου δέ μ άνχπτύσσεται ούρανικόν τ: χουρμΐ—χονρ-
μγΐά, χαΜμηα, πατουγόμτΐα, ποντάμνια, ΰρονμνιά, (}ίμγα,
(μία' μΐτΐα έν ΚαρπενΥΐσίο) καί αλλαχού, μγιά Υ μία =
ί(μ>·>ά (ζημία), άραθνμτΐά (ά-ραθυμία), πουταμγΐά,βρυί,^Υΐά (βρυζαμ^ά,
ώς καί λεγεται έν Σίατίστγ)), Λάμνηι, ζμγΐους (δμονος), θνμΥΐους
((Εΰ)θύμιος), άπονχοψγιουμι.—γησι-Υΐΐτι (—ειέται).
Τα: ψχΐάγον (εΰθειάνω—:εΰθειάζω), ρχ>άρί (φτυάρι—=πτυάρι) προϋ-
ποθε'τουσιν εκπτωσιν τοϋ τ έκ τοϋ όμαλοϋ φτ^χιάρ,, φτ^χιάγον καί
νάπτυξιν ούρανικοϋ * άντΐ χ, όπερ είναι Ιπίπγις ομαλόν, διότι ψχΐ"Ρο
ψχχάγον κατά τα είρημένα δέν λέγεται.
Συνοψίζοντες τα είρημένα ενομεν : α) φωνήεν, ούρανικά, Λ ν,
άφωνον-|-ρ συμπλέκονται μετά των ϊα, ίβ, %Ο, ίη, άνευ μεταβατι-
κοϋ φθόγγου. β) Έν τί) ΐυμπλοκ·?) των λοιπών συμφωνών πρός το
ΐα κ.λ.π. άναπτύσβεται μεταββτικός ούρανικός φθόγγος, καϊ δή έν τή
των ψιλών π γ δαοϋς τοιούτος (ϊ^Λ-^3ιιί(, έν τί) των δασέων ρ, ί>·
σ, ίι 3^ι τσ ψ'λός, έν τίί των ήχηρών ήχτιρός ()) καί έν τί) τοΰ /ι τό
όμοιον τού υ. Σημειωτέον όμως ότι υπάρχουσι λέξει:, έν αίς δέν εγιν£
συνίζηοις τοιαύτη: χρεία, ϊΐί'α—αΐτία, άξιονζ, 'υπουψία, ΰπου^ίάζουμι.
δίχιον:,'πιτ>'ιόιιου(;,σονματώόιον;=5ωμ.&χώ§-τ1ί (τούτωντινά φαίνιται ότι
ίίναι νέα είβαχθέντα υπό των λογίων τό τελβυταϊον διά να διατνιρΤ/θϊί
συνεμορφώθη κατ' ανάγκην πρός τα τρικατάληπτα είς —ος έπίθετα),
ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΙΕΡΙΧ11ΡΩΝ ΑΥΤΟΤ
31
Λΐάτου (τρισύλλαβον)— πιάτο καί εί τίνα άλλα καί παρά ταυτα τα:
χρν](κ, χρυσόν.
Καί ταυτα μέν ώς πρός τα ί& κ.τ.λ. διά τό Βελβεντό καί τα
περίχωρα. Έν Καταφυγίω, Σιατίστη καί Κοζάνβ τα πράγματα έχουσιν
άλλως. Έν τή όλότητι δέν άναλαμβάνω νά έκθέσω την διάθισιν των
πιρΐ ών ό λόγος συμπλεγμάτων έν ταϊςεϊρτιμέναιςκωμοπόλεσν καί πόλε-
«ιν δσα προσέπεσον άμεσος είς την αντίληψίν μου, ταυτα μόνον θχ
έκθε'σω. Ό έν Βιλβεντω άναπτυσσό[Λενος ψιλός οΰρα,νικός φθόγγος με-
ταξύ των δασέων ρ θ σ ψ κ.τ.τ. καί των ?α κ.τ.τ. είναι έν Κατα-
φυγίφ δασυς: ·ν^οΐ)^β^,·ν^α=χωράιρια, άΐήθ^α—=άλτ)θεια, χαΛάθ^για
=Λαλάθια, χουμάσ^α == κουμάσια, σ^απάν = α,χΐαπάγ (Βελο.).
//«άίν^α=μετάξνα, ταψίχ>ά==ταψιά κ.τ.τ. Έν Σιατίστϊΐ δέ ϊϊ συ-
νίζησις σχεδόν είναι έν τφ γίγνίσθαι, εχομεν δήλα δή σύμφωνον--ΪΆ
κ.τ.τ. συμ-ίπλεγμένα μέν είς μίαν συλλαβήν,. άλλ' άνευ συμφωνο-
ποιήβεως τοϋ ϊ άναλόγου τοϋ προνιγουμένου συμφώνου, διότι έν Σια-
τίστγ) ή γλώσσα κατά την προφοράν των τοιούτων δέν πλησιάζιι τό¬
σον είς τόν ούρανίσκον, όσον έν Βελβεντφ καί τοίς περιχώροις' ώς πρός
τό σύμπλεγμα μάλιστα (ΐ--2α κ.τ.τ. παρετήρησα τό ά.χόλουθον άν τις
κάτοχος της προφορα.; αμφοτέρων των ίδιωμάτων θε'σας έ'να των δα-
κτύλων μεταξΰ των χειλέων προφέρη άλλεπαλλήλως χαΛάμνΐα (Βελ-
βελτηνόν)—χαΛάμΐα (Σιατιστηνόν), θά αίσθανθίί («αιοθητώς μεγαλυ¬
τέραν πίεσιν των γειλέων επί τοϋ δακτύλου κατά τή" προφοράν τοθ
διυτε'ρου. Ή μία αυτή συλλαβή, την όποιαν αποτελούσιν έν Σιατίσττ)
τα συμπλέγματα ταυτα άνευ μϊταβατικοϋ ούρανικοϋ φθόγγου, Οίν συμ-
Λΐπτει φωντ)τι>ιώς(πλίιν δταν προΥΐγηται φωνήεν η ούρανικόν η Λ γ) πρός
την έν Βελβεντώ καί τοίς περιχώροις σχγιματιζομένην έκ συνιζήο.ως
τοιαύν/ιν, όταν των συμπλίγμάτων ία κ.λ.π. προηγήται φωνήεν η ου-
ρανικόν κ.τ.λ. ώς είδομεν ηδη ανωτέρω,η πρός την όμόηχον μέν εντελώς
«υλλαβγιν 2α κ.λ.π., προβρχομένην δμω; έξ βΆ, βο, βη, ώς θά ίδω¬
μεν κατωτέρω- όιότι ό μέν ΒΕλβιντηνός προφέρων ?«, ιο, ιι, >ου
πρθφέρει κυρίως α, Ο, Η χρωματιζόμενον υπό τοϋ ι ακριβώς όπως χρω-
ματίζιι έν τω Γερμανικώ τό σηιαϊο* ϋτηΐαηΐ τόν · φθόγγον η, ό δέ
Σιατιστγινό; προφέρει μέν τα ?β, 2ο, 2ου δι' ενός συλλαβικοϋ τόνου,
άλλά τηρεί άκόμτ) διεσταλμένον πως τό ι άπό των α κ.λ.π. Την φω-
νητικήν ταύτην κατάστασιν άναγκάζομαι διά τυττογραφικάς έλλείψεις
32 ΜΕΛΕΤΗ 11ΕΡΙ ΤΟΥ ΓΛίΙΙΣΙΚΟΓ 1ΛΙ11ΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΪ
να «τημειώσω διά των σνιμείων »«, ?ε, ΐο, ιιυ, παρακαλών τόν εύμίνη
αναγνωστών νά διακρίνη κατά τα άμεσος ανωτέρω είρημένα έν τ.,ί άνα-
γνώσει τα έκασταχοθτης παρούσης -ραγμϊτείας διά των αυτών σημείον
«η,μειούμενα Βελβεντγ,νά ΐα κ.λ.χ. «—ό των Σιατιστηνών τοιούτων.
Λοιττόν λέγεται έν Σιατίστ·0: ποίος—ποία—ποία, ζΛίπ>ά, Ιούτΐα,
χονμμάτΐα, άντρονπΐάζουμι, άγαπιΐοϋμι «Λυο π,ριστέρΐα μά.Ιονγαϊ χϊ
πάΜ άγαπιΐουηαη, χουράφΐ", άΐήθίΐη.. χαΛάθΐα, συγηψΐΐά, ουγΎΐ-
(ρΖ'-ίζ,, χονΛουχύθ>α, χουμάφ, Σζασΐά (Άναστασία), παποΰαηα,
ΧΛ^ιά, ρ'όβΐα, κνάβΐα, ψΓΜ>α, 'δυόσμοικ, χα.Ιάμΐα, άπουχοφεΐίη,
άπουχοψΐίΐταγ, χοντονμιιΐτι, χουγουμιιίταγ, μια «χί ^ά Λαίνα Μγ-
χφονγ >ά π,ουμι νά χαροΰμι». Έν τή συμπλοκη δασέων καί ια κ.λ.π.
άμυδρώς ύποφώσκει ^δγ, δασύς ούρανικός φθόγγος καί ώ; πρός τουτο
θά συμφωννίτο δεύτερον στάδιον της συνιζήσεως έν Σιατίστη πρός τό έν
Καταφυγίφ,έντώ συμΛίγματι ήχτ,ρών καί ΐακ.λ.π.θά ε'χωμεν πάντως
ήχηρόν ούρανικόν φθόγγον ()), άλλ'έντώ συμπλέγματι μ +>« κ.λ.π.
έκ τίς νυν φωνγιτικίίς χαταστάσίως περιμένεται, *ν δέν απατώμαι,
μάλλον ]· άν άποβλέψν) τις μάλιστα είς τό γειτονικόν τίίς Σιατίστης
Βλάτσι, Ινθα λέγεται μήαΛός, ίχει την φωνητιο,ν πρόοδον; μυαΑ&ί—
μ]αΛ6(=ι/π)Λό
Τα δέ 63, βο, βιι δίδουσι πάντοτε άζλοϋν ια, χ>, χον μετ» λεπτύν-
σίως τοϋ -ροηγουμίνου συμφώνου, οίονδήποτε καΐ αν είναι τουτο: (Αα-
σ,^άο—βαβΛί,ς, ^^ί-πτελέα-ς, μ^ά-ες - (χηλέα-ε'ες, χα-
^-ίά-7ϋ= παλαιός-ά-ό(ν), άγχα.Ι,ά-Ις — άγκαλέα-έες, ούνά-ές=
ιτέα-εες, μαν»ΒΓ,β-έ—-—εα-εες,5.Γ2ά-ί-:φυτία (-ύ*)-έες, ιύχσ,φ
-«-οπισθέα (.(α), πτ^-——ϋΤ.. (.ία)> ύαχουηά^ΧΜτί*, &συρ-
μα^α-ζε,υρ,χατία, τζονη,ά^-ί* (τζουνώ), «—,ο=-_ία (κεντώ),
Λ.τ-24—=-(β (δόντι), -ρ,-Γ,Α———£- («. λεξ.),~βΛβ7,/β»ά=_ε·α
(σταλαγμα-σταλάζω), ^ο,Λά-^, ού β,ό—-β θεός, Γ( ί.,οί .ά
Τ^"—είς τού θεοθ τα χερι», άπ«»-«^ον-:άπαναθ6-ό (έπάνωθεν) άγ-
χαθ,ά-^-Ι _ί|ς> (βαβΰή βα#,1^-ίΛ (.εία)) /βηΛά(τά)ι
φός) σΛτΛ^ά-—έ« (-«!«), «^,Α.^
«ρασεα-£ίς, «.•,ρβ-ά-ίί-= Χ0ρβσία.ίις
«β ου σημερον λενεται *αυρίτσκ),
() &
ξ,ά.ί
ΚΑΐ ΤΩΝ ΠΕΡΙΧ1ΪΡΩΝ ΑΥΤΟΤ
33
=—έα (-εϊα), άψ;ά (τα), ρουρτσ2ά-ες ($όρτσα), ς
τσα), )ατσια-ες=—ε'α, προν$ά-εζ=—έα, (βουβός) βουβιά-ίς, που-
διά-ίζ, άύδιά-ε'ς, γριτσηδιά-ές, Λουβουδιά-ί^ φτιΛίαδια-Ιζ,άραδιά-ίζ
=—έα, Λαδιά-ες=—ε'α, 7·δ»ά-^='γ(ι)ίέα, βραδιά-ίς, (γαρδυς) ψηρ-
*?ά-ί·, φαρδιά (τά},χαρπονζ>ά-&, (χαζο
Μουρ2άς==Μωρέας, μονρ>ά-έ(.=μωρέα,
βαΑΛαριά-ϊς (χόρτον, διάφορον τοΰ χαβαΛΛαρΙα = ί,ππικόν), άγγου-
ρΐα-ίς, χαριά-1;=—ε'α (-ΰα), Λιφτονχαρΐά-ίς, Λραρΐα-ίς, χΛτματα-
ρΐα-ίς, χιφαΛαρΐά-ά, παΛαμαριά-ε'ς, ^/ί/α^ά-ί(=λαιμαρέα, βαστα-
ρΐά-ές, παταριά-άς, ()υΛτοταριά-ές, ζρονρ>ά-ίζ=ηίωρί&(-ία), ηιντα-
ρΐά-ίς, διχαριά, εΐχουσαρΐά, τριαγταρΐά, Ιαθριά καί καθεξης, σειριά-ίς
—σειρέα (τό βυγγενολόγιον, ή συγγένεια), (μαχρυς) μαχρΐά-ίς, (βαρνς)
βαρΐά-ές, (άρΰς=:—αιος) άρΐά-ός, άγΐά (τα), μαχρΐά (τα), βαρΐά (τα)
κ.τ.τ., άγγουρι&κ, γραψτϊάις (γραφΐεάς), σχαφτιάις (σχαφτεάς), ξι-
ο^'ρΐάις (ίδ.λιξ.), χαάφιά-ες = καλαμε'α, άρμιά-β'ς, σταγΑαρμιά καί
ψΛασϊαρμΐα-ες = σταφυλαρμε'α, πουταμΐάκ, γαμΐάις (γαμεάς), άλλά:
Ρουμκιός, βρ(ζ^?ά= βριζαμε'α (βριζαμΐα έν Σιατίστγι). Παρά ταυτα
πρίπει να (ητιμειωθώσι καί τα: ΐχχΛησ2α-ες —: έκκλησία, ηαπούσια,
Μαρχοΰσιας, 'σϊάδί —: ίσιάδι, ένώ ισκχΐα, ίσχΐους-ΐα-ιου, ί?σ'^(=
ξυάλη (ξίω), τσιούτσιαγους, Ταιτσϊά-ίς, Τασιάτα, Τάσιου(,= Τάσιος
( Αναστάσιος), άμψτΐόί., άμψιά = ανεψιός, άνεψιά. Έκ τούτων πάν¬
των γίνεται καταφανές, ότι τα ί--Ά—ζ-γ-β κ.λ.π. συνιζήθησαν πολύ
ενωρίτερον των β+3, β--0 κ.λ.π. καί τούτου ένεκα παρουσιάζουσι
εν τφ ΐδιώματι τούτφ βχε^ον άνεξαίρετον φωνητικήν διαφοράν. Άλ-
λ ή διαφορά αύτη βξηλείφθϊΐ (ττρβλ. Γ. Χατζιδάκη έν Αθηνά Α'
273 κέξ.).
γ) ΈγαΧΛαγαϊ
έ> Μξα.
Ινα συμπληρωθή ή παθολογΐα των φωνηέντων έν λέξβι, ιτρέπει νά
γίν) λόγος καί περί της εναλλαγάς αυτών. Παρατηρεΐται δηλα δή
πλήν της έν άρχί) λέξεως άποκοπης τη μεταβολής ί) προβθήκης αυ-
"ων, άτινα έρμηνεύονται έκ τοϋ αγώνος των έν τ·# προτάσει συμπιπτόν-
των φωνηέντων (ιδ.«λ.23),καί ή
«V
τη Μξη μεταβολή των φωνηέντων.
Ούτω λέγεται: μακαχ6ζ==μοναχός, μανασ^τήρ^:μοναυτήρι(ον),Λ|)β^·α-
*2αζου =-. παραγωνΐάζω, ^αροτπίΰουμι=θεραπ£ύομαι (ίδ. λίξ.), θαρα-
6
34 ΜΕΑΕΤΗ ΠΕΡ1 ΤΟΤ ΓΛ11ΣΣΙΚΟΪ ΙΔΙΩΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΪ
παΰχα (θαραπαύτηκα), θαράηαψα, τού χαΑαρχο τον 1)}άάι= τό καλο-
γερικό τό πηγάδι, ς Κ χαραχου τς μΰ^ι = είς τοΰς καλογερικοΰς τού;
μύλοι (μύλους), ά]αγόρονζ^χγον όρος (Άθως), τ' ά]αγχουΛά — τοϋ
άγίου Νικολάου, χαΛαίζον (πΐΛαγίζω; 'ιδ. λεξ.), ηονποΎκ = ποπόη
(πεπόνι), όουόονχάρα = δωδοκάρα (δωδεκάρα), νουρΛος = νερουλός,
άττίόιρον = άντίδωρον (άντίδερο νοτ.), ά.Ιίτρ^=άρέτρι(ον) (άρο'τριον),
/7]ρίχο7τς=Προκόπιος, εηργα= ενεργα (εναργα), ριηάτκ-=-=ρε—άνι (ρ'«-
πάνιον), (Σιατ.)^α^»Ό=λ ΰνα(κατά α.:ακι€ρώγου—οχι6ρονσα κ.τ.τ).
Έν τοίς κατωτέρω πάλιν είναι προφανής παρετυμολογία ή φοοερκ
της άναλογίας επίδρασις: Ή άλογόμυγα λε'γεται Λαγόμ.ΠΑα, τοϋ η¬
λίου το μάτι (ήλιοτρόπιον) λέγεται ταΛίΤονμάτι, ό ν)ο"ύο?μος ό)άσ/ιου(:
(έν Σιατ. 'όοόσμοος). Καί το χαρΰώουΛάχατου (κραμβολάχανον) έ-
λέγχει παρετυμολογίχν. Κατά τό θί μ (—=θεέ μου) ελέχθη καί τό
Πανα>άμ (Παναγ!* μου), όπερ συχνότατα συνάπτεται πρός αύτό,
Παταί μ, θε μ Παναί μ, καϊ κατά τουτο Παταίτΐ άντί Παταΐώκ
(Παναγιώτης). Καί δέν φθάνει έ'ως έδώ μ,όνον ή χάρις τοΰ θί μ.
Κατ' αΰτά τουτο ελέχθη κχί τό θιός σ^ουρέσ,^ (θδός συγχωρήβοι) Βί
σ^χουρέσ^ θρίγον σημ. θραύομαι ιγά θρέζι άπ' 'τον χαχόι>. "Οταν
συνεκφέρητκι δμω; μετ* τοΰ γά σχάσκ (νά σκάσγι), γίνεται γα θρά^
ίγά σχάσν γά θράψ^·». Άλλά τό ι/· μοί έμβάλλει την ΰττοψίαν ότι έν
τούτφ εχομεν χρόνον τοϋ θρανω άντί θραϋομαι. Κατά τα άγήμΛονρουζ,
άγήζιρονς εχομεν καί άγηπρόχονπους, άγηχόρΐαγονΐ κ.τ.τ.Τα: ηρουσή-
φιρου, γώρντάρ^, γιβρνχο κ.τ.τ. θά έρμηνευθώσιν εν τώ περί αύξήσίως'
τα: ^«τ^οιις, ?ίσι)£7ό'3'α εύρον ηδη πρό πολλοΰ την Ιρμγ)νείαν των κατά
τα τ5 ηΛιος.'α μαΛάχη λέγεται παρ'ημίν, ώς καί αλλαχού, μουΛόχα,
ή δέ άγρία μουλόχα άγρψονΛόχα (ϊδ.σελ. 12). Παρά. τόν τύπον τούτον
όμως λέγεται κ*ί ΛηρφονΑόχα· τουτο φωνητικώς ομαλόν δέν είναι,
έρμηνεύίται δμως έξ άναλογίας. Τό ΑγρφουΛόχα καί τό ίιντρον(ΐον-
Λ6χα (διότι τώ οντι τό είδος τουτο της μαλάχης λαμβάνει άρκιτόν
ΰψος καί καλλΐίργεϊται διά τα άνθη τού «ν τοΐ; κήποις των οίκιών,
ίν φ ή άλλτ) ή απλώς μου.ίόχα, έξ ής παρασκιυάζεται ό κλασικος
στονμπους (ϊδ. λεζ.), είναι πάρα πολΰ μικρά) τό άγρψονΛόχα λοιπόν
καί τό δΐγτρουμουΛόχα ηγαγον είς φώς δι' άμοιβαίων παραχώρησιν
τό άγτριμοοΛόχα,
ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΧϋΡΙΙΝ ΑΓΐΟΥ 35
δ) ΈναΛΛαγαί, μιταθίσεκ; η παριγθηχαι
Τα μάλλον έναλλαβσόμενα σύμφωνα είναι τα ύγρά καί τα οασία.
Παρά τα γνω-ττότατα β%, γλήγορα, Γΐηγόρις κ.τ.λ. λέγεται
παρ' ημίν: ΜαΜτσιου — Μαρίτσιω, ΚαΛίτσΐους (Χαρίσιος), παλη-
γουρ)ά (Κοζ.)— παρηγορία, σιφυΜσιτρ>α = σφυρίστρα, (σ)ψ.1ασίτηρ6=
«φραγιιτηρό, έν Καρπενησίω ο. πΜσσότφου — πρισσότιρου (νεριββό-
τερο(ν), αύΛόχρνρους = εύρύχωρος. Τό Λ έπέσχε την θέσιν τοϋ υ έν
τοις: Αψόρ)α —: γημόρ)α — μγημόρια (παρά τό Λημόρ]α λίγεται νη-
μο^,ίίου—μνημονεύω, τημόσίτου=μνημόσυνον π.ρ.β. καί α^ίΧΓα^
—σφεντάμνι), κοΛηί-α^ώ — κανοναρχώ. Τό αντίθετον συνέβη έν τώ
ακ^ους (—αλλήλους) καί τω αλλαχού λίγομένφ φΐγοκαΛιά— φιλοκα-
λι*. Των ίασέ'ων ή έναλλαγή έ'χει άρκετήν έκτασιν. Ίκανά περί αυ¬
τής ελέχθησαν έν τώ περί έπακολουθημάτων της έκπτώσιως α *αί ί.
Προσθέτομίν ενταύθα τα: άγΛίίψου (λείχω), θημίρωνς (έφγιμέριος),
ψιΧώ (πιθανώς ά-ψηφώ), ^*α>1 (θηκάρι). Τό γ πολλαχοϋ (όχι παν-
τοϋ, ιδίως παρά τό Λ) έπέχει την θέσιν τοΰ 6: σούγΛα, γ.Ιέπυυ, 0.Η-
ψαρου, ροοΛιώτς κ.τ.τ. (έν Σύμγι γΛίκΐ(κ:=βΛεπ>ός, γουθώ=$*ιβ&).
Φ *ντ' Ρπ?> Λ έχομεν έν τώ ρΛαστά?κ=βλαστάρι, ί άντί β εν τοίς:
άγι-βήμα, άημόάιγα= βημοθυρα, άφ'ά— βια= βία. Τα:
ί (πριόνι), σχρονπχιό, σχρονπώ, άρμέγον, σ^ρίγου, άονγάσ,τρι-
κ.τ.τ. ένέχουσι μετάθεσιν. Καί τα χονρχάρ^ (ίο λεξ.) προηλθβν
5ω; ίκ τοΰ χροκά(ι1. Το §έ Ν τ6 ίν τψ ^βίποα καί ζα,Νίησα
ί ίΐλινησα, έξελίνισα) έρμηνιύεται ώς ακολούθως: Τό δηλιγώ μετ*
*ν εχπτωσιν τοδ ί τής παραλγ)γούσγ)ς μενει δΐΐΛνω. Τούτου ό άόρι-
είναι {$)όιϊΛγ(%ί)αα· καί ούτω λέγεται έν Σιατίσττι. Ό τύπος δ-
οιι.ΙιΝίγτσα προερχεται έξ άορίστου ϊΰιιΜγησα — διιΜγταα· τα
^ώ, δίί^ο'ί, ίνθα τό όΐΐΛΝ- παρίσταται ώς ή ρ'ίζα, παρενέθϊΐ-
τίι Ν κ«' "'ί τα (Ιίί^νΓο-α. "Ομοίως έχει καί τό ζιΛ,Νίγτοα (Λ-
ε) ΆχοΧονθία
* ουο ?ωνήεντα όμοια δέν είναι Λαθόλου άνεκτά έν τ δ νέ* Έλ-
ικΐ, ούτω κχΐ δύο δμ,οιαι ίυλλαβαί. Έκ τούτου έρμηνιύεται έν
ρλ^^Ι ^ Ι Ι Ι
η ^*/σ χντί [Λί'σα κ.τ.τ. Έν λέξει παρα:η-
36 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΙΔΙΩΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΥ
ροθνται τα εξής ώς πρός τουτο: ψιΛονιά —= φιΛονΛουιά —= φιλολογία,
χαοίαλατ = καταβταλαγή, αταμαζήρα = σταματηττίρα, άΛΛηβόθχΐα
χ., σιτόματου(.=ζΐσν>'ωνόματος (όμώνυμος),
(όήόάσχαΛους, ΤρουχαΛόϊρονς (—=Τουρκοκαλό-
γηρος(;)ΐδ. λεξ.) μβιγΐαγ^:—:μαυρη ράχι (τοπωνυμία).
Άλλά, καΐ άλλως παρατηρεΐται έκπτωσις ολοκλήρου συλλαβης
έρμγΐνιυομένη μόνον έκ τής οι' ενός καί μόνου τόνου βυνεκφοροίς ιτολ-
λών συλλαβών η καϊ λέζεων άκόμνι" 'τ·Χ· χαραχαχροντα=χαραχαςο-
χουρούκα, βαοψαηΛιον (αη δίφθογγος) =— βασί.Ιιμα ήΛΐοΰ, ς τ αγ
Τριάόα, τς άς Τριάόας, Μχούχχι = Μνοχούχκι, ^ τς χαραχού τς
μίλκ = είς τοΰς καλογερικοΰς τοΰς μύλοι (-ούς), ^ τού χαΛαρχο τού
1)γάάχ=είς τό καλογερικά τό ιπιγάδι. Τα δύο τελευταία είναι πολλα.-
χώς τετραυρ,ατισμε'να.
ς) Τογιχαλ μίζαθοΛαί.
Όσαι τούτων συνοδεύουσι μεταπλασμοΰς η έρμηνεύονται έκ τής
εσωτερικάς έξισώσίως έν. τί) κλίβει, θάμνημονευθώσιν έν τφ Β'. κεφα-
λαίω. Ενταύθα παραθέτομεν τα.: Ιγγουκόζ-ή, προυγοντός-ή, άπον-
στρονιρός (ί8.λεζ.), τήχοΐ (πρβ. τό αλλαχού άχός καί άηχός), πα-
ρηγόρ)α7 άγγάρ]α9 άρρώσ^^α, πυρ^ό-βουΛους, έν φ ηυρονμάχονζ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
ΚΛΙΣΙΣ
Άριθμοΰς εχομεν έν τώ ίοιώματι τούτω, ώς καί καθόλου έν τίρ νέα
Έλληνικίϊ δύο (ό ο*υϊκός άντικατεστάθη πολύ ενωρίς υπο τοθ πληθυν-
τικδϋ), πτώσεις "δέ τάς άκολούθους: εν τώ ένικώ ότομ. γε>·. αΐτ. καϊ
χΛητ.*, έν δέ τω πληθ. όγομ., αΐτ. καΐ χΛητ. Περί δοτικης ουδείς
λόγος' τα περί τής αντικαταστάσεώς αυτής θά λεχθώσιν ίν τν^ σύντα¬
ξιν. Γενικάς πληθυντικας ολίγας δύναται τις νά καταλεξν) καΐ ταύτας
1. Τό χλητιχόν ίπιφώνημα ώ λίγιται παρ'ημίν μετά τινος ί αγνώστου μοί πρθίλιύ-
βΐως χαι άποτϊλοΰντος μετα τοΰ ώ 8ίιρβογγον ώι. ΦΛοι μου Ιξ Εύ6οί«{ (ΐ'ΐπληροιρθ'-
ρησαν ότι χαρ* την Κύμιην τή; Εάδοίας λίγεται ώ.
·' ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΧΩΡΩΝ ΑΥΤΟΓ 37
ως κληρονόμον, καΐ 5η είς ωρισμένας εκφράσεις εύχρήστους: Λονι&ν
τού ,Ιου,ώ == Λογιώκ τώγ Λογΐ&ν (—κάθε λογης), (πέττι, ό]6 κ.τ.τ.)
·Τ^ώ>Ί-=χρόνων(έτί5ν)· τα: α", Βω.οϋ ή' ά Βαιοϋ, τοΰ ψ^χοϋ βίναι
*ατ' Ιμήν κρίσιν κυρί,ος Ινικαΐ γενικαΐ (τώγ Βαι&ν — ου Βωως, γεν.
ά Βαΐοΰ, των ψυχων—ού ψ,χώς, γεν. τοΰ ι/τ,χοϋ).
Αν έλθωμεν- τώρα είς τάς ιττωτικάς καταλήξεις των όνομάτων, ε¬
χομεν προ οφθαλμών πολλά τα μελέτης άξια. Ποικίλοι λόγοί ίπή-
νιγκον τόν μεταπλασμόν πολλών όνομα'των, καί ηδη οΰτε τό πί-
ριβχόμβνον των κλίΐίων ουτε τό τυπικόν αυτών ταΰτίζονται εντελώς
πρός τα της άρχαίας γοαμματικη;. 'Η πρώτη κλίσις υπήρξε κατά
τους μεταπλασμοΰς τούτους ή πολυδίγμονεστάτη, ξενίσασα πλιϊστα
αλλων κλίσεων όνο'μχτα έφωδιασμένα, ε'ννοεϊται, μέ τό κατάλληλον
διαβατήριον της τοιαύτης μεταστάσιως. Ούτω σήμερον παρατηρεΐται
εν τώ ίδιώματι τούτω, ότι; άντί των άρχαίων: ό βααιΜύς, ή γραψΐυς
εχομεν πρωτόκλιτα: ού βασΛ.ίιά(: (-«άς), χαΛχΐάς (χαλκέας), ού γρα-
ψτΐάκ (τό ι καΐ τ θά έρμηνίυθνί κατωτε'ρω), άντΐ των: ό μην, ό πα-
Τ*Ρ> 'Ι θνγάτηρ, ή γαστήρ, ό άνηρ πρωτόιιλιτα: ού μήνας, ού πατέ-
/"*·., ?/ θυγατέρα, ή γάστρα, ου άπρας, άντί των: ό σφήν, έ
πφν1;, ό σπΛήτ, ό φωτιστήρ, ό σταματητηρ ιτρωτόκλιτα: Ή σ^ή-
*°-> Η σχψηχα, 'Η ο^Λήνα, 'Η φουτσ,τνρα3 (-ήρι) μετά μεταβο-
λίίςγένους (π.ρ.β. Άθην. Β. 701—708), άντί των: ή χράζις, ή όί-
^'·. ή άνοιζις, ή κίνησις, ό πήχνς πρωτόκλιτα: ή πράξ{, ή άίσ^
1 β?*ι> ή χΐντσ^ Ή πηχ{ (ίτκοΛών—' Λες-Αη (ή), πηχ&ΐ—' β-ν
{ Η), αντί των: ή άχίς, ή έΑπίς, ή ψαΐΐς πρωτόκλιτα; άγχίόα,
'-ί-Ίΐοα,ραΜόα κ.τ.τ.Τούς λόγους των τοιούτων μεταπλασμών εύρίβκει
τις εν τω βιδλίψ τοϋ καθηγητοϋ κ. Χατζιδάκι Είη1βίίαπ§· κ.τ.λ.σελ.
"*' της «ύΐη4 βιτ,μβσίας λέγεται χ«Ί: ό]ότ'χου (όνοΐτιχο), τριΟΓχον, Τίθσιρό-
ί ά
γ ] (), ρ ρ
Τ'χον· "ΐνταίτιχον χ«Ί χαθεξηί, «λλά τοδτβ έν Βελδ:«τω μονον ίπί άλόγων ζφιαν.
α δ ιν τοίς πέριξ χωρΐοις χρηβις «ύτοϋ χ«Ί επι άνθρώκου σχώπτεται χ«Ί χρΐ)βιμ«ύ£ΐ
εν Βελόίνΐω ώς βχωπτιχόν λογοτ«ίγνΐον.
2. Τό γοηύς ήχολούβησεν άλλην όδο'ν. Κ«τ« τβ γοηΐόει; (οί γβνεΐς) έλίχθη ένι-
χώς βύ γοννεϊς, χ«τ« δέ τ6 γονίοι (γονία-οή ού γονγ'ύς (-^ί^^). Άμφο'τερα ιΐνβι
«ιίαης εϊχρηστ», !8ιαιτέρω; δέ τό δεύτερον 2χει τό προνόμιον νά τίθηται ίπ'ι ϊιιβωνύ-
μο» 56ρ£ω{, οία ή «....γοι> γοννΐό σ».
3. =ρωΐισπ5ρ«—:ί) δεομί;, ίι' ηί «φουτΐζηι =*φωτίζονη> = (5«ντίζουν χ«τ« τόν
άγιασμόν.
38 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡ1 ΤΟΥ ΓΛΩΪΣ1ΚΟΤ ΙΛΙΩΜΛΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΥ
37ο κέζ.Το μέλαν Ιπίσης λέγεταιή μιΛίγι(·(Ό με/άνι(ον).«.Γρ£ϊμ^ίαΓί*Χ
Ιχάθοογταγ ψηΛά 'ςι τηγ χρυ^ονβρνοΊ χίγραφιγ χι χονγτό,ΐιαζιν, γράψει
χι χονγτυΛΐάζιι, χΐάπ' τού πουΛύ τού γράψιμό τού χΰθχιγ ή μιΛάγι.ΐ)
(άποσπ. όίσματος τοΰ αγ. Βασίλειον). Πλήν τούτων διάφορα ΰποκο-
ριστικά (ούδ.) μεταβληθίντα είς άρσενικά (διά τό γένος τοΰ είς ο άπο-
οιοονται προσώπου) έγιναν άπό δευτιροκλίτων πρωτόκλιτα: οί» Ζήΐζ
(Ζήσΐζ)—τού ΖησΐοΰΛΛί ου Ζησ'ονΛΛτζ ου Πριχό.χς (Προχόπιοζ)—τού
Πριχ(ρπ)ούΛΛι—ου ΠριχούΑ,Ιτς, ου θνμγΐους (Εΰθΐψιος)—χον θυ-
μ)>2ονΛΑι—ού θυμγΐούΛ2τς, τού χαρύι—ού Χαρδίζ, τοϋ χουτ.ΙΙ—ού
ΚουτΜς, τού χουτρϊ—ου Κουτρίς, τού χονσμάχ^—ού χουσμάχς (ό δυσ-
τυχής, ό τλημων κόσμος), τούΝιχουΛάχί—ού ΝιχονΜχζ κ.τ.τ. Πλήν
τούτων κιίρια ονόματι* είς -ιος η έπίθετα, ών συχνοτάτη γίνεται χρήσις
εν έπικλήσεσι, μετεπλάίθησαν έν χρόνοις ^8ϊ) πολύ αρχαίοις είς -ις καΐ
κατΐσττ,σαν οΰτω πρωτόκλιτα. Οΰτω εχομεν: ού Βαοΐ.Ιτς {-ιις), ού
3ώρζ (-ί), ού 'Λντώγτς (-«■), ού Λμήτρς (-ιή, Μιχονρς=Μίρχούρ^
(-ος), χνρι(ο)ζ, χαραβουχνΛτς (-ρις)κ.τ.τ. Ή έρμηνεία των τοιούτων
κατά τα: ΡθΙΙΐρβΐ-ίδ κ.τ.τ. ή προταθεΓσα υπο των ί,βίΤΌηηΘ καί
ΚίΐδθΗΙ ϋποστηρίζίται διά μακρών έν ΕίπΙβίΙ:. κ.τ.λ. σελ. 314 τοϋ
καθηγητού κ. Γ. Χατζιδάκη Δεν πρέπει όμως νά νομισθίι ότι άπαξά-
παντα τα είς -ως κύρια παρεσύρθησαν είς τό τοιούτον ρ'εϋμα, ουτε
πάλιν ότι καί αΰτά τα παρασυρθε'ντα δέν σώζουσιν ΐχντι τοϋ εί; -ιος
τύπου. Τό Εύθύμιος λεγεται μόνον θΰμγΐους (όχι θύμις ώς αλλαχού),
τό Χαρίσως λέγεται μέν Χαρίις (Χαρίσις), άλλά καί ΚαΜτσΐους.
Τα δέ Δημήτριος, Βασι'Μιος, Γεώργιος, Αντώνιος λεγονται μέν καθ'
έαυτά : ού Δμήιρς, ού ΒασΙ.Ιτς, ού Άντώγτς, ού 3ώρξ, γενική
ά Αμήτρ,, ο:( Βασαν τ' Άγτώγ^ α7, 3ώρ], αίτιατική τού Δμή-
τ/),, χον ΒασΙ.1^ χούν Άγτώγ^, τού 3ώρ), μετά τοΰ άγιος όμως
ε'χουσι γινικήν είς -?οϋ (-ίου) : ι ά Δμηχριοϋ (οι' ενός τόνου),
τ αι Βασ,Λφϋ, τ ά]αττονγ1οϋ, τ ά Γιρ]οϋ. Τό Άγτώγ,ος μάλι-
τα (μετά τοϋ άγιος) διέσωσε τι πλέον των όίλλων έχον καί όνο-
μαοτικήν ού ά}αγτώγ?ονς καί αίτιατικίιν χούγ ά']αγχώγιονγ). Όμοίως
τό Μψχούρ,ος καθ1 Ιαυτό μέν λεγίται Μιχούρς, μετά τοϋ άγιος όμως
άμχονρ]ονς, χούν όμχού^ου^). Όμοίως τό ΝχόΛας (-αος) ε'χει μέν
γινικήν χ ΝχόΛα η συνηθέστερον χ'-ή-Νχο'Λα [ή ΝχόΜ-τ-ή-ΝχόΛχ),
άλλά: ού άνχόΛας {άι-Ν,χοΊας) τ όμγχουΛά (-άου).Κατα τα: τ άγιρ-
ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΧίΧΡΩΝ ΑΥΤΟΪ 39
]οΰ κ.τ.τ. ελέχθη καί τ ά]αγγ>οϋ (τοϋ άγίου Ιωάννου), πρός έρμη-
νίίαν τοϋ όποίου βεβαίως δέν είναι ά,νάγκη νά προϋποτεθί) τύπος είς
-ιοζ} διότι ή άναλογία είναι προφανεστάτη. Παρόμοιον φαινόμινον
ρημονεύω τάκόλουθον: (Τήγ τ,μίραγ τα ΚόΜγτα) άπ'ιμιρα τα Κό-
Μγια λέγετχι παρ' ημίν καί; άγήμιρα τ άιχουΜγτ («ατά λέξιν) =
άνήμερα τού άγιον ΚοΧΙπον. Άγιον τίνα Κό.Ιεντογ δέν γνωρίζω, δέν
είναι δέ 'ίσως καί άνάγκ,η νά συμβουλευθώ περί τούτου τα συναζάρια.
Εκάστη Ιορτάσιμος ήμέρα όνοριάζεται έκ τοΰ άγίου, είς ού την μνή¬
μην άφιεροϋτκι: τ άγιρ^οϋ, τ άιμάρκ, τ ά^αγτουγΐοϋ, τ ά]ατνιοϋ κ.τ.τ.
Έκ της τοιαύτης λοιπί,ν συνγιθίίας ελέχθη καί τ αι ΚονΜγζ. "Ο¬
μοίως έ'χει καί τό: τοϋ 'Ρχατοϋ (==τοϋ Χριστοϋ=τά Χριστούγεγγα).
Πρός τούτοις έκ τοϋ: το Σάββατον τώγ ψυχώγ έπλάσθη όνομαοτική
ένική ού ψκχως καί γενική τοΰ ψ,,χον (=τό ψυχοσάββα,τον), έκ τοΰ:
'/ Κυρ,αχή των Βαίων (Β*ιών) ού (ή) Βα7ώς καΐ γεν. άι Βαΐοϋ (=ή
(την) κυριακή(ν) των Βαίων), έκ τ ο Οί ή Ιο(>τή, ήμιψα των άγίωγ
ΆηοοτόΛων ίπλάσθη ού αι ΠόστουΑους καί γεν. τ άι ΠονστόΛ(=
(ήμε'ρα) των άγίων Άποστόλων), ομοίως έκ τοΰ: τα>γ άγίωγ Άγαρ-
γύρΐύγ ού Άγαργύρονς καί
V
τονγ Άγαργύρου (——θέσις τις όνομαζο-
ούτω έκ τοΰ έκκλησιδίου των άγίων Άναργυρων). Τό άγιος καθ"
ό μέν λέγεται α]υυς, ά]οι (τώγ άγίωγ—τονς άγίους—άοί,) έν
συνεκφορ^ δμως άι, άι ΒασίΛτς κ.τ.τ.
Άντί των ή πεύχη, ι) ίΧάττ, ή χ^ροα...., έχομεν τοΰ πιΰχον, τον
(Λατον, τι,ν χέόρον (κατά τό δέντρο) καί παρά ταυτα τα μίγείυνταά
οί) όίγτρονς, ού Λίϋχονς,οϋ Ηατους,ού χίόρονς α'^ τηγ χουρψη 'π τουγ
'ΕΜμκου ψϋτρννο '!>«(· ϊΛατοιχ, ϊΛατους χ.Ιονγαροντός.....» (άπόβπ.
?-ΐμ.) καί: ίΠιδά μ, ποϋ ήοαστουγ 'φς χΐ ιΐσ,τι ΛιρουμΙγα ; —Ίψε"
ήμαστουγ 'ς τα εΛατα.....» (άποσπ. αβμ.) Καθόλου δέ, όπου παρά τα
μ«γίθυντικα σώζονται καί τα έξ ών ταυτα παρήχθϊΐσαν, διατηρεΓται
ονΐμαβιολογική διάκρισις μεταξυ των δύο τούτων. Τό μεγεθυντιχόν
σημαίνει τι άζιοσημίίωτον είτε ώ; πρός τό ποσόν είτε ώς πρός τό ποίον :
β(,ουγττ,—βρόγτονς—αρ2ά(-^ ηονρόη-πόρδοιχ, χρασΐ — χρασουΐ
«γήσου, γίίΐα μ, ψήσον χ ρουϊδουχονχχιγίσον, όσον γά ερθζ ού χρά-
σ»υς ^ά οί ζιχουχχαΧίσου*, πΛατάγ,— πΜτανονς, χουΜ=κωλομερι,
*ώΛ,>υς δέ-=άμφότ6ρΟι οί γλουτοί. Τοιαΰτα ζευγτι όμως δέν έχομεν έν
πάσιν. Αλλαχού ε'χοαεν μόνον τό ύποκοριστικόν (σ$ιγτάγν ατραγ
40 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡ1 ΤΟΤ ΓΛΩΣΣ1ΚΟΥ ΙΔΙΩΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΓ
σ γάχν χθάρκ,.....), αλλαχού δέ μόνον το μεγεθυντικόν, άνευ όμως
τής σημασίας τοϋ ΰποκορισμοϋ η της μεγεθυνσίως. Τα φτΦΜ («τε-
λέα-ς), 1>ουΙ)ονΛΐας {-(άς) είναι μεγεθυντικ,ά κατά. τύπον μόνον. Έπί-
ΐΎΛ τό πρόσονπους έν τώ: αβάΑι τουγ ήΛιου Λρόσουπουν χι τον ριγ-
γάρΐ άσ^ήθιν είναι εντελώς ταυτόσημον πρός τί) τη; συνηθείας πρό-
σονπον(γ) (τό). Παρά το φείδ-^ εχομεν καί τέ οψις ρ,εταπεπλασμένον είς
δφι-ος (δφχΐονζ). Τα είς -ο^ τοιτόκλιτα μετιπλάσθνισαν είς -ο(τ) ν σω-
ζονται μόνον τα μεγεθυντικά των (ρ'ο άΛάθους,ού πίΑαργους, ούτίΛονς,
ονχ/ράονς)" οΰχ ήττον λέγίται άκόμνι τον βρέφους («μγιά σταΐχα βρέ-
ψουςΐ)), τον χρέονς. Παρά τα: όαμασ^γίς, δρυυχνϊς κ.τ.τ. λεγεται
τα δρονχνά, τα όαμασ^χγά κ.τ.τ. [όαμάσ^να κ.τ.τ. βημαίνουσι τόν
καρπόν,—ά οέ τα οίνδρα). Τό αλλαχού λεγόμενον τό μοϋρο(τ) λεγβ-
ται παρ' ημίν ή μοτρα— οί μονρις. Τό ή μνΛαΰ'Λαζ μετεπλάσθη είς
ού μη.ΙαύΛαχουζ. Έξ εναντίας δέ τα δευτερόκλιτα βαθΰΛαχχος, μυ-
ΛόΛαχχοζ, £ηρόΛαχχος μετίβϊΐσαν «ίς την πρώτην κλίσιν: μπλό~
■Λαχχαζ^ βαθΰΛαχχας, ζηρόΛαχχας. Ταυτα είναι κυρίως μ,εγεθυντικά
είς -α; βχηματισθί'ντα έξ ύποκοριστικών, οίον τό σφζόμίνον χονντον-
Λά»χν Ή δέ κατάληξις -άς είναι συχνοτάτη ώς μεγεθυντική. Καί ή
κατάληξις -α παρ' ημίν είς θε'σεις, ένθα φαίνεται ότι κείται άντΐ -η,
ίίναι κυρίως μίγεθυντική, έξ αυτής δέ πτιγάζΌυιι τα πλείστα είς -αζ
μεγεθυντικά: τού χαΛιχοΰδ^—?) χαΛιχονδα, τού χιΜχονδ—ή ηιΛιχούδα,
-α, χουΛΛτσείδ(-α, ήσ^ιάά^α, τοψηίδ^α, χονρύε'ΛΛ^α,
φΛοΰδα, (χουχτούό^ χονττούδα, άρτίθ^α (Σιατ.), χουΛον-
χνθ^-α — ού χουΛουχύθας, χάιάρ^α-ας, άχεΜ,^-α-ας, χιψάΛ^α-αζ
(χέφαΛους ίϊναι τό πραγματικόν μεγεθυντικο'ν, χιφάΑας δέ κ.τ.τ. είναι
μΐγιθυγτιχά χτητιχά), γονμάρ^α-γόμαρονς, χαΛάθ-α-χάΛαθουζ-άρα-
άρας, χΛαστάρκ-α-ας, σχοντίό^α-ας, χουρίτσ-α-ας (γυναικοπρίπής).
Κατά ταυτα ίρμηνεύεται ή έν τοίς πιρόίχα, πιρισκτίρα κ.τ.τ. κατά
τό φαινόμινον μόνον τονική μεταβολή {πιρΜχ^πφδι'χα, πΐρισ,τΐρ,—
πιρισκτ1ρα). Τό ού πίρδιχας προϋποθε'τει τύπον ή πίρδιχα.
Τα μ. Χ. άπαντώντα θηλ. όνόματα είς -ω εχομεν πάντα πρωτό-
κλιτα είς -ο», είτε άτονον είτε τονούμενον (ή άΛχον, ή μυΛουγον, ή
Σαμαρού, ή Λίτ^ χαι ή Αέγον, ή Κατιρίγ^ χά ι ή ΚατιρΙτου1, ή Μα-
1. Ή κόλΐ{ Κατιρίτη λίγ«τ«ι μονον Καιιρίν.
ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΧίΙΗΩΝ ΑΥΤΟΥ 41
ον, ή ΒαγγιΛίτσον, ή μάχον, ή Ξάχον, ή Λίσπον, ή θχΐάχον
(Σιατ. χάχον) ι) Μόρφον κ.τ.τ. θηλυκά β' χΜσεως είς -ος δέν εχο-
μιν. Τα: χύπειρος, όρίγαγος ιιναι πλέον πρωτόκλιτα: ή χνπειρ^ ή
όίγανι. Καΐ τό άρβενικόν δέ ό ΦΰΛαχτος λέγίτβι ού ΦνΛαχτες (πρω-
τόκλιτον), ϊσως κατά την κλητικ/ν ΦυΛαχτί !
Έξ όσων ελέχθησαν ανωτέρω, δύναται τις συνυπολογίζων καΐ τα
ιΐς -ούς (παππονς κ.τ.τ.) τα είς -ά (παπάς, άΑιβράΐ) καΐ ζενικά τίνα
να φαντασθν) τόν μέγαν πλούτον της α' κλίσεως. Έξ εναντίας ή γ'
κλίσις κατέστη ή πτωχοτάτγ). Έξαιρε'σει ολίγων, πολΰ ολίγων όνο-
μάτων, των είς -μα ρ'ηματικών, άτινα έχουσι μόνον όνομ. καΐ αίτ.,
των είς -ψον[κ) (πληθ. -ίματα), άτινα είναι μόνον Ιν τώ πληθ. τρι-
τόκλιτα (ρ'άφ^ον—ραψψατα), των χριά(,—χρΐάτα, χρίονς—χ^ν*
καΐ ολίγων ΐσως αλλων ό λοιπός γλωσσικός πλοϋτος ό άνήκων ποτ«
εις αυτήν την έγκατέλιπεν.
Άς ίδωϋ.εν τώρα, άν τό μέγα πλήθος τό είσρεϋσαν είς την α' κλί-
ιιν συνεμορφώθη καθ" όλα πρός τα τυπικόν αυτής. Τα κανονικά πρω-
τοκλιτα είναι άπλούστατα καΐ τοιαϋτα είναι πρωτίβτως τα, θηλυκά:
Ον. ωρα, πιρισ^Ιρα, πιρΰίχα, /ίίσπον, δέσν βρουχή, πουριά
Γεν. -ς _· .,. -,; -? -,; -ς
Αίτ. -« _α - _β _ου (7( -τι -χά
Ον. ώρΐζ -ις -ις -ις -ις -ίς -/γ
Αίτ. _ ____— —
Έν Σιατίσπτι ήκουσα καΐ ις ίζιτάζικ; άντί τοΰ έν Βελβεντώ λεγο-
μένου τς ί,έταξις. Τούτου αΐτιον είναι ή υπό των λογίων είσαχθεϊσα
όνομ. καΐ αίτ. έξετάσεις (εξιτάσ»ιςΧ&ταζκ.=ΐ£ιιάζα:).
Τα άρσενικά έχουσι διαφόρως. Έν τώ ένκώ εχομεν καΐ έν τούτοις
πλήν ελαχίστων (τάντρον καΐ τάγτρα καΐ ενός η δύο τό πολύ άλλον
ίνρίοχον μγιά χόρι άπό 'πΛυην τάηροϋ της τοΰ μαντηΛΐΤ), άποσιτ.
?ιμ.) όμαλότητα, καταλήξιις δηλα δή τής α' κλίσιως, την γενικήν
διαφε'ρουσαν της όνομαστικής μόνον κατά την έλλειψιν τοΰ τελικοϋ -ς,
την δ'αίτιατικήν ή εντελώς ομοίαν τί) γενικίί η κατά -Υ μόνον δια-
φέρουβαν αυτής (περΐ τούτου ολίγον κατωτέρω). Έν τω πληθυντικω
εχομεν σαλον οΰκ ολίγον,πάντοτε όμως, οΙαδ*ήποτε καΐ άν ιιναι ή κατά-
ληξις τοϋ πληθ., ή όνομ. είναι όμοία τν] αίτιατικτ). Τα μήγας, σψά.
&(, χΛεγτς, χουρ^άτς..... έχουσι κατάληξιν -ες {-ις). Τα: άγτρας%
42 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡ1 ΤΟΓ ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΙΔΙ11ΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΓ
μάστονρας, άρχουγταζ έχουσι πληθυντικον δίυτερόκλιτον: άρχόπ^ (οί),
α?τρκ, μαστόρι (-οί) αΉΛιουζ χΐ χ>όγ^ παγτρενοιψτι ο> άρχύγτ^
η.1ΐους χι βρονχή, παντμύουπ' οί ψτουχοί.* Έκτασιν δμως πολλήν
έχουσιν άλλαι καταλήξεις. Κατά τα. είς -ας-άδο(,, -ις-ίδος εχομεν
πάλαι ηδη Έπαφρας-αδκ; κ.τ.τ., καθ "α σήμερον έχομεν: γονμαδις,
παράΛις, Οβ6άδ"ί(, άΛιβραδις, ψαΛτα&ις, ρ'αγταόις «χΜΐοι ραφτάδκ:
ϊρραφτατ χ! χΙ.Ι,α μαθητούφ- ΛΙΜ, ς"4γγα μόν πιρήφαγη» (άποσπ.
*ιμ.), σαμαράδις, βασ^αόις, χαψα7αόίζ, όονΜφτήδκ;, γακοντήόις,
τσιρτσήΛις, χατζήόχ, χυρατζηδις, πραμανφιήάκ;, ζιδγίά^ις (ζίυγϊ-
ται), χουμηονΜά,δις, όΜδρ&ά^ις (άλ£υρέντιδΕς), χα.Ιαζουσ^ίά,όις,
Απώνδις, βασί,Ι^ις, 3ώρ]ίις, 3άγγδ«, χρνώνόις, ψιιρονσχϋυτών-
*«:, τιττζιρίδκ,, τιηχίόΐζ, Κανίδις, μιζίδις, παπποϋδις, νοϋδις (νοϋς)
•ι-ονδις άηβάζ^ γονδις χατώάΐ,κ·» χαί ^ο5Λ^ άκόμγ) (^ο^ (υιός) )οί χαι
Ίοϋύΐκ), πουταμΐάώις, άγγυνριάώ,ς, γουμαριάιδις, γραψηάιόΚί ξισ,τι-
ρ&δις. Τό έν Αίγίνν) λεγόμενον ^«Λι,ί- (ΑΙΙθβΓΪ ΤΗαΐπΙ) έν Ά-
θηνό? Γ' αή ίν Αίγίνγ) Χιάλεκτος») μοί δίδίΐ τό ένδόσιμον νά. ΰποθε'σω
ότι τα άγγονρΐάις κ.τ.τ. είναι γεννγ,ματα των: άγγονρέαΐ—^γονρίη-
δίς καί άγγονριάς (—έας) (άγγουρΙα(;—άγγονρΙηδες'Χ.άπουρΐάί=άγ-
γουριάις). Πολλήν έκτασιν Ιπί~ς ε'χει ή καταλήξη -αίοι. ΦνΛαχτ^—
αϊοι (^ί δίφθογγος), χ6χονζας=αΙΟΙ, άραγάτς—αΐοι, τοΐχουχύρς— αιοι,
τζίγτζιρας—αϊα, π(ταχας- α'ιοι καί τα ίπώνυμα: Καμχούτς—αΐοι,
Σΐαγαρίχα,—αΙο^ Βαρύοντ,-αίο,, Στρονμχάρκ—αϊο,, ΤράχαΜ—
αο Κονστώκ-αϊο,, Κονταά«-αΐοι, Καρματοούχας-αϊα, Τρφ-
γάΛας—αιο,, Βονάώγας-αΙο,, καί οευτερβχλ. Κοια/οβο·^—α&«, Μα-
χτός—αΐοι, ΠαΛα66ς — αίΟί, Κον>όμου—αΐοι κ.τ.τ. Ταυτα τ,ρρ,-
νίυσεν ίίδη ό καθηγητάς κ. Γ. Χ«τζιδά«ς κοιτα τα: θηβαίος Σαντο-
ριναϊοςκ.τ.τ. ίν Αθήνας Γ'. 553 καί Είηΐβίί, κ.λ.π. «λ.388. Έν
Σιατί-τ, ήκουσα καί όαακα,ΐαΐα (- διδάσκαλοι). Ό πληθυντ,κόί
«ρ%ος τοϋ άρσ,νικοθ της β' χ
λήξιν, την της ονομαστή-*: «
^«.02 αΓρωσι,(-Γί %ώσιΓι) β/ δ(ισχάΑ^ {τη ^ ο, ς
δ3αό.Ι ο, χαχοϊ-τς χαχοί, οί πο».11οί-τζ ,™,^, οί τίθκ τέθ
ά-τ, Λάντ] χ.τ.τ. ΌπλγιΟνντικός τοϋ & (υίος) είναι ^ κ«ί
' 6 λΌΓ0 4 ""^ίΤ|β$ Τϊί ·* ύν0|ΧΜΤ'χ* ^ »-^*.. τ*- Ν *λ«τ;ων —ω-
ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΧίϊΡίΙΝ ΑΥΤΟΥ 43
)οϋ#ίς, τοϋ τζώάγους τζώαγοί, άνευ δέ ένικοϋ εχοιιβν πληθυντικόν
τονμάτ{ καί νουματοί. Ύπάρχουσιν έν τούτοις πληθυντικαί αίτιατικαί,έν
αίς οΊισώθη ό τύπος των πληθ. αίτ. είς -ούς. Ούτω λί'γεται στίρεοτύ-
πως πάντοτε: χρόγτς πουΛ.Ιοΰς=^χρόνους πολλούς,^ τί βρονχρυς—ιί
τοΰς βροχοΰς,
V
γ£ Βρουηο«=—είς τοΰς Βροντούς, Ιχγονς=:έκεινοΰς—:
έκ6ίνους,α^Γθΰ==αύΓοι>τοϋς—παΰτούς,ίΓοιτ^ο-χ—ίΓουΐηί'οί^—ϊτούτους,
ο.ί)ΌΓ(,-=όλου(νού)ς, άΛΛνονς =- άλλου(νού)ς, τόσ^ονς == το««ινοΰ;=:
τόσους (έν Καρπενγ,σίφ λέγεται καί α. φί.Ιτς = τοϋς φίλους, τζ (>]ο-
ο.ίη—=τοΰ; δΊαβόλους). Τό δέ μάλλον άξιοσημιίωτον είναι ότι ΰπάρ-
χουσιν ολίγαι συμπλοκαί δύο τοιούτων αίτιατικών, ών τ, μέν ίχει τόν
νιωτερικον τύπον είς -ο/,ή δέ τόν άρχαιότροπον είς -ο^.Οϋτω λίγίται:
^ τς χαραχου{ζ)ζζ μΰΑ,= είς τονς χαΛογεριχονί. τον. μύΛυι (=ονί), (ΐϊ
χα.1οντρόπί=^{ΐ( χαΛους τρόποι (-ούς), // *αχουτρόπ^= μί χαχονς τρό-
ποι (-οί*). Τουτο ερμηνεύεται ώς ακολούθως. ΑΙ τοιαύται συμπλοκαί
συνεκφερονται κυρίως δι" ενός μόνου τόνου καί νοούνται, ώς καί προ-
φίρονται, ώς μία μόνη λέξις. Ότε δ' επέδωκεν ή κατάληξις -οί άντί
-ούς, τα τοιαϋτα δέν είχον παρά την τελικήν των μο'νον κατάληξιν
(την της δευτέρας δϋλα δή αϊτιατικης) ν'άλλάξωσι καί ούτω συνεμορ-
φοθντο πρός τάς λοιπάς αίτιατικάς είς -οί.
Ή έν τί) α' κλίσει παρατγιρουμένη έν τώ ίνικώ ίξίσωσις των πτώ-
«ων {η(-η-η[ν)-η, -ας-α-α{ή-α, -ίς·έ-ί(ν)-έ, -οΰς-ον-ον{ι)-οϋ κ.λ.
π.) τείνει νά ένθρονισθίί καί έν -χ» β' κλί«ι. Επί τοϋ παρόντος ολίγα
μόνον ταύτης παραίίίγματα ε"χομεν: ού Μάρχους τ, Μάρχ(ον) τον(τ)
Μάρχϋυ ώί Μάρχον καί κατά τουτο ού ύωργους, ού ΚαΜτσ'ονϋ, ου
Τσύ(ΐους, ού θίψηονί,, ού 'Αγουράτσΐονς καί τίνα άλλα. Παρατήρη¬
σις όμωςγενική καί άνβζαίρετος ώ; πρός τάρσενικ* της τι «'^ και β
κλίσεως £ϊναι ή άκόλουθος. Ή ίνικη των «ίτιατική ϊναρθρος μέν ιϊναι
ίνευ τελικοϋ -υ, άναρθρος δέ μετά -υ. Ούτω: χον Ϋ) τούγ (αναλόγως
τοϋ έπιφερομένου γράμματος)1 Ά*ΐάνα, ίνα, Χ./ΐα6ώρα, «Λ·*,, γα-
Υοντύ, χαηά, ηαηπου, Καγί, μΜ, ό]άονΛου, Μάρκου, χαΛό, χαχο
κ.τ.τ. άλλά σ'εχον, αί θείον, μι κ.τ.τ. Άγτώκαγ, Ιγα,; ΧΜα-
6ώραγ, χΜψγ, γοοντήγ, παπάν, παπχονγ, Καγίγ, μ^, 1}ή»·
Ιονγ, ψβον.Ιουγ, Μάρχουγ, χαΜν, κακόν, μϊ πρώτον^ Λό-,ονγ. Στε-
1. ν1δ. φωη)ΐιχι)γ Εν σελ. 24 »Ιξ«
ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡ1 ΤΟΪ ΓΛϋΣΣ,ΚΟΤ ΙΔΙΟΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΓ
τ«. είναι τα· άπγή —^ (ηρ«, „> Λ ^ ^
Γ». Οί ποος δέ το άρθρον -,-„ νά σημειωθή το ακόλουθον:Έγρα-
ωτερω/*7τθ1ϋώ^
*7*τ'θ10ϋ*·τ·τ·ώς
ΤΟτε θα £Ϊχ0(Αεν φωνγ)Τιχως , χό ζ
ονομαστικην (μ. θηλυκ6ν άρθρον·) ή θ,ο,-^ί) ή θ,οί-
: γ ή Ν*όΛα, τ ή Ν*όΛιγα: κ.τ.τ.
Ε - {β ι τ «.—Τα είς -ηζ.εΐ 5ικατάλ.ιικτα έπίθετα καθολου, ώς καί
Ζ^ΐν νε?.'Ελ^^' °ύδ>^«. Σώματι τούτω εσώθησαν
21" β 7° ^Τ^ί'^' ^ **ΐ°»-Ηον, (άκ ιβής) ά-
1ων {[ς .—^ σφζοντβ( τά; ^^ ,^
Μ'α' ^'ά *·"·» 3^ Λ« «τα τα έ! ,υνι-
κανονικον φ.^
7 .^
καί
^
λεγεται μόνον ^ μ. Τα λο«« π«ντ«
' ΚΑΙ ΤίϊΝ ΠΕΡ1ΧΩΡΩΝ ΑΥΤΟΥ &
ε'ί -ο^, οταν έχωσι πρό τοΰ -ος σύμφωνον, εχουβι θηλ. είς -η; γοντ*
τρή, χουπή, όχαμνή, άπαΛή, ψ^ή, χαΛή, ΛουΑτ), ζονρΛή, χατ^ή,
άπαϊνη, μπρονσ^ή, ζονηαηί, ζιστόχασίτχ ξισ^Λόΐαο,τ^ άητμπονρν
άϊηπρόχονπ^ άκηχόρτα] (άντπχο'ρταγους), άύάΛουτ^ ζιηόΛ^^, άχτέτ-
τσιτο άργονστόΛτσ^^ άΛάχιρ^ κ.τ.τ. Όταν δέ έχωσι φωνηεν πρό τοθ
-ο·, έχουσι θηλ. είς -α: αί']ου;-)α-]ου, χαθάρ]ους -]«-]ου, τρΰπχιονς-
χ2*-χ>ον, δμτζονς-γΐα-γΐου, οπχΐονς-βα-χΐου, άκίρ^ον:~)α-^ον, ψό-
6)°νς-}α-ου, τέθχΐουζ-χια-χΐνυ, πότχΐους-χΐα-χΐον, πάηου;·]α-ου
(παντοϊος) («(γ)^ ιΐπιν τίθχ2α,πάγτ)α» λέγει ό θεΐων ν'άποφύγνι την αύ-
τολεξίί έιτανάλΐπψιν ΰβρεων πρός γυναϊκά τίνα άποταθειοών έν Σιατ.
πφισσ^ΐα, βγίσρΛα, χαμπίσ^ΐα, οΰζίσ^α, γρρ
φτιΛιαδίσ(*?α κ.τ.τ. Τα; μοντα, δονΛα, μαυρουμμάτα, χονγτονΛΛα
ι.τ.τ. οέν έπ»ρεάζουσι τόν ανωτέρω εκτεθειμένον κανόνα, διότι ταυτα
οεν νοούνται ώς έπίθετα τρικατάληκτα, άλλά προέρχονται έκ των οΰ-
βιαστικοποιηθέντων μοΰτονς, δοϋΛονς, μανρονμμάτζ, χουγτούΛΛχς. Τοΰ
πάΐ σώζεται μόνον τό θηλ. πάσα καΐ τουτο μόνον έν τώ ένικώ καί ά-
κλιτον, δυνάμενον νά. συναφθν] πρός ούσιαστικόν ένικοϋ άριθμοθ οίου-
οήποτε γένους. Τό δέ μΐ δΛουτ (μέ όλον) έκ φράσεων, οίαι αί: μι
οΛουγ τονγ χόσμον κ.τ.τ. μίτήχθη καϊ είς τα: μι οΛονγ γ-χαρίχΛα (μέ
όλον την καρέκλα) κ.τ.τ.
Παραθετικ ά.—"Ως μόνος παραθετικός τύπος είναι τό συγΛρι-
τικόν, όπερ μετά τοϋ άρθρου καί τινος προσδιορισμόν»1 η καί άνευ τοι¬
ούτου άντικαθιστ^ϊ καί τό ύπερθετικάν (ού μχρότιρουζ, ού μχρότιρουζ
άπ' δΛ-γ-ους). Των είς -ος έπιθέτων παραθειική κατάληξις είναι ή
•ό-τιρονζ. Τινά όμως τούτων μετέβησαν είς την τάξιν των είς -ύτΐροΐ.
Πλήν των είς -υς μεταπλασθέντων (άρύΐ, μαχρίχ, άόρνς) ίχουσι
«υγκριτικόν είς -ντιρους καϊ τα: τρανός, χαΛός, χακός. Παρά. Καρ-
πενησιωτών ήκουσα καί χονττΰτιρα (=:ΰστερώτερα), έν Λαμία δέ λί-
γίται κχί ·ν«ΐ)νΓρ(;ίφοκ=χονδρότερος. Αντιστρόφως δέ πάλιν εχομεν:
γΑυχος-ότιρους κατά μεταπλασμόν τοϋ γΛυχνς είς γΛιχόζ. Σημειώσεως
άξιον είναι τό ηΛέτιρους= π(ου)λέτερος (πολύς)— πλέων (έν Καρπεν
π-2ισσότίρονζ=πιρισσότιρος).
Ά ν τ ω ν υ μ ί α ι.— Αί άντωνυμίαι αύιό καί ϊχιΪΥΰί. ίπέδρασαν
ί«' αλλήλας, εξήλθον δέ τοϋ αγώνος αμφότεραι καί νικήτριαι καί ήτ-
46 ΜΕΛΕΤΙΙ ΠΕΡΙ ΤΟΪ ΓΛίϊΣΣΙΚΟΥ ίΔΙΩΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟν
τημέναι. Ή άντ. έχηγος μετέδωκεν είς τινάς πτώσεις τής αντός το
Νού. Ούτω λε'γεται άφνοϋ (—=*ύτουνοϋ), άφνής, άφγονς, έν βεσσαλο-
νίχη δέ καίτοι; πέριζ άφνοί (—αύτοι). Άλλ'ακριβώς είς τάς πτώ-
βιΐί, ένθα τό εχεϊνος επίδρασιν επί το αύτάς, ό τθνισ^ός τοϋ ίκιΐγος
είναι κατά τάς άναλόγου; πτώσΕΐς τοϋ αύτάς. Ούτω λέγεται ίχνην,
1*γής, Ιχγούς, εν Θεσσαλονίκγι δέ καί τοις πέριξ καί ΙχγοΙ, διότι
έκεΓ καΐ αψγοι (=χΰτοί). Κατά ταύτα εχομεν καΐ όλγονς, ά.Ι-
Λγοϋ, άΜγούς, η'σ^ούς, Ιτονι^ον, Ιτοΰτ,γούς, έν Θεσβαλονίκη δέ
λε'γεται καί αντήνα, αντήγαγ (=αύτη, αντήγ). Έν Σιατίστν) ήκουσα
καί τάψγ (—ταύτην), έν ώ οΰτε αντη—ταύτης οΰτε ούτος λέγιται,
αλλα (κατ αναλογίαν των πλαγίων πτώσεων τοϋ άρσενι-ιοΰ καί ού-
δετέρου) ϊτοϋτους, Ιτούτχ. Έν Βίλβεντώ λέγεται καί απού ταϋ-
του = άιά τουτο (κατά τό ταυτα ύ> μετ' αύτά — μετ' αύτό). Τής
κΐκολοβωμένης -ροκλιτικής η έγκλιτικης άντωνυμίας {αύ)τός Ιχοιιεν
καί όνομαστικήν: ποΰ-γ-τους, γάτονς ! — {ή)γά-τος (ήνΐ αύτάς). Ή έν.
αίτ. τής άντωνυμίας ταύτης έν Σιατίστγ) ώς έγκλιτική μέν ε'χει τόν
καί ίν Βελβεντώ ίύχρη,τον τύπον 'τηγ (με την διαφοράν, ότι έν φ έν
Βίλβεντώ τό ΐ ταύτης δέν ίκπίπτει ίσως διά τό άρσ. καί ούδ. Ικεϊ έκ-
πίπτίΐ), ώς^ προκλιτική δέ άείποτε τόν πολλαχοϋ τής κυρίως Ελλάδος
καί ιδίως έν ταίς νήσοις ευχρηβτον τύπον 'τηνε (μέ τάς άναγκαία;
φωνηηκάς άλλοιώ«ις), χωρίς |ν τούτοις νά λέγηται καί "τονε άντί
'τογ; (τ)η παίργον, υι θίΛου, π ψΙ(ιγΟν (=τ{τ,)γε.....) καί πάντα τα
τοιαϋτα ομοίως, άλλά: σήχουσί γ, χ,ύτταξί γ, τσάχχσε γ (=...·τ{η)ή.
Ή άντωνυμία άΛΛηΛους (μόνον αύτη ή πτώσις) σώζεται προφίρομένη
άγή.Ιους: «τρώουγτι άγήΛους τς σάγ τα σ^^άΒ-τέρίζουσι πρός αλλή¬
λους ώς οί σκ,ύλοι.
Ρ ή μ α τ α.—Έκ των τεστάρων χρονικών Οεμάτων των ομμάτων
τής άρχαίας γραμματικής διασώζονται έν τώ ίδιώματι τουτφ, ώς καί
καβόλου έν τή νέα Έλλην!**), δύο μόνα, τό τοϋ έγ,οτώτος χαί τό τοϋ
άορίστον, έκ δέ των έγ*λί«ων ή ύρισταή, χ ύποταχηχή, τ, προοτα-
««» (μο'νον «ίς τα β' πρό», μονολεκτική), έν μέρει ή μ,χοχη καί είς
«λοτχι-α μόνον λείψανα τό άπαρί^ατογ (ΓΟι ραεϊ, τ0ν 9ά*ι, τον Μιι
=£ΰφρχδεια, καλλιφωνία).
Ζητημα μίλέτης άξιον ώς πρός τούς μονολε*τικούς παρωχγιμενους
χρόνους έν τή όριστική ,ϊναι ή «υξη,κς. Τα άπό συμφώνου άρχόμινα
ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΐΕΗΧίϊΡΩΝ ΑΥΤΟΥ 47
βαρύτονα, όσα δέν ύπίρβαίνουσι τάς δύο συλλαβάς, καί τα νυν μέν συ-
νιζϊΐμένα (χΛιώ, *»ώ κ.τ.τ.), άλλοτε δέ βχρύτονα δισύλλαβχ (χ.Ιαίω,
χαίω), λαμβάνουσι κανονικώς συλλαβικήν αύξησιν, -ίίτις φέριι καί τόν
κύριον τόνον τής λέξεως" λέγω δέ χνριογ τόγογ, διότι είς θέσεις, ένθα
αί συλλαβαί είναι πλείονες των τριών καΐ έπομένως είς καί μόνος τό¬
νος (ό επί τή; άρκτιχ,ής συλλαβή;) δέν είναι αρκετάς, άναπτύσσεται
καί δευτερεύων τι; τόνος. Καί άναύξτοτον δέ άν ιίνχι τα τοιούτον βα-
ρύτονον ρ'ήμα, τονίζεται κχί πάλιν ή άρκτικ-ό τού συλλαβή καΐ ούτω
είς ΰπερτρισύλλαβα πρόσωπα εχομεν καί πάλιν τόν δευτεριύοντα τόνον:
Ιφαγα -ίφαγάμ ι —Ιφαγετι, ερχουμουγ—ϊρχουμάστουγ — ίρχονσάστονγ,
χάθονμονγ—χάθουμάστουγ-χάθονοάστουγ κ.τ.τ., άλλά: ϊψα (Ιψησα)—
Ιψαμι—εψιτι κ.τ.τ., δπου δήλα δή ό τόνος δέν ιίναι υπέρ τάς τριΐς
συλλαβάς, δϊν εχομεν τόν τοιούτον δευτερεύοντα τόνον, διότι καθόλου
έν τίί Έλληνικ^ ό τόνος δύναται νά κυβίρνήστ, τρείς συλλαβάς. Όπου
ή αύξησις δέν έτονίίετο, ούδε σώζεται: πατοϋσα, ψΛοϋσα, πάζαα, φιλ-
τσα, βρε'χουμονγ κ.τ.τ. Καί τα άπό προθέσεων σύνθετα ουτε την έΙ-,ω-
τιριχηγ (έν άρχΫ3) ούτε τηγ ίοωθεν ανζησιγ σώζουσι: παράφταγα—ηα-
ράφτασα, πιριχουχχίγτοα, άμπότσα, άπόΐαψα, άπόχονγη, άπόχτσα,
άπόΛ^χα, πιρίισα (—=(ί)περίχυσα). Καί τα άπό «Βωνήεντος άρχόμενκ δέν
αύξάνονται: άχουγα, άρμιγα, άΛειφα, ερχονμονγ κ.τ.τ.
Ώ; έκ των ανωτέρω φαίνεται, άν έξαιρέσγ] τις τα δισυλλαβα βαρύ¬
τονα, ενομιν έν τοίς λοιποί; ίξίσωσιν των χρόνων: ρ.Ι&-ρΛυϋσα, χγώ-
χγοϋσα, ΐρχουμι-ίρχονμουγ, πΜχουμι-πΜκονμονγ κ.τ.τ. Την έζίσωσιν
δέ ταύτην δέν διαταράττουσιν, ι'ι μή λείψανα τίνα (ηρθα, ιϊδα, ιϊπα)
καί άνχλογία τις, τίτις τείνε: καί αυτή εί; την αύτην έξίσωσιν. Τα μετά
τή; ΐχ, είς, άγά, χατά, πα(,α...... σύνθετα ρήματα ιίχον έν τω παρα-
τατικώ καί άορίστφ άλλοτε (τοθ β' βυνθιτικοϋ άρχομένου άπό «υμ-
φώνου) άγε-χατι-εΐσε-άηε-παγΐ-......Ταυτα μετγινέχθησαν καί ίί; τόν
ένιστώτα καΐ ούτω λέγομιν σήμίρον ού μόνον: άγίβινα—άγίφχα, χα-
ιίδίΥα—χατέφχα,'πίθγησκα—'πίβαγα,'ξιμάθιγα-^ζήιαύα,'ζι.ί^ίιζα
κΛίνον, 'σιβαίγον, προστ. άγίβιγι—άγίβα. χατΚΐγι-*αϊε'6α, 'πέθαγι,
'ξαιγ1γτζι (—τσή 'ίψουΛονήσ(ον);ζιζ9ούραζι-σι, '&πΛυΥΐ,'σέβιγι—
48 ΜΕΛΕΤΗ ΙΙΕΡ1 ΤΟΤ ΓΛΛΪΪΙΚθν. ΙΔΙίϊΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΓ
'σίβα, πρός δέ καί: ·ξΜύΧοννονς, ξ^όΛ,ζους, ξ,ζώ,οντον*:, ξ,σ^
(ο ουχί- συ,*-ε(ν)θερός). Έν Πίρφ καί Θ*?« λ6'γίτκι άηβρη6ζ,
Π{*Γν δέ -6),™^ φ^ ^^ ((
φ^, ^ (ρ())) άν χα1 δν λγ6χαι
. ώςέκεϊ, άλλ'βν«^ώ. Λείψανα κακης χρήσ6ω; της αύξήσ6ως
παρα τοίς {«ταγενεστέρο,ς Ιχορ.ν τα: (,^ ^
--419ψτα—{(9να, ά^ονρονς, χατήψονρους, χρουσήφφο*, χΐ-
του-αιιγα-ακχα, (,Ιχα-Μγω) ϋΜγα « Ίγώ θαρροϋσα» ^Λ,γα, τοί'
.χαράν όεφονβοϋμο) (άπο~. μοροΧ.), (ί?αβ) γΜχον-Ι[γΜχα.
^μ«τι*αί. χατ«λήξ,,ς_ΉτάξιςτΛν ιίς -^ χαί ή
τριτη «υ,υγί, ΐών πιρισιϊωμίνων 8έν {,^^ ^^ ^
σβε.»« ν, ρν κ«τά τα βαρύτονα ν) -ερ,—-ώμεν., ή δέ είς βαρύτονα
«ί -««. κ«τ« τέ πλεΪ5τ0: Λ (^)
-υμΤ: «ία,οτ-α-'ασα-Λ,ώ, ώς ίγέΛασα-γ,Μϊ), όαγχύ,ον (Κ«ταρ.
Κος χ.» Σιατ.), ίώ^ (/ί^α)-^^!,, σβίκτυμ (Ιο6ηβα) ζ,βώ,
άηφ (.ασα) ΧρψΥ&, ίστημι ^στησα) στ. πτά
Οηγον. Κ«ί είς τα βαρύτονα δέ καί τα «ρι«ώμιν« συνέβησαν κατ'
αναλογίαν πολλοί μεταπλασμοί.
Α'. Βαρύτονα.-1) Πολλά των είς -^διά την έν τω άορίστφ
«»μ»τ««ν πρός περι,πώμενα μετέβησαν 6ίς Την τάξιν τών ,{ς _ά.
^·Χ (σχολάζω) σχον^ώ, (γυρίζω) (δ
(γρ) ^) (έ(Αποδίζω) 4/ΙΛΟΙ>Λώ> (ά
ά, (ψηίρίζω) ά-^^ώ, (,κορπίζω) σκ()0υπώ> (χαιοετ,-ζω)
α χΐ τ0ί. σούδασι ,ύώ ά
τ,ια μοναδικ, έπΐρ% έ ^ ^
ί:
Κ.Α1 ΤίΙΝ ΠΕΙΊΧΐΙΙ'ίΙΝ ΑΠΌΪ*
κατάληξιν -«μ—:—ω, θάρραμ = θαρρώ, νομί^ω, ϊτω;, άραιι = «ού
φροντίς Ίπποκ.ΙιίΛτΐ'ί) κχί χηρναμ —: έ'ιτω ! τί νά. γείνη ! έχων χκων
2) 'Ρήματα μεταπλασθέντα κατά τα εί; -ιζω: (έβοησχ) βί,νίζου,
(έμάνγ)ν-γ)(ΐα) μαγίζου (θεσσχλον.), μαηΓ,ι,υμι (έν Βελβ.), πασ^κίζου
(=Λα'ΐχίζω=προσπα6ώ), μουρ/ιανριζον, ^αη^κιζου (*.%ι χάσχου).
3) Πλήν των είς -ώ(ο'ω) περισπωμένων, άτινα μετεπλάσθησαν
είς ώλ-ω, εχομεν σωρείαν άλλων ρηαάτων μίταπλχσθίντω' είς -*-α>:
βάγου (=''χλλω), (έν Καρυστίζ βίνω κ,α,ί β·:1.ίω, άλλά. πάντοτε
βγίΛΛω), οίνου (δέω-ώ), οίνου (Χίδωχδώνω), οώνυυ (σώζω), ψκχάγου
(—=εΰθειάνω=—εΰθειάζω), πχιάνου (πιαζω), άρτένον1 (χρτύω), χΜίκου
(=(κλώ) πέρδομαι),^ί(5(ν·οιι(φέρω), σιρνου (σύρω), γίρνοο (έγείρω), παίρ-
τον ((έ)παίρω), σκτίΛλγον (στέλλω), ΰΐρνου (δέρω), γϋρνου (έχίέρω),
ό]ώχγου (8ιώκω), Λύκου (λύω), άπου.ίνώ, [ΐπσουχαυριζου ν.χί /ι.τσοιι-
χονρνώ, πιρκώ (περώ), γα.Ινώ (γχώ),άχα.ίνύ (αλώ), άγκαΛτώ (έγ*α-
λώ), άχουΑΑνώ{χ^ΧΚύ), φυυκα.Ινω (φιλθΛαλώ), σχον.ίνώ (ΐΛθλώ:=ιχο-
λάζω) σι-ν;οϋρ^ώ ((Τυγχωρώ), γυρ^ώ (γυρίζω), ψιράαλύ %χ. (/αοάαΑνω,
οκαΛκώ (-ίζω),ίί_^>-ώ καί ίί^-ώ2, ά^ιρνώ, άδράχγυυ (8ρχττομαι), σπρώ-
χτου, άμπώχνου, ρΐχνυυ (ρ'ίπτω).
4) Των είς -άκω πολλά εχομεν είς -αίνω: τνχαίνου, Λαχαίνον,
ουντ^αίγου (συντυγχάνω), χατα.Ιαβαίνου^, φεάνου μ«^, άλλά, προν-
ψταίνον (χροφθάνω), μαθαίνου. Κατά οέ τα: έμίιιηι—^ιαίνω κ.τ.τ.
εχομεν; πίθανα—χιθαίνον (%% πιθνήσχυυ), κατα τό ψαθα — μαθαί-
Υου εχομεν καί επαθα—παθαίνου. Σημειωτε'α πρό; τούτοις τα: ζίτοο
(όζένω—ώζεσα—=^ένω—εδεσα), ηέγου (άντώ), χονριαίνου.
5) Είς -ζω δέ μετεπλάσθησαν τάχόλουθα (διά την έν τω άορίστφ
σύμπτωσιν πρός τα είς -ζω). α) δαχρύζου (δακρύω), ταΑΐ,ον (τανύω),
(άναμύω), χρίζον (χρίω), σπάζου (σπώ), πιιράζου (πειρώ),
(γηράσκω), άρίζον (άρέσκω), άηάζου (άλλάσσω), χαράζου
(χαράσσω) ιΦέγγουν, χαρίιζουν τα βουνα χ'υ'ι ΐμουρψιζ χοψοΰγτι
χι τα χαημίνα τάπιδ)ά τα ϊ,έγα τυραγηΐονντιτ> (απόϊ*, αιμ.). ό^)ά-
1.
Όμοια τω άρίΕνο» εί»«ι τα: πΜνου, ψέτον, βαρένου, γίργον, ψέΧΛτον, γτί-
Θοώ, χρίτου, δέρτον (χατ« τα: Ιίιτα—ϋγου, ηφιργα—χρίρ™υ χ.τ.τ.).
2. ξιχΐω=άσίουχω=λησμιονώ, ξίχω—^Λΐ'.ίαίζυ>, (ίχα—?ια«έδχα·ς.
3. Άντ'ι τού άπλοΰ Λαΰαίνον λέγεταΐ παίργον.
50 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΓ ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΙΛΐαΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΓ"
ζου (άράσσω), τ^-άζον (τινάσβω), μαΛάζου (μαλάσσω), σφάζου (σφάτ-
τω), πράζου (πράττω) (βάζον εβαζα=χροτ&), σχΛηχιάζον (σκωλη-
κιώ-ίασα), μνρμηγχΐάζου (μυρμηκ,ιώ-ίασα), ι/τειρ^άζον (φθειριώ-ίασα),
ον, τσιψγ^άζου, Αονΐ,ον (λούω). Καί πάλιν κατά τα: έ'πνιζα
νίγω κ.τ.τ.έ'χομεν: ψίΛαζ,α—ψΛάγου, τύΛιί,α—τΛίγου, κατά δέ τα:
ζα—δείχγου κ.τ.τ. άρπαζα—άρχάχγον, άδράχτον, σπρώχγον, άμ-
(Σιατ.), ρ'ίχνον, πιτάχγονμι (ττερί πάντων τούτων ιδε Χατζι-
8άκιν σελ. 390 κέξ.).
6) Ό κατά τα είς -σχω μ.εταπλασμός 8έν εγει παρ' ημίν πολλήν
έκτασιν. Κατά τό σχϊίμα πιθγήσχον καί ηιθαίτον—πίθτησχα εχομεν
καί: μαθαίτον (έν Βερροία: καί μαθτήσκον)—μάθνησχα, παθαίγου—ηά-
θγησχα, άπουμίνον—άπόμτησχα,
7) Τα είς-ΛΓα) ρ'ιίιματα κατά τα έν τί) φωνητικίί («λ. 22) εΐρη-
με'να εττρειτε νά λγιγωσιν είς-^Γω. Άλλ' ή έν τφ άορίστω βύμιττωσις
τούτων καί των είς-^ω η-όα) έπήνεγκε πολλαπλτίν τούτων είς αλληλα
μετάπτωσιν. Ούτω λέγετα,ι μέν τρίβου, χόφτου, ζιχόρΐον, χάρτου,
ρ'άφτον, χΜφτου, άκάφτου, άΛεΙψου, γράφον, * άλλά καί : βάψου,
γίβου, γίβουμι, άπουχόόον (= άπογαλακτίζω), βΛάβου, σρύβον. Πλήν
τούτων εχομεν καί άλλους μεταπλασμούς. Κατά, τα 1ρίλτσα-ρι.Λώ,
έγέΛασα-γεΛω εχομεν: (έκύλιβα) ί/Μ, (έ'κλεισα) χΛω, (εξυσα) ζώ, (άνέ-
βρυσα) ά^α^ιώ^άπέλυσα) άπονΑγώ, (ηΰχήθγιν) 1ρχ7οϋμι,(ί1ί,ΐχα.αα.) ζιχώ
χαι ζιχτώ, (Ϋιβουλνιθτιν) βουΛΐΐονμί. (Έν ασμασι Μακεδονικοϊς στόζιται
ιταρά τό συνϊΐρημένον α'έν. προσ. βουΛεΐουμι, αβονΛειονμι μγΐά, βον-
Λεΐοϋμι δ]ό, βονλεοϋμΐ τρείς χι πίνη» καί τό άσυναίρετον γ' έν.
βούΜτί, ατώρα χι όν ζίγουςβούΜη τα πάγτ) τάόιχά τοντ>, (έκρύβην-
ήθϊΐν) χρνβχοϋμι (Σιατ.), βαροϋμι, ζισέργουμι καί ξισνργειθϋμί άόρ. (ι-
σνρηθχα. Τό αλλαχού βήχω λέγεται παρ' ημίν φχώ (= βνΐχώ). Τα
κλαίω, καίω... λέγονταιπαρ' ημίν συνιζημένα: χΛχώ, χίω, χαίς, χαίει
(έι),χαίμι,χαίτι, χαΐγ, τό ΰΐπταίω προτλαβάν έκ τοϋ παρατατικοϋ εψηγα
τό γ λε'γεται ψταίγον, φταίγς, ψταί]... άντί τοϋ φωνητικώς όμαλοΰ
φχιώ. Έν τω Μγω έξ εναντίας έγενικεύθνι ή ε'ν τω β' καί γ' έν.
προσ. έκπτωσις τοϋ γ *αί ούτως εχομεν ; Λχώ Μς Μει, Λίμι Μη Μν.
1 'Εντούτοίί λίγεται γΡά9>Τί = γράφΤεις, ό δέ τύπος γραφείς (= γ»α»·«ς)
προϋποβέτει ϊπίοης τύπον γάΤ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΐΧΩι-ΩΝ ΑΥΤΟΪ1 51
Η έν τώ Αίς χαίς, χΛαΙς παρατηρουμένη κατάποσις τοΰ άτόνου ι υπο
τοϋ προηγουμένου τονουμένου φωνηεντος παρατηρεϊται καί είς τ'χ:άχού(,
τρώς (=:άκοΰεις, τρώγεις), καθ" α εχομεν καΐ: άχού, άχονμι άχονζι
άχούν, τρώ, τρωμι, τρώη ιρώτ. Σημειώσεως άξιον είναι τα πΛέχου (—:
πλέω) άλλο παρά τό έπίβης ευχρηστον π.Ιίχου (πλίκω). Τα; παΛιύου
(παλαίω), ζινου (ζευγω) εζψα (εζευ(κ)σα) λέγονται καί άλλαχοϋ.
Β'. Περισπώμενα — Καΐ αύται δέ αί δύο ύπολειφθεϊσαι τυ-
ζυγίαι των περισπωμένων έπέδρασαν έπ' αλλήλας ένεκα της έν τώ
αορίστρ συμπτώσεώς των, ό δέ μεταξϋ των δυο πλουσίων τούτων συ-
ζυγιών γενόμενος αγών κατήντησεν είς μίαν μόνην συζυγίαν ένέχουσαν
αλλαχού μέν τής μιας άλλαχοϋ δέ της ετέρας επικράτησιν. Ούτω τα
περισπώμενα αποτελούσι παρ' ημίν σήμερον μίαν μόνην συζυγίαν
(συνθετον έκ της είς-αω καΐ-ίω συζυγίας), έν ή άλλα μέν πρόσωπα
έχουσι τάς καταλήξεις των είς-αω, άλλα δέ τάς των ίίς-ίω. Ούτω
λοιπόν εχομεν έν τώ ένεργητικω τό μέν β' καί γ' ένικόν καί τό β'
«ληθ. πρ,όσωπον κατά τα είς-αω, τα δέ λοιπά κατα τα είς-ίω : άΜώ-
ο-ΐ-αβι, άύδοϋμι-άτι-οντ, φΛω, χνώ, πΛώ, €/Λω, ζώ καί πάντα τα
εις-ώ ομοίως πλήν των άργώ, θαρρώ, ϋουρώ (ήμπορώ), πουνω (μί
πουτΒΐ —= άλγώ), άτινα σχηματίζονται καθ" ολοκληρίαν κατά τα είς—
*ω. Τό ζώ σχηματίζίΐ β' καί γ' έν. καί β' πληθ. προσ. ίί/ζ·, ζϊ},
ίκ?ΐί, α' δι καΐ γ' πληθ. ζοϋμι ζοϋκ. Λέγεται εν ταίς πέριξ κώμαις
καί ζας ζαει, άλλα τουτο σκ,ώπτεται υπό των Βίλβεντηνών. Δέν πρέ-
τει βεβαίως νά νομισθί) ότι ή κατάλγιξις-αίί τοΰ γ' Ιν. προσ. είναι
"Ί άρχαία άσυναίρετος κατάληξις-αί, άλλ' ή των ίϊς-αω κατάληζις
τοΰ γ' έν. προσ.-ο μετά της χαρακτηριστικης καταλήξεως τοΰ γ' έν.
προσ.-« (πρβλ. Χατζιδάκη έν Είηΐ6Ϊίΐΐη§; κλπ. σελ. 126 κέξ.).
Εν τω παθητικψ συνέβησαν άλλοϊα πράγματα. "Ολίγα, πολΰ ολί¬
γα ρ'ήματα λήγουσιν εΐς-οϋμί (χοιμοϋ/ιι) μέ άδρόν ου. Τα ολίγα ταυτα
έχουσιν, ώς καί έν τω ένεργητικω, β' μέν καίγ' έν. καί β' πληθ.
πρόσωπον κατά. τα είς-ώμαί, τα δέ λοιπά κατά τα ιΐί-ονμαι(—έομαι);
χοιμονμι-άσι-άτι, ούμισ^η-άσ^-οΰττι. Είς τα λοιπά συνέβη τάκό-
λουθον. Ώς έν τώ ένεργ. προσετέθη είς τα γ' έν. ή κατ' εξοχήν
χαρακτηριβτική κατάληξις-«, ούτω *αί έν τώ παθητικώ προσετέθη
είς τό-ί«σαί-«Γαι ή χαρακτηριστικη τοϋ β' καΐ γ' έν. κατάληξις-
ισαι,-εται καΐ ούτω !χομ£ν-#?άτα,-ί2ίΓαί, καθ" α έξισώθησαν καΐ
52 ΜΕΑΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΑΩΣΣΙΚΟΓ ΙΔΙΩΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΥ
κάντα τα λοιπά πρόσωπα (πρβλ. Χατζιδάκη ένθα άνωτε'ρω σελ. 131
κέξ): άργεΐονμι-γειίσι-γειε'η, -εζούμισίτι-ειι'σίη-εΐοϋγτι, άμπουδ]οϋμι,
χαρτιροϋμι, χουγονμγειοΰμι, χρατ^χειοΰμι, άπηΛουειοϋμί, άδονχειονμι,
ζψουΛουειοϋμι, σνΜονεΐοϋμι κ.τ.τ. "Ομοίως καί τα χατα^οϋμι,άχουΛ-
Ληοϋμι, χαΛγιοϋμι, άπουΛγΐονμι, σφα,Λγΐοϋμι, ζιχγιοϋμι καί πάντα
τα τοιαϋτα, είτε άνέκαθεν ελ»γον εΐς-ώ έν τω «νεργ. ε'ίτε έκ μ,ετα-
πλασμοϋ προήλθον, ε'ίτε της α'. συζυγίας των περισπωμένων είτε της
β'. ήσαν άλλοτε. Έν τώ παρατατικώ ύπερίσχυσεν ή των είς-«ω συ-
ζυγία. Πάντα τα, συνγιρημένα έχουσιν έν μέν τώ ένεργ.-οϋσα-οΰσ«-
οϋσιτ ι -ονσαμι-ούηη-ονσακ, έν δέ τώ παθητικω τοϋ μέν χοφοΰμι
καί των αλλων είς-οδμί μέ άδρόν ον-ονμουγ-ούσουν-οϋηαν-ούμαστονν-
ούσαστουγ-οϋτταγ, πάντων δέ των Ιοιπων^ονμονκ-ιονσοντ-ΐονκταγ-
ΐούμαστονγ-ΐονσαοτονγ-ιοντταγ. Έν τούτοις λέγεται έν. Σιατίσττι
μαύ]ίταγ, χαχαρ)έταγ, χαταρ^ζαγ γαμηίταγ, χ^ιάταγ (γ' έν. προσ.')
κατα τα γ' έν. προσ. τοΰ ενεστώτος.
Άόριστος.— Οί ένεργ. β' άόρ. (πηρα, ηρθα, κατάλαβα,....)
έχουσι τάς καταλήξεις τοϋ ένεργ. παρατατικοϋ, αΐτινες, ώς γνωστόν,
δέν ήσαν άνέκαθεν τοϋ χρόνου τούτου, άλλ' επήγασαν έξ άναλογικίίς
επιδράσεως των καταλήξεων τοΰ ένεργ. α' άορ. Ό παθ. άόρ. έχει
κατάλνιζιν θη-χα (α') καί η-χα (β') {άπουΛύθχα, γίγχα (γίνηκα)
ψάγχα (φάνηκα)). Ένεργ. άορ. 6ίς -*« εχομεν τούς εξής: "εδουχα, άηό-
Λ,χα, βρήχα (εύρηκα), άψχα (αφηκα). Τ6 άπόΛ{ν)χα καί αψχα έχουσι
το Κ καί έν τί) ΰποτακτικη καί τί) προστακτικγ "Ως πρός δέ το θέμα
τοϋ άορίστου παρουσιάζονται μεταπλασμοί άνάλογοι των ένεστώτων η
καί άχι. π. χ. ε'πΜξα (πλέ-κ-ου), ίρρξα (ρίχνου), τραύϊ£α (τραυώ)
άλλοτε τραυίζω),Λταο·α καί πίταξα (πιτώ,άπιτάχνο^,σ^ο^αία (στοι-
βάζου), μούγτζονξα (μουντζώνου), μούΛΛονξα (μπλλώνου), σ,τρίμουξα
(σ,τριμώνου), άρπαξα (άρπάχνς-υ), πείραξα (πειράζου), /σ,χΐαία (σ(κΐά-
ζου), σηοΰδαία (σπουδάζου καί σπουδάχνου), άγάμυξα (άναμύ-ζ-ου),
μονρμούρξα (μουρμουρίζου), βούϊξα (βουίζου), ψάπαξα-θχα (φαντά-
ζου-ουρ), Ιφτ^β (φταίγου), χάσ,χ^α (χασ(κίζου), βύζαξα (βζάνου),
σφαΐα (σ,-ν-άζου), άμχουδίθχ* (άμπουδίοΰμι). Παρά Καρπενγ,σιω-
1. Τ6 Ι?ελχ«,τ.χόν λεγήιενον υ τοϋ γ'Ιν. Προσ. ?»ι.τ? π«ρ«τ«τ-.χώ «.Ι τω άορ.
μένει ανιξιιφέτως πρό οίοι,δϊ|κοτε γρά(ΐμ«τος.
ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡ1ΧΩΡΩΝ ΑΥΤΟΥ 53
των ήκουσα καί εζιξα (ώζεβα, δζω-ένω). Τό μαζωγου (όμάζω-ώνω)
εχει παρ'ημίν άόρ. ίμασα προερχόμενον έ» τού (Α)μάζω, ώς τό ίζιξα
έκ τοϋ (ό)ζέγου. Κατά το Λιχγΐουμι—Λιχγίσρα (λικνίζομαι— έλικνί-
σθην) ελέχθη καί: άργεχοΰμι—άργήσ^χα καί μπσήσ^α άκόμη έν Σια-
τίστη (==έμισΫ)θηκα, άλλά είς την σημ. τοϋ έμ/σησα).
Εν τγ^ ΰποτακτικγ) άξιοπαραηίργιτο; είναι ό τονισμό; των β' άο-
ρίστων ϊόώ, Ιρθώ, βρω (εΰρώ), πω (είπω κατά το 'νρέ, πε', Ιδέ). Ό'
αοχαϊο; τονισμός τοϋ 6ΰρώ σωζεται έν τυπικαί; έκφράσετιν. οίαι αί
ακόλουθοι : γ»)ά ο χαΛώς τα σ' βΰρου κ.τ.τ. Έν δέ τί) προστακτικγ^
εχομεν μονολεκτικά, μόνον τα β'πρόσωπα, καί πάλιν μόνον έν τώ
ένεργ. καί παθ. άορ., καί τψ ένεργ. ένεστώτι. Προστακτικόν μονο-
λεκτικον τύπον της παθ. φωνη; Ιν τω ένεστώτι εχω ν' άναγράψω μό¬
νον χαχαίρισ^τι (= χαίρεσθε = χαίρετε), όπερ βΐναι εύγενή; άποποιη-
τιν.Ύ! απάντησις εί; τό : χάτσι γά (ράμ,ι [χα.Λους τού χαίρισ^ι.—ΚαΛώς.
τονγ, χάτσι γά φάμι.— ΧαΙρισ,τι).
Έν τοΐ; λοιποί; άζιοπαρατήρητα εϊνίχι τα; χάτσ,τι καί χατσίτι, ηάρ-
τι καί παρίτι καί επαρίη άκ,όμγ) (Σιατ.), σύρη καί σνρίτι. Τό χάτ-
ο·(ΐί προήλθε βεβαίω; έκ τοΰ χάτσι (κάθισβ) μέ την πληθυντικήν κατά-
ληξιν-Γί. Όμοίω; λέγεται δό-μ = δό; μου = δό; μοί, πληθυντικός
όό-μ-τι καί δομίτι καί δομίΐιμας =: δότε μας, ϊνθα τό άο-μί-τι ίξε-
λήφθη πλέον ταΰτό τω βότε. Οί δύο ένεργ. άόρ. (%' καί β') έχουσι
τα; κατα,λήξει; τοΰ ένεργ. ένεστ. των βαρυτόνων (χΑάψι, πάρΐ), ό δι
παθ. άόρ. εχει έν μέν τώ ένικώ την κατάληξιν -όν [φνΛαζε-ψυΛάζον
κατά τό φύΛαττε—φνΛάττου), έν δέ τω πληθυντικώ την παλαιάν τοι»
κατάλνιξιν -θήτε (κυρίω; -'θητε τό πρώτον). Ούτω λέγεται: τρανίζ—
ζραυθήτι, χρύψ—χρνφτήτι, χοιμησ—χοιμθήτι, ζισυρήσ — ίισνρθήτι,
ζίπουΑύσ—ζιπονΛβήτι, πουδίσ—πουόιθήτι, ταράΡ—ταραχτήτι κ.τ.τ.
Έν Σιατίστη λέγεται κατά τόν έν. ταράζ, Χ^μήσ, πνρώσ καί πληθ.
ταράζαζ, χχμήσαζ, πνρώσας (=—θητε). Έν τοίς ιτερισπωμένοι; ύπι-
ρίσχυσαν ώ; πρό; τον τύπον τοΰ ένεργ. ένεστ. τα είς -αω. Ούτω λέγε¬
ται: ποΰΛα—πΜτι, άχόΙΛγα—άτι, κΛάΧα—άτι, χΐγα—χγάτι, ά-
— ατί, άχάΛγα—άχι, χίργα — άτι ίχΙργα μας, πατίρα,
1. Δό-μ, θε μ — Ταράξ χΐ νά σΐ ίώσον (πβροιμία) — σντ Άθψα χαΐ χιϊρα
χίηι»,
54 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΙΛΙίΙΜΑΤΟΧ ΒΕΛΒΕΝΤΟΥ
μαΐ,γονηΐϊ) κ.τ.τ.Παρά τα: χράτα, πιρπάτα λβγεται καί πιρπάτ,(-«)
καί πιρπίτκχια (περιπάτει-α) ασιγαγά πιρπάτ^χΐα ,γΰφτΐ> (άπόσπ.ο;σμ.)
καί χράτ,χΐα (χράχε'α) ί/4ό μ, χυρά μ, χούν αντρα σον χι χράτ^χΐα σν
τούγ «οπακ'ου» (παροιμία). Κατά τα τρανα, (Λα (=έλθέ) λεγεται κα'ι
στέχα-άτι, ψεϋγα—ψιβγάτι καί φιβγάσ^τι πρβλ. Αθήνας Α'. 267. «.Φι-
βγάσ^τι, χουδαράχΐα μ». Τχτσάχον, σήχου εύρον ηδη ένθα ανωτέρω
την έρμγινείαν των κατά τα: επάνω ! κάτω !
Μ ε τ ο χ ή. — Πλήν των μιτοχών τοϋ παρακειμένου (πραγμένουζ,
σχαμμένους.....) εχομεν έν τ9) παθ. φωνΫ^ καί μετοχάς τοΰ ένεστώτος
ιί'τε κανονικάς είτε αναλογικώς, αΐτινες πάσαι λήγουσιν είς -ούμινονς,
οΰδ' έχουσι καθόλου παθητικήν σημασίαν: γιΛούμΐγους, χαβούμιγονς,
τριχονμιγουζ, χαρούμιγουζ, Ιχούμινους, (—=ό έχων, ό πλούσιος), τα
ΛαΛούμντα (—=μουσικά όργανα), πανηχονμιγους (=ό ύπαντέχων, ό
αναμενων) (ίάΛΛοΙ τονγ παντιχούμιγου τής γειτονιάς χον ]όμμα~5>
(παροιμία), α'Ισεϊς πονλιά πιτοΰμιγα, πιτατι 'ς τούν άίρα« (άποσπ.
ασμ.) κ.τ.τ. Έν τω ένεργητικώ εχομεν κυρίως μετοχικόν τίνα τύπον
μόνον άναπληροϋντα την αρχαίαν απόλυτον λεγομένην γενικήν καθ"
δλα πλήν ότι ό όρος της ταύτοπροσωπίας η έτεροπροσωπίας δέν εχει
πλέον το κΰρός του,ηέ'χοντα εντελώς έπιρρηματικήν τροπικην σημασίαν:
τρώονγζας, πίνονντας, τσαχώνονγχας, άρπάχγοννχας, πΛαΛωγτας, *ά-
θονγτας, τρανωντας χαΧ Ιρχ&γχας άκόμη: Ίρχώντας Ιγώ, χνωντας
Ιγώ κάμνω τουτο η έκεϊνο η γίνεται τουτο η έκεϊνο (πρβλ. Χατζιίά-
κιν Εΐηΐ. σελ. 143 κέζ.).
Έν τοίς έπιρρήμασιν εχομεν νά παρατηρήσωμεν τάκόλουθα : Τα
είς-ως έπιρρήματα μετεπλάσθησαν πάλαι ηδη είς-α (πρβλ. Χατίιοά-
κιν έν Είηΐ. κλπ. σελ. 307). Τό χαΑώς ούχ ήττον, έν φ έν τω
συνήθιι λόγφ λε'γεται χαΑά, εν τισιν ωρισμέναι; καί στερεοτύπως
'παναλαμβανομέναις φράσεσι διέσφσε τόν αρχαίον τύπον: (ίγεΐά σ
χαΛως νά α' εϋρουΐ) — αχαΜς νά 'ρθής·» — €*α^οΐ ωρσιθ~>—χα~
Λονς χάμιτιί) — «.χαΛους χον χαίρνσκτιτ> — «.χαΛως τονγ'» — «χαΑώς
τα μάτ^α πδρχουντι μάς ίχαμαν χι χόπουν, πον ί)ρθαν χΐ μάς μόρ-
ψιναν τονκ άσ^χημουν τούτ τόπον» (άποσπ. (?σμ.). Έπίσης καί τό
άνίσως, όπιρ λέγεται καί άνίσους καί άνίσονζ-χά «.Άγίσονς χΐ α^'
Λονν άγαπώ, Κώστα μ, άπου-τ-Ισενα, σπαθϊ (ρουρεϊς 'ς^ τή με'ση σου,
"χον χι σχότουσί μι» (άποσπ. #σμ.). Τό σήμερον λέγεται συνή-
ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΧΩΡΩΚ ΑΥΤΟΥ 55
θως σήμιρα, ά,λλά «.σήμιρονν χον σΐψιρου*, τό δέ κακήν χαχως λέγεται
χαχήγ τ^ χάχ(-ου). Ή άπο πρόθεσις συνοδεύει συχνότατα διάφορα έπιρ-
ρτΐματα (κ,ατά ν ρήσιν αρκούντως παλαιάν): πιδώθι, πιχεϊθι ι (άπ'
έδώθε, άπ'έκεΐθί), παγάΛτα, καΛήθ,Χΐα άπαΐήθ^χΐα χαι απού παΛήθ^
χΐα, απού πάν (έν Σιατ. οΰπάν =— Ιπάνω: άκον πάν άπ' ούπάχ),
άπχάτ καί άπ-απ·χάτ, παγαθχο καί άπον-παγαθιο (άνωθεν). Τό ϊαΐα
καί τό επάνω η χάτω η πίρα συνιδεθησαν ένεκα της συχνης συνβκφο-
ράς είς μίαν μόνην λέξιν σημαίνουσαν κυρίως διεύθυνσιν: σ^χΐαηάν =
πρός τα ά'νω, ο,χχαχάτ ζ^ πρός τα κάτω, σ^χιαπίρα = πρός τα πέρα.
Διεύθυνσιν έπίσγις σϊΐμαίνουσι καί τα: τα πίσου, τα μπρονστά, τς
ονμπρός, τα πάν, τα χάτ... (ίπααίνον τ'ς ονμπρόζΤ) = προοδεύω,
προκόπτω). Τα δέ; τα χάθουντας, τα γοννατάχΐας. τα χαβαΐάς...
σημαίνουσι τρόπον. Τα εναρθρα, ούτως ειπείν, ταυτα επιρρήματαπρο-
έρχονται έκ, φρίσεων, οίαι αί: παΐζου τού}· χτσό χ.τ.τ.. Τό δέ-^ τό έν
τφ τα γοννατάχΐας παρατ/ιρεΐται καί έν άλλοις έπιρρήμασιν:
μνΐά φονρά καί μνιά ψουράς, /ινΐά (β)ουΛά καί μγά ούΛάς, (τ)ν
φονράς, ΰσ,τιρα^, πιθανόν δέ νά, ήλθεν Ιξ αναλογικώς Ιχιδράσίως των
μετοχικών έπιρρημάτων (τα χάθουντας...) — Τα άΛΛοτε, πότι τότΒ...
λέγονται παρ' ημίν ά.ΙΜτι (κατά τό πότι, τοτε) πότι, τότι καί τό
χθΐς δέ λέγεται άνευ τοΰ τελικοϋ-ς ίχτί, έν ώ λέγεται ίψίς. «'/
είόα 'ς τονν ύπνον μόν...ν (άποσπ. ασμ.). Τα χαταήζ (κατά
χαταμιόης (κατά μεστίς κατά τό χαταήι) είναι μία μόνη λέξις. Κατά
τ'θΆαταής εχομεν »αί ή γής, την γής (τό τήΝ έδώ είναι λιίψανον).
Περί των μοναδικών θάρραμ, άραμ, χαργαμ έγινεν ηδη ανωτέρω
έν σελ. 48 κέξ. λόγος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
ΣΤΝΘΕΣΙΣ
Ό περιορισμός τίϊς άρχαίας γραμματικης, καθ* όν ωρισμένα μόνον
1. ΠιχιΙθι μιρΐά = ·ίς τ^ν «πέναντι (ΐερι« (μέρος), χιδωβι μιρζά — «ντιϋθεν (τον
ποτβμοδ, τοδ λάχχου (χιιμάρρου) 5) τ.τ^.
56
ΜΚΛΕΤΗ Ι1ΕΡΙ ΤΟΤ ΓΑαΣΣΙΚΟΓ ΙΔ.ΟΜΑΤϋΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΤ
μέρη τοΐ λόγου ,υνετίθίν— προς άλληλα) ^^ ^ αυτών ϋδη των
όο«.ων χρΟνωί νά χχνν, το -α?ό« τού, 5ήα£?ον δέ ουδέν απολύτως
εΧ«
Τή* ίξέτ
συνθ,των θά κά, ίπί ^ βάσΐι τ
««τη» ,^οψιν τβ σύνθετα διαιρο0νται ύ, τάς άκολούθους τάξιις ·
Α) - υ ν δ ε τ ι χ ά σ ύ ν θ ε τ α. Τοιαϋτα είναι τα: μαχ,ρανχ,'-
ρον,τα μαχαίρ,α καί πιροόν,α, γ,ίονκρόβαζα - γίδ,α χ*1 ~οόβατα
Τ>ο»^ουχον= χ20νι χαί βροχ.; ^όμαυρονς = ξιν,ς ^, · '
4(—ρος καί κόκκ!νος! ^ = ί
(χίΤρι«ς), ,·^Ο·&^^^-γαλάζ30ς χαίκίτ Ρ
^ _, άνιββ(νω καί κατ6βαίνω), ^ά== ,;ο, '
«ι κλε,ω, ηρονρΙΜβν (χρώμα) = γαλάζ,ο κα, τοΰ ^
^
(=
ρρ
διά καλί-
ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΧίΙΡΩΝ ΑΪΤΟΤ
57
καταπίνω τόν σίελόν μου συγνά καί κατ' ολίγον, ζηρονχαταπίγον =
κάμνω ζηράς καταπόαεις, χουηανασαίνον — κάμνω πολλούς καί μι-
κρούς εκ της κ,οπώσεως άνασασμοΰ; (ΐδ. λεζ), χονγτουσ,τεχουμι =
σταματώ ίπ' ολίγον, χονΐσουτρώ, χ^νζσουπίγον, ΐ,ιουροντρώ (Σια,τ.
ΰποκοριστικάν ρ'ήμα' καί ζ'ονρονχράσι αύτόθι = κρασάκι, 'κρασούλλα).
Δ)Κτγ)τικά σύνθετα: σαρανταπονίαροϋσσα = ή έχου¬
σα σαράντα ποίάρι* (έντομον), /ιαυρηυ/ιμάτα χαι μανρονμματονσοα =
η έχουσα μαϋρα (ίάτ^'α, χονττρονκέφαΛονς = ό έχων χονδρην κε¬
φαλήν, ταγαρονχεφαΛους —· ό έχων κεφαλήν σαγ ταγάρ^ τισσφουμ-
μάτ^χους άγοιχτονμάτ^ουζ —= ό έχων άνοΐΛτοΰ; (διαυγίϊς, εΰφυεΐς)
οφθαλμούς «άγοιχζονμάτ^ον τού @α6ό» (είρωνικ·/) παροιμία), διχάΛ^ =
τό έχον δύο χάΛια (χηλάς) (έργαλεϊον), άσπρόχουΑους = ό έχων άσ-
προν κώλον (πτηνόν), χονπρουμντουί^α) = ή έχουσα χονδρή(ν) μύτϊ)(ν)»
χουπρονμούτον. Βεβαίως τα ανωτέρω περί συνθέσεως λεχθέντα οέν
είναι 6Ϊ μή ά,πλη καταγραφί) διαφοράν εΐδών συνθέτων υπό μίαν μό¬
νην ε~οψιν έζεταζομενων, την της στημασίας καθόλθυ. Άν δέ λάβτ)
τις πρό όφθαμών ότι και είς τα κατά μέρος όμοειδη σύνθετα οέν ύιτάρ-
χει παντοΰ τ αύτη καθ' ολοκληρίαν σχέσις των δΰο συνθετικών πρός
άλληλα, καί ότι πλήν της κατά σημασίαν διακρίσεως υπάρχουσι καί
δύο άκ,όμγ) άλλαι, ή κατά μορφήν καί τονισμόν, αΐτινες δύνανται νά
συμπλτορώσωσιν αλλήλας, δύναται νά έννοήση πόσον άτελη είναι τα
ανωτέρω π«ρί συνθέσεως είρ/,μένα, πραγμα το οποίον έγώ αύτάς πρώ-,
τος όμολογώ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
ΠΔΡΑΓί2ΓΗ
α)Π*τρωνυμικά. Διττώς έκφράζεται ή πατ'ρωνυμική
η διά της γενικης τοϋ όνόματος η τοϋ έπωνύμου τοϋ πατρός η δι
ΰποκοριστικ-ίί; καταλήξεως. Τοϋ πρώτου ειδους πατρωνυμικάς έκφρά-
σεις εχομεν ού* ολίγας: όν δάγγις ά, 3ώρ τ Ζήσ,, όν ΜήτΜς τ Χαρίσ,
=ό Δημήτριος τοϋ Χαρισίου κ.τ.λ.Τά κοράσια δέ ιδίως προσφωνοϋβιν
58 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΛίΙΣΣΙΚΟΤ ΙΔΙίΙΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΤ
άλληλα διά τοϋ μτιτρωνυμικοΰ των όνόματο; (μονρη τς Κονστάχινας !
μουρη τζ Σαμαρονς ! . . .). Έκ των ΰποκοριστικών καταλήζεων αί
γρησιμεύουσαι είς δήλωσιν της πατρωνυμικης σχέσεως είναι αί: ό-π.ΙΙοη
(ό-πουλλο(ν) κ-αί ούΛΑ(ί), αΐτινες πφοσκ,ολλώνται είς τα δνομα ύ τό
έπώνυμον τοϋ πατρός. Τα δ' έντίΰθεν παραγόμενα οΰδέτερα έκφίρονται
καί άρσενικώς ένεκα τοϋ γένους τοΰ είς ο άποδ'ίοΌνται πρόσωπον. Ούτω
λεγεται: χον ΣταμόχΛΛον (τά-ο) — ού Σ^αμόηΛΛουΐ, χον ΣταμονΛΛ^—
ου ΣταμονΛΛτς, τ ΆργυρούΛΛι—ού ΆργυρούΛΛτι,, τού ΜαρχούΛΛ^—ού
ΜαρκούΑΛτς, τού Χατΐ,όπλΐον—όν ΧατζόπΛΛους, χον ύονιατζόπΛΛου
— ού ΰουΐατζόπΛΛονζ, τον )ουάονγόηΑΑου, τού ΚονσταχόηΛΛον, τα
Λονϊΐ,ονΛΛΐα, τα ΚατΛιαχόπΛΛα, τα Φν.ΙαχτόπΛΛα...... Έν Σιατί-
στΥΐ άντί -όπΛ.Ιον λεγεται -όπχου: τα Τσινόπχα, τα Βιρόπχα, τα
β) Ά ν δ ρ ω ν υ μ ι κ, ά. Ή συνηθεστάτη τούτων κατάληξις είναι
ή-ο-α(-αινα) προ«ϊκολλωμένγι εΐτι είς τό δνομα είτε ιίς τό έπώνυμον
τοΰ άνορός καί δίδουσα πάντοτε προπαροξύτονα όνόματα: δώργίτα.,
Μάρχιγα, Κώσκτινα, ΜήτΛινα, Μαργαρίτινα, Αάπιγα κ.τ.τ. Προ-
περισπώμενον δνομα τοιούτον δέν λε'γεται έν Βελβεντφ, τό δ' έν τφ
παιγνιωδώς είρημένω αΚου.Ιονβος χι Κονλονβϊνα χο'ριβαν σι μτΐα Αα-
γύγαΐ) προπερισπώμενον τοιούτον δέν είναι έν χρήσει *. ήττον συνήθεις
είναι ή κατάλϊΐξις-ού: Σαμαρού, ύαΛουμού, ΜυΑουγοΰ^... καί ετι
ήττον συνήθνις ή βουλγαρικί) κατάλϊΐξις-ο(?α, εν δέ μόνον δνομα, καθ
όσον γνωρίζω, φέρει την κατάληξιν-ου^α, ή Γιργον6}ά, καί τουτο εί¬
ναι τό άνδρωνυμικ-όν μιας καί μόνης γυναικός, διότι τό έκ τοΰ Γίώρ-
γιος άνδρωνυμικόν είναι τό 3ώργιγα. Έν Σιατίστνι ή *ατάληξις- ον-
6]ά εχει περισσοτέραν έκτασιν έκ,εΐ λε'γβται καί Μαρχουδιά άντί τοΰ
Βίλβίντιηνοΰ Μάρχντα.
γ) 'Υ π ο κ ο ρ ι σ τ ι κ ά. Αί έν ενεργεια ύποκοριστικαί καταληξεις
είναι αί άκόλουθοι: 1) όκ.ΙΙοτκ-όπ.ΙΛ η -πούΛΛα — όπΛον: τιντζιρό-
πΛΛους, σταμγαπούΛΛα, μπσονρουχούΜ,α, ■κυρατσπούΧΑα (ϊδ. λεξ.).
2) -ον.ΙΛ^. βρυνούΛΛ^ πιζοό.α,, μκΛαρούΜ^ 3) -ίΜ^.
Κ. Την χατάληξιν-Ζν-α εχομεν είς θηλυχά οΰσιασπχοί, οία τα: άλαφΐνα, άργατΐνα,
προνβατΧτα, τνττιΛϊνα, ή Μαλΐγα ώ; χ« έν τω ούυι«οτιχοποι>ίτω ί) ψιφτϊνα (έηι-
τήδειος ψίΰστης).
2. ΌμοΙα οχέσις ότιβρχίΐ χαΊ μεταξϋ των χρουμμδας-οί, ποιιρδαλάς-ου...
ΚΑΙ ΤΩΝ ΙΙΕΡΙΧΩΡΩΝ ΑΥΤΟΥ 59
χονχΰουρϋΛ(, πιόαρίΛ.Ιν γονμαριΛΛχ' 4) -ίχσι ΐχσα η Ιχσ-ου(ω):
π.ίαρίχσ^ (μνιά) ψίτσα (ψιχίτβα) = μηά σχα&ά (= μί« στάλα),
πατιρίτσα, χαμπΜχσα, που.Ιίισα, Φραγγίτσα, Λίγϊχσα, ΒαγγιΛίχσον,
ΜαΛίχσΐ-ον. "Ολιγώτερον βυνήθης είναι ή κατάληξις-/Γσι: ύονρδίχσ^
χαυχαΜχσ^ χονχΛίχσ,. Καί ύποκοριστικά έπιρρήματα έπίσης ιχημα-
τίζονται διά τοιούτων καταλήξεων: παραχαΐίτσ&, πηραηαγίχαα (= ο¬
λίγον παρακάτω, ολίγον παραπάνω). Τα δέ ύποκοριστικά ρ'ήματα.
έκφράζονται διά συνθέσεω;: χοντσον-πίνον, κοντσουτρώ, μονρτσονχΛιώ
(=ΰπο>ιλαίω), έν Σιατίστη δέ Κΐονρουπίτον, ζιονρουτρώ, ζχονρουχ^ονμι.
Ήσωρεία των άρχαίων ύποκοριστικών καταλήξεων(-ί«',-α^ίθ>',-α^ίο>',
-ίδιογ...) σώζεται με'ν, άλλά δέν είναι ποβώς τα φίροντα τάς κατα-
λήξεις ταύτας όνόματα ύποκοριστικά. Ούτω λέγεται άνευ τινός έν-
νοί«ς ΰποκορισμοΰ: πιδί, χουρ]ό, ξ^τρΐ (ξυστρίον), σ^άχ, (συνάγχιον),
Λαγννκ, πΛατάγν ρθούνί (ρ'ουθουνι == ρωθώνιον), ύουγοί-τ,, τηγάχ,,
σ^ψιγχάγ^, κιψάλ^ χου,Ιί, τσχνίό,, μάζ^ ψτι (αΰτίον), χρκίρ^ πΜρα
μπΛάρ^ χψάρί (κουφάρι), χλονχάρν χΛοννάρ^ πθάρ^ χθάρι (κριθά-
ριον), χιψαΛάρ^ γουμάρ, δχάρ^ πονΜρν χαρόάρ,, μαγχάρκ, π.Ιασχάρ^
προυσκχυτχάρν ψΛασχάρ^ (= βλαστάρι(ον), ψιγγάρν άρ&φ, χουράφκ,
(ουράφι καί τόιΐα ϊσως άλλα. Ή κατάληξΐί-οΰίίί είναι έν θεσσαλονίκϊ)
καί τοις πέριξ ή κατ' εξοχήν ύϊτοκοριστικγ). Έν Βελβεντώ δέ καί τοις
ιτεριχώροις καθόλου ήμαυρώθη ή ϋποκοριστικότης τής καταληξεως
ταυττις, όνόματα δί ύποκορισθέντα άλλοτε δι' αύττ,ς σωζονται ίκανά:
χονμπαρονό,, κιΛιχούδ,, ϋονχονό,, χτούδν χονκχοΰδ,, γ.αμαρούδν άρ-
χούό^, χαΜχούό,, ύαχαχονδ, (ό κατά τό νυν γλωσσικόν αϊσθημα ύπο-
κοριβτικός τυπος τοΰ Μχαχας {= βάτραχος) είναι ύαχαχούΜ,, ό ο'
εΐς-οΰΛ τύπος άπέμβινεν είς την σημασίαν όλως συγκεκριμένου πράγ-
ματος (ϊδ. λεξ.). Ή κατάληξις-άΛ βφζεται, ώς ή -ούδι έν Ιχα-
νοΐς ονόματι: μιράδ, (μίρος), 9ουχζονΜδ0 ρχφά$, (πτελ·άοι(ον),
μποάδκ (ή)μισάδι(ον), «ιόαό,, χαχχάδν σ,χ,ρ-άδ,, σχημ*τίζεται δέ
παρά τα έπί&ετα ύποκοριστικόν διά της καταλήζεως ταύτης, όττερ νο-
εϊται μάλλον ώς ύβριστικον: χχσάδι (κουτσός), ραβάδ{ (^αβός),^ σχρα-
6άό^ (στραβός), Ιρμάδ, (ίρ(η)ρ«)· Ή δέ "*τάληξις-άχί δέν ίχει μέν
σήμερον την ύποκοριστικήν της δύναμιν έν ώ βαθμώ αί νυν έν ενερ¬
γεια ύττοκοριστικαΐ καταλήξεις, θεωρεϊται όμως ώς έκφραστική συμ¬
παθείας Τ) «όνου· χονράψι μ, χουραψάχι μ!, σρτώίΐ μ, σ,χχάχι μ χ.
60 ΜΕΑΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΛ11ΣΣΙΚΟΥ 1Δ1ΩΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΥ
*ονρ»ο»*αΏ6ά*. μ!, όν! χ(φαΛά*ι μ!. όν! ««Κ* μ! χονρταάκ μού!
χσυδαρώα μού! οί, χουβμώκ (ό χοβμάχις) — ό ταλαί-ωρος, ό ούσμοι-
ρος κόσμος. Τα: χιταράχχ (ν,θίΐσός πρό όλίγου άρχίβας την πτήσιν),
Μάαρώ,ι (έξχνθημχ των βλεφάρων φέρον τό ,χή>α χο'κχου χρ,θης), βα-
θράΧί ((Λέρος τού «βραχιοθ»),»,»-^ (ό κ0ντ6ς τοϋ τουφεκΐοϋ) σημαί-
νουσιν εντελώς ωρισμένον τι. Τό Κ 9ον9οναάΧί, ώ; καί τα «ο,*-
χαΐακΐα απε'μειναν επί της σημχσ{«ς τών παιγνιδίων των γινομένων
με «,^α, μΐ βώαβ^β (πυρ9;νας) ^^^ Κχί τ· ^^^ .πίσγ]ς
«ΐμ«ίν« παιγνί^ον. Ή είς τόσας μέχρι τούδε καταλήξεις παρατηρη-
«ιισα αποτριβη τής ύποκοριστικής δυνάμεως παρατηρεϊται ότι ήρχι¬
σεν ενιαχοϋ ναένθρονίζηται καί ,ίς κ«Ταλή-ξεις έν Ινεργώ, οΰτως ειπείν,
υποκοριστικίί ύ—ρ.σί*. Αί κ««λήξεις-ο«^« καΛ-ίτσι είναι, ώς ελέ¬
χθη ηδη, ένιργοί. Έν τούτοις ΰπάρχουοιν όνόματα φέροντα τάς κα-
ταλήξεις ταύτας καί ουδένα χρωματισμόν ύποκορισμοϋ εχοντα: τού
χαύαραύΛΛ, —= τό βτηρ,γμα της σούβλας, ζ' άγχΐζσ^α = τα ί«,
«οορ/™, — κόρη, ιιψαΛΙτσ&α = λινόξυλα, μα.ΙΛΙτσχχΐα (ίο. λεξ.).
Οταν τοιαΰτα όνόματα πρόκειται νά 6-οχοριββώσιν, ε'χουσιν ανάγ¬
κην νέας ύποκοριστικίίς καταλήξεω;. "Οτ«ν δέ καί της νέας ταύτης
καταληξιω; άμαυρωθνί ή ύποκοριστικότης, Ιχομεν ύποκοριστικοΰς τύ-
πους με χαταλήξ.,; πλέον της μ,«ς, κοίί ένίοτ{ άν6υ ·ννο{ας ύποκορι_
ί χουά

τινέίν
^ίΤ ^χ^νίϊ, τινέίν
«λ. ό» κεξ. προσθέτω ενταύθα μόνον τό φωνητικώς άνώμαλον αεγε-
^^μ,ν^αρον^Σ^.), όπερ αέγχει επίδρασιν τοΰ^ |»Γ τοθ
αλλαχού ως καί παρ' ήμϊν ίύχρη,του μ£γίθυντικοα ύ (μΟ^α-
1°ου· Χ μ»1"*, =μούχχαρονς).
δ) Έθ
μ
δ) Έθνι*ά.--Τ0ύτων καταλήξη Λβι: -
ης) καί -ώ,η, αί βυν;θέσταται {Κατα-
}ατ). Τών είς -ώ, Τ0 θηλ. ίΙναι .(
τών
1. Την χατ,λ,ξ,ν -ίτ,ν ε6ρί,Χομ{ν «Ι «!ς β,λ. ·ΰ«~ϊιχβ,; Λίχβη (-
ι
ΚΑ1 ΤΩΝ ΠΒΡΙΧ11ΡΩΝ ΑΥΤΟΥ 61
ράγονται έπίθιτα τρικατάληκτα με την κατάληξιν -ιχος-,Σιρόίώτ^υυζ,
ΚαταβΙώτ^χους, τα δέ είς -ηγός χρησιμευουσι καϊ ώ; τρικατάληκτα
έπίθετα. Τό δνομα θεσσαΛαγιχεύς ιίναι μεταπεπλασμενον είς ΣαΛονγ-
χεΐος-ά-ό.
ο) Έ - ΐθ ε τ α.— Ή βυνήθης των μετουσιαβτικών κατάληξις εί¬
ναι ή -ιγος, ήτις έξ όνομάτων ληγόντων είς -ε προσλαβοϋσα τό -« λε'-
γεται -ίιγους. Παρά ταύτην σύνηθες είναι ή -Ισ^χιους (πιτρίΐΐους,
χιόρίιγους, άδρέιγους (δρύϊνος), σιδηρίιγους, άσ^έΊνουζ, μαΐαματ&ι-
τονζ, γρονγίσ,χΐονΐ, οϋτίσ,χΐονς (ίτέινος), φτ^ΐαόίσ^ιους.....*) Ή
κατάλϊΐξις -ειοο σώζεται έν τφ χοίριιους (Σιατ.) Ό γνγαιχιΐος λε'γε-
ται παρ' ημίν γγαίχι?ονς, κ,ατά τουτο δέ ελέχθη καί άντροί-χειους,
(άν δεν προε'ρχπται τουτο εκ τοϋ άνδρικός -εως). Συνηθεστάτη έπι-
θετική κατάληζις είναι ή -ιγος καί ή -ιχος. Έν πολλοϊς δ' έπιθε'τοις
βλέπει τις δύο κ,αταλη'ζεις. λ.χ. τό επίθετον των: μαυρονμμάτς, τισ-
σιρονμμάτς, άνοιχτονμμάτς είναι τισσιρουμμάτ^χους, μανρουμμμάτι-
χους, άγοιχτουμμάτχονς' κατά ταυτα καί άλλα τοιαϋτα λέγεται καί
ννφχΐάτ^χονς (νυ(μ)φιάτικος), χουρτσ^χιάτχοκ καί σ,χΛίτ^χονς (=σκύ-
λινος) άκόμη, χουρ^αγχος (χονρ^αγός), πιύαχίσχΐοκ (πιδ]ακό). Ή
Λατάληξις -αβονς είναι ήττον τής -άτονς συνήθης" ρ'ίζαβους (Σιατ.),
πρίχγαβο^ς, βαρόάτονΐ, σφονγτΛατου, χουΛονχθάτον (ειδή σταφυλών),
ζαχαράτου. Ή κατάληζις -2αρ{'): άντικαθιστα την αρχαίαν -α-Μος:
ψιφίάρζ, κασιό]άρς, χαριγιάρς (=ώχρίας).
ε)'Ργ|ματικά παράγωγ α.—Κατά χρήσιν παλαιάν έπιτα-
θεϊσαν κατά, τοΰς μεταγενβστέρους χρόνους εχομεν παρά πάν σχεδόν
ρ'ίίμα δνομα άφνιργιμένον είς -χο η ιμο η -ψΐό. Ή επίδΌσις των τοιού¬
των όνομάτων περιώρισε σφοδρά τα είς -σι: άφηρημένα. Τοιαϋτα όνο'-
ματα ολίγα εχω νά, καταγράψω: ί^σ(, χιφάΛονσ^, άρμθυσ^, χίηο^
(=κίνησις—:διάρροια), άγζ{ (=άνοιξις), ϊόμουσ^ χάσι (τού φεγγαριοΰ),
ψίζκ (=φέξις=:φωτισμός), χοντΛον]όμονσρ σ^ώρησ^. Έξ εναντίας
χύφτσσα, γιιτόντσσα. Ώς 6ηλ. δέ τού Γρά)-οο ίννοεΐτβι τό τραοϋασα, μΐ την χατά
λήξιν -ονοσα, ήτις πβρατηρίΤτβι χαΐ έν τοίς σαρατταπονόαροϋοσα,Λιχονσσα (χαΐ Αι-
χώτα=ι-χι&), μανρονμματοΰσσα Λμαυρουμματονασά μ χϊ (ατθή'.
1. Τα άρίός, άργνρόα (ο-»)-ο) («Κνρ' άργνρή, χνρά χρυσή, χνρα μαΛαμα-
Τίΐι^α, «νράμου ϋ στονΛίζισι-----), το'ο χαΛχό {=το χαλχοϋν (τσοι»χχ«λι)), προέρ-
χονται ίχ των (ι; -ους-η-ονγ (ϊδ. σελ. 16).
62 ΜΕΑΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΛΛΣΣΙΚΟΥ ΙΛΙίΙΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΥ
τα είς -?ο, -ιμο, -μα είναι ιχπειρα: χατσ'ό, σ^χώρ'^ου (αχαψιά χΐ α^- ■
χώρ^ον»=*?) μάγγα γα τρώΐ) χι τον πιδι τα μγ τού όίν^ι), χάΐσ,βθν,
χΜψ^μον, χΛέψ^ον, χΑψψγΐό, πάρσ^μου, Μιομου, ψασψγΐό, κάη-
7(μοι>, ε"ρσ^μον, (πά?)σιμου,—ερσ^ου^θ,ΙίβΤ βΐ ίθΙΙί"), γγίακμον. Τα
δέ είς -σία είναι άσυγχρίτψ τφ λόγω ιτολυπλν,θέστερα των είς -αίς.
χαηβασ^ιά, πονόισ^ιά, ντυμασ^ά, άρζσ^ά καί πάμπολλα άλλα.
"Εκ τίνων ρνιμάτων παράγονται καί είς -α άφνιργιμένα όνόματα: χΛιϊα
—ίχΛαψα—χΛάψα, χίω—Ιχαψα—χά^τα, φεύγου — φίβγα κ«ί φιβγα-
δ']ό, κατά δέ τα: (δόντι) όουπιά (ε'α), (πέτρα) πιτρΐά (-έ«), φάτσους)
1)ατσιά (-έα), (βιλόν^ βιΛοντΐά (-έ«) εχομεν καί: ιχαψα—·_^·α^ίά (-έα),
χιγτώ—χιντΐά (-έα), Μκουσα—δαχουιιά, (ρρζα—ρ'ιζ)ά και ^ί>α(Σιατ.)
ζισέρνουμι—ζισυρματΐά. Είς -της ληγουσιν ολίγα όνόματα' προζιν-
τής1 (=προΕενγ)τγ)ς), γαγοντής, ύαΛουματής, χΑίίρτς, χονμπουΛύτς,
σύρτζ, τρίψτζ, σψάχτς, χράχτς. Άφϊΐρημένα ρ'ηματικά είναι καί τα, είς
-μούρα νϊ -μαρα. Τοιαϋτθί. δ' έ'χομεν τάκόλθυθα: βάζου (==ήχώ, κροτώ)
—βασμονρα, χόφτου—χουμμούρα (=κόπωσις, άτονία), (ό)Μγώγονμι~—
Μγούρα, εφαγα — φαγούρα, (κλώ)—χΛαμούρα ζιχω — ή &χα —
ή ξ,ιχαμάρα (=ή διασκέδασις). Τα σαΛαμάρα, χαζαμάρα προέρχον-
ται έκ των: σαΜζ, χαζόζ. 'Ρϊΐματικά δ' έπίθετα είς -άτονς ιίναι τα,
τριχατονς, φιβγάτονς, σουζάτος (σώζω). ΓΙερϊ των είς -ίύΐ ίΚί/βνϊ ηοη
ανωτέρω (σελ. 37). Άξιοσγιμείωτα προσέτι είναι τα άκολουθα ρ'ιομΛ-
τικά: Λείκω—ϊΛειψα—.Ιειψϊκ (=Ιλλιπής), γίρτου—εγειρα—ίγειρμα
(κλίσις, κατωφέρεια), ΐ,βω (=σβήνω)—ζβοζ (=έσβεσμένος), χίζον—
χίσας, χατρώ—χατοΰρας, παρασ^ίχον—παρασκτέχας. Λεξεις σχνιματί-
ζονται καί εξ όλοκλήρων έκφράσεων, λέζεις δέ προφερόμεναι υπό τι¬
νος καί άνοίχειοι είς τοΰς άκοΰοντας καταντώσιν έπώνυμον τοϋ προε-
νεγκόντος αύτάς: χρόηζ πονΛΛους—χρόπς πονΛΛίζου (—ευχομαι ετη
πολλά), χαΧΐάρα (καλή ώρα)—χαΛιουρίζου (λέγω (ίχαΛιώραν), ψιϊρκ:
οχουτάγον—ού ι/τ/ιρουσχουτώττζ, ούρθος χέζουμι—ούρθονχίστς, εΐμι
{. Τδ θηλιιχόν τοΰ προυξιπής είναι προυξιγήτρΐα (-τρια). Ή χβτάληξΐς -τρΐα
παρηγχώνισΕ χΐθολιχώς την -τρα. Ούτω λέγιται: μαίσαρια, (ή μάγισυα), οψΏ-
Λ1σΐρια (συρίχτρα), τ.Ιίχτρχα (τυλίχτρα), τσονχτρχα (εϊδος μύρμηχος, ούτινος 5) δηξις
«Γοοΰίει»), αυστρία (πλύβτρ»), Κ«ϊ όονντάγρΐα ((ό)δοντάγρα), γαλάγρια (γαλά-
γρ«), χονπαϊόπιτρια (χοΐϊίνο'πεΐρα), &χρχα ($χρ*) λέγιται, ε! -/.«Ι ταυτα δέν είναι
της αυτής χα'ι έχεΐνα τάξεως.
ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΧΩΡίΙΝ ΑΤΤΟΥ 63
γά μεΐγου—ιψι γάμειγους (ϊδ.λδξ.) (τ)τ άΛΛι φονράς—ά
χάγαγ χιρο—χαγαγχιρίσ^ονς, «.τρίψι γάΛα, ψάι παπάρα-ο—Τρψι-
γάΐας, Βελβεντηνός δέ τις, όστις οΊαμείνας έφ' Ικανόν έν Αθήναις
καί έζοικειωθείς πρός την έκφρασιν χάμω (άνθ' ού λε'γεται έν Βελβεντώ
χάτ, χατα-ης) μετεχειρίζετο την έκφρασιν ταύτην είτα έν Βελβεντώ,
προσέλαβε τ6 έπώνυμον ή Χάμον. "Ομοιον τι συνέβη καί έδώ έν Α¬
θήναις. Τό έπώνυμον Σέβας ενός των μεγαλυτέρου έκ των έν Αθήναις
ΐδιοκτητών άμαξών προε'ρχεται έκ τίϊς έκφράσεως σίβα (—=εμπα), την
οποίαν άπέτεινεν άλλοτε ώς απλούς άμαξγιλάτνις ό κΰριος ούτος είς
τοΰς πελάτας τού Λατά την γλωσσικην συνήθειαν της πατρίδος τού
(κατάγεται έκ των νοτιοδυτικών τής Μακεδονίας).
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.
ΣΥΝΤΑΞΙΣ
Χρήσις τοΰ άρθρο υ.—Τό θηλ. άντί τοϋ άρσ. άρθρου είναι
συνηθε'στατον. Ή δέ παλαιά συνήθεια, καθ'^ν τό άρθρον άπαξ μονον
ετίθετο προκειμένου νά συνοο"6ύβη προσδιορισμόν τίνα καί ούσιαστικόν
κατόπιν αΰτοΰ, δέν ίσνΰει πλέον. Έγενικεΰθτι δέ ή έπανάληψις τοϋ
άρθρου, -ίίτις κατά τούς κανόνας τ9)ς άρχαίας γραμματικης έγίνίτο προ-
ηγουμε'νου τοΰ ούσιαστικοϋ καί επόμενον τοϋ προσδιορισμοΰ: ού χαΛος
ού ανθρουπους, 'ς τονγ ξηροτ τού Λάκχον, τού χα.Ιαρχο τού ύγάό^
'ΐ τονγ καλόν τού Λόγον, 'ς τζ χαραχού(ή τς μύΛ,. Τα: ζ γχαΑιώρα
σας (=τείς τί,ν καλή ώρα) κ.τ.τ. δέν άναιροΰσι τόν κανόνα τοΰτον,
διότι τα τοιαΰτα δέν είναι δύο λέξεις χωρισταί, άλλά μία μόνΥ).
Χρήσις των πτώσεων.— Έλέχθν) ηδη ότι ή δοτική,
■ίίτεένική καΐ ή πληθυντική, καί ή πληθυντική γενική έξέλιπον έκ τοΰ
ίδιώματος Βελβεντοΰ καί των τκριχώρων. Ή Ικλειψις της δοτικης εχει
την αιτίαν της έν τώ γεγονότι, ότι ρ'ήματα, άτινα κατά την αρχαίαν
γραμματικίιν συντάσσονται δοτικίί, συνετάσσοντο ηδη κατά τον 11 όν
μ.Χ. αίώνα αίτιατικη (ϊο. Χατζιδ. Είηΐ. κλπ. 220 κέξ.). Άντί τή;
δοτικης τοϋ έμμέσου λιγομένου άντικειμε'νου εχομεν σημερον απλήν
64 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡ1 ΤΟΓ ΓΛίΙΣΣΙΚΟΪ ΙΛ111ΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΓ
ασιατικήν. Έν τώ νησιωτικω ΐδιώματι έπεκράτησεν ή χρήσις της γε-
νικης έν τή τοιαύτη περιπτώσει. Αύτό τουτο παρετήργ,σα καΐ έν τω
γείτονι τοϋΒελβεντοΰ Καταφυγίω, ε'νθα λεγεται: ζ ^ώ = σοϋ λέγω,
ί Μν =σ0ϋ λέγουν, τ Λιώ, μ Μίΐ (= τοϋ λέγω, μοϋ λέγει) πί τ (=
νέ του),Λ«· μ, πί τς ('πί μου>'πέ τγ]ς χ.τ.τ-> ώς καί έν £ιατ{Τ~. ^
Λ«, / όίτι κ.τ.τ.Τό Γσοϋ^α —: της είπα λεγόμενον έκεϊ υπό πολΰ' ολί¬
γων προέρχεται έζ Ιωαννίνων, ώς *αί τίνες άλλοι τΰποι: ιϊπαμαγ, ψά-
γαμαν κ.τ.τ. ένεκα της πολλάς των Σιατιστηνών πρός τους Ίωαννί-
τας έμπορικής έ-ρξίας. Έν Βελβεντω δέ λεγεται, σ) Λ>ώ, αί Μ,.
ιΜυ1 μι Λίγ χϊ συ σΐ Λέη Έλένην μέ λέγουν καί αύ, σέ λέγουν),
ζουνΛιώ, μϊ Μι, πίτουγ, πί μι, πέ την κ.τ.τ. Έν τούτοις έν ώ λε¬
γεται σΐάίνον, μΐ ύίΥτ^ μάς δίν^ μϊ ό/^σΐ ^ (σ, δίοω, μί δι-
«εις. μα« δίδει, μι δίδει, σε ίίοει), λέγεται καί δόμ καί νό μ * (=
όος μου), όπου προρανώς ε'χομεν γενικήν τού έμμέσου άντικειμένου ώς
καί έν τοίς σ τα οίνου, σ τα παίρνον. Φαινόμενον έπίσης άξιοση-
ρίωτον είναι τό έξης: "Οταν δήλα δή ε>μ«ν καί ώς ψμεσον καί ώς
άμεσον αντικείμενον τύπους της κικολοβωμένης άντωνυμίας αί,τός,
τοτε τό ψμεσον αντικείμενον εχει, οίουδήττοτε γένους κ«1 οιουδήποτε
αριθμοΰ καί άν ιίναι, την μορφήν -, ήτις έλέγχει κατ' ψϊ έπικρά-
τησιν της πληθυντικης αίτ. τ^ τ(ή(. επί τοιαύτης χρήσεως. Ούτω
λέγεται: όό τς τα = δός τω τα, η δός τή τα, δός τώ τα, δός τοίς τα,
δος ταίς τα, δός τοίς τα, τς τα οίνου — τω τα δίδω, τΐί τα δίδω, τώ
τα κλπ. τς τα παΐρνου — τοϋ - της - τού τού; - τίς - τα - τα παίρ-
νω, πίτςτα = πέ τού τα κλπ. Έδώ πρέπει νά μνημονευθί) καί τό
ακόλουθον άναλογικόν φαινόμενον. Λεγεται μέν: ποϋ εϊν τους ; —τα
τους! [αγά τους, νά τού; πδρχιτι»)... Άλλά ποϋ «λ την ,— γά την,
ΐΐάτηνί Ενταύθα ε'χομεν ίν μέν τώ άρσενικώ καί έν. όνομ. κανο¬
νικώς, έν δέ τώ θηλυκώ μόνον ασιατικήν. Επεκράτησε δ' έν τώ θηλ.
ή τοιαύτη χρησις της αίτιατικης άντί ένομαστικης έκ των: δό μ τηγ -
Υά την, δό μ τς - γά τις. Κατά ταυτα ελέχθη καί βΐά τηγ, (ίγά τ(ς,
τάτις νδρχου,τι τρείς μαυρου^μάηςι,. Ή γεν. πλτ,θ. άντικατεστάθη
οι' έπιθίτικοΰ προσδιορισμοΰ η έμπροθέτου προσδ.ορισμοϋ κατ' ασι¬
ατικήν, διότι πάσαι αί σωζόμεναι προθίσεις συντάσσονται αίτιατικίί:
1. Τό νόμ ί'νι γίννημ» των: όό μ χ«Ί νά.' (—ήνί ! λάβί)
ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΧίϊΡίΧΝ ΑΥΤΟΥ 65
οι πίτσις άπ' ι τα χαρύιϊ]α —: τα χαρδότσκρΛα (τσίψΛιον — τσώψΛοιου
— (ί)ξώφλοιο(ν), }4ΐ τ' ίμένα απού π'κ.τ.τ. Τη; άπό (μετ* αίτια-
τικης πάλιν) γίνεται χρήσις καί ώς συνοδευτιχί;; τοϋ β' δρου της
συγκρίυεως. Παρά ταύτην γίνεται χρήσις καί τδΚ : .-ταρά, πάρ&, πέ¬
ριξ καί περι, ιδίως όταν ό β' όρος είναι όλη πρότασις: «ΚάΜια πίγ-
τι χι τού χίρ^ πίρι 9ίχα χι χαρτίρ^ (παροιμία), «ΚάΛ.Ιΐα. γά ίό&
τού ηΐμά μόν '(·( τηγ γΓχ τα χονχχινΐστ) πίρι τα ψ> τα μάτ^χΐα μοο
Τοϋρχους νά τα ψ(Αήστ)Π (άποσπ. αιμ.), (ίΚαΛΰτιρα νά ιιι σχότονηζ,
πίροζί αντά ποϋ μ' εΐπΐζη.
Χρόνοι τού ρ'ήματος. — Ό ίστορικός λεγόμενος ένεστώς, ό *
μελλοντικός ένεστώί, ό μελλοντικός παρακείμενος καί ό μελλοντικός
«όριστος είναι έν ζωηρά όμιλία ·/) διηγήσει συνήθεις καί καθιστώσιν
εναργη τα λεγόμενα, παρουσ'.άζουσιν ώ; Ινεστώ; τό παρελθόν η τό
προσεχές μέλλον, ώς παρελθόν δέ η τετίλεσμε'νον η«ϊη τό προσβχές
μελλον: σ^ώνονμι, χαβ^Λ^χεύον, χι πααίνου, πααινου... (έσηκώθην,
εκαδαλλίκευυα καί Ιπηγα, έπηγα...), σί μνιά ωρα Ιργουμι, οί μγιά
ώρα ι)ρθα (έν διαστηματι μιάς ώρας θά έΐθω), σι τσάχχσα τα χόχ-
χα.ία. (θά τέ τσακκίσω τα κόχιιαλχ), σ' εχου ίδη τώρα= νά, ιέ ίδώ,
"α. σε ιόώ, κΰτταζε νά φοινγ^ς καλάς, πρώτας, εζογος. Καί ή έπανά-
ληψις δέ τής αύτη; λέξεως η συνωνΰμου τινά; δίδει ζωηρότητα πολ-
λην εις τόν χόγον : τώρα, τωρα ! τί ψχΐάτου, τί σώνου ; = τί νά
**μω, πώ; νχ γενώ, άράό' άράόα. τα χά {τ') τα χάτ τα πάν τα πάν,
ισι*»α, Ίσ^ΐη (ΐσ3α ί'σια), όέ>· ίΐη παϊζι γέ.Ιασι (πρβλ. τό αλλαχού
λεγομ6νον«δεν είναι παϊζε γί'λασδ,δέν είναι κόψε ρ'άψε' θέλει νοϋ κΐάλλο
ν°υ και κομμάτι άπ' ίλλο νοϋ») κττ., των οποίων μεταφορά άκριβής
£ι? την γραφομε'νην μα; γλώσσαν δέν είναι κατορθωτή.
1ο αυθυπότακτον η ή περιπεφρασμε'νη προστακτική περιφράζεται η
"ΐα τού άς ή' διά τού νά '. ίγ άψ7}κουμι τα ψ-ίματα νά ποϋμι χ! μγχ'
"■^"{"Ια.'», αντά νά σι Λείπουντι ( = αψχι τα 'ς
V
αχρΐα —= άφες τα
κχτχ μέρος, άλλα λόγια). Ίκετευτικη προστακτική μετά ένδείξεω;
τρΐ-Ίρερότητο; η οΐκειότητος είναι ή συνοδίυομένη καί διά τοϋ χαι
' · Ή άτΐό είναι πολυστίμοντος: απού Γί;=8ιά τί; άπ' ίΧήθχια = αληβώς,
απού πινρα = «έτρινθξ, άπ' τα πίρο'—: «ιο τοϋ παρελθάντο; ε'τους, άπ'ζά σήμιρα
~ «10 σήμΕρον. Ό τοιοίτος χρονιχός όρισμιός ίχφράζεται χ«Ί άλλως: ίίω χί πίπι
μηη;=έχιον τούτον μήναχ.τ τ.Ίχτί μΜφ αΧί' δέ—=ιτροχθίί, ζαχιά μ'ι (ΐ)τ ά'Λ.ί1—
66 ΜΕΑΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΪ ΓΛΩΪ,ΣΙΚΟΪ ΙΛΙΩΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΤ
άεχϊβΰ, μή χι σύ, εΛα χϊ ού, όό μ χϊοΰΐ Έν ίξηρτημίνω
λόγω γίνιται χρήσις των 'πώζ (άντ! τοϋ δή), άποι, ( —όπου). άηη,
δτται. (ότβν), σα[ν) (ώς άν), ^ά (ιή (μήπως).
Σημειώσιως άξιαι είναι καί έκφράβιις τινές ισχυράς βεβαιώσεω; η
αρνήσεως τη άδιαφοριας. "Ινα παρασταθώσιν αύται ακριβώς, εχομεν
ανάγκην ιδιαίτερον τόγωτ προτάσεως, δετ εϊη χί ψ^ός! ; , Λϊΐ
άδόάιι χι κονΜ ! ; (είναι πάρα πολύ ύψτ,λός, -ν)δό?ι πάρα πολύ), Μμ
Λάρα θίΛον!; (=θέλω καί παραθέλω), όψ πσ^εύον'; (—ίίμαι βεβαιό-
τατος), §εγ εΐσι χαζός!; (είσαι χχζότατος), άμ όϊ*- τφθιγ; (βεβαιο-ια-
'τος εϊμαι ότι 8έν ήλθε), καΛά τδχουμι;! (είμεθα πολϋ κακά), χα-
Λόΐ, χαΛος εΐσιΐ; τί χύπουν τόξ; Όταν δέ ό καλούμενο; οέν
ύπακούϊ) άμέσως «ίς την πρόσκλησιν, άλλχ (ίχάπουτι χΐά,ΙΜτιϊ) (—:μίτά
πολλήν ώραν) δίδγ) απάντησιν δρσι ! (όρισε), ό καλώ^ έν τ% όργνί τού
απαντό; πρός τό δρσι τοϋ καλουμένου, άν υφίσταται μεταξΐ) αύ-
τοΰ καί έκείνου σχέσις ΰποταγίίς θά σΐ ονρίσο ν χί χαΜ! (=θά
οοί δώσω όρισμόν (διαταγήν) διά τοϋ ξυλου), άραμ χ7 ά! νά μτ! =
«ού φροντίς Ίπχοκλείδη», ά! γ ά μην Ιρθ^ — δέν μοί μέλει άν Ιλθγ).
Τό τελευταίον τουτο συμπληρούται πολλάκις διά τοϋ : ψ οάν Ιρθΐ}
όεγ Ορον τί θά ρχιάσι ! (καί άν ε'λθγ), εϊμαι βέβαιος ότι ουδέν θά
κατορθώ—). Καϊ πάσαι δέ αί ανωτέρω έκφράβεις είναι η είρωνικαί
απαντήσεις είς έννοουμένας προτάσεις η συγκεκομμέναι προτά«ις.
Στιμειώσεως έπίσης αξιοί (ίναι καί τίνες εΰφγιμισμοί.Όταν ό λέγων
ίπαναλαμβάνγι αύτολεξιί τας υβρείς τρίτου τινός, άποτείνει ταύτας ίι*
τοθ ίχίί>οι^ Ιχιΐ, Ιχ{ίΥκ ΐΜι ΚΛί 5ταν άποφεύγγ) την επανάληψιν, λέγει
«Γθύν· «μγι»- τέθχιουτ, πάτήουν, τ(γ) εϊπιν τίθχια πάνήαν. Ή λίξι;
ό]άονΛου; καθ" ίιράς ώρας, οία θιωρεϊται καί ή της τραπέζης, *π°-
δίόεται διά τοΰ : ού μαχρχά 'ποΰ ϊώ, ου τρισχατάραιου(. έκφράβεις δέ
προσκρούουσαι έστω καί ίπωθεν είς τίιν αίδγιμοβύνγιν την συγγενικήν
ΎΙ καθόλου μή «υμβιβαζόμεναι πρός την Ιερότγιτα τοΰ γεύματος «π°*
φευγονται έπιμίλώς, ό δέ περιπεσών είς τοιούτον σφάλμα προσπαθίϊ νά
κολάοτοτό πραγμ* προσθέτων «ό^' άπ τού τραπϋ:,·»- ή διέγερσις έριδος
« τοιαύτη ώρα χαρακτηρίζεται αέ ζηλωτήν άλτιθώ; αφέλειαν ώς φυγα-
δευσις τοΰ προεδρεύοντος ττίς ήσύχου καί εϊρηνικης τραπέζης Χρι«τοΰ
καί έπεισαγωγή τοΰ διαβόλου, συχνότατα δέ ό αΐτιος της έριδος άκούει
παρα «υνδαιτυμόνος «.εΐχις όέτ εΐχις, τούτ Ιστοις ούρθόν τοοτ τρια""*-
ΚΜ ΤΩΝ ΠΕΜΧϋΗίΙΝ ΑΠΌΪ 67
τάραζον .'» Άλλά καί κατ' άλλας ώρας είναι καθόλου ό αγαθάς ού¬
τος λαός ώς πρός τα θίία ιδίως (εξαιρέσει τής έννοίας τής «πίστεως»)
ίϋφημότατος· προσθέτει τό μι σομΛάθκΙου η θίμ, σ^χούρησ» μι είς έκ-
φράοεις ένθα πολϋ ολίγον πΕριέμίνέ τις τό τοιούτον. Έννοεΐται όαως
ότι εν_ει καί αΰτος τάς «δυναμί»ς τού πρός τινάς υβρείς" τινών μάλι-
στα έκ τούτων τοσούτον άπετρίβτ) ή ^αρύτος καί τοβοϋτβν άθφαι κ«-
τήντγιβκν, ώβτε πλβιστάκις άφιλώς προοτίθίνται είς θερμόν εγκώμιον,
χωρίς νά, διεγείρωβιν ώς αί ζέναι δι' αΰτούς υβρείς τοϋ Χριυτοϋ, της
Παναγίας, τοϋ σταυροϋ καί των άγίων την αγανάκτησιν η χαί την
βοελυγμί*ν τοϋ άκούοντος.
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΤΟΎ Α'. ΜΕΡΟΎΣ.
Τασυνηθειτατ* των κυρίων ο" ν ο μ ά τ ω ν μ. ε θ'
"""" τών ταραλλαγών αυτών.
(Άθανάσιος) Θανάκ (θανάβις), ΘανασούΛΛπ, ΒαγασούΛΛακ, Νά-
'-- (Β£ρρο(α), Νάη,ονι (Σιατ., Καταφ., καί λοιπαί περΐ τό
(Σιατ ) —(Αίκ
(ρρ), 1ϋυς (*„., Κατ,φ., καί λοιπαί περί τ0 Βελβ.
χωμ«0. Ο*-*-.»™ (Σιατ ) —(Αίχατερίνν,) ΑΓβΓί/,ίνι Α'α^^ (-«(,
Αοτ,ρτο^ (τό), ΚαηρνονΜον (ή), ·ρ^β, 'Λ^,^^ 'Λ^^,
^««^«.-(•Αλεξ,ος) ΆΛί.—-('Αλεζάνίρ,) 'ΑΜξάττρα,Ξ,άγχΜ
(2.«ατ.;.-(Αν«στά,,ος)·,!^-^, Γίί,οιν> ΤασΐούΛΜ, Ταωοί.ΙΛα,

(Σιατ.).-(Λ,^τασιΟί) ΛΥαστάι^ Τάσ,ου(;> Τασ7ούητ^ ΤαΦοί.α^
και ΣΐουΛΛτΓ (—Τ!ιη,'Λΐ,. ν.__ /»» /
• — ( Αναστασια)
(Αντώνιος) Αττώττς, Άντουη>ύΛΧχ^ ϋώνας (Άντώνας).- (Από¬
στολος) ΑχονστΜπ. - (Ά —αίνα) '^μί™ _ ('Αστέριος) ^,τέ/.-
ι,,,,ν,ί τν/ι,,,* (Καταφ.). Γ,τ^ο^, .-(Βά,α) ^«, ββ,,,ή^,
ιί Βηιού-Ι.Ιου (-ω).-(Βαα
Λα καί Β,,,ού.Ι.Ιο» (-«;._(Β«σΛ,,ος) ββ,/^,
,) (ή Β,Λ. Βερ. καί Σι«.).-(Γ(ώργιβς) ^^,
ί Γο^ ^ά Γ
κ«ι
'
Κατ η) _(
ΚΑΙ ΤϋΝ ΠΕΡΙΧ11Ρ11Ν ΑΥΤΟΥ 69
(άΛΛά αι Λιάς).—(θεόδωρος) θόδουρου,, ΛιόΑτρνί. (Καταφ. καί
Σιατ.).(Θίο.ίώρα) θονόώρα.—(Ιωάννης),/^*-!*:, 3αγγούλτς^αννού.ί-
Λα 3ανναχς, Ν'άχονΐ Έοζ.καί Σιατ ), Τζιιίγας, ΝονΛΛτς, ΝιούΛτζ,
Νιάτκιους(Σιατ.).— (Ίωάννα) ]άγγυ (Καταφ.)— (Καλλιόπη) ΚαΛ-
■Ιιόπ^ΚαΑΛϊόπα, ΚαΑΑιόπου.—(Κρυστάλλω) ΚρουοτάΑΛου (Σιατ.)—
(Κωνσταντίνος) Κονσΐαντϊζ, Κονσταπού^αζ, Κώστας, ΚονσΐθΰΛΑ,ας
(Σέρβια, Καταφ.. Βέορ ), Κώτσ'ονς (Σερβ.Κοζ.Σιατ.), Οουάις, ϋίτας
(=Οουάι>Ός). — (Λάζαροςΐ Λάζαρουζ, Λάζους, ΛιάΛΐαο. (Σιατ.)—
(Μαρία) Μαρία, ΜαΜτσιον, Μαλ^τσ^ώνου, Μαρ]ονρίτσα (Βέρρ.),
ΜαΛιώ (κώμαι ιτερΐ τό Βελβ.), Μχριγώ, ΜαριγούΛΛα, ΜαριγούΛΛον
— (Μάρκος) Μάρχους, ΜαρκούΛΛτζ, Μαρζούσΐας, Μαρχέτσιου (ή) (σπά-
ν.ον άντ! τοϋ Μάρχΐνα).—(Μερκούριος) Μιχονρΐ, Μιρχονς (Βερρ.). —
Μιι.ΐαμητη (ή) (Σιατ.καί τίνες άλλαι κώμαι) — Μάτα (Σταμάτα) (ή),
Ματον.ίΑι, 1/οτ»ώ (Σιατ.).—Νοΐ,ΐι (ή) (έκ τη; εΰχίίς: νά ζή).—(Νι¬
κολ» ο:) ΝχοΙας, Νιχυυς (Καταφ , Σιατ.), ΚουχόΑτς, ΚονχουΑιός,
Κ'ΐί.ΙκΉ;, ΚίινΑιότοαν. —(Παναγιώτης) Παταΐώτς (Καταφ., Σιατ.,
Κο' ), ΙΙιοαέτς (Βελβ.), Ν'ώτζ (Παλιγρ.), Νιώτας (Σιατ.), Παάΐονο
(— Ι1/ν7γ·.ω (ή), Σιατ. καί αλλαχού).— (Πρε'πω) ίίρέπον (ή). — Ιΐρι-
ΐ,ΐά, ΠριζχούΛΛα.—ΙΜ,ούμου (Πλούμπω). — (Ιΐροκό—ιος) Πριχόπς, Πρ,ι-
χούΛΑτς.— (Σταμάτιος) Σταμάτς.— (Στέφανος) Σ^ίφαΐονς, Σ^ίψους,
Σ,τιφανής (Καταρ )—(Τριαντάφυλλος) 7~ραγτάφ.ΙΑονς (Σιατ. κ«ί άλ-
λαχοϋ). == Τρανταφυλλιά (ή) (Καταφ. καί αλλαχού). —(ΧριστόοΌυ-
λος) ΚστόΑου.Ιους, ΤόΙιονς—(Χαρίσιος) Χαρής, Καλίχσΐονς, Αίτσας,
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ
ΛΕΞΙΛΟΠΟΝ
'Λβραια-ιάζου -Έν τώ «λε-
ξικώ της καβ' ημάς έλλ. διαλέ-
κτου» τοΰ -. Λ Βυζαντίου φέρεται
«βραγιά—λαχανόφυτον η άνθόφυ-
τον μέρος ■ τοΰ κήπου». Η αύτη
λέξις άνευ τοϋ ^ ν.α μετά προθε-
μυτικοΰ ά λέγεται παρ' ημίν α-
6ραιθ—φυτώριον η δένδρα μικρά
πρός μεταφύτευσιν, άδραιάζου δέ
σημαίνει παρασκευάζω τοιούτον
φυτώριον. Ή έν τω μνημονευθέν-
τι λβξικω εΐκαζομένη έτυμολογία
τής λέξεως άπό τοΰ πραίιαΐ
είναι φωνητικώς αδύνατον. Γ.ξ
εναντίας φωνητικην. κα σημασιο-
λογικην πιθανότητα ένέχει ό ύ%ι-
τισμός τής λέξεως πρός τό () ρ ν ω
ϊν β β ν ο ν (Ρρυέα—Ρρυιά—άβρυιά
καΐ κατ' άφομοίωσιν αβραιά).
Άγδς-άδις (τουρκ.) Ή λέξις
είναι έπίσης ώς καΐ η ά φ έ ν τ ς
(αύθέντης) εϋχρηστος. Ώς θη-
λυκόν είναι εΐτχρηστον πάντοτε
τό κ υ ρ Λ' τό ά φέ ν τ ς δέ πλήν
τής κυριολεκτικής όημασίας είναι
κα* ώς τιμητικη προσφώνηΰις εΰ-
χρηΰτον. Έπίσης δια τοϋ κ υ-
ρατόπούλλα προσφωνεΐ πάσα
νύμφη τας ανωτέρας της. Ό
κυριος των μισθοϋ ίΐηοκειμένων
λέγεται μόνον α γ ά ς .
Ά ) ά ο" μ ο υ ς— ηδϋοθμος (κατά
τιαρβτυμολογίαν: δ^όσμουςXαγια-
σμός = ά,)άσμους). Έν ϊιατίο"τη
λέγεται κανονικώς ή λέξις 'δυό-
ό μ ο ν ς .
"Αγιντους- (η)-ου= έκεϊνος,
ό οποίος «άκόμα δέ γίγκχν» ακόμη
δέν έγίνηκεν. λ. χ. αγιντου ψου-
μι=ι|ίωμί, κατά την ζύμωόιν τοΰ
όποίου «τοϋ προυζύμι» (προζύ-
μΐ(ον) ·δέν ενήργησεν δσ"ον έδει
κ. τ. τ.
"Α γ κ α τ =ανω ■κά,τω.
Ά γ κ ί δ α — ακίδα =-ακίς.
Ά γ κ ί τ σι—τσ,κια^ίον —ία (έν
Σιατ{ο"τη ϊτσ'-ϊτσια).
"Α γ κ ο υ ν α ς —ό άγκών.
•Α γ κ ο υ ν ι α καΐ ά γ κ ο υ ν ή
(ή)=γων1αΓ Ή λέξις γωνί^α
σφζεται μέν, άλλδ μόνον επί τής
,σημαΰίας τοΰ έν Σιατίστη καΐ Κο-
ζάνη λεγόμενον παρϋ.τια η
παραθ,τιί (παρβθτία)."Αλλως
λέγεται αγκουνιά ίι αγκον-
νή, τριά,γκουνου, τιο"θ"ι-
ράγκουνου κ.τ.τ.=γωνία (Λγ-
κωνέα) τρίγωνον, τετράγωνον.
Αγ κ ου ο· α (κατά Χατζιδάκιν
έν Αθήνας Α 500 —. όγκοϋσ"α, α-
ναΰτεναγμός). Παρ' ημίν ή λέξις
σημαίνει φούσκωμα, §άρος, §6,ΰα-
νον ητούν ίχον αγκοϋσα»τόν §ο.-
ρΐ/νομαι, τόν μισώ.
Ά γ λ ε ι φ οΐ)=(γ)λεί}οω_λείχω.
Τόλείξουρους (λαίμαργος)
προέρχεται έν: τοϋ λ ε ί χ ω .
Άγνιστους Τδεγνέθου,
ΚΜ ΤίΙΝ ΠΕΡΙΧΩΡ11Ν ΑΥΤΟν
Ά γ ν ά ν τ 3 α (εναντίον —. μα¬
κράν.
Ά γ ν ό— άκαταπαίϊστως, άεν-
νάως (άείνως-ων η άεινόν, ώς καί
παντοτινόν ώς πρός τό γ πρδλ.
ίγννοια κ.τ.τ.)
Άγξ, (η)=ανοιξις, 6αρ· «μ' δνα
λουλουδχ ΰ,γξ' δέ γένιτι» μέ Βν
ανθος άνοιξις δέν γίνεται.
Ά γ ρ ο ι κ ώ = έννοώ «δέν ά-
γροικαει δ,)ό γουμάρ]α οχυρόν να
μοιράσ'» δέν έννοεΐ, δέν ηξευρει
είς δύο δνους οχυρόν νάμοιράση,
όπερ νοεϊται ώς άκρον αωτον άνο-
ησίας.Ά γροϊ κάς δέ ένΣιατίστη
λέγεται ό νοημων |άγροικώ-άγροί-
κας, δπως καΐ παραΰ'τέκου - πα-
ρασ.τέκας κ.τ.τ.) Άγροϊκος
καί άγροικία είχον παρά τοίς
αρχαίοις εντελώς την αντίθετον
σημασίαν.
ζομαι (βΐα—^ά— διά—α-δ]ά αδ,)ά-
ζουμι) επί τίϊς σαμασίας τοϋ
ο" π ε ΐι δ ω .
Άδ,ίους^α^ου (= άδεής,
δπως κα'ι απρεπής — άηριπους
κ.τ.τ.)—εϊικαιρος, κϋνος. 'Α δ ] ά-
ζο·υ δέ είναι ΰυνώνυμον τοϋ έπί-
σης εύχρηστου ·κινώνου = κε-
νώνω, κβνώ (-όω), όπερ είναι
ιδιαιτέρως εΐτχρηστον επί φαγη
των «κένουοΊ τού φαεϊ» ή καί α¬
πλώς κένουο"ι = μετάγγισον τό
φαγητόν έκ της χΐΐτρας κ.τ.τ. είς
... (άντ! κένωσΌν την χύτραν η
τ. τ. μεταγγίζων τό φαγητόν έξ
αυτής είς ..). Άδ,)άζου ούδέτ.
Λημ. εΐμαι «αδ]ους» εϋκαιρος
'Αδίμτους- τ,-τ ο υ— δίμιτος
(μετα προθεματικοϋ α).
Άδουκβιοϋμι-αδουκήθκα
καΐανευ τού προθεματικοϋ α δου-
κ ε ι ο ν μ ι=ένθυμοϋμαι |έδο·κη-
θην—δοκειοϋμαι).
Ά δ ό χ, κ α Ι δ ό χ, (δέχομαι) =
μέρος, δθεν δέχομαί τι η τίνα,
φράοΊς κννηγετικη «κάμνω καρ-
τέρι».
Ά δ ρ ά χ ν ο ν—δράχνω = δράτ-
τομαι ·Άδράχνιτ» τού ψουμΐ»
πυροΰται ΐ/πέρ τό δέον,-καψαλί-
ζιτι» τό ψωμί, όπερ συμδαίνει, δ-
ταν ό κλίβανος πυρωθί^ {/πέρ τό
δέον, ότε άντΛ νά επιφέρη ηρέμα
κα κανονικώς την δπτηοΊν, έπι-
λαμβάνεται άμέσως τοϋ δρτου έ¬
νεκα της ϋπεοβολικής πυρώόεώς
τού καίτόν ·και]ταλίζ'·.
'Α δ ρ έ ι ν ου ς=δρΐηνος·«άδρέ-
ινα ξνιλα» δρύίνα ξίιλα. Έπειδή
δέ τό δρνίνον ξΐΐλον είναι σκλη-
ρότερον των Λλλων,λέγεται καΐ·ά-
δρέίνου ποκπόν· δρύινον πεπό-
νι(ον) (κατά λέξιν) ήτοι πεπόνι,
ούτινος δ τε φλοιός καί τό περιε¬
χόμενον είναι υπό τι τραχΐΐτερα
καί σκληρότερα.
'Α έ ρ α ς (ώ)=ό άήρ,τό περιέχον
κα ό ανβμος, ά α ί ρ α ς δέ έν ϊΐια-
'Αέργατου ς=ό χωρίς «έργα-
τα» (δόλους ή 1διοτροπίας).Τό αν¬
τίθετον είναι «ίργατάρς» έργατά-
ρις=γεματος άπό οέ'ργατα.»
"Α ζ α λ ο υ ς ήζάντζους=
όργανον τοϋ έργαλειοϋ,δι'ού σφίγ-
γουνίι άπολύουν ·τάντ·(άντίον).
Άιταξιάρς— "Αγιος Ταξιάρ-
χης.
Ά λ ά ρ γ α (α 1,ιΐμο) =:μακραν·
οάπ' αλάργο· μακρόθεν.
Ά λ α τ ι ρ ό=αλατερό(ν), «Λλα-
τέρα» (άλλαχοΰ).
Ά λ λ ο ί' (άλλ'οϊ ι) καΐ ά γ λ ο ί1
—αλλοίμονον, «άλλοί'ς τούμπαν-
τιχούμινου τής γειτονιας τοί; ^ό-
μα· (παροιμία)άλλοίμονον είς τόν
περιμένοντα τής γειτονιάς τό
γεϋμα.
72
ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΛ11ΣΜΜ)Ύ ΙΔΙ'ίΜΑΤΟΣ
Άλλοίθουρους — άλλοίθοι-
ρος.
Άλόρθους, άλάκιρονς =
όλόρθιος, όί.άκερος.
Άλλότι = άλλοτε, (κατά τα
τότε, πότε...) «καπουτι κ^άλλότι»
κάποτε καί άλλοτε άργά καί κά-
ποτε, μετά πολλήν ώραν, πολύν
χρόνον.
Ά λ, χτώ(έν Σιατ.) ά^τι τοϋ ΰν-
νήθους άλυ2(;τώ=ύλακτω.Έν Βελ-
δεντώ λέγεται άντί τούτου «γαυ-
γίζου».
Άλλιφονρτσ,νός ι'ι κ ά - '
ναγκιρΐσ κιους (Ίδ. σελ 63)=απα-
λιός η παλιακος· (παλαιός, πα-
λαα0ηόΐ). ϋζων κρονίων.
Άμά,χ· (Λ)—Λ (ά)μάχη. Ή ση-
μασία των «άμάχ·» και «μάχουμι·
είναι περιωρισμένη είς την τοΰ
εχθαίρω, μισώ- «τουν ίχου άμάχ.
τούν μά.χουμι» τόν μισώ, τόν ά-
ποστρέφομαι.
Άμαρούκουτους πααί-
ν ο υ = πορεύομαι μετά ταχύτη¬
τος προερχομένης έκ φόβον. Πό¬
θεν ακριβώς προέρχεται η λέξις
«άμορούκουτονς· άγνοώ, ϋποθέ-
τω δμως ότι πρέπει νά σχετισθτ^
πρός τό εύχρηστότατον παρ' ι'ιμϊν
«μαρκειοϋμι·(μαρουκειοϋμαι=μη·
ρυκώμαι) καί νά ταύτισθτϊ πρός
τό α μ η ρ ί; κ η τ ο ς· ώσ"τε « άμα-
ρούκουτους πααίνου» τρέχω ώς
τό μηρυκοστικόν, τό οποίον έπεί-
γει τοσούτον ό έλάτης εις δρόμον,
ωστε ού μόνον νά ρόθκ^ι καθ' ο¬
δόν δέν έπιτρέπει είς αύτό, άλλ'
ουδέ να μηουκάται.
Ά μ η γ υ ρ ο υ ς (ό) — έκεΐ,δθεν
δέν έπανέρχονται. Ή λέξις παρά-
γετα» έξ δλης φραθΈως. «να πάς
κ» νά μη γ·υρίις» (να πάης καχ
νά μη Λυρίσης).
Άμκούρ^ους = ίίγιος Μερ-
κούρτος, άλλως «Μικούρς» Μερ-
κούριος (ίδ. σελ 38).
"Α μ μ ο υ ς (ό) = Ή αμμος· «'ς
τούν Αμμον» τοποθεοΊα τις.
"Α μ π ο υ ν α ς (ό) = άμβων.
Ά 13 δ ι ά = απιδέα, «μπσκάί)-
δου» μοσχάπιδο(ν). Τό «άπ(δ,»
ΐι «κασιούλα» είναι καϊ μικρότε-
ρον τού μοΰχαπίδου καί κατώτε-
ρον την γεύσιν.
Ά 1) δ ώ —: (ά)πηδώ· άορ. ά!)ή-
τσα.
"Αίιουρους = άτμός, Αλλως
άχνός (άθνός—άτμός).
Άναγκάζου (άναγκάζω) =
έπείγω, παροτρύνω «άναγκάζου
τ· φουτ,χιά» συνδαυλΐζω.
Άνάδ^α6ους καί άνάδ]θ·υς
τόπους (άν ήδιαβος) = τόπος, ό
οποίος δέν ίχει ·δ^6α» (διάβα¬
σιν), άπό τόν οποίον δένθυχνο-
περνοθν ανθρωηοτ, άπόκεντρος
τόπος.
Ά ν ά μ α—: (α)νάμα, οϊνος α-
κρατος, ούτινος γίνεται χρήσις έν
τχί ίροτελεστία. Άναματήρ· δέ
((α)ναματήριον)=τό άγγεϊον, έν φ
τίθεται τό «(α)ναμα».
Άναμύζου —: άναμύω (άνοί-
γω τούς οφθαλμούς). Παρ'ημίν ή
έννοια μέν τού άνοίγειν τους ο¬
φθαλμούς δέν κείται έν τω «άνα¬
μύζου», σημαίνει δμως Λ λέξις
ποιάν τίνα κίνησιν «δέν άναμύ-
ζου απού 'δώ» δέν τό κουνώ άπ'
έδώ. «Ν6 μην άναμύξ» νά μη κχ-
νηθχίς, νά μή αλλάξης 6έσιν.
Άναπχιάνουτά προζύ-
μνια=·πιάνω τα προζύμια, πιά-
νω «μαι,ά·.
Άνάπουδους = άνάποδος,
άνεΰτραμμένος καί είτα «άνάπου-
δους Λνθρουπους» διεστραμμένος,
ίδιότροπος, κακάς Λνθρωπος.
Άν αρτ ο υ ς=άνάρτυτους. Τού-
ΚΑΙ ΤίϊΝ ΠΕΡ1Χ11ΡΩΝ ΑΥΤΟΥ
ναντΐον «άρτ,μένους» — άρτυμέ-
νος.
Ά ν ά Ο α (Λ) (πρδλ.τό Ποντικόν .
«ανάσ"μα»= άνάο"θμα)= άναπνοη.
«άνασαίνου» άναπνέω, «ανασα-
σμός» άναπνοή, «κονντανασαί-
νου» κάυνω συχνάς καΐ μικράς
έκ της κοπώσεως άναπνοάς.
Άν ά ο . κ τ λ ο υ ς = άνάσκελος,
υπό τι ανηφορικός· «άνάό"ικλα»,
·τ'ανάοκλα» άνάσ"κελα.
Άνασ,κιρν ώ-ρ ϋ α = ανακα-
τώνω, Ινα εϋρω τι η Ινα τακτο-
ποιήο"ω άκατάστατα πράγματα.
Άνατριχιάζου = άνατρι-
χιάζω, φρ(ο"σω, ριγώ (Σχατ. ·τσιου-
τσιουριά,ζου»).
ΆνατρτχιατΛ(Λ)—: άνατρι-
χίλα,ρϊγος (Σχατ.·τσιουτσούρια«).
Ά ν α ψ ο υ ς ( ανοι1;ος) = ό μΛ
έχων δψιν, θωριά.
"Ανθ, (Λ) =Λ &νθη, τό σύνολον
των 4νθών δένδρου τινός, Λ 4ν-
θησις, τό έπΛνω-έπάνω Ή τό κάλ-
λιστον μέρος πρά,γματός τινος.
Ά ν ί λ α (Λ|—ά,νίά, ράσανος.
Ά ν έ μ , (Λ) = Οτροφεϊον, έξέλι-
κτρον άνιμουστάτς— Λνε-
μοστάτης, τό όργανον, έφ'ον ο"τη-
ρίζεται Λ άνέμη.
"Ανιμους (ού) =: β,νεμος (Ου-
νηθέστερον «άέρας»)· «τί δ,νιμουν»
τί όργή, τί διάβολο !
Άνηπρόκουπονς (ϊδ. σελ.
34)= ό χωρις προκοπήν. Κα Λ λέ¬
ξις προκοπτι καΐ τιροκόπτω λέγε-
ται. .τίπουτα τς προυκοπης- τί-
ποτε τΛς προκοηης, κά,τι τι λόγον
αξιον, «προυκόβου» (έν ω λέγεται
κόφτου) ίτροκόπτω, προοδεύω,
«προυκουμμένους» προωδευμένος,
λαμπράς, βξαίρετος
Άντηρ]οϋμι (έν —) = συ-
στέλλομαι, έντρέπομαι (άντρέ-
πουμι)- άντϊιρ(}·(Λ) (—έντίι-
ρησις) — ΰυστολή, έντροπΛ (άν-
τρουπΛ).
Άντηρίδ^σ (τα)= οί καρποΐ
ο διαφυγόντες τΛν προσοχίιν τοϋ
καρπολόγου καί άπομένοντες έπ
των δένδρον καΐ μετά τό «τίνα-
γμα» (πρβλ. αντήρητα=άτΛρητα).
Άντίδιρου (τό)=αντίδερο=
άντίδωρον.
'Αντ1κλεΐδ^α (τα) — αντι-
κλείδια ϊι θυλυκωτήρια.
Άνττ,κουττώ-οΐ;Οα= άν-
τηχώ. Κ ο υ τ τ ώ δέ (κόττος Βυζ.
παιγνίδιον) = άποτολμώ (ρίπτω
τόν κί/6ον).
Άντΐμαχους ούχ ακριβώς
ωρισμένης σημασίας χαρακτηρι-
σ"μ6ς τοϋ έχθροϋ (άντίμαχος).
Άντράλα- ίζουμι-ίσικα
= ζάλη, ζαλίζομαι.
Άντριμουλόχα = δενδρο.
μολόχα (ίδ. σελ. 35.)
"Α ν τ ρ ό χ . (τό)=Λπομόχλιον.
Άξ άι(τό)=μέροςτοϋ αλέόμα-
τος, δπερ κράτει ό μυλωθρός ώς
ανταμοιβήν (έξάγιον). Έν Καρυ-
στία λέγεται «ξάγιο μέτρον σιτη-
ρών (12 οκάδων).
Άκστουφόρους = Λγιος
Χριστοφόρος (ίδ σελ. 16).
Π α ν α θ ι μ α = ανάθεμα (έκ της
φράσεως «άπ' άνάθιμα να γεν,·
δπου ό,νάθεμα νά γενή).
Ά π α ν τ ώ = βοηθώ· ·νά φλά]
ού Θιός κΐ ν' άπαντ^τ>· να φυ-
λάττη (φυλάγη) ό Θεός καΐ ν α
Ά π' α π κ ά τ, ά π' α λ ή θ, κ ι α,
απού παληθ,κιακ. τ. τ. =
(άπό) άποκάτω, έξ αληθείας (Ιδ.
σελ. 54 κέξ.)
Ά π ε ι κ α ο" τ ά ν ούς (όϊ = έ-
κεϊνος,όστις «άπκάζ,· (άπεικάζει),
δια συμπεραο"μοΰ ευρίσκει τι.
Ά π ηλουειοϋμι (άπηλογει-
ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΛΩΣΣΙΚΟΪ ΙΔΐαΜΑΤΟΧ ΒΕΑΒΕΝΤΟΥ
οϋ"μαι)=δίδω απάντησιν, άποκρί-
νομαι.
'λπίπκα (έπίκουπα): «πέφτου
τ' άπίπκα» πίπτω πρηνής, άλλως
«τ& ϊιρούμτα» (προύμυτα), «πιρί-
κουπα» δέ—δίπλο, έν Λαμία «τα
πίστουμα» επί στόμα.
Άπόθαρρους (ό) = θάρ-
ρους. «πήρα τούν άπόθαρρό μ»
*= επήρα τόν άπόθαρρόν μου,
«ξιννοιάσ,κα» (έξεννονάστηκα), ά-
πηλλάγην τοϋ φόδου, η δέν περι-
μένω πλέον.
Άπόλαφα (έλλειπτ.) = άπέ-
λαυσα (άπολαύω).
Ά π ο ύ = άπό, ά, π ο υ = όποΰ
(προκλιτικόν).
Άπονδιμένους = «άμπο-
δεμένος» (αλλαχού).
Άπόρργμα (ά,πόρριγμα — ά-
πορρΐχνω = απορρίπτω) = δκτρωμα.
'ΑπουΟ'ταίνου —άπόστασα
= 4ποΰταίνω, άπαυδώ.
Ά π ο υ ρ α ς (ό) (Σιατ.) (ίΐπορος,
ώς έμπορος — δμπορας) «οί» 4-
πουρα!» Ο"& Ι κα,ημένε μου.
1Α π 6 χ ο ν υ/α (τδ)=άργιλλώδης
γίΐ πρός τεκτονιχην χρήσιν (ίΐπό-
χωμα· πρδλ. τό έν Φερτακαίνοις
της Καππαδοκίας λβγόμενονβπου-
χώνω» Οποχόω (ώ).
Άπουκόβου (αποκόπτω)^
άπογαλακτίζω.
ΆπουβιΚβύουμι (ίιποβχ-
εύομαι) -ϋπνΰχνοΰμαι.
Άπουστραγγίδ^α (τα)—τα
νερά, τα όποΐα «ξιΰτραγγίζν, ξτ-
τρβχν» (ξεστραγγίζουν,ξετρέχουν)
έξ αρδευομένου άγροϋ.
Άπουστρουφός(ό)=: από-
στροφος. Κατα την β,ροοΊν άγρών
συνηθίζουν ν& όργώνωΟΊν έκ νέου,
αλ,λ' έγκαρσίως τα δΐιο &κρα των
σχηματχζομένων αύλάκων (αύλα-
κ$α—:αύλακεά), διότι η ά,ροσις δέν
είναι δυνατόν νά γίνη έκεϊ καθ"
ην διεύθυνσιν καΐ έν τω λοιπω
άγρω. Τό δύο ταυτα μέρη τα έκ
νέου καΐ έγκι»ρσίως άρούμενα λέ-
γονται «άπουθ"τρουφόςι>. Έπεχδίι
δέ τό τοιοϋτον μέρος είναι σχετι¬
κώς πρός τόν όλον αγρόν μικρόν,
λαμδάνεται η λέξις «α,πουΰτρου-
φός» καΐ είς δήλωσιν μικροϋ, πε-
ραωριθμένης εκτάσεως αγροϋ.
Άποΰ-τ-Ιμένα, Λπού-τ-
I
Ο έ ν α (κατά τα : μετ' έμένα μετ1
έσένα) = άπδ 'μ^να> ^πό σένα. Έ-
πίσης εΐτχρηστα είναι κσΛ τώ:
'π ο ύ 'μ 6 ν α, 'π ο ΰ σένα
. «'Ποϋ 'μένα x^ά7υοϋ σέν« ττ{ρα τί γε'νιτι.
Σφάζουντι παλληχάρ]α χι μβχιρώνουνπ».
(άποσπ. αβμ»)
Απού ταΰτου = άπό ταΰτο
(άπό τουτο, κοτάτό ταυτα ϊι μετ·
αύτό, άπό-τ-αύτό—με τουτο, άπό
ταϋτο. "Αν τό δεύτερον άληθεύι,ι,
τότε καϊ τό έν Σιατΐστη λεγόμε¬
νον «τάφν» είναι τ-αύτην πρδλ.
τα αλλαχού «μ'έδ'αύτόν—μέ δαϋ-
τον»)= δια τούτο.
Άπουχέρστους- σ^,-στου.
«άπουχέρστου ιί;ουμΙ» ι^ωμί, κατά
την ζύμωσιν τού όποίου δέν £γι-
νεν η κατάλληλος ενεργεια τής
ζύμης, πρδλ. αγνντους.
Άπουχειρνιθΰμ »—ρ σ τ ώ-
ί ΰ , κ α— έπιχειρώ (Ιδ. σελ. 48).
Ά π'τα πιρτιώρι= από τι¬
νος ώρας. Άνευ τής άπό καϊ τοϋ
τα «πιρτιώρ'», όπερ έν Κοζάνΐ,ι
■κα Σχατίστη λέγεται «πνηώρ,»
καΐ «πιτιώρια». Ταυτα Ισοδννα-
μοϋσι πρός τ6 αλλαχού λεγόμενα
«πολλίι ωρα, άπ' τα πολλη ώρα»,
άτινα έν Βελδβντω κα τοίς περι-
χώροις δέν λέγονται· λέγεταιδμως
«ηρθιν απού τί ώρα ! » (άπό πολ-
λής ώρας) καϊ πρός τούτο, ηρέ-
πει, νομίζω, ν6 σχετισθώσι τα «πι-
ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΧΏΡΩΝ ΑΥΤΟΤ
75
ταώρ,, πιτιώρια» καΐ «Λπιρτιώρ,».
Ά ρ ά δ α (Λ) =0ειρά· «άράδ'άρά-
δα» κατα σειράν οάραδιά» (—; ά-
ραδέα) πολλές άράδες· «άραδ3ά-
ζου» θέτω κατα σειράν «ξχαρα-
δ.)άζου» κάμνω τι έν φ είναι
αλλου σβιρά (άράδα) να τό πρά¬
ξις, έκδιάζω την σειράν τινος.
«Πχιός ϊχει άράδα στ||ΐιρα νά βγ^ 'ς τβύ
[χαραοιίλι ;»
(κπόαπ. όάψ.)
«άραδίζου» διέρχομαι, περώ.
'Αραθυμνιά (α)ραθυμία) =
σφοδρά έπιθυμία πρός έπαναίσθη-
σ"ίν τινος. "Ομοίως άραθυμώ 3ημ.
έπιθυμώ σφοδρώς νά έπαναιβθαν-
θώ τι. Ούτω λέγεται «άραθύμπσα
μ πατρίδα μ» έπεθύμηο·α σφο¬
δρώς νά έπανίδω την πατρίδα
μου, «άραθυμπσα ψιμένου» έπεθΐτ-
μησα «ψητό» κ.τ.τ.
Άραμ = «ού φροντίς Ίππο-
κλείδη» (ίδ. βεΐ. 48 κέξ.)
Άραχνους-νι-νου =έλε-
εινός· «μαϋρους κχδ,ραχνους» έ-
λεεινός καϊ άξιοδάκρυτος.
Άργά-τ'άργα = Ρράδυ, τό
Ρράδυ (την εσπέραν). Ανάλογον
είναι τό «ταχιά ταχιά» πρω'ι πρωϊ.
"Α. ρ γ η τ α (η) = βραδΰτης, κα-
θυστέρηοΊς (άργώ).
Ά ρ γ ώ (ε ϊ ς-ε ϊ) θ'άργηΰου,δρξα
— 3ραδϋνω, καθυστερώ.
Ά ρ έ καϊ ά ρ α = τφ έν Αθήναις
λεγομένφ ηρέ» ( βρέ Ι)· έν Σιατ.
«ούρέ», έν Καταφυγίω «Ρρέμ».
Άρζάρ,(τό) = ριζάριον (ρι-
ζά,ρ»—ρζάρ.— άρζάρ') = έρυθρόδα-
νον.
'Αρζόγαλου (Κοζ.)-(ό)ρυζό-
γαλον.
Ά ρ { τ ο ν ο υ ς (ό) — άκανθόχοι-
Ρ°ς· «Κάτου "ς τοϋ λειανόν τούν
κάμουν τα κα6ούρ;α γά-
κιάρίτσιους 6αρ6ιρίζ«ι...».
Άρκδτους-τι- τού =
άποσκβυήν, χωρίς βάρος, έλεύ-
θερος.
Ά ρ κ ο ύ δ α (η) = δρκτος (αρ-
κος-άρκούδι)· «άρκουδόγυφτους»
γΐίφτος μέ την άρκούδο, Λλλως
αάρκουδιάις».
Ά ρ μ έ ν ο υ ς (ό) = χόρτον τι.
Άρμιά (η) = άλμαία καϊ κυ-
ρίως Λ τΛς κράμδης· «άρμόζμους»
ά,ρμόζωμος, ζωμός «άρμιδς». "Ινα
δηλωθ^ί ή άλμαία Λλλων πραγμά-
των έκτός τής κράμδης, είναι ά-
ναγκαία η προσθήκη λέξεως δη-
λωχικής τού πράγματος: άγγου-
ραρμιά, σταφλαρμια (τό δεύτερον
λέγεται κατά κατάχρησιν, διότι η
λεγομένη όταφλαρμιά δέν δχει
ίίλμην, άλλα γλεϋκος (μοϋ()τουν),
έν φ διατηροϋνται αί σταφυλαί.
Άρνάρ, (τό) — ρχνάρι(ον) (ρι-
νάρι - ρνάρι - (ά)ρνάρ.).
Ά ρ ν έ κ1 (τό) =ύπόδβιγμα διά
τό κέντημα- άλλως «ξόμπλ'» (Φτί-
6^'ανη ώς καϊ άλλαχοϋ).
Άρ ν ο υ πό κ, -άρνίσιο μαλλΐ
(άρνοπόκι(ον). Τ6 ποκάρι λέγεται
παρ'ημίν «πλουκάρ,· (τό).
Άρξάφ· - άρξός = χρυόάφι
(όν), χρυθοϋς (Ιδε σελ. 16).
ΆρξτόπλΛους = ίίγιος Χρι-
στόπουλλος (ιδε (3ελ. 16).
*Αρ τ η κ α ς (ό) = 6 νάρθηξ (Ιδβ
σελ. 25).
Άρ&άδα-άρχότ. (η), άρ-
χαίνου (άόρ.ρίχανα) = δροσνά, δρο-
ϋίζω (μεταφορ.)
Ά σ ήμ. (τό)-αργυρος είτε α-
σημος είτε ένσημος.
Άο,κοΐνουμι - άσ.κάθκα =
σι(ις)χαίνομα».
'ΑΟ'ταίνουμι = αΐσθάνομαι
ευχαρίστησιν έκ τινος, φιληδώ,
ένασμενίζω τινΐ «άσ.ταίνουμι τα
τραγοΐΐδ^α» κ.τ.τ.
76
ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΓ ΓΛΛΣΣΙΚΟΓ 1Λ1ΠΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΥ
Ά ο" τ ά ο· (τό) = ΐστάριον, πα-
νίον κατωτέρας ποιότητος, τό ο¬
ποίον μεταχ,ειρίζονται κυρίως ώς
χρχ2ΐ)
τα μέρη, 6νθα χύνονται, πίπτουν
τ& νεοά έκ των αύλάκων τής ο"τέ-
γης.
Άτόφκιους (αύτοφνης - αύ-
τόφυος, όπως καΐ άπρεπης - ϋ-
πρεπος ■κ'.τ.τ.) = δ,θικτος, άπελέ-
κητος, όλάκερος.
"Ατόαλους = ατάσθαλος, ά-
κάθαρτος.
Ά τ, χά (Λτυχα)· ««μ'έρχιτι &-
τ.χα· = «μ'έρχιτι αχαρα» (Σιατ.) =
αΐσθάνομαι «άναγούλ.α» τάσιν,
προδιά,θεοΊν πρός έμετόν («ξιρα-
τ ό ν» έκ τοΰ ξιρνώ = έμώ).
Αυλη (Λ) = αύλΛ (ένΚοζ. κα
Στατ.= περΐδολος, τοϊχος, Λ δέ
παρ' Λμϊν «αύλη» λέγβτα» έκεϊ
«νουδονρός»).
Ά φ κ ι ό ν, (τό) = δπιον.
Άφαλός (ό) = όμφαλδς (έν Σι-
ατ. «νούφαλός - ξινουφαλίζουμν»
ξεκαρδίζομαΛ Ιδ. σελ. 25).
Άφόντας καΐ άφόντς (ά-
φόντις) — αφ' δντας (άφ' δταν) = έξ
δτου.
Άφκριθϋμΐ- ίΰ.κα =«Λφου-
κροϋματ» (Λλλαχοϋ), ώτακουστώ.
Παρ6 Κορπενηθιωτών Λκουθα καΐ
(α)κουρμα(νουμι. - άκουρμά(5 = ά-
κροώμαι, άκροάσθηττ.
Άφθ'κιά (Λ) (άφτκηα) = δ,τι
άφίνβι ό μεταξοό'κώληξ κορεΰθβίς.
'Δφύσικοπς = άφύσικος, κα-
κός, διεστραμμένος, «λύκους μϊ
τα πέταλα».
Άχάμκ· ρ ακΛ=Λ κατωτάτη
ρακτι, τδ κατωτάτης ποιότητος
οίνόπνευμα, δπβρ έξέρχεται τε¬
λευταίον έκ τοΰ άποΰτακτήρος,
έν αντιθέσει πρός τήν«ο"'κοΐΐμπα»,
ήτις και πρώτη έκ τοϋ Λποϋτα-
κτηρος έξέρχεται καί καλυτέρα
είναι άνερχομένη είς πυκνότητα
μέχρι 20 βαθμών. Οϋδέτερον των
εΐδών τούτων τοϋ οΐνοπνευματος
θεωρεϊται κατάλληλον πρός χρή¬
σιν, εί μη άφ' ού μετα6ραόθι;ί μέ
«γλυκάντΰουν» (γλυκάνηΰον) έν
Ιδιαιτέρα σκευασία, τίτις όνομά-
ζεται «λαμπίκους» (ό). Τό έκ τού
μετα6ρασ"μοϋ τούτου άποΰτάζον
οΐνόπνευμα όνομάζεται «μιτα-
δραζ,μένι» ίι «γλυκιά. ρακή» (με-
ταδρασμένη ΐι γλυκεϊα ρακη) έν
αντιθέσει πρός τα δύο πρώτο
εΐδη, Ατινα λέγονται καί «άμ,ιτό-
δραβιτ.· η «πικριά ρακη» (άμετά-
δραθτη η πικρα ρακη).
Ά χ α μ ν ό ς (χαϋνος). Έκ τού¬
του εσχηματίσθη έν Σιατίστη ρή-
μα «άχαμναίνου» χάνω την εύ-
ρωο"τίαν μου. Καΐ τό «άχαμνός*
δέ διασώζει έν Σιατίστη την 6η-
μασ~(αν τοϋ «άνήμπορος» έξησθε-
νημένος, αρρωΰτος. Έν Βελβεντω
καΐ τοίς περιχώροις η λέξις «ά-
χαμνός» κατέλαβε την θέσιν τοθ
«κακός» (Λ φράσις «μ'έρχιτι άχα-
μνά» Ισοδυνάμει τχί ανωτέρω μνη-
μονευθβίόη «μ' 6ρχιτιΛτ,2θα»),δπερ
μετέπεσεν είς την σημαο"ίαν τοϋ
Ισχυράς, όξύς, δραστικός : «κακό
ξείδ.» δραστικόν δξος, «κακύτι-
ρους ποϋ εϊνι! » είναι πά,ρα πολύ
Ισχυρός^ ρωμαλέος, όξύς, «κακίΐ-
τιρου οΊκλΐ Ι» πάρο πολΰ όρμητι-
κός, έπικίνδυνος ο"κύλος. Τό «χβι-
ρότιρους» είναι σημαοΊολογικώς
συγκριτικόν τοϋ «άχαμνός», τό δ«
«κακύτιρους» τοϋ «κακός».«'Αχα-
μνά» |τά) δέη«λιμπά» η «άπολά»
λέγονται έν Βελδεντω καΐ τοίς πε'
ριχώροις τα «άμελέτητα».
Ά χ ο ύ ρ. (τό) = στάδλος (8*»*οι>-
Ιυαι).
ΚΑ1 ΤΐΙΝ ΠΕΡΙΧ111ΊΙΝ ΑΪΤΟΥ
77
Ά χ ν ρ ώ ν α (Λ) = ό άχυρών.
'Α ψ, χ ώ — άφχΛσου, άιϊήισ'α =-
(4)ι[τηφώ - ψηφίζω) φείδομαι.
Β α θ ρ ά κ, (τό). Οϋτε ^ ^ν.Λ~·.
οΐιτε «βαθρακός» λέγεται έν Βελ-
6εντφ καΐ τοίς περνχώροις (άντι
τούτων λέγεται «βάκακας»). Λέ¬
γεται . έν τούτοις τό ύποκοριστι-
κόν τοϋ βαθρακός «ραθράκ» (=βα-
θράκι(ον), τεχνικη ραπτική λέ-
ξνς.
Β αίζου = γέρνω, κλίνω.
Βάζου — (66αξα) — ηχώ, άντηχω
Βά νού —66αλα ((3άλΛω) =
(Ιδ. σελ. 49). Ή ο"ημασ"ία τοί? ρί-
πτειν διετηρήθη έν τφ «τούν βά-
νου» τθν ρίπτω κατά γης, '·τοΰν
άνκώ" (νικώ) κατα την πάλην.
Βαρκός (@αρ-ικός) — βαρύς,
ί;γρός (τόπος).
|
τοϋ ηλίου καί των λοιπών αστέ¬
ρων, Ουνεκδοχικώς δέ καί «§αόί-
λιψαν τα μάτιχια μ» έθαμβώθη-
σαν, έχασαν την προτέραν των
ζωηρότητα οί όφθαλμοί μου (χα-
ρακτηριστικόν καταδεδλημένου
έξ ασθενείας άνθρωπον), «βασιμα-
ηλιοϋ» (αη δίφθογγος) §ασίλβμα,
δΐΐσις ηλίου (ίδ. σ"ελ. 3β), «Ρασ,-
Βατβνιουμι (Ρατεύω) = δρχο-
μαι είς συνουσίαν (επί αλόγων
ζφων). Συνώνυυ,α τούτου κα^ έπί-
(}ης επί άλόγων ζώων είΐχρηστα
είναι τα: μαρκαλειοϋμι, σέρνου,
μαγγανίζου, ρουρρίζου,σ,κλεύοίτμι
κα4 οημαίνουσι κιτρίως έλαύνομαι
Οπό τής γβνετηΰίου όρμής.
Βαττουκόπι (τό)— §ατ-
τοκόπιον· άλλως «παλιουρου-
κόπ,».
Β α τ σ, ν ι ά (Λ) —ή ράττος (βάτ-
τινον — βάτσννον—§ατΰινέα — (ϊα-
τσ,νιά). Βατσ"ίνα δέ —η δαμαλίς,
Ρατΰ,νώνου =δαμαλίζω, ^ατσίνας
= ό δαμαλιστής.
Βιδούρι (τό) = μέτρον (τού
γάλακτος).
Β ί λ α (ή) = περόνιον. Τουτο
έν Σιατίστη λέγεται φρουκλλίτθα
(ΓαΓθα- ΓϋΓοαΙΙ» - φουρκουλλίτσα -
φουρκλλίτσα).
Βχλέντβα{ή)= ουνβΓΐ». Τό
§αρ·ύτερόν πως μά,λλινον κλινο-
σκέπασμα λέγεται τσέργα ή πρου-
κό6α.
Β^ ό (τό) — ό βίος, η περιουσία-
Βιρ^αζι τοίί νιρό = τό ύ¬
δωρ δέν εύθυρροεϊ κωλυόμενον
είτε υπό ά,νωμαλίας τής γής είτε
άπό «σιάδαρα» (ιδ. την λέξιν). 'Τ-
ποθέτω ότι έν τω «ριρ]άζ;» έχομεν
τΐιν λέξιν § ρ υ ά ζ ε ι, όπως άλ-
λαχοϋ λέγεται η εύδία Ριδ30ι (εύδία
—. ρδ^ά—βιδίά) η ότι έχομεν ρήμα
έκ τοϋ βέργα (νΪΓ^β) (βιρ;'άζω=
γεμίζω άπό ββργες).
Βιτούλ, (τό) —όνομασία αΐ-
γών. Αναλόγως τοϋ χρώματος,
τοϋ γένους,τής ήλικίας ίχονόχν αί
αϊγες τάκόλουθα όνόματα : τ ρ α χ
(τό) τραγίον (άρσεννκόν εύνου-
χισμένον, χρησιμεϋον κα ώς
«μπουστιλΐνα», «κ*σέμ·»), π ρ ου-
τ β ι ά δι (τό) (πρου3τ(Ηο.λίζ. - πρη-
τσΐλα) (άρσ". μη εύνουχιΰμένον,
«ακλουσ"του»), πισουκ έρατου
(τό) (μέ κέρατα πρός τα οπίσω),
τραιούσ,σκου (τό ) ( μέ κέρα¬
τα ώς τα τοϋ τράγου, δρθια),
γίδα ( αΐγ-ίδα ), τραοΰσΛα
(Λ) αίξ μέ όρθια κέρατα, ώς τα
τοΰ τράγου), κατβίκ. (τό) (τό
μικρόν μέχρι τοϋ άπογαλακτι-
(άπότοϋάπογαλα-
78
ΜΕΑΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΓ ΓΛίΙΧΣΙΚΟΓ ϋΙΠΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΊΌΓ
κτ«5μοϋ μέχρτ ϊτους), ξ ι χ μ ά δ.
(το) (διελθόν δεύτερον χειμώ-
να), κόρ&ου (τό) (μαύρον),
^ιόσου (τό) (μαύρον μέ κόκ¬
κινον πρόσωπον καί πόδας),
κανοϋτου (τό) (φαιόν), ψ α ρ ι
(τδ) (ασπροκκόκινον), π £ ο" τ ρ α
(Λ)(παρδαλόν), φ λ-ώ ρ α (Λ) φ λ ώ-
ρ ο υ (τό) (λευκόν), ρ ο υ ό ΰ α (η),
ρ ου σΌ" ου (το) (λευκόν), μ ο υ ρ-
τ ζ ι α (Α) (κόκκινον μέ μ,αυροκόκ-
κινον πρόσωπον καί πόδας),
ϋάλλια (ή) ϋάλλχου ίτό)
(μαύρον μέ λευκήν κεφαλήν),
μοϋθκρου (τδ) (μαύρον μέ μι¬
κρόν λευκόν μέρος περϊ τούς ο¬
φθαλμούς), μο υ ρ α κ, (τδ) (μαύρον
μέ δύο λωρϊδας λευκας εκατέρω¬
θεν τής ρινός κα'ι κατά μ*ϊ·κ01;
των ποδών), βάρτζια (ή) (μαϋ-
ρον κοκκινομάγουλον).
Βλάθκους = ρ
χικός (ϊδβ σελ. Π).
Βλήτρου (τδ) = §λητρο(ν) -
λάχανόν τι (βλίτον ;).
Βουγγρια (Λ) = παράσιτος
σκώληξ (Ιδίως των βοών).
Β ο υ δ έ τ α (Λ) = «καλτσοδέτα».
Βοίιζ' (τδ) = φυτδν Λγριον μικροϋ
ϋι|το·υς παράγον σταφυλοειδη τίνα
καρπόν μΛ έδώδιμον, αλλά βαφι-
κόν. Βουζουκρανια (Λ) (βουζο-
■κρανέα) = θάμνος μέ φύλλα, οία
τα τής κρανέας, καΐ καρπόν, οΐος
ό τοϋ (Ιουζιοϋ.
Βοιιλώ-^ει καΐ σ'υνηθέο'τε-
ρον 3 ο υ λ ε ϊ = χώρεϊ· «δέ μΐ ^ου-
λεϊ» δέν μέ χωρεΐ· βουλητό καί
§όλητου = δυνατόν : «δβν εϊνι §ου-
λητδ νά μην Ιρθή» δέν είναι δυ¬
νατόν νό μη ίΐθΐ)..
Βουρλά (Λ) — άόκίον, έν φ
φέρουσι την τροφΛν των οί ποι-
μένες.
Βουρρίζ, (ε ι) _ πνέει §ορρας,
«§όρρό"μα» ρρρμ
Β ο ν ρ ρ ί ζο ν = έλαύνομαι υπό
τής γενετησίου όρμής (επί χοίρων
Ιδίως).
Βο.υτάν (τό) (βοτάνιον) =
φάρμακον, Ιατρικόν, « /ατρικό ».
Βοτάνιον, ώς γνωστόν,
κυρίως χορταράκι ^ρρ
έπειδή. δμως τα βοτάνια έχρησί-
μευον (όπως καί χρησιμεύουσιν
άκόμη) ώς φάρμακα, ά,πετρίδη η
δννοια τοϋ χάρτου έκ τής λέξεως
και σημαίνει σήμερον οιονδήποτε
φάρμακον. Ουχ ήττον έν τή λέξει
ξιδουτανίζου (= ^οτανίζω,
ξερριζώνω τα μεταξΰ τοϋ όίτου
φυόμενα ρότανα) περαεσώθη ή έν-
νοια τοϋ χόρτοι;.
Βόχα (ή|_δυσ"ωδΐα ίδ. ϊκαρ-
λατον έν λεξ. τής καθ" ημάς δια-
λέκτου (§ώχα).
βράδ.-τού βράδ, (Ρράδυ-
τδ ^Ιράδυ)=την εσ"πέραν, βραδι,ά
= Λ έσπέρα, κυρίως νύχτα, νυ-
1
ΒρακΙϊιόυντρόφ, (τό) κατ
εύφημιο"μόν; — 'σώδρακον § ρ α -
κου£ούνα (Λ)= βρακοζώνα.
«....τρ/α δράμνια [ΐιτάζι
φχΐ«αι μαντήλια δώ3ιχ«, πουχάμπσα διχα-
[ηε'ντι,
χ}αν σ^άπουμείντ] τίπουτα, φχιοίαι μνιά
[βραχουζούν»».
(άποαπ. ίαμ·)·
- 66ριξα -
Ρράθκα.
β ρ έ χ, — βρέχει — ίίει. Παρά την
μεταγενέστερον ταύτην σημασίαν
διατηρεϊ παρ' ημίν τό βρέχω ^ΟΛ
την παλαιάν σημασίαν τοϋ υ-
γραίνω, «μπο'κεύου» ( μοσχεύω ).
Βρουχδς δέ λέγεται τεχνητδς
λάκκος, είς δν κλείεται ΰδωρ καϊ
ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΐΛΐΡίλΝ ΑΪΤΟΥ
79
έν φ συν τελεϊται Λ σήψις τοϋ ξυ-
λώδους μέρους τοϋ λίνου. Β ρ ου¬
χί» ς προσέτι σημ. κλωστην με-
τάξης.
Βριζ,νιά (η) = βριζαμια (ούτω
λέγεται έν Σιατΐο"τη και αλλαχού),
ή καλάμη τής οβρίζας» (σίκαλης).
Βύδ ρα (η)=ϋδρα.
δά&ου (Λ) = γραϊο (Βαυώ κατά
Σ. Δ. Βυζάντιον).
δάθρ, (τό) = έμδάλωμα τοϋ
«τσαρουχιοΰ» (έμδάθρι(ον).
δ α ι α μ ά δ, κους - κ· - κου =
ραιδοόκβλης.
6 ά ι ούς (ό) = τιμητικη ηροό-
φώνησΊς πρός γέροντας ('Καταφ.)
δάκακας (ό) = ράτραχος. 'Τ-
ποκοριστακόν τούτου είναι «τού
ί>ακακο·ύλ.λι», τό δέ «ϋακακούδ·»
είναι κατά τύπον μόνον ΐΐποκο-
ρτστικόν, περιωρισμένον είς την
σημασίαν ωρισμένου μέρους έκ
τοϋ χοιρεΐου κρέατος.
6άρα (η) = κοίλωμα γής μετά
λιμνάζοντος ύδατος.
6αράκ· (τό) = παιγνιώδες κτί-
σμα των παίδων.
6 α ρ δ ά κ- (τό) — ξυλίνη ύδρΐα·
«κλουτσια τ6 οαρδάκια!» είναι
φράσις νεωτάτη λα6οϋο"α διάδοσιν
πολλΛν καΐ σημαίνουόα όνειρωγ-
μόν.
6 ά σ", ν α (Λ) = κτησ"ις έν έπαϋ-
λει.
6ατάν (τό) ϊι φισ,τέλλα (Λ)
(άρίατα (Λ) έν Χαλκιδικ^) ίι μαν-
τάν, (τό) (έν Καταφυγίφ) = ύδατο-
κρου(5τηριον των σκουτιών.
ύ] ά λ, (τό) — περιπόδιον, τε¬
μάχιον μαλλίνου ϊι ότυππίνου ύ-
φά(}ματος, δι" ού περιελίσσεται ό
ποϋς κατα την μέ «τσαρούχια"
ϋπόδβσιν.
6ιά9 α6ους = μελανόφαιος.
6 έ 6 ι λ, (ή) — ίλαρά (νόσος).
6ΐ£ίέμνια (τα) — είδος κεν-
τηματος.Ή λέξις είναι Τουρκική·
{>ιοίέμ τουρκιστι ΰημ. δπαλξιν, κα
τό είδος δέ τουτο τοϋ κεντήμα-
τος όμοιάζει πρός έπάλξεις.
6ιλου6ίτσ"ι (τό) := μικρός
I-
χθύς, άλλως τσιρόν (τό).
6ισ·τιριά (η)= βράχος
(Σιατ.)
&λανι-ολάνα = λεπτόν καΐ
έπίμηκβς τεμάχιον, Ιδίως ξύλων.
οληρούρ' (τό) = πληγούρι,
σϊτος ··άλιζιμένους» είς «χειρόμ-
πλα» καν χρησιμεύων ώς κα* Λ
δρυζα είς διαφόρους μαγειρικας
χρήσεις.
& λ ί κ ρ α (Λ) (έν Σιατ.) — κουμ-
πουλύτς (έν Βελβ.) = κολοκοτρώ-
νης (έν Αθήναις).
ολοΰκους (ό) —μέγας πθν-
τικός, άλλως «πόντικας».
6 ό ζ ι α - ίτσα = είδος κεντή-
ματος.
6όσ, (τό) = τεμάχιον, πλινθίον
χλοηφόρου γης.
δουγτζιάς - άδις = Ουμπε-
(ν)θεροι (όϊ έκ μέρους τής νύμ-
φης) (Παλιγρ. καί. λοιπαί κώμαι).
δουείίνους (ό) — μεταξο-
σκώληξ. Διά την αφθονίαν των
συκαμινεών Λ σκωληκοτροφία άκ-
μάζει έν Βελδεντω.
(ιούκλα (Λ)—:§υτίον, άλλως
φτσΛ-φτσ"έλλα (Ρυτίον).
οουλίίούκα (η)=πολϋ ϋ.
δωρ έν κοιλώματι.
οούρδα-έτσι = σάκκος,
«1)θυρδέτσ'.Κ2.α» Ιδίως τα ράκη δι'
ών καλύπτουσι τα γόνατα κατά
τό «χλιάρσμα» (ίδε την λεξ.)
6 ο υ χ ο ύ δ1 (τό)—τώ άποδαλλό-
μενα ξυλώδη μέρη τοϋ λίνου κα-
80
ΜΕΛΕΤΗ ΙΙΕ1Ί ΤΟΥ ΓΛΩΪΧΙΚΟΥ 1Λ111ΜΑΤΟΧ ΒΕΛΒΕΝΤΟΥ
τα τό «χ
6ρά6α
) = καρφωτη κλει-
βριάλονγους (ό) — χέρσος
γη.
6ουρώ (εϊς-εΐ-οϋμι-εΐτι-οϋν)
= ημπορ£>, δύναμαι, «δέμ οονρώ·
δέν δύναμαι η εΐμαι ά,ρρωοτος,
«άνημπουρους».
βρθυζχάλα (Λ) = προσηλι,α
(Φτίδ/ανη)· «βρουζιαλνώ» έν Σιατ.
(5ημ. αναθερμαίνω τόν άρτον πα-
ρά τΛν πυράν ΐδε πυρώνον κα'ι
πραγανιάζου.
β ρ ο υ ζ χ ο ί τ α ς (ό) = ό πα-
ρά την πυράν πάντοτε έπιθυμών
νά κάθηται, άλλως «κρυτώντς»
(ό) (= κρυώνεις).
6ροΐ/μτα= προύμυτα, πρό-
μυτα (έν Λαμία «τα πίστουμα»
επί στόμα).
6ροΐΐ(3, λου (τό) = κχβόός.
6ρούχα6ους = παχύς μέν,
άλλ.6 ^αλαρός, δ,τονος.
6ώ ! 6ώ ! καϊ ποΐΐ! πού ! = πώ !
πώ ! (έπχφ.) «βώ' βώ! μαννί-
τ 3 α μ ! » νοΛ > ποί ! π ο ύ !
■μαννίτσα μ! »
Γαϊτάν, (τό) ίδε Σκαρλδτον
£νθα Ανωτέρω· «ηααίν, ίρχουντι
Ο'κνΐ γαττάν,» πηγαίνουν δρχον-
ται αδιαλείπτως, άποτελοϋντες
σειράν άδιάκοπον.
Γ ά λ ο (τό) —ι γάλα. Ή γάλα δέ
= Λ γαλατερίι κούκλα τοϋ καλα-
μπουκιοϋ.
Γαϊ,ατσίδα (Λ) — γαλαχτί-
δα (ο,λλαχοϋ).
Γανιάζου — βραχνιάζου (άλ¬
λως).
Γανουτης (ό) — γανωτής.
Γονώνου—:γανώ (-όω).
Γ ά β τ ρ α (Λ) (γαότρός - γαθτρ*
- γά,στρα Λ γάστρα) = ταντούρι,
βόνιτΰα, κινητός φοϋρνος μετάλ-
λινος (όμοιότατος τό σχΛμα πρός
γαστέρα).
Ρδ Ι (τό)—Ιγδίον (Ιγδις).
Γένν^α (τό) = σϊτος, κα
κατ' εξοχήν 6 κόκκινος σΐτος, «τού
κόκκι,ανθυ τού ο"'τιιάρι·.Άλλα εΐδη
σίτηυ είναι Λ «κατράντσα» καΛ ή
«κονΐτρουλι,ά».
Γένουμι-γΐγκ α=γίνομαι-
έγίνηκα.
Γεύουμι- γεύκα = γεύομαι,
έγεϋθηκα καΐ. μεταφορικώς «τίι
γεΐικα κι. τα ξέρου» τα έδρκίμΐί"1
καΐ τα "ξεύρω.
Γ ής (Λ) — ς* τΛν γίΐς κλπ.=
γη· «ς, τίιν γης δέμ πατώ» Ισχυ¬
ρότερον τοϋ «ς τα νύχχα πατώ»
έπ' δ,κρων όδοιπορώ· «κουκνόη
(όϊ), ώσπρόη, τθιγγόη» κοκκι-
νόγη, άσπρόγη, τσιγγόγη. Δια δέ
την γλισχρότητα της παραγωγής
τοϋ τελενταΐου των ανωτέρω εΐ-
δών τής γης όνομάζεται συνή-
θως ·καχ ό φιλάργυρος «τΰιγγόη».
«τζ γής τα μήλα» της γίϊς τα
μηλα, αλλα παρίι «οί πατάταις»
(πατάτες) δμοια μέν πρός αύτάς
•κατά τό σχημα και τΛν γένεσιν,
διαφορα ομως κατ6 τΛν γεϋσιν
καί τό χρώμα τοϋ φλοιοϋ (τρώ-
γονται ώμά καί τό χρώμά των εί¬
ναι μεταξϋ λευκοϋ καΐ κοκκίνου).
Γιμννουκαλαμτσ, (Λ) =
γιννιμουκαλαμνά —: γεννημοκαλα-
λαμιά, σπαρτόν γεννήματος μετά
τόν θερισμόν. Πρβλ. κθαρουκαλα-
μια καί κθαριά, βριζουκαλαμιά.
ΓιρτΛ κα^"ουρτΛ (Λ) =
έορτΛ- «άλαφρτ/ονρτ,» = έλαφρο
έορτη κα συνβκδοχικώς ίνθρω-
πος, ό οποίος «ζι/άζι απ τς άλα-
φρές» τοϋ οποίον «τα μνιαλίι»
ΚΑΙ Τ111Ν ΙΙΕΗΙΧ11Ρ11Ν ΑΥΤΟΥ
είναι έλαφρα (ζνγίζονται είς τόν
θείκτην τοϋ ολίγον 3άρουςΐ, Αλ¬
λως «χρουθτςϊειτς νΐιχαλοΰς· («χά
χ, τιχρακόσΊκια» τό αντίθετον).
Γ λ έ π ο υ — Βλέπω.
Γλυ χ ώ ν ο υ (έκλυτώ) =σώζω
Γ λ υ κ ά ν τ ο" ο υ ς (6) — τό γλυ-
κανησον (— θον).
Γ ν έ θ ο υ — έγνιαα=νηθω,άλλά
«νημα» (αλλαχού «γνέμα»).α"Αγνι-
στα κι άνύφαντα κΐ 'ς τοϊ/μ πλου-
κό ριγμένα· (παροιμ.) = ·ακόμα
δέν χούν εΐδαμι ^νν, τοϋν ίφου-
νάξαμι» (παροιμ). — ·πολλά με-
χαξΰ κύλικος καΐ χείλεος».
1 6 μ α (τό) — γεϋμο. Γιματό-
πλλου (τό) — ό ολίγον πρό τοϋ
γεύματος χρόνος, »πααΐνι Λ πού-
λεια» τι ά,λλο αστρον «;όμα·=:εί;-
οίσκεται είς δ σημείον ό Λλιος
κατα τόν χρόνον τοϋ γεύματος,
μεσουρανεΐ περίπου.
Γ ό ν α (τό) — ατα = γόνυ (γό-
νατα-γόνα κατά τό γράμματα —
γράμμα}· «χά γουνατάκιας» γνύξ.
Γουλνανός καΐ 8ουλ1αν0^
(ό) = γλά,νις.
Γ ο ύ λ· ιη) =ούλον. Γ ο ν λ· (Λ)
δέ τοΰ δερματιοϋ = το στόμα
(8ϋ1ίΐ) τού ά,σκίου. «ΛΙ) 1' γούλι
τού κόφτου κ! τού σ.τβλνου» τό
κόπτω άπό τό στόμα μου, στερώ
τόν εαυτόν μου τροφής καί...
Γραίνου— γραίνω = ξαΐνω.
• Γραπατσώνου = ξβσχίζω
δια των όνύχων.
Γραόίδ- (τό)=γράο-τις=κράσ-
τις.
Γ ρ α φ τ ί κ. (τό) όνομα μικρου
πχηνοϋ ποικιλόχρου.
Γ ρ έ κ. (τό) = πρόχειρος ποιμε-
νικΛ καλύβη.
Γριβάδ. (τό) — βΐδος Ιχθύος.
Γ ρ ι ν τ ι ά (Λ) = δοκός-γριντώ-
νου-μ* ='ξαπλώνω, 'ξαπλώνομαι.
Γ ρ ιν τ ζ ο ν λ λ' (τό) (Σιατ.) —
τσαμπουλόι (Βελ6).=: τιίαμπολΰ»
γιον ~ μικρά σταφυλή Λ τεμά¬
χιον σταφνλης.
Ι ϋ ρ ο υ ς (ό) — Λ περιφέρεια
της πίιττας, καΐ παρυφή τις (·άρ-
ξός, ασπρους γϋρους»).
Ο
Ο α 1) ζ έ λ λ. (τό)—παλαιόν μάλ-
λινον ένδνμα φορούμενον κατα
τόν χειμώνα άμέόως μετα τό ύ-
ποκάμισον.
Οαζ'ΐΐέ:— παιγνίδιον, καθ' δ οί
παίζοντες ράλλονται άμοιδαίως
μέ τό «τόπ.» (την σφαίραν), .(3ά-
ρα-βούρα· αλλαχού.
ΰσ ϊ % ο ■(! β> = επί των ώμων.
Οέτΰους (ό) =. ^αφική τις
ϋλη.
Οζ έ λ λ. (τό) — χοιρίδιον γαλα-
θηνόν. Έν ταίς κώμαις τοΰ Πα-
λατχοϋ λέγεται τοΰ λαχτέντου (1α-
οιβΓβ, ΙαοΙβηβ, ΙϋθΙβηάιιβ). "Αλλως :
χοίρους (ό) |ακλωό·τος), γ ο τ¬
ρ ά δ' (τό) (β,κλωστον χοτρίδιον),
μ ο ν ν ο Ό χ1 (τό) ιεύνουχισμένος
χοϊρος), κ α π ρί (τό) (μέγας χοΐ-
ρθς|, σ κ ρ ό φ α (η) ^η ύς), γ ρ ο υ ν
(τό) (γενική όνομασία χοίρθυ).
Οιδιζί (τό) = μεταξινον κόκκι¬
νον μαντήλι, στενόν και μακρόν,
τό οποίον φοροϋν αχ γυναϊκες ώς
κεφαλόδεύμον.
Οίράαλας (ό) — τροχός. Ή
δέ λέξις «τρουχός» (τροχός) πε¬
ριωρίσθη ες την σημασίαν μόνον
εκείνον τοΰ λιθίνου τροχοΰ, έφ
ού άκονοϋν τα κοπτικά δργανα,
δι' δ καν «τρουχίζου τού μαχαίρ."
άχονώ τό μαχαίρι(ον)
Ο ι ρ (1 ά ν> (τό) = νυμφικόν νό-
σμημα τοΰ στήθους.
= γεφύρι(ον) (1δ.
9
ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΛίΙΪΣΙΚΟΥ Ι&Ι11ΜΑΊΌΣ ΒΕΛΒΕΝΊΌΥ
βελ. 18).
Ο λα 6 α ν η (Λ) — καταπακτή.
Ολω — §ύλτσα — §λίόον = κυ-
λίω, «^λιοϋμι—§λίσ,κα» κυλίομαι,
έκυλίσθηκα (Ιδ. ϋελ. 18 και 50).
Οονδρώνου (τα μάτ,χια) =
σκυθρωπάζω, άγρίως προσδλέπω.
Οου^οθΰα (Λ) — κοκόσα —
καρύδι(ον) καθαριο"μένο(ν).
Οουλιώτς όνομα οΐκογενεια-
κόν = Βολι,ώτης (Ιδ. σελ. 18).
Οούρ£λας(ό) =γούργουλας -
γούργουρας = γαργαρεών. «Οουρ-
£λιοΰμι» κυλίομαι. «Οθυρλώνου-
μι» μόν κλείεται κατά την κατά-
ποσίν τινος ό «^ούρ^λας». Καΐ
έπειδη είς τοιαύτην περίστασιν
διανοίγσνται οί όφθαλμοι τοϋ πά¬
σχοντος, «£ουρλώνοι/ τα μάτ,χια»
*}ηί, διανοίγω τοϊ;ς οφθαλμούς
μου.
Οουρλίτσα (Λ) = πάθησις
τοϋ «βθύρ^λα».
Οουτζου ο έ λλα (Λ) — με-
γάλη «^ουτζιούπα» = χονδρόν τε¬
μάχιον καψοξύλου.
Οριμό^ —βρέμουρας ==
κρημνός. Οριμώ = κρημνίζω.
Ο ρ ι ά έ λ λ· (τό) = άγέλη (Ιδίως
χοίρων).
Ορουτζανίζου= τζου^ρα-
νίζου, «γραπατσώνου», ίίπτομαι
δια των όνΐ/χων.
Δά=:θά· ·δά ποαίνου» =— θώ,
πηγαίνω. Λέγετσι δμως καί θ ά,
έν Κοζάνφ δέ προφέρετ&ι τό θό
τα.
Δακώνον—:δάκνω, δάκον-
ϋα — έδακον (Καταφ. καί Σιατ.
δαγκώνοχι — δάγκουόα). Δάκον-
τ ιά(Λ) δακωτέα — δήξις, δΛγμα.
Δ α μ ά σικ ν ο υ—δ α μ α σ κ ν ό.
Τούτων τό μέν πρώτον σημ. τόν
καρπόν, τό δέ δεύτερον τό δέν-
δρον.Ό άρχικός τονισμός έξάπαν-
τος είναι ότου δευτέρου. Όμοίως
έχουσι καΐ τα : δρόκινα — δρου-
κνά, σκαμνά (ώς πρός την σημ.
έννοώ).
Δένουντ'οίόταυροί. ΊΙ
φράσις οΐττη λέγεται περΐ τής πα-
ραμονής των Θεοφανείων, δτε οί
ίερεχς έμδαπτίοΌ,ντες είς άγγεϊον,
πληρες ύδατος, σταύρον περιέρ-
χονται τος οΐκίας άγιάζοντες.Περ!
τής όρθογραφίας κον τής έτυμο-
λογίας τοϋ δ έ ν ο υ ν τ ι έν ττ"ι
φράσει ταύτη δέν γνωρίζω τι Λ-
κριβές.
Δ έ σ, (Λ) = δεθις, φράκτης ρύ-
ακος ή χβιμάρρου.
Δεΐΐτιρ ου ς-ρι-ρου = δβύτε-
ρος· «δεΐ/τιρου να μην τού κάμπς·
= ·&λλ' φουρα να μην τού Λάμπς^.
Διφτιρώνου καϊ δ ι φ τ χ ρ ί-
ζου σημαίνουσιν αμφότερα πράτ-
τω τι έκ δευτέρου, άλλά τό μέν
πρώτον είναι λέξις γενική, τό δέ
δεύτερον σημαίνει σκάπτω έκ
νέον, έκ δευτέρου την Αμπελον.
Δ;'α6αίνου — δ^'άφκο —
διαδαίνω, έδιάδηκα.Έν Βελδεντώ
ταυτα Οημαίνουσι νικώ τίνα εΚ
τόν δρόμον η είς τό πηδημα, Ιι
είς οίονδήποτε άγώνα εΐτβ ο"ωμα-
τικόν είτε πνευματικόν. Έν ταίς
πέριξ κώματς σημαίνουοΊ θ ε ρ α-
π ε ύ ο μ α ι, έφ' Λς ϋημαο'ίας λέ¬
γεται έν Βελδεντώ π ι ρ ν ώ (πε-
ρώ). Ή όημαόία διαδαίνω, διέρ-
χομαι σφζεται έν ΛΰμαοΊ :
«Βασιλιχός (ΐΊ μύρισιν. Τηρατι κχΐό{
[δ^«6«ίν«ι»,
«χοίτου 'ς τοίις χάμποας ]ϊΓροι δ^α6αίνουν»,
«οδ Μιχμέτ άγϊς
ΚΑΙ ΤΙΙΝ ΠΕΡΙΧϋΡΙΙΝ ΑΥΤΟΥ
Λ^αδάζου — δ )'α 6 α στ τι ς
= άναγινώόκω, άναγνώστης. Τό
δ^' α 6 ά ζ ο υ είναι καΐ τεχνικίι
των γεωργών λέξις, δι* Λς σημαί-
νουόι τό: άροτριώ δευτέραν φοράν
τόν αγρόν.
Δ/ α 6 α σ"·κ ν α (Λ) — ξύλον, ώς
πέδη η απλώς ώς όργανον, δι* ού
συνέχομεν, κρατοϋμέν τι.
Διάδρουμους (έν Σιατ.) =
διάδρομος, Οΐτρτης. Τουτο λέγε-
ται έν Βελδεντω σύρτς η σίδηρου,
εί καΐ τό σίδηρον αΐιτό συμ-
βαίνει πλειστάκις να είναι ξύ¬
λινον.
Δ^" α ν ός, «ιΐτ,κη ! δ/ α ν ός !» —:
ψυχή, κανένας (δέν είναι, δέν
ίάτο).
Λ^'ανώνουμι — ξαναδ;'ανώ-
νουμι — έπανέρχομαι είς τάς αΐ-
σθήσεις μου (διανοθώ = διανοηθώ
— δ3ανώνομαι, όπως ι άνακατωθώ
— άνακατώνομαι).
Δ; ά ο υ λ ο υ ς (ό) = διάδολος
Δ) ά ο υ μ α (τό) = άρπαγή,
διακόμισις. Πρβλ. τό αλλαχού λε¬
γόμενον έδι,'αγοΐιμιόα —διεκόμισα.
Λ;άργυρους(ό) = ϋδράρ-
γυρος.
Δ ^ ά, θ'τ λ ο υ (τό; = διάστνλον,
άλλως παραΰτάτς = παρα-
στάτης.
Δ^άτανους (ό) —διάβολος,
σ"ατανας (δ^'άουλουςΧσατανδς =
δ)άτανονς).
Λ) ό τ. κ ούς, τριότ.κονς...
— διεττις, τριετΛς.
Λίμοιρου |τό) = δίμοιρον
της σπιθαμης — τα 2]3 τής πιθα-
μης (π θ α μ ή|, ήτοι τό δυνατόν
δνοιγμα μεταξύ τοϋ άντίχειρος
κα τού λιχανοϋ.
Λίπλα = »'ςτό πλάγι·· δι-
πλός—τρίβιπλους-διπλοϋς, τρι-
πλοθς· διπλώνου, ξιδιπλώνου =
83
συμπτΐισ'σ'ω,
Δ ι π λ Α ρ, (τό) = διπλάρι, λε-
ητίι δοκός. 1) ι ν & ρι δέ (ΐΜηαπιιιη)
είναί τι ακόμη λεπτότερον.
Διρμάτ, (τό) = άο~κός Ιδερμά-
τιον)· η δορά λέγεται τουμαρ«.
Διρμόν! (τό) — δ ι ρμο υ ν ί-
ζου. δβρμόνιον (μέγα κόσκινον
χρήσιμον διά την εκκαθάρισιν τοϋ
σίτου από τ6 «παλαγανΐδ^α»), διρ-
μουνΐζου — ύποδάλλω τόν έκ τοϋ
«λιχνίσματος» προερχόμενον σΐ-
τον είς νέον καθορισμόν διά τοϋ
δερμονιοϋ.
Δ ό γ α ίη) = τω αλλαχού δ ο ι-
γ α Τι ιΐούγα (έκ τοϋ άο^Ά, ώς
εΐκάζει ό κ. Σ. Κονμανούδης έν
τώ λατινοελληνικφ λεξικω έν λέξ.
(α) δ ό χ, (τό) —: μέρος, δνθα
προόδέχομαι, καρτερώ, παραμθ-
νεύω.
Δουδουκάρα (ή) = δωδε-
κάρα= δωδεκάς, άλλως άουζίνα
(ξενικόν).
Δουδουμάρκους= διδυμό.·
ρτκος = δίδυμος.
Δουκα,ν. (η) = τυκάνη, έρ-
γαλεϊον τοϋ αλωνισμοϋ.
Δ ο υ ξ ά ρ, (τό) = τοξάρι(ον)·
δ ό ξ α (η) δέ — τό οϋράνιον τόξον·
Δ ο υ ρ ώ κα φ τ ο υ ρ ώ (άϋΓέΓβ)
= §αστώ, διαρκώ.
Δ ρ α σ, κ λ ι ά (η) = διασκελιά,
ρήμα. Τό δνομα φέρβται καί ούδε-
τέοως: «6να δραΰικίλ,., 6/6 δρασ,-
κίλια» εν §ημα, δΐΐο βηματα.
δρασ"'σ"κλώ — διαθκελΐζω (διασκε-
λίζω — διαίκελώ — διασκελιά).
Δ ρ α Φ π έ τ. — δραΰτικόν, ξ,νό
δρα(5ιπέτι='ξυνό, δραστικόν. Άλ-
λαχοϋ πράστικον (πρδλ. "Αθήνας
Α 501).
Δρόκινου |τό) (Σιατ. δουρό-
= δονρόκινον, άΓ3θίηϋπα)=
84
ΜΕΛΚΤΗ ΙΙΕΙΊ ΤΟΥ
όοδάκινον.
Δρου-^καλιά (Λ) = δενδρο-
γαλβιά (αλλαχού), εΐδος δφεως.
Δ ρουμΛ (τό) = δρομί(ον) (δραγ-
μίον) = δράγμα.
Δρουίικιά (ή) =γ δροσια —
δρόσος.
Δυνασ, τεύου (δυναΰτεύω)
= έφαρμόζω πολλην δύναμιν «δυ-
ν(ΐ(}ιτεύοιι τού },κνΙ· τείνω, τεν-
τώνω μέ πολλην δυναμιν τό
σχοινί.
Δ. χ ά λ, (τό) — δι^άλτον. "Εν
τούτω καΐ τοίς : μ ά κ ο υ ς (=
μάκως - μάκων - μήκων], μ α ρ-
κιοϋμι ( = μαρουκειοϋμι —μηρυ-
κώμαι)ζιάλι (ή) ( = ξεάλη-ξυ-
ηλη) ίχομβν α άντι η, όπερ ο έ-
κληρονομήθη ημίν δια τής Κ ο ι-
νής κατά τόν καθηγητήν κ. Γ.
Χατζιδάκις (έν "Αθήνας Β. 158).
(Ιαγγι,άζου—^ ταγγιάζω.
άάψ (τό) = παλαιά, ηρβιπω-
μένη οΐκία.
άίη - τίηουτας = απολύ¬
τως τίποτε καΐ 4Κη = δχχ.
άιρλυκώνου = δρολυκώνω.
(ΙραγΛτς (δ) = δρακάτης,
αγροφύλαξ Λ άμπελοφΐίλαξ, έν
Σύμη γλβπιός (πρδλ. Σύμην
Γρηγοροπούλου σελ. 86), εν Θήρα
βλεπάρις (Πεταλ£ ΙόΊωτΛκόν
σελ. 40).
ϋίζ§α καΐ άιζ, 8»ρι6 (η) =
φορεΐον ξύλινον, ί/πό δύο φερό
μενον.
ά ο ϋ ρ ο υ ς (άΊιπιβ) — σκληρός,
ευθυτενής, βκομπτος, Λφοβος.
(1 ρ αγ α τ ζ ί κ α (η) η β ο ι» ρ-
^ α (§ουργης - βούρ^ος, ^ουρ^α 😉 =
άσκίον, έν φ φέρουσιν οί ποιμένες
καϊ πιθανώς καΐ οί (Ιραγαταϊοι
ΙΛΙ11ΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΙ'
άλλοτε (ιΐραγατζίκα) την τροφήν
των.
αραχήλας (ό)= τραχηλας-
τ ρ α χ λι α (Λ)-τραχηλΐΓί.
Αρίστα η δρισ·τέλλαίδ.
ϋατάνι.
"Ε γ β ι ρ μ α (τό) = κλίσις, κα¬
τωφέρεια (έκ τοϋ άορ. ϊγειρα
τοϋ γ 6 ρ ν ο υ — κλίνω, ραΐζω).
"Εγκλημα (τό) Ή λέξις διβ-
σώθη επ» της σημασας ίωματικής
παθησεως· ·άποΰ τι αύτό τού ίγ-
κλημα πέθανιν» έξ αυτής τής
άσθκνείας απέθανεν, -άπόμνιν
δγκλημα» Λ θεραπεΐα δέν συνε¬
τελέσθη εισέτι καΐ μένει υπόλοι¬
πον τής ασθενείας.
"Ελα - λόρια καΐ α λ ό ρ ι α
= όλόγυρα. Τό ά λ ό ρ χ α είναι
πραγματικώς τθ όλόγυρα, δπερ έκ
τής κατα σύνταξιν έκφοράς τού
απώλεσε τό άρκτικόν ο και έλα¬
βεν α άντ1 αυτού. Τα λοιπά είναι
όμαλά, η μετατροπη τοϋ -ρα είς
-ρια μόνον είναι αξιοο"ημείωτος.
Τό δέ «έλα λόρια» προέρχεται έκ
τής φράσ'βως : έλα όλόγυρα. Παρά
ταυτα λέγβται καΐ τρουύρον καΐ
τρόϋρα (τρογίρω = τριγύρω).
"Εμθυρφους - — εθμορφος.
• Λινιώ μου έμουρφη».
"Ε ν α κ' 6 ν α = άμέσως, πά-
ραυτα; έν Ιίερροία «κ' 8να κ'ϊνα-,
Αλλως «χέρ. χέρ·», «μ χέρ^ο»,
«μάνι μάνι.1 (τηΒηυβ).
"Ε ν ιργ α = 6ναργα = (1ργά.
"Εννοια (η) = προσ"οχη- «τό
'χον 6ννοτα.> τό προσέχω, τό
φυλάττω. (Καταφ. έγννοια- πρδλ.
τό έν Βελββντφ γνέθου = νήθω,
αλλά νήμα, έν δέ Νάξω νέγμα =
γνέμα).
ΚΑΙ ΤϋΝ ΠΙ'.ΗΙΧϋΙΊΙΡ" ΑΥΤΟΥ
85
"Εργατα(τιί) Ιδ άέργατους.
"Ε ρ ρ ι ζ α Ιέν Παλιγρ.ι — άπη
"Κχον = ί.χω. ΙΙλίιν τής σ·υ-
νηθεστάτης σημασίας ίχει τό 6-
X
ο υ έν τω παιγνιβίφ των καρυ
διών (τού %οΐ£θνόάκ') καΐ τισΛν
Αλλοις την σημασίαν τοϋ ϋπερ-
βαΐνω, προπκρνώ, πηγαίνω μα-
κρΐιτερα Λλλου τινός (πρβλ. και
φ έρ ν ου).
Ζ α 6 ό ς —: παραδλώψ, ζα6]α (Λ)
= ζα6ουλιά (έν Αθήναις).
Ζάκατα ι τα) = παραγβμΐσ-
ματ α.
Ζαλίκ· (τό) — δράγμα, δεμάτιον
μικρόν.
Ζ ά ν τ ζ ο υ ς (ό) ίδ. δζαλονς.
Ζ α ρ κ ά δ, (τό) — δορκάς (δορ-
κάδι-ζορκάδι- ζαρκάδι).
Ζαρκλιάζου — .κλλουτι»,-
^1ζον·άπότό πολΰ κλώ3ιμον (επί
νημάτων καΐ όχοινίων, ζαροκοι-
λιάζω).
Ζαχαράτου (τό) = ζαχαρά-
το(ν|.
Ζ·6ός-Λ-ό = έσβεσμένος.
ΖΙ)όρους(ό) — ζ6ουρίζον; = ό-
μιλία, όμιλώ. Έν Καρπ. ζί)θνρ-
ζου σημ. όμχλώ δνειι σπουδα»*"
τητος, άστεχεύομαχ.
Ζ έ ν ο υ = όζένω =. δζω οβρου-
μδετ ζέν·» δζει φρικωδώς.
/ ε ύ ο υ - 6ζχι|τα — ζεύγω, ζεύ-
γνυμι."Ομοίως καέν Α1γίντ> πρβλ.
ΑΙϋβΓΐ ΐΐΐϋΐηΐ) έν "Αθήνας Γ. 108,
κσΛ αλλαχού.
Ζβούλουμα (τό) = μέρος φυ¬
σικώς ώχυρωμένον κατά τΛς πνοής
ανεμού.
φο υς— ζωγραφίζω, ζωγράφος.
Ζ 8ουριό — ρ]άζου —:σκωρ(α,
ΰκωριάζω.
Ζ ρ ρ ο υ 6 ά λ (τό) — βώλθν,Αλ-
λωςσδώλ· (ο"6ώλι(ον| - βώλι(ον).
Ζητλιάρς (ό) — ζήτουλας,
έπαίτης.
Ζ ι α Ι) ν ι ά κ, (τό) — τό ποασι-
νωπόν στρώμα τό σχη-ματιζόμενον
έπ^ τΛ^ επιφανείας λιμνάζοντος
ύδατος
Ζιό,ρ. (Λ) έν Σιατ. (ζέω) —
ανθρακιά, φωγυλίς, έν ΒελοΈντψ
φουγόλ. ιΛ), έν δέ ταίς περΐ τό
Βελβεντό κώμαις χονβόΧ' Ίι χό-
6ουλ,.
Ζιαρίζυυ = ο,μυδρώς §λέηω.
Ζιβγίτςιό) — ζενγίτης, ζιθ-
α) = ζε·υγηλατεΐα.
Ζίγρα (Λ) = βάττος πορά-
γ κοΛ μοϋρα (διύγρα; ).
Ζιμπλάρι (τό) = σμιλάρι(ον)
(ϋμιλάρι — ζ,μπλάρι — ζιμπλάρι»
αν δέν είναι ξενικόν).
Ζ λ ά η. (τό, —Θηρίον.
ί'λίγου-ζοΐίλιξα — ζουλί-
γω, συνΒλίδω, συμπιέζω.
Ζ'μάρ' (τό, — ζνμάρι(ον(.
Ζιοΐιιΐαβους— καχεκτικός.
Ζ ο ύ ζ ο ν λ ο ν (τό) = ζωί'φιον.
Ζονκράνα (η)—μέγας κτείς
Μικρός τοιούτος λέγεται χτέν
(κτένι;ον).
Ζ οίκοιΐς (ό)= οΐ·ρά χοίρον.
Ζ ο υρ^ ό (τδ)— ό ύπόνομος τού
νδρομύλου.
Ζ ι (τό) — ζύγι(ον) (ζύγι - ζΐΐι -
ζύ, πρβλ. Κοταφύι - καταφΐι).
Ζώντσσα (Λ) (ζώνισσα) = Λ
ζώνη, τό ζοννάρι των χορασίων»
Αλλως ζνάρ· ,ζουνάρι).
"Η δ υ ΰ μ α - ατα = πριΐγματα,
(6νευ τΛς Ιδιαιτέρας όη·
86
ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓλίΙΣΣΙΚΟΪ ΙΔΙϋΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΥ
μασίας τού κειμηλίου).
"Ησ.κιους (ό)=σκια (κο,τα
τό ηλιος)· ησκιάδα = σ"κιάθιον.
Θαμαίνουμι (θαυμαίνω) —
θαυμάζω· «θαμαίνουμι τού κραό
νιρό» (αόρ. έχομεν Οάμαξυ).
Θαραπβύουμι-αύ κα (θε-
ραπεύομαι). Ή σημερινη 3ημα-
ΰία της λέξεως ταύτης άφίσταται
πολύ της αρχαίας· η λέξις είναι
πάντοτε έν μΒταφορικζί σ'ημαα'ία,
η δέ κυριολβκτικίι κατελήφθη υπό
αλλων λέξεων (/ηρνώ, πέραόα, έ-
για'να, δ]α6αίνω, έδ^6α καΐ δ3ά.φ
κα έν ταίς κώμαις) : «θαραπεύουμι
φαβϊ» άπολαύω καλοΰ φαγητοϋ,
«μΐ θαράπαι(;ις'» μ' έδιόρθωΰες, μ'
έσυγύρισες (εΐρωνικώς).
Θ α ρ ρ ω = νομίζω. υποθέτω—
Θάρραμ = ίσως· (έν Παλιγρ. θάρ-
ρουΙ· θάρρους (ό) = τό θάρρος.
θ έ λ ο υ = θέλω καί θ έ λ ο υ —:
όφείλω (όφείλω, έν β&ηάΐιί κατό¬
πιν φωνήεντος Ισχυρότερον έγινε
φεΐ λ ο υ, ούτινος παρατ. κανο¬
νικώς είναι 6 φ ε ι λ α πρ6λ. ό μ ά-
ζω αόρ. ίμασα, άράζω — ίραξα.
Είτα κατά τα Λφιρα - φέρου, Λθί-
λα-θέλου κ.τ.τ ελέχθη καΐ έ-
φειλα - φέλον η έναλλαγή των
θ καΐ φ δέν μάς φαίνεται παρά-
δοξος).
Θημέριους (ό) = έφημέριος.
Θι ός (ό) — Θεός. Θηλ. νοεϊται
τό Θιοϋσσ'α Κατα την 0ρον-
την παίζοντες λέγοιΐσινδτι-κρούει
η Θιός α· ΙίάΙίθυ. ϊι «τ· θιοϋσσα·.
θ ιρ μ α σ· κια (ή)= θέρμη, πυ-
ρετός, (θερμαΰιά).
Θιρμός (ό) — θερμόν ύδωρ
πρός πλύσιν η ζύμωσιν «ζιστό,
θιρμός'» (είναι) ζβστό(ν) "ύά(ν)
θερμός, πάρα πολϋ ζεστό.
Θ κ ι ό ς θκιά = θεϊος, θεία.
θκΐς.ή- ό"= (Ι)δικός δική-ό.
ίδ. σελ. 23 κα Π).
Θράψους (ό) = ίι-Βχίηυβ.
Θ ρ έ γ ο υ = θραύομαι.
θρήη, κους= θρηόκος αύστη-
ρός.
© ν μ ν ι ά μ α (Λ) = τό θυμίαμα.
Θυμνιατός (ό)= Ρυμιατόν,
θυμιατήριον, θυμνιατίζου =
θυμιάζο) (θυμνιατός - θυμνιατί-
ζου).
Ι
Ί 6 γ ι λ ι (τό) — τετράχορδον
(νϊοΐϊηο)· «τα ^ν^ά.» = ·τΛ λαλού-
μινα» τα δργανα τα μουσικά.
ού"Ιδιους = ό ϊδιος, ό αύτός.
"Ην τιθι των πέριξ κωμών λέγε-
ταχ ί δι γ ο υ ς μέ ανάπτυξιν γ
μεταξϋ τοϋ άνοικτοϋ φθόγγου ι
καΐ τοϋ κλειθτοϋ υν.
Ί δ ) ά ζ ο ν - 13|άοτρ}.α = προπα-
ραθκευάζω το νημα, ίνα τό θέσω
εις τόν «άργαλει,ό», φέρων αύτό
απδ τα «καλάμνια» είς την
«Ι δ,) ά ό, τ ρ ι α», ένθα γίνεται η
βυνένωσις (διάζομαι).
"Ινουροι; (τό) = όνειρον
I-
νουρ3άζουμι — όνειρεύομαι.
Ί π έ ρ Ο·, — έπέρυσα (πέρυΛ).
(Ιπρό πρυΰ· — προπέρυσι, α ν-
τιπρόπρυθ'— άντυτροπέρυΰι
(πρό τριών έτών).
"Ιπουρου (τό) (όπωρον) =
όπωρικόν.
Ίπταχιά(ς) — άπό ταχιά ='■
άπό πρωΐας.
Ίρα(Λ) —αϊρα (ζιζάνιον), έν
Ιιατίστη ααίρας (ό) (αΐρα-άαΐρα
■ ααίραςι.
"Ι ρ χ ώ ν τ α ς μετοχ. τΰπος κατά
τό πιρνώντας κ.τ.τ. Ιδ. σελ. Μ.
ΚΑ1 ΤίϊΝ Ι1ΕΗΧ1ΧΙΊΪΝ ΑΪΤΟΓ
87
(έχθβς). Ιπρουχ-
τέ(ς) = έπροχθές (προχθές|, άντι-
προυχτέ(ς) ίι Ιχτέ μΐ (τ)ν αλλ,
= τετάρτην ταύτην ημέραν. "Ο¬
μοίως ταχιά μϊ(τ)ν αλλ, = αύριον
μέ την άλλην (ημέραν) — μεθαύ¬
ριον.
Ίτ|τές (= όψέ) = την παρελθού¬
σαν εσπέραν Ιπρουψές,άντιπρου-
ψές· άπόψι (-ταύτην την εσπέ¬
ραν).
Ίψε'ς είδ« 'ς χούν ΰπνοιι μοί
ς τουν ΰπνου ποΰ χοιμοΰμουν,
«ιδα δ.) άλάΐχια 'π! 'βουσχαν
σί μν]ά ψηλή χ«ψάλ«...»
ί. ά'σμ.)
Κάδ ανονς (κάβος, ό),
νον άγγεΐον.
Κάγγιλου (τό) — κιγκλίς·
καγγέλια (τα) — όφτοειδης όδός.
Κάδ.(η) = κάδος(ό),καδΙ (τό),
χαδίΐον).
Κ α θ ώ ρ. (τό) = 6ύελλα, κακο-
καιρία.
Καθώτιρους κα κατώτι-
ρ ο υ ς = κατώτερος.
Κακήν τ, κάκ=.κακήν τοϋ
νάκου» κακήν τοϋ κακοϋ, κακήν
κακώς, μάτην.
Κ α κΐζ ου —κακιώνω, πειϋμώ-
νω (κακίζω), μανίζου (έμάνην
- ησα - μανίζω) έν θεσΰαλονίκη.
Έν άσμασι φέρεται κα κακιώνου.
«Μάταμαυ, τί μ'ι χάχιουσις ;...»
(άπο'βπ. αομ.)
Κ α κ κ ά 6, ( τό ) χ α Ι ο α-
κ ρ ά τ β, (τό) —: κακκά6(ον) Κακ-
κάδ, λέγεταν εν ταίς περί τό
Βελδεντό κώματς, ϋακράτσ' δέ
έν Βελβεντφ.
Κ α κ κ ά δ, (τό) — έο·τερθ3τοιη-
μένη ρλέννα της ρινός (κοκκάδι).
Κ α κ ό ς Ιδ. άχαμνός.
Κ αλαμπουχέχρ. (τό)=κα-
λαμπουκοκέχρι.
Κ α λ α π ό δ. (τό) = καλόπους,
τό καλούπ» των ύποδηματοποιών.
Καλούπ. προσέτι λέγεται καΐ ό
έστερεοποιημένος (Ιάπων, ό δ' ύ-
δαρής μόνον σαπονν (σαπούνι-
σαπώνιον).
Τούκαλαρκότού ΐ)γάδ,
— τό καλογερικό τό πηγάδι.
Κάλισσου (τό), όνομασία
ποοδάτου.Αναλόγως της ηλικίας,
τοϋ χρώματος, τοϋ γένους κλπ.
έχουσι τα πρό6ατα τάκόλουθα ό-
νόματα : ραρβατου (τό) (Λκλω-
ϋτον), κουπανάρ' (τό), μουνούχ,
(τό) (βύνουχισμένον^ούτσιάδ, (τό)
(εϊτνουχχσμένον χρηοΊμεϋον καΐ
ώςόδηγός), προυδατϊνα (Λ) (θηλ.),
άρνί (μέχρι τοϋ άπό τής μητρός
τού χωρισμοϋ), ζιγούρ· (τό) (έκ¬
τοτε μέχρι έτον,'ς), ξιχμάδ' (τό)
(ξεχειμάδι), μπλιόρ· (τό) (άφ'δτον
τό πρώτον έρχεται είς συνουόΊαν),
μπλιόρα (Λ) ίι προυτάρα (Λ) (θηλ.
κατα τόν πρώτον τοκετόν),σ· τ ρ ι-
φάδαήθ'τρίφα (κατά τόν δεύ¬
τερον) καί είτα «άπούτρία, απού
τέσσιρ' αρνιά κλπ., λάιου (τό)
(χρώματος μαύρου), Ιιέλλου (τό),
ϋέλλο (Λ), Ιηλλίτσου (ή) (κάτα-
σπρον), κάλτσσου (τό) καλέύσα (ή)
ου (η), λευκόν μέ μελαινας ιιικράς
λωρϊδας είς τό πρόσωπον (δύο,
εκ των έσωτερικών κανθών των
όφθαλμών πρός τάς παρειας ναΐ
κατα μήκος των ποδών), καρα-
£ΐούσικου (τό) (λευκόν μέ μέλαι-
ναν στβφάνιιν περΐ τους οφθαλ¬
μούς κα μέλανας πόδας), κότΰια-
νου (κόκκιανου) (λευκόν μέ ξαν-
ΜΚΑΕΤΗ ΠΡ.ΙΜ ΤΟΓ ΓΛΙϋϊΙΚΟν ΙΛΙ11ΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΚΝΤΟΥ
θόν πρόσωπον χαΐ πόδας), ρον-
£θύσ·κου (τό) ^θηλΐ'κόν μέ κέρα-
τα), πουδαρούσ,κου ιτό) ^μαύρον
μέ παρδαλοϋς πόδας), 1>άλλιου
(τό) (μαύρον μέ λευκόν πρόσοι-
πον), ρούόον |τό) (πρήΛατον μέ
κοντόν καΐ ωραίον βριον), τσαγ-
γάδα (Λ) (είτε αΐξ είτε προδατϊνα
τβκοϋσα καΐ στερηθεϊϋα τοϋ τέ-
κνου ού πολύ μετό, τόν τοκετόν).
Κ ά μ α ιτό) — καϋμα· καμός —
καημός.
Κ α μ α ρ ο ύ ι |τό)— μικρά κα¬
μάρα (ράφι τοϋ δωματίου)
Καμΐδ, ι,τό) — κτμΙΗ'ΐν
νκαίω).
Κ ά μ ν η υ, ρ α ϊ ν ο υ — κάμνω
τό 6να, ίό Αλλο, κατορθώνω πολ-
λά, δχαπράττω πολλά Ιώς επί τό
πολύ κακαί. Τό ραίνου φέρεται
Λμεταβάτως έν τώ .ιέρρανιν 'ςτοΰ
πουδάριΐ) έληωΰεν δρθιος.
Κ ά μ π ^ α (Λ) — κάμπη.
Καμπλίτσα=: καμπυλίτσα
(Λ καμηλίτΰα ;), είδος πατγνιδίου.
Κ ά ν α (Λ) = Ιστος άράχνης.
Κ α ν α 6 έττα (ή) ζζ. ϋκεϋος ξύ-
λχνον, έν ω τίθενται δύο φιάλαι
οίνου πεμπομένου ώς δώρου είς
Αλλην οΐκίαν |Σιατ.)
Κ ά ν ο ν ν α ς (ό) ^ καν ι>ν, ή
ί/πό τοΰ πνευμοτικοϋ (πλιματι-
κός) έπιβαλλομένη (ώς Ιλαθττι-
ριον) ποινή.
ΚαντΙζου (καντίζω) —: χα-
ταπείθω, μεταπείθω, έξευμενΐζο).
"Αν νομτσθτ^ παραγωγόν τοΰ κ ό. ν-
τιον (σάκχαρον), έχει άρχκΛν
σημασίαν γλνκαίνω, δθεν ευκό¬
λως προέρχονται αί μνημονευθβΐ-
σαι σημεριναί ο'ημαΊίαχ.
Καπλαμδς (ό)—ίνδυμα των
κοραοΊων (τουρκ. λεξ.).
Κ α π ο υ λ, (τό) —30»ρϋ1&· παρά
τόν πληθ. τα καπουλια λίγεται
καί τς καπλ^οΐις έν τι?1 φρο.-
σει «να σϊ δώσΌυ καμνια'ς τςκα-
πλιοϋς» είς τα όπίσθια. "Ομοιον
είναι τό «τς ούμπρός», έν φ λί-
γεται «τα μπρουΛτά, τα πίσον,
τα δώθι, τα κιϊθι».
Κ ά ρ α ίη), ό, γ Ι α κ ά ρ α=κρα-
νίον άγίου· καράπα — χονδροει
δης κεφαλή- καράπας η κιφάλας
= χονδροκέφαλος.
Καραδουκύλτς (ό) = καρα-
δοκύρις.
Κίιμαοουλάχανου|το) —
κραμδολάχανον —: κραμβη.
Κ α ρ α κ ά ξ α-κ αρακακρού-
να — καρακαξοκουρούνα (—κορώ-
νη)· έν ϊΐιατίστη κουρούνα = κο¬
ρώνα, δηερ απευθύνεται καΐ ώς
ΰβρις πρός λάλον και αυθάδη γυ-
ναΐκα.
Κ α ρ α ού λ' (τό) — σκοπιά,σκυ-
πός.
Κ ά ρ 6 ν α καΐ κ ά ρ ν α = κ&ρ-
6ουνα.
Κ α ρ δ 4 ρ, (τό) — καρδάρχ, άγ·
γεϊον ποιμενικόν (ο»1ο)ειΐ·ίυιιι).
Καρπουλόι- καρπολόγιον.
ριμένω).
Κασιούλα(η) = αηΙδι(ον;.
Κασταλαη ιη) = κατασταλα-
γή. Ίνα καταστή τό ύδωρ καθα-
ριστικώτερον, θέτουσιν είς αΰτό
ΰτακτην (τέφραν) καί άφΙνονοΊ να
κατασταλάξη, είτα δέ μιτανν
ζουιΐ» μετ1 έπιμελυίας τό ύδωρ"
χωρις νά εξέλθη καν η ύποστάθμη.
Τό τοιούτον ύδωρ όνομαζεται κ α-
Ο τ α λ α η.
Κασ'·τές(ό) (έν Σιατ.) = ά-
στβϊσμός.
ΚαταλαχοΟ= καταλαχών,
κατό τύχην.
Καταπχιά (Λ) —κατάποΟΚ·
Κ ατα πίδ ('τό) = μ·ιχρός οί-
και'ΊίινΙ/ιτεριχιιριιν αυτού
89
δηροϋς μάνδαλος της θύρας.
Καταπ α τ ώ —; καραδοκώ,και-
ροφυλακώ. Επί τής ϋημαοΐίας
τού καταπατώ λέγεται τΰαλα-
πα τώ.
Κ α τ α π ρ υ ο λα = καταπρό-
πρόβηλα, είς «προυσ"·λ,},ά· (προ-
όηλιά)· Ιδ. τορουζιάλα - λνώ.
Καταόάρκ' (τό) :=κατασάρ-
κν(ον), άνδρικόν μάλλινον ένδυ-
μα, όπερ δμως τό γε νυν δέν
φορεΐται κ α τ ά ό α ρ κ α. Τό ανά¬
λογον μάλλινον ίνδυμα των πεν¬
θουσών ίι προδεδηκιηών την ηλι¬
κίαν γυναικών είναι Λ σ ι % ο ύ -
ν α.
Κατά-τ-Ιμένα, κατά-τ
- Ι σ έ ν α, νατά-τι-αύτόν=:
κατ' εμέ, κατά 3έ . . . (αναλόγως
πρός τό μιτ' Ιμένα . . . )· «κατά
τοϋγ κτρό κ τού χουρό» (παροι-
ΚατάιΐΓ'χους (δ) ==
χος, «άρχάδα», δροσχά.
Κατά ώρας — τόγβ νυν.
Κατέφλιου (τό) — κατώφλιον
πρβλ. τσέφλιου — τσώφλοιο(ν) =
έξώφλοιον.
Κ α τ Λ ν α (Λ) (03ΐβηα) = κλει-
δαριά (συνΛθως μέ ίΐλυΰιν).
Κ α τ· ν ά ρ ς (ό) =:έμηεπιθτευ-
μένος την φίΐλαξιν των φορτηγών,
έφ' ών έχουΟΊ τάς αποσκευάς
των οί. ά.λιεύοντβς.
Κάτιργου (τό) = κΛτεργον.
Κατ,χοίνου - κατίχινα =
«άχαμναίνου» (Σιατ.) — χάνω την
εΐιρωστίαν μου· κ α τ· χ ι ό (τό) =
Λ αδυναμία.
Κατουσάγανου (τό) = τό
κατωσάγωνον (- σνάγωνον), Λ κάτω
σταγών.
Κ α τ ρ ά ν, (η)= τό κατράμιον,
«κατράν. κ Ιιουιά Ι» έν Σιατ. έπι-
φωνηματικη ϊκφραοΊς.
Κατθιούλ, (τό) — κεφαλόδε-
Λμος γυναικεϊος, κυρίως εχλημα,
περί τό οποίον δένεταχ τό «^χ-
6ιζί·.
Καΐ/καλου (τό) =καύκαλον,
κρανίονκαυκαλιά—ράπισμα· καυ-
καλέτό! (ί/ποκορ. τοϋ καύκαλου).
Κ α υ κ (τό) = καυκί(ον).
Καψάλα (Λ) — μέρος γυμνόν
δένδρων δνεκα πυρκαϊας· μτφρ.
δέ και|ίάλα = δραπέτευσις κα κα-
•ψαλώνου = δραπβτεΐιω.
Κ αψίμνι,α (τα) (καψίμια) =
καυσόξυλα.
Κάψου! ού καψονίώρξ —: ό
καημένος ό Γιώργις. Είναι συνώ-
νυμον τοϋ δόλιους (Βελδ.), αχα-
ρους ή απουρας (Σιατ.)· καψον-
τρώ (ύποκ.)= τρώγω ό δνθτυχης.
Κ & Ψ ο υ ς (ό) — κάι(Γα, δοχείον.
Κ ε ϊ θ ι (εκείθεν),'πιδώθι (—απ'
έδώθεν), πικεϊθι (= άπ" εκείθεν).
Κείτουμι — κεϊμαι (πρβλ.
ΑΙϋβΓΐ ΤΐιυτηΙ) έν Αθήνας Γ. 102).
Κ θ α ρ, (τό) =κριθαριο(ν)· κθα ■
ράκ' (τό)=έξάνθημα των βλβφαρων
ομοιον πρός κόκκον κριθίϊς.
Κ1 = καί. Τουτο λέγεται καΐ
κια (κιΛ τάδ;'ό),δϊΐερ έρμηνεύεται
έκ τού ; κν αύτά τα δ/ό Λ τ.τ.
Κ π ρ Ι (τό) = κωδούνχ.
Κιρ κέλλα(η)=κρικέλλα(κρί-
κος).
Κ ι ρ ό ς (ό) καιρός. Παρά την
συνηθεστάτην τοϋ κ α ι ρ ό ς ση¬
μασίαν ύπάρχε» έν τί> φράσε*
«παίρνει οί; παπάς κιρόν- (=παίρ·
νει ό παππας καιρόν = υποκλίνε-
ται πρό τοϋ δεσποτικόν (δισπου-
τ,κό), ίν' αρχίση την λειτουργίαν)
η σημασία αδεία.
Κιρουδραίνου = άδραίνω
δνεκα τοϋ καιροϋ. Όταν κατόπιν
τοϋ σπαρμοΰ βρέξη κα άμέο"ως
κατόπιν έπιφανΐί ό Λλιος, συμ-
• 9*
ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΤ ΓΛΩΣΣΙΚΟΥ ΙΔΙΩΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΪ
δαΐνε» ένίοτε Λ έπιφάνεια τού
σπαρτοϋ να σκληρυνθή ξηραινο-
μένη καΐ νό καταντήση ώς «κου-
ρά» (15. λ*ξ.) τοϋ ψωμιοϋ. Τότε
λέγετατ δτι «τού σπαρτό κιρου-
δραίν».
Κ· τάζουμι-κοίτα σ·—κοι-
τάζομαι, κοίτασις.
Κ ι φ ά λ> (τό) (— τό κεφάλι(ον)
— Λ κεφαλή. Κιφαλάρ, (τό) δέση-
μαΐνει πολλών σκευών τα δύο Α¬
κρα (τού λίκνον, τής κοπάνας
κ.τ.τ.). Κιφαλαρια ( - έα) (Λ) δέ λέ-
γβται Λ δορα της κεφαλής. Κιφά-
λουσ, (η) (κεφάλωσις)—;η μεγάλη
αιόλαξ, την οποίαν κοτασκευάζουν
είς την 4νω Λκραν τού σπαρτοϋ,
Ινα προφυλάξωσιν αύτό 4πό ενδε¬
χομένης διαβάσεως ύδατος. Όταν
παρα τάς προφυλάξεις ταύτας βί-
σέλθη ύδωρ είς τό σπαρτόν, λέ-
γεται δτι τό όπαρτόν πνίγβται
(πνίγιτι), τό σπαρτόν έπνίγηκεν
(ηνίκιν) Λ τ.τ.
Κ λ α δ ι φ τ ή ρ, (τό) — κλαδευ-
τηριον.
Κλαμούρα(η) = κλών.
Κ λ ά ν ο ν (κλώ-άω) (ίκλασα-
κλάνω κατά τό σχήμα βφθασα -
φθάνω) — πέρδομαι.
Κλειδ ουμ άχιρου (τό) =
κλβιδομάχαιρον.
Κλιάματα-κλνώ, κ λ ά ψ—
μθυ-κλάν|;α (κλαίο)).
Κ λ λ 6 ς (κουλλός) = κυλλός.
κλλαίνου — κυλλαίνω.
Κ λ ου Ο (3 ώ - κλουσσαριά
(η)=κλωσσώ, η κλωσσώσα δρνις.
Κλλούτσα (Λ) = τό άγκΐΐ-
λον Ακρον τής ποιμβνικής ράδδου,
κα δλη Λ ράβδος ή πάσα τοιαύτη
φάβδος. κλλούτσα προσέτι λέγεται
κα τό δργανον, δι' ού πλέκουσι.
Κ λ ο υ φ. (τό) = κοίλωμα, ράφι.
Κλώ =κλείω, νδ. σελ. 50.
Κόθρους (ό) — γϋρος τοΰ
κοκκίνου η τοϋ κάιί'θυ Λ τ.τ. Έν
Σχατ. λέγεται κόθουρους καΐ ση-
μαίνει χά τε ανωτέρω καί τόν γϋ-
ρον τής πήττας, όστις λέγεται έν
Βελδεντώ μόνον γϋρους.
Κόμπους, κουμπ^άζου-
μ ι — κόμδος, μοϋ στέκεται κίίτι τι
είς τόν λαιμόν κατά την κατάπο-
ΰιν ώς κόμδος· κουμπουδένου —
δένω κόμδον κουμπουλύτς (ό) (=
ό λΐιων κόμδθυς, κατα λέξιν)=μα-
χαΐριον ομοιον πρός τόν έν "Α¬
θήναις λεγόμενον κολοκοτρώ-
ν ι ν.
Κ ό ντα (η) = φόν φθειρός.
Κόπανους ( ό ) — κόπανον,
κοπανιστήριον. Κουπάνα (η), κου-
παν (τό)—:ξυλίνη λεκάνη. Κ ο υ -
πά ν έ λ λ> (τό)-μικρόν κόπανον.
Κόπτθα (η), κουπτθΗας (ό)
= θηλυκωτηρι.
Κ ό ρ δ α (η) =χορδη (οοΓά»)·
Κόρφους(ό)= κόλπος, ϋτή-
θος, μαστοί.
Κ ό τ ό α λ α (τα) — όόα
άφίνουν τα κτηνη κορεσθέντα.
Κ ού δ α (η) —στΐφθϊ·
Κουκκαλήθρα (Λ)
καλήθρα ) η ραχουκόκκαλ'
Λπονδυλικη στήλη.
Κουκκουδάια (Λ) =
έν Σιατ. χου^ουβιάλα.
Κουκκούδ' (τό) (κοκκού-
διον) — τό πεπηγός αίμα τό «α-
ρατιιρούμενον ίηΚ τής επιφανείας
των έπουλθυμένων άμυχών η ηλη·
γών.
Κούκλα (Λ) = η κούκλα τοϋ
άραδοσίτου. Κουκλέτ5· (τό) = Λ
μικρά κούκλα η τό ξυλώδες
τής κούκλας τό άπομένον
τό 'ξεσπύριόμα (ξισ^ύρσμα)· Έν
Σιατίστη τϊ κούκλα τοϋ αραδοσί-
του λεγβται ρόκα (η)· κουκλώνου
ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΧΩΡΩΝ ΑΥΤΟΤ
91
= περικαλύπτω.
Κουλι (τ6) = κωλΐ(ον), γλου-
τος, Αλλως κουλουμέρ>.
Κουλιάστρα (Λ) = πΰαρ.
Κουλόθρους καΐ κονλόρ-
θους (δ) —.λ,ειχΛν (εΐδος πιτνρώ-
δους Τι τυλώδους έξανθΛματος).
Κουλουμπουρδίτσα (Λ)
= κουλουτοΐιμπα.
Κουλουό·τιαρίδα (Λ ) ΐι
ό'τιαρίδα (Λ) = σεισοπυγϊς (πτη-
νόν).
Κουλουτρινΐτσα (Λ) = ό
κόκκυξ (Λ προέκτασις τής σπον-
δυλικής σνήλης).
Κουνέττου(τδ| = φιαλίδιον.
Κουν τακνός = κοντακια-
νός | (Αλλαχού).
Κ ο ΐΐ π α (Λ) = ποτήριον άοΊ-
μόκουπα —αργυρούν ποτήριον.
«Μ' ίτοιίν την άβΐιμοχουπα ΘΑοκ ν«
[ηέν.' ίξι
«Ι α» δέ (Αΐβύσου, χόρη μοί), χίρνα μ> όβου
[νοκρέζτ].»
(άποβπ. όίσμ.)
ΚουπατσιαρΛ ()
Κ ο υ πέ λ λ."(τό)=νόθον κου-
π έ λ λ α (Λ)— κόρη δεν λέγβται.
Κ ου π ρι 6 (Λ)= κοπριά, ά-
πόπατθς, δλλως χρ εί ο.
Κ ο υ ρ 6 (Λ,) = Λ σκληρά έπι-
φάνε»α τού πλαΰτοθ (15. πλα-
στάρ,), ίν Σιατ. κ ό ρ ο.
Κονρέλλι (τό)=βίδος στα-
φυλής.
Κουρίάζου
ξΐ/λα = κό-
πτω τα ξύλα, ίνα τα φορτώσω.
Κ ο υ ρ ί τ Ο. (τό) — κόρη (μεγβ-
θυν. Λ κουρασιά).
Κουρκάρ" (τό) = κροκάρι, τα
μικρά κρόμμυα τα προερχόμενα
έκ τής «άβραιάς· των κρομμύων.
Κ ο υ ρ μ άς (ό) = εΐδος κβντΛ-
ματος.
Κ ο ν (ρ) σ β υ ο υ (ουΓβυβ βν Σιατ.
— (ίυνδρομτι, κίνηΛς, τοραχΛ) —
τρέχω πάστ> δυνάμβι (4δως ίφπ-
πος).
Κ ο υ σ ι ά (Λ) — πλεξς κόμης.
Κουσ)ια6άρ. (τό) =: κόσ-
(ίυφος.
Κουσιάφι (τό)= κοσνάφι.
Κουΰμοϋρα (Λ) = πολύς κό-
(}μος· Ιδ. σβλ. 6Ϊ.
Κοΐ/σπα (Λ) = πιτυρώδης
τροφΛ των ^οών.
Κοθτλους (ό) = κοτύλη.
κουτλου^όμο^σ' (Λ) —. μέρος τής
στέγης.
Κ ο ϋ τ ρ α (ή) - νουτρΐ (τό) =
κρανίον.
Κουτρουλια (Λ) = άσπρο-
ΰίτχ.
Κ ο υ τ σ ά κι (τό) — τα είς τό
δπτόθεν μέρος τού σάγματος δύο
άγκύλα ξυλα.
Κουτσιύ.ν, (τό) = μικρόν
ότέλεχος.
Κ ο υ τ σ· κ ύ λ α (Λ) = κουλου-
τούμπο.
Κούτθουρον (τό) Λ κούρβ-
(ου)λου (τό) = ό κορμός τής αμ¬
πέλου.
«ξύλου, κούτσουρου, δαυλι κα-
μένου», (παροιμία χαρακτηριστι-
κή πράγματος ίι πρόσωπον ούββ-
μιάς άξίος).
Κ ο υ τ τ ώ. Ιδ. άντικουττώ.
Κούφ κιου ς—:αδ]ους = κβ-
νός.
• η χαριά χάμ' χ'ι χαμκόβα χβύφχΐ··
()ΐ«ροιμί«)
— ·5λ« τα 5άχλ« $1ν ιιν
Κ ό φ α (Λ) — πλόσκα, τβιότρα.
Κ ό χ, (ή) = κόγχη (αΐέκατέρω-
92
θεν
ΜΕΛΕΤΗ ,,Ε,Μ ΤΟΓ
τής .γουνιάς. δύο θέσεις
αΐτινες θεωροΰνται τιμητικαί).
Λ^9νώ ' ί? Κα1 -6Ϊϊ-ν5ει.
αλλα πάντοτβ «μί κράτει, δέ μί
κράτει.. Έκτός τής σημασίας
*χω, §αότώ, έχει ή λέξις έν τή
σ-ημειωθείσ-η φράσει και Ιδιαιτέραν
τινά σημασίαν .μ, κρατεΙ> Λ
κράτει. σημ. θαρρώ, τολμώ, θαρ-
Α··" τολμας. ν
(ό) = ό κράχτης (ώς
λέγεται αλλαχού).
Κ ρ έ θ κ ο υ ς = τρυφερός, δρο-
σάτος.
Κριάκουρου (τδ) = βράχος,
απότομον μέρος, και κριάκου-
ρους, κριάκουρ, (σάμ πέτρο).
Κρίΰ' (Λ; = τό κριτήριον, τό
δικαστήριον «σήκουσέ τουν 'ς·
τηγ κρίσι» ένάγαγβ αυτόν.
Κ ρ ο ύ=κρουω, ηλήττω-
Λαδατίζου— θορυβώ φλυαρών.
Λάγγαγμα ( τό ) — έξάρθρωόις
(όστοΰ).
Λαγγιόλ. (τό), λέξις τεχνι-
«ή τής ραπτικής.
Λαγόμπλα (ή) =άλογόμνγα (Ιδ
σ-ελ. 34). ν
Λαγύν. (τό) -λαγύνι(ον)· λα
*ν,, λαένα (Σιατ.)
Λ α ζ α ρ ϊ ν α (η) —. ρότανόν τι.
Λαθκό (τό) — (έμαδικό(ν),
λαδερό(ν), έλαιοδοχεΐον.
Λάιους-α-ου— μαϋρός.
Λάκκους (ό)- χείμαρρος·
«ξιλακκώνου τάμπβλ.» κάμνω περΐ
εκάστην αυτού ρίζαν λάκκον.
Λ α λ άς (ό) (έν ταίς περΐ τό
Ββλδ. κώμαις) — θεΐος.
υ = άνακατώνω
Αλλως
κρούβται, πλήττε-
ται, Λχβΐ ό σήμαντρος (τό -Ον)
Κρυ;ώνου — κρυώνω· κρύ-
ι = έκρυωσα· κρυ^άδα = ψϋχος·
ΛαηΛνη > -
Κ ρ υ ι|; ά ν α (η) = τφ αλλαχού
λβγομένω κρνψι,ώνα (κρυφών).
Κ τ ά ρ. (τό) = τό επι τής επι¬
φανείας τού οίνου Λ τού δξους
σχηματιζόμενον ο*τρώμα (κυττά-
ριον, ίλυτρον).
ι κύρος. Την
Οϊ, δουλο-
τΛν άμμον, είς την περιουσίαν.
Λαός (τό)—.ό λαός.
Λ ά π α τ α (τα) = εΐδος λαχά-
νων (λάπαθον).
Λ α τ α ν ί ζ 0 ν -κακοποιώ αϋ-
.^« " κ· (τό)-έλαφο-
μουσκι-γόνος ταύρου καΐ έλά-
φού
.ΑαΧαίνου=:λαγΧάνω. .η-
ρ /
Κφαλα (Λ) — ϊ
δ ^
οηως λάχη (παροιμία)
ανθρωπος.
Κφός (κουφός) — κωφός.
Λά6α (η)-θόρυοος φωνών.
νΐα» (παροιμ.)
Λ ά χ α ν ο (τό) = έδώδιμα χόρ-
τα καί κατ' εξοχήν ή κράμδη (άλ¬
λως καραηουλάχανου)· «σάν τα
λάχανα 'ς τού τσκκάλ-» φυρδην
μίγδην.
υ = πνευστιώ.
ΚΑΙ Τ1ΜΝ ΠΕνΐΧΙΙΡίΙΝ ΑΥΤΟΥ
93
Λαχνός (ό) —κλήρος· αρί-
χνουμτ λαχνόν» διακληρούμεθα.
Λαχτέντου, ϊδ. #ζέλλι.
Λέει(τό)=τό λέγει ν, Λ εύ-
φράδεια, ή καλλιφωνία.
Λειανός (λειανός) = λεπτάς.
«Καλά τού πΐνεις τού χρασΐ, χαλκ τοίί
[σΐραμπουλίγιις
χ'ι σά β'ι ποΰν }& πλέρουμα, μοιί σ,τρί-
|6ίις τού μοιιατάχι.
— Μουατάχι μου πιρτ)φ«νου χ'ι φρώδ^α
μοο γραμμένα
χ'ι μίση μόν βιργουλΕΐ«νή χ'ι λιιανου-
τσ»χχιζ'μίνη».
(ίπο'απ. ά'σμ.).
Λείξουρους (λείχω) = λαί-
μαργος, αλλαχού λειχούδις.
Λ η 6 ό θ, κ τα = αλληλοδόηθεια,
άλληλοδοΛθβια· «πααίνουμι ληδό-
θ'κι,α, σκάφτουμι λη6όθ·κια» βοη-
θοϋμεν αλλήλους κατά τίιν καλ¬
λιέργειαν τής γής.
Λημόρ^ (τα) — μνημόρια
(μνημόρια - νημόρια - λττμόρ^α, Ιδε
σελ. 35)."
Λ χ α ν τ σ α (Λ) =κολοκύνθινον
δντλον ύδατος καΐΛ έξ Λς κατα-
(ίκευάζεται τούτο κολοκύνθη.
Λ ι & ρ ούς (ό) - α (Λ) όνομα-
σία βοδς ώς έκ τού χρώματός τού
(παρδαλοϋ). ΑΙ λοιπαί τού ζώον
τούτου όνομΐιθ"ίαι είναι αί ακό-
λουθοι: καράς (ό), καράσου (Λ),
άράπς (ό), άραπούλλτς (ό) (χρώ-
ματος μαύρου), μιρτζιάντς (χρώ-
ματος μαυροκοκκίνου), σαρς (ό)
(χρ. κοκκινοκντρίνου), κουκκίντς
(ό), κουκκίνου (Λ) (χρ. κοκκίνου),
πιρδίκς (ό) (χρ. 2.βυκοΟ), μιλίις
(ό), μιλίσσ-ου (Λ) (χρ. λευκοφαίου),
γαΐτάντς (ό), -ου (Λ) (χρ· μαυρο¬
κοκκίνου μέ λευκας λωρΐδας εκα¬
τέρωθεν και κατα μήκος τής ρτ-
νός (δΐιο), γαλάνες (ό), γαλανον
(Λ) (χρ. άσπροκιτρίνου μέ ξανθην
«κοιλίαν»), ματοΐιλλτς (ό), ματούλ-
λου (Λ) (χρώματός οιουδήποτε,
πλήν τού μέλανος, μέ μέλαιναν
στεφάνην περϊ τούς οφθαλμούς),
τσ^αποΐιλλτς (ό) (μέ κέρατα έ-
στραμμένα πρόςτά, οπίσω),τόιοϋγ-
γους (ό), - ου (ή) |μέ τεθραυσμέ-
νον τό δτερον κέρας), Λιοϋτους
( ό ) - ου ( ή ) ( &νευ κεράτων),
κουλουδός (ό) - ια (ή) (κολοδός).
Σαδδάτς (ό),Παρασ,κιδας(ό), Τρίτς
(ό), Πέφτς (ό), Λιφτέρς (ό) κ.τ.τ.
(αν εγεννήθη την ημέραν τού
Σαδδάτου κλπ., τοϋ άγίου Ελευ¬
θερίου κλπ.), καμπέρς (ό) ίαν
προέρχηται έκ τοϋ -κάμπου»).
Λ ι ά χ α (ή) — δαδΐ ούχ τόσον
ευφλεκτον
Λιδ ακώνουμΐ:— υφίσταμαι
ήλίαΟΊν.
Λιδουσκουδ^ (τό) = ήλιο-
δοΰκουδι, παίς βουκόλος.
Λιγώνουμι (όλιγώνομαι) —;
δλιγοθυμώ.
Λιθουπάτ,μα (τό) — λιθο-
πάτημα.
Λ ι κ ο ΐι κ κ, (τό)(λινοκο·ίικκι)—
σπόρος λίνου.
Λ'νηροντόπ, (τό) — μέρος
προωρισμένον είς σποράν λινα-
ριθϋ (λίνου).
Λ ιμπά· ϊδ. άχαμνός.
Λι6α«1ές(6)=ίνδυμα έ-
λαφρόν χειριδωτόν, φορουμενον
μβτά τό «άντιρ· και καλυπτον
μόνον τό νώτα.
Λχπασνιβ (ή) (λιπαο·ία) =
λίπος.
Λιρώνου = ρυπαίνω- λαρώ-
νουμι ή μαγαρίζουμι είναι βΐτφη-
μισμοί
Λ τ ά ρ, (τό) — βλητάρι(ον).
(τό,) = άλε-
94
ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΛαΣΣΙΚΟΤ ΙΛΗ1ΜΑΤΌΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΓ
τροπόδια, άστερνό'μός.
Λιφκαίνου - μι -
λευκαίνω - ομαι.
Λ τ χ ν ώ καΐ λιχνίζου= λικ-
μώ. Λιχνειοΰμι = άναπηδώ.
Λ ι χ ο ν ρ χ ά τ ς (ό) = Ιμάς, δι"
ού συγκρατεϊται περι τΛν «ροκάν»
Λ τολύπη (τυλιχο -;).
Λιώ —λέγω. ·Λιώ άλλοϋί πα-
ραλαλώ, πρ6λ. «άλλον κ% ϋ δλ-
λουγ κόσμονν» είς παντβλή αναι-
σθησίαν.
Λ ο » μ κ Λ (Λ) = Λ λονμική (νό-
σος).
Λ ο υι ά ζ ο υ = δταδλέπω. «λου-
ΐών τού λουιώ» λογχών των λογϊών,
κάθε λογής.
Λ ο υ λ ά ς (ό) = σωλΛν.
Λ ο λ ο ΐτ δ' (τό) = Λνθος.
Λου τρ ι ά (Λ)—, εΐδος παρυ-
φΛς.
Λ τ , τ τι ς (ό) = λτιστΛς. Ή λέ¬
ξις σημ. σΛμερον δνθρωπον άκα-
ταΛόνητον είς τΛν εργασίαν τού.
Λύχνους (ό)= λΰχνος.
Μά ' = μητέρα ! (προσφώνηστς).
Μ α λ έ ! — μά ι λέω, μητέρα ! λέ¬
γω. Αί πέριξ κώμαχ διέσωσαν τΛν
φράσιν πληρεστέραν «μά ' μά !
λέου τι λιώ· μητέρο ! μητέρα λέγω '
Έν τού μ α λ έ εσχηματίσθη δνθ-
μα Λ μαλέκου, έκ δέ τοϋ μ ά
μάχου=γραΐα (όπως έκ τοϋ
θικιό (—:θεία) θ,κιάκου, έν Σΐατ.
κάκου) = θε(α (μητερίτία).
Μαγκούρ. - μαγκούρα — μαγου-
λίκα.
Μαγκούτα (ύ) = μηκωνοει-
δές βότανον (—οίοιιΐβ ?)
Μ α ζ ώ ν ου (όμάζω - ώνω) ά-
ορ. έμαο"α= συνάζω, περχσυλλέγω.
Μ ά ν μ μ α - ατα (μάγενΐμα)—
Λ μάγισσα λέγβται μαΐ-
σ,τρια.
Μ α θε, καθόλον βε6αι.ωην:Λ
έκφρασις (μάθε).
Μ ά, κ ο υ - μάχω (μά ! μάκω) =
γραΐα.
Μ ά κ ο υ ς (ό) = μάκως = μά-
κων (μΛκων).
Μ ο. κ ο υ φ λ ό ι ρ α = μακρά φλο-
γέρα, μέγας ποιμενικός αύλός.
Μ ά κ ρ ο υ ς (ό)-μηκος (πρδλ.
και σελ. 40).
Μ α λ λ ί τ ο κ ι α (τα) —. Λ επί
τοΰ μετωπον πίπτονσα κόμη (των
κοραο"ΐων),έν ι
«Πΰς τό 'πβία ή οΰρφανΐί, πώς τό 'κ«9«
ή μρη
ν« μην τούν δώσο« «ρίλημα χ) οΰϊι χ· μαϋροι
μάτ,χι» !
Κι ο6 νΐίς μ«ς ξινιτιύτηχιν πάησιν μ«xρ^«
'{ τα ξέν«,
μ«» τί χ«ρ«6]α 'ς τού ,)«λό' χ' ί) χόρι
άκ' τού ϋαλχόνι
μι τ« μ,βλλίτσ,χια ξίΐιλιχ», τα χ('ρ]«
στ«υρουμίν«
παρ«χ«λούοιγ χ' (λιγιν........»
Μαμμίδ, (τό) — μαμμοΐ/δι (αλ¬
λαχού).
Μ α ν ά ρ, (τό)= άμνάρι(ον).
Μ α ν α Λ' τιρ· ('τό)-μοναο'τή-
ρι(ον).
Μαναχός-ιά-ό (μοναχός)
= μόνος.
Μάνι - μάνι = χέρ> χέρ' =
ταχέως.
Μανίζουμι - (ό'κα = ?αρύ-
νομαι, άποκάμνω, μανίζου δέ έν
©εσσαλονίκη-κακτζου (Βελβ.), δ.
σελ. 49.
Μανίκ· (τό)=: μανίνι (ιπαηί-
036)· οτρώει τα μανίκια τ» δυ-
σανασχετεΐ λίαν.
Μ ά ν ν α |Λ) —μήτηρ.
ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΐΧΩΡΩΝ ΑΥΤΟΥ
Μ α ν τ ρ
V
- ώνου =
ώνω.
Μαρκαλιοϋμι, ΐδε βατεύ-
ουμι.
Μ αρ κ άτ· (τδ)—ϊαούρτι (άλ-
λαχοϋ).
Μ α τ Λ (η) — δντβρον χοίρειον,
*ν Θηρα αιμαθιά — αΐματια
(πρβλ. Πεταλδ Ιδιωτικόν).
Ματουτβήνονρου (τό) —
'ματοκύναρον.
Μ α υ λ ώ = μαυλίζω.
Μανρη (η)—:δοθήν, καΛ ώζ
κύριον όνομα τοποθεσία τις.
Μ α χ ι α (Λ) — συνολικόν ξύλον
της στέγης.
Μ η λ ( γ γ ι α (τα) = μηνίγγαα.
Μιλαδέρφι (τό) = έτεροθα-
λης ά,δελφός.
Μ ι «,ί ι ς (ό) (μβλίσσις), όνομα-
σία βόας, Ιδ. λιάρους.
Μτρ^ (Λ) =μέρος.
Μχρουδούλ, μιρουφάβν
= τό ημερομίσθιον έξαρκεΐ μόνον
πρός διατροφήν.
Μισάλα (η) = πετΰίττα, τρα-
πβζομάντηλον.
Μισάντρια (Λ), Λ αλλαχού
μονσάντρα.
Μ ι ό α ρ ι ά (Λ) = Λ είς τό μέ¬
σον (μεταξύ) δύο όγρών χλοηφό-
ρος λωρΐς γης.
Μιτέχου (έν Σιοτ.) —μετε-
χω· ·1γώ δέ μιτέχου σι αϋτα.· εγώ
ίΐμαι άμέτοχος τοΐ/των, εγώ δέν
ένίχομαι είς ταυτα· ξ ι μ έ τ ο υ-
χονς (έν Ββλ6.)_ό ϋπ' άφρον-
τιστίας βραδυκίνητος.
Μ ν Ι (τό), μούναρον/ς (ό) (μεγε-
θυντ.), μοθνκαρους (Σιατ.) — εύ-
νίον, γυναικείον αΐδοΐον (Ιδ. σελ.
60).
Μνιαλίτσα (μυαλίτόα) =
εΐδος γής, «σαν τού μνιαλό».
Μ ό λ α 6 ο υ ς — ρραδυκίνητος.
Μόλτσα (Λ), Ιδ. φτρίδα.
Μ ο ύ χ λ ς (ύ)=ζ ίύηθης.
Μοίιλα (Λ) — στόμαχος. κι
Λμίονος (Λ)· μ π λ& ρ· (τό) = μοι
λαρι, Λμίονος.
Μουλουγώ = διηγοϋμαι- ξ'
μουλουειοϋμι— έξομολογοϋμαι.
ΜουλουιΛ(νι) (όμολογία):
συμβόλαιον.
Μουλόχα (η) = μαλάχη.
Μ ο ύ ν (= μόνον) έν ί&ηάΐιί πρ
φωνήεντος : μόν" αύτό κ.τ.τ. Ιί
Α11»βΓΐ ΤϋυΐηΙ) ένθα ανωτέρω· βΐτ
δέ κοΛ 4πολιί/τως: μούν κο
μ ο ύ : μού νά 'ρθτ^ ; Τό μ ο ύ γ κ
(-μόνον καί μόνον) προϋποθέτι
τόν τύπον «μόν χτ μόν» ϊι «μοΐι
κΐ μούν». Έκ τοϋ πρώτου τούτω
προήλθε τό μ ό γ κ ι (δπβρ λέγε
ται βν ταίς περΐ τό Βελβεντό κώ
μαις), έκ δέ τοϋ δευτέρου τ
μούγκι (δπερ λέγεταν έ-ν Βελ
βεντφ).
Μουνόκιρου (τό) —. λί6ο
ηγιαΛμένος καί Ιαματικός Λ προ
φυλακτικός θεωρούμενος.
Μουνός-ή- ό = μονός· «μου
νά ζυγα» παιγνΐδιον (άρτιάζειν)
Μ οϋρκους= μαϋρος, καί ό
νομασία κννός (έκ τοϋ χρώματό
τού). Μουρβίζ1 η σουρου
π χ ι ά ζ· — άρχίζει νά νυκτώνη.
Μούρνους (μούρβΐνος;) -
βαθέως έρυθρός.
Μούρτζιους-α-ου = μαυ
ρειδερός, καί ώς δνομα ημιόνου
(Τα λοιπά των ημιόνων όνόματί
είναι: κούλο, ρονσσα, 0(6α, γρίβα
καράς, ψαρί, ζάρκον)· μούρτζιονι
έπίσης λέγεται περιφρονητικώς (
Λνιπτος, ό άκάθαρτος· ·θίλ· ν^οί
μούρτζιους καφέν» — ·καλά ν τ(
φαρδομάνικα, μά τ4 'χν οί δεσπο·
τάδες».
Μουρτσούκλ. (τδ) —
96
ΜΕΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟν ΓΜΙί,ΪΙΚΟΪ ΙΛΙ1ΪΜ4ΤΟΪ ΒΕΛΒΕΓ.ΤΟΪ
άμανίτον.
Μουρτσουκ λιώ = ύποκλαίω.
Μούτους-α-ου (ιηυΐιικ τι
μυττός 😉 —: ίίλαλος.
Μουχύζ'κους = ύπόξννος.
Μπλαύλακους (δ) — μυ-
λαϋλαξ, 16. σελ 40.
Μ π λιόρ' (τό) καί μπλιόρα (Λ),
όνομασία προθάτων, ίδ. κάλισοου.
ΜπρουΟ'τιλϊνα (η) — η
άποτελοϋσα η ό αποτελών την
πρωτοπορείαν (πρδλ. ϋηΐϊ-ίβηα,
μοβΐϊΐθΐια).
Μπσάδ' (τό) — ημιόάδιον.
Μ π σούρα (ή) (ιηβηβυΓβ) —
πήλινον άγγεϊον.
Μϋγα (τι) —μυΐα· μυγάρ> (τό)
—μυιάριον.
Μΐίλουκόπχχα (τα) — τό
δργανα, δι' ών χαράοΌΌυοΊ την
μυλόπετραν (μυλουνόπττρτα).
Μυλου κονπχιά (ή), τοπο-
1)«σία τις.
Μυρ3ουλόι = μυρολόγΛον.
■μνρ^ ουλου((Ι'Τ(ΐιο=: μυρθ-
λογίστρα (γ·υνή|.
Μ ν ρ ο υ θ κ ά (τα) ■=. μυρωδχκά
Μυρονμάλι (τό;(-μαλ τουρκ.
— πραγμα, ϋλη) εΐρωνικώς — μέγα
ποσόν.
Ν
Νάμεινους. Έκ της φρά-
σεως «κΐμι να μείνου» είμαι νά
μείνω, νά ρΐψω, νά παίξω τελευ-
ταϊος, ΰνχνοτάτης έν τινι παιγνι-
δίφ, εσχηματίσθη η λέξις ν ά -
μ β ι ν ο ν ς ·. «είμι νάμεινους· —
«εΐμι ν ά μείνου».
Νειάμα (τό) (νειός) — νέος
άγρός, ανοιγμα (έν Κατερίνηΐ.
Νημόσ·νου — νημουνεύον=
μνημόσυνον, μνημονεύω.
Νηχός (ό) =: Λχος. μέλος,
καλλιφωνία.
Ντβρυκό — ν6ρυτάρ, = άνο-
6ρυκό, ό,ναόρυτάρι· ννδρυζάρα (Λ)
= νι6ρυσάρα, δνομα πηγής τννος
(ίδ. σελ. 48).
Ν ι κ έ ι ζ (ό) — φιλάργυρος.
Ν ι κ ρ ό ς (ό) — νεκρός. ".Πααί-
νου 'ς τού νικρό» έπισκέπτομαχ
τόν νεκρόν.
Ν ι ν Ι (τό), λέξις παιδικη =μι-
κρόν, βρέφος· ·'ς τα νινιά» είς
την εκκλησίαν (παιβικη έπτθ"ης
έκφρασις έκ των βίκονιο"μάτων, &-
τίνα τα μικρά νομίζουθΊ καΐ ά-
ϋπά,ζονται ώς «νιν^ά»).
Νιρου6ονρ]άζου = νε-
ροδρυάζω, μουσκεχ';ομαι, πληροϋν-
ται οί πόροι μου ύδατος (περ'ι
ξύλων).
^Iιρουδ^ά6ασ1 (Λ) = νερο-
διό,δαθις, όπη κατά την §άΰιν
τοίχου, δι' ής διέρχεται τό ί)δωρ·
Έπϊΐδη δέ η τοιαύτη όπή είναι
στενή και οσάκις οί κύνες κατα-
διωκόμενοι προσπαθοϋν να φύ-
γωοΊ διά τοιαύτης τινός όπης
ύποφέρουαι τα πάνδεινα, κατορ¬
θώνοντες μόνον κατόπιν πολλής
ώρας και πολλοϋ δαρμοϋ να διέλ¬
θωσι δι'αύτης, λέγεται μτφρ. «σάν
τού σ'κλί ςι τ· νιρουδ^ό.6ασ'· περ»
άνθρώπων είς αμηχανίαν βΐ»ρι-
σκομένων και δνσανασχετούντων.
Ν ό τι (Λ) — ύγρότης· νουτ.χιά
(η) = νότιος ανεμος, νότ.χιους
= νοτερός, δίυγρος· νουτίζου =
νοτίζω, ύγραίνω και -ομαι.
Νουζίτσα (η) — Ιμός έκ
δέρματος.
Ν ο υ ρα (ή) — ούρα, Ιδ. σκλ. 25.
Νούφαλός (έν Σιατ.) = όμ-
φαλός (έν Βελ6. (ά)φαλός).
Νδχτονς (ό) = δχθος.
Ντένου (άντώ) =: συναντώ
('ντώ · έντησα - ντένου, κατ6 τό
ΚΑΙ Ϊ11Ν ΠΕΙΊΧΐΙΗϋΝ ΑΥΤΟΓ
97
ίδισα - δένου) «αχ κΛ νά Λ ντέ-
σου!» νά σέ συναντήσω, νά σέ βυ-
ρω, άλλως οΛχ κΐ νά σϊ μπλάξου»
καί «έμπλαξα» = «έντησα»· «εΐνι
νά μή ντέιςιι είναι να μη περιπέ-
στις, νά μίι έμπλεχθφς είς....
Νυφαντάκους (ό)
κος) = άράχνη· ίδ. σελ. 25.
Ξ α ρ γ ο Ο, ξάργου, ξαργοΰς,
ξαργουτί, ξαργουτίς (έξ ίργου) —
έπίτηδες. Τό ξαργουτί προήλθεν
ίσ"ως έκ τοϋ; ξαργοϋ τό 'καμα.—
απού τί; — ξαργου-τί.
Ξ τι ρ ό ς· «ξηρό ψονμΐ» μόνον
»1;ωμΙ (ανευ προσφαγίου).
3 ι α λ, (Λ) — ξυάλη· ξιαρ£ζου =
ξυαλίζω, καθαρίζω.
Ξτάο", τιρου (έξάστβρον)· «'ς
τού ξιάσ,τιρου» έν ύπαίθρω· ξι-
)'^ά (Λι = αΐθρία.
Ξιγχλίζου =ξεκόφτω (κλώ-
να).
-ιζώνοντους = ό μΛ έζω -
>μένος κοϊ είτα άτημέλητος, ά-
πειρόκαλος ανθρωπος.
Ξ λαίνουμα- ξ-λάθκα = ξυ-
λαίνομαι, ξυλάθηκα, ϋπερδολικώς
κρυώνω.
Ξ, λόγατα (Λ) — ξυλόγατα,
παγίς.
Ξ ι λ, ν ( ζ ου = άφαιρώ τόν σπό¬
ρον τοϋ λίνου αορ. ξιλ,νίντσα
(ϊδε σελ. 35).
Ξιμασταρώνου καΐ ξιχαρ-
τώνου = πνάνοι, μαλάσΰω γυναι¬
κός τινος τό στήθος, τούς μα-
στούς (τό δεύτερον κατά μεταφο¬
ράν έκ τού ανοίγματος χυτρών
μετά φαγητοϋ, αΐτινες κεκαλυμ-
μέναι διά χάρτου στέλλονται είς
τόν κλίβανον).
ΐνμέτουχους, 15. μντέχου.
Ε, ν η θ ρ ο υ ς (ό) = ξυντ'ιθρα.
Εινουμώ = έκδιώκω, καΐ ά-
μεταδάτως φεύγω.
Ξιπαιάζου = ζεπαγιάζο»
(παγώνω εντελώς)· ξιπαγώνου
= απαλλάττω 'ίι άπαλλάττομαι
τοϋ παγώματος.
Εισέρνουμι καί ξιΰυρνει^-
οϋμι - ήθκα = ξε-σύρομαι· ξιθυρ-
ματιά = ξεσυρματέα.
Ξιΰ, κλιάζου - ξισ,κοίλίασα
= ξεκοιλιάζω· πρβλ. ξιφουσ'κλιά =
κουφοξυλιά—: άκταία.
Ξισ,λλόιαστονς = ασνλ -
λόγιστος.
ΞισΊτιριάις, ούχι ακριβώς
ωρισμένης όημαΰίας χαρακτηρι-
ο"μός άνθρώχιου πτωχοϋ.
Ξ· τ ρ Ι καί ψ, τ ρ ι (τό) = ξυ
στρ£(ον)· ξύϋτρους (ό) = ξύσ"τρα)
όργανον της ζυμωτικής· «δ! ξύ-
στρους απού 'δώ» ά, ! φύγε - τε.
Ξόγανου (τό) = ζόανον, α-
ναίσθητος,εύηθης,ρλάξ ανθρωπος.
Ξ ό μ π λ· (τό) Ιδ. άρνέκ·.
Ξ ο υ θ κ έ ς (αί) = έξωτικές, μέ-
ρος τι επί των Πιερίων όρέων διά
φυθΊκούς λόγους Ϋιχηρόν, είς δ Λ
παράδοσις τοποθετεϊ ϋεότιιτας θη.
λείας, ταυτιζομένας υπό τίνων
πρός τάς έννέα Μούσας.
2 ο υ λ ο ν ρ, (τό) = έξωλοΐιρι (έ-
ξωλώριον) παρυφη (περί τό ί)έλ6).
ι ό ψ. = έξ έπιπολης, άπ' ίξω-
έξω, 'ξώπετ5α.
Ξυΰιτιρνός (ϋσΊτιρα - ξύοτι»
ρα) =τελευταϊος· ΐσ-τιρα ; -ξ'τέρ,.
(τό δεύτερον είναι άποποιητική
απάντησις είς την ερώτησιν ·ϋ-
σ,τιρα;», δι" ής ζητεΐται έξακο-
λούθηθις τΛς διηγήσεως).
Ξύι|(θΉμα = χωρίς ι|τωμί· ·ξν-
ψουμα κί δίχοτις ρόγα· (Ιδ. σελ_
12).
ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΤ ΓΛίϋΣΙΚΟΥ ΙΔΙ11ΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΥ
"Ο κ α χ τ ο υ ς (Σιατ.) = απα-
ράλλακτος.
"θμπ^ου ( τό ) ( δμπυον ) «
πϋον.
τ. σίντα).
Οΐ/6ριός·.ά = Έβραΐος. Ού-
(Λ) λέγβται και λάχανόν τι
(ό-6ρί>α).
Ούι,α (Λ) = ουδ;α (αλλαχού).
Ούιάίζου - οΐτιτσα — τιρίά-
ζου - ταίρ^σα.
Ού κ ν ά (Βελ6.) και Ικνα (Κοζ.)
— βαφή τις τής κόμης.
Ο υ μ π λ τι (Λ) —: όπλή, Ι^νος.
Ούντίζου :—έλπίζω.
υ ύ ξ ά δ α (Λ) — ραφική ΰλη.
Ο υ η ΰ τ χ ά (Λ) — όπτσθέα, 6λ-
λως κούλαν, (τό).
Ούρδχ (τό) (οΐ-άθ) = πυκνόν
Ού ρ λ^ο Γ; μ τ-ίο"ικα = ώρύομαι.
ΟύοΊτριά(Λ) = όστρίια (δέν-
δρον).
Όψ. (Λ) = δψις· πρδλ. καΐ ξόι);,.
Π
Πά» (τό) - πάια (τα) — κά,τ,χια
— δίπλες.
Π αί δ α (Λ) = παγίς.
Π (11 σ, μου-ίρσ·μου = πη-
γαινοβρχομδς (βΠβΓ βΐ ΓθΙουτ) (πάει
-πάεισ.μου).
Π αι τος (ό) (πατητός) — τό
πατητόν, τό πατητΛρι, Ιδ. σελ. 21.
Πάλα (Λ)=σά,γ%σμα των ζφ-
ων κα Εΐφος
Παλαγανίδ]α (τα) = τα σκύ-
δαλα τα ά,ποδαλλόμενα έκ τοϋ (Η¬
του κατά τό δερμόνιΰμα (απολα-
γανίδχ· λαγανίζω = πνέω).
Παλαΐζου ( ηκλαγίζω 😉 —
πβρτέρχομαι, διέρχομαι, άναζη-
τών τι.
Π αλαμίζου = κλώθω διά της
παλά,μης.
Παληγο^^ρ^άιΛ) (Κοζ.) = πα-
ρηγόρ]α κα» ΐταρηγουρ;ό, |1(ελδ.)
— παρη^-ορία.
Παλιακός ( παλαιακός ) =
παλαιός, παμπάλαιος.
Παλΐ(1ργα (Λ)= τοποθι-
σία τις.
Παλιούρ, (τό) = παλιοΐμι
(παλίουρος)· παλιουρουκόπ 16.
Βαττουκόπ>· παλιουριά —
Ράττος.
Παλχό2(θυρα(Λ)= παλαιό-
χωρα (Λ παλαιά χώρα,Λ Ι ρτατσιά-
νη).
Παλιρρούτα (Λ) —παλαιόν
λινοϋν ύποκάμτθον φοροΐ'μενον
κατά, τάς ώρας της εργασίας πρός
προφύλαξιν των ένδυμάτων π α-
λι ρ ρ ο ύ τ, (τό) = παλαιόν φό^>β-
μα, ράκος.
Πανάρ,(τό) (τοθ ύποδήμο-
τος) —.άψίδι· πανάρα δέ (Α) —
λίθος χειροπληθής.
ΙΙανΙ^τό)— πανίον πάν ο
δέ—:τό πανί, δι" ού καθαρίζουν
ολίγον πρό τοϋ φοκρνίόματος τόν
φοθρνον πανίζου —: καθαριζ^
δια τής πάνας τόν φοΰρνον π α-
νί τ, κ ο υ ς = πάνινος· πανιά-
ζ ο υ δέ (παν!) =μαγικώς έπιφέρω
πρό των όφθαλμών τινος ύμένα
(πανί), θαμδώ τούς οφθαλμούς τον
οί/τως ώότε αδυνατεί νά βλέπη
τα γινόμενα, καΐ άμβταβάτως =
θαμβοθμαι.
Πάνχστρου (τό) -ρεντές.
Πανουγόμ. (τό). Πλήν τού
λοιπού φορτίου ρίπτουθιν ένίοτί
επί τοϋ σάγματος (ΟαμάρΟ του
φορτηγοϋ καί αλλο βάρος. Τουτο
τό §άρος λέγεται πανουγόμ'
ΚΑΙ Τ12Ν ΠΕΡΙΧ11Ρ11Ν ΑΥΤΟΥ
99
νωγόμι), Λ δέ φράόις «φουρτ.χιό
κί πανουγόμι» ΰημ. μέγα φορτίον.
Π ά ν τα = πάντοτε : «τ' είχις
.•άννα; - τ' εΐχα πάντα» (παροιμ.).
Πά ν τα (Λ) — μεριά, άκρα-
• άφκέ τα ζ μ πάντα· άφες τα κατά
μέρος· πάντ)ους — παντοϊος.
Παπαμανόλτς— Παπαμα-
νόλης. Οϋτω λέγεταν κα* μέλαινά
τις φιάλη.
Παραδνίτς (ό) = ανεμος
άπό των όρέων πνέων (Φτί()αντι).
Παράβουλα (τα; = παράδο-
λα, μέρος τοϋ άροτρον.
Ιΐαραδϊνου -παραδουτός (ό)
— ύδρίζω, ϋδρις (παραδίδω).
ΙΙαράνουμαιτό] (παρώνυ-
μον)= έπώνυμον.
Παράυυρα = παράωρα (άω-
ρία)- παραοιιρίτς =ό παρά¬
ωρα ερχόμενος, ό διάδολος, τό
στοιχειο (σ,τ,χειό).
Ιΐαρασ,τέκας (ό)(παραθτέ-
κω) —: έκίΐνος, όστις πάντοτε πα-
ραστέκει.
Παρα τμης = παρά τιμήν.
Παριχτουρώ= χάνω τόν το
ρόν μου, τόν δρόμον μου (έν τ^.
άναζητήσει Λ τ.τ.)
Παρατσ,νάδι (τό) = παρα-
κλάδι.
Παραχώνου = θάπτω.
Παργανιάζου και πραγα-
νιάζου (παραγωντάζω) =άναθερ-
μαίνω τόν άρτον παρά την πυράν.
(ζ. ιί. γο:νιά)· ΐδ. κα* Ιορουζιαλνώ·
·πραγανιαζ·μένοΐ( ι|τουμϊ», έν Καρ-
ηενησί(ρ προυμάδα = πυρωμάδα.
Παρδάγκαλο υ (τό) = χοι-
ί'άς, έν Κατερίντ^ κα Καταφυγίψ
^αρμαγονλα (παραμαγούλα).
Ο ο ρ τ ά λ. (τό) —: ράκος, παμ-
τάλας (ό; — ρακένόυτος.
Παρτσακλός (ό) ('Ορτά-
)— παρδαλός, άνανατωμένος.
Π α ρ ώ ν ο ν (παρδς) — ύπολο-
γίζω ώς εΐλημμένον ή δεδομένον.
II
α ΰ κα λι ό (Λ) — το Πάσ^α.
ΠαΦκίζου — φροντίζω, προ-
θυμοϋμαι (πασχίζω).
Παταγώνου-μι (πάταγος)
=τ έκπλήττω-ομαι.
11 ά τ ο υ ς (ό) — βυθής, καΐ τό
μέρος τοϋ ύποδήματος τό άντι-
στονχοϋν πρός τό πέλμα, κα Λ
• εδρα, ό άφεδρών πατώ, πατλιά
(τϊ)(ίχνος ποδός)· «πατούλλια πα-
τούλλια (τα)» τόπος κατά μικρόν
άνιών (έν φ οί φράκται των άγρών
όμοιάζουΟΊ πρός κλίμακα).
Ιΐάχτουμα = τό πάκτωμα
Π έ λ λ α (Λ) (φέλλα 😉 = λεπτή
σανίς.
Πέταρου (τό)= πέταρον (έν
Σχατ. πέτονρου).
Πέταυρου(τό) =πέταυρον,
σανίς λβπτή.
Ιΐέχλαδους = περιποιητι-
κός, εύπροθήγορος.
Ίΐηλουειοϋμι καί ά π η-
λουειοϋμι (άπολογοϋμαι; —ά-
ποκρίνομαι, άπαντώ· Ιδ. σελ. 48.
Π ι ά τ ο υ (τό) — πιάτο.
Πιδικλώνοΐ) = πεδικλώνω.
Ί1 αλλαχού καί έν Σιατ. π ι δ ο υ-
κλια λέγεται παρ" Λμϊν πιρ-
δ ο υ κ λ ι ά.
Πιδιλόγους (ό), έν Σιατ.
και Κοζ. πιλιγόδους _ έπίδεθμθς
φορούμενος επ» τής κεφαλής,όταν
έπ' αυτής πρόκειται νά σηκώσονν
ρ
Πιδουκουμώ = παιδοκομώ.
Πιζούλλ, (πέζα) — πεζούλλ».
Πίκιντρους— επίκεντρθν',
πρός τό κέντρον κλ (νων πίκιντρου
φκέλλ, = δίκελλα πολν πρός τα
6ΰω έπικαμπής (Παλιγρ.).
Πιλατεύου— πιλατβνω, τυ-
1 00 ΜΕΛΕΤΗ ΓΙΕΗ1 ΤΟΥ ΓΛ111Σ
ραννώ (Πιλάτος).
Πιρικουκκνίζου = πε-
ρικοκκανίζω, κατακοκκινίζω.
Πιρικουκλάδις (αί) —. πε·
ριπλοκάδβς (χόρτον),
Πιρίτου (περιττον;) πλέον,
περισσότερον.
Π ιρ,ϊ ό ν. = πριόνι(ον).
Πιρ,/ουρίζον —διαδίδομαι,
επί δερμικών νόο"ων· άορ. πιρ/όρ-
σα (περιορίζω).
Πιροι/γΛιά (ή| —: (Σιατ.)
κληματαρια (Βελ6.).
Π ι ο ν κ, (- χοινίκι) (Σιατ.) —
πλαστόν (έν Βελδ. πλαο·τάρ,)·πι.ο·.-
νικάς = πλαστήρας.
Π λ ά ι (τό) —πλάγι.
Πλαθου = πλάττω- πλασ,-
ττιρι =: πλαστίιριον.
Πλακοντό ( τό ) = πλακω-
τόν, ά.γγεΐον, είς δ θέτουσι τ.ά
πλαστα. (βΐς τα. κλούφια τού) πρό
τοϋ · φουρν ίσματος».
Π λ α λ ώ — πιλαλώ (αλλαχού).
Πλαστάρ, (τό) (πλαστάρι-
(θνΐ —:πλαο"τό(ν). Ή σκληρά αύ-
τοϋ έπιφΛνεια λέγεται κ ο υ ρ ά τι
κόρ α.
ΠλοτΛ (Λ) — λαγάνα (έν 'Α¬
θήναις), προπύρα (έν Καρυστ(α),
πόπανον, ψαιστόν.
II
λ έ κ ο ν— πλέκω· καϊ πλέ-
κ-ου:=πλέω, κολυμδώ,ΐδ. σελ. 51.
Πλημμαρίζου- πλημμοθρα
( Πολιγρ. ) — πλημμυρο), πλήμ-
μυρα.
Πλλάδα (ή) = πουλλάδα, μι¬
κρά όρνις.
Π λ ου κ ά ρ> ( τό ) — ποκάρι-
πλόκους (ό) = πλόκος, περικύ-
κλωΰις: «τςέκαμαν πλόκουν» τοϋς
πβριεκύκλωσαν.
Πόλιμους- πουλχμώ· >■ που-
λιμώ πέτρ»ςϊ ρίπτω πέτρες, πε-
τροβολώ, καϊ καθόλου τού η ο υ-
ΙΚΟΪ ΙΛΙίΙΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟν
λ ι μ ώ τό πετώ, τό ρίπτω.
Πό τ. χιους (πότοιος) = ο¬
ποίος (Σιατ. πόταπους = ποταπός
- = ποδαπός).
Πουδαρίζου =ξ ποδαρίζω,
άο'παίρω.
Πουδήματα (τα) — υπο¬
δήματα, τα μέχρι των γονάτα>ν
έξικνοϋμενα.
Πουδουκόπ, (τό|=Λ άμοι6Λ
δι' εργασίας τοϋ ποδός· δουντου-
κόπ, = Λ άμοιδή, διότι ύποδάλ-
λεταί τις είς τόν κόπον να φάγι,ι
(3ί8 ρ;ΐΓ38δί Τουρκ).
Π ού λ ε ι α (η) = πούλεια,πλειής.
Ο ο υ λ έ ρ ] α (τα) = τα άηολέ-
ρια, τόεκ της πλύσυως άκάθαρτον
ϋδωρ.
Πούμπουμα (τό) = πώμο.
Ιΐούπουλου (τό) =τ πλήθος
(ρορυΐιιβ).
Πουρεύου (πόρους = πόρος)
= διάγω, ζώ οθτως ϊι άλλως.
Πούρνχκους =πορνικός, λά·
γνος.
Πράζου (πράττω) _ ά,ποκτώ
πράξιν, πείραν, πραγμίνους =
έμπειρος.
Π ρ α μ α - πράματα = άλογον
ζώον (πράγμα).
Πρέκνα-πρικνάδα(Λ) =
περκνάδα (αλλαχού).
Ιϊρέπλας (ό)— θυλάκιον τοϋ
κοντο3ιοϋ, μαλλίνου χειριδωτοϋ
περιωμίου.
Π ρ έ π ο υ - δπριι!;α (πρέπω).
Πριάκουνου (τό), πριάκο-
νον, άκόνη πρίονος.
Πριάκουπους (ό)=φράν:της
ρυακίου.
Π ρ ι γ κ ί δ, ( τό ) = προγκίδι
(αλλαχού).
Πρισένια (τα), νυμφικόν κό"
Πρτχΰνου - πιρίισα =
ΚΑΙ Τ11Ν ΠΕΡΙΧ'ΙΡίΙΝ ΑΥΤΟΥ
χύνω, έπερίχυσα.
Προυδουδώ - προυδότσα
(προευοδώ) = προπέμπω, ύτέλλω.
Προυκουπή (η) = προκο-
πή· προυκόδου — προκόπτω, προ-
οδεύω.
Π ρ ο υ ξ ι ν τ η ς (ό) - ού (ή) καί
- ητρια = προξενητής, προξενή-
τρια.
Προυσαμμώνου — πληρώ
τι πληροϋμαι άμμον, επί αΐίλάκων.
Προυσάναμμα (τό) —: προ-
σάνομμο.
Προ·υσ"ΐίφιρου (τό) ζ= τό
προσφερόμενον ώς δωρον (Ιδ. σελ.
48).
Προύς νιροϋ μ, ι-ύφημισμός
=: πρός άφόδευύιν.
Π ρ ο ν Ο ο υ πί δ α (Λι = προ-
σωπίς, προόωπεϊον.
Προ νσ, τ λ ι ά ζ ο ν ( προσΗηλά-
ζω) = θέτω να Οηλάσΐΐ ^ποιμενχκΛ
λέξις).
Προυτουλάτς (ο):= πρω-
τοκαιρίτικος καρπός, αί όπαρχαί.
Π ρ ο ν τ Ο ι ά δι (τό) 15. βιτούλ>.
Προυτσιαλίζο υ=ραντίζω.
Προυίίφώλ- ίτό) =φώλι ('Α-
λάτσιτα τής Μ. 'Ασίας^— φώλους
(Καρπενήσιον) = φόν προσφώλιον.
Προυχούν, (τόι = τό Ακρον
της «κουρήτας· τού ΰδρομΐιλου,
όθεν προ^ύνεται τό ύδωρ.
Πϋτρόφια (τα) — τα έπν-
στρόφτα, Λ έπιστροφη τής νΐΐμφης
.μετά τού γαμδροϋ είς την οΐκίαν
τής μητρός της, μέρος τής εορτής
τού γάμου (^ίατ.).
Π τι ό (η) = πυτία.
Πτσόρρ, (τό) (ηοντθόρρι =
σπέρμα ανδρός.
Π υ κ ν άδα (Λ)=πυκνή σίτα.
Π ΐι λ, |η) = πύλη, παραπέτα-
έν Θεσσαλονίκη κου ρτΐνα
δόλος (πυρείον).
ς (ό)=:πι
Πυρώνου- ουμι =: θερματ
ομαι.
Π χ ά ρ. η Ιιχάρ. (τό)—τό κά
κατω μέρος τής καπνοθόχης.
Π χ ι ά δ , (τό) = τό ύτέλί
τής σταφυλής Λνευ μαγών.
Πχιάτικου (τό) =: τοπυ
κο(ν) (Παλιγρ. Ίδ. σελ. 25), φ("
τόπου, φόρος, τόν οποίον η
ρώνει τις, ίνα ^οσκήΰουν τα θ(;
ματά τού έν ττνι τόπω.
'Ρ ά ι 3 μ α (τό) — ράγισμα (
γίζο)), τ6 ώς τροφή τής πι
χρηιΐιμκύοντα Λχυρα, Λτινα ϋ
θραϋονταί πως, ίνα είναι εν^
κτότερα.
'Ρ α ν τ σι τ έ ς (αί) — ραντισ-
είδος προχείρον τραχανδ, πά
σκευαζομένου διά ραντίΰμα
τοϋ άλεύρον.
μΐ ρέμπιτι = αιΛθάνο
ίόωθέν μοι θάρρος, διάθεσιν π
τχ.
'Ρ έ π ι τ α (τα) = άπόκρη;
μέρη
'Ρέποιΐρας |ό)_ εΐδος έ
δερμικοϋ νοσήματος.
'Ρό ι δ ου - ρουϊδιά(η)=ρόι
ροϊδιά (αλλαχού).
'Ρό κ ο (Λ) — ηλακάτη· ρ
κιάζου := θέτω είς την ρόν
ρουκώνοι/ = χώνω, Β.υθίζο).
Ί'οίΐγα (Λ) (πιιτη) — στει
πός.
'Ρ ο
V;
δ, ^τό) = βαφική τις *;
'ΓΌ υ ε υ ο υ — μοιραζω «σ^ί
'Ρουβαλίζον — έρεΐιγομ
102 ΜΕΛΕΤΙΙ ΙΙΕΡΙ ΤΟΓ ΓΛΐΙίΖΙΚΟΪ ΙΙΙ'ΙΜΑΤΟΣ 1',ΕΛΒΕΝΤΟν
'Ρουκατζιάρ,ϊα (τα) (Παλι-
γρ.) — μετημφιεσμένοι, 1β8 ολπι»-
νϋΐββ, έν Βελβ. αράυδις. Ό μεταμ-
φιεύμός γίνεται μόνον κατά την
πρώτην τοϋ ίτους, έν δέ Θεσσα-
λονίκη, ώς καί αλλαχού, κατά
τάς ημέρας των άπόκρεων.
'Ρουχάζου - αξα ιροχάζω) —
χύνομαι μβτ' άφθονίας (επί ϋδα-
τος).
'Ρ α ο ύ π ι λ, (η| =. τό έρυσ"ίπε
λας, άλλως να;νιμουπύρουμα (άνε-
μοπύρωμα).
'Ρφτέινους = ρεβιθέινος-
ρουβίθ, |τό) = (ε)ρε6ίνν)θι;ον).
'Ρώγα (Λ) — ράξ (σταφυλόο-
ρωγο, ϊι ρώγα τοϋ Ρυζιοϋ η φαλαγ-
γιόν τι). 'Ρόγα |η) = ΐΌ^α, μι-
σ"θός- «ξύψουμα κΐ δίχους ρόγα
»4νευ τροφής καχ άνευ μισθοϋ·,
11. θελ. 12.
.Λο μου, χυροί μ, ΐη ρογα μου, 5ο μου
[τή δούλιψ; μου.
ΙΙαρβγγίιλαν τ»5ρ^ι»ια |αου ν» πά' νά μ'ι
-αγρίκ, (τό) = τό όπισθεν
μέρθς των γυνατκεϊων ύποδιιμά-
των.
Σ ά ι α (Λ) = ιχιΐλλινόν τι ϋφα-
βμα.
Σαιτις (ό) =γυναικεϊόν τι έν-
δυμα (έν ταίς περΐ τ6 1!ελ6. κώ-
μαις).
Σ ά ϊ σ μ α (τό) = σάγκίμα· (ίια-
ιάκι (τό) = θαγιάκ».
ϊ ά λ· (τό) (Λάλιον) — ιΐίελος.
Σα λι ά ρι α (τα) :8»1ί»Γία 😉 —
ζαχαρωτόν (έν Σιατ.).
Σαλουμα |τό) = καλάμη σίτου,
κριθής Λ τ.τ.
Σ ά μ> (τό) = σουσάμι (σηο"άμι)·
ϊ αράδουλον/ |τό), ϋδριστι-
κόν = λεπτόν τι καΐ καχεκτικόν
ΣαράντοτΓμα (τό) = σαράν-
τωμα, εΐδος κεντήματος.
Σαρμάντσσα (Λ) —: λίκνον.
Σ 6 Λ ν α (Λ) — κρατήρ.
Σβέντζα (ή) = βαφτκή τις
ϋλη.
Σ6 ρονκλιάζον =τρυπώ τι
δια περικοπής.
Σ 6 ώ λ, (τό)= (>6ώλι(ον) (βώλος).
Σ εί ραδ. (τό) — παρυφΛ τις.
- ε ι ρ ι α (Λ) = Ουγγενολόγιον,
συγγένεια.
Σ ή μ ι ρ α - σήμιρουν τού Οή-
μιρου = σημερον.
Σιά6αρα(τά) = σκΐίδαλα.
Σιϋ ό ι (τό) = α,νθος τι.
Σιγκιάζου = θκοπεύω, βάλλω
επί σκοπόν ο'ς τού σέγκ,» 'ς τό
μάτι, επί σκοπόν.
Σ· ν ά ζ ο υ - ξα — σείω (Οείων
τινάσσω).
Σιοΰ ρδο υς—εύήθης (βυΓά'υϋ).
Σ ι ρ κ ό ς (Παλιγρ.) = σερνικός
(άρόενικός), Ιδ. σελ. 15.
Σ ί τ α (ή) — λεπτόν κόσκινον.
Σ κ ά μ μ α (τό)=τό σκάμμα τοϋ
οΊίπωνος.
ϋκαμμάγκια (τα) = τό
χνούδι το έξερ^όμενον κατά την
ϋφονθιν ένεκα της προστριβής
τοϋ "χτενιοϋ» επί τού στήμονος
(σ,τ,μόν).
Σκαπιτώ - ετσά = παίρνω
δρόμον, φεύγω.
Σκαρΐζον (Λσκαίρω · αρίζω)
= έξάγω τι της θέσεώς τού, τρέ-
πω είς φυγήν (κυνιιιβτικϊι καί
πονμενχκιχ λέξις).
ΣΙ,κ ι α π έ ρ α:=ίσια πέρα, πρός
τα πέρα, είς τα ξένα·«άποϋ σ· κ ι α
πέρα» άπό τα ξένα.
Σκλέντζα = ταιλίκα (άλ-
ΚΑΙ ΤϋΝ ΙΙΕΙΊΜ11Ί1Ν ΑΥΤΟΙ"
λαχοΰ).
Σ κ λ φ ό ς =σκληρός· ·σκλιφό
καρύδ,· κάρυον σκληρόν, ούτινος
αί σκολλΐτδβς δυσκόλως έξάγονταν
«ο"κλιφός ανθρουπους» φχλάργυρος.
Σ κ ό ρ τ ό α (Λ), κόρτσα (Σιατ.)
-κόρις.
Σ κ ο ϋ λ λ ου ς (ό) :— σκοΰλλος
(σκόλλυς), σκλλύ (= σκολλΐ^ον),
ύ κ λ λύ δ , — σκολλύδι(ον).
Σκούφκια (Λ) — Λκούφια
(Οκύφος) (σκύφ)ΐ - αα, ώς κάμπη
- ^α).
ϊικύδου = κύπτω.
Σ λ ην α (Λ) (σΌυληνα)=(ίωλήν
(ό θαλάσσιος).
Σ λ ό τ α (Λ)— χιονόδροχο.
Σ λ ο ύ π, (τό)=μορφή· ξισλουπ-
στους = ξεσλούπιστος = ά,περι-
ποίητος, ώκ(Λθαρτος.
Σούδα (η) = τάφρος.
Σουζάτους (ΰφζω) ζζ σφος
(Ιδ. σελ. 62).
Σ ου κ κ ούς (δ) — ή ακαθαρ-
σία όπλύτων έρίων (βηοοαδ).
Σοϋμι (τό) = επίθετον άποδι-
δόμενον είς τίνα καΐ γινόμενον
ούχ σπανίως έπώνυμον αύτοϋ.
Σπίθ, (Λ)— ξυλίνη ΐπάθη·
όπαθίζου — πλήττω διά τής σΊπά-
θης.
Σ π ά π χ α (τά)=η άποσκευή.
Σπουρια (Λ) — διαμέριόμα
σηαρτοϋ.
Ιτάμνα (η) =η στάμνος
()ταμν - στάμνα).
Στάφνους (ό| — στάφνη
(ΛτΛθμη).
Σιτήζτρου (τό) (έν Σιατ.
σ·τέζιρου) = κούτσουρο.
Σ· τ ι ά ρ (τό) = σιτάρί.
Σ, τιλλιάρκ' λβιτουρ]ά =
Οκουτελλιάρικη προσφορά, μικρά
προσφορό τιθεμένη είς τό «σκτέλ-
λ,· σκουτέλλι (τό άγγεϊθν έν φ
προσφέρουσι τα κόλλν6α(κόλλ'
Ιδ. σελ. 15.
Σ,τιν6 (τα) — Λ στενοχυ
καί χά ίτενα ένδΐιματα, η εί
πατκη ένδυμαΰία, τα φράγκικι
Σ, τ ι ν ο ύ ρ α (Λ) — στενωΐ
Σ,τοιδάζου-σ'τοίβα
—σωρός.
ϋτονμπους (ό)=τό ΰτο
πιο"τηρι καί στοϋμπου ς=φ
λα μαλάχης στουμπιΰμένα
χρησιμεϋοντα ώς φαγητόν νησ
σιμον.
Στουχάζουμι - άσ·κα
στοχάζομαι, σκέπτομαι.
Σ, τρέγου = Οτέργω· άσυνί
τριγονς;=ό δυθευχαρίύτητος, Ο
θα ΟΌς.
Σ· τ ρ ι μ ώ ν ο υ - ξα —: συμτι
ζω, συνωθώ.
Στρούνα (η) = θρίξ ού(
ίππου.
Στρόφους Ιό, = στρόφος
ϊ, τ'χώ - οίχο"α=στοιχώ, μιο
τίνα ώς ύπηρέτην.
Σ, τ χ β ιόΐτό) = στοιχείον, φ(
τασμα.
Συγκόρμιτσσα (η|=η δι
τέρα γυνή τινος πρός την πρώττ
Συδρονμώ ( συνδρομώ ;
φροντίζω.
Σ υ μ π ρ ό ς [ό). Ό γεωργός
έχων ένα μόνον βοϋν συνεταΐ|
ζεται μετ" άλλον, ίν' άποτελέ
ζευγάρι, ζητεί συμπρόν (συμπρ
γόν ;).
Συμφάδα (Α) — συννυφάδ
Σινάρ]ονς-α-ον=: πολν
ραιός (συνάραιος).
Συνέρ^ ( ή ), Οτνιρΐζου
(συνερίζομαι).
Σύννιφου (τό|= σύννεφο
Λυννιφκιά (Λ) = συννβφιά.
Συν τρ ό φ' |τό)—βρσκκΐ (κα
εύφημισ'μόν).
104
ΜΕΛΕΤΗ ΙΙΕΡΙ ΤΟΪ ΓΛ11ΪΣΙΚΟΪ ΙΛΙ11ΜΑΤΟ1 Ι'.ΕΛΒΕίΝΤΟι
Ε υ ρ μ η (Λ) — κρημνός κατ έ-
πιδημία.
Σ ΐ· ρ τ ς (ό) = ο"ύρτης, Ιδ. διά-
δρουμους.
Συΰρ (τό) (Σιατ.) = σι^άν,
(Βελ6.).
Σ φ ά λ λ ι α (τα) (σφάλλια)—«ξέ-
να λόγια», ραδιοι,ργίαι (Καταφ.).
Εφ ϊχτς (ό) — σφάχτης.
Σ'φυλίστρια (Λ| = συρί-
κτρα (οΊφυρίζου = συρΐζω).
Σών ου = σώνο), τελειώνω.
Τ α γ ά ρ, (χά) —μέτρον των δη-
μητριακών καρπών.
Ταλιτουμάτ —: τοϋ Λλιοϋ
τό μάτι —ήλιοτρόπιον, Ιδ. σελ.
34.
Τάξι 'πέ (τάξε εΐπέ^ττάξε
πώς θά πφς) —: «σαγ καλίί ώρα-ι
λόγοι; χάριν. Τό ασάγ καλΓι ώρα·
λέγετατ παρόντος τού ώς παρα-
δείγματος λαμθανομένου προσώ-
που ϊι ώντχκειμένου.
Τ έ λου ς (ό) ^: τό τέλος «κα¬
λόν τέλουν '» καλόν τέλος.
Τέμπλα (ή) — μέγας κοντός.
Τέμπλον (τό) (Ιβιηρΐυιη) ζ:
τό διαχώρισμα τοϋ άγίου βτϊματος
άπό τού λοιπού ναοϋ.
Τιάφ , (τό) —θειΛφι.
Τιέλ, (τό|— εΐδος κεντήματος.
Τιλενμίσ. μιρου (τό) —, τό
τέλειον μεΰημέρχ, ακριβώς ή με-
σημδρία,· «τού τέλι τού μισ,μέρι»
ακριβώς την μεσημβρίαν (πρβλ.
καΐ ώγρικάτο··κου κτλ. έν σελ. 12,
ών δααφέρει τό παρόν κατά τουτο
μόνον ότι άποχωριόθέν λέγεται
καί απολύτως: τού τέλ, τού...).
Τιναθκίι (Λι —; τιναχτική
κοπάνα, κοπάνα, της οποίας γί-
νεται χρήσις κατά τό «τίναγμα»
(μέρος τής πλύσεο^Ι.Τ, ν ά ζ ο ν—
τινάο"ΰω.
Τ λ ι γ ά δ, (τό) — τυλιγάι5ινον).
Τ λ ο ύ π α (η) ζ= τολχ'πη (του-
λούπι - α).
Τ ό π· (τό) — σφαϊρα καΐ τακού-
νι των ϋποδημάτων.
Τουμάρ· (τό) (τόμιον)—;δέρ-
μα, δλλο παράτό «διρμάτ» άσκόν.
Τ ο υ ρ ό ς (ό) — τορός, δρόμος.
Τ ο ΐί φ α (Λ) —: πυκνόν δθροι-
3μα όμοίων προγμά,των έν είδει
θυαάνου (πρβλ. καί νεοελλ. λεξ.
Σκαρλάτου).
Τρανός -η - ό — μέγας. Τρα-
νός - η — πάππος, μάμμη.
Τραοϋσσα (Λ), ίδ. βιτούλ,.
Τράπιζους (ό).—μέγα τρα-
πεζομάντηλον (Σιατ.).
Τράτους (τό) — διάστημα,
άπόστημα.
Τ ρ α υ ώ (ταυρίζω)—8λκω, σύ¬
ρω· «τραυώ χέρ,» παραιτοΰμαι.
Τ ρ έ 6 λ α (τα) = λαχανόν τι.
Τ ρ ι 6 ή (ή) = τόπος τριμμένος,
πατημένος.
Τριχια (Λ)— τρνχιά, τρίχι-
νον εΐλητάρι(ον).
Τριώτς (ό)—ό τριώτης (Λ
αλλαχού έννιάδα).
Τ ρ ο υ κ α λ ό ιρους —: τοπο-
θεσία τις.
Τ ρ ο υ π ι (τρόπις) — μέγα τε¬
μάχιον Λθρμοϋ δένδρου.
Τρουχάλα (Λ) —λίθος χει-
ροπληθής.
Τ ρ ό χ α λ ο υ ς (ό) — τοϊχος.
Τ ρ ύ γ ο υ ς (ό) (τό τρύγος) —
ό τρυγετός.
Τρυπουσάκκι (τό)—:«τη-
νόν τι μικρόν.
Τθαγγαρΰηύ λ'(τό)—: τΰαγ-
γαροσοΐ/γλι.
Τθάκκ (τό) — δισάκκι(ον).
Τβαμνώ — τσαμπουνώ.
ΚΑΙ ΤίΙΝ ΠΕΡΙΧίΙΡΩΝ ΑΥΤΟΥ
105
Τσαμπουλό» (τό), Ιδβ γριν-
τζούλλι.
Τσέργα (η) = βαρΰ μάλλινον
κλινοσκέπασμα.
Τσέφλιου (τό) = τσ"ώφλ,οιο —
'ξώφλοιο.
Τόιαουλλ· (τό) — σιαγών.
Τ σ ι α π ά ρ· (τό) (Σιατ.) = 5ει-
ρΛτ' (τό) (Βελβ.) —: παρυφή τις.
Τ σ ι 6 δ ό ς (ψεύδος = ψευδης) =
τραυλός.
Τσίγγονς (ό) —· ψευδάργυ-
ρος.
Τ σ ι μ ο ύ ρ, (τό) = τσιιιπούρι=
κρότων.
Τ ό ί μ π λ α - ιαζου (Ιδ. Άθη-
νάς Α 325).
= φιλάργυρος.
βου ς-ούλόθριξ.
ΤσιούτοΊανους = μικρός.
Τσιτσελλου (Λ)= πόσθιον
τσιτσέλλας = πόσθων.
Τ σ ί π ρ ο ν (τό) = τόίπουρο·
τσιπριά,τς (οϊνος) — λαγκιρονς
(Σχατ.) —λσ.κυρος, οϊνος στβμφυ-
λίας.
Τ σ λ ο ϋ φ> (τό) (πρ6λ. τό Συμα-
ϊκόν ταουλ) — Λ πσρα τοϋς κρο-
τάφους κόμωβις.
Τσ·πουν (τό) (Καταφ.) =
σκτΐ (Βελβ).
Τσύδαλου (τό) (όκύδαλον)
=: μικρότατον τεμάχιον «γΐγκιν
τσύβαλα» έθραύσθη είς μικρότατα
τβμάχνι.
Τσυτσ. φίδ, (τό) —πολϋμι-
χρόν,μικροσκοπικόν πραγμα (τυτ-
θόν -τυτθίδι(ον).
Τύλους (ό), κουφουτΐιλ, (τό).
Τό πρώτον σημ. ξύλινον πώμα
ατρητον, τδ δεύτερον τετρημένον
τοιούτον (κανουλλα ίν ΆΘΆναις).
Τ, φάνια-τ.φάκια (τίφος)
= κατ& στίφη.
Τπιργα (τα), τα αλλαχού
Ο ύ ν ε ρ γ ο.
Φ
Φαγανός = ό τρώγων πολΐι,
τό αντίθετον «κακουφάγανους·.
Φά δ. (τό) =ύφαδι(ον).
Φ α ν ό ς (ό) — ό φανός τής καν-
δήλας καΐ Λ ηνρά Λ οναπτομέντ»
πρός τέρψιν κατίι τάς άπόκρεως.
Φαντάζου - φαντάζουμι ·
φάνταξα, φαντάθκο, φανταγμέ-
νους - φάνταγμα.
Φαρμακουπτια (Λ) = πυ-
τι6 φαρμακιοϋ,ανθρωπος,ό οποίος
•στάζει φαρμάκι».
Φαρΰώνου = περιορίζω διδ
σανίδων.
Φασιμνιό (τό) — καιρός,
καθ" Λν «τρών· κρεοφαγοΐτοΊ^ φ α¬
γ ώ σ ι μ ο (ν) αλλαχού.
Φειδουπόκαμπσου (τό
= 'φειδοποκαμισο, λεδηρίς.
Φ έ ρ ν ο υ - Άφιρα £ν τιοΊ
ποιγνιδίοις έχει όλως Ιδιαιτέραν
σημασίαν »ΰ φέρνου» σέ περνώ
(τοπικώς). Τούτου παραγωγόν εί¬
ναι τό «φιριόκια·· (Λ); ·ό' 6χου φν
ριβ'κιά, φιριΰ,κιούλλα» Τι καΐ α¬
πλώς «σ" έχου» (εντεύθεν έρμη-
νεΐιεται τΥ μνημονευθεΐαα Λδα ώς
Ιδιαιτέρα ΰημαο"ία τού έχω) = σ!
ΰπβρβαίνω, εϊμαι απώτερον τοί
σκοποϋ ϊι σύ. Φέρνου έπίσης σημ
καΐ παρεμφέρω, όμοιάζω (άλλαχοί
παραφέρνω).
Φ έ τ ο υ - φιτιΰινός —; εφέτος
έφετινός (Ιδ. σελ. 14 σημ.).
τάφιγκοιαλώνια — ταύ
θεντικά τάλώνια (τοποθεσία τις)
Φίρτα η "(Βελβ.), πονδ}ί
(Λ) (Καταφ.), τάβλα (Λ) (^»ατ.
τ βολά (Λ) (Βόσοβα) — ποδιά
10*
106
ΜΕΛΕΊΊΙ ΙΙΕ1Ί ΤΟΤ ΓΛ1111ΙΚΟΥ ΙΛΙίϊΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΓίΤον
'μπροστέλλα· πουδιά (Λ) έν 13ελδ.
σημαίνει τό πρό των ποδών μέρος
τοϋ ένδύματθς· πουδανάρ' δέ (τό)
= ποδεών τοϋ $ρακκ%οϋ
Φ κ έ λ λ, (τό) (θκέλλ, έν Σκου-
τίνα) —δικέλλΐ(ον)· Ιδ. σελ. Π.
Φ κ έ ν τ ρ· (:ό) := (3ο·υκέντρι(ον).
Φ λ ά ρ· (τό) —εύτελές μικρόν
ύπόδημα, άπλή (φελλάριον από
τού φβλλός, όπως έν Κρήτη λέ-
γονται (φ ε λ λ ο ί ).
Φ λ α ϋ τ ά ρ· (τό) — βλαστάρν
Ιδ. σελ. 35.
Φλαστηρό (τό) (σφραγισιη
ρό) =σφραγιστήριον των προσφη-
ρών.
Φ λ ι 61 ρ η — θλιδερή, έπώνυ-
μον (παρασούμι κυρίως) Ββλβεν-
τηνοϋ τινος.
Φλοΰστρου |τό) = τό(1πο-
βαλλόμενον έκ τοΰ σίτου φ λ ο ύ·
δι κατά τό στούμπκΐμα.
Φουγό λ' (Λ) Ιδ. ζιά ρ. (Λ).
Φού κ ά λ, (τό) κατ φουκΛλ, (Λ)
(Σιαχ.) = φιλοκαλι(ον), σάρωθρον.
Φουντακιίι(τι) — δέ σιΐ'ΐ.
Φονρφούρια (τώ) (Γιιι-Γιιγ)
(έν Γβρανεία,ττ^ ετέρα των ιΐυνοι-
κιών Σιατΐστης) = λόζιους (ό)
(εν Χώρα Σιατ£3τΛς) = ξηρά χόρ-
το, φρύγανα. Ταυτα ΰυλλέγουσΛν
έκεϊ οί παϊδες από Σκπτεμδρίου
κσΐ Αύγουστον άκόμη, φιλοτχμού-
μενοι μάλιστα νά πολλαπλασΊά-
όωβχν αύτοι κα^ δ»ά κλοπης ίι κα»
άρπαγής τοϋ φρυγανισμοθ δλλοιν -
παίδων τής ετέρας ίι καΐ της αυ¬
τής συνοικίας, ίνα κατα την πρό
τής παραμονής των Χριστουγέν-
νων καΐ των Θεοφανείων νύκτα,
τα Κόλιαντα κα τα Σού ρ ο ν-
6 α, χρόνον χαρας αύτόθι κα εϋ-
θύμων έπισ«έι|;εων, άνάψωο"ι μεγα-
λοπρβπεστέραν κλαδαρια ;φα-
νόν Ββλο.).
Φραγκίτσα (η) = δνθος τι,
καΐ κύριον ονομα έν Λσματι :
«Φραγκίτσα 'δώ, Φραγκίτσα 'κεϊ.
Φραγκίτύα παει 'ς· τη βρύσι ...».
Φρουκλλίτσα (η) ΐδ. βΐλα.
Φ σού ν. (τό) (Σιατ.ι-φυσούνι.
Φ τ ι ν ό ς = λεπτός, φ ν ό ς δέ
—= εύθηνός· ίδ. σελ. 15.
Φτός (ό) (τό φυτόν) — εΐδος,
ιΐαμάρι τοϋ φυτοϋ.
Φ τ ο υ ρ ώ Ιδ δουρώ.
Φ τ ρ ί δ α (Λ) — ρώτριδα (αλλα¬
χού;.
Φ υ λ α κ α ς (ό) = τό περικά-
λυμμα των δεσμίδων τοϋ τσιγαρο-
χάρτου.
Φ υ ρ ά δ α (η) =ρωγμή· - φυρός
=: ό έχων ρωγμάς· φύρα (Λ) — α-
πώλεια, στέρημα, ζημία.
Χ ά 6 δ τ ς (αί) = εΐδος κεντή-
ματος.
Χαβδώνου — κάθημαι μ' ά-
νοιι: τα τα ο"κέλη.
Χαΐδβύου (ηχάδιον) = θω·
πεύω· Χ ά ι δ ο υ (η) δνομα κύριον
έν Ιιατ. (Χαιδω)· χάδ;α (τα) (ή-
χάδια) = θωπεΐαι, περιποίησις.
Χαλέ6ονζ= ζητώ (('καλεύω
κατά Σκαρλάτον έν λεξ. τής καθ"
ημάς διαλέκτου· μήπως δμως ί-
χομεν έ^ τούτω τό αρχαίον ρήμα
χαλ,έπτω ; )
Χ α λ, κ ι α ς (ό) — χαλκεύς.
Χαμαίντρυου (τό) (χαμαί-
δρυον) — βότανόν τι Ιαματικόν.
Χαμώρ^ας (ό) = χαμώρυξ,
άλλως σφάλαγγας.
Χ α ρ ά (Λ) — Λ χαρά και ό γά-
μος- .ς τς χαρές. είς τούς γάμους
καΐ είς τόν καιρόν των γάμων ;τό
πρό τής τεοσαρακοστής των Χρι-
στουγέννων «φασιμνιό-).
ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΙΐΡΙΧίΙΡίΙΝ ΑΥΤΟΓ
107
ΧαραΛ-ές = όρθρος, χάραγ-
μα· «βαθές χαραές. δρθρου βαθέος·
χαρα.ζου = χαράόο-ω. Χ ο ρ α ζ, (χα-
ράζει) = ύποφώσκει.
Χαράν (τό) (χαράρι αλλαχού)
= τρίχνος σάκκος.
Χαρδαλα (Λ) — όπΛ. Χάρ-
δαλου (τδ)=διάτρητον ένδυμα.
Χάρκουμα (τό)—: χά.Ακωαα
(λέδης χαλκοϋς), αλλά χαλκό -
χαλκουτοΌυκκ, (χολκοτϋούκκαλο).
•Χαλκουτσούκκ. μι δίχους ηά-
τουν, πνρουό,τχιά μ' Βνα πουδά-
ρι», παροιμΐα έκφραστικη εύτε-
λοθς κληρονομίας ίι προικός.
Χ α ρ ν ά μ — έκών Ακων, τ£ νά
γίνΐί!, έστωϋδ. σελ. 48 κέξ
Χασαπλιό (τό) (παρετι/μο-
λογία Λντ» χασαηιό) — κρεοπω-
λεϊον.
— εύΛθης, χασ·μιρεύου =
μ, περΐπαίζω.
Χασουμιρ ώ = χάνω τόν κατ-
ρον μου, χρονοτριδω.
Χ ) = ίνθεσ»ς (έν Σιατ.
Χειρδουλτάζου = χειρο ■
δολιάζω· χειρόδ(ου)λου (τό) =
χεχρόδολον, δβμάτιον λίνου.
Χβιρόμπλα (τα) =
μυλα.
Χ ε ρ ό τ, (τό)—.χειρόρτιον.
Χενρτσούκκαλα (Λ)=χιχ·
ροτϋούκκαλα, τόουκκό,λτ μέ λαδην
έν είδει γεφύρας άνωθεν τοθ στό-
ματος.
Χ έ λ- καΐ Χιόλ· (τό) = χέλυ
(έγχέλυον).
Χίντικου νημα := βαμδακε-
Ρόν νήμα (Ινδτκόν).
Χιόχ. (Λ) — χαίτη.
Χλιαδώρας (ό) = θαβώρας
Ιίπώνυμον).
λ >. ά ρ, ( τό ) —: κοχλιάριον
χλιαρουθΛκα = - ΘΛκη.
Χλχαρίζου— 4πο6άλλω τα
ξυλώδη μέρη τοϋ λίνου.
Χ λ ι α σ· τ ή ρ. ( τό ) — χλιαρι-
στΛρι, τό όργανον, δι' ού »χλια-
ρίζν·· χλιαρονπέτσ'κια (τα) —ρά-
κη, δι" ών καλύπτουσι τα γόνα-
τα κατά τό χλιάρισμα.
Χλιμιτρώ — χρεμετίζω.
Χλουρός = χλωρός· χλώρ· (Λ)
= Λ χλώρη (αντίθετον τού «Λ σ>-
τέγν») ·χλώρ· ϊι σ·τέγν.;. χλώ-
ρη ίι στέγνη ; ανάλογον τού -κο¬
ρώνα Τι γράμματα;».
Χ μ ώ - χύμπσα —χυμώ.
Χνάρ^;α (τό) = χηνάρια (ό-
νομασία πτιινών).
Χνόπουρους (ό) καΐ - ου
(τό) = φθινόπωρον.
Χνούδ· (τό) = χνοθς.
Χ ό δ, (τό)· «δνα χόδ,· =.μνια
«Ρουλά» καΐ «μνι6 θί'λά(ς)ιι = μιά
φθρίι (έν ταίς πβρτ. τό Βίλβ. κώ-
μαις).
Χ ο υ λ α ί 6, (τό) =περτκνημίς.
Χ ου ν τ ρ ά τ το υ (τό) (παρβ-
τυμολογία έκ τοϋ χοντρός) —οοη-
ΐΓ&οΙυιη, συμβόλαιον.
Χουρ&Ι (τό) = πήλινον Λγ-
γεΐον τεθραυσμένον κοτά τό Ανω
μέρος· χουρϋέλλα (η) = μέγα χουρ·
>{. Αύτ6 τούτο λέγεταχ έν Σκου-
τίνσ, χ ρ ο ύ π,· «κάθττι τού χρουπ.
κΐ γιλ(ΐει τοϋ τϋκκάλ » (παροιμία;
-•είπεν ό γάιδαρος τόν πετεινό
κεφάλα·.
Χουρίζου— χωρίζω· ·χου-
ρίζου ι|τουμΙ» κόπτω άρτον, έν
δέ ττ5 ραπτχκτί .κόφτω·· ·χονρί-
ζου τού χέρ'·· (Στατ.) κόπτω τΛν
χεϊρΛ μου.
Χούφτα-χουφτώνον=
φοϋκτα κλπ.
Χ ρ ε ί α (Λ) — άπόπατος.
Χρτφειλτώτς καί χ ρ ι ο υ-
108
ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΗ1 ΤΟΥ ΓΛίϋΣΙΚΟΥ ΙΛΙΩΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΓ
φβιλέτς (ό) = χρεωφειλέτης·
«απού κακδγ χριουφεχ.λέτ·ν, κ' δνα
ΰακκι β,χυρου» (παροιμία) άπό
κακόν χρεωφειλέτην κα'ι αάκκος
4χύρου είναι εύπρόσδεκτος είς
εξόφλησιν.
Χώμα-ατα· «ς τα χώματα»
(παιδικη ίκφρασχς) τδ νεκροτα¬
φείον .
Ψ
Ψαρουνέφι (τό), αλλαχού
ψαρονέφρι = η εκατέρωθεν τής
ρά,χεως τού χοίρου έπιμήκης λω-
ρς τ!;αχνοϋ κρέατος.
Ψ· κ Λ (Λ) ^ ι!τυχή· «μΐ πουνεϊ
Λ ι|γ·κτ» = κοιλιοπονώ.
Ψ«φϊ (τό) (ξχφίον) =
ράκι.
χίτόα), καιΐτίχα (καμμία ψίχα) —
ύλίγονδλλως ■. μνια στοξιά, μνι4
ρανίδα, 6ναγ νίόμπουν, δνα σ,πυρί-
•,σ'πυρΐ δέ μΐ μέλ·, δράμ, δέ μί
μέλι» μοί είναι όλως αδιάφορον.
Ψ· χ ώ ς (ό) = τό Σάββατον των
ψνχών (ψυχοσάβδατον) (των
■φυχών - ό ·φυχώς Ιδε σελ. *7).
Ψ ο υ φ ώ επί άλόγων ζφων καί
έθνικών έχθοών =άποθντϊσκω· 4λ·
λως «τα τΎάζου, τ4 βάζου, τ6 τί-
ναξα, τα 'βαξα».
Ψυχουμαχώ = ψυχομοχώ,
πνέω τα λοΐσθια.
α
"Ο ρ α (η) = ώρα κα ωρολόγιον
(άλλως ρουλόι ϊι λουρόι).
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΤΟΤ Β'. ΜΕΡΟΪΣ
Α'. Μυρολόγνα Βελβεντοϋ.
1.
« Άιτόψι τούν τή νύχτα τί πικρή βραδιά !
Μα,ς πηραν τούν Άντώνι *, μά; τοϋν εκλιψαν.
Κάνίνας δέν τοΰν είδιν άπ'τοΰν ταϊφχ,
μούγκι ή μάννα τ' ιίδιν άπ' τού παραθύρ^
— Βαστά, βά«τα-ν-Άντώνι μου, 8]6 λόΐ* νά ιΐ 'ιτώ.
— Άγλήγουρα, μαννίτια μου, μί φεύ] ή βυντρουφκιβί.·
τού ορόμου δέν τούγ ζέρου' πώς πάνου μαναχός !».
2.
«Τρείς μερίς ϊχου, νιρό ϊέν τίπχια
κι άπόψι ηιτχΐα κ' ϊπχϊαβα άερτι.
Καϊΐμίνη μάννα, ο'εμ 'ιτη'λουΐέβι ;
Δια παίρνεις δρόμουν, δϊμ παίρνιι; στράτις,
νά 'υρίίς βουτάνια νά μί ΐατριψτης ;
Κάτου 'ς τοϋς κάμπους 3*τροί ο^αβκΐνουν.
Σέρνουμ βουτάν}α ίά πάσα πόνουν,
1* ιτασ' άρρώβ^χι*, ιά «α«α άίρτι.
— Ού θκός σ' ού πόνους ^τριά ίέν εχιι».
3.
«Τώρα θίλου νά κινήσου,
δι 'μπουρώ νά ζιγουρίσου
απού τού καλό μου β,ιτίτι,
ι. Τ ό ονο|ΐ« τοΰ
110 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΛίΙΙΣΙΚΟΥ ΙΛΙΩΜ4ΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΥ
άττοΰ ζύι γλυκΐά μου μάννα,
απού τα γλυκά μ' άδίρφκΐα,
απού τοΰς γλυκοί [*' γειτόνοι,
απού τού γλυκό μου βόΧΐ).
4.
«Μιά ίμουρφιο τριανταφυλλι* είγα μίσ' 'ς, την αΰλή μου.
Κχιαι τα φύλλα κρασιν* κΐ τα τραντάφλλα μοϋρνα,
φκιάν, έναν ησ^ΐουν δρουσιρόν, όλουν δρου^κΐα γιματουν.
"Οσοι 8]αβάτις »ι άμ πιρνοϋν, βτρατ^ιώτις'κ^ ά[Α πιράσουν
κουντά σ} αΰτόγ ξιπέζιβαν, κουντά. αι αυτόν κουνίύουν.
Ί5)άβγ)κιγ κΐ ού χάρους μου, κΐ αΰτος έκεΓ κουνεύιι'
κί βγάζίΐ τάργυρό σπαθί κί κόφτει τίς ριζίτιις.
Μαράθκιν ή τρίανταφυλλιά, μαράθκαν τα λουλούο^α.
Κ' ή μάννα της την ηλιγιν κ' ή μάννα της την >έει.
— Κόρη μου, πγιός οί εκουψιν, κί σ,τι'κεις μαραμμέντ) ;
Σά β' εκουψιν ή γειτουνΐά, πουτές δϊν τή ζϋουρίζου».
5.
«Μουρή πιρδΊκουποΰλλα μου μί τ« φτιρά γραμμί'να,
ελα σιμά μου πλάΐασι, ελα σιμά μου πε'σι
άκόμ* τούτΥΐν τή βραδιχ. Την άλλη θ'ος τού ζί'ρει,
η ζοϋμι η πιθαίνουμι η α άλλουγ κόσμουν παμι.
—°Οντ«; νά σ,τΰψ, ή θάλαββα, νά γίνγι πιριβόλι,
τότις. μάννα μ, νά καρτιρης, τότις νά παντιχαίνης.
Νά φκιάσιρς ]όμα εμουρφου, διιλνογ καμαρουμενουν'
σά. οέν ίρθώ 'ς τού ^όμα σου, θά 'ρθώ '; τού διιλινό «ου».
6.
«Ποϋ '«, κατιμένν] μάννα ; ελα 'ίίώ βιμά.
Έλ« αψά μ κΐ κάτσι 'ς τού προσκε'φαλου.
"Εχου ο*]ό λόια ή μαύρκ), Χ]ό λό>α νά σί πώ.
Ίγώ ταχΐά 8ά φύγου, Χά ζινιτιφτώ.
©ά κάμου τρΐϊντα χρόν^α, πίσου δέ γυρνώ».
ΚΑΙ Τ11Ν Ι1ΕΙΊΧ11Ρ11Ν ΑΥΤΟΥ
11
7.
« Ίψί'ς ιίοα 'ς τοΰν ΰπνου μου, 'ς τοΰν ΰπνου, ποϋ κοιμούμου>
πώς φιλιβα τοΰν κύρ]ου μου κΐ τοΰ Χριστό κ,ιρνοϋσα.
κί ττ,γ κυρά τημ Παναιά πουλΰ παρακαλοϋοα.
— Κυρά μου, δός μου τα κληδ'ϊά, κλειδ]ά τοϋ παραδείιΐου,
ν' άνοίζου τοΰμ παράο"εισ:υ, σιβώ νά σιρ]ανίιου,
νά ίδώ τούγ κύρ]ου μ' 'ς τοΰ θρουνί, τοϋ Χάρου 'ς τα λουλούδ]»
νά ίδώ κΐ τα μικρά πιδ^'ά ψηλά 'ς τα κυπαρίσσ,κΐα·
παίζουν μί τα χρυσόμηλο: ύ λιτΐμουνοϋν τίς μάννις.»
8.
«Πουλλάκιν-ίίχα 'ς τοΰ κλουβί κί τού 'να 'μιρουμένου.
μί ζάχαρι τοΰ τάϊζα, μόσκουγ κί καρουφύλλι'
κΐ απού τοΰ μόσκου τοΰμ πουλΰ κ} άποΰ τΫι αυρου^ά τού
ζισκανταλίι^κι; τοΰ κλουβ'ι κ' εφυγιν τοΰ πουλλάκι
κί πάεισιγ κί κόνιψιν 'ς τοΰν Άιδτιμητρ,1 'ς τα δε'ντρα,
Κ'ή μάννα τού άποΰ κουντά ι/,ί τοΰ κλουβί 'ς τα χέρ]α
παρακαλοθβιγ κ νίλιγιν, παρακαλεί κί λε'ει.
— Γύρσι πίσου, ιΐουλλάκι μου, πίιου μ('σ 'ς τοΰ κλουβί του.
— Γύρσι πίσου, μαννίτσα μου, κί ο^άφουρου δέν εχιις.
Μ ' ερραψαν τα ματάκΐα μου μ'ΐννιά λουιών μιτάζι,
μί πράσινου, μί κίτιρνου, μ! άξιόγ2 κί μί γαλάζ^ου.
Παρακαλώ τοΰγ κύρ]ου μου νά βρέξη, νά χνουνίσϊ),
1* νά ταποϋν τα ρ'ά|ψατα, τα μάτ(χ!α μου ν' άνοίξουν.
9.
'ΐΜί την αΰγούλλα, τή δρουσ^ιά, κουντά 'ντας βγαίνΐ ού ηλιους,
βγαίνουν τάλάφκΐΐ 'ς( τή βουσ,κή, κί βόσκουν μίσ 'ς τα σιτ1xρ^α.
Κί μνΐά 'λαφϊνοι ταπίΐνή, 8έμ ιτάει κουντά τίς αλλις.
"Ολου τα προύσ,λα πιρπατεϊ, δλου τα προύσ,λα πάνίΐ.
Κΐ ού ήλιους την ίσταΰρουνιν κί τήγ καλιπμιρνοθσιν.
— Καλή μερά σ' λαφϊνά μου. — Καλώς τοΰν ηλίου ποϋ 'ρθιν.
1. Τα έτερον των νικροτϊφείων Βιλβεντοΰ,
2. Άγνοώ την σημασίαν.
112 ΜΕΛΕΤΗ Ι1ΕΡΙ ΤΟΓ ΓΛϋΣΪΙΚΟΤ ΙΔϋΙΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕ1ΝΤΟΪ
Άαφϊνά μ' τί 'σι μαναγ,ιά, δέμ πάς κουντά τίς άλλις ;
Σάν τί καλό 'χου ή πικρή, νά πάνου μΐ τίς άλλις !
ΔώδΊκ-α χρόνια ε'καμα χουρίς κάνχ μουσκάρι
κΐ τώρα 'ς τα γηράματα άπόχτησα μουσκάρι.
Μί ζαράρι τού τάϊζα, μόικουγ κί καρουφιίλλι,
κί τό 'μαθα νά κρύβιτι 'ς, τη ρίζα πού τή φτέρι.
Βγηκιν ού )6ς τοϋ βασιλ}* νά λαγουκυνγιγήσγ)
κ' ίρριξιγ κί τού βάρισιν............».
10..
^ώργι (Χ1, σί κλαίει ή άνοιξι, σί κλαίει τού καλουκαίρι.
— τού τί μί κλαίει ή άνοιξι, 'ς τού τί τού καλουκαίρι ;
Ίγώ 'χου κόσμουν νά μϊ κλάψι μί πόνουγ κΐ μί δάκρΐα.
'Ιγώ μΐ κλαίει ή μάννα μου, μί χλαίει κί μί λυιτάτι,
ίγώ μί κλαίν τάδερφκΐα μου, μί *λαίγ κί μί λυ-οϋντι,
ίγώ μί κλαίει τού «όϊ μου, (μ χλαί,, Χ1 μί λυπχτι».
11.
αΜαβί*2 τοί, -νέθηκιν, τού χάρου δέ φουβδτι,
πό 'χει τα σ,πίτ^ι» τα ψηλά, ψγ,λά κΐ άνουιαζ,μένα.
Κΐ ού χάρους ητ«ν γέρουντοίς κί δέ 'μπουρεϊ ν' άνέβγ,.
'ί, τημ «όρτα 'ποϋ κιρκε-χλιζιν, 'ςι τήμ πόρταν- άιτοϋ' κρούιι,
κάνας δέν άφικράβ,τηκιν, κάνας δέμ Ίτηλουήθκιν.
Μαρία 'ιτηλβυήθηκιν απού τοϋ παραθύρι.
—Πχ,ός εΐνι «ύτος άπ' κιρκιλλίζ,, αύτος 'ποϋ κιρκιλλίζιι ;
Σάν εισί φίλους, κόπχΐασι· «άν εισί ξένους, έΤια.
—Δίν ε(>ι ζε'νους κΐ νά 'ρθώ, φίλους κί νά κουπχιάβου.
μουν' εϊιιι χάρους κ' ε'ρχουμι νά πάρου τημ ψυχή «ου.
—Χουρίς άσ^ένια κΐ άρρουσ,τ,χιά μί τί ψυχη δα πάρτις';
Άίάι ΐά νά ΐϊαλεψουμ, σί μ,ρμαρ,',ν' αλώνι.
Σαμ ιτχιάσ,τηκαν 'ς τού πάλιμα τρείς μερίς κί τρείς νυχτις,
Μαρία μας γουνάτισιν, Μαρία γουνατίζει :
—Παρακαλώ «ι, χάρι μου, κί σί φιλώ τού χε'ρι
Ι. 2. Τ« όνθ|»«τ« τ£ν μυρολογουμΐνων.
ΚΑΙ ΤΩΝ ΠΕΡΙΧ11Ρ11Ν ΑΥΤΟΥ 11
νά, μί χαρί~ς τη ζουί) σΐ πέντι δέ** χρόνια,
1«τ' ειμι πάρα νιούτσικτι, 'ς τού χώμα δέ μί πρέπει,
ΐατ εχου άντραν πάρα νΐόν κί γηρου δέν τοϋ(Α πρέπιι,
πιο)οι πάρα μικρά κί οΰρφάνΐα δέν τα πρέπει.»
■ 12.
«Δέντρουν «ΐχα 'ί( την αύλή μου, τό 'μουρφόν τού κυπαρίββι.
Μ'ίίβ^ιουνιν τού ι^πίτι μ' όλου, μόρφινιν τού μ*χβ.α. μου.
Χίρισιν έ'νας άέρας κϊ μΐ ^ρέμισιν τού δίντρου,
τό 'ριουρφόν τού κυπαρίσσι. Άφκιν κάτι λιιανα κλουνάρ^α
κί άσικτιμαίνι τοΰ σ(πίτι μ' όλου, άβ1κτιμαίνι τον μαχαλα μου».
13.
«Δέντρουν εϊχα 'ς( την «ύλτί μου, ρ' ηβ,κΐουνιν τού β,ΐϊίτι μ' όλου
Χίρισιμ ψγιλός άέρας κΐ μί £ρέμ«»" την άνθη.
Τί τούν θέλου τέθκιουν δένδρουν ; μ' γίσ,κιουνιν τόν β(*ίτι μ όλου
η»,κΐουνιν τού μαχαλά μου κΐ μ> άσ,κήμινιν τού σ,ιτίτι μ».
14.
«Ξινιτιμένου μου πουλλί κί παραπο«νιμένου,
ή ζινιτςχΐά βΐ χαίριτι κ' ίγώ 'χου τούγ καμό βου.
Τί νά βί σ,τεΛου, 1)ρέ ΐίΐοΐ, τί νά «Ι ιτρουβουδή«του ;
Σΐ σ(τεϊνου μήλου, σί*ιττ, κυδώνι, μαραγκΐάζιι.
Σί β(τέλλνου κί τού δάκρυ μου, 'ς ίνα ψιλό μαντήλ
τού δάκρυ μου 'νι καυτιρό κί καίει τού μαντήλι
Νά γράψου μνΐ* ψιλη γράφη κ' ίνα κουμμάτι
ΐά νά τού μάθς πώς «θανα, ιά νά τού μάθς ιτώς χάθκα,
νά μην αλλάξης τί, Λαμπρή, κινούρία νά μή βάλϊΐς,
νά ριν τούγ κλώσης τούν τβΐαμπϊ, 'ς, την ίκκληη« ^η
114 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡ1 ΤΟΤ ΓΛΙΪΣΣΙΚΟΪ ΙΛΙίΙΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕ1ΝΤΌΥ
Β'. ΓαμΛλια Λσματα Βελβεντοϋ.
1.
« 'ν ΐφκίτσχ σου, μχννίτσ* μου, 'ς τα πρώτα τα προυζύμνΐΛ.
Γαμπφό; θέλου νά γένου, νύφη θέλου νά πχρου,
συντέκνου; νά καλέτου, ΐυντ«'»νου; κί Ιορατίμοι».
2.
«ΤοΟ κυρι-γαμπροϋ ή μάννα προΰς τούν οΰρανό πιτοΰσιν
χ,ί τοϋν θιό τταρακαλοϋσιν — κυρ^υ μ, βρί'ζι, κύρ]ου μ, χΐόντσι,
)ιύρ^ου μ, κάμι έναν τίλιουν 'κόμα τούν την ίβοΌυμάοα
νά ζυμώσουμι τίς κλλοΰρις, ΐά νά Λΐίμου τή /αρά μου,
νά παντρε'ψου τοΰν ύ]ό μου. "Εχου σόϊ νά καλε'σου
φίλοι κί καλοί θρατίμοι».
3.
(Τί κακό σας κάμου κί μί ζινουματι .
'ποϋ τού δικό μ τού ι(τΓίτι κί άπ' τού πατρικό μου ;
Πώς δα πά" 'ς τα ξένα κί 'ς τα πιθιρκά μου ;.
ίγώ κάναν δέγ ξέρου κάναν 8ε γνουρίζου».
«Τρεχν τα νιρά, τρί'χν κ' οί βρύαις
τρίχουν κ'ερχουντι νά ίδουν τή
Τρέχουν άρχόντιυσις νά την ττουλίβουν
βάνουν μάλαμα, βάνουν άσήμι,
βάνουν τρείς, κ' οί τρείς μαργαριτάρι».
5.
«Νυσταξιν ή νύφη μας, πλάΐασιν νά 'πουκοιμθΫί
'ς, τής μάννας της τα γόνατα, 'ς τ' άφε'ντη της την
κ' «ϊδιν έ'να Ενουρου — Σταυρά(ι)τους, μάννα μ", ηρθιν
κ' ίκατο-ιν 'ς, τή μίοτι άιτοΰ την αύλή
ΚΑΙ ΤίΙΝ ΠΕΡΙΧΩΡΏΝ ΑΥΤΟΤ
κΐ «πλουαιν τα πλατούρ^ τού κ' ίμένα σ(κίπασιν.
Κι αύτός δέν ήταν σταυραΐτός, μοΰν ηταν ού χυρι-γαμπρόι
6.
αΜάννα μ, τί σ(τεκ6ΐς κρΐάκουργ), σιμά δΐν ϊρχισι ;
Έχου δ]ό λόΐα νά αι πώ, δ]ό παράπουνα.
ιατί μί ίτχντριψις μικργ) παραμικρούτοικνι ;
Μικρόν άντραν ποδ μ' ίδοακις πάραμικρούτσικουν».
7.
«Δείπνα, ι;άννα μ', οείπνα άκόμ' άιτόψ; άντάμα
κΐ αυρ>ου μί τοΰς ξενους. Πώς δάπά'ς'τά ξίνα.
'ς τα πιθιρικά μου, 'ς τα γλυκά 'ντραδέρφκνα μ !»
8.
«Κόρη κάθιτι 'ς τά' άνώιι
κί δέ θε'λίΐ νά κατίβη.
Τάξτι ττιν ϊαλί καί χτένι,
κί πάλι δέγ κατιβ*ίνίΐ.
Τάξτι την τού ■ηαλλτ'ΐ,ιάρι.
τότι θέλει νά κατέβιτι.»
9.
«Μηλού μου κοκκίνου κι άσπρου κί ρόϊίινου,
ιατί μαραίνισι, ι«τί πικραίνισι ;
—Πώς νά μί) μαραθώ, πώ; νά. μήμ ηικραθώ ;
Πώς νά χουρίιουμι, πώς νά μοιράσουμι
άιτ' τή μα,ννίτσα μου, κι' άπ' τοΰν άρέντνι μου
κι' άιτ' τ' άοΊρφάκια μου κ} άπ' τήμ πουλλή σιιρΐά ;
—"Αΐιΐι βυντρόφσσα νά πάμι 1» νιρό.
—Σύρτι δεν ερχουμι, τί μ' άρραβώνιασαν
Ίψες τήγ Κυρ.]«κϊΐ, κρουψές τη
10.
Ν αι μουρή βυμπιθιρά (Αθ
τί πουλϋ κ«κό σί κά(Λου,
116 ΜΕΛΕΤΙΙ ΠΕΡΙ ΤΟΓ ΓΜΙΣΪΙΚΟΪ ΙΔΙΠΜΑΤΟΣ ΒΕΑΒΕΝΤΟΥ
κί μί σ,τέλλνιις τού ΐιράκι
κί μί παίρνιις τήμ πιροΊκα
κι ά^κημαίνει ού μαχαλας αου
κΐ 'μ.ουρφαίνει ού δΊκός σου ;»
11.
«Σ(τέκιτ'ή νύφν) σά βρουνταρΐά.
κ>'οΰοΊ νιόν φουβατι κι οΰδι άγουρουν,
μούγκι μ πιθιρά κι τοΰμ πιθιρό
κί την άντραδέρφη την τρανύτιρνι,
ποθ σηκώνιτι πουλλά, ταχύ:
—Σήκου, κυρα νύφη-ν- ότι ίφιζιν
ΐά νά ζύμωσις ίννΐά. ψουμνιά,
νά ζιπρουβουδήσγις ίνν}ά βουσ,κοί.»
12.
«Πιρδίκα σ,τέχ,ει κΐ λαλεί
πάσα ταχΰ τήγ Κυρ]«κή.
—Βρΐ μή φουβϊσι, πέρδικα
κ' ή(ΑεΙς τρουόρου ιίμισ^τι,
κι άδερφκια κΐ άντραδίρφκια α.»
13.
«"Εχι 'γί'ά, καλή μου μάννα.
—Σύρι 'ς τού καλό, πιδάκι μ.
—Θα μϊ θυμνιθϊίς, μαννίτβα μ,
«ά, ζιστό ψουμί 'π'τού φοΰρνου,
σάγ κρυ|ό νιρο 'π' τή βρύσι.»
14.
«Λίντρα μ, παραμιρίσιτι,
βουνά μου, σ^ιζαρίσιτι,
νά, ο_]άβ( ή νύφη κι ού γαμ,κρός,
νά ο^άβν) κί ού σύντικνους».
ΚΑΙ Τ11Ν ΠΕΐΊΧηΡίΙΝ ΑΥΤΟΓ
15.
αΣιγανά πιριτάτςχ;α, νύφη,
σιγανά. κ), άγάλΐα 'γβίλΐα,
μή λιρώσης τα, τταπούτσ,κΐα,
τήμ πουοιά 'π' τού φιριτζί βονι.
Σϊ 'μαλών' ή πιθιοά «ου,
τί μαλώνεΐ ού πιθιρός σου.
Πάϊνα τού δρόμου δρόμου,
τού β^ινο σ(τιν6 βουκάκι.
'υρίοχου μν>ά μηλιά 'ς τού δρόμου,
ιτοΰ 'χιν μηλα φουρτουμίνα.
Κ> άπλουσα νά πάρου ίνα
κ' ή μηλια μι άιτγιλουήθκιν.
Μην τα. «αίρνης, υ.ην τ'άφίντις.
τα 'χεν άφίνττις μιτρημίνα
κί ]ζ
16.
«Έβγα, ίβγα,κυρα-μάννα,
νά οι^της τόύγ κυρα-ϊό βου*,
ποϋ σϊ φίρνίΐ μννά πιρδί*α,
μνιά πιρδίκα '«οΰ τα «λάϊα,
ιτλάι* ιτλάια «λαΐαζ^ίνη,
μί τού μίλι ζυμουμίνη,
ρ.1 τή ζχχαρι χλαζςμίνη».
17.
«Σίβα, σίβα, κυρά νύφη,
'ς τοϋ κυρι γαμπροϋ τού σ(κίτι.
ΆΧΐ αύτοϋ φουλιά. νά.
κ» άίι αΰτοΰ ν* ξιφ
1. Τό »νρ»-)6 σον («ντι χνβι-^'όοβ·) ιΐναι «ν»λογι»όν χατ· τό
118 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΤ ΓΛαΣΣΙΚΟΪ ΙΑΙίΙΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΤ
18.
«Τού τάγμ* μου μου γυρεΰου απού τοΰμ πιθιρό μου
κΐ ά—ού τή(* πιθιρά μου κί άπ'τά γλυ*ά 'ντρχοί,ίφιιια μ'».
19.
«'ς τάνώια. 'ς τα κ,ατώια, 'ς τα ψηλά βιντούκΐα
καββάδ' εχου κ,ρυμμενου, μάννα (/.', νά μΐ τού ιΐ,τιίλης,
Νύφη θέλου νά γένου, γαμπρον θέλου νά πάρου.»
(Τα γαμήλια ασματα τοϋ Καταφυγίου έ^ϊΐμοσίευσιν έ φίλος μου κ.
Γ. Παπαγεωργίου ιχετά ιτεριγραφής των κατά τόν γάμον έν «Έστία»,
άρθμ. 388).
Γ'. Δεϊγμα δχηγΛσεως κατό τό Ιδίωμα Βελβεντοϋ κα» των
περιχώρων.
ΟΙ τρείς ούρμήνις. (ΑΊ τρεΓς συμβουλαί).
Μγια φουρχ χ' &αγ χιρο ήτον Ιταί .τατέραΐ, σάγ χαΛί) ωρα ....
Αύτος ού πατί(α; ειχιν μούγχι εγα παΚ. Γίγνχοιγ χΐ άΛΛα, μα τονμ
πίθαγαγ. Τί ήΑιγΐγ χ> αύτάς ; Αΰτο χον πιάί, ού θιόΐ νά (/ι τού
χαρΙσι, (ίά τού χάμου γά ζήσΐ άρχουγιαζ, νά τού γ.Ιέπ' ή χόσμονς χ'ι
νά τού χαίριτι, χάγίνας >ά μηγ τού .ϋτ) «παρ'*( στάο». "Οντας τα
'Λιγιγ αύτά ιιΐ τού νοϋ τ, η ήταγ πιγήνΐα χροντών η δεν 1ταγ άχόμα.
Άχίρσιγ απού τότι κΐ δώθι υ'χ δ.Ιίβ^ μι τού παραπάγ. Δ'Λιά γ, μΐ'ρα,
ΰ.Ιιά τού βράόι, δΛον δΛιά. Πιρ^αιι μγΐά χρουΐΐά, δ)ο ^ρονγέ;, τρείς
χ> άχόμα .Ύαρα.ιάγ χΐ άχόμα δεκ ιίχιν άπουΛάψ^ άίπ-τίποντας. Μιρου-
δού.Ι^ μιροοφάπ, ο1ον$τσκ πάιγιγ ή δΛχά τ. Τί νάχάμ^ τί γάσώοι
τώρ'αύτάς ! Τού γήμά γ', δσονμ πάσιν, χάντιβιτ χΐ παράδις άχόμα
δεν ίΐχιγ. «θε μ, Παγαέ μ!» γ^νγάτσιγ χ' εϊπιν «^αχρν'/γ τού
χίρ σ, χάμι τού θάμά σ», χΐ πάΜ δούλώιγ, δού.ΐώιγ, σά Λτσ,τής. ΑΙ Ι
ρά μην τα μαχραίκον^ιι, σημιρα αγιά πιγτάρα, ίνα δεχάρι ταχΐά, εγα
'χονσάς^ τάΛΛι, ίφχΐασιγ χαμπόσΐζ παράδις. Αμα ! δσου νά τς φ*ΐά.ο^,
ί'ίδιγ χ' ίπαθιγ. Τώρα θίΛτς ολ' :ά βάααγα, ΘΙΛτς άπ'^γ τνράγγΐα,
θίΛτς άπ' τα γηράματα (δεγ ήιαγ χί μιχρός μαθε', ηταγ^ίζιγτάρς) άρρύ-
ΚΑ1 ΤΩΝ ΠΕΡΙΧΏΡίΙΝ ΑΥΤΟΥ 119
οκταιμ βαριά. Σήμιρα 'χαμγά, ταχΐά βαρύτιρα ήρθιγ ή ωρα γά
,ΐόμονσιγ τού σ^πίτχ απού γγαϊχις, αγτρ^ μχρά πιδ]ά___ "ΑΛΧ
γαγ, άΛΛι παρηγονρονσαγ ! Ποϋ αύτοι ; άΛΛον χι ο> άΛΛονγ χόσμουγ.
Ά-Ηά' Ιχεϊ πον χόγζιβιγ ή ωρα, ζαγαδ]αγώ0χιγ χα-ψίχα, αγζιγ μγΐά
ρουρά τάμάτ^γ^ χί ζήτοίΥ τού πιδί. Τς χό 'δουχαγ' τού παίργ^ χονντά
χΐ τού Λέβι 'ς τού 'υτί. «.Πιδί μ, γρόσ^α πουλλά δέ θά σι άφήχου,
ετσι θέΛ^ταΐγ όν θ)ο' χ' ίγώ χ' ή σ^χονρψίΎ' ή μάγγα ο ίούΛιψάμι,
όού.Ιιψάμι, τόσον ήταγ ή μοϊρά μας. αύτά ποΰ όά οί πύ τώρα γά τα
φΑάζ, χι δΛον χιράιμίγονς ό ά 'βγγα ι Μι τούγ τραγύτιρό ο χονχ%ΐά γά
μή σ^έρς, τη γγαϊκά σ χρυψο γά μή μ '.τ^, ποντες χαμμγΐά γονρά,
ψυχουπαίδ^ γά μήμ πάρςΐ). Τα 'πιγ αύτά, βάσταζιγ άχόμα χαφίχα χί
σιχονρί0χιγ (άπίθαγε). Τού πιόι παγτρεύχιγ, ή ύΛιά τ πάιγιγ χαΛά χ!
ψύΛαγΐγ τα Αοηα άι ύαύά τ. Νά Ιδοϋμι τώρα τί Λέη χι ου χατήζ τζ
γύχτας (Πχΐός ; — Ή γγαϊκα. Ψι ψι ψι τού βράι τού στρώμα ύρέ
ο,γ( γά αί 'πη, πχιάσ τουγ αύτοΎ, βάΛτουγ γά πΑήσ^ σαπονγι (=βάλ
τουμ ψΛαχή), χόι/τ τουγ, χρέμασ τουγ, αά ό}γ τού ιρχΐάις, ίγΐύ τί γά εΐμι;).
Ή γγαΐχά τ ήταγ απού τραγο σ,πίΓ,. Μέα πατριχό τς σίβιγιγ χ'ίβγιγιγ
οίβασ^Λιάς πασά ωρα, 'ς τού θχό τς, άίπ. Αι! οίγγαϊχις τ άσ,ταίγουντι
χάτι τίθχΐα. Βάσταζιγ μγΐά, βάσταζιγ ό^ό, ό(Ύ τούγ ίχαμιγ τούγ άγτρα τς
χαράπονγον,άμά σάμ πέρασιγχαμπόσους χιρός,ααι!, χαημιΎι άγτρα,τούγ
Λέη, τώρα χάθισι χι σνΛΑονΐίαι χί ού τί ο' εΐπιγ ού ύαύάς σ'."Αιάι γά
πχιάσουμι χ ημείς ψιΐίις μ τού βαα^Λχά. «Λϊ» τί ειπιγ χ> αύτάς ; «οί
γΛέπου τί ζμί βγηχιγ ώς τώρα άπ' τα Λο'ΐα τ πατίρα μ ! Μγ>άγ χι ο*)ό,
μωρε ]ί μου, πχΐάσ^αν ψίΛ^ χι τού 'χαγ χουΛονχύθί μι τού βησκΛΐά'
ψχΐάγ^ χι τού όονΛού τ ψυχουπαίδι. "Αιάι γά ίόυϋμι, εΐπ/γ τώρα, ά¬
χόμα εγα δα ψχιάοον, γά Ιδοΰμι πον δα βτ>ί. Ίχεΐ πον ηταγ ς τού
παΛάτι μγΐά μίρα, ειδιγ τού πΧΛί, πον ού βασ^ιάς χάτοννταγ »ά-τ»
αύτό. ΚαΧύτιρα γά τούγ ίπιργις τού χιψάΛ^, πέρι τού πΛΛί. Μγιάγ χί
δ)6 ού γχουχνράχονς χττάζει άλόρΐα, άίπ χαγέΎας ! Τ* άρπάχγν τού
χρύ6ι 'ς τούγ χόρφον τ χι νφιβγασ^ι, πον$αράχ>α μΐ>. Πιργαιχ άη τού
παζάρ{, άγονράζ' 'έγα αΛΛον πΛΛί σφαγμΐγον, τού μαδαει σι μγΐά χρυ-
φάγα χϊ τού κααίγ^ τ/) γγαϊχά τ. — Νά, μονρή γγαϊχα, αύτό ιιγι τού
πΛΛί ά βασ^Λιά, φχιάσ τού δπονς &ρς γά τού ψάμι τού βράδν Άμά!
άγξι τα μάτ^α ο τίσσιρα, γά μή διίζ πονθιγά, χάθχαμι. Ποϋ αύτάς!
τού πΛΛί ά βαύ^Λ>ά, χον τού 'χιγ 'ς τούγ χόρφον, πααίγι χΐ τού
120 ΜΕΛΕΤΗ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΓΛ11ΣΣΙΚΟΥ ΙΛΙίΐΜΑΤΟΣ ΒΕΛΒΕΝΤΟΓ
κρύ6κ σΐ μγΐά μιριά χρυψά 'π τή γνγαϊχα τ. Α ! νά ιδονμι, Μ, τώρα,
δα τού βαστά^ ή γγαϊκά μ τού χρυψό ; 'Αδι ττ ϊδ)α Γ μίρα, οάν τώρα
γά 'ποϋμι τό 'χΧιψΐγ ού ψίΧονς τού π.ΙΜ, χατά τού δειΧγο — φονη'ς,
χαχά, τιΛ»άΧκδις παρατιΧ'άΧ^ις- τί ; — εχΛψαγ ά βασ^Λια τού πΧΧί'
δπχΐονς μαρτνρήσ^ τούγ χΧίφτ^, δα πάρι μιγάΧον ίπιγονς. *Ας ιίη, «ί-
ρασιγχ' ιχείνή μίρα.Τώρα γά ιδής. ΝάΛΛκ γ, μ^α χάθονχταγ ν γγαϊχά
τμι τού χίγ^μα τού χατΐψλιον άπ' υ ονζόπονρτα μί άΛΛις γΐΐτόγτσσκ;
χι χιγτοϋσιγ. Πον χαταΛαχοΰ; γά χεγας τιΛιάΛτς χΐ τιΛ'αάοϋσΐγ κάλι »ά
ά βασ^ιά τού πΧΧί. ίΑί /», Λίεΐ αύτη, ιδά τού 'νροϋγ χΐ χαΛά ! δέγ
τό 'ψαγάμι χι χαΛά ήμίίς Ιψίς !;» Λϋτος ού Μγονς απού χείΛ^ οί χ^ι χι
ί ά βασ^Λια τοϋ 'υτί. Τού*· τσαχών τούγ χαλο τού γοιχοχύρι χι ιάρουν
άρονγι> τούμ χάγ »ά χρίμασμα ! Πήγιγ αϋΐός ! Ποϋ γά 'γΜπΐΐ ίχά
ΛούκονΛον ! μηΛου γά 'ρρχηζ, χαταής δεί ϊκκρτιγ ι Σάγ τούγ άγεοα-
ααγ ^^Χα γα τούγ κ,ρψάσγ, γύρσικ μνΐά ψουρά χΐ Μει τού βασ^Λΐ^ (νταΐ
χ2 αύτοι: Ιχεϊ.) : Βαο^Χιά μ, γά μί σ^ουρίις, τό 'χαμα, δίγ ξιγεΎιτι.
Άς ίϊγι. 'Γσ,τφα Ιχαμιν χίά^ ί1αθήχί. Αφίνον τρείς χΧιάΛΐζ ό
χΐα, χίλΐα δα πάρ' ή γγάϊχά μ, χίΐχα ου παρα]όζουμ χΐ χί-Ιΐα
ποϋ δα τραβήξη τού ακχγ1 γά μί χρψάσ^. Άχ' δσουγ χόσμουγ ήταγ
ιχίΐ, χάνΐγαγ δεγ τούν άψγιγ ή *αρδ]ά γά τραό*ήζι τον σ^χγί- "ΐαΐ
χαΛος χΐ τούγ άΛ^οϋγταγ. Ο'υ χάρακος, τί ίϊπιγ μι τού γον τ ; : Χι·*>α
μ» άψΐγει αύτάς, Μ, χι χΙΛχα 'π'τού οκχγί γίγουπι δ]ό χΧιάδις' Ιγω ία
τού τραβήζον άρά δεγ τούγ άΛ^πάσι; τούγ Μει ού βασ^Λιάς ; Τιποντας ■
Άς εϊγι, τσάχουσιγ τού ο,χγί. Τότις ού παραπατίρας τ ξαγαγνρσΐΥ α-
κόμα μγιά ψουρά χά τού βασ,Χιά χι τούγ Μει '. ΒασχΛά μ , τού πΛΛι. ο
ίν> Γ* χον χρνμμέγου. ΚΙ τούγ εΐπιγ δΛα τα τριχονμιγα. Νά μην *α
μαχραίγουμι, χρέμασαγ άγιίς αύτογ τούμ παρα)ό τ, αυτόν ΐούΥ ίοουκΛΥ
&ΛΛ^ μγιά γγαϊχα χΐ ού βασ^Λιάς τούγ ά-γάπσιγ άχόμα πΛίτιρον. Μά,
σάμ πώς τού Μ' ή Λόγονς : οάγ τού π ά θ' ν γρίά, μαγτα-
Λώγ ι τ £, ετσι χι οιύτος απού τότις χι 'δωθι μι τού βασ^ΐά δεμ παρα-
χονγονσ^τζιγ, τη γγαϊχάτ ποντες χαμγιά ψουρά χρνφ'ο δέ
V
ήΛιγν *
καρά]6γ ξαγά δεμ πήριγ, "Ετσ% τού 'νρήχιγ χαΜτιρα, δπους τονγ
ιΐπιγ ού πατίρας τ. ΚΙ ζονσιγ χ» αύτός χαΛά χ' ημείς χαΧντιρα.
ΑΙΟΡΘΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΘΗΚΑΙ
5, 13 πέριξ. — 7, 10 ΙδΙωμα. — 9, 8 ό)ατάν. 9, 17 άντ|
ίό. ΛίζιΛ. άναγν. —; χοψονάιά. — 11, 14 άΛιρφάκι μόν!— 13, 16
άντί Ίό. Λίζ. άναγν. —= ιϊόος σταφυΛής. — 14.3 άντί ίδ. λεξ. άναγν.
—ϊ ταψί. — 15, 25 χΛΐασ,τήρχ. 15, 28 καταρροιά—Υΐκα. — 16, 19
σελ. 306. 16, 23 χαΐ. — 17, 8 άκολυσιάνα—:άπόλυιις. — 18, 9
Χαΐζητΐ,ηις (ήις).— 23, 6 ζήγ χΧχά. — 24, 25 άργασίτήρι. — 25, 6
το«ιάτικο. 25, 32 μας μέλει. —27, 1 φιλο(λο)γία ιδιήγησις, ακου-
βέντα»). — 28, 22 ποόσθες: σάΧκ, χαζονσάγανου, χρουστώ καί τίνων
ίβως άλλων. — 29, 16 σπηβά. — 30, 34 τρικατάληκτκ. — 32, 29
-ία-εις. —35, 21 πρόαθες: έν Καρυστία δμω; χοχχάρι ΐκ'ι της αυτής
ακριβώς υημαβίας. — 38, 21 όχι. — 42, 24 Βυνάώκας. — 45, 8
Λο'τ,νίους. — 47, 29 ζ.ιΛ,νΙττϊ.α. — 48, 6 άπηΛουίΐονμι, 48, 8 θαρ-
ροϋσα χ'ήΜγα. — 59, 8 πρόσθίς: χαι^ονζρώ, καψου-χάθυνμι. — 61,
18 πρόσθις: πανίτ^κονς, χθαρίτ^χονζ,—62, 29 πρόαθες : χέζου τα πι~
ζούΛΛια —χιζουηιζούΛ.Ιτς, σνρτα-φίρτα—συρταφίρτας (άκατάστατος)·
—63, 11 πρβλ. ίε(γ) Ουμφ((>(ει)-Λε συμφΐρζ (Άρτα).—78 βραχχί,
βραχκονζούνα.—79 χωΑοχοτρώης.—80 χονχχτόη.—81 αίίίθ',πρόσθες:
Ή παράδοσις δικοΛθλογοϋιΐα, το ίρυθρόν χρώμα τοϋ κεφαλοδέσμου τού¬
του λέγιι ότι κατά τίνα πόλεμον γενόμενον περί τό ΠαΛέχαστρον αετά
την ητταν των άνδρών εξήλθον χποτελεσματικώς αί γυναϊκες κατά
των πολεμίων μι τί χουχ&ρρουχις, ό δέ βασιλίϋς έπέτρεψεν είς αύτάς
νά φέρωσιν είς ανάμνησιν τής νίκης των ταύτης κόκκινον κεφαλόδε-
αμον.—91 Κόφα, πρόσθες: έν Κοζ. καί Σιατ. τσαούρα.—94 Μαγ-
χοντα=νάρθηζ (μακωΧθίθαία ?) 98 "Οχαχτοικ (άπαυτός).— 101
Πτσόρρι, πρόσθίς: έν Σιατ. π{ου)τιόρργιια.— 102 ΣαΛιάρΐα, πρόσήίί:
οαλ'ΐάρΐα έπίσης λέγονται ίκιϊ τα σα./ιάγχΐα {πια.ΐιάχΐα Βίλβ.),ίσως δέ
κ«ί τα ζαχαρωτά Ιλαβον Ιχ. τοϋ κο/λιοιιδοϋς των σχήαατος τό όνομα.
—102 ΣΟρονχΛιάζου, πρόσθες: Ή λέξις κυριολίκτεΐται επί των ίιδρο-
ίτεπόνων καί πεπόνων. —104 ΤιΛεψίσ^ιιρου, πρόσθί;: έν Καουιτία
τεΜιομίσ^ερο.— ίΙ: 8 Που.ΙΛάχι-τ-. — ϊ, 21 ίϊηιγ. —120, 18
120, 19 έπίσης.
Τό παρόν διπλούν τεύχος τιμάται Δραχ.
Μέγεθος Γραμματοσειράς