9538 – ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ

Αριθμός τεύχους

Νο.: 13

Χρονική Περίοδος

Ημερομηνία Έκδοσης

1891
i

Αριθμός Σελίδων

192

Πρωτότυπο Αρχείο

Οδηγίες

Κλικάρετε πάνω στην αριστερή εικόνα για να δείτε περισσότερες φωτογραφίες.

Κείμενο

OCR
Σύνολο σελίδων:
Γ
Ε. Ι
Οί
/
..... Ι
4
0
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΦΙΑΟΑΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΑΑΙΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ
Συνδρομτι έν Ελλάδι έχ. δρ.10. Έξάμ. δρ. 5. —Έν τώ Έξωτερικφ έτ. φρ. χρ.12.Έξάμ. φρ. 6. —ΤιμΛ φυλλουλ. 3Ο.Έξωτβρ. λ. 50.
'Εκδί'δοται δΐς τού μηνός τφ 15 κοΛ 30. — Γραφείον έν οδώ Φτλελλήνων αριθ. 24.
ΑΘΗΝΑ115 ΙΟΥΛΙΟΥ 1891 '
ΪΙΕΪΘΤΝΤΑΙ
ΚΓΓΛΕΣΗΣ■
ΙθΛΕΜΗΣ
ΕΤΟΣΛ'.-ΑΡ.
«β ϊ
""""""""V1
553
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ !
ΜΙΑ ΕΠΕΜΒΑΣΙΣ
Δ ι Λ γ η £ΐ α
νχτενή χατάσχενη ι» ελεγε συχνά περί
"Τ* τής επικειμένης έκλογής ό κ. Γεώρ¬
γιος Πλατής, έκ των έμπειρωτέρων έκλο-
γικών πρακτόρων τής επαρχίας.
Τα δύο κόμ^ματα επρόκειτο νά μονομα-
χήόονν. "Ηδη είχεν άναδείξει καθέν τόν
ύποψτ'ιφιόν τού—ή έκλογή ήτο άναπλη-
ρωματική—καί προηλείφετο. Άλλ' αί δυ¬
νάμεις εκατέρωθεν ήσαν σχεδόν ιό"αι· τό
νάποφανθχί δέ κανείς οριστικώς περί τής
νίκης τοϋ ενός ϊι ττοΰ άλλον θά ήτο πολύ
ριψοκίνδυνον
Έννοεΐται ότι έν μέσω πάλης τόσω στε-
νής,
είχε θέσιν Αύτός διά πανδιιμου άποτυ
χίας Οάπεδείκνυε ψευδη την παρονμίαν
ύποψήφιόν τού κινδννεύοντα, απήντησε δέν εθεώρει καί όλως διόλου απραγματο-
μέ ϋφος άποφασ-ισ-χικόν ι «οΐητα. Πάντοτε διά τουτο οσάκις πα-
»Νά ΰου "πώ, φίλε μόν Πλατή. Τό Μα- ρεκινεϊτο να όνειροπολήση θριάμβονς «-
κροκέφαλο έγω θά τον ψηφίο-ω μονάχ α ρωτος ή ύλλιις εύνοίας, ένεφωλενεν είς τα
γιατ" είνε φίλος μου. υντε 5τό κόμμα χου στιιΒιι τού συγχρόνως καί γλυκεΐά τις ελ-
έχω πεποίθησι, οϋτε στα καλά πηΰ θά πίς, με τίιν όποιαν, ώς οί τέίτιγες μέ την
κάνι> στόν τόπο μας Τό χρέος μου θά κά- δρόιΐον, ήτο ίκανός νά ζήση επί έτη ό
νω καί ή πιτύχη ή δέν πιτύχη ενα λεφχό πτωχος ποιητής.
Άλλ" ό πονηρος Πλατής, ό οποίος, μεθ'
δοα και άν ελεγε λαλων κατα τάς περιοτά-
ΰεις εζη^ολούθι,ινα φρονή ένδομύχως δτι
τι έκλογη ήτο στενή κατάθτενη καί δτι
μία ψήφος—ψήφος μάλιο"τα Ονρουσα δύο
τρείς, φλναροϋαα είς τα καφενεϊα όλην
τσακισμένο δέ δίνω
— Καλό, καλό.
Άμ γι' αυτό σοΰ λέω Χίλια λόγια τόρα
νά μου 'πής, Δερδένη δέ σου ψηφίζο)' "Ά-
δικα κοπιάζεις νά με πείσης.
— Καλ' έγω νά οε πείσω ; Μή γένοιτο !»
τρίτος ύποψήφιος άνεξάρτητος δέν Την Στιγμήν αύτην ό Πλατής ϋπηγέυθιι χήν ημέραν καί γράφονσα στίχους πολι-
καί προφέρων άκόμη την τελευταίαν λέ- χικους —δέν ήτο διόλον ενκαταφρόνητος,
, άφι^ρεσε τόν πϊλόν τού κα'ι έχαιρέτι- είδε τόν ρεμδασμόν αυτόν τον ΜουοΊάδου
χίας Οάπεδείκνυε ψευδη την παρονμΐαν ξ φ>ρ χρ ρμμ
δτι'δύο διαμαχομένων ό τρίτος κερδίζει. ϋεν ε^αφιαιως δυο κυρίας παρερχομένας. μέ χαράν πολλτιν. Τάχιΰτα δ' ένεφωλευσε
"Εμβνον λοτπόν οί δύο· ό κύριος Μακρο- Ή«»αν ακριβώς ή κυρία Λερβένη, ή σύζυ- καί ,Ις αυτού τα Οτηθιι Λ παραθοξοτερα
Έμενον λοιπόν οί δύο· ό ν.ύριος Μακρ
κέφαλος |Πέτρος ποτέ "Αντώνιον) ϋποψή-
φιος τής σνμπολιτεύσεως, καί ό κύριος
Λερόένιις ("Ανδρέας ποτέ Διοννΰίου) τής
άντιπολιτει·σεως, φίλος αρα τοϋ ημέτερον
Γεωργιοι· Πλατή, πάντοτε αντιπολιτευο-
μένον, ό οποίος ποτέ δέν έλειπε νά ρίπττ,ι
τόν καλόν υπέρ τοϋ νποψιιφίου τον λόγον
καί πρός αύτονς τούς φανατικούς τον
αντιπάλονς. Μεταξύαύτών συγκατελέγετο
καί ό κ. Περικλής ΜουοΊάδης, μετά τοϋ
οποίον δικαπέντε ϊι είκοοΊ ημέρας πρό
των έκλογων, £ν άπόγευμα ωραίον τοϋ
Αύγουστον, 6 Πλατής έκάθητο έξω ενός
καφενειον επι τής μικράς Πλατειας, δπον
εγίνετο συνηθως ό περιπατος.
«ΑΊ και πως τα ^λέπεις λοιπόν τα πρά-
ματα ,» τον ηρώτησε,ροφων τον καφέν και
παρακολονθών διά τής άκρας τοϋ πονη-
ροϋ οφθαλμού τοϋς περιπατητός.
«Έγω καί τί ξέρω ;« άπιιντησεν ό Μου-
σιάδης, όσφραινόμενος μέ πεςιπάθε,ιαν
δεθμίδα ίάσμων οτό χρέος μας θά κάνου-
με και ότι γίνη άς γίνη.
— Χμ ! δέν περνοΰνε αύτά 'ς έμας, Μα-
κροκεφαλέοι μθν ! Τοϋ κάκου γνρεύετε
νά μας άποκοιμήΰετε, μμ '
— Γιατί νά σας άποκοιμηαουμβ, Πλατή
μόν; Θά κάμετε την ενεργεια σας καί μεϊς
πάλι τη δικη μας.
— Καλέτί ενεργεια, δέν (3αρυέσαι τόρα!
Ό δικος μας είνε βέόαιος ... *
— Από τα μαϋρα ;
— Έκεϊνο ποϋ ΰου λέγω. Καί μάλχθτα
άπορω...
— Άπορεϊς; χά, χά. . .
— Άπορώ, άλήθεια σΌν λέγω, πώς ένας
άνθρωπος ο"άν κ" έο"ένα, ποΰ θέλει νά κά¬
νη τόν έξνπνο, ύποστηρίζει αυτή τή φο-
βονλεντή ποϋ δέ θά πάρη οΐΐτε χίλονς
*Όΐ.ς.υ
"•ερικλής έξήλειψε τό
θέλων νά συζητήση πρός ανθρω-
γος τού ύποψηφίου, καί ή Λίζα, ή δεσποι-
νίς θνγάτηρ τού. 'ΙΙ μήτηρ, μεσήλιξ με-
λανείμων καί εύτραφής, δέν έπαρονσία-
ζε τίποτε αξιοπαρατήρητον, έκτος τοΰ
έξΌχως γλνκεροϋ μειδιάματος, μεθ' ού άν-
τεχαιρέτα τοίΓς έκλογεϊς "Αλλ' ή κόρη
ήτο ο τι ωραίον. Κύλόγιϋτος υπό τίιν
απλήν κυανην της έσθήτα, ύψηλή, άνθη-
ρά, μέ χρυσήν κυματίζονσαν κομην, μέ
καΰτανους εϋφ είς οφθαλμούς, περιέφερε
την νεότητά της καί την καλλονίιν άνά
την πλατείαν, έν τω μέσω τοϋ κόσμον,
μέ την αφέλειαν εκείνην τίιν άριστοκρα-
τικήν, την αποπνέονσαν άέρα μεγαλείον
πρό τοϋ οποίον κάιιπεται κσνείς καί
μηδενίζεται
'υ Μουσίάδιις την παρηκολούθησε διά
των όφθαλμών. Έΐτο ολίγον ποιητής. "Α¬
πόδειξις δτι έν τφ θνλακίω τού είχεν ήδη
έτοιμον διά τό τνπογραφεΐον χειρόγραφον
ποίιιμα, έξνιινοϋν τάς άρετάς τοϋ φίλον
τον νπούηφίον Μακροκεφάλον Ώς ποιη-
τής λοιπόν εθεώρει καθήκον χον νά ήνε
εύέξαπχος, μετεωροπαθής, τρνφερός καί
νά λατρεύη την καλλονήν. Κπίσης δέ ά-
παραιτιιτον καθήκον τού εθεώρει νά έκ-
διιλοϊ χά αίσθν'ιματά τού ταύτα δια παν¬
τός τρόπον ί·περ5ολικοϋ, προσηλώσεων,-
ρεμίίασμών, στεναγνμών ι:αί επί τέλονς
ότίχων Ί-.κτός των τελενταίων τούχων,
δ2.α τα αλλα ί'φίσχατό ήδη χαί Λ Λίζα
παρερχομένη, άννποπτος Τό παρεχι'ιρη-
σεν ό Πλατής καί ύπεμειδίασεν.
ιι'ΙΙραΐο κθριτο"άκι, αί ,» είπε πρός τόν
πονητήν. «Άν σου τώλεγε ή ιδία, δέν θα
έψηφοϋσες τόν πατέρα της ;
— Γι'αντό δέν ξέρω!» απήντησεν ό Μθυ-
έλπίς, ήν ήλπυν ποτε άπό καταδολής
ελληνικόν ϊυντάγματος πράκτωρ εκλογι-
κός. . . Μιΰή λέξις θά ήρ*ει, έτθι μέ τρό¬
πον. Ί1 Λιζα ήτο τόσω έξυπνο κορίτθι '
Μη ήτο όνειρον; μιι ήτο χιμαη^α ; ΊΙ
Λίζα τόν έόλεπ;. . ή .ιζα τω υπεμειοία.
Το παρετιιρειΜς έκάστιιν σννΛντιισιν καί
έν τη μικρά πλατεία τοϋ περιπάτου θα
είχον ήδη συναντηθή εως είκοσάκις. Σύμ-
πχωσις δέν ήτο βεβαία ... Ή Λίζα άπόψε
τω έξεΛήλου ίρωτα, έροΐτα, ναί. Τό Βλέμ-
μα τού ποηιτοϋ, τό πυρπολήσαν τόσας
καρδίας, μολις ηξίωσε νά χην άχενίση,
καί έξήναψεν ευθύς καί χίιν ιδικήν της.
Ά, ό Μονσιάδιις ήχο εύχνχής !
Τας χαχειας χαύχας ερωχικας κατακχ/ίι-
σεις, ό ποιότης ε^ιεξηγει δια μιάς .τιίίυα-
δοξου ηθικοφυσικης θεωρίας Έφοον^1 ότι
αμα έσυλογίζετο ιδιαιτέρως κα. ονειροπο-
λει μίαν γυναϊκα, το 3λέμμ(ΐ. τού κατά τόν
προσαχενιύμόν εξέχυνεν^ν εϊθος ζωίκοθ
μαγνητισμοϋ, πρός τό όμοιον έκείνηήχο
αδύνατον νά μή προσέ8Ί>. Ή προοΌχίι αύ-
χη, έλεγεν, ήχο το ήμχ3υ τής επιτυχίας.
Τό άλλο ήμισυ, τό ευκολώτερον, ωφείλετο
είς το συμπαθές χον Σύνολον, είς τίιν κομ-
ψήν χου ενδυμασίαν, είς χά δ,νθιι τού,
είς τους στεναν.*°ίς τοκ και επί τέλους
είς χο(·ς οΊίχο'-^ τού—προϋόνχα πρό των
οποίων έκανχατο δτι δέν εγεννήθη άκό-
ιιη επί τοϋ πλανήτου μας γυνή, ίκανή
ναντισταθ1,1·
Λυτην την φοράν δμως, προκειμένον
νά προΓ^-κνση την ώραιοτέραν κόρην τοΰ
τόπον.1 εύδοκήσασαν νά τώ φανί?, ευθύς έξ
ίΚ τόσον καλή, είχε καί αλλο μέσον
σιάδης καί παρεδόθη έκ νέον είς τόν ρεμ-
βαΰμόν τού, όο"φραινόμενος έπανειλημμέ- νσν,'ίΡΟτατον. Την υποστήριξιν τοϋ υπο-
νως τούς ίάσμους τού Είχε μεγάλην εύ- ινΦίθυ -πατρός της, ή μάλλον, - διότι ό
κολίαν, ποιητικήν καθώς είπομεν εύκο- «ηουσιάδης δέν ήγάπα πολΰ την άκριβ-
τον. λίαν, ες τό νάναπλάοΌη επί τή θέα άντι/ λογίαν,-τοϋ πατρός της υποψηφί'™ "
κειμένου τινός, εΐκόνας μελλούσης ?" γεή υπέρ αύτοϋ έ^ίηνρ-^ «βΐ·
: λέξιν τοΰ όποίου διέκρχνε αυτού εύτυχίας. Ώς δέ είχε πεποί&'"*^
υλίαν, είτε, ΰχι τόσον έμ- πολλήν είς την ώραιότητά τοι^.ν-βΐ
μή διαδλέπων τό στενόν ενφΐίίαν_διό
ι ένδομύχ' - θεωρών τόν ούτβ·
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ
νων την ταχείαν τής σελήνης ανατολήν.
Ό ποιητής ειχε παραδοθη κατά την συ¬
νήθειαν τού είς ρεμβασμούς... Τόρα άνέ-
πλασσε πώς, άφ ού" τα πράγματα ήθελον
προχωρήσει όσον έπρεπε, θ' άπήγαγεν
έκονσίαν την ερωμένην τού καί πόσην
έως, τοΰ φίλον δέν θά εύρισκε την εν- εύφροσύνην έν τή ψνχμ. "Ηδη τα οΐκότη
καιρίαν καμμίαν εσπέραν νά την πλησιά- τής εσπέρας σννεπυκνηΰντο. Ή αΰρα ήρ-
ο» καΐ νά την ομιλήση ; Αί, τίς οίδε ! χισε νά πνέχι έκ τής θαλάσοΊις δροσερά,
Έν τή έξημμένη κεφαλήί τού αύτά τό- θωπευτική. 'ιίπϊ τον άμαυροΰ στερεώμα-
ρα άνεκύκλου έπιμόνως. 'Τπό την έπιρ- τος οί άσ"τέρες έαελάγιζον άραιοί. Καϊ ά-
ροήν των τακερών βρεμμάτων τής Λίζας πέναντι ό όρίζων έπορφνροντο προσημαί-
ίίτις τόν ήτένιζεν έν σιγ$ ολοέν ενγλωτ- ■ - -·..·.
τοτέρα,αί όνμκάθειαί τον καϊ αί πεποίθη¬
σις τού έκλονίζοντο επικινδύνως. "Ηρχι-
οενά βλέπη υπό νέαν όύ,ιν τα πράγματα.
Ένας ποιητής δέν θέλει καϊ πολύ.'Επειχα
ή ύνμπάθεια τής Λίζας ή προφανής ήτο .^υιιιν ιαν ^^^,,,. ^ „„,, „„„„
γεγονός έξ έκείνων τα ό ποία έδύναντο νά θα έζήτει κατοπι προϊκα παρά τοΰ πλου
μεταβάλωΰιν δρδην την παρούσαν τού ΰ1ον πατρΟς> δια τον αναγκαστικόν καϊ-
χ _„.„...,„„ ι,„„*,;, ί.λΤ,,·«,Τ. αναπόφευκτον τόχε γάμον. .. Τίιν φαν¬
τασίαν τοΰ πτωχοϋ αύτοϋ άνθρώπου μέ-
χρι τοσούτου έδύνατο νά' πυράκτώσα τό
(5λέμμα μιάς γυναικός ! Μ' δλα ταυτα έ-
πρόσεχεν ολίγον καί είς την πολιτικήν σν-
ζήχηϋιν, ήτις έκορνφοΰτο βαθμηδόν περϊ
τόν έκλογικυν πράκΐορα. Καϊ δταν είς των
Δερβενιστων, έξνμνήσας τάς ΰπανίας ά-
ρετάς τοϋ ύποι(;ιιφίου καϊ τα πολλά μέσα
τής επιτυχίας τού, συνεκεφαλαίωσε θεω¬
ρών την εκλογήν [! ε δ α ι ο τ ά τ η ν, ό
Μονσιάόης, δχι καί πρός μεγάλην έκπλη¬
ξιν τοΰ Πλατή, έκτύπησε τον γρόνθον ε¬
πί τον τραπεζίυυ καϊ άνεφώνησ'εν :
«ΤΛ μά τό Θεό έτσι μόν φαίνεται κα'ι
μενά Ι»
·.-*- ,
Μετ" ολίγας ημέρας έκνκλοφόρει άνά
τίιν πόλιν τνπωμένον είς ήμίφυλλον εν
ποίημα έκλογικόν. Τό ΰφος έν γένει έμαρ-
τύρει δτ'ιήτο προϊόν τής μούσης τοΰ Μου-
σιάδονάλλ'οί περΐσοότεροι τό άνχέκρουον
μετά δννάμεως έπειοή χό ποίημα έξύμνει
τόν Λερδένην,έν ώ ήτο μΐχρι τονδε γνω
στόν ότι ό ποιητής νπεστήριζεν αυτήν
την φοράν τόν φίλον τού Μακροκέφαλον.
Κίς τούς έρωτώντας ό Μονσιάδης άπήντα
κατά τάς περισχάσεις, είς άλλον άρνού-
μενος την πατρότητα καί είς άλλον δι-
καιολογών αντήν-πράγμα τό οποίον έπέ-
τεινεν δχι ολίγον την σύγχνόιν. Μόνον
άπό τοΰ Πλατή δέν εσκέφθη νάποκρύψ,η
τίποτε.
«Τό ποίημα είνε δικό μόν καΐ μην ά-
κοΰς λόγια, τφ είηε. Τί είχα νά κάνω ;
'Π λύρα πρέπει πάντα νά διερμηνεύη τα
αΐσθήματα των πολλώνάλλοιώτικα, λένε,
ποιητής δέν είσαι. . .
— "Ετσι ντέ !
— Φίλος μόν είνε ό Μακροκέφαλος καλός
καϊ αξιος· μά. .. σά δέν τον θέλη ό τόπος
τι νά τού κάνω έγώ, στό θεό σου ;
—Καλέ δέν είνε λόγος.Καί... θά μας φη-
ΰι>ς κι,ιόλα δέν άμφιβάλλω.
ΤΑ γι' αύτό δέν ξέρω !■>
Έχωρίσθησαν καί μετ1 ολίγας ώρας συ-
τήν
,Λω>._______ μέ τοιαύτην λυιπόν
|ητο πλέον φρόνιμον νά συλλογίζεται άν-
ϋρωπον ώς τόν Μακροκέφαλον, ό οποίος
;αί άν επετύγχανε—πράγμα απίθανον ! —
)ντε μίαν θέσιν τελωνειακοΰ ύπογραμ-
ιατέως δέν ήτο βέβαιον ότι θά τω έξη-
ίφάλιζε; .
Καχόπι τοΰ τόσον εΰτνχοϋς περιπάτου,
λφ'οΰ έννοεΐται απήλθε κα'ι έκείνη, ό Μον-
ηιάδης διηνθύνθιι πρός τό καφενειον—τό
[ίδιον δπον πρό δύο ημερών έκάθητο μετά
τοϋ Πλατή—νά δροθίση τα χείλη τού διά
ηοτηρίου ύδατος. Έκεϊ έξο), νπό την ά-
ναδενδράδα τής είσοδον, τόν σννήντηΰεν
ι τνπογράφός,ό οποίος, Μακροκεφαλιότής
(^-^ των ένθέρμων καϊ νομίζων ότι έξαακεΐ
κάποιαν επιρροήν επί τοΰ ποιητοΰ άφό-
του τω εαενεν ούτος χρεώστης δεκαπέντε
δραχμών, τόν ηρώτησε διά τό ποίημα
«πον τονχε πτ^. έδώ καίτόϋες ήμέρεςο.
«Ναί, κανμένε,» απήντησεν ό Μουσιά-
Ιδιις· «ήθελα νά σού το δώσω τέλος πάν-
Ιτων άπόψε· μά . . . ποΰ ήθελα νά το διορ-
|θώσω άκόμα λιγάκι ;
— "Ελα γειά σον ! δσω μπορεΐς καλλί-
Ιτερο. . . δέν πι-ηράζει καϊ άν άργήόη δυό
τρείς μέρες.
—Τί θά κάμη ενα ποίημαψ είπε μέ ά-
|διαφορίαν ό Μουσιάδης.
— Δέν κάνβι τίποτα, τδ ξέρω, μά δλο
|καλό είνε., . Πές μου λοιπόν νά σε χαρώ
'έσύ ποϋ εΐοαι στά πράγματα, πώς πηγαί-
ίνει ή έκλογή ;
—"Ασχημα την έχονμε, Παναγιώτη μου!
--ΤΑ τί μόν ?ές ;
— *Α-.ίθυσέ με ! . . Ή ενεργεια των Λερ-
δενιότών. εΐ,-ϋ.Λλλο πραγμα. "Ολα τα μέσα
Ιμεταχεΐ-,,,ζΌνται..., θεμιτά καϊ άθέμιτα . . .
|μπά, καλέ βίνεάδ^ατΟνά πιάσουμε μεΐς
— - „. ■·■ '·^α* τχ να σου 'πώ, χαρά 'ςτον
|ποϋ είνε τόρα ηέ τούς πολλούς.
— Χμ ! καθώς 3λέπω έγυί)1ι(3ες τ5 φύλλο
|Οιόρ Περικλή !
_ —Δέν το γύρισ'άκόμα, μά οά το
|Νά χδζΐς πώς θα διορθώσω κα^ τό
Καί δίδων χροιάν οίονεϊ άθ;;6ίαν ε^ς τον
Ι τελευταίον λόγον ό πονητής^ υψωσε τόν
γέλωτά τού, δτεινε την χεϊραΝ ^ρδς τδν
τυπογράφον καϊ άπεμακρύνθηχ^ Γνωστή
φωνή τόν εκραξε τότε κατ' όνομ_ ΤΗτο
χρ
νηντιιθησαν πάλιν.
«Μην τα ρωτας καϊ μην τα γυρεϋης
εϊπε πρός τόν Μουστάδην ό Πλστής. «Βίς
τό σαλόνι τοϋ Δερδένη χαλά ό κόσμος.
!ό ΐίλατής καθήμενος έκεΐ είς τίιν οΝ,;ιεοαν Εί(5α% σε ρε6αιώ ό Λρως τής ημέρας. Τό
Λκραν μέ τρεϊς-τέσσαρας ((>ίλους
;φαλιστάς καΐ Δερ6-:νΊσ"τάς
«Καλΰστον ! κάθηόε! ΤΊ νέα
τίποτα ;
— Τίποτα, δχι εύχαριότώ.»
Κα ό Μουο-ιάδης &ξηπλώ()η έτ.
δδρας κατάκοπος, λελυμένος, άλλΐ
^Λίρο- ποίη
ν-
;οίημ* σου έκανε μεγάλο φόυρόρε.
— Καϊ ποίος τούς κίπε πώς ηταν δικό
μου ,
— "Ελα τόρα ! καί μποροϋσα έγώ νά ο"ω-
ϊ
* ν4σ.κά δκανες, δέν ήθελα νά το
ιωκά
— Καϊ τί πειράζει; ποίον τάχα έχεις
χρεία, ποίον φοβάσαι μαζί μας ; Μηπως
δέν μπορεΐς νά έκφράόης τό αϊΰΌιιμά οΌυ,
τό φρόντνμά σου ελευθέρα ; 'Λκοϋς έκεϊ.
"Αν ήμουνα 'γώ στή θέσι σου, θά πήγαινα
καϊ ΰτό σπίτι τους. 'Κκεϊ-μέσα δλοι τους
χαλνόϋν τόν κόσμο γιά σ"ένα. . . -κα'ι ό κύ- ■
ριος Δερδένης, καϊ ό Γιΐγκος, καϊ ή κυ-
ρία Άρτεμισία καϊ ή Λίζα καϊ δλοι. Έπι-
πιθυμοΰν πολϋ νά σε ίδουν καΊ νά σ' εύ-
χαριΰτήσουν.
—'Αλήθεια;
— Ναϊ άδελφέ, μοϋ τώπαν ρητώς 1»
Αύτό εζήτει καϊ ό Μουσιάδης, δημο-
σιεύων τό ποίημά τού διωρθωμένον υπέρ
τοϋ λερθένη, μέ όλην την έκπληξιν τοϋ
τυπογράφου. . . 'Λμέσως λοιπόν τό εσπέ¬
ρας εφρόντισε νά εύρη τόν Πλατήν διά νά
ύπάγιυν, κατά την έκφρασιν τοϋ τόπου,
στά δερβενέϊκα.
'Π οΐκία ή μάλλον τό μέγαρον τοϋ ύπο-
ι];ηφίου παρίστα όψιν πανηγυρικήν. Όλα
τα παράθΐ'ρα τοϋ πρώχου πατώματος ήσ-
τραπχον φωχιϋμένα καϊ όλάνοικτα.' Ό
κόϋμος άπετέλει δύο ρευματα Ουνεχή, έν
είσερχόμενον καϊ πλημμυροϋν τούς δια-
δρόμυυς και τάς αιθούσας καϊ άλλο έξερ-
χόμενον, έκχννόμενον άνά τάς όδούς κα,
ζητωκραυγάζον. Ή κιγκλιδωτή θύρα τοϋ
όπιΰθίρυ κήπου, άνταποκρινομένη πρός
τίιν τής εΐόόδου έμπρός, ήτο κλειστή·
διεφαίνοντο δέ είς τό βάθος φανο γαλα-
κτόχροοι, άνημμένοι ι;υκλοει3ώς υπερά¬
νω ωραίον "κιοακίου. Είς τό προαύλιον
έκαΐοντο ρεγγαλικά, ώραΐζοντα άπό και-
ροϋ ες καιρόν την πέρχξ σκηνογραφίαν
καϊ τό μυρμηκιών πλήθος διά πολυχρόων
λάμι^εων. Τό όλον εϊχε φαιδράν την όψιν
και άξιοπρεπή. Τα έθιμα τοϋ τόπου εύ-
τϋχώς δέν επέτρεπον οϋχε την έκροήν
ρητινίτου, ι5υνοδευομένου άπό σηκοτάκια
τηγανητά καϊ άπό μυρία παρατράγωδα,
ούτε τάς πνιγηράς πυράς της ρητίνηι.:
καιομένας είς τό μέσον των όδών, οϊττι
τόν έκκωφωτικόν ήχον τοϋ τύμπανον,
τον συμπληροΰντος τό δργον τοϋ οίνοΐ'.
Ό νποτ[;ή^ιος, ύι|ίηλδς καϊ εύτραφης ά-
νήρ, φωτιζόμενος νπό τον άγαθωτέρον
μειδιάματος, εδέχετο τόν κόσμον τον εις
την αΐθονϋαν μαζύ μέ τάς κνρίας, όρθιος
πάντοτε καϊ ευρισκόμενος έν ΰνγκοινω-
νία μετά τον παρακειμένον δωμάτιον, δ-
που οί. δ,νθρωποι τοϋ κόμματος, οί σννά-
δελφοι τοϋ κ. Γεώργιον Πλατή, ειργά¬
ζοντο διά τίιν εκλογήν. "Εξηκολουθεί
άκόμη δν των έπιπο>ωτέρων έργων, ή
επιθεώρησις τοϋ έκλογικοϋ κατάλογον.
Καθήμενοι οί κύριοι αύτοι πέριξ ενρείας
τραπέζης, έχούσιις άντϊ παντός Λλλο;>
στολισμοΰ άντίτι/πα τοϋ κατάλογον τού¬
του, έξεφώνονν κατά σειράν τα όνόματα
των έκλογέων, φροντίζοντες νά σημειό-·
ν&>σι διά κυανής μέν μολυδδίδος τονς
φίλους, δι' έρυθρας δέ τούς άνηθέχονς.
Έννοεΐται ΰτι μεταξύ χιλιάδων όνομάτων
•καϊ πολλάκις άγνώίτων, ή διάκρισις δέν
ήτο ευχερής· ώς έκ τούτον πέριξ πολλών
(ίννεκροτεΐτο θερμή καϊ πάντοτε κωμνκή
συζήτησις, περϊ τον άν δπρεπε νά όη-
μειώσωΛ κόκινο ή μπλάδο, έξάπτονσα
τοΰς ενδιαφερομένους καϊ ■κινοΰσα των
δλλων τοΰς γέλωτας. Άλλά καϊ ι/6λα.
ΜΟΥΣΕΙΟΝ
ταυτα ή έργασία τιρούχώρει μάλλον νι
ίί,ττον άκριδής, καί είχον ήδη φθάσει μέ-
χρι τοϋ Μ. έφ' ού άπό^ε έδάδιζον άπρο-
σκόπτως, δταν θυελλαν αληθή, καί μακράν
Λγετρε τό δνομα τοϋ Μουσιάδον (Περι-
κλέονς τοϋ Ιωάννου)
«ΜπλάηΌ' μπλάβο'» άνέκραξαν δϋο τρείς
μετά χαράς.
«Καλέ τι μπλάδο ; κόκκινο τόσο!
— Κόκκινο;. Έκατάλαβα πώς είσ'αι τοΰ
χίλια ίνα... Καλέ σήμερα δέν ίβγαλε δνα
παμφλέ ποϋ μας ϋποστηρίζει ;
— Ποιός.τώπε ; Δέν είνεδικό τού.
— "Οχι δα, δικό τού είνε
— "Κνας φίλος τού μονπε πώς δέν είνε
• δικό τού.
— Ιν' ενας αλλος μοΰπε πώς είνε δικό
τού.
— Μπλάίο λοιπόν [
— "Οσκε, κόκκινο !
— Δέν ήξέρεις, μπρέ μάτια μου, την
■κόσμο.
— Έσύ δέν τον ξέρεις καθόλον. . . Γιά
νά σον πώ, τό Μονσιάδη θά μου πής τό-
ρα, π-οϋ όσω φίλο έ*χεις έλάγον οΌυ τό·Δερ-
6ένη, εκεϊνος έχει τό Μακροκέφαλο ;
— Τόν μούντζωσε.
— Ναί, τόν μούντζωσε γιά τα μοΰτρά
σον, έτσι νά θαρρτίς.»
Ή συζήτησις παρετείνετο ούτως άνευ
άποτελέσματος, δταν εισήλθεν είς τό δω¬
μάτιον καί ό Πλατής. Ή παμπόνηρη φν-
ο"ιογνωμία τού έμκιδία. Ί.ττλ,ησίασε την
τράπεζαν καί ειπε ;
αΚαλέ γιά τό Μοναιάδη τρώγεσθε ; Δι-
κός μας είνε, δικός μας, μπλάόο.
— "Έ, δέν ΰας τώλεγα;
— ΤΙ δέν μας τώλεγες ; ^τάαον ντέ νά
Ιδούμε τί ξέρει καί ό Πλατης...
— Τι ξέρω λέει; νά, £6γα £ξω νά τον
Ιδζίς. Μαζί ήλθαμε καί έμεινε στή σάλα
νά κομπλιμεντάρτ> τής κνρίες.
—ΥΑ, έκαμαν πολλοί εκ της εκπλή¬
ξεως καί έσπευσαν πρός την θύραν. Εί¬
δον τΐ|> δντι τον ποιητην είς την αίθου¬
σαν παρά τον νπερμεγέθη καϋρέπτην,
μέ ανϋος είς την κομόιοόοχιιν, με μει¬
δίαμα είς τα χείλη, άπαντωντα με νπο-
κλίσε,ις πρός τάς κνρίας, αί οποίαι τόν
εΐχαν περιζώσει καί πολιορκήσεχ διά φι-
λοφρονημάτων ... Οί άνθρωποι τοϋ κομ-
ματος έπέΰτρεψαν μέ μειδίαμα πολυσή-
μαντον είς τάς θέοεις των και έφ' ολων
των καταλόγων, άπέναντι το0 όνόματος
τοϋ Μουθιάδου (Περικλέονς τοϋ Ίωάννοχ!)
έσνρθιν μία κυανιϊ γρβμμή, μεγάλα και
θριαμδευτικη.
Ί1 δέ υποδοχη τοϋ νεοφωτίθΐου έκ μέ-
ρονς τοΰ ύποι|τηφ(ου υπήρξε κολακεντι-
κή καϊ έγκάρδιος. Αί κυρίαι μάλιστα τόν
καθνπεχρέωσαν. Τφ είπαν ότι νεάζει, ότι
είνε χαριέστατος, ότι γράφει στίχους
λαμπρούς, ότι ή ύποσττιριξίς τού "καί η
φιλΐα τού τάς τιμςϊ καί τάς ένθουσιάζει,
ότι διά τό ποίημά τού έκεϊνο δέν είχον
λόγονς νά τον εύχαριο'τήο'ωοι. κτλ. κτλ.
Ή δέ Λίζα, μέ τεριπαθές βλέμμα καί ε&-
γϊωττον ΰιωπήν έπιδοκιμάίουσα τοίΐς
λόγονς των δλλων, τω έκαμε την τιμήν,
δταν μετ" ολίγον ηθέλησε νά καταδ^ μέ
τάς έζαφέλφας της είς ΐόν κήπον, αυτόν
•μονον νά προσκαλέοΊ,ι νά τας ΰι/νοδευση.
'Α, ο κήπος ! ό κήπος ' Πώς ένετνπώθη
είς την πτωχήν κεφαλήν τοΰ ποιητοΰ
κάθε τού γωνία, -κάθε τον δίοδος, κάθε
τού θάμνος ! Δέν έδί'νατο νά όνειροπολιι-
αι> ώραιότερον καί ποιητικώτερον μέρος
ώς σκηνήν των έρώτων τδυ.'Η μυθτιιριώ-
δης έκείνη σκιο, Λ γκνκεϊα ενωδίϋ, ό
τριγμος τοΰ γρνλλον,ό φωσφορισμός των
πυγολαμπίδων, τό ρομαντικόν κιόσκι είς
τδ μέσον, ή σελ,ήνη τοϋ Αύγουστον ά,να-
τέλλονσα άργά καί άργνροϋσα τα ύψηλά
φνλλώματα, δλα έκέντων την ['νχιΊν τού
πρός ενθουσιασμόν καί ύπεξέκαιον τόν
ίρωτα, "τόν οποίον ήρχισεν ήδηνά-αίσθά-
νεται σοβαρόν πρός την ξανθήν καλλο-
νήν", την σιωπωθαν καί στενάζουίΐαν πλη¬
σίον τού... Ίίκεϊ μέσα είς τόν κήπον επί
όυνεχεϊς εσπέρας, έν ω είς τίχν οικίαν ά-
πωτέρω άντήχει ό έκλογικός άναδρασμός,
αϋτός εύρισκε την ευκαιρίαν νάποχωρι^ί
μονήρης καί νά περιπλαναται. . . Έχά
συνήντα ϋιΐχνάκις την Λίζαν, κατερχομέ-
νην μέ τάς φίλας της καί μέ τάς έξαδέλ-
φας της, διά νάναπνεύσι^, ολίγον καί νά
δροϋισθνί. . . Έκεϊ ινί. είπεν δτι την άγα-·
πα,έκεΐ τνί ενεχείρισε μίαν άκροθτιχίδα,
έκεϊ την εβεβαίωσεν δτι θάποθάνη αν δέν
ϊίνε πεπρωμένον νά ζή5η μαζί της .. Έ-.
κείνη δέν άπήντα τίποτε, τΐποτε, αιω¬
νίως ρεμβώδης, αιωνίως σιωπτιλή. 'Λλλ'
έντός των καστανών όφθαλυ,ών, των άνυ-
ψοιιμένων συχνά πρός τόν ίναστρον ου¬
ρανόν, άφινε τόν πτωχόν ποιητήν νά>>α-
γινώσκη όλον τό πάθος, τό οποίον ένέ-
κλεισε δι' αυτόν τό παρθενικόν της στη-
θος. . Φεΰ ! ποσάκις ή ΰχωηη Λέν έπλήγω-
ο"ε βαθύτερον ϊι ό λόγ'ος...
Καί Λ έκλογή, φώς μόν, ίί,το στενή, κα-
τάστενη, Λ δέ ϋποότήριξις τοϋ ένθουσια-
σμένου Μουσιάδου πολύ πλέον πολντιμος
άπό τόν ερωτά τού.
-Ζήτω τοΰ Δερδένη, ζήτω !
— Ζήτωο>ωωω....
Ζήτω τού μάλιστα, ειχε μείνει ^ουλευ-
τής ' Τό τελικόν έξαν5μενον τίϊς στενής
πάλης, μετάμ-νρίας κυμάνσεις άγωνιώδεις
ήτο δτι δ Δερ6έ·ης έπλειονο^ήφειόριστι-
κώς κατά πέντε ·ψήφους τοΰ άντιπάλου
τού. Αργά εγνώσθη ή νίκη αυτή· άλλ' οί*
νικηταί όέν ίλειψαν νά £λθωσ*ιν άθρόοι,
νά πολιορκήσωσι την οικίαν καίνάναστα-
τώσωσι την πόλιν, διά των φωνών, 'ών
ζητίακραυγών καί' ών πυροβολνσμίίν των
Ό Μουσιάδης ίίτο τρελός άπό την χα¬
ράν τον, μά τρελός. Ή ενεργεια τον έφε-
ρε μέγα άποτέλεσμα .. πέντε φήφους, α¬
κριβώς δηίαδή όσας διέθβσε (Ιεδαίας υπέρ
τοΰ νέου τού φίλον καί τοΰ νέον τον ?-
ρωτος... την ι[τήφον τοΰ άδελφοΰ τού, την
ματα εννοίκά Ό έρως τού εύρισκε τρο¬
φήν, τα δνειρά τον καιρόν διά νά πραγ-
ματωθώσι. . . Γρέχει δνω κάτω είς την οι¬
κίαν, δπον τάς τελευταίας αύτάς ημέρας
εΐχε γίνει οίν-.ιανός- ο"φίγγει τάς χείρας
των έκλογέων, φιλεϊ επανειλημμένως τόν
Πλατήν, αύΐοσχιόΊάζει ΰτιχρυς, προσφω-
νεΐ τα π/ληθη, ζητωκρανγάζει. Κατά τα
διαλείμματα επιστρέφει είς τάς κνρίας,
δποΐΐ ή άδρά τού όδυναμία Πάντοτε ζη¬
τεί να καθη,ται πλιισιον τής Λίζας διά νά
τιιν φλναιινί
«Σάς (ΐΐ'γχαίρω, σας ο"υγχαίρω !» τ^.
λέγει όσον ειμπορεί τρνφερώτερα.
«Κύχαριηω, ενχαριστω πολύ», τψ λέγει
έκείνη αεριζομένη, μέ τόνον έλαφρον εί-
ρωνείας, τον οποίον δΐ-ν εννοεΐ ό ποιη- |
της· απεναντιας
«"Αχ' ποσόν εμαι εντνχής· έΛανα-1
λαμδάνει.
«Ιναι νιατί ;
— Γιατι,! Νομίζετε λο·.πόν πως δέν
ένδιαφέρει καθολον ή επιτυχία τοϋ πατέ-
ρα σας ,»
Καί κλινών πλησίον είς τό ονς της, αι
ού είδεν ότι δέν τονς επρόϋεχε κανείς
«"Αχ, πόσο Ο" άγαπω, αγγελέ μόν!» τιξί
εί ηε.
Ί1 Λίζα έστράφη, κα€α την κοινήν άλλ'
ΟΛΐγον άκρ.όή παρομοιωθιν, ώς νά την
έδάγκαοεν δφις.
-Ιιά νά σας 'πυ>, κύριε Μουύιάδιι '» τω
λέγει μετ' αποστροφής καί αύθτιιμοτιντος.
«Δέν ΰας επιτρέπω πειά νά μου ξαναπήτε
τέτοιει, σαχλαμάρες. Άν θέλετκ τέχοια
και καλ-ά, μπορεϊχε νά πάτε νά βρήτε τιις
δμοιές σας. Τ/μά. . .
Καί χωρΐς να συμπλήρωσις την φράσιν
τιις, αφήκε τον πτωχόν άνθρωπον α^ωνον,
άπειΐδολωμένον, καί απήλθε πρός 6λλονς
όμίλους έκλογέων, έρχομένων νά τ-η συγ-
χαρώσιν.Έτόλμησεν έκεϊνος νάτην παρα¬
κολουθήση διά των όφθαλμών. Κϋλνγιστος
νπο την απλήν κνανήντης έσθήτα,ύψηλή,
άνθηρά, μέ χρυσήν κνματίζθνσαν κόμην,
μέ καθτανούς εύφνείς όφθαΛ,μούς, περιέ-
φερε την νεότηχά της καί την καλλονήν
άνά την αίθουσαν έν τω μέσφ τθΰ κόσμον,
μέ την αφέλειαν εκείνην την άριστοκ§.α-
τικην, την άποπνέουσαν άέρα ιΐΛ-Γ^λείον,
πρό τοϋ οποίον κάμπεται ν·~· ·'?'■? καί μη¬
δέν ίζεται. Την έβλεπε κ^ τόρα κατενόει
δτιάόύσσος τόν έχωριζε πλέον απι αυτής..
Την έλπιδα, την όπ^ιαν αφήκεν ό ποιη-
της νά ριζοΰ.ολΛθη εξεδίωξεν ή άηόγνω-
σις καί ε ς την στ"-Υ">Λν τής τρελής τον
χαράς εισήλθεν νΐίφνης εις τα στήθιι τον
λ·ύπη σιωηηλή και μβΰρη...
Τίιν ώραν έκείνην ήλθον καί εστάθησαν
όπισθεν τον Ρ'° φίλοι, είς άπόσ"τασιν έπι-
ίδικήν τον, τον πατρός τον καί δύο δλ- ,τρέπουσαν νάκοκη άρκετά ενκρινως τόν
λων άκόμη άπομάχων γεροντίων τής γει- διάλογόν των :
• Γιά νέϊ τίι Λΐζα χαρά Νομίζεις πώς
θά ξ
τονιάς τσυ, τα όποΐα άν καί κωφά εΐχε
σννειθίσει άνέκαθεν νά τον άκοΰονν. .·.
"ΑνεΐΓ αύτοΰ τό άποτέλεσμα θά ήτο. υπέρ
τοΰ Μακροκεφάλου. Κρϊμα ο"τόν-καλό καί
άξιον ανθρωπο. Άλλο ποίος τοϋ εϊπε αν-
τουνοΰ νΔ μίιν εχί}, κόρην τόσην "ωραίαν
καί έρωτόληπτον,καί κήπον τόσον μνστη-4
ριώδη καί ρομαντικόν ~
- "ΐ^ε
εί δίκηο'Ί καύμένη. Ναξερες ένέρ-
ι ,.ον λέι. ;
αρρεϊς ; 4-ύτή ποϋ ρλέπεις έ-
Ιτια μόν, είνε ό καλλίτερος
ής τοΰ πατέρα της.»
•Γρηγοριοσ Ξ
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ
ΕΚ ΤΩΝ ΤΟΥ Α1ΝΕ
Μι,α κνρία τρνφερή, ρωμαντικη,
στεκεται είς τοΰ γυα.Ιοϋ την άκρια'
καί τού ηΛιου βλε'πει το βασί.Ιεμμα,'
καΐ τα μάτοα της γεμίζουν δάκρνα.
Μην το παίρν^ς, μάτια μόν, κατάκαρδα'
ετσι γίνεται' μή σε πιχραίνη'
εκεϊ κάτω ό ηΛιος, β.ΐε'πεις, κρνδεταο,
κ έκεϊ πάνω πάλι π'ισω βγα'ινει.
Αγγελοσ Βλαχοσ
Στιμ. Διευθ. Ό άξιότιμος ημών σννεργάτης κ. "Αγγε-
λος Βλάχος, συνεχίζων, ούτως ειπείν, την απαράμιλλον
μετάφρασίν τού των Τραγονδιών τοΰ Άϊνε, τα δποϊα
πρό τίνων έτών εδημοσίευσεν είς τόμον, μετέφρασε καί
■ πλείστα αλλα τοϋ έξόχοΊι γερμανοΰ ποιητοΰ. Τής νέας ταύ¬
της σειράς των μεταφράσεων τοΰ κ. Βλάχου εν είνε καί τ6
ανωτέρω δημοσιευόμενον, κάτωθεν τοϋ όποίου, άν έζη ό
"Αϊνε καί εγνώριζε την γλώσσαν μας, θά έθετε μεθ' ϋπερη-
φανείας την υπογραφήν τού.
ΑΣΜΑΤΙΟΝ
Φρονεΐς ότι μ' έγνώρισες ; νομ,ίζεις
δτ είς των Λόγων μην τό φεΰγον
τό άΛηθές μόν σνΛΛαμβάνεις πνενμα
κ είς την καρδίαν μόν τδν νούν βνθίζεις;
Από των θανμαΰίΐύΥ, δσα κ.Ιείει
ώκεανός έντός βυθοΰ άγνωστον,
φνκη τινά επί τοϋ κύματός τού
Ύ] τρικνμία κάποτε κνλίει.
Ομοίως κ' έκ των κειμηλίων δσα
εγκρνπτει της καρδίας μόν το βάθος
είς φως έκδά.ΙΛ η
"Οταν σφοδρόν την έμι/τυγόντ) πάθος.
Τα ωραιοτέρα, τα π.Ιεον τιμαΛφη
θέΛονν μαζί μόν είς την γήν ταφη.
ΑΐΊΣΤθΜΕΜΙΣ Πΐ'ΟΒΕΛΕΓΙΟΣ
ΕΓΓΝΩΜΟΣΤΝΗ
κύριος άναγινώσκων
τεταραγμένος τάςέφημερί-
,δ α ς). Δι,στυχία μου!... Τό ψωμί των
παιδιών μου !... Έκατό χιλιάδες φράγκα !
Καί νά μή σκεφθώ τουλάχιστον νά πάρω
τόν αριθμόν της άμάξης!... Τίποτε είς την
"Εφημερίδα! ... (Μετά περιφρο¬
νή σ ε ως). Καί αύται αί έφημερίδες έχουν
την αξίωσιν ότι είνε καλά πλιιροφορημέ-
ναι!... [Ιώς διάδολο μοϋ κατέδηκε νά πιά-
ο"ω άμάξι (Π αρ α φ ό ρ ως). "Ετσχ μοϋ έρ¬
χεται νά σπάσω τό κεφάλι μου είς τόν τοϊ-
%ον !... Τίποτε είς τό "Α στυ !... (Μετά
λύσσης) "Ω ! θά σκοτωθώ !...Πώς ν ά συνέλ-
θω πλέον ϋστερα άπό μία τέτοια συμφο-
ρά !... Καί ή γυναϊκα μου ποΰ έρχεται αυ¬
ριον !... θά μ' ερωτήση τί τα έκανα αύτά
τα έκατό χιλιάδες φράγκα !... Τίποτε είς
την 'Λκρό πόλιν !... Την ξέρω τί πράγ-
μα είνε ή γυναϊκα μου... Θά πή" πώς τα
εφαγα δλα είς τα ζυθοπωλεΐα.'..'0ριστικώς
ϊιΡ^·>·ΐ·ϊΙιλέον νά τελειόνω!... (Π α ρ α φ ό-
ρ ως) Α ! >τ,μαι πρόθυμος νά δώσω δέκα
χιλιάδες φρά ,κα|--ρ Τίποτε είς την Νέαν
'Ε φ η μ ε ρ ί {.', ;_ βϊκοσι χιλιάδες Ι ...
τό ήμισυ έν άνίπ -^ # # τουλάχιστον δέν
θά εΐιΐαι καΟολοκληριχν
('Εκο-τατικδς) "Λ!;
πω;.. Λ άμαξα ϋπ' ώΡ'γον 1Ο7..ΛΆστυ-
νομία... έκατό χιλιάδες
νομίο"ματα... όμολογίαι.
©ά" τρελλαθώ άπό την χιΡ-,' , , κ α.
θηται). "Ας κυττάξω άκ.
ματοφυλάκιον ... έκ ρωσσικ ^
. . . 'Εόώθην ! Τό ίόικόν μου εΐν _
χω ... "ϋχι, καλλίυε^α ν ά ο-κεφθ,' · η
(·Αναγινώο·κει)Ναί...αύτοε. , "
η αμαξα 107 ... Κύγέ ΰου, τίμιε άμι!^|
. . ο-ωτήρ μου !... λαμπρέ άμαξα 107.
Δίνουν τόσα καί τόθα είς άνθράίπους
3ϋ δέν τοϋς άξίζει... "ΑΙ.
Υ&η-
πνευσα επί τέλους... (Λύει τόν
λαιμοδέτην τού). Δέν ϋπάρχει
φόβος νά χαθοϋν είς την αστυνομίαν . ..
πηγαίνω τό βράδυ ... (Σκεπτόμε-
νος). "Ας 'δοϋμε τώρα, τί πρέπει νά
δώσωμεν 'ς τόν άμαξα, 'ς τόν τίμιον αυ¬
τόν άμαζά.,.'Εγώ δέν παζαρεύω την
εύγνοίμοσύνην μου . . . Είπα χίλια φράγ¬
κα ... "Ε, έ ! χίλια φράγκα είνε πολλά . ..
δέν τα βρίσκει κανείς 'ς τό δρόμο . . .Όχι,
μά πάλιν άν τα έχανα δλα ; "Ας είνε . . .
χίλια φράγκα είνε πολλά . .. Νομίζω πώς
πεντακόσια φράγκα θά είνε άρκετά . . .
Καί άν δέν Λμην δνθρωπος εύγνώμων . . .
Άλλά . . . Καί δμως δταν £νας όδοκαθαρι-
στής έφερεν είς τόν 'Λνεμόπουλο τό δια·
μάντι τής γυναικός τού, τοΰ έδωκε μό¬
νον πενήντα φράγκα . . . καί τώγραψ,αν
κ' είς τάς εφημερίδας . . . Καί δνα δια-
μάντι δέν είνε σάν τάχαρτονομίσματα...
μέσα σέ πορτοφώλι. .. Είνε πολΰ δυσκο-
λώτερον νά ^ρεθ·ί^... . Άν έδινα μόνον
έκατό φράγκα; μοϋ φαίνεται πώς καί
πάλιν θά εΐμαχ γενναιΰδωρος : έκατό
φράγκα, επί τέλους, είνε έκατό φράγκα
.. . Δέν έκοπίασε καί πολΰ γιά νά τα
κερδίση ... μόνο ποϋ ήνοιξε τή θύρα
τής άμάξης τού. Είνε τυχερός, ό κατερ-
γάρης ! . .. "Επειτα, τί ζωή κάνουν αύ-
τοί οί άμαξάδες ; . . . Είνε, λέγουν, άχρεΐα
δντα, ίκανοί νά κάνουν κάθε κακό. (Ζ ω-
ηρώς). Δέν τό λέγω γιά. νά κατηγορήση
τόν άμαξα 107. . . απαγε της βλασφη-
μίας ..'. άλλ' επί τέλους ... άν τοϋ δώσω
έκατό φράγκα, τί θά τα κάνη; ©ά τα
φάγΐί σέ μιά 'μέρα . .. Αύτό κοντά 'ς τή
γνώσι... οί άμαξάδες είνε όλοί μέθυσοι
. . . Τότε . .. έγώ . . . Λνθρωπος οίκογε-
νειάρχης... θά τόν ένθαρρύνω είς τό
κακόν ... θά τού θυσιάσω τό ι&ωμί των
παιδιών μου Ι ... Πρέπει νά είνε κανείς
^ίκαιος, άλλ' όχι καί άπερίσκεπτος ...
ήν άφίνη νά τόν κυδερν^ ή καρδιά
τού. Όριστικώς . . . δέν τοϋ δίνω παρα-
πάνω άπό πενιϊντα φράγκα . .. γιατί 6-
χασε καί την ήμέρα τοιι ό Λνθρωπος . ..
(Μέ υφος πονηρόν). Νά■ σοΰ 'πώ,
δέν πολυπιστεΐΐω κ' είς την τιμιότητά
τού ... Τιμιότης ! κολοκύθια 'ς τδ πατε-
ρ(5. . . Ποίος ξέρει μέ τί ΰκοπό επήγε τό
πορτοφώλι |ΐου είς την αστυνομίαν ! . .
Καί πρώτον, πιθανόν νά ένόμιζε πώς
είχα πάρει τόν αριθμόν τού . .. Τιμιότης !
. .. Τό έκανε άπλούστατα άπό τό φόδο
τού μη φυλακισθ^ϊ . . . "Αν κρίνωμεν έτοΊ
την τιμιότητά, τότε θά 'πί^ πώς τρέχει
μέσα 'ς τοϋς δρόμονς η .τιμιότης . . .
(Σκεπτικός). Ποίος ξέρει μάλιστα
μήπως δέν τό 6κανβ κ' έπίτηίες ! . . .
"Ηκουσα πολλάκις, ότι ύπάρχουν ά,νθρω-
ποι, οί όποϊοι κάμνουν την τύχην των
άπό τοιούτου εΐδους τιμιότητας . . . "Ε-
χουν τόσας ωφελείας : πρώτον, την αμοι¬
βήν .. . δεύτερον, τή ρεκλάμα· βάζουν,
βλέπεις, τδ δνομά των είς τάς εφημερί¬
δας ...{ Μ ε τ ά πικρίας). Καί πί-
νουν ϋστερα οί κύριοι αύτοί είς υγείαν
των κουτών νοικοκυραίων ... τούς περι-
παίζουν . .. τούς όνομοζουν κορόΐδα
( Όργί λως ). Ά ! όσ"ο γιαύτό ! δέν θέλω
έγώ καθόλου νά εΐμαι κορόϊδο ... Εΐμαι
εύγνώμων, αύτό είνε άλήθεια ... μά δέν
θό τό ύποφέρω ποτέ νά μέ περιπαίζουν,
καί νά γελοϋν διά λογαριασμόν μόν . . .
(Αποφασιστικώς), ©ά τοϋ δώο"ω
μόνον δέκα φράγκα- καί αύτά είνε πολ¬
λά τού... ©ά είπω δμως είς τόν διευ¬
θυντήν τής άστυνομίας νά τδν προσέχη.
(Μίατ,αι;).
Είπέ μου ποίον άγαπτΐς νά ο"οΰ είπω
ποίος εΐσαι. /
ν
ΤΟ ΝΑΥΤΙΚΟΝ ΜΑΣ. -Η "ΥΔΡΑ,,
(Έκ φωτογραφίας τοθ κ. Κ. Δημητρίου)
ί
'
ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΑ. -ΕΚΜΤΣΤΗΡΕΤΣΕΙΣ
"Οτον τις ύδρίζη Αν5ρα διακινδυνεύει
την ζα>ήν ϊογ, οταν ύδρίζη γυναΐκα δια-
κινδυνεύει τιιν ψυχήν τού.
Μ» « δέ
Ή ευτυχία δέν δίδεται, άνταλλάσ"£ϊεται.
Ή σταθερότης σταιιατα, τι έπιμονή προ¬
χώρει.
"Λρχιμις
Ό αληθής μάρτυς ποοσμένει τόν θάνα¬
τον, ό ένθουσιώ'ϊης τρέχει πρός αυτόν.
Ό Ισχνρότερος έρως είνε ό έρως των
άγαπώντων έν άμαρτία καϊ φόβω.
ΙΙΟρων .
Ό θεός σινεδονλεύθιι. τό λογικόν τού
καί έπλασε χον ανδοα, ουνεβουλεύθη την
καρδίαν τού και έπλασε την γυναΐκα.
Ιωσήφ Ροδ
"Οσας δέν φέρει έν έαντω δόσιν τίνα
παραφροσννης είνε απόκληρος τοϋ ι-)εοϋ:
ό τοιούτος δεν θά γίνη ποτέ οΰτε ποιη-
τής, οϋτε καλλιτέχνης, οϋτε κατακτη-
τής, οϋτε έραστής, οϋτε νέος.
'Λρσέν -οΰα&αί.
Είς τέσσαρας εποχάς διατρεϊται ό βίος
εκάστου συγγραφέως: είς τίιν εποχήν,
καθ" ήν διατελεί αγνοΰτος αι:όμη· εις
την εποχήν, καθ' ην το~ΐ πλέκουν εγκώ-
μια διά νά φέρουν είς άπι.λπιο·ίαν τοϋς
προγενεστέρους τού· είς την εποχήν,
καθ" ήν τόν πολεμοϋν με υβρείς καί λοι-
δορίας, διόη θριαμίιενει· και τελευταίον
εις τίιν εποχήν, καθ ήν τον συγχωροϋν,
διότι ό κόσμος άρχίζει νά τόν λησμονή
Ιΐαιΰλο; Βο>ρζί
Ή κόλ,αοΊς των γυναικών είνε τό γήρας.
Τ Ο Π ΑΙ ΔΙΟΝ
■- εθ' δλους τούς δρκους τούς όποί-
ους έκαμνεν ό Ίάκωδος Βουρδιλ-
δτι ουδέποτε θά νυμφενθη,
αίφνης μετέβαλε γνώμην. Καί τουτο συ-
νέβη άπροόπτως, τό θέρος είς τα λουτρά.
Πρωΐαν τίνα, εξηπλωμένος επί τής αμ-
μου καί παρατηρών τάς γυναίκας έξερ-
χομένας τής θαλάσσης, μικρός ποϋς προ-
σέοαλε την δραθίν τού διά τής κομψότη-
τος καί τής λεπτότητός τού. "Τψωσε
τονς οφθαλμούς, καί τό σύνολον τής μορ-
φής εκείνης τόν κατέθελξε, τόν κατεμά-
γευσεν. "Άλλως" τε δέν ηδύνατο νά ίδη,
ειμή μόνον την κεφαλήν καί τούς άΰτρα-
γάλους, έξερχομένονς τοϋ έκ λεπτης φί.α-
νέλλας έπενδυτου. Τόν άπεκάλουν φι-
ληδονον καί αΐωτον κατά συνέπειαν μό¬
νον υπό τής χάριτος τοϋ Οώματός της
ύπεδουλώθη κατά πρώτον έπειτα επήλ¬
θε καί Λ χάρις τοϋ πνεύματός της,
πνεύματος άπλοΰ, άγαθοϋ, δρόμον ως
αί παρειαί καί τα χείλη της.
Παρου *αο·θβίς είς την οικογένειαν Λ-
ρεσε ΐίαθ' ολοκληρίαν καϊ ήρωτείθη πα-
ραφόρως. Ό τα ν όιέκρινε μακρόθεν την
Βέρθαν Λαννίς επί της έκτεταμένης πα-
ραλίας της κεκαλυμμένης υπό κιτρίνης
Αμμον, έφρικία μέχρις όστέων. "Οταν
έκάθητο πλησίον της καθίστατο Αφωνος,
άνίκανος ν' άρθρώση λέξιν ή νά ο"κεφθιϊ·
ησθάνετο την καρδίαν τού άναφλεγομέ-
νην, τα ώχα τοιΐ βομβοϋντα καί τό πνεϋ-
μα τού επτοημένον. ΤΙ1το λυιπόν έρως
ταυτα πάντα;
Λέν εΐξευρεν, ονδέ ι'ιννόει τίηοτε, έν
πάση διιως περιπτώίΐει ήτο ΛποφαοΊσμέ-
νος νά νυμφευθή την κόρην εκείνην.
Οί γονεϊς της ά;θίσταντο βπ'ι πολύ,
γνωρίζοντες την κακήν φήμην τοϋ Ία-
κώβόΐ'. ΐΛχεν, έλεγεν ό κόσμος, ερωμέ¬
νην πρό τχολλών χρόνων, μεθ' ής ΰυνε-
δέετο οιό των σχέσεων έκείνων, διώ των
άλύσεων εκείνων, τας οποίας νομιζει τις
θραΐ'συείιίας και αί οποίαι εντούτοις δια-
τηροϋνται πάντοτε
ΈκΐΛς τουτοΐ', ι'πάπα κατά περιόδονς,
κατά τό μάλλον ΐχ ήττον μακράς, όλας
τάς γυναΐι.ας, όσας έβλεπεν.
Ό "Ιάκω^ος ιτΐεο·χέθη νά βάλη τάξιν
είς τόν βίον τον, υποσχεθε'ις συγχρόνως
νά μή επανίδη οΰτε μίαν φοράν εκείνην
μεθ' ής επί τοσούτον συνέζησεν. Είς φί-
λος τού ανεδίχΰη να κανονίθι,ι τα της δια-
τροφης της γυναικός εκείνης κα'ι εξησφά¬
λισε την ί'-παρξίν της. Ό Ίάκωδος κατέ¬
βαλε μέν ΐο άνα,'καιούν χρηματικόν πο¬
σόν δέν ήθελεν ομως ν' ακούση πλέον νά
όμιλοθν περί αυτής, αξιών ότι εις τό εξής
θά ηγνόει και αϋτό έτι τό ΰνομά της. Τω
έγραψεν εκείνη τόσας επιστολάς, τάς ο¬
ποίας οϋτε καν Λνηιγεν ό Ίακωδος. Καθ'
ίδοομάδα έλάμδανεν επιστολήν, έφ' ής
άνεγνώριζε τόν άδέξιον γραφικόν χαρα-
κτήρα τής έγκαταλ,ελειμμένης, καί καθ'
έδδομάδα ή κατ' αυτής όργη τού ιιϋ-
ξανε καί έκορυφοϋτο- έσχιζε1 βαναύσως
τόν φάκελλον κα'ι τόν χάρτην χωρίς ν α
ανοίξη, χωρίς ν' αναγνώση οϋτε μίαν
γραμμήν, οίττε μίαν μόνην γραμμήν,
γνωρίζων έκ των προτέρων τάς μομφάς
καί τα παράπονα, τα όποϊα περιείχοντο
έν τος τοϋ φακέλλου.
Μή έχοντες πολλήν πεποίθησιν είς την
σταθερότητά τού παρέτ'εινον την δοκι¬
μήν μέχρι τοΰ χειμώνος, καί μόλις -κατά
την άνοιξιν ή αίτησις τού εγένετο -δεκτή.
Ό γάμος έτελέσθη έν Παρισίοις κατα
τάς πρώτας ημέρας τοϋ Μαίου.
Ειχον άποφαΰίαει νά μή κάμουν τό
κλασικόν έκεϊνο γαμήλιον ταξείδιον.Μετά
τόν χορόν, όστις δεν θά παρετείνετο πέ¬
ραν τής ένδεκάτης, διά νά μή παρατεί-
νεται μει' αύτοϋ καί ή κόπωσις τάς μα¬
κράς εκείνης ημέρας τής τελβτής, τό
νέον ζεΰγος θά διήρχετο την πρώτην νύ¬
κτα έν τφ οΐκία της οικογενείας τής νύμ-
φης καί είτα την επαύριον θά άπήρχον-
το μόνοι οί δύο των ες την προσφιλή
των παραλίαν, όπου έγνωρίσθη'σαν καί
ηγαπήθηο"αν.
'ΕΓήλθεν ή νύξ καί οί χορευταί περιε-
ΰτρέφοντο εισέτι είς την μεγάλην αίθου¬
σαν. Οί νεόνυμφοι άηεσνρθησαν είς την
μικράν Ιαπωνικήν αίθουσαν, την μετα-
ξοθτόλιστον καί μόλις φωτιζομένην την
έσπέρπν εκείνην υπό των άμυδρών άκτί-
νων μενάλης χρωματιΰτής «/υχνίας, ή ό-
ποία έκρέματο από τής (ίτέγης, όμοία
μέ πελώριον ώόν. Το ιΊμιάνοικτον παρά-
θνρον άφινε νά εΐσίρχωνται ένϊοτε αί
δροσί·ραί άπ' έξω αύραι, αί θωπεϊαι τοΰ
αέρος, αΐτινες έΦαυον ευχαρίστως τα
πρόσωπά τοιν, διότι ή έσπέρα ήτο θερμή
και ΐΊρεμος, άναδιδοΐ'αα έαρινας εϋωδίας.
Δέν ώμίλουν καθόλου, δέν έλεγον τί-
ποτε- εκρατοϋντο άπό τάς χείρας, τας
οποίας σνινέσφιγγον άπο καιροϋ είς χαι-
ρον μέ όλην τίιν δύναμίν των. Έκείνη
έμενε' μέ τούς οφθαλμούς τεταμέν'ους είς
το κενόν, διατελοϋσα έν έ*}τάσει επί τ^ϊ
μεγάλι^, ταύτι.ι μεχαδολίι έν τω [3ίω της·
μειδιωσα ομοις, ει'σταλι'ις, ετοίμη νά
κλαυύη, ετοίμη επίσης νά λιποΟΐ'μήσι>
άπο χαράν νομιζουιία ότι όλος ό κόίμος
μετε5λήθη μετ" αντής, άνηόνιχοϋσα χωρίς
να είξεύρη διατί και αίσθανομένη ολό¬
κληρον τό σωμα της, ολόκληρον την ψυ
χήν της κατακΐ'ριενΒεϊσαν υπό άορίστου
τινος και γλυκυτάτης νάρκης.
'Εκεϊνος τίιν έβλεπεν άενήως ιιέ άτε-
λείωτον μειδίαμα είς τα χείλη. "Ηθελεν,
έπεθ'·μει νά όμιλιση, άλλα δέν εύρισκε
τί νά είπη, καί έμενεν έν-.εϊ ηφιονος, έκ-
φράζων όλην τίιν θερμήν τοΓ; έρωχός τού
μέ τό σφίξιμον των χειρών. 'Κνίοτε εψι¬
θύριζε : « Ηέρθα ' » καί έκείνη ΰψωνεν είς
αι>χόν τούς ■οφθαλμούς της καί τον έβλε-
πε μέ εν βλέμμα γλυκύ καί τρυφερόν
ι'ιτένιζον αλλήλους επι μίαν στιγμήν εν
ερωτικη ί.κ'ϋάσει, είτα τό ^λεμμα της
Οαμβούμενιιν υπό τοΰ βλέμματός τού, έ-
πανέπιπτε καί πάϊιν.
Ούόεμα'ν σκέψιν ήϊύναντο νά εύρουν
καί ν' άνταλλάξουν μετοξυ των. Τού; Α¬
φίνον έκεϊ μόνους· άλλ' ένϊοτε ζεϋγος χο-
ρευτών διερχόμενον εκείθεν έρριπτεν έ/ι'
αυτών λαθραϊον βλέμμα, ώσεΐ παρίστατο
έχέμυθος μάρτυς ενός μυστηρίου.
Πλαγία τις θύρα ηνοίχθη και εισήλθεν
υπηρέτης, φέρων έντός δίσκου κατεπεί-
γθυο"αν επιστολήν, την όποιαν είχον κο-
μίύει μόλις πρό όλίγου. Ό Ίάκωβος έλα¬
βε τόν χάρτην εκείνον, καταληφθείς υπό
άορίστου καί αίφνηδίου φόβου, τοΰ μυ-
ΰτηριώδους φόδου των απροσδοκήτω ν δυ-
ότυχημάτων.
Πιιρυτήρησεν επί μακρόν τόν φάκελ-
λον, τοϋ όπυίου ο γραφτκός χαρακτηρ τί),
ήτο εντελώς &γνωο·τος, μή τολμών να^·όν
ανοίξη, μή θέλων ν' αναγνώση τί/ΐοτε,
μή θέλων νά μάθη τίποτε, και έπ:ί)υμων,
εί δυνατόν, νά θέσι> την έπι^^ολήν είς
τόθυλάκιόν τού καί νά ε'ηη : «Ές αύ¬
ριον. Αύριον θά εΐμαι μοκράν, δέν θα μέ
μέλη καθόλου!» 'Αλλά'έπι μιάς γωνίας
τού φικέλλθιι δύο ύΓβύη.μεΐίύ%ιένα λέ-
ξεις : ΛΙΑΝ ΚΑΤϋΙΙΚ|ΐ|ί>Ν. τόν συνεκρά-
τουν καί τόν κατεΡορύδοΐ'ν. ΊΙρώτησβ:
οΜθϋ έπιτρέπεις, φιλτάτη μου ; » έσχισε
τόν φάκελλον και ανέγνωσεν. Ανέγνωσα
την επιστολήν, ώΧΡιο>ν έν $Ρίκη> τ·ιν δι-
έτρεξε δι' ένόί §1έμματος καί έΰτη πάλιν
μέ προσηλω/ένουί ^ούς οφθαλμούς ώς
νά έσαλάίιζε τβϊ *έξεις.
"Οταν ,ίγβΦε τΛν κ·«ΦαλΛν. ή όψις τού
δλη Γλητου " μορΦ" Λτ> τεταμαγμένη.'Ε-
' Εέρ"ςμνκρούλαμου.. φοδερόν
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ
*ί-
δνΰτύχημα συμδαίνει εΐςένάπό τούς καλ¬
λιτέρους φίλους μου, μά μεγάλο. πολύ με-
γάλο δυθτήχημα. "Εχει απόλυτον ανάγ¬
κην νά μέ Ιδη άπόψε.. 'ς'τή ιΐτίγμή...
πρόκειται περ'ι ζωής καϊ θανατον. Μόν
έπιτρέπεις ν' άπουσιάσοι εϊκοσι λεπτά τής
.ώρας ; θά επιστρέψη ά^ιέσως.»
Έκείνη έτραύλισε τρέμουσα, τεταραγ-
νη: «Πή,γαινε λοιπόν!· καθότι δέν ήτο
άκόμη καθ" ολοκληρίαν σύζυγός τού διά
νά τολμήση να τόν ερωτήση, διά ν'άπαι-
τήθη νά μάθη. "Εφυγεν αύτός, καϊ έκείνη
βμεινε μόνη, άκροώμένη τόν θόρυβον των
χ«ρευτών έν τή παρακειμένη αϊθούοΊί. *
Ό Ίάκωδος δλαβε τυχαίως £να πϊλον,
δν ^οιονδήποτε έπανωφόριον χαί κατήλθε,_
τρέχων την κλίμακα. Πρίν ή έξέλθίΊ άπό'
την έξώθυραν έστάθη υπό τόν φανόν τοϋ
άεριόφωτος της είσοδον καϊ ανέγνωσεν
έκ δευτέρου την έπκΐτολήν.-
Ίδού τί περιεϊχεν αύτη :
«Κύριε,
•Κόρη τις όνομαζομένη Γαδέ, - παλαιά
«γνώριμός ϋας, ώς φαίνεται, έτεκε πρό
«όλίγου, αξιούσα, ότι τό τέκνον είνε ίδι-
»κόν ο"ας. Ή μήτηρ είνε έτοιμοθάνατος
»καϊ σάς καθικετεύει νά την επισκεφθή¬
τε." Λαμδάνω τό θάρρος νά σ3ς γράψω.
»καϊ νά ο"άς πΛρακαλέσω, άν σάς είνε
«δυνατόν, νά παράσχητε μίαν τελευταίαν
«χάριν είς την γυναΐκα αυτήν, ή όποία
»φαΐνεται πολύ δυστυχής καϊ άξΐα οί-
κτου. . -
Όλως ύμέτερος
ΜιιομνΛΙ', ίατρο;».
Όταν ό Ίάκωδος εϊσήλθεν είς τόν θά-
.λαμον τής θνησκθύσης, ,έκείνη έψυχορ-
ράγει ήδη. Ό Ιατρός καϊ δύο νοσοκόμοι
την έπεριποιοΰντο. Χάμω είς τό πάτωμΛ
■ήσαν δοχεϊα πλήρη πάγου κΉ πανΐα
πλήρη αΐματος.
Τα χυμένα νερά έπλημμύρ,ιζον τό πά-
τωμα- δύο κηρία ηναπτον έκεΐ κίίπου·
όπισθεν της κλίνης, έντός μικράς κο'ιτί-
δος' έκ λύγον, τό βρέφος εφώναζε καϊ είς
έκαστον κλαυθμυρισμό"ν τού, ή μήτηρ,
σπαραττομένη, έδοκΐμαζεν, έπεχείρει νά _
κινηθι^, τρέμουσα υπό τα βεδρεγμένα
πτύγματα. .
Ό τοκετός ούτος την εΐχε πληγώσει
θανασίμως, την εε φονεύσει, κα> τό
αίμα έρρεεν, ίρρεεν. Όλόκλήρος ή ζωιν
της έρρεε μετ'αύτοϋ, καϊ μεθ' δλους τούς
πάγους, μεθ' όλας τάς φροντίδας, τι άκα-
"τανίκητος αίμο'ρραγία έξηκολούδει κα*
έπετά^υνε την τελευταίαν της ώραν.
Άνεγνώρισε τόν Ίάκωβον καί ηθέλησε
νά ύ![ώοΊ;ι πρός .αυτόν τούς φραχίύναζ,
άλλά δέν ηδυνήθη, — τόσον εά μέλη της
ήσαν έξηόθενημένα- επι των πελιδνών
δμως παρετών της ήρχισαν ν ά κυλύων-
ται δάκρυα.
Ό Ίάκωδος έρρίφθη γονυπετής παρά τϊιν
κλίνην, Λρπαΰε την κρεμαμένην χείρα
τής ασθενούς καϊ την κατεφίλη^ε παραφό-
ρως- έπεατα ολίγον κατ' ολίγον ήρχισε νά
πλησιάζη, νά πλησιάζη περισσότερον, νά
πλησιάζη άκόμιι είς τό-ίόχνον πρόσωπον
της, τό οποίον έφρισσεν εΊ^- την προ¬
σέγγισιν τού. Μ(α έ κ των νοοΌίό'μων,
όρθή, μέ κηρίον.είς την χεϊρα^τοϋς ?.φώ·
τιζε, καί ό ίατρός, άποσυρθείς, τοΰς πα-
ρετήρει άπό τού βάθους τοϋ θαλάμου.
Τότε μέ φωνήν βαθείαν, ώσει ηκούετο
μάκρόθεν, αίσθμαίνουσα, εΐπε : «Θ' ύπο-
θάνω, άγάπη μου, δόσε μου ϋπόσχεοΊ
πώς θά μείνης ώς τό τέλος. "Ω ! μΛ μ'ά-
φ-ίνης τώρα, μή μ' άφίνης 'ς την τελευ¬
ταία μου στιγμή !»
Έκεϊνος έφίλει τό μέτωπον της, έφίλει
την κόμην της, την έφίλεχ μέ λυγμούς!
Καί έι^ιθύρισε: «Μεϊνε ■Λο'υχη, δέν θά
φύγω.»
Παρήλθον στιγμαί τίνες πρίν ή δυνηθή
-νά ομιλήση άκόμη· τόσον έπνέζετο ή ά-
ναπνοή της, τόσον ήτο έξηντλημένη.
Καϊ έπανέλαδεν : «Είνε 'δικό ΰθυ τό
παιδί. Τό όρκίζομαι ενώπιον τοϋ Θεοϋ,
σοϋ όμκίζομαι 'ς την ι[τυχή μου, σοϋ όρ¬
κίζομαι 'ς τη στιγμή τοϋ θανάτου μου.
Δέν ήγάπησα άλλον άπό ,σένα . . . Λόσε
μου ύπόσχεσι ότι δέν θά τδ έγκαταλεί-
»^ηϊ°· Ό Ίάκωδος. έδοκίμασε νά έναγκα-
λισθη καϊ πάλιν, νά σφίξη καί πάλιν είς
τάς ά,γκάλας τού τό δθλιόν έκεϊνο καί
ήφανισμένον σώμα, (5ώμα κενόν αΐματος.
-Έτραύλισεν έξαλλος άπό τύι^εις συνει¬
δήσεως καϊ άπό βαθυτάτην θλίψιν : «Σοϋ
τό όρκίζομαι, θά τό άναθρέψω καϊ θά τό
ά-γαπώ. Λέν θά τό άφήσω ποτέ». Τότε ή
δυστυχίας έζιίτησε να τόν φιλήση. ΜΛ
δυναμένη νά έγείρη την έξηντλημένην
κεφαλήν της, ίτεινε τα χείλη της, τα
λευκά της χείλη, προκαλοϋσα δν φίλημα.
Έκεϊνος προσήγγιζε τδ στόμα τού διά νά
δεχθή την παρακλητικήν της θωπείαν.
"ϋταν συνήλθεν ολίγον έι|;ιθτιρισε χαμη-
λοφώνα>ς : οΦέρε το ίιδώ,θέλω νά 'δώ δν τ'
άγαπ^ς.
Ό Ίάκωβος έλαβε τό παιδίον άπό τής
κοιτίδος, τό άπέθηκεν έπϊ τής κλίνης,
είς τό πλευρόν τής μητρός τού καϊ έκά-
θησε- καϊ αΰτός πλησίον τό δηέφος έπαυ¬
σε πλέον νά κλαίη. 'Η Βέρθα έψιθήρισε,-
.Μην κινεΐσαι!» Καί αΐττός δμεινεν έκεΐ
άκίνητος,κρατών έντός τήςκαιούσης χει¬
ρός τού την χείρα εκείνην, την οποίαν 5-
νετίναζαν νά ρίγη τής άγωνίας, 6πως πρό
όλίγου έκράτβι μίαν άλλην χείρα, την ο¬
ποίαν συνέσπων τα ρίγη τοϋ ίρωτος. Ά¬
πό καιρόν είς καιρόν παρβτΛρβι κρυφά
τί| ωρολόγιον, ακολούθων τον ώροδεΐκτην
όστις εδείκνυε μεσάνι/κτα, 'εΐτα μίαν ώ¬
ραν, είτα δύο. - . - -
Ό ίατρός είχεν άποο"υρθή· αί δύη νοσο-
κόμοι, άφοϋ προηγουμένως περιεφέρθη'-
σ"αν άκροποδητεί έν τω θαλάμω όλίγην ά¬
κόμη ώραν, εκοιμώντο ήδη είς τάς καθέ-
κλας. Τό βρέφος εκοιμάτο, καί Λ μήτηρ,
δχθνσα κεκλεισμένους τούς οφθαλμούς της
εφαίνετο ότι άνεπαύετο έπίόης.
Αίφνης, καθ" ήν στιγμήν τό άμυδρόν
φώς της ημέρας είσβχώρει άπό τα δίμιτα
παραπετάΰματα, εξέτεινε τούς βραχίονάς
της τόο"ον αποτόμως καί τόσον 3**ίωί.
ώστε ολίγον ίλει^ε νά κατακρημνΐση τδ
τέκνον της. Ρόγχος άγωνίας άνέδη είς τόν
λάρυγγα της; ίπειτα δμεινεν ύπτία, άκί-
νη>τος, νεκρά. .
ΑίνοσΌκόμοι τρέξασαι έφώναξαν: «Έτε-
λείωσε !· Ό Ίάκωδσς έκύτταξεδιά τελευ¬
ταίαν φοράν την γυναΐκα εκείνην, την
οποίαν είχεν άγαπήθει, είτα έκύτταξε κα^
τό ωρολόγιον, τό οποίον εδείκνυε την
τετάρτην ώραν τής πρωΐας, καί ίφυγεν,
ετράπη είς φυγήν, λησμονήσας τό έπα-
•νωφόριόν τού, μέ-τό φράκον τού, καϊ μέ
τό παιδίον είς τάς άγκάλας τού.
Ή σύζυγός τού, δταν την αφήκε μόνην
τόν έπρόσμενεν, ήρεμος κατ'ώρχάς, έν τη
μικρ^ ίαπωνική αίθούση. "Επειτα μή δλέ-
πουο"α αυτόν έπανερχόμενον, επέστρεψεν
είς την αίθουσαν τοϋ χοροϋ, μέ υφος α¬
διάφορον καί γαλινιαΐον άνησύχει δμως
φρικωδώς. Ή μήτηρ της, άδουσα αυτήν
μόνην, την ηρώτησε: «ΙΙοΰ είνε λοιπόν
ό σύζυγός σου ; Καϊ έκείνη απήντησε :
«Είς τό δωμάτιον τού, τώρα θά έλθη.»
Μετά παρέλευσιν μιας ώρας, έπειδήδλοι
τόν ήρώτων, Λναγκάσθη νά ομολογήση
τα τής έπιστολής καϊ τής ταραχής τού
Ίακώδου καϊ συνάμα τούς φόδους της περϊ
άπροόπτου δυστνχήματος.
Έπρόσμειναν, έπρόσμειναν άκόμη. Οί
προϋκεκλημένοι ανεχώρησαν καϊ παρέμει-
ναν μόνοιοί γονεΐς καϊ οί στενότεροι συγ-
γενεΐς. Περί τό μεσονύκτιον ώδήγηο"αν
την νύμφην κλαίουσαν είς τΛν κλίνην
της. 'Η μήτηρ της καϊ αί δύο της θεϊαι,
καθήμενοι είς τό πλευρόντης Λκουον τούς
θρήνους της, άπηλπισμέναι καϊ δφωνοι...
Ό πατήρ της εΐχε μεταδφ είς την αστυ¬
νομίαν διά νά ζητήση πληροφορίας.
Κατά τάς πέντε τό πρωί άσθενής θό-
ρυδος ηκούσθη είς την είσοδον μία θύρα
Λνοίχθιι, καί εκλείσθη έλαφρά· είτα αίφνης
άθθενής κραυγή όμοία μένιαούριο"μα
γαλής διέτρεξε την σιωπηλήν οίκίαν.
Αί τρβϊς γυναϊκες ήγέρθησαν δι' ενός
αλματος, καϊ πρώτη ή Βέρθα ωρμιι^ε ά-
^ηφοϋσα την μητέρα της καί τάς θείας
της, κεκαλυμμένη διά τοϋ νυκτερινοϋ της
έπενδύτου.
Ό Ίάκωδος, όρθός έν τφ μέσω τοΰ δω-
ματίου, πελιδνός, ασθμαίνων έκράτει δν
Ρρέφος είς τάς άγκάλας τού.
Αί γυναϊκες τόν παρετήρθυν δντρομοι,
άλλ' ή Βέρθα, Ουγκετρώσασα έν άκαρεί.
δλην της τίιν τόλμην, μέ την καρδίαν
συνεσφιγμένην άπό την θλίψιν. 6τρεξε
πρός αυτόν: ·ΤΙ συμδαίνει; είπέ μου, τί
συμδαίνει;»
Ό Ίάκωδος ήτο ώς παράφρων μέ φω¬
νήν διακεκομμένην απήντησε: «Συμδαί-
νει... συμδαίνει... ότι έχω παιδί, καί ότι
Λ μητέρα τού απέθανε πρό όλίγου. . .··
Καϊ εδείκνυε τό όλολύζον βρέφος, τό ο¬
ποίον έκράτει άνεπιτηδείως είς τάς χεί¬
ρας-τού. ·
*Η ΙΓέρθα, χωρίς νά είπη λέξιν, ήρπασβ-
τό παιδίον, καί τό κατεφίληο"ε, ο"υο"φίγκου-
οα αύτό επί 'τοϋ' στήθους της·' είτα ϋι^οθ-
ο"α επί τοϋ ο"υζύγου της τούς §ουρκωμέ-
νους οφθαλμούς της :
__ Ή μητέρα τού απέθανεν, εϊπες ;
— Ναί.απήντησεν έκεϊνος, απέθανε πρό·
όλίγου... μέσ"α 'ςτήν άγκαλιά μου... εΐχα
διαλύόει τάς σχέσεις μας άπό τό καλοκαΐ-
ρι... δβν εΐξευρα τίποτε, έγώ... ό Ιατρός
μοϋ έγραύ,ε νά 'πάγω...»
- Ή Βέρθα εψιθύριζε : ·Τότε λοιπόν θά τό
άναθρέιΐ'ωμεν ημείς αύτδ τό παιδάκι.»
■ (Κατ» τού ΟϋΥ ϋΕ ΜΑϋΡΑ88ΑΝΤ) ♦
Ι. Π.
Ο ΕΎΟΝΟΤΕΡΟΣ ΦΩΤΙΣΜΟΝ
Άμερικανός φυόικός Λάγγλΐύ {Ι.αη-
έρωτόμενος τίς ό εύυννότερος
φωττσμός ; άποκρίνεται: Ί'ο εύωνό-
τερον φώς παράγει αύτη ή φύσις έν ταίς
λυχνίαις των φωτοβολούντων κανθάρων.
Εάν ηδυνάμεθα νά παραγάγωμεν φώς
διά των αυτών μηχανικων λειΐυυργιών
δι' ών κα'ι τ ό των φωτοβολούντων ■κανθά¬
ρων παράγεται, τό φώς τουτο ΰυγκρινό-
μενον πρός τα νυν παρ' ημίν έν χρήσει
•μέσα παραγωγής φωτός θά ήτο ό εύωνό-
τερος τνπος φωτισμοϋ. Τα τεχνη-χα μέσα,
ών νυν ποιούμεθα χρήσιν σννεπάγονται
άνήκουστον σπατάλην όανάμευ)ς. Μεγί¬
στη είνε ή σπατάλη αυτή έν τι) χρήσει
κηρίων, λυχνιών καί φωταερίου, έν οΐς
ή άπώλιια ενεργείας είνε πλέον των 99
επί τοίς εκατόν. Έν τω ήλεκτμΐκω φωτί
είνε μέν ή άπώλεια ελάδσων, (χλλα. πάν-
τοτε ί.ίαν μεγάλιχ. Ή άπωλεια προκύπτει
έκ τοΰ ότι άπαιτεΐχαι νά καταναλωθη με-
γάλη ποσότης Οερμότητος μίχρΐς ού τό
ώς πιχγή φωτός χρησιμοποιού]ιενον ο"ώμα
έκπί,μ^η φωτιστικάς άκχΐνας. Ψιος καί
θερμότιις είνε άαφόχερα τύποι μόνον μιας
καί τής αυτής ενεργείας. Θιρμαινομένου
σώματός της τα μθρια αύ~οϋ τίθενται είς
καΐάς-ασιν διηνεκώς έπιτεινομένων δονή-
σεων,αίτινεςδιά τουτο μέταλλον πληρθϋν-
τος αέρος διαδίδονται περαιτέρω. Των
δονήσεων τούτων τοϋ αίθαίρος αντιλαμβα¬
νόμεθα ώς άκτινοόολοΰντος Οεμμογόνου.
"Αμα δέ αίδονήιϊεις αποκτιϊσΜΟΊν ωρισμέ¬
νην τινά ταχύιητα, άρχεται καί το (!ωμα
νά φωτοόολ^Ι· τούχέσην ένω αί δονήσεις
τοϋ αίοέρος μόνον επί των άπηκών ι'ιμών
νεύρων έπέδρων, νυν αντιλαμβανόμεθα
αυτών καί διά των όπτικών. 'Λλλά δέν
δυνάμεθα νά έφαρμόσωμεν μέσον τι οίον
δίιποτε πρός επίτευξιν τής Καταστάσεως
ταύτης, χωρϊς νά διέλθωμεν δια των κα¬
τωτέρων (ΙαΊμΙδων τής άκτινίιδολίας τής
Οερμότητος" κατ' ανάγκην οφείλομεν νά
■καταναλώσωμεν μέγα μέρος άοράτου θερ-
μότητος μέχρις ου επιτύχωμεν καί τό ε¬
λάχιστον όρατόν άποτι λεσμα. (Κ'χ ήττον
παρουσιάζονται φαινόμενα έν οϊς παρά-
γεται φώς ανευ έηαισθητής Οερμότητος.
Τοιούτον δέ φαινόμενον είνε ό φωσφορι-
3μός, οΐος ηαρατηρεϊται έν τι"ι φύσει έν τή
^ωτοδολία κανθάρων τίνων.Ήπίϋιιμος διά
την φωτιστικήν αΐ'τοθ δύναμιν είνε ό ά-
■μερικανικός Ιΐυροφόρος (Ι'ι/>·ορ1ιοηΐ8
χαλούμενος έν τιρ τοηω Κου-
(ίιιι-ίί/υ). Τό ζώον τουτο ϊχει μή-
κος 37 χιλιοιίτομέτρων καί πλάτος 11. Τ6
φώς έκπεμπεται έκ τ^ιών μίρών χον ο"ώ-
ματος αντοϋ, ών δύο κεΐντα» επί τοϋ
3τιος, τό δέ τρίτον κατά τα ηρανη τής
•κοιλιας. Μόν τή πατρίοι αϋτΐον τα βντομα
χρηοιμοποιοθνται- ώς φυσΐκαί λιιχνΐαι,
α δέ γυναϊκες φέρουσι τοϋς κανθάρονς
τούτους ώς κοσμημα επί τής νεφαλής ι·.αί
των έσθιιτων αυτών, διό κ(> έν Βερα-
■κρούζη είνε αντικείμενον έμπορίου. Ό
Λάγγλεϋ καί 6 Ιίέρυ (Οβ)'ΐ/) έπρομηθεύ-
θησαν ζώντας Πυροφόρονς έκ Κούδας
καί εξετέλεσαν έπ τούτων τιειράματα,
ών ιΐκοπός Λν νά βεβαιώσωθιν, άν τ6 υπό
των κανθάρων τούτων έκπεμπόμενον
φώς κεριεϊχεν άμαυράς θερμαντικάς ά-
κτϊνας. πρός τόν σκοπόν τούτον εξήτα¬
σαν τό φάσμα τοΰ φωτός των έντόμων
τούτων, όυγκρίνονχες αι'πό πρός τό τοθ
ΐΐλιακοΰ φωτός. Έκ δέ τής ερεύνης ταν-
της προέκυψεν ότι τό φάσμα τού φωτός
των φωτοδολούντων κανθάρων στερεΐται
των έρυθρών κα'ι των νπερερνθρων (μη
όραχών) άκτίνων, είς άς όφείλεται τό
πλείστον τής ηλιάκης θερμότητος καί
τής θερμότητος των συνήθων πηγών τον'
φωτός. Εντέυθεν προκύπτει, ότι έν τ·η
προκειμένη περιπτώσει έχομεν φώς ανευ
θερμότητος,έκτός,έννοεΐται, τής θερμό¬
τητος ήν αύται αί φωτεινα'ι άκτΐνβς πα-
ραγουσι.
Ν. Χμιιόσ
λόγον άπαστράπτοντα. Ή γυνή δμως ύ-
ΐτερδαίνουσα τόν λόγον τοϋ άνδρας καί
τό 3.σ"μα τοϋ πτηνοϋ, έχει γλώσσαν
μαγικήν, διά-τής οποίας διακόπτει τόν
λόγον καί τό ασμα : έχει τόν στεναγμόν,
την περιπαθή ταύτην πνοήν.
Άκαταλόγιΰτοε δύναμις. Μόλις αίσθαν-
θτί τι καί ή καρδία της άμέσως συγΜνεΐ-
ται, τό στήθος της άνέυχεται, κατέρχεται,
άνίρχεται καί πάλιν δέν δύναται νά ο¬
μιλήση καί ομως εκ των προτέρων συμ¬
φονούμεν, ύποχωροϋμεν εί; τάς θελ·ησεις
της. Ποία δημηγορία τοϋ άνδρός δύνα¬
ται νά φέριχ τό άποχέλεσμα, το οποίον
φέρει ή σιωπίχ τής γυναικός ;
Η ΓΤ Ν Η
Τό αντικείμενον τοϋ ίρωτος, ή γυνή,
είνε δν Ολως διαφοράν τοϋ άνδρός, πλέον
η διάφορον, αντίθετον, άλλ'άντίθετον άρ-
μονικώς. Καί έν τίί άρμονικη ταύχιι αν¬
τιθέσει έγκειται τό θέλγητρον τοϋ κόσμου.
'Λντιτίθεται αύτη πρός εαυτήν, υφιστά¬
μεναι έν τίϊ ψυχίϊ τηςδιαμάχην αντιθέτων
ίδιητήτων. Καίτοι άνατραφεΐσα έν τί>
καλλονι]! της, έν τίϊ ποιι'ισει της, έν τι7ι
ζωηρ^· της άντιλήι'Γει, έν τι^ ιιαντιν:ί5, της
έμπνεύσει, είνε ούχ ήττον δούλητής φύ¬
σεως διά την αδυναμίαν καί την ασθέ¬
νειαν της.
Κατ' ουδέν όιιοιάζει μέ ημάς τοϋς άν¬
δρας. Σκέπτεται,ομιλεί,ένεργεϊ διαφόρως.
Λί ήρέξεις της διαφέρουν των ιδικών μας
όρέξεων. ΐό αΐμα της δέν ίχει την Ιδίαν
κυκλοφορίαν μέ τό ίδικόν μας αΐμη· βχει
στιγμάς, καθ" άς όίει ύρμητικώς ώς κα-
ταιγΐς. Δέν άναηνέει οποις άναπνέομεν
ηιιεϊς. Προβλέπουσα την έγκυμοσύνην
καί τΛν έν τφ μέλλοντι ανοδον των κα¬
τωτέρων όργάνων, Λ φύσις ίκαμε την γυ-
ναΐκσ ν' αναπνέη πρό πάντων διά των
τεσσάρων άνωθεν πλευρών. Έν τη άνάγ-
κη ταύτη τής άναπνοής δγκειται τό με-
γαλείτερθν μέρος τής καλλονής τής γυ¬
ναικός, οί άρμονικοί κυματισμοί τοϋ στή-
θονς, οΐτινες έκφράζαυσιν έν άφώνω ενγ-'
λ.ωττία δλα τα αίσθήματά της.
Λέν τρώγει οΰτε δσον τρώγομεν ημείς,
οίΐτε δ,τι τρώγομεν ημείς. Διατί ; Διά τόν
λόγον -πρό πάντων δχι δέν χωνεύει όπως
■ημείς. ΊΙ πέ['ΐς της διαταράσσεται καθ"
εκάστην σχιγμήν άπό μίαν αιτίαν: τι γυ¬
νή άγαπι,χ από τοϋ ?άθι,νς των σπλάχνων
της. Τό βαθύ δοχείον τοϋ έρωτος (δπερ
•καλείται λεκάνη) είνε όλόκληρος ώκεα-
νός διαδθχικών συγκινήσε6)ν, αίτινες αν¬
τίκεινται είς την ενέργειαν των θρεπτι-
κών όργάνων.
Λί έόωτϊρΐκαί αύται διαφοραί έμφαί-
νονται εξωτερικώς διά μιας δλλης δια¬
φοράς πλέον εύδχακρίτου.Ή γυνή έχει Ι¬
δικήν της γλώσσαν.
Τα ένχομα καί οί ϊχθεϊς σιωτίώσι. Τό
πτιΐνόν ιΐτάλλετ καί ν[άλλεχ οΕτως ώσει Λ-
θελε ν' άρθρώση λέξεις. 'υ άνΛρ έχεχ την
γλώσσαν εύκρινη, την λέξιν σαφή, τόν
—: 10 5—- ,.
Ό Κνριος. Νά, πάρε αύτο το μέτρον χϊι πι-
γαινε να μετρηΐΓ,ς ΕχΕΐνΓ, τή μεγοίλ', σανδα κου είνε
'ς τ^ν πορτ».
Ό ϋπί,ρε'τη; χατέρχ=ΐ»ι μέ τό μέτρον χαι Ι7ζι-
στρεφει άμεσως.
Ό ίΐ'ριΰθ. Την έμέτρτ,σϊς ;
Ό ύχηρέτης. "Οχ.ι· τό με-ρο εΐντ μιχροτερο άπό
τή σανίδα και δέν φϋάν£ι να την μετρ^αω.
'ϋ συζυγος. "Αν δέν μ' 2«νίς ν» αέ ζΓ,λεύω, Οα
σ' αγαπουσα πολυ περισσόΐερον.
'ΙΙανζνγος. Φχνταζομαι πόσον περισσόΐερον θα
μ' έζήλευες τοτε.
«,ΤϊΙΐΙΤΙιΙΪΙΙΙ
Γο Άιτιχύν Μουσείον, παρορμηίΐέν έκ των έπι-
σ'υλω;, τάς οποίας ήρχισε λαμδάνον χαί έπιθυμουν
να εθρί^χετιΐ ϊίς πνεΐίματ'.ιιτ,ν συγκοινωνίαν μετά
των σ^νδρομϊϊΤών τού, σονιστφ ιδιαίτερον κεφάλαιον
ίιπό τάν τίτλον ΣΥΖΗΓΗΣΕ1Σ, *■' ιω οποίω 0«
συζητϊ, χ»Ί θ' άπανΐδ περ'εχτιχώς είς τας άπευθα-
νομεν«ς προ» αύτά έρωττ)αεις έχ μέρους των ανα¬
γνωστών χαι άναγνωθΐριών τού. Οί χ. χ. αναγνώ-
3ται αμφοτέρων των φόλλων, οί έϊϋϋιψοΰντες να λά-
&ω3ΐ μερος εις τας Συζηζήσιις μας παραχαλοϋνται
ν3 έχλεξω^ι ψευδώνυμον τι* έν ελλείψει ψ£υδονύμου
0' άπευθυνώμδθ* προ; τ' αρχιχ» στοιχεΐα τοΰ όνό-
ματος των. 'Κννοεΐται, ότι, μεταχειριζόμενοι ψευ-
δωνυμον, δέν είνε Οπο^ρεωμένοι να μάς χιθιστώσι
γνωστόν χαι το ό'νομά των. Είς το τελος ταϋ χεφα-
/.αίου των ΣυζτιιήσεΜγ Οα ίχτιθετ»ι χαι 5) άλληλο-
γρ«φία, ή έχουσα σχέσιν πρός τα συμφεροντα τοΰ
περιοδιχοϋ.
ΙΙεφιοιοφιΛεΐ. — Δέν άρνού.^Εθα ότι ουδέν γλυ-
χυτερον άπο την εΆπιδν (ΐεταξύ ομως τοϋ {Λπίίειν
χα τοΰ φανταζίαθαι ή δΐϊβορα είνε ελαχίστη. Ό-
νειροπολί;σ6ΐς μέλλοντας, πολλαίς έπαναλτ,φθεισαι,
έζοιχειοϋνται τοσούτον μεθ' ήμώ/, ώστε χαταντώβι
Γ.ροαοοχώμεναι έλιτιδίς. Τοσοΰτο μάλλον, χαθ' δσον
τα πραγμα.ΐί» γεγονοτα, επι των οποίων στηρίζο-
μεν τας ίλπιδας (ΐας, χαλλυνονται χα'ι μεγεθύνονται
υπο τής φαντασίας. Λι' «ϋΐό άχριβως οί φαντασιό-
πληχτοι χαλλ'.τεχναι, χά. ιδία οί ποιηταί, βλίπουσιν
τας ελπίδας των διαλυομενας ώς θνειρα χαι ώς
χαπνον.
α. —Τί βέλετε να σάς «πανττίσωμεν ; Τ«
αϊσβήμια^» ΐχετ(ζοντ«ι όχι μόνον μί την «νατρθ}ΐήν
άλλ» χχ', μΕ την ιδιοσυγκρασίαν έχάστου * βλεπομιν
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ Ρ
άνθρώ^ους, άοελφοΰς α>ιόμη, ίιϊτοδληθε'ντας ε'ς την
ίδ:αν ανατροφήν λ% όμως διααέροντίΐς πολϋ χατά
τα αϊσθήματα. "Οσον αοορα την άλλην έρώ:ηαίν
αα;, περι διαρχείας των αίσθημάτων, δ-άρ-χουσιν έ-
ρωτες συλληφθέντες διά τού πρώτου βλε'μαατο; χαί
διατηρηθ=ντες έφ' όλης τής ζωής- οί τοιούτοι δμως
Κρωτες προϋΐτοθέτουσιν ισχυροΰς χαραλτήρΛς, δυνα-
μένθυς ν'άντιπαλαίσωσι πρός τα μή προμίλετηθε'ντα
προσχόμματα χα'ι πρός τού; μή προδλεοθέντα;
δύνους. Έν τω συνήθει ομως βίιρ χαΐ είς τού; συ¬
νήθεις χ_αραχτήρας διαρχε'στερα αΐσθήματα είνε
εχεΐνα, τα όίτοϊχ συνενοήΰί,σαν προηγουμένως μέ την
χρίσιν χϊΙ μέ τό λογιχόν.
* -&-
Χαριοπαίϋττ). — Γαλλίς τις φ'.λόσοφος λέγει:
«Τό ν» χαρτοπαιχτϊ) χανε'ις μετά χλεπτών, είνε
βλακία' τό να χαρτοπαιχτη μετά φίλων επι τη ελ-
πι'δι νά τούς ξΕγυμνώστ) Είνε άτιμίχ.» "Άχούσατέ
την χ»Ί συμμορφωθήτε. Ρίπτετε πρός τούτοις άπό
χαιροϋ είς χαιρόν χα'ι ?ν βλεμμα είς τόν χαθρε'πτην
σας διά ν* ίδητε πΰς ή μ^οη" σας ώχριΐ ολίγον
χατ' ολίγον άπό τάς αλλεπαλλήλους χα'ι χαμεριτεΓς
συγχινήσε·.ς της χαρτοπαιξίας,
χ. Ν-— Τό ποίημά σχς ελήφθη, άλλά δέν έχρί-
βη κατάλληλον πρός δημοσίευσιν στείλετε' μας χαλ-
λίτίρον. Σας συνιστώμεν ομως ν' άποοεύγετε την
περιττολογίαν.
-«ι
χ. Φς Μή γράφετε διά τό χαλο'ν σας χα'ι δια τό
χαλόν μας. Δι' δνομα τοΰ ©εοθ, απαλλάζατέ μας
από τα -χειρόγραφά σας.
Υίδι Αΰρα Ά. Δ. Ή μετάφρασις σας είνί
πολΰ χαλή, δ-ιστυχώς ομως αδυνατούμεν νά ττ,ν δη¬
μοσιεύσωμεν, χαθότι τό βιβλίον, Ις ού απεσπάαθη
αυτή, είνε παλαιόν κα γνωστόν* αν μετα^ρράσετδ
τίποτε νεώ:ερον στείλετε' τό μας χα'ι 6ά τό δημο¬
σιεύσωμεν ευχαρίστως, αρκεΐ να συνάδει πρός Τ'>ν
σχοπόν ΐοϋ «Άτΐιχυΰ Μουΐείου».
Κωοιΐί Οϋρακίω*·!. Δέν λέγομεν Οτι είνε χαχή
η μετάφρασις αας, δέν είνε ομως τόσον χαλή ώιτε
νά είνε δΓ,μοΐΐεύσιμο;. Ιΐολύ ευχαρίστως 6ά σας
συγχατελε'γαμεν μεταξύ των έχτάχτων συνεργατών
μας, αν έδλε'πομεν χά ι τίποτε άλλα εργα σα:, χδπως
χαλλίτερϊ άπό τό ποίημα, τό οποίον μας έστείλατε.
Χ· Μ. Χ. ΜισοΛόγγιογ Ελήφθησαν· σ«; ΰπε-
ρευχαριστοΰμεν. Τεχνιχώτατα χα'ι -χαριτωμε'να αμ-
φότερΐ. ©ά λάδετε χαι ιδιαιτεραν επιστολήν μας.
Όλγα Παύλοβνα
Με:ά μεγίστης ν,αρας δημοσιεύομεν εις τό Αζζι~
χογ 31ουσιΐϋ^ την ίϊχόνα τής Μεγχλης δουχίσης τής
Ρωσσίας "Ολγας Παυλόό/ας, Ουγατρός τής προσφι-
λοΰς ιλχς πριγκιπίσσης Άλεξίνϊρας χαι τοΰ με-·
.. γάλου δουχάς τής Ρωσσίας Παύλου. Ή ε'χτιθε-
μίνη ένταΰθα εικών έλή-ίθη !χ τινος βωτογραφίας,
ευγενώς ημίν παραχωρηθείσης ΰΐτό τής δεσποινίδος
Χατζηπε'τρου, πρός ήν την εΤχεν αποστείλει'ώς φι¬
λικόν ένθύριιον των παιδιχών ημερών της /) Μεγάλη
οΌύχισα Αλεξάνδρα.
Ή "Υδρα
Ή δημοσιευομε'νη ανωτέρω εικών παριστα πιστώς
την «'Τδραν», τό δεύτερον ημών με"γα θωρηχτόν,
όπερ εισήλθον είς τόν λιμένα Πειραιώς την 27 Μαίου
έ. Ιτους.
Ή «Ύδρα» έχχινήσασα έχ Σχ'ιν ΝαζαΙρ την πρω-
ίαν χής 18 Μαίου χα'ι ΐιχνύουΐχ χχτ,ά μέσον όρον 14·
μίλια χαθ' ώραν μετά διαμονήν τεΐραήμερον έν Άλ-
γερία ίγ.λίζο είς 11 = φαι«, έπιδείζαια χιθ' όλον τό
ταξείίιον Λλεο/ίχτη'μιΐα θωρη*τοϋ πρώτ/,ς τά?εως.
"Εχει μήχυς μέτρων 11)1 χα'ι 60 "/„ πλάτος 16
χα'ι 80 °|0 χαι βάθο; ίχ τής ίσάλου γραμμής 5 Χϊ'ι
60 /α- Άλλ' δ,:ι χρίνεται άςιον 1αυμα3μθϋ εΤ/ε η
ηρεμία έν τη χινήίίι χαί ή έλα/μ'στη' Οερμοχρασία 5»
ίναπτύσουαιν αί μηχαναι λειτουργοϋσαι.
Ή «Τδρΐ» εχει 'ίί:ώ ΐυροό'ίλχέί τώ/ όν.ΐων,
τα τρία ϊίνε των 27 Ιίαΐοστομείρω* χ»Ί τα πε'νχε
των 15. Τα πυροβόλ* ταυτα είνε τελειοτάτου συ-
στήματος Κανέ χα'ι διά τής προσφυεστάτης αυτών
τοποίίβτησεως χαι των χαταλληλοτάτΐΛίν" μτ,χανηαά-
των, 2 μεγάλα χα'ι 3 μΐχρχ βάλλουσιν εμπρός, 'ί
μεγαλα χαι Ί μι^ρα οπίσω, 2 μεγάλα χαι '6 μιχρα
δ&ξια χαι 3 μεγάλα χαι 2 μιχρα άριστερά. Τα τη-
λεβόλα ταυτα χινούντχι δια τοϋ άτμοϋ η και δια
τής χειρός, το όε βλήμα των μεγάλων τηλεοόλων
εχει βάρο; 250 χοιλών χαί ή άνάλογος πυρΤτις 150
χοιλών.
'ϋς τελευταίας λεπτομερείας άναγράφομεν, Οτι ή
«"Γδρα· έξαίθντίζει δια τελειοτάτου συατήματος
τορπιλλας έχ των πλευρών χαι έχ τής πρώρας, ότι
εχει τρία πηδάλια, έξ ών τ6 %ν χρησιμοποιεϊται έν
χαιρφ μάχης χαι τίλος οΐι διαννει χατ' άνώτβρον
όρον 17 '), μίλια την ώραν.''
Φερδινάνδος Α'.
Ό Φερδινάνοος Α'. ήγεμών τής Βουλγαρίας,
είνε δούξ τής Σάξ, έχ τοΰ οΐχου τοΰ Σαξ - Κοβούρ-
γου. Εΰσταλής, ώραΐος, ϊγει τό τριαχοστόν ετος
τής ηλιχίας αύτοθ, χαθό γεννηθεις την 20 Φεβρουα-
ρίου 1861. Ήγεμών τής Ιϊουλγαρίας εξελέγη υπό
τής έθνοσυνελεύσίως τοθ Τυρνο'βου την 7 Ιουλίου
16'87.
Σταμπούλωφ
Ό Στέφανος Σταμποΰλω^ι Ιγεννήβη ε'ν Τυρνό6ω
τής Βουλγαρίας τώ 1853. Ιΐαιδίον ϊιχΐ» ιΐσέλθιι
είς την ίερατιχήν σχολήν τής ΌδΓ,σοϋ, ?,ν ταχέως
χατελιπεν, άναμιχθει; είς την μυστιχήν ίταιρίαν, την
σ/.οποΰσαν την απελευθέρωσιν της Βουλγαρίας, Ιφ'
ω χα'ι εξωρί^Ο/) υπό τής άστυνομ'ας τής πόλεως
ταύτης. Επανελθών είς την πατρ:'2α αϋτοϋ, τόν Σε¬
πτέμβριον τοϋ 1880 ανύψωσιν έν Έσχη-Ταγρϊ την
σημαίαν τής άνταρσίας. Τοΰ χινήματος χαταστα-
λέντος χατέουγεν είς Ρουμανία», ένθα μετέη/ε τής
συντάξεως τής Σημαίαν χαι τής Ν(ας Βουλγαρίας.
Είς Βουλγαρίαν επανήλθε χατά τόν ρωσσοτουρχιχόν
τ.όΧζμον χαι ΙξεΧίγη μέλος τής έν Τυρνόβω Έθνι-
χής Συνελεύσίως. Τω 1884 ϊξελίγη πρόεορος τής
Βουλής, τω 1886 εγίνετο είς των άνθηγιμονων.
Είνε μετρίθυ άναστήματος, μΙ ζώηροΰς οοθαλμοϋς
χα'ι γλυχεΐαν φυαιογ'/ωμίΐν. Έν τή Βθυλη διχπρέ-
πει ώς είς των έξοχωτέρων ^ητόρων, είνε δέ χα'ι...
ποιητή;, θεραπεύων την Μοϋιαν χατα τας ώρας τής
σχολης τού.
Καύσων έν Ισπανία
Άς μή παραπονούμεθα -λέον ημείς διά τόν Οπερ-
βολιχον χαύσωνα τοΰ χλίματο'ς μας χα'ι άς μή νο¬
μίζομεν ότι είμεθα οί 9ερμο'τεροι χάτοιχοι τής Εΰ-
ρώπης· υπάρχουσι χα'ι άλλοι δυστυχίστεροι ά«ό
ημάς ώς κρός τό ζήτημα τουτο. Έν Ισπανία χατα
τάς τελευταίας ταύτας ί,μίρας 6 χαύσων ίφβασεν είς
βαθμόν άφίρητον. Έν Μαδρίτη τα θερμόμετρον Ιν
οχιά την πρωίαν έδείχνυε 34,8 (Ιαθμοίις, είς τόν
ήλιον ΗΙ έχτεθε'μενον έδείχνυε 43,5. Ή αύΐή ΰπερ-
βολιχή θε&μοχρασϊα έπεχράτίι χαι έν Μαλάγα, Βα
δαγιόζη χαΐ Βΐλεντ'α. Έν ϊεόίλλα 6 ζέων άφριχα-
νιχός ανεμος ηΐτείλε: άσ^υξίαν. Οί άνθρωποι ένόμι-
ζον ότι είσε'πνεον φλόγας, είαδυούσας είς όλον τόν
οργανισμόν αυτών* εχαίοντο, η:φυχτίουν, μόλις ηδύ¬
ναντο ν-' αναπνεύ--ωσιν. Οί στρ'ίϋθοΊ χατε'πιπτον νε-
χροι άπό τάς οτέγας των οΐ'ΐων χα'ι άπό τούς χλά-
δους των δίνδρων* αι δέ άλεχτορίοες εχλονουντο ώς
μεθυσοι -χα'ι ε-ϊΐ-ίτον χατόπιν άδρανεϊς. Άπειροΐ
των εργαζομένων έν τοΤς άγροϊς απέθανον προσβλη-
δέντες ΰπόήλιάσεως.
*
Πρωτάκουθτος τιμωρία
Έν Γαλα:ά τής ίνωνσταντινουκΆ.ως μαχαρονο-
ποιος τις, Ονομαζόμενθς Δημήτριος, συλλαβών τον
ύπηρέτί,ν αυτού Πίτρον, χ/.έπτοντα έχ τού έρμαρίου
εύτελές τι πιισυν νομιαμά;ων,χαι Οίλων νά παραδειγ-
ματίσί] τόν μιχρον ΧΛε-ίτην, έ'6αψε το πρόσωπον αΰ-
τοΰ διά ποιχιλοχρόων [3αφών χαι δέσος αυτόν τόν
βξεϋηχεν, ούτως έψιμυϋιωμενον, προ -.ου παραΙΙύρου
τού χαταστήματός τού είς χοινόν όνειδυς τώ^ όια6α-
τών. '11 άστυνομία βμω; μή άναγνωρίζουσα τοιού¬
του είδους ποινήν, ώς μη χαϋοριζομενην υπό τοΰ
νόμου, τόν μέν δεσμότην παΐδα άπέλυσε, τόν δέ τι-
μωρΰν χύριον συνελαβε, καταγγείλασα χυτον επι αυ-
τοδιχεία.
Φώρμακον χαχά τοϋ έρωτος
Ιΐλονιαία δεσποινίς, μεταβάσα μετά τής μητρός
αυτής είς τίνα πόλιν τής Ιΐρωσοιχής Βαλτιχής χά¬
ριν Οαλαασίων λουτρών, ήράσθη έμμανώς νεαροΰ
αλιέως τής πόλεως ίχείνης. Ή μΊτΐ,ρ ένόησεν έγ-
χαΐρως το α?3θημα, όπερ τίΡ/(.'οί να ί""»*1^ τα ϊτή"
θη της θυγατρός της χα'ι ανησυχη'σααα δια τάς συ¬
νεπείας, παριλαβεν αυτήν χαι ανεχώρησε χατεσπειι-
σμενως. Οί συμπολΐτα. ομω; '.ου εραΐτοϋ άλιεΐς,
φοβηθίντες μή όια τοϋ έ'ρωτος αΰτοΰ δυσφημισβή ό
τυπος των, συνεχρότΐ,οαν μετχξύ των αυτοοχέοιον
δικαστήριον χαι με;ά Γ.υλύωρον οόιχεψιν απεφάσι¬
σαν νά ξυλοχοπή-ΐωαιν άνηλίώς τον ερωτευμένον.
'ΙΙ απόφασις εξίΐελίαθη χα'ι ό νεαρος άλιεύς, ά^οδ
'ε'οαγε πΐρά μίαν τεσσαρά/.οντα, έβεραπεύθη μέν
υπό τοϋ ερωτος, δέν δύναται ομως νά θεραΠίυθη
ά/.όμη ν.α άπό των μωλώπων τοΰ ξυλοχοπήματο;·

Στήμαχος αξτοζτιλευτος
ΑΙ γερμανιχαΐ έφημερ!5ες μετά θαυμασμόν διη-
γοϋνται περ'ι Ινάς τ:αμ.γίγου, Βιτρέου ϋνομαζομίνου.
Ό στόμανος αΰτοΰ ΰπερδαίνει χα'ι τόν τής στρουθο-
χαμήλου χατά τε την χωρητιχότητα χα'ι την πεπτιχήν
δύναμιν. Φαντασθής ότι τρώγει 6 εΰτυχής αύτός
θνητός όστχ λιπόΊαρχ», 6άλίνα ποτήρια, ΰιτοδιίματα,
χα'ι ταυτα πάντα ώς 1ΐ0Γ3 (Γα,ΙΐνΓΘ. Καταπίνει
μαναίρΐα, χοχλιάρια, τα όποΐχ χωνεύει ώς χωνεύομεν
ημεΓς τα όρνίθια. 'Ερο,τηθε'ις μίαν ημέραν, ϊιατΐ
δέν τρώγει χα'ι χεραμίδια, ηρπασεν, είς απάντησιν,
τεμάχιον λι8άνθραχος χαι τό χατεβρόχθησεν ήδονιχώ-
τατα. Ε'νε'άπορίας άξιον άπό τ ιΐνι χατεσχενασμί-
να τα πεπτιχά τού όργανα.
Γ. Σ. χειρόγραφον εδημοσιεύθη διά τό α'. δημο-
σιίυΟΙν ϊρα άλληλογραοΐαν 34 τεύχους.—Ι.Δ.Κ.
Άχιρλή Καραβούρην,έπΊ τΛους αναμένομεν.—Κ.Δ.
Σΰρον έλτ(φθησαν ευχαριστούμεν .— Α.Τ. Κύθηρα'
Φύλλα απεστάλησαν, διεύθυνσις ήλλάγη. —Κ. Ρ.
Παρισίους. Ελήφθησαν, σάς ευχαριστούμεν, θ'ά-
ϊταντήσωμεν προσε/ώς. -—Κ. Ι. Γ. Μυτιλήνην'
εστάλησαν.— Π.Ρ. Βωλον. Συνϊρομή νίου ϊτους
ελήφθη, εΰ/αριστοϋμεν.—-Μ.Λ.Μ. Γαλάζιον' διεύ¬
θυνσις ήλλάγη.
ΦΕΡΔΙΝΑΝΔΟΣ Α'.
(Ήγβμών τΛς Βουλγαρίας)
Καθιστώμεν γνωστόν είς τούς κκ. αναγνώ¬
στας καί συνδρομητάς ημών ότι άπο τοθ άνά
χείρας φυλλαδίου ό μέχρι τοθδε μόνος διευ-
θυντής τοθ Άττικοϋ Μουσείον κ. Ν. Γ. Ιγ-
γλέσης συνετέθη έταιρικώς μετά τοθ κ. Ιω.
Πολέμη, είς δν άνατίθεται ή εώθύνη καί ή
διεύθυνσις τής υλης.
Τέ Άττικον Μουαέϊογ, μεταβαλόν πορείαν
επί τό φιλολογικώτερον καϊ ύποσχόμενον νά
καταστή όσον οίον τε τέλειον είς τό ειδός τού,
πέποιθεν ότι θέλει τύχει κα'ι είς τό μέλλον τής
συνδρομής καί υποστηρίξεως τ:οΟ κοινοθ, ίψ
& εκφράζοντα^ έκ των προτέρων αί εύχαρι-
στίαι των διευθυντήν τού.
ΝΕΑ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΑ
ΠΡΟΣ ΕΓΓΡΑΦΗΝ ΣΪΊίΔΡθΜΗΤΩΝ
Έκτ&ς των ε'ν τή άγγελια άναιρερομε'νων πρα-
κτόρων τοϋ α Άττικ,οΰ Μουσειου», άναγράφομεν φ
§6 καί τούς κάτωθι κυρίους πράκτορας των κατα-
στημάτων Άνί'στη Κων«ταν-ΐ·ινί8ου, είς ούς δέον νά
γίνωνται αί έν ταίς επαρχίαι; καί έν τω έζωτερικφ
«ίτήσεις συνδρομών καί πληρωμαί :
Έν Άγρινίω, Δ. Παπαλάαπρου
» Αγυιβΐ, 'Ρϊζος Άποιτολου
» Άλίξκνδρεία, Π. Σαραντνις
» Άμισώ (Σαμψοΰντι), Ν. Άφθονίδνις
» Άμφίσσγι, Ζαχ. και Ηλίας Δαλμούζου
» ΆνΧρω, Α. Ν. Βογιατζίδης
» Άργοβτολίψ, Δ Τραυλός '
» Άρτϊ), Αλεξ. Ζάρας
» Βολψ (άπο 23 Αύγ.£.£.)Κ. Πχρασκευόπουλος
» Ζακύνθω, Δ. Σαμαρα;
» Θήρα, Ιωάν. Ν. Βαρβαρρηγος
» Ίθακγ), Στυ,λιανός Α. Άντΰππας
» Καιρώ, Γ. Βογιαζής
» Κερκύρα, Ν. 'ίωαννίίης
» Κορίνθω, Γεραυιμος Ντολας
» Κύμν), Ίωάνννις Άθγ)ναϊο;
» Λαμία, Ελευθέριος Συγγούρης
)) Λίβαδίία, Γεώρνιος Α. -Σώκος
> Λευκάδι, Δημ. Γ. Καββαοιας
» Μελιγαλοί, Γεώργιος Φωτόπβυλος
» Μισολογγίφ, Μιχ. καί Δ. Χ. Τερζοπουλος
» Ξηρβχωρίψ, Χρ
IV,
Άναγνω,στοπουλος
» Πειραιεί, Άργυριος Δρακόπουλος
» Πύργφ, Ανδρέας Χ. Τιρζόπουλος
» Ροδφ, Ιω. ΒΕνετοκλής
» Σττάρτη, Κ. 'ΡθΑ»μπάνγ)ς
» Σουλιν3 ("Ρουμανία;), Βασίλ. "Σ. Καραβίας
» Σύρω, Γ. Π. Με'μος
β "Υδρα, Άλίξ. Δριτβάχγις #
» Φιλιατροϊ;, Άντ. Ά&αν. Μιναλακε'χς
» Χαλκιόι, Άν-τώνιος Μάτσας
» Χανίοις (Κρήτης); Αριστείδης Κριάρης
Σ. 2ΤΑΜΠΟΥΑΩΦ
(Πρωθυπονργός τής Βουλγαρίας)
Όσοι έκ των νεωστί έγγραφομένων συδροιιτιτών
έπιθυμοθσι ν» άποκτήσωσι τού; 8ύο τόμους τοϋ πα-
ρίλθόντος ετου;, δύνανται νά λάβωσιν αυτού;, πε'μ-
ποντες πρός την διεύθυντιν οί μέν έν τφ εσωτερικώ
δρ. 8 άντί 14, οί δέ έν τφ έζωτερικφ ψρ. χρ. 12
άντϊ 14. Οΰδιμία αίτηιι; περί άποστολτΐς τόμων
τοϋ γ' ετου; γίνεται δεχτ·/) άνευ προπληρωμτΐς.
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΦΙΑΟΑΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΑΑΙΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕίΙΡΗΣΕ
ΣννδρομΛ έν'Γ.λλήδι έτ. δρ.ΙΟ. Έζάη. δρ. 5.—Έν τ7> "Εξωτερικώ έτ. φρ. χρ.12.'ΚξΛυ. φρ. 6. —ΤνμΛ φύλλον λ. 3Ο.'Κξωτερ. λ. Ρ.Ο.
'ΕκδίδοταΛ δΐς τοΰ ηηνός τη 15 και. 30. — Γραφείον έν όδιΤ» ΦτλελλΑνων άρτθ. 24.
ΑΘΗΝΑΙ 31 ΙΟΥΛΙΟΥ 1891 ■
ίΙΕΪΘΤΝΤΑΙ
ί,ΓΓΛΕΣΗΣ ■
ΙθΛΕΜΗΣ
ΕΤ0ΣΛ.-ΑΡ..2
*»■■
ΦΕΡΔΙΝΑΝΔΟΣ
Ό Λταδονος τού ΓοννιθυνικοΟ
Ε. ΒΑΚΑΡΕΣΚΟΤ
Κνρία τ»1ς τιμής τΛς
τίϊς Ι'ονμοννίης.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΠΕΡΙΕΧΟ (
ΚΠΜΚΝΟΝ: Τ* γνφτόηουλο (δ.ήγημα) υη* ΜΛτθου Χατίο«οίλον. — 'Αλλη ανχ'βλλης (δραμΛΐτον .να'θονίαν) ί-ηΛ Ι.
ΤΤολένιη -Ίΐάηάχη τού Ψσλλμερά^ρ (άηόθηαϋνχ) ·π6 Ρ. Βενιζέλου.-ϊταγόνες. - Δαναη (ΐιοίημο) υπό Δ. Μάργαρη. -
ΣνΙητΛ-σβις - Φερδ.νάν5ος. - 'ΚΜνη ΐ:α*ορεσ«ον. - Ίνα^-ντοι τ.τ,^ς Μοζορτ. - Δημοσιενματα. — Γράμματα.·
ΟΝΣ Φδδς δάδοχος τοϋ Γονμη νικοΟΚ»{.ον«ν. - Κ. Εακαρέθκον, κνρ(α χΛς ττμ«ς τΛς Κ
ΙητΛ-σβις - Φερδ.νάν5ος. - 'ΚΜνη ΐ:α*ορεσ«ον. - Ίνα^-ντοι τ.τ,^ς Μοζορτ. - Δημοσιενματα. — Γράμματα.·
ΕΙΚΟΝΕΣ· Φερδτνογδος, δτάδοχος τοϋ Γονμη νικοΟΚ»{.ον«ν. - Κ. Εακαρέθκον, κνρ(α χΛς ττμ«ς τΛς ΚαβϊλΜΛης ττ,ς Ι'ην
νίας,-Έορταί έηΐ τ* ίκατοντοεττ.ρΐδντοΰ θανατον τΛν Μοζαρτ: Ό Μόζαρτ είς τ,λ,κίαν 1', *τών -.'!! ηϊκ0 ίν ί_έν£ν
θ Ό Μζ ί ηλκίαν » έτί.ν Ό'ανδρ άς τοϋ > όζηρτ.-Το δωμάτιον την Μόζαρτ μεταβληθίν α, μονθειον.
μας,ρ τοεττ.ρΐδντοΰ θανατον τΛν Μοζαρτ: Ό Μόζαρτ είς τ,λ,κίαν 1, *τών !! ί_
νήθη —Ό Μοζσρχ είς ηλικίαν » έτί.ν. _ Ό'ανδρ άς τοϋ > όζηρτ.-Το δωμάτιον την Μόζαρτ μεταβληθίν α, μονθειον. —
-11 οχκία έν ίί Λυνέθεβε την .ΜαγικΑν αίίόν.— ΊΙ Πκία έν τ) νατώκηθεν ό Μοζαρτ κατό. τα -λεισ-.τα ίτη της νεότητος τον. —
Καλλχεκνία Ι Ρωμαίων παρθένων άνάθημα. - Έλλην,και τοποθεσ-(ατ = Αενέλετα Α ίξοχικη ίπανλτς τού Ιίαφλίως).
ΤΟ ΓΥΦΤΟΠΟΥΛΟ
Α ι ή γ η [ι α
ί;τε πίτερα, οΰτε μήννα εγνώρισε
'ς αυτόν τον κόο"μο. Πώς ηρθε, άπό
-ποϋ ηρθε, κανεϊς δέν τό ιιξενρε. Τ'
δλλα τάγυφτόπονλα τό λέγανε κι' αντό
άδερφό τονς, ή δλλες ή γνφτισιίες τό βν·
ζαξαν για παιδί τοιις, οί άλλνι οί γύφτοι
τό κλωτυοπατούσανε, καί τω5ερναν ξα-
γριωμένοι, σάν ξεκλεφτώτανε κάθε τόσο
άπό τ' άμόνι. γιά νά πάη νά παίξη τή
μικρά φλογέρα τον, ενφ έκεΐνο έκνΛθϋσε
ΰωριασμένο 'ς τα ποίάρια των κατατρο-
μαγμένο, μέ τα κλαμένα μεγάλα ζαφει-
ρένια μάτια τον, καρφωμένα μέ πολν
τρόμο 'ς την δγρια μσρφη τους, καί τούς
παρακσλοϋιίε μέ ξελικισμένη φωνίτσα :
— "Λσε με' νά βαρέσω λίγο, πατεράκιι
μόν!...
— Άλακατέ!.. άλακατέ!... τό
θ«.ό σου ! την Παναγιά ϋον !... ίσκοιζαν
έκεΐνοι, καί τό εσερναν, τό ποόοκνλοΰ-
σαν δίπλα 'ςτό άμόνι, κ'έφνσοϋσε όλημε-
ρίς τα φουσκωμένα άσκιά τον, συμπων-
τας τή φωτία, [ϊον(Ίό και άλαλο άπό τ'άδι-
άκοπο ξερό κτύπο των σφνριών. Γύρω
τον τ' βλλα γνφτόπουλα έπηδοϋσαν, έ-
πηδοϋσαν, έχόρεναν, έφώναζαν, άνάκα-
τα, μισόγυμνα, λαΰπο)μένα, μέ κατάμαν-
ρες Οωριές, ίμπαιναν καδάλα 'ςτά ψ,ωρια-
σμένα γαίδούρια των, έχτνπώντο, έγ{-
νονταν μαλλιά κουδάρι, έδαροϋο·αν τοϋς
ζονρνάδες των, έκτνποϋσαν τα νταού-
λια, έΰγαιναν κ' έπωλοϋσαν 'ς τό χιοριό
περονστιές καί τιΐιμπίδες, |.αζί μέ τές
μαννάόΌς των, ποϋ έδειχναν τή μοΐρα
των λυγερών καί των λεδέντηδων, έπή-
γαιναν μεσάννχτα κ' έκλεφταν άπ' τα
κοτέτσια τοϋ χωρίου δρνιθες, επηδοϋΰαν
κρνφά 'ς τα μποιίτάνια, έμάζωναν κρνφά
'ς τα λιοστάοΊα τές πεσμένες έλι,ιές, έμ-
παιναν 'ς τ'άμπέλια γιά ιΐταφΰλια, έτρε¬
ξαν νά κυνηγήι'ουν σκατζονχέρονς, έπή-
γαιναν 'ς τό Λθτάμι νά κόψονν καλάμια
γιά καλάθια, Λτανε ελευθέρα νά κάνουν
δ,τ' Λθϊλαν, μονάχα αύτό το δνστνχιο·μέ-
νο έφυοοϋσε πάντα τ' άμυνι, χειμωνα κα-
καϊρΐ κ' ίρχονταν άπό πίιΐι.) τ' άδέρφια
τον καί τό καδαλλίκεναν, τώδερναν δλοι,
δλοι τονς, άπο τό μικρότερό τονς τό μω-
ρό, ώς τόν μονόμματο το γέρω - Λαίμονα,
τό γέροντότερό τονς αυτόν, ποϋ δλο κά-
τι κ' έκριιφομονρμούριζε 'ς τονς δλλους
γ»" αύτό, δταν έκιΐηφονε κατεπάνω) τού
— θεέ μόν ' — τΛν τρομεριι τού ματιά,
μέ τό μοναχό τοι , τό όλοστρόγγνλο μάτι,
ποϋ έλαμποκοποΰιΐε ι)άν άναμμένο χάρ-
βοννο 'ςτό πλάϊ τοϋ ϋακατεμμένου άδβρ-
φιοϋ τού, μέσα 'ςτήν καταμανριο·μένη δ(ι
τον, 'ς την καταζαρωμένη κεφαλή τού,
κολλημένη χωρίς λαιμό απάνω τό καμ·
πθνριαο·μένυ κορμί τον, ποϋ έστηριζώτα-
νε σέ δνό ξεροκαλαμένια ποδάρια, κάτά-
μαυρα, τριχο>τά, όλόγυμνα.
Μονάχα τό βράδυ σόν έσκόλαγαν άπ'
τΛ δονλεια κ' έπηγαιναν 'ς την ταδέρνα
τοϋ χωρίου νά μεθύοΌνν μαίί δλοι, βν-
τρες, γνναϊκες καί παιδία, έξέφευγε, άγα-
έ-
·}>,τ' άγύλια άπό την οΥντροφιά τους,
παιρνκ κρνφά ένα κομμάτι ξερό
καί μέ τή μικρίΐ καλαμένια φλογέρα τον
α.ιιοκάτω άη' το καταλερωμένο πονκαμι-
σαν-ι τού, επιϊγαινε πέρα 'ςτον ιΐ;ηλό §ρά-
χοτης αμμοι,οιας, εκεϊ Λθν ερχότανκ κ'
ευ/ιουϋκ 'ς τη μαλακή τας στρωθι άφρι-
Ομένα η θαλαοσα. "Κνΐφτε τότε τα χερά-
κια τού εκεϊ 'ςτα κιματα, τα μανρισμένα
χι,ράκια τον, ποϋ μόνον ή δική των μαυ-
ριλα ξεχώριζκν απ' ολο τό κατάλενκο
κορμί τοι, ε/ΐλενε τό άχνο προύωπάκι
τού, έρριχνε ώμορφο., ώμορφα οπίσω τα
μακρνά σγονρόξανϋα μαλλάκια τον, καί
μέ καρφωμένα τα μεγάλα μάτια τον κάτω
πρός τόν Λλιο ποϋ έδοντοΰσε κατακόκ-
κινος, φλογισμένος, μεγαλόδιθκος μέσα
στή θάλασσα, έρροκάνιζε τό ψωμάκι τού
γρήγωρα, γρήγωρα, καί νστερα ριχνον-
τας ύλόγνρά τού δειλιασμένες ματιές,
μήπως τό παραμόνεδε κδνα ο"κληρό ά-
δέρφι τοι·, κάνας άγριος γύφτος, εξετρύ-
πονε μέ τρεμονλιασμένα χέρια, με πολ-
λή λακτάρα τή μικρή φλογέρα τον άπό
τό λερό τονκαμισάκι τον. Καί σάν δέν
ϊ-Ράνοιγεν όλόγυρά τον δλλον ά,πο τες
άνοικτές φτερονγες ποϋ άπλοναν 'ς τό
Ρράχο οί λενκοί γλάροι τής θαλάσσας, καί
σάν δέν δκονγε καμμιά ανθρωπίνη λαλιά,
κανένα άντίλαλο ζωής, παρά τή ροά ποϋ
ίκαναν τα άφριΰμένα κύματα, πον έ"-
φερνε τό μαίστράλλι πέρα άπό τό νηο"ί,
'ς τα πόδια τοϋ βράχοΐ', έκολλοϋο"ε εΰτυ-
χιιίμι'νο τα μικρά τρ·.ανταφιλλένια χειλά-
κια τον 'ς τό μικρό τον καλάμι, καί έγέ-
μιζε όλόγνρα, πέρα πέρα τόν άέρα άπό
τα χαρωπά λαλήματα τής φλογέρας τον,
πολλίι ώρα γνρμένο έκεϊ 'ςτήν κορυφή τοϋ
θαλασαοδαρμένον βράχον, ριγμένο δλο Οέ
μιά άκατανοητη χαρά. ποΰ έθαρροϋσες,
πώς ίπλεε δλη μέσα 'ς τα ούρανοδαμμένα
μάτια τον, καί ·έξαο"τοχοϋσε τότε όλα,
έκεϊ τα (ΜοΌνα τής πικραμένης ζωής
τον, όλα τα κτνπήματα καί την κατα-
φρόνεσι των τνράννων τον. Καί ο"άν άπο-
χανώτανε ό τΐλιος πέρα αακρνά πρός τό
νησί, καί σάν έτρεμόσδνναν δλα δνα, δνα
τα άτίμητα χρώματα τής δύόΎις, κ'έσκορ-
πιζώτανε γύρω τό πρωτοσκότιδο τής νύ-
κτας 'ς τίι γή, καί άναδρύζανε φωτεινά,
τώνα νστερα άπό τδλλο, τ' άστεράκια
ι^ηλά στόν ούρανό, ξανάκρνδε πάλι, ?,υ-
πημένο, τίι φλογέρα τού 'ς τό πονκαμισά-
κι ·του, έρροδολοϋσε άγάλι'άγάλια κάτω
άπό τό βράχο, κ' ίφενγε γρήγωρα πρός
τές καλύβες των σνντρόφων τού, καμω-
μένες μέ λίγα παλι,ιοκονρέλια 'ςτήν Ακρη
τοϋ χωρίου, μέ γνρισμένο κέφάλι πάντα
πρός την κοκκινοδαμμένη κορνιφή τοϋ
βράχον, έκεϊ ψηλά ποϋ'ίννοιωθε τόση εΰ-
τνχία σιμά τον, μ'δνα στεναγμό 'ς τα χεί-
λη, μ' δνα διάφανο δάκρν ληοΐμονημένο
'ς τ' άσαρκο μάγονλό τού. Κ' δταν ετύ¬
χαινε νά γί'ρίοΌυν προτήτερά τον μεθυ-
ϋμένοι στηλιάρ» γύφτοι, καί γνφτισσβς,
καί γνφτόπονλα, τοϋ έρρίχνωνταν όλοι
μέ κλωτσιές, μέ ξύλα, μέ πέτρες, μέ
λιθάρια, μέ τές βαριές, καί τωδερναν,
φωνάζοντας δ?.οι μαζί, δγρια, ξαμανιω-
μένα :
— Άλακατέ! άλακατέ! πόϋσον-
να μωρέ αφσκοπλασμα !... τό Θεό σον !
την Ιΐαναγιά σου ! νά !... νά !...
'Λπό το πολν τό ξνλο λίγο — λίγο είχε
κατανττισι?. ένα σκέλεθρο. 'Κφαινώτανε
μέσα 'ς τα Ολιδερή εκείνη ζωή τού, σάν
ξένιις χώρας φτωχικο λ,ονλοϋδι, άνθισμέ-
νο μέσα σέ πνκνά άγκάθια, κνττάζοντας
ΚΛΐΟε^α τον ουρανο με τή. Λΐγιι. ζωιι, πον
αηέμεινε μεσα 'ς τα ζαφεχρένια μάτια τον.
"ΚΛυωνε σάν αχνο κβράκτ αναμμένο έμ-
προς 'ς άραχνιαϋμένο είκονισμα ερημοκ-
κΛκσιοϋ. Ινι' 'ς δλα τα ηικρά τον βάσανα,
'ς δλιι τη (ίαϋανισμένη αύτη ζωή, ποϋ τό
εξέ(/αϋ> χιοιός ξέρει ποία κακή ανθρω¬
πίνη κθΑαοι, έσκνψτε καθαμέρα την άχνη
κεφαλη τον 'ς τα ΰτήθη τού, καί Λόυχο,
^ουΰό, μ' 6να δάκρν 'ς τα μάτια, εφυοΌϋ-
σε, έφνσονσε πάντα τ' άμόνι, παράΰερνε
δίπλα 'ς τό σφνροκτύπαμα των γΰφτων,
έκαιε τα μικρά ποδοράκια τον 'ς τές ο"πή-
θες ποθ έσκορποϋσε τό φνσερό γύρω τον,
καί πρόϋμενε πάντα μέ φλογερο καρδιο-
κτύπι, τό βραδννό πέσιμο τοϋ ΐίλιον,
σφίγγοντας άνυπόμονα τή φλογέρα τού
άποκάτω άπο το πονκαμισάκι τον, ν' ά-
6 'ς τι'ιν κορνφή τ' αγαπημένου τού
ν, καί νά χύση δλη τίνν πίκρα τής
καρδούλας τον μέσα 'ςτό φτωχικο καλάμι
τον...
Ό χειμώνος Λρθε ραρνς 'ςτό χωριό· ι)γτι-
λά άπό τές στέγες των σπητιών λενκοί,
πνκνοί καπνοί άπλόνωνταν 'ς τό συγνε-
φιασμένο ούρανό· κάτω 'ς τή γη έριιμιά,
νεκρωμάρα μεγάλη· καπον, κδπον μονα-
χά ξεμντιζε κδνας χωριανός κοιικουλω-
μένος 'ς την κάπα τον. 'Ι,Ι μέϋες έκυλου-
σανε θλιδερές ή μιά κατόπι τής Λλλης,
ό ήλιος είχε χαθι). ι|;αλα 'ς τα σύγνεφά τον,
τό νιισι το /ιΑ,ακονε πάχνιι κΐ'αντάρα £α-
θειά, καί ό ^ορριας έσάρονε τα ξερα φύλ-
λα των δένδρων. Έρημιά καί νεκρωμάρα!
Τές νύχτες, τές αίέλειωτες νύχτες, ή ύι-
γαλίι κ' άφροστεφανωμένη Οαλαϋϋα, το-
ρα έμούγκρΐζε μέ ι ά ξαγρΐωμένα κύματά
της, ένα φοδερό ρογκητό 'ς τ' άκρογχάλι.
Τό μικρο γνφτόπονλο, ϋτριμωμένο μαζι
μέ τ'δλλα άδέρφια τον μέσα 'ςτές κουρε-
λιασμένες καλύδες, τριγύρφ 'ςτήθεόρατη
φωτία, ποϋ ίτριζαν λαμποκοπώντας τα
χοντρά κοντσονρα τοϋ λόγκον, έτρεμε
ϋάν φνλλοκάλαμο, έκεϊ σέ μίαν δκρη, μα-
ζόνοντας γύρω 'ς τό μικρό κορμάκι τού
τό μοναχό τον πονκαμισάκι. Ό γέρω -
Λαίμονας θκεπασμένος μ' ένα κονρελια-
σμένο Οτραιιωτικό μανδύα, ποϋ τόν είχε
κλέψτ^ άπό δγα χωροφύλακα τοΰ χωρίου,
έψαινώτανε κοντά 'ς τή φωτία, κ' έμονρ-
μούριζε βραχνά, Ρραχνά τα παραμύθια
τον, καί τόν δκουγαν τριγύρω όλοτ βον-
£)οΐ, ένο> η Λλιοκαμένη μανρη δψι τονς,
καί τα ξεγνμνωμένα κορμιά τονς έλαμπο-
κοποϋσαν 'ς την άναλαμπή τής φωτιάς...
Καμμιά φορά σάν ίρρνχνε ό ηλιος καμ-
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΤΣΕΙΟΝ
-μιά κρνφή τού άκτΐνα ψηλά άπ'ΰ τα ϋν-
γνεφα, ποΰ τόν δπνιγαν φουσκωμένα τρι-
γύρω, κ* έγελοϋσε λιγάκι 6 σκοτεινιαθμέ-
νος τόπος τοϋ χωρίου, κ' οί γϋφτοι έφεύ-
γανε πέρα ο"τδ λόγκο μέ τα ψηλά παλού-
-κια των νά ^αρέσουν σκαντζουχέρους, έ-
τρεχε κάτω στό βράχο τού τρεμουλτασμέ-
νο, καχαμαυρογαλαζωΐιένο ϋλο, κι' άνα-
δαίνοντας 'ς την κορυφίχ ξεσποϋΰε τόρα
λυπητερά, λϋπητερά τό πικρδ παράπο-
,νό τού σέ πικρούς όκοπούς της φλθγέρας
τού. Άπ' δλο τό νςορμάκι τού δέν άπό-
μεινε πειά παρά μιά θίαβερϊτ ο"κιά· εϊχε
γίνη πετσί καί κόκκαλα. Κ α» ϋάν τώδερ-
.ν"άν, άπό την πολλη ξαΰθένησί τού, έπο-
νοϋσε, 'έπονοΰσε πολύ, πολύ τόρα, κ" ε-
φώναζε χωρς νά ξεφωνίζη τόσο, μέ μιά
■σιγαλινη φω νίτσα, ποϋ δκλειε μέσα της
βαθύτατο πόνο", .ποϋ ξέσχιζε κατάκαρδα
τόν δνθρωπο. Τα" μεγάλα ώραΐα μάτια τού
■ «Ιχαν χαθζί βαθειά, (ίαθειά, καταπόνεμένα
μέο"α 'ς τα βλέφαρά το>ν,·καί ή ματιο,τους
ίπεφτεόλόγυρα, ψηλά πρός τό μανρον-
τι/μένον οΰρανό, μ' έλπίδα βοηθείας, ζη-
τώντας τοϋ κΛκου άπ'έκεϊ ψηλά.Κι' αΐτ-
τδί οί παληόγϋφτοι, οί τΐΐραννοί τού, τυ¬
χόν γιά θάμμα πώς έζοϋσβ άκύμα ένα
κορμί έκεΐ, 6να άφσκόπλασμα, ποϋ τούς
-έτρωγε χαράμι τό ψωμί, καί ξεσποΰσανε
την όργή τους την Λγρια, σιιχνότερα τόρα
"ςτό ασαρκο κορμάκι τού.
• — Άλακατέ!αλα*ατέ! φλογέρα
βαρςίς ακήμα, άρέ διάτανε !... τό Θεόσου!..
την Παναγιά σου!... νά !
Μιά νυχτιά, μεγάλη χειιιωνιά εϊχε πλα-
κώσι> ΐό χωριό. 'Κχιόντζε," έχιόνιζε δλη
τΛ νύκτα, κα'ι τό χιόνι επήγαινε μέ τίιν
πήχη θτό χώμα. Ί'ούςγί'φτους τούς εί/ε
θερίοι,ι (3αθείά κο,τα κόκκαλα 'ς τό μεδοΰλι
τό χρΐ,ο, κατ πρ'ιν νο φέξι> άκόμα έφύ-·
γανε σάν τρελίοί, μέφθρΐωμένα τα γαϊ-*
δούρΐα τους, κουκθνλωμένοι 5λοι μ" δνα
παλ^ο^έραμο. !ατκδακαν κάτω πρός τη
χώρα όποΰχε πειό πολύ άπόγειο· μονάχα
τό μικρό γνφτόπουλο ίλειπε άπό τ* άσκέ-
ρι τους. Ό γέρω - Λαίμηνας την ί>ρα ποϋ
έφόρτονε ρίχνοντας άηό δυό, δνΐό μέσα
'ς τα καλάθια τύ ΰκνλολογι τού, τ" άνα-
ζητηθε καΐ τίΐιχραξε κδνα δι/6 φορές με.
τη βροχνή φωνη του| κα μην ακούονται
φωνή τριγΰρω τού, βλα3τήμηι3ε καμπόσο,
κ' εκα6αλλίκει['ε ϋότερα μέ τρεμοηλιασμέ-
να ποδάρΐα στ,όγαϊδοϋρί .τού, ^λαστημών-.
τας άκόμα :
—ν Ά λ α κ α τ έ ! άλακατέ! τ* άφσ-
κόπλαθμα τοϋ διαόλου 1
Τό πρωΐ τα χωριατόπονλα ποϋ ύπερ-
νοΰσαν από τα γΰφτικα, πηγαίνοντας 'ς τδ
σχολειό τους, έβτάθηκαν πολλή ώρα έκεΐ,
τριγνρίζοντας δνα μικρόν δχθο, καν κυτ-
τάζοντας τρομασμένα, μέ τ' αύτιά τους
χωμένα 'ςτές (ΐκοΐΐφιες τοιν, μβ τα
τους βιΐλμένα μέσα 'ς τές μικρές καπότες
των, μέ τούς πανίνιοι γ : > "·. ικάς των κρβ-
μαθμένους 'ςτό. πλϊΐ·^υ τ^,, ,·.
ΐό μικρό γυφτόπουλο . βΐχ·: πεθάνη!...
"Πτανεξάπλα έκεΐ καταγαλαζωμίνο, 'ξυ-
λιαϋμένο, μέ τα μικρά χεράκια τού σταυ-
ρωμένα'ς τό γυμνό καχαμϊλανναθ'μένο στη-
υος τΐ'υ. ί'νρω τού η έξοχ'ίι δλη, τ6 χωριό
ύλόκλιιρο μέ τα γυμνά οένίϊρα τού, δ
κάμπος, ό λόγκος, τα [5ουνά, έλαμποκο-
ποΰσαν. εγελούσαν όλα, λευκά,κάταο"πρα.
Κ' η θΐλαοσα. έγελοϋαεκι' αύτη φιλιιϋν-
τας Λμερομένη κάτω μέ τα κυματάκια
τιις τό §ράχο περιλοιισμένο άπό τό φώς
τοϋ χειμωννάτικου ηλι»υ, ϊτοΰ άστραφτβ
■ι[Γ(ΐλά 'ς τό γελαστό, στδν ξάστερο όϋρα·
νό ... 1'ύρφ, γύρω τό μικρό κορμάκι
τού, τό χιόνι τής. νύκτας τβ τύλιγε νε-
κριι^ά, νεκρικά, σάν κρύο σά(5ανο, καί τα
ζαφειρένια άνοικτά μάτια τού, ίλεγες
πω; εΐχαν ζοιη άκόμα μέσα τους, γν·ρΐ1-
μένα κάΐω πρός τό Οαλαιΐσοδαρμένο $ρά-
χο..". Κανείς, κανείς, τίποΐβ, τίποΐε,δέν
έπονοΓιθε γιά τό φτωχό παι3άκι, ποϋ κι'
αύτοι οί τύραννοί τού τώχαν άφήθη έκβΐ
παρα[ΐ(_ιιγμένο· μονάχα μιά μινρη καλα-
■"μένια φλοχέρα, -ριγμένη ένιεϊ ςτδ πλάϊ
τού, ϋα5ανωμένη μέ χιόνι κι' αυτή, «Ιχβ
συντριφτή ι!ί: δυθ κομμάτια!...
Μιιτϊοι Χατζοπο'υλοϊ
ΑΛΛΗ ΑΝΤ! ΑΛΛΗΣ
ΔΡΑΜΑΤΙΟΝ ΔΙ* Α1ΘΟΤΕΑΝ
ΠΡΟΣΩΠΑ
Ί1
— ΣΤΈΦΑΝΟΣ
— ΓΠΗΡΪΤΡΙΑ
Γ,νή έν 'Αθι(ν«ις — (ΛΟχή οιίγχρονος.
ΜΑΡΙΑ,
ΕΛΕΝΗ
- * ΣΚΗΝΗ ΠΡΏΤΗ - _
- Λίθο'-ισϊ ώ τί] οΐχ/αττίς Μϊρία;. Είς τό βίβι;
«νίχλιντρον, πρό αϋΐοϋ μιχρά στρογγύλΐ) τράκιζχ
χ«Ί Ϊιε* αύΐης λάμπΐ £ν>)|ΐμένϊ]· δίξιϊ χ»ι «ριοιι-
ρ^ ίδώλΐα, ίκ'ι τοδ τοί/ο» μεγ» χάτοκτρον, ιίχί-
νις, χΕντήα«τ«. Είς τό βάβο; πΐρ« τό ««άχλιντρβν
βύρΐ χα'ι διξιί ί:ε'ρ». Ή Μΐρία χάθΛ,ταί ΪΑ τοϋ
^ναχλΙνΓΕθ» μΐ ϊνθιχτόν βιβλίον άνά χιΐρας' ΐςω·
9ίν Τκίς αχΓ,νΐ>ς ϊ(ίρ·/ίτ«ι μθύιιχή σκμϊΐ.ινίι αϊ μ«ν·
οολΓνα χα'ι χιθάρας' {] σιψφωνία -χρ/ρχιται γ, Μα¬
ρία σχίπτιτ»! πρός ατ γμτ{ν, «ιτ* ίίκπι τό βιβλίον
(κ'ι τοΰ ΛνΛ*Χ(νιροΛ^
α ρ ί α. Κα όμως δέν είνε εΐ'
αύτοί. (μιτίτι»» σιγ^ν). Μ πά! κα δι-
Ι όχι; έπειδη φαντάζομαι την ευ¬
τυχίαν διαφορετικά, πρέπει δλος ό κό-
5μος νά σκέπτεται όπως σκέπτομαι έγώ;
αντό όνομάξεται έγωϊσμός. "Αλλως τε Λ.
«ύτυχία δέν είνε άπόλυτος. (μιχ» τι»» ι»-
ψι») Άλλά καί τί είνε Λ εύτνχία ;... Τα
πλοίτη; . έγνώρισα πλουσίονς, ΟΙ δποϊοι
βα έδιδον όλην την περιουσίαν των διά
ν' αγοράσουν την ευτυχίαν... Ή δόξα; ..
«ίυνβιθίζεται τόσον γρηγωρα !... Ό έρως;...
άκολουθεϊται άπό τόσους ηόθους, οί ό-
'ποΐοι, δταν εκπληρούνται, έπιφέρουν τόν
κόρον. Καί ΰμως ^οί πό?*οι είνε άνεξάν-
τλητον ό δνας γενν(ί τδν δλλον καί ού¬
τως Ά ευτυχία είς τόν ίρωτα είνε διορ-
κεστίρα. Ιμιτί ΐιν« «·γη») "Αν Λρχε-το ό Στέ¬
φανος άπό^ε; καθόλου απίθανον δχει
τρείς ημέρας νά έλθη καί·.-. (μ·ΐ« ΐ'ν· αι-.
γή«). Τί περίεργος χαρακτήρ! να μ' άγα-
π£ ύϋο όλόκληρα έτη, νά μέ βλέπη σχβ-
δόν καθ" ημέραν καί δμως νά μή" τολμμ
νά μοΰ είπη τίποτβ. Διόλου παράξενον
νά μη έχη άκόμα έννοήϋ'ει πώς τόν άγ^α-
πώ κ' έγώ. (ριΐ« τ·.ν« βιγίιν) Τόν άγαπώ ;
δέν ενξςνρω- έρχονται στιγμαί ποϋ νομί-
£ω πώςΔΛατώμαι,· καί έρχονται "πάλνν
στιγμαί πού θά έδιδον υι,ν εΐξεύρω τί,μό¬
νον καί μόνον διά νά ,τόν Ιδω. Μοΰ άρέ-
Λετ η μελαγχολία τού, η σιωπή τού· Ιχ&
κάτι σκέΐ'εις άλλοκότονς, τοντοζετατ τόν
κόσμον διαφορετικά άπό τούς άλλοτ ς κα'ι
ζ^ δπως όνειμεύεταί (|*ιΐ« τι>« ι^ι,ι) Άλ»
λά μηπως κ' έγω δέν ζώ όπως- όνει^ενο-
χαΊ πάλιν το {> 6λο» της χ»ι άναγινώϊχιι. Εισιρ-
)ί·.Λΐ ή ίεηρετρι*).
*Τ π η ρ έ τ ρ ι α. Ό κΰριο,ς Στέφανος.
Μαρία. (τ*ρ»/6ιΐα*) "Ας ίλθη. (ί) {ικΐ,ξ,ί-
τριΐ ·ξρχ«τ«·) Είχον τόσην πεποίθησιν
- πώς θό, ήρχετο! τα προακίθήματά μου
δέν μ' έγίΑαΛαν ποτέ.
15:
ΣΚΗΝΗ ΔΚΤΤΚΡΑ
Σ τ έ φ α-ν ο ς. {6~χλίνων) Κυρία Μαρία...
.Μαρία. Καλη 'σπέρα σας, κνριε Ιτέ-
φανε : £χω τρείς ημέρας νά σας ίόω, μ'β-
λησμονήσατε;
-.Στέφανος. ΕΙχΐι τόσας εργασίας ! Να
τρέχη κανείς άπό τό πρωϊδως τό βράδυ...
Μαρία. Καδήσατε σάς παρακαλώ...
άφοϋ μάλιστα τρέχετε άπό τό πρωΐ 6ο»;
τό ^ράδυ.
Στέφανος. Έμάνθανα όμως δτι ήσθε
καλά.
VI
α ρ ί-α. Άπό τάς εφημερίδας ;
Ετέ φ α ν ο ς. 'λπό την κυρίαν 'Κλένην.
Μαρία, (γιλώβ») Τό ίδιον κάμνει .. 'Κ-
βλέπετκ λοιπόν ύνχνά την κυρίαν '[■;-
Στέφανος. Την εΐδα χθές· σάς
ίδει, μοϋ εΐπε, την προηεραίαν.
Μαρία. Νάί, ήτο .ηροχθές τό ^Ρ
έδώ. Δεν σάς-άνιΊγγειλε τοΰς άρραβώνας
της ; -
Στέφανος. (μ«λ»γ/ολι«ί3;) "Οχι.
Μαρία. "Οχι; πώς τωπαθε. Δέν θά Γ-
χουν, φαίνεται, τελειώϋει οριστικώς.
Στέφανος. Τό ίμαθα όμως.
Μ α ρ ί α. Άπό καμμίαν φίλην της, δίν
άμφιδάλλω. Ή 'Κλένη έχε» τό προτέρημα
νά μή κρύπτη τίποτ». Τό θϊωρεϊτε προ-
τέρημα αύτό; (ό Χ-.ίψ»ιο^ βι«ΐ:ί.ΐτιν»/·υρ>,-
(ΐιν,ς). "Κχεΐε όίκατον άπόψ,ε ήρχισα την
κακογλωιίοΊά. Λοιπήν δέν σας·είπεχί-
ηοτε ;
Στέφανος. Όχν έμαθα ϋμως κ" έγώ
ότι είνε άκόμιι υπό σκέψιν καί ότι γίνε-
ται μεγάλιι συζήτησις περί της προικός.
Μαρία. Είξεύρετε, βλέπω, περισσότε-
ρα άπό μενά. Άλλ' άς είνε, άς άλλάξω-
μεν όμτλίαν : Είπέτε μου πρώτον τα νέα
Πας.
2 τ* έ φ α ν ο ς. Τα νέα μου.. σάς τα είπον.
Μαρία. Τί, οί άοραθώνες της Ελέ¬
νης ; αυτούς τούς εγνώριζον άπο προ¬
χθές. (τ) Στοχνο; σωπά} Άπόψε δέν σάς έν-
νοώ' είσθε χλωμός, μήπως ύποφέρετε ;
Στέφανος. Θά είνε ίσως άπό την
άγρυπνίαν δέν έκοιμήθηκα όλην την
νύκτα χθές.
Μαρία. Ποϋ ησθε ; εις κανένα χορόν;
Στέφανος Κάθε άλλο τί μην είς τό
κρεδόάτι μου άπό τας δέκα.
Μαρία. Τί εΐχετε λοιπόν ;
Στέφανος. Λέν εμποροϋσα ναΤκοι-
μηθώ.
Μαρία. Θά είχετε βεβαίως κδποιον
λόγον δια νά μή ίΛμπορεΐτε νά κοιμη¬
θήτε.
Στέφανος. Ύποθέτω.
Μαρία. Δέν είσθε βέδαιος ; Καί δέν
ιΛνε δυνατόν νά μάθω αυτόν τόν κάποιον
λόγον ; (ο ί.τ£ϊΐνος λα^έάνε·. :« β 6λίυν χ»ι προσ-
Γ.Ίί'.Λ κι «νιγινωΐ'ίΐ. ΊΙ Μ^ριι, *«' ϊοαν)
"Αν είξευρε πως κ' έγώ άγρυπνονσα χΟές
την νύκτα ! (τώ Σΐϊφ»«;>) Δέν θά μοϋ εΐπη-
τε επί τέλονς την αιτίαν τής αγρυπνϊας
σας;
Στέφανος. Κνρία Μαρία, δέν είξεϋ-
ρετε πόσον είμα» δνστνχϊις !
Μαρία, (μετ' οπ·ιρ·«ς) Δυστνχής ;
Στέφανος. Μίι γελάτε. κνρία Μαρία.
Μαρία. Δέν γελώ καθόλον δέν [3λέπω
όμως διατί είσθε δυστυχής.
Σ τέφανος. Λέν ένοίισατε άπό τόσον
καη^ιόν ότι £χι.) κάτι τι, τό οποίον κρύ-
πτω άπό όλον τόν κόσμον ; 6να όνει¬
ρον, ηίαν έλπίδα, £να σκοπόν είς τόν
βίον μου ;
Μαρία. "(ίνα σκοπόν είς τόν (3ίον
σας ; πώς ήτο δυνατόν νά μή τό έννοή-
ο"ω, αφοίί ίβλεπον πόσον είργάζεσθε καχ
πόσας μελέτας καί πόαονς κόποχ ς κατε-
δάλλετβ διά νά φθάσετε ε)ς αυτόν τόν
•ΐκοπόν ;
Στέφανος. Και τόν σκοπόν μου αυ¬
τόν ;
Μαρία. Δέν τόν γνωοίζω· ύποθέτω
Λμως ότι τό όν.ιρύν σας είνε Λ δόξα.
Στέφαν ος. ·!1 δόξα; κάθε ήλλο.
"I-
αως μ" εϋκόλυνεν ις τόν σκοπόν μοί· Λ
δόξα, άλλά τό όνειρον μου είνε πολί· ευ¬
γενέστερον : άγαπω.
Μαρία. Κα αϋτό τό είχον έννοησει :
ημείς αι δΐ'θτΐ'χεϊς γνναΐκες, ρλέπετε,
άντιλαμβανι'μεθα μέ τι'ιν καρδίαν μας,
ό,τ (ΐεϊς ο» εύτνχεΐς ανδρες άντιλαμδά-
νεσθε- μέ τό λογικόν σας· και δέν αρ-
νοϋμα» ότ» τό λογικόν Βλέπει καλλίτερον,
άλλά κα» ο"εϊς δέν πρέπει ν" άρνηθΛτε δττ
Λ καρδϊα Βλέπε» ταχύτερον. ΚαΙ είξενρε-
τε διατί; διότι οί ανδρες έχουν τίΐν καρ¬
δίαν .1ς τό Γ.νεθμα των, ένω ημείς έχο¬
μεν το πνεθμα εις την καρδίαν μας.
Στέφανος. Ναί, κυρία Μαρία, ίχετε
πολύ πνεϋμα είς την καρδίαν σας και
αύτό μέ κάμνει νά έλπίζω ότι θά μ' έν-
νοήσετε καί συγχρόνως θά μέ λνπηθιΐτε.
Μαρία. Δέν μοΰ φαίνεσθβ άξιος λύ-
πιις- τό ν' άγαπα κανείς, έστ.) και χωρ'ις
ν' ανταγαπάται, είνε, νομίζω, ευτυχία,
την όποιαν δέν εδοκίμασαν ποτέ όσοι δέν
ΊΊγάπησαν.
Στέφανος. Ήγαπήσατε ποτέ, ν.νρία
Μαρία;
Μαρία. "Αν ιϊγάπησα; τί όημαίνει
αύτα ή ερώτησις σας:
-τέφανος. "Ω ! συγγνώμην, δέν εΐ-
ξεΐ'ρω τί λέγω "Αλλά... δέν εΐμπορεΐτε να
φαντααθητε πόσον είματ ταραγμένος
αυτήν την στιγμήν ! "Ιιχω δύο ημέρας
ποϋ δέν εΐξεύρω ποϋ εύρίσκομαι, ποϋ
δέν εΐξευρω τί κάμνω. Δέν φαντάζεσθε
τί φοβερόν είνε νάζ^ κανεϊς και νά συ-
νοδεύι,ι τάς ελπίδας τού νεκράς είς τόν
τάφον των !
Μαρία. '.Λλλά δέν μοϋ εϊπετε ότι άγα·
πάτε ; ΙΙώς λοιπόν είνε δυνατόν ν' άγα-
πι^ί κανείς καί συγχρόνως νά μην έλπί-
ζη ; 'υ έρως και ή ελπίς είνε σχεδόν συ-
νώνυμα. 'Κγώ τουλάχιστον νομίζω πώς
ϋταν κανεϊς άγαπιϊ είνε αδύνατον είς τό
Βάθος τής άγάπης τού νά μην υπάρχη Λ
Ιδέα ότι ανταγαπάται ίι τουλάχιστον η
ελπίς ότι θ' άνταγαπηθ(ϊ.
Στέφανος. "Κως πρρχθές είχον κ'
έγω αυτήν την έλπίδα.
Μαρία. (Κατ' ίδιαν) "Κως προχθές ; τί
τοΰ έκαμα και άπηλπίσθιχ; (τω ϊ>ίφανω)
Καλά, καί εΐξεύρει έκείνιι ότι την άγα-
πατε ;
Στέφανος. Δέν τΓις το είπον ποτέ.
Μαρία. Δέν σάς ένόηοεν ομως ;
Στέφανος. "^ ι βεβαίως μ' έχει έν-
νοήϋει- και ημην μάλιστα πεπεισμένος
ότι ιΐυμμερίζεται τό αίσθημά μόν άπό
προχθές όμως...
Μαρία. (Κ«τ' ίοί»ν) Άπό προχθές, πά¬
λιν άπό προχθές .. (ιω Στί?ά.ω) Δοκιμά-
σετε επί τέλονς νά τής τό είπητε· τίς οί¬
δε ! ειμπορεί νά σάς άγαπςϊ κ' έκείνη,
ειμπορεί έν άγνοία της νά είπεν ϊι νά έ¬
καμε τίποτε, τό οποίον νά σας έλύπηϋε.
Στέφανος. Έν άγνοία τινς; έν ά¬
γνοία της λοιπόν ιΊρρα6ωνίσθη ;
Μαρία. (ΐναΓ.ί,ίώΐϊ Εχπλ>|το;; 'ΙΙρραδω-
νίσθη;
Στέφανος "Κχετε δίκαιον ν' άπο-
ρεϊτε, διότι δέν ο"άς είπον ποτέ ότι ά-
γαπώ την 'Κλένην.
Μ α ρ ί α. Την 'Κλινην ;
Στέφανος. Ναί, αάς τό ίκρυπτον, τό
έκρ πΐον άπό όλον τόν κόσμον, δέν ή¬
θελον νά τό γνωριζι,ι κανείς, δέν ήθελον
νά τό γνωρίζι.ι «ϋϊε αυτή ή ιδία. Κίχον
ϊτλάΰεχ έν όνειρον καί ήμην τόσον εϋτυ-
χής ' Την ήκολούθοι-ν παντοϋ, ήτο Λ μό-
νη μου σκι^'ΐς, ή μήνιι μυυ χαρά. 'Κλε-
γεν ό κόσμος ότι είνε ζωηρά, ότι είνε φι-
λάρεσκος, ότι είνε αδύνατον είς την καρ¬
δίαν της νά γεννιιθή ποτέ ίρως ύιΐηλός,
ίρως ενγενιΐς- άλλ ό κόσμος είνε κακός·
δέν είνε αλιιθεια, κ ρια Μαρία, ότι 6 κό¬
σμος είνε κακός ;
Μαρία. Ναί, ό κόαμος είνε κακός.
στέφανος. Κα» όμως.. άποφασίζει
νά ϋπανδρευθι]ί άλλον ένώ είχεν έννοήσΕι
ότι τίιν ήγάπων.
Μαρία. Τί ίχει να κάμη; άφοϋ δέν
τής είπετε τίποτε. άφοϋ δέν σάς είχεν
υποσχεθή τίποτε έκείνη... Τίς οίδε ! πι¬
θανόν νά μή έννοή ότι την άγαπάτε, ή,
καί άν τό έννοή, πιθανόν νά μή σάς ήγά-
πησε.
Στέφανος. Δέν θά τ'ίμιχν τόσον μω-
ρός ν' άπαιτω πίστιν άπο γυναϊκα αδιά¬
φορον. Οί λόγοι της, χά [3>-έμματά της δέν
μοϋ άφιναν καμμίαν αμφιβολίαν. "Επει-
τα... δέν είνε όά καί τόσον δύσκολον
πράγμα νά μαντεύση κανείς αν ανταγα¬
πάται.
Μ α ρ ί α. Νομίζετε ; άν τό νομίζετε α¬
πατάσθε· διά μίαν γυναϊκα, ναί· αύτη
έννοεϊ ευκολώτερον τό αίσθημα, αό ο¬
ποίον έμπνέει· άλλά δι' ε'να άνδρα, δια-
φέρει πολύ- τα ^λέμματα τής γυναικός εί¬
νε διφορούμενα. Μία γυναϊκα, οταν μά¬
λιστα είνε και ολίγον φιλάρεσκος, κολα-
κευεται πο.υ να αίσυάνεται ότι άγαπάται.
Στέφανος. Άλλά όέν είνε όλαι αί
γυναΐκες φιλάρεσκοι.
Μαρία. Δηλαδη... άλλαι περισσότερον
καί άλλαι ολιγώτερον. Γνωρίζετε αεϊς τόν
κύριον Σωρειαδαν,
Στέφανος Τόν μνηοτήρα τής Ελέ¬
νης; έξ όι[τεως μονον.
Μαρία. Κίνε πολύ νέος ;
Στέφανος. Ιΐολύ... οχι· θα ιϊνε ΰωι;
ϋαράντα πένίεετων.
Μαρία. '1! 'ι^Αένιι είνε εϊκοΰι όύθ"
Στέφανος ΜθΛΐς- αύτο ακριδως μέ
Κάμνει να ι/ΛθΟι,ϋώ ότι εϋιασυιι να τον
ύί.χυι^ι ως υνζυ^ον.
.μ α ρ ι α. καθοΛθυ πϋραξενον' ιίνι, λε-
■^Οι,ν, ^ιλ,υ^ϋιος ό κιρΐο·, Σωρίΐάόιις.
Στέφανος "ϋ ! πολυ πλουθιυς. Άλ-
λα ΰέν πιϋτευω ίι Ελένη...
Λ1 α ρ ι α. οΰΐ' εγω ΰέν πιατευω να ιθαμ-
ΰωϋιι απο τα πΛουΐη τού· ιΛνε αρκκτ-ά
υπε^ηψανος, ώϋτι· να μιχ- πωληθι,ι το αί-
ϋϋιιμά χιις- πιθανόν, καθως ί."υιετε προη¬
γουμένως, να ι,οιάυϋιι απο τοι,-ς γονείς
τιχι,, απο τους Ουγγενείς τιις...
Στέφανος. "Αν ϊίμην βέόαιυς,θα τής
τό έλειον Οά τούς έπειθε τούς γονεϊς
της· την άγαποΰν τόσον πολύ !
Μαρία. Ιναί είνε άνάγκη νά είσθε (3έ-
ΰαιος; Τί θα χάσετε τάχααν τής άνοίξετε
την καρδίαν σας;
Στέφανος. Έγώ; είς τάς παραμονάς
των άρραβώνων τιχς ; ποτέ !
Μ α ρ ί α."Διατί ;
Σ τ έ φ α ν ο ς.'Διόχι οΰτε θέλω, οϋτε
τολμω.
Μαρία. Δέν τολμάτε; γράψατέ της
τόχε.
Στέφανος. Νά τής γράψ.'·), είπετε;
Κα» άν δέν μέ ήγάπησε ποτέ; άν είνε ά-
ποφασιΰμένιχ νά ύπανόρευθή αυτόν ; νά
ίχη την επιστολήν μου καί νά την έπι-
δϊΐκνύη. έγωίΰτικώς είς τόν σύζυγον της,
. είς -.άς φίλας της... καί νά,γελοΰν όλον
διά λογαριασμόν μόν... ποτέ!
Μαρία. Νομίζετβ ότι είνε ίκανη ή
Ελένη νά γελςϊ μέ χό αίσθημα, τό οποίον
ι)άς άνέπνενΰε ; Τότε λοιπόν πώς τίχν ή-
γαπήοατε.χωρίς νά γνωρίζετε προηγοι·μέ-
νως τόν χαρακτήρα της ;
Σ τ έ φ. Ά ! δχχ, η Ελένη ό"έν θά κα-
ταδεχθφ ποτέ νά εξευτελίση τόν ίρωτά
-μοί/· άλλά νά τής γράψω... αδύνατον.
Μαρία. Ί'ότε νά τής τό εΐπητε.
Στέφανος. Αδύνατον έδοκίμασα
πολλάκις, δτε μάλιστα ήλπιζα, δτι ήμην
}χεδόν ρέ6αιος, και δμως δέν κατώρθωσα
νά τής είπω οΰτε μίαν λέξτν.
Μαρία, θέλετε νά τής τό είπω έγώ ;
Στέφανος. Πώς ;
Μαρία. Άφοϋ σεΐς δέν τολματε...
Στέφανος. Καν άποφαο"ίζετε νά τής
τό εΐπητε ό"εΐς ;
Μαρ. (Κατ' ιδίαν) Άν ειξευρε τί θυσίαν
κάμνω ! (το> -:=?ίνω) "Ας δοκιμάσοιμεν.
Χ τ έ φ. "Ω! Κυρία Μαρία, Οά (Ιάςείμαι εύ-
γνώμων,θά σάςχρεωστώ την εύτυχίανμου.
Μαρία. "Οχι δα τόσον τραγικά. Ά-
.πόψε θά έλθη η Ελένη, μοϋ τό υπεσχέθη
τουλάχιστον, καν πιστεύω δπου καΐ αν
είνε... Δέν θά θέλετε ύποθέτω νά σνναν-
τηθήτε μαζή της, άφοϋ μάλτστα πρόκει-
ται νά ομιλήσωμεν διά σάς.
Σ τ έ φ. Πεδαίως δχι. Μα...αν δέν θελήση;
Μαρία. "Αν δέν θελήση δέν θά τδ
γνωρίζη κανεις δλλος άπό αυτήν καΐ άπό
.εμέ· θά τής ζητήσω τόν λόγον τής τιμής
της νά τό ν:ρατήστΐ μυστικόν. ΚαΙ τό
κάτω, κάτω τής γραφής...
Άνο'.γβι η ϋύρα χαι ιϊσερ/εταΐ η ,
Ύτϊΐιρέτρια. Ή κυρία Έλένιι. (Ό
Μ α ρ ί α. Καλά αν ό' ερωτήση,
της πως είμαι μόνη. (γ, ίιι:/,(.έτρι« έξϊρ^ιΐαι)
"Ιδού, φύγβιε άπ' αυτήν την θύραν ϋά
εϋρετε την κλίμακα τής ύπιιρεσίας...
Στέφανος (παρακλητιχώς). Κνρία Μα¬
ρία, Οά προσπαθήσετε ;..
Μαρία. 'Έχε.Β τόν λόγον τής τιμής
μου· καλήν νύκτα οας, αύριον τό πρωΐ
Οας περιμένω· (ό ^.ΐί^»νο; ίςϊρχϊΐαι).
ΣΚΗΝ11 ΤΡ1Γ1Ι.
Μαρία, Ελένη Αι^/ομέ^
Μαρία. ΛιατΙ ήργησες τόσον ;
Ελένη (ιϋΐίϋμος) Καλή 'όπέρα. "Ηργη-
00; (έξάγέΐ το ώρνλόγιο» ΐΓ,ς) έννέα καΐ δέκα.
Τί διαόάζεις έκεϊ ; > λχμ&άνει το ίπ'ι της τρ»-
Λίζτ,ς ριβλ'.ον) υΰι))! δέν έόαρέϋηκες τα [ίιόλία;
Μαρία. Τί υέλεις νά κάμω οίαν εΐ-
μαι μονη; §να έςυπνον βιβλίον είνε μία
έξνπνη συντροφιά.
Ελένη. Έγώ, τί νά σου 'πώ, ότενο-
χωροϋμαι φρικτά δταν έχω |3ι6λίον είς τδ
χέρι μοιτ έπΒΐτα, εΐμαι καίολίγον μύωώ,.·
Μαρία. Μύωι|;; άπδ πότε; άφότου τα
γυαλιά έγιναν τής μόδας, ύποθέτω.
'Ελ. Ή άλήθεια είνε ότι τα γναλιά μοϋ
ηηγαίνονν θαυμασία (φο^ιτ τ» 8:οπΐ(.ί ΐι,ς) αί;
δέν είνε άλήθβια ; (τ«χ« *ρΊ« το» χ»θ(>ίκΐι(ν).
Μαρία, (χβΐ' ίο(«»; Δνστυχή Στέφανβ Ι
{ΐ3 Έλί,ί-) νλπέ μου επι τέλους, ετελεί¬
ωσαν οί άρραδώνες ΰου ;
'Κλένη. Σχεδόν είνε καθ" δλα σύμ-
φωνοι- ϋπάρχει άκόμη μία μικρά διαφο-
^4 διά τό κτήμα τής ΚηφιοΌΊάς, άλλά...
-ό μπαμπάς θά ένδώθη έπϊ τέλονς· μ ά-
γαπςί χόύον πολύ 1
Μαρία. Ποίος;
Ελένη. Ό μπαμπάς.
Μ α ρ. Ά Ι ένάμιζα δ κύριος Σωρειάδης.
*Ρ. λ. Ό κΰριος Σωρεχάδης; αχ ! δέν εΐμ-
πορεΐς νά φαντα*θής τ£ καλός ποϋ είνε!
ίχει κάτι τι άριστθκρατικδν επάνω τού.
Μαρία. Μα νομίζω πώς δέν τόν έγνώ-
ρισες άκόμη
'Κλένη. ΙΙώς δέν τόν εγνώριζα! ήτο
χθές είς τό ο"πίτι.
Μ α ρ. Και μέ μίαν φοράν ποΰ τόν εΐδες...
*Κ λ έ νη. Δέν (Ιρκεΐ νά ίδη κανεϊς ένα
δνθρωπον δια νά τόν σνμπαθιΊσι,ι καν διά
νά εννοηθή άν είνε καλός ϊι δχι;
Μαρία. Έγώ νομίζω πώς δέν άρκεΐ'
δέν λέγω διά τόν κύριον Σωρειαδιιν, δέν
άμφιδάλί.ω πώς θά ειλε καλός· άλλά δέν
άποφαίνομαι ποτέ δι" Ενα Λνδρωπον, αν
δέν τόν γνωρίσω κ&πως.
Ελένη. Θά τόν γνι.ιρίσης ·καΙ θά Ιδής
πώς £χω δίκαιον.
Μαρία. Ιοΰ είπα δτι δέν άμψιδάλλω
καθόλου· διά νά τόν έκλέξη δ μπαμπάς
σου θά τόν εγνώριζε [ίεδάίως.
'Ελενη. "υχν αύτός έλείπβ- μόλις
ίχει ολίγους μήνας ποϋ ήλθεν ήτο είς
την ΒραΙλαν, είς την ΌδηοΌ"όν... Λτο σι-
τέμπορος ξέρεις.
Μαρία. Θά έχετε ϋμως πληροφορίας.
Ελένη, "ϋ ! πολλάς- πρέπει νά έχη
ενός έκατομμι ρί''υ περιουσίαν.
Μαρία. 'Τποθέτω όττ αί πληροφορίαι
σας όέν περιο)ρίθθησαν Εως έδώ,
Έ λ. Τ ί; ήόελες να ηεο πλονσιώτερος ;
Μαρία. Λέν βννοω αύτό· ϋέλω νά εί¬
πω δτι αί πληροφορίαι σας δέν άφοροΰν
μονον τίιν πε^ιοΐ-θΐαν το»..
Έ λέν η. Ό μπαμπάς λέγει πώς ϋνας
νέοςδιά να κατορθώση νά καμιι μίαν τΰ-
Οον μεγάλην π«μιθυ·.·ίαν βΐνκ άβύναιον
νά μην ίχη και χίλια δλλα προτερτΊματα.
Μαρία. Και κϊνβ πολθ νέος ό κύριος
Σωρίΐάδης;
Έλέν η. Θ4 είνε ώς τριάντα πέντε,
τριάντα όκτώ ετών.
Μαρία. "Λ! νεώτατος. ιχ«ΐ' Ιί(χν) 'ίΐ
Λλικία είνε όπως ό προί»πολογιο"μός· 4λ-
λοι την ^γάζουν μέ περίθθευμα καί 4λ-
λοι μέ έλ/,ειμμα. (τί 'Κλίντ,) Κα εί'μορφος;
Ελένη. "Ω ! ναί, εΰμορφος.
Μαρία. Και ανεπτυγμένος, βεβαία.
'Ελ. "Ομιλεί ώραΐα τα γαλλικά· άφοϋ
ΰϋϋ λέγω ϋτι έγύρΐϋεν ΰλιιν τινν Ευρώπην.
Μαρία. 'Κλένη, Λβελα νά ο" έρωτήσω
καΐι τι, ήθελα νά ομιλήσωμεν ϋοΰαρό-
τερον κάπως διά μίαν υπόθεσιν, η όποία
σέ ένδιαφέρει πολύ.
Ελένη. Έμένα;
Μαρία. Ναί· άλλ έπιθυμώ νά μοϋ ά-
παντήοης ειλικρινώς.
'ϋλένη. Δίν πχύΐβύω ν' άμφιΛάλλης.
Μαρία. Ί'ποθέτω ότι δέν άγαπάς ά-
κόμη τόν κύριον Σωρειάδιιν, ώφού τόν
βίδες μόνον μίαν φοράν.
Έ λ έ ν η. Τί έννοεϊς αν τόν άγαπώ ;
Μαρία. 'ΓΛθθέτω 4ηλαβη βτι Λέν εί.
σαι έρωτενμένη μαζή τού.
'Κ λ έ ν η. Έρωτβυμένη ; Τί ίημαίνει
αύτη Λ ερώτησις; μήπως έγώ σ>ιΰ είπον
ότι πρόκειται νά υπάνδρβυθώ έξ ίρωχος }
Μ α ρ ί α. ΆΧλο Λθελα νά ΰ' έρωτήίω-
δέν μοθ λίγεις ο"έ παρακαλώ, ποίαν Ιδέαν
ίχης περΐ τού Στεφάνου ; Τόν έννώριΰες,
υποδέτω, ϊΐβριβ(>ότερον άφ'δ,τ» ίγνώρισ"ες
τόν κύριον Σωρειάδην.
'Ελ. Τόν >.τιτανον χο* *Τ»ώριο·α άρκβτά
-----1 Πί-----
κα τόν έκτιμιΤ) όπως τοΰ άξίζει. Λέν βν-
νοώ ϋμο)ς ποία σχέσις νπά(νρι μεταξύ τού
Στεφάνου ναί γοΟ κυρίοι.· Ι^
Μ αρ.- Μεταξύ αυτών των δύο
καμμιά· μεταξύ δμως ϋοΰ καΐ τού Στεφά¬
νου υπήρξε κδποτε μία μικρά σχέσις.
Ελένη. Μβταξύ έμοϋ και τοϋ Στεφά¬
νου ί/πίΐρξε ποτέ σχέσις ; τί εΐδους σχέσις ;
Μαρία. ΊδανικιΊ, έστω.
Έλέν ιι. Λέν Ο" έννοω.
Μ α ρ ί α."Αν δέν έννο^ς έμένα, εϊχβς δ¬
μως έννοιιαει δή σέ Λγάπα ό Χτέι|)ανος.
Ελένη, (γιλκΐΐΐ) Λιιλαόι'ι... ·
Μαρία. Και δέν εφαίνετο μάλιστα
άόιάψο^ιθς είς τόν έρωτά τού.
'Κ λ β ν η. Έγώ ; κα» ποϊυς θοϋ τό είπεν
αύτό ; ό Ιοιος, ό Στέφανος ·,
Μ α μ ι α. "11! μϊιν εξάπχεϋαι άδίκως· ό
Στέφανος μού ώμιλιιοεν άηλως πκρΐ τοϋ
έρωτος χου, περΐ τού Ιδικού τού έρωτος.
ΚΙχες έννοιϊοκι πολύ καλ,α ότι Οβ ι'ιναπα,
έπειόη όέ γνο)ρ(ζω τόν χαρακτήρά τού
είμαι ^είιαία ότι δέν Οά έξη,κολοιθει νάσέ
Ιίλέπι,ι αν όέν έμάνΐευεν ότι τόν ιιγάπας
κα σύ, έστω και χατά προσποίησιν.
'Κ λ. Νόστιμυν Ι Τί Λϋελβς να κάμω;
έπρεπε νά τού φερθω άγενως δια νά τόν
κάμω να έννοάσι,ι ότι δέν τόν ηγάπων ;
Αι α ρ ί α. "ϋλα, μή βιάζι?ς τόν εαυτόν
Οου να λέγης άνοησιας.
'Λ λ. Άπόφκ μοά ψαίνεοαι πολύ πικρά.
Μαρία. Λύιο ϋιιμαίνει πως λέγω την
άλιιΐΐκιαν. ΙΙ^θς τόν Στέφανον εφέρΗι^ςδχι
δηως ίη|/κηκ να ψερθζίς· βίχες ίννοήϋ*»
ότι υ β ιιγάπα και ότι οί ηγάπα ι,Ιλικρι-
ν»ις· καν Εθν ή^άπας καΐσύ, όέν έπρεπε νά
δυχυί,ις ιιινχεΐρα άΆλοι/· ίάν οέν τυν ιιγά¬
πας, οβν έπρεπβ νάήιΐαι φιλο^ι-ιΐκος άπέ-
ναντι τού, ουδέ νά τού Λαρίχι,ις ελπίδας.
'11 υκωι/ΐα ϋυυ ;ΐϊρΐΒύγ«;νΒΐας και αγενκιας
δεν έχκι καμμίαν |)άι3ιν ειμπορεί κανείς
ν' άπυΓυιιιυ'|-ι χον έρωτα ενός α/.λου,χωρίς
ϋνιγχρυνως. να παραϋτ). ουόιι ιον εΑ,αχιυιον
τύπον της ευγενειας.
Έλ. '.ιλλ" αψυιτ όεν μθϋ είχεν ιηί τίηο-
τε, πως εΙθελΕς να πειϋθω ότι με ηγάπα;
&1 α ρ. Μιι Οελεις, ν' άπατώμεϋα μεταξύ
μας* είμεθα καί αι όύο γιιναΐκες και εννοεΐ
Οαυμαϋια η μία τιιν άΛλην μας. Ό Στέ¬
φανος όιΐν εΐνκ άπ βκείνοίς, οί όπυίοι
τοιχοιίυΑΛυυν χο αΐουημα των όπως τοι-
χοκθΑλουν τα προγ^άμματα τού Οϊάτρου.
'ϋι λ έ ν η. Τι ιΐυΐλες Λϋιπον να £καμνα;
Μαρία. Νά τού έμενες πιβτή.
Έ ?.. ΙόΙς τί ; μιιηως ΐον ήγαπηοα έγώ ;
Μαρία. Τοεβ να ιοιι έόιόες νά βν-
νοηο^ι δτι όέν όεχεοαι τον έρωτά τού.
Έ Α έ ν η. Αυτήν την στιγμιιν μοα ^αί-
νευαι ολίγον τι Ιβροκνριιξ, τόσον μάλλον
καυόόΌν την άπο άμϋωνθς διδασκαλίαν
ϋου δέν Γ.ιοταύω καί νά την τημ(ις.' Δέν
ί/ποθέτωπως θά θυμώσης άν σου είπω ότι
αυτό όνομάζεται π ο υρΐ τ α νιθ μό ς.
Μα-ρία. Μ β πύραξήγησες.
• 'ΚΛένη. Καθόλου* είπες προηγουμέ¬
νως ότι καί αί Ούο μας είμεθα γυναϊκες
καί θττ έννοεί θαυμασία η μία την άλ¬
λην μας· δέν μοϋ λέγεις Οί παρακαλώ,
ποία είνε αυτή, η όποία δέν κολακεύεται
δταν έννοΛ δτι την έρωτεύονται καν δέν
ϋποθάλαρ,'τό οΐσθιιμα τό οποίον έμπνέει,
νά έκτετίθεται, έννοείται;
Ί) Μοζορτ είς ηλικίαν 1-1 ετων
ΊΙ οΙμι εν ίι έγενηθ ι
Ό Μόζαρτ είς ηλικίαν Λ» ετον
Τό δωαάτιον τοϋ Μόζαρτ, μεταδληθεν είς Μο^σειη
ΊΙ · οί ιν Ί σινέθειε το «Μπ,ι^ον αι/·,ήν ΊΙ οΐ^ια ι ν π καΐ )Μΐ·ΐιν ο Μοζαυτ τα πλείστα ίτιι τΓκ, χιοτιιτής, την
ΕΟΡΤΑΙ ΕΠΙ ΤΗΐ ΕΚΑΤΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΙ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΟΥ ΜΟΖΑΡΤ
ϊ
• 'ΚΑΛΑΙΤΕΧΝΙΑ: — ΡΟΜΑΙΩΝ ΠΑΡ.ΘΕΝΩΝ ΑΝΑΘΗΜΑ
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΤΣΕΙΟΝ
Μαρία. Τί έννοεΐς χωρίς νά έκχίθεχαι ;
Ελένη. Χά το ίίποθάλπη διιλαδη ού¬
τως, ώστε να είνε είς ί*έσιν νά υποχωρή¬
ση, οταν θέλι,ι, χωρίς τα θύματά της νά
έχουν νά παραπονεθοϋν.
Μ α ρ. Και πρός ποίον σκοπόν δλα αύτά;
Ελένη. Πρώτον, διατηρεΐ χον έρω-
χα χον οποίον εμπνέει και ίκανοποιεΐ
χον εγωισμόν της· δεύτερον, έπι5εικνυε-
χαι είς τάς φΐλας της τρίτον, ό γάμος
είνε πολυ ενκολώτερος, εν ι) περιπτώσει
«ν εκ χο>ν θνμάχων της έχειτα προσόντα.
Μ α ρ ί α. Ύποθέτω πώς άστειενεσαι
καί θά οοϋ άπαντησω κ" έγώ άστειει ομέ-
νιι. Ευρίσκεις ότι ό Στέφανος δέν έχει
χά προοόντα διο νά γίνι,ν αύζνγός σου;
Ελένη. Μέχρις ότου ευρεθή ό κύριος
Ιωρειάδεις . . .
Μαρία. Καί κατά τί ό κύριος Σωρειά-
δης είνε άνώτερος τοϋ Στεφάνου;
Έ λ. Νομίζω τώρα πώς άθΓειευεσαι σύ.
Μαρία. Καθόλου, όμιλώ σπουθαίως.
Έ λ. Ό κύριος Σωρειάδιις έχει ενός έκα-
τομμνρίου περιουσίαν καί ό Στέφανος ώς
μόνην περιουσίαν έχει την εργασίαν τού.
1-)ά έχωμεν άμαξαν ιδικήν μας, θά κάμνο¬
μεν ταξείδια, θά... Νά σοϋ 'πώ την αλή¬
θειαν,Μαρία'όταν κανείς είνε εύχυχής καθ"
όλα τα δλλα, παραδλέπει μερικό έλαττώ-
ματα τοΰ συζυγοιτ άλλως τε ν,-αί ό Στέφα-
νο;... μηπως δέν £χε καί αύχός χά έλατ-
τώματά τού; έν πρώτοις δέν ήξείύρει νά
ντυθφ, δέν είξεύρει νά φορέση ενα λαιμο-
5έχην τής προκοπής.
Μ α ρϊα. Αί! φθάνει Ελένη· §ως έδώ-
είνε άνίερον να μωρΛλογ'ζϊς είς βάροςενός
άνθρ&που, ό οποίος σέ έλάτρευο"ε.
Ελένη. Θαρρώ πώς δίδεις μεγάλην
σοδαρότητα είς υπόθεσιν όλως διόλου δυ¬
νήθη. Ό Στέφανος μέ ήγάπα, δέν λέγω
τό εναντίον, άλλ' επί τέλονς δέν ζώμεν
πλέον είς τίιν ρομαντικήν εκείνην επο¬
χήν, ότε ό έρως ίφθανε μέχρις αύτοκτο-
νίας. Μέ ϊδλε/τε συχνά, έ^ορεύσαμεν πολ¬
λάκις μαζή, τοϋ . ήρεσα... ήτο φυσικώς
επόμενον νά μέ συμπαθήση ΰταν παύση
νά μέ ρλέπη, δταν ίδη ότι άνήκω είς άλ¬
λον θά μέ λησμονήση καί. θά θεραπευθ$·
τόπράγμα είνε απλούστατον.
Μαρία. Νομίζεις ; άν ήσο εδω πρό ή-
μισειας ώρας δέν θα 6κριες τόν έρωτά
τού μέ χοσην έλαφρόχιιχα. Ελένη, θά
όοϋ είπω έ'να μυσχικόν, τό οποίον δέν
είπον είς κανένα και τό οποίον δέν θά
έξεσχομιζον άν δέν μέ ήνάγκαζες· θα μθΰ
δώσης όμως τόν λόγον τής τιμής σου...
'Κλ έν η. Νά μην είπω είς κανένα τί-
ποχε ; ο"οϋ τό όρκίζομαι.
Μαρία. Κίμαι μεγαλειτέρο. ο"ου καί
καχά συνέπειαν έγνώρισα τόν κόσμον
καλλίτερον άπό σένα καί ώς έγγαμος άλ¬
λοτε και ώς χηρα τώρα επί τρία όλόκλη-
ρα έτιι. Άπό όλους έκείνους τούς νέους,
οί οποίον είξεύρουν νά φοροθν λαιμοδέ-
την τής προκοπης καί άπό όλους τοϋς
ί-κατομανριουχους ο"ου, έγώ δέν έξετίμη-
σα παρά μόνον τόν Στέφανον, ώς πνεϋ-
μα, ώς καρδίαν, ώς χαρακτήρα· χωρίς νά
τό αίσθανθώ, χωρίς νά τό έννοήσω, τσν
ήγάπησα καί τόν ήγάπησα τόσον...
Ελένη, (θιαχοκτουσα) Σΐΐ ;
Μαρ. Έγώ· δέν πιστεύω νά ζηλεύτ^ς.
Έ λ έν η. Καλί5, άφοϋ τόν άγαπάς, πώς
μοθ τόν προτείνεις ώς σύζνγον ;
Μαρία. Διότι ανχός άγαπα σένα, καί
διόχι γνωρίζω όχι θά γίντ> δυστνχής άν
ϋττανδρεΐ'θης άλλον.
'Κ λ. Κ αί είξενρει αΐ'τός Οτι τόν αγαπας;
Μαρία. "Οχι, οϋτε αύχός, οϊΐτε κα-
νε'ις βλλος.
'Κλένη. Τότε .. λόγος ίσχυρότερος νά
μη τόν άγαπώ.
Μαρία. Λόνος ίιίχνρότερος νά τόν ά-
γαπας, άφοϋ σέ άγαπα. Χομΐζεις ότι 6
δρως μου είνε τόσον έγωίο'τικός ; θά εΐ-
μαι εύτνχής, οταν αίσθάνωμαι ότι θά κίνε
εύτνχής έκεϊνος αντό, νομίζω, δέν σέ
πειράζει. Ήν άνάγκη φεύγω μακράν των
Αθηνών δόξα τω Θεώ ή περιοιτσίά μου
μοϋ τό έπιτρέπει.
'!·: λ έ ν η. Άλλά...
Μ α ρ. "Ω '. είσαι τόσον καλή ' μη θέλης
νά μέ πειστις ότι δέν εΐο"αι· δέν είνε δυ¬
νατόν σύ, ή Ελένη, νά πωλήσης την
καρδίαν οΌυ είς Ενα έκατομμΐ'ριοϋχον.
Ελένη. Άλλά ό Στέφανος...
Μ α οί α. (8ΐ»χόπ:ουσ») Ό Στέφανος σέ
άγαπα καί θά ο"έ καταστήση ευτυχή διά
τοθ βρωτός τού· τί άλλο λοιπόν είνε ή
ευτυχία ; Ό κύριος ΣωρειΛδης πότε ο"έ
είδε, πότε σ' εγνώρισε διά νά σέ αγαπήση;
διότι τόν έξίππασαν τα ώραΐα σου μά-
τια ή τα ώραΐα σου μαλλιά...
Ελένη. "Αν δέν μέ ηγάπα δέν θά εζή¬
τει την χείρα μου.
Μαρία Έφαντάσθη ότι σέ άναπα· ό
έρως τού αύτός είνε έρως τής φαντασίας
καί οί έρωτες τής φαντασίας περνοϋν,
χωρίς ν' άφήσουν Ίχνος.
'Βλ. (ίυατ,ρεστηυ^-τ,) ΆπΛτάσοι· ('ξάγει τό
ώρο/υγιό τη;) "λ ! έλησμόνηΰα ότι είχον
υποσχεθή τής μαμμάς νά έπιστρέψω είς
τάς δέκα ακριβώς· είνε δέκα καί τέταρτον.
Μαρία. Τί ; θά φ,ύγης ;
Έ λ. Πρέπει· θ'άνησυχφ ή μαμμά μόνη.
Ό μπαμπάς εξήλθε μετά τό φαγητόν...
Μαρία. Δέν πιστεΰω νά έθύμωσες ;
Ελένη. Καθόλου· διατί νά θυμώσω ;
Μαρία. Καί αν μέ ερωτήση ό Στέφα¬
νος, τί νά τοϋ άπαντήσω ;
'Ελ. (;ν «[ΐηγΐν'ιι) ΡΛπέτου ότιδέν μέ είδες.
Μαρία. Κίξενρει ότι ήλθες.
Ελένη Αί ι τότε είπέ τού. . . εΐπέ τού
ό,τι θέλεις. Καλήν νύκνα.
Μ α ρ. Νά σέ συνοδεύση η υπηρέτρια ;
Έ λ ένη. Ώ ! διά τρία βήματα... δέν
άξίζει τόν κόπον. Καλήν νύκτα, Μαρία.
Μαρία. (συνοίΕύομσα αυτήν μέ/ρι τί;ς Ούρϊς)
Καλήν νύκτα (έηιστρϊφουσα) "Αχ ! Θίέ μου !
τώρα έννοώ πόσον τόν ήγάπησα.Καίαύτή;
άλλά τί πταίει; μήπως ήτο ύποχρεωμένη
νά τόν αγαπήση διότι αύτός την ήγάπα;
(μιετά. τίνα οιγήν) Εύτυχής 'Κλένη ! (έξάγει τό
μονδήλιον χαι σπογγίζει τοϋς οφθαλμούς της).
τρ:ταρτη.
Μ α ρ ί α—Σ χ έ φ α ν ο ς (ίίαίρ/6μΒνο),
Μ α ρ. (ς-αε^ομε'νη κα'ι παραττ-,ροΰια τόν Στέφανον
Ιχπλτ,χτο;) Πώς ; έπεστρέιΐ/ιιτε τόσον γρήγω-
ρα ; είσθε λοχπόν τόσον πολν άνυπόμονος
ν' άκούσετε την απάντησιν τής Ελένης ;
Στέφανος. Δέν έπέο"τρει|;α.
Μαρία, (μειϋΐώσα προατ:επο(/)μενω;) Άλλά ;
Στέφανος. Δέν είχον άναχωρήσει
καθόλί υ· ήμην έκεϊ, όπισθεν τής θύρας.
Μαρ. (τ«ρα/(ΐΕί«) "Οπισθεν τής θι'ιρας ;
Σ τ έ φ. Χαί κυί τα ήκοι:ϋα όλα· όλα,
χωρίς νά μοϋ διαφύγη οΰτε μία λέξις.
Θ' άπορεϊτε βεβαίως, πώς καχεδέχθην νά
καχέλθω έως έκεϊ, αλλά. . . ήτο καχι τι
ανώτερον των δυνάμεών μοιι, ήχο άόύνα-
χον νά κάμω εν ^ήμα^ έπρεπε νά μείνω.
Μ α ρ ί α. Τόχε λοιπόν...
Στέφανος. Ναί, ήκουσα την απάντη¬
σιν της καί έγνώρισα τόν χαρακτήρα της.
Λυποθμαι ειλικρινώς τόν κύριον Σωρειά-
δην και συγχρόνως τόν εύγνωμονώ, διόχι
μέ άπαλλάσσει ενός έρωχος πρός κόρην...
Μαρ. Μίι την ύΰριζειε· συλλογισθήτε
ότι την ήγαπήσατε καί ενθυμηϋήτε τί
έλέγετε δΓ αυτήν μόλις πρό μιάς ώρας.
Στέφανος. Τίιν ήγάπησα, διότι την
ίφανταζόμην διαφορετικήν ή, χίς οίδεν!
Ιθως είχον πάθει κ-' έγω όχι έπαθεν ό κύ¬
ριος Σωρειάδης : μέ έξίππασαν διιλαδη
τα ώραΐα της μάτια καί τα ώραΐα της μαλ-
λιά. Τώρα... ΰχι, δέν την άγαπω πλέον
ούτε τίχν μισώ- την οίκτείρω. (») Μζρί» χα-
θετα. σΰ/νου:, ό Στέφανος την κλ^αιαζει). Κυρΐα
Μαρία, δ,ν κάποιος, ό οποίος σας παρε-
γνώρισε, γονατίση πρό των πθαων σας καϊ
σας ζηχήση, όχι χήν χείρα σας, ώ ! δέν
είνε ύξιος ! άλλά μόνον χήν συγγνώμην
σας, να έλπίζη όχι θά χοϋ τίιν δωσετε;
Μαρία. Την συγγνώμην μου ;
Στέφανος. Την συγγνώμην σας, διότι
παρεγνώρισε τόν εύγενή χαρακτήρα ϋας
καί την γενναίαν καρδίαν ο*ας· διότι ένω
είχε την εύχυχίαν πλησίον τού, προ των
ομμάτων χου, έζιϊτει να την εϋρη είς
μίαν καρδίαν κυνήν, είς μίαν καρδίαν...
Μαρία. Άλλ' άν ό παρθξυσμός χοΰ
προσδληθένχος έγωίσμοΰ σας κάμνη νά
ύποθέχετε ότι δέν χήν άγαπάτε πλέον χήν
'1ί.λένην, και αύριον, μεθαύριον, μετά δέ-
. κα ιΊμέρας, ότε Οά παρέλϋιΛι ό θυμος σας,
έπαναπέσετε πάλιν είς χον έρωχά της ;
Σχέφανος. Έγώ ; καχόπιν χών όσων
ήκουσα; Λέν έτρώθη ό έγωίσμος μου, έ-
τρώϋη ό έρως μου καί έτρώθή τόσον και-
ρίως ώστε έξέπνευσεν αυτοστιγμεί. Λέν
άνασταίνονται οί νεκροι, κ^ρία Μαρία.
Μαρία. Χαί, άλλά καί δέν λησμονοϋν-
ται άμέσως· άν έπαύσαχε ν' άγαπάχε χήν
Έλενην, δέν βπαύσατε όμως καί νά την
ενθυμείσθε, καί αύτη ή συχνή ανάμνησις,
έστω καί χών έλαχχωμάτων της...
Στέφανος. Άπό σας έξαρτάται νά
την λιισμθνήσω πολύ γρήγωρα. (ή Μαρία
καταόιδαζει τούς ό^0αΛμ.ού; κ»ι σιω,-.ά) Δέν μ' έν-
νοεΐτε ; (^ετά τίνα σιγήν) Κυρία Μαρία, θέ-
λετε να μέ ροηθήΰετε νά την λησμονήόω;
(ί) Μαρία σιωπα σκείΐομένη) Λοιπόν ;
Μαρία. Θά είσθε εύχυχής ;
Σ τ έ φ. Ό εύτυχέστερος των θνητών.. (ίι
Μαρ.'α εγςίρεται. Ό Στέφανος έγείρϊτχί καΐ εκεΐνος
χαΐ την πλ/,σιαζεΓ άμφοτ;ροι σΐα,κοΰν πρός στιγμήν.)
Μαρία. ΊΙ μόνη ευτυχία είνε τό νά
κάμνη τις εύτυχεϊς έκείνους τούςόποίου,ς
άγαπ^· άφοϋ λοιπόν θά είσθε εύτυχής,
Ιδού ! (τί) τείνει την χείρα τΐΐί).
Σ Χέφανος. (χαταφιλών την χείρα της Μα¬
ρία;) Σάς εύχαρκΐτώ.
Ι'ΙΑΝΝΗΣ ΠθΛΕΜΗΣ
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ
Η ΑΠΑΤΗ ΤΟΓ ΦΑΑΑΜΕΡΑΥΕΡ
(αποσπασμα)
άνήρούτος έν τώ έν ίτει 1829 έκδο-
(>θέντι £ργω αύτοΰ, τφέπχγραφομένφ
«Ίστορία τοΰΜωρέως κατά τδν μεσαί-
ωνα» απεφήνατο περί των νυν Έλλήνων
την αυθαίρετον γνώμην τήνδε· «Τό γένος
των Έλλιινων εγένετο έξίτηλον έκ τής Τίύ-
ρώηης, ή δ' ενμορφίη τού σώματος, τό με-
τάρσιον καί άγχίνονν, Λ των ήθών όμοι-
ήτης καϊ αφελεία, τέχναι, ναοϊ καί πα¬
λαιά όνόματα πόλεων καχ χωρίων καχ αύ-
τδ τό όνομα τον "Έλληνος εξηφανίσθη
. .έκ τού πρόσωπον τής έλληνικής γής·
λαός δέ νυν μιγάς έκ δχαφόρων φνλών έ-
πισωρευθείς έπ' αυτής καλύπτει τούς
τάφους τοϋ αρχαίον εκείνον έθνους, ουδέ
ρανίς γνήσιον >:αχ καθαρού έλληνχκοΰ αΐ-
ματος ρεΐ έν ταίς φλει|/χ τοϋ κατοικοϋν-
τος την νϋ.> Έλλόδα χριστχανικοϋ λαοϋ,
όστις είνε λείψανον, διισχνρίζεται λέγων,
τοϋ μεγάλον έθνοχ,ς των Ελαιων, οίτινες
μετ δλλων γεωργών έπεχύθησαν, ώσπερ
φοδερός χειμά()ρους, επι τής επιφανείας
τής χώρας, τής εκτεινομένης άπό τοϋ
"ΐστρου μέχρι των ένδοτάτων μνχών τής
Πελοποννήσον τό δ' όνομα τοϋ "Ελλη¬
νος ού δηλοί σήμερον, ώς ποτε τούς με¬
ταξύ των Τεμπών καΐ τοϋ Εύρώτα όί-
κοΰντας παχδας τοϋ Δενκαλΐωνος, άλλά
τα φΰλα έκεϊνα, τα είς τόν χριστιανισμόν
•προσηλυτενθέντα υπό τοϋ πατριάρχου
τής Κωνσταντχνουπόλεως». Ή άπροσδό-
κητος αυτή καχ παράλογος πρρί των νυν
Έλλήνων γνώμη τοϋ Φαλλμεράϋερ δι-
καΐως έτάραξε καί τούς "Ελληνας, καί
τοϋς φιλέλληνας καί αύτούς τούς βρχον-
τας των εθνών, καί φιλονεικία καΐ ϊρχς
των γραμματικων πρός αλλήλους πολλη
ήρξατο- καί οί μέν φϋονοϋντες τοις Έλ-
λησι τού ίεροϋ αγώνος έ,τιήνυυν τα μετά
χάριτος ίστορθύμενα 8ωλα πλάσματα τοϋ
Φαλλμεράϋερ, Οϊ δέ συμπαθοΰντες αυτοίς
σφοδρώς έκάκχζον αύτά· αμφότεροι δμως
οί διαφιλονεικοΰντες έπχπολαίως έγΐγνω-
Ο"κον τάς ίστορικάς πηγάς. '" διαμάχη
των είρημένων άνδρών περί τής εκδη¬
λωθείσης γνώμης τοϋ Φαλλμεράϋερ περί
τής εξαφανίσεώς τοϋ έθνονς των Έλλιι¬
νων έδωκε δικαίαν αφορμήν είς γνωρί-
μους έπίσης ίστορχκοϋς πρός έπχμελε-
στέραν έξέταΰχν των κατίι τούς μέσους
αίώνας έίληνικών πραγμάτων. Έκ τού¬
των είνε πρώτος ό έκ Γερμανίας όνομα-
θτός ίστορικός ΖίηΙιβίαβη. ούτος διά. τής
έν έτ:ι 18;,2 έκδοβείσης άξιολόγου ίστο-
ρίας τής Ελλάδος αρκούντως άπέδειξε
δι" ών επιμελώς εμελέτησεν ίΰτορχκών
πηγών τό έπιπόλαιον των ίστορονμένων
τοϋ Φαλλμεράϋερ, και τα όρια είς 3. δυ¬
νατόν νά περιορισθή ή περί Σλαύων θεω-
ρία. Ό Φαλλμεράϋερ είς ουδέν λογισάμε-
νος τούς έλέγχους των πολεμίων εξέδωκε
πάλιν έν ετει 1835 έτέραν δχατριβήν, ής
ή έπιγραφή ήδε· ·Τί έπαθον αί Αθήναι
καΐ ιχ Λττική υπό των κατασχόντων την
Έλλάδα Σλα'ύων ; · Δια της εΐρημένης δι-
ατριδής ζητεί 6 Φαλλμεράϋερ νά πείοΊι
τούς άμυήτους δτι ού μόνον ή Πελοπόν-
νησος κατεσλαυώθη, άλλά και αϋτ'α» αί
μεγαλώνυμοι 'Λθήναι έπλήσθηςαν έπ'ι Ί-
ουο"τχνιανοΰ μάλιστα Σλαύων, έξ ών ιι-
ναγκάσθησαν οί υπολειφθέντες 'Λθηναϊοχ
νά έκο"ωθώσιν ι,ίς την Ιαλάμχνα, Λ δέ
ώραία πόλις αυτών καΊ ό πολύς ελαιών
κατεκάη κατά τα μέσα τοϋ η' αί7η'ος
υπό των βαρ6άρων, η δέ 'Λττχκη έμει¬
νεν επί 401) ολα £τη άπό Τ' μέχρτ τής ι'
εκατόν ΐαετιιρίδος δδεν^ρος, . δσπαρτος,
ακαρπος, έρημία χαθόλου μεγάλη, ϋστε-
ρον δέ, δίατελεϊ λέγων ό Ψαλλμεράϋερ,
κατά την ι' ίκατονταετηρίδα έπιΰτρέ-
ψαντε; έκ τής Ιαλαμϊνος ο δεινώς άπο-
δεκατισθέντες Άθήναΐοι εκτισα'ν πάλιν
την πόλιν. Πιστοϋται δέ τα περι Αθη¬
νών 1ο"τορούμενα αϋτφ διά τινος φύλλου
χάρτου γεγραμι,ιένου υπό τινος μοναχοΰ
τής ούχι κατά την χ' έκατονταετηρίδα,
άλλά πολλώ ύστερον κτασθείσης έν Αθή¬
ναις μονής των άγίο>ν Άναρ'νύρων, δνθα
λέγεται δτι ευρέθη αϋτό. Τούς πρός τάς1
νέας ταύτας ίστορχκάς άνακαλύψεις έκ-
πεπληγμένονς φιλίστορας ζητών νά κα-
ταπείσιχ ό Φαλλμεράϋερ περί τής τελείας
εξαφανίσεώς τοϋ έλληνικοϋ γένους καΙ
άποσδέσ(ι τόν άπανταχοΰ φιλελληνισμόν
και την ο"λαυοφο6ίαν των δυνατών νά έκ-
καύσι^, εξέδωκεν έν ετει 1836 τόν 6' τό-
μον τής ίθτορίας τοϋ Μωρέως, δι' ού διι-
σχυρίζεταχ δττ είς την Έλλάδα εγένετο
κατά τό ήμχσυ τής δεκάτης τετάρτης έ-
κατονταετηρίδος έπι3ρομή Άλ6ανών, δι'
ών έξώΰθη έκ τοϋ μεγαλειτέρον μέρονς
τής στερεάς, εί τι παρέμεινε λείψανον
ελληνικόν. Πρός τουτο εξέδωκεν ό αύτός
Φαλλμεράϋίρ, πλήν δλλων διατρχβοδν, έν
αίς τα αύτά έπαναλαμδάνονται, καίτό έν
δτει 18ί»7—1860 τελευταίον δργον αύτοΰ,
οπερχ τοΰ έν Ελλάδι στοιχείον! των Άλ-
δανών», δι' ού πειράται νά δείξη δτι τό
ήμισυ τοϋ νυν έλληνικοΰ ρασιλκίην κα-
τοικεϊται υπό ήμι6αρβάρο>ν Άλδανών
γενναϊοι όμως πολέμιοι των είρημένων
έώλων ίστρρΊΐμάτων τοΰ Φαλλμεράϋερ ά-
νεφάνηύαν οΰκ ολίγοι γνώριμοι ίΰτορι-
κοί, έν οΐς και ό παρ' ημίν πόλλά έτη
δΐατρίι|;ας, καχ την χώραν καχ την γλώσ¬
σαν καί τα έθχμα των νυν Έλλήνων επι¬
μελώς έρευνήσας καί έξετάσας όνομαο"τός
άρχαιολόγος Λονδοβϊκος 'Γόσσιος. Ό ά-
νήρ ούτος διά πολλών καί πολλά έπαι-
νονμένων διατριδών καχ δχά τής λίαν ά-
ξιολόγον διατριβής αντον, τής έπιγρα-
φομένης «Έρημώθησάν ποτε αί Αθήναι
επί 400 έτη;» καταφαίνεχ ήλίονφαεινέστε-
ρον τό πλαστόν καί ουδενός άξιον τοϋ
εύρεθέντος έν τή Άθήνησι μονι^ των ά-
γίων Άναργύρων άκοσπάσματος χειρο-
γράφου, έν ζ) είο"ι γεγραμμένα τάδε. «Ή
Ελλάς κατήντησε τόπος καταδρομών, η
δέ Άττική έρημος διά τρείς χρόνονς...»
διά τοΰ είρημένον άποσπάσματος προ-
θνμεϊται ό Φαλλμεράϋερ νά πιστώσηταχ
την μεταξύ τής 6 καΊ 10 έκατονταίτηρί-
δος γενομένην τελείαν καταστροφήν, ώς
προερρήθη, των "Αθηνών, και την έκσ-
λαύωσιν τής κνρίως Ελλάδος. Τουναν¬
τίον δέ δχ' αποδείξεων καχ μνημείων φω-
νηέντων, οβτως ειπείν, ό εύσυνείδητος
άρχαιολόγος 'Ρόσσιος άποδεικνύει τό ά-
ναργύρεχον φύλλον νποπτον καχ άνάξιον
λόγον, καί δτχ αί Άβήναχ ουδαμώς κατε-
φ.έθησαν, ουδέ έκάησαν υπό ολονών,
άλλ' άεί καί κατά τόν προειρημένον χρό¬
νον και κατά τόν ύστερον υπό των αυ¬
τών Άθηναίων κατωκοϋντο καί έγεο>ρ-
γοϋντο. Την γνώμην ταύτην τοϋ Τοσ-
σίον ώς άληθεστάτιχν κα'ι πειστχκωτάτην
έδέχθηΰαν πάντες σχεδόν οί μετά τούτον
τί περϊ Αθηνών κυ'χ 'Αττικής επιμελώς
έξετάσαντες, πλήν ολίγων τινών, οίτχνες
έξ άκοτανοιΊτου άστοργίας ποός τοΰς νυν
"έλληνας ΰυνετάξαντο τφ Φαλλμεράϋερ,
έν οΐς καχ ό παρ ήμϊν πολύν χρόνον δχ-
ατρίι[?ας καχ πολλά ύφ" ημών φιληθείς Γ.
Ί'ίνλαιν. Ό έκ λκοιτίας ούτος δνήρ εξέ¬
δωκε δύο έ"ργα, ών τό μέν έπιγράφεται
«Ή 'Κλλάς υπό τούς'Ρωμαίονς·" όπερ με-
τέφρασβν είς τό γερμανικόν τώ 1861 όΕΙ-
/ί»'«β)ΐ, τό δέ έτερον· ■•Ή Ελλάς κατά τόν
μέσον αίώνα» όπερ μετεφράϋθη είς τό
γερμανικόν τφ 1353 υπό τοϋ Ηβίνϊι1ίη0.
Δεινότατος δμως άντίπαλος καί κάλλι¬
στος έλεγκτήρ των σαθρών ίσχιρισμών
των περχ των Φαλλμεράϋερ ανεφάνη ό έκ
Γερμανίας μέγας χστο^ικός Κάρολος Χόπφ.
Ό πόλνΐστωρ ούτος Γερμανός επιμελώς
μελετήσας τάς αύτάς πηγάς, αίς έχρή-
σατο κα'χ αύτός ό Φαλλμεράϋερ είς πίστω¬
σιν των Χ(ΐχι.'ριο"μών τον, λαμπρώς κατέ-
δειξε δι' ού εξέδωκε πολυτχμοτάτου έρ¬
γον, όπερ έπιγράφεται· «Ίστορία τής'Κλ-
λάδος κατά τοϋς μέοοχ.ς καί νεωτέρονς
αίώνας·" τάς μέν τελέως Λμαρτημένας
καχ ούδκνός άξίος, τάς δέ έπιπολαίας κα»
άκμίτονς, την δέ μαρτυρίαν τοϋ Εύα-
γρίον, τοΰ σνγγραφέως έκκλησχαστικής
ίΰτορίας, συγν.εχνμένην και άμφι'λογον,
κακώς δ' έπΐτηδϊς υποληφθείσαν υπό
τοΰ Φαλλμεράϋερ καχ των περί αυτόν,
δπως πιστωθη ή έ.ιί τοϋ Μανρικίον, κα^
ίδίςι Λ μεταξύ τοϋ 584 — 593 άρπαγή καί
κατάσχεϋις τής Ελλάδος μάλιστα δέ τής
Πελοποννι'ισΌν νπό των Σλανων, καχ ή
έξαφάνχοις των Έλλήνων· δχότχ έκ τής
τοΰ Εύαγρίον μαρτνρίας ουδέν δλλο δι-
καίως δύναται τις νά είκάση, ώς πάσιν
ώμολόγηται, ειμή δτχ διαρπαγαΐ καχ δη-
ώσεις υπό των Άδάρων καί των μετά.
τούτων ο"υμμαχούντων Σλαύων εγένοντο
επί πολλής χώρας τής χερσονήϋυν. τοΰ
Λχμον καί αυτής τής Ελλάδος, άλλ' έξα-
φάνχσις- των Έλλι'χνων καί. ένοίκησχς
Σλαύων έν τ»> Ελλάδι ούδεμία εγένετο.
Ωσαύτως καί τό άπύσπασμα τον έν τξΐ
μονή των άγίων Άναργύρων είρεθέντος
χειρογράφρν λαμπρώς άποδεικνύεχ ό μέ¬
γας ίστορχκός Χόπφ, ώς καχ ό πολνμαθής
'Ρόσσιος, καί πολύ πρό τοχ'ιτων ό ήμέτε-
τερος σνμπολίτης Διονύσιος Σονρμελής,
ότι είνε κίδδηλον γέννημα τής 19ης έκα-
τονταετηρίδος νεώτερον γραμματικον,
δέν νομίζομεν τοΰ Κ. Πιττάκη, ώς ύπο-
λαμδάνει ό Χόπφ, άνδρός πολλά μοχθή-
σαντος υπέρ τής σοιτηρΐας των Άθήνησι
καί καθόλου των έν Ελλάδι άρχαιοτήτων,
έν καιροϊς μάλιστα δυσχερέστατον, άλλ'
αύτοΰ τούτοχι τοΰ ΦαλΛμεράϋερ πανονρ-
γότατον κα'χ διαδολώτατον τέχνασμα είς
εύόδωσιν τής έλληνολέθρον αύτοΰ ^ον-
λής· όντος έντνχών τεμάχιον τι, πιθανώς
τοΰ κατά τό τέλος τής 18ης έκατονταε-
τηρίδος υπό 'Λνθίμον γραφέντος άσημον
χρονικόν των Αθηνών, μετέβαλε κατά
τόν ιστορικόν Κωνστ. Ιΐαπαρρηγόποι λον,
τονς έν αύτω τρείς χρόνονς είο τετρη-
νοσίοι ς, καί αποδονς πράξεις, έν ί·στέ-
ροις χρόνοι, γενοιιένας, είς πολλω πα-
λαιτίοροις, προήλθεν ις τό σνμ.πέ'ρα-
3μα τό παράλογον διότι οί είς 400
χρόνονς μετατραπέντες τριϊς ^ρόνοι τού
χειρογράφον άνανεκτέοι είς την υπό
των 'Κνετών γενομένην πολιορνιίαν των
"Αθηνών καί την έξ αντών κατά τό 1688
φνγήν των 'Αθηναίων είς τε την Ιαλα-
μϊνα καί Λΐγιναν καί αλλαγήν. Καί άλ¬
λας πλείστας καί άληθεϊς μαρτνρίας πα-
ρέχεται ή ίο"τορα όν μόνον τής υπάρ¬
ξεως των Αθηνών, άλλά καί -ότι αύται
άεί έπηνούντο ώς έο"τία των γραμμάτων
καί των επιστήμων. Παραδέδοται δτι έν
"Αθήναις πολλοί πολλοΰ αξιοί δνδρες έ-
ξεπαιδεύθησαν καθ" δν >ρήνον ό Φαλλμε-
ράνερ κηρύσσει αύτάς άοικήτονς κη'ι έρη-
μίαν μεγάλην. Έν τοίς είρυιιένοις άνδρά-
βι καταλέγεται καί ό έν Αθήναις την φι-
/Χοβοφίπν διδηχθεΐς, 6 έξ Αθηνών Γιΰε-
λΐνος, οθτις κληρικός γενόμενος μετέβη
εις την 'Ρώμην, κα,ί κατέστη κατηχητής
πολλών βαρβάρων, δι' δ καί έν τή έκκλη-
ο"ια3τική ίστορία των δυτικών ίίγιος Γι·
σελΐνος καλείται Ούτος έπαινών, εί καί
πρός νπερβολήν, τάς Αθήνας, καλεΐ αύ¬
τάς εύγενεστάτην των Ίίλλήνων πόλιν,
καί δοτήρα τής έξόχον εύγλωττίας είς
άπαντα τα £θνη. "Κπειτα Λ είς τόν αύ-
τοκρατορικόν θρόνον τής Κωνσταντινου¬
πόλεως άνα6ό$α κατά τό τέλος της 8ης
έκατονταετηρίδος Ειρήνη η έξ Αθηνών,
καθ1 δν χρόνον ό ρηθείς Φαλλμεράύερ έ-
ρήμονς τελέως λέγει τάς ' θήνας, πολλά
ώφέλησεν αυτή, ώς προεδηλώθη, την'Κλ-
λάδα καί την φίλην αυτής πόλιν, τάς Ά
θήνας. Ό υπέρ τής αληθείας εύγενης
αγών των είρημένων ίστορικών καί αί ά-
νανκίρρητοι άποδείξεις περί τής πλάνης
των περί τόν Φαλλμεράϋεη ήνάγκασεν
αύτοΰς τελευτώντας νά όμολογήσωσι μέν
τό άσυνάρτητον καί άκριτον ών Λρύσαν-
το πηγών, νά έμμένωσιν δμοις άΰυγγνώ-
θτως είς ήν εδήλωσαν ημαρτημένην γνώ-
'ΐρός την άσ'γγνο>στον τοϋ Φαλλμ«-
επιμονήν άγανακτών ίίτερος φιλα-
λήθης και έπίό"ημος ίστορινός ό.Κάρολος
ΜένδελσωνΚαρθόλδη, άποκαλεϊμετά παό-
ρηο"(ας πρεπθύΰης- φιλαλήθει ίστορικω
την μέν γνώμην τόπ ΦαΛλμεράνερ αυθαί¬
ρετον, τόν δέ ζήλον έλληνοφόνον, την
δέ πλάνην αύτοϋ οικτράν καϊ.φιλολογι-
κώς καί πολιτικώς- τέλος ότι αύτός εαυ¬
τόν άπατφ διά χι/δαιοτάτων νοθετών. ΟΙκ-
τρώς συντόμως εΐπεΐν, καταφωράται ό
άλλως πολυμαθής ν;αί οξύνους Φαλλμε-
ράΐίερ απεμπολών την Ιεράν αλήθειαν πυ-
ιτικών ένεκα αΐτιών.
'Κκ των ιστορουμένων δμως περΐ των
κατά τοΰς μέσους αΐώνας επ-ιδρομών των
[Γαρβάρων είς την ελληνικήν γήν εικά-
ζουϋιν οί ίΰτορινοί ότι ένοίκησις Σλαύων
έν τοίς έρημωθεϊσι μέρεσι -ϊής Ελλάδος,
μάλιστα δέ έν τή λειι[τανδρούση ΙΙελοπον-
νήΰω ήρξατο άπο τοθ 'Πρακλειου να γί-
νηται, ούχι δμως κατά τόν αυτόν χρό¬
νον, άλλά κατά μικρόν. Ούτοι απετέλεσαν
κατ' αρχάς κοινότητας άνεξαρτητονς, ώς
προερρήθη, αΐτινες δμως συν τώ χρόνω
αντόθεν κατελύθησαν, οί δέ υπολειφθέν¬
τες Σλαϋοι προσελθόντες διά τής προθν-
μίας των κρατούντων Έλλήνων είς τόν
χριστιανισμόν καί άποθέσαντες τίι αγρια
αυτών ήθη, καί την βάρβαρον γλώσσαν,
εότερξαν τα των Έλλήνων ήμερα ήθη
καί την ωραίαν αυτών γλώσσαν εφίλησαν.
Τοιαύτη μέν είνε ή γνώμη των επισήμων
ίστορικών περί τής είς την Έλλάδα ένοι-
κήϋοοις ϋλαύων, ήτις ού φαίνεται άπίθα-
νος· ημείς δμωο ώς πρός την τύχην κα-
θόλου των έν Ελλάδι Σλαΐο>ν νομίζομεν
πιθανώτερα τα εξής. Οί επί πολύν χρό¬
νον διατρίι(;αντες είς την Έλλάδα Σλαΰοι
άποκαμόντες έρίζοντες καί πολεμοϋντες
πρός τσύς "Ελληνας, οΐτινες καί τής
γλώσσης αυτών στερρώς εϊχοντο καί των
ήθοιν καί τής θρησκείας, οί μέν αυτών
άπήλθον πρός τούς άπό πολλοϋ έγκατοι-
κήσαντας είς τάς παρά τόν "Ιατρόν χώ¬
ρας τοϋ κράτονς των 'Ρωμαίων, οί δέ υ¬
πολειφθέντες διεσκορπίσθησαν έν τισι
πόλεοΊ καί συν τω χρόνω έξελληνίσθηόαν
υπό τοΰ Ί.λληνικοϋ· Ιχνη δέ τής μακράς
ένοικήσεως αυτών οί είρημένοι βάρβαροι
κατέλιπόν όνόματα ποταμών καί όρέων
καί χωρίων, ένθα κατώκησαν, άλλά λεί¬
ψανον τής βαρβάρου γλώσσης ή των ή-
θων αυτών ουδέν έν τή 'Κλληνικι^Ι γλώσ-
ϋι.ι ή τοίς έθίμοις των νυν 'Ελληνων εύ¬
ρηται.
Ωσαύτως ούκ όρθήν νομίζι μέν την
γνώμην των Ισχυριζομένων ότι έκ τής εί-
ρημένης καί μικροϋ λόγου άξίας έπιμι-
ξίας των ύπολειφθέντον έν Ελλάδι βαρ-
δάρων πρός τούς "Ελληνας προήλθε καί
τό ζενόμορφον εϊδος τοΰ πρόσωπον ενίων
των νυν 'Κλλήνων, διότι έν ατιασι τοίς
έθνεοΊν άπασ"ών το»ν φυλών παρατηρεϊται
έν ένίοις ού μόνον εϊδος πρόσωπον) άλλά
καί σχήμα κρανίου άλλότριον τοΰ έθνους
είς δ προσήκουσν καί έν αύτη 'τφ αρ-
χαία Ελλάδι μνημονεύονται είδη καί
μορφαί άνθρωπίνων προσώπων καί σχή-
ματα κρανίων άλλότρια καί ξένα τής
συμμέτρου καί έπαινουμένης έλληνικής
μορφής, παράδειγμα κάλλιστον παρέχε-
ται ημίν τό εΐδος αλλων τ« καί τοΰ 2.ω-
κρά,τους α,ύτοΰ· προσέτι καί αί πρό μι-
κροΰ γενόμεναι άνασκαφαί εν Χαιρωνεία,
ένθα ανεκαλύφθησαν 300 όκελετοί τοϋ ό-
νομαΰτοϋ ίεροϋ λόχον των Θηοαίων, οΐ¬
τινες έπεσον αύτοΰ γενναίως πρός Φί¬
λιππον μαχόμενοι, των κρανίων τούτων
τα πλείστα επιμελώς έξεταζόμενα εΰρην-
,ται, ώς όμολογοΰοΊν οί ίδόντες αύτά, πο-
λύ αλλήλων διαφέροντα καί κατά τό "
μα καί κατά την διάπλασιν.
ΟΙ. ΒΕΜΖΚΛΟΪ
ΔΑΝΑΗ
Πγνα άΛΛον κόσμον, ή Λ"αΡ' Γον
Τηγ τέχγη η)γ όρχαία μοΰ θνμαίι.
Ό.Ιόγνρα μοσγοΰο.Ια/α όΛνμηια
Τ' ό.Ιόχρνοο χΐψνΑι σον (τχορτζαα.
Σάν θε £ανοίγω ό 16τξ>ιμίθ£
Έμπρός σον πιθνμω τα γοταζίιτω.
Κα'ι χιιό ΐό χω/α, παν οχιπαζιι ό 'ίσχιυς σον
Να Γ.ισα), ι>( Ααχταρα γά ^ρι.ϊησω.
Μ' ΰίκΐρα ρέδα ό,ΙύΑροπα
Τό όρόμο πον όιαΰαίπΐΐ, νά σοΈ οιρώαω.
Μ' άΆόΐ) νόρόο, χοϊ ΧίΥαμοίμο ίνοσμο
"Οθι πακΐι; χο πόόι, ν« μνρώοω.
Ιΐαρθίγα (αιθοπΛόχαμη,
Μή μοΰ χρατι^ τ'αχιΜτ) σον χΛιισμαο.
Σ όρχίζω ιίς τόν χόσμογ ό'.Ύου α' επΛααι,
Σ τογ χόομο ζον Φίΐοία τό δοίασμίγο
"ΕΑα μ ε Πάριο μάρμαμο
Ναύ μισ' γ,'^ Ανγια'κ γιά ο'ε γά σ'ήσω,
ΚαΙ μϊ γλνχο'νς τροχαιονς, χ αι άγαπαιαζυνί.
Ταίς παλααα'ις ΝαιΰόΊς νά ίιιπ>·>ίσω.
"ΕΛα 'σιό σζηΛοβατη αου
Τι) Λνρα μον,-νιά .-τ,ινΐα νά χρεμσρω.
"ΕΛα, θά ίίί/ο παλι μπροσ;α 'ς τα ματια σον
Τού χόσμο, πον α' έγιγγηαε γά π.ίασω.
Δ. Ι.
Αγνύστω. — Μάς ίροιτατε ποία σχέσις ίιπάρ-
Δίδετε χργ'ιματα, άλλά μή δανείζετε·
δταν δίδετε κάμνετε άχαρίό"το·υς, δταν
δανείζετε κάμνετε έχθρούς.
Α. Δουμας, >1ός.
Ό δνθρωπος ό οποίος άγαπαται καί δέν
θεωρεϊ τόν εαυτόν τού ευτυχή, είνε ά-
γνώμων.
Κ4ρολος Χαρΐχ{.
απχντώμεν ότι ίιποίρ/ει σχέσις σογγενι ΐ{ : 5) πριόττ)
είνε θυγάτηρ τής δευτίρα;. Δυαιυχώς δμως ή μή¬
τηρ άποΟν»ίσχ=[ νεωτάτη^ είς τόν τοχετόν της, ένφ
ή ζωή τής Ουγ»τρός της είνε πολϋ μαχρά.
χ Δ. Φς.—Τα 'έργα τοϋ Ιουλίου Β»ρ6ιε', τοϋ
ϊιαμφισβΐ,τήσαντος έν τί) Άχΐδημία την ε5ραν τοί
'ίίζιέ ιίνε τόσον πολλά, ώστε 9α έγρειάζετο όλό-
χληρος στήλτ, τοϋ οΆττιχοδ Μουσείουο διά ν« σϊς
ΐά άριθμήοωμεν. Ό Μωρέλ έφυώς λέγει οΐι «ά»,
κατά τον Ήρόίοτον, δ βϊσ'λεΰς Κϋρος ϊγνώρ·ζεν
εκ στη'^οι^ τα όνόματα δλων Των στρατιωτών τού,
ό Βαρβιέ δέν γ^ωρ·ζει έκ σχήθους τα ονόματα των
'έργι,ιν τουο. Ώς επι τό πλεϊατον Ζμως τα δρβμα-
τικα εργα τοϋ Βαρβιέ Ιγράοηααν δια μουαιχούς με-
λοποιηθέντα χαι Εχτελεσθέντα είς τό θέατρον τοϋ Με-
λοδράματος χα'ι τού Κωμιχοϋ Μελοδράματος των
Παρισίο,ν, χα'ι χατόπιν διατρέξαντα τάν χόσμον
όλον. Μεταξΰ των γνωστοχέρων τθ'ούτων δραμαει-
χών έργων τού αναφέρομεν τόν Φαονοτ, τόν ^ω-
μαιογ χαΧ Ίον.Ηαγ (α,υσιχή Γχουνώ) χϊΊ τοΰς Γά-
μ^ν^ ιοίις Φίγαρο (μουσιχή Μόζαρτ).
1Ιίμγ·ηατενμί*ω —Μά; φαίνεσβε πολύ περίερ-
γος χαραΐήρ- Εχετε παράΐτονα χατΐ τη; μν,βτης
σας χαι της εΰρίΐχετε έλαττώματα, πρ'ι» άχόμη την
νυμοευθητε. Νομίζω ό:ι τουτο 'έιτρεπΐ νά σά; εΰ-
χαοιστη μαλ)ον ^3ρά νά σάς δυσαρεστϊ], δΐό:ι μϊ- .
Οαύριον, δταν την νυμφευθητε, θά αΐσθανθητε την
εύ/αρ'στησιν να της διορθώσίχε ό ίίιος δλα αύτοι τα
μιχρα, ώς λέγετ:, έλαττώματα. Θ* την πλάσετξ
όπως θβλετε, άρκεΐ ή ζύμη νά εΐνεχαλη. Δι' αυτό
δέ ακριβώς θα την άγαπη'σετε περισσότερον. «Ό
έρως, ϊέγει ό Μίθΐΐβΐβΐ, δέν άγακα ό,ϊΐ ίΰρίσχιι
άλλ' ο,γι πλαττα».
Νίοφωτίσχω. —Τό ποι'ημά σας καΐ υπό εποψιν
δυΐμοΰ χαΐ υπό Ιποψιν άρμιονίας χά} υπό εποψιν
γλώσσης χα'ι έν γένει υπό Ιποψιν μ.ορφής ξΤνε πολύ
χαλόν «τερεΐται ομως αληθείας χα', ίπορ,έναϊς δεν
δύναται νά χρΐθ^ ώς έργον τέχνης. "Αν άνο?ξ'ϊτε οι¬
ανδήποτε .4ι'σ0η:ι*ί'^ Οά "δήτε ότι είς έκ των τριών
άρων των απολύτω; άναγχαίων διά πάν τεχνικόν
έργον είνε ή δύναμις Της μιζαδόοιως· πω; θέλετε
όμως νά μεταδόσετε την ιδίαν χα'ι τό αίσθημά σας
χά! νά συγκινήσετε τού; αναγνώστας σας όταν τό
έργον σας δέν στηρίζετε επι της αληθείας ; Αν δεν
«ιστεύετε εμέ, άκούσετε τί λέγει δ ΒοΐΙβΛυ :
1/ ββρπι π' ββι ροϊαΐ όιηυ άβ οο ςιι' ίΐ ηβ
ΟΓθΗ ρ88. Κα'ι αλλαχού ό ϊδιος :
Είβη η'εεΐ ϊιοαυ ςυβ 1β νΓαϊ, 1β νταί 8βυ1
681 3ΐηΐ^£)1β.
ΦιΛόσμω.— Ό Λ'βανωτός είνε δένδρον μικρόν,
τό άνθος τού είνε χρυσοειδές χα'ι τα φύλλα τού δ-
μοια πρός τα της ίτέας. Ή Σμύρνα όμοιάζει πο¬
λύ πρός τό σνΐνον, με μόνην την διαφοράν δτι τό
φύλλωμά της είνε λεπτότερον χα'ι π,,χνότερον.
Αμφότερα τα δενδρύλλια ταυτα φύονται είς την
νοτιον Εύδαίμονα Άραβίαν.
—■-
ΠροΑηπΐίχω. —Τόν αριθμόν 13, τόν οποίον
ήμεΤ; θεωρούμεν δυσοίωνον, οί Ναβαταίοι (χάτοιχοι
της Ναοάτ) οΓτινες χατά την παράδοσιν ήσαν υκερ
τό δέον συνετοι χαΐ σώφρονες, αυτόν τόν αριθμόν 13
εθεώρουν άπ'έναντίας εΰοίωνον. Ε'ς εκάστην τράπε¬
ζαν των συσσΐτίων των εκάθηντο χα'ι συνευωχοΰντο
ίιχστριΐς ϊνδρες.
Πτι>>χω χα.Χ.Ιαίχη}. — Μή σάς άπελπ;ζ7) ή κα¬
τάστασίς σας, βαδίζετε μετά Οάρρους χοι Οά Επιτύ¬
χητε- συλλογισθή^ ότι, δταν ό Λουμας πατήρ με¬
τέβη εις Παρισίοις διά ν* αρχίση τό στάδιον τού,
δλη τού ή πεοιουσία συνεποσ^ΰτο είς 53 φράγκα !
ΕΤνε άνεχδιήγητθ' αί στερήσεις, τάς δπο/ας υπέστη
εως ότου γίνει γνωστάς χα'ι χαταλάβΐ] την θέσιν τού
έν τή φιλολογία. Τάς διηγεϊται 6 ί*διος είς τόν πρό-
λογον τωνδραμάτων τού. .
Νε'ος, εύσταλής, ανατραίρεις Εν τί] χώρα εν ϊ]
μέλλει νά βασιλείστ;, · Φερδινάνδος, ώ; ή δεσποιν'ις
Βαχαρέ'σχου, χινεϊ σήμερον την προσοχήν όλοχλη'ρου
της Κΰρώπης διά τοΰ ρΊομαντιχωτάτου ερωτος, όν
^σθάνβη πρός την νίαοάν ποιΐΐτρ'.αν. Τοσούτον δέ
είνε χατειλημμε'νος 6πό τοΰ πρός αυτήν πάθους*,
ώστε, ώς βββαιοΰται, εν περιπτώσει έναντιώσεως,
προτίθεται νά παραιτηθή της διαδοχης χαι νά νυμ-
φευθ) ώς ίπλοϋς ΐστός την ϊεσποινίδα Βαχαρίσχου.
Ίδο!» πώς διηγεΐται τα τού ερο,τος τ·ΰ ΦερδΊνάν-
δου ή μηΈηρ της μελλονύμοου κρός τόν έπισχε-
φ8ε'ντ« αύ:ήν άνταποχριτήν ΐοθ παρισινοί ΓαΧάτον:
«Όπρίγχιψ άγαπα πρό δΰο η^Ί έτών την χόρην
μου, αλλά τη απέχρυπτε τόν ε*ρώτά τού, μή τολ-
μών νά της τόν ψανερώσί). Δ.ά μιάς δέ είτα οψο-
λο'γηαε τα πχντα είς τόν βασιλε'α τ.χ'.ίρθί τού, όστις
τω ετεινε την /εΤρα ειπών : Φερδινάνδε, Ι) Έλίνη
θά γίν>) συζυγό; σου». Ό ιτρίγχΐ)|ι ευχαριστίας
την Α. Μ. ήρξατο χλαίων έχ χαρας. Ότε 6
πρίγχιψ άπεχάλυψεν είς τόν βϊσθ.ία τό μυστιχόν της
χαρδιας τού, ό βασιλεύς ό "διός ωμίλησεν εί; την
θυγβτέρα μου, την Ημέραν 81 χϊθ' )ν ανεχώρησε,
Οίαας τάς·/ε!ρ»ς έπ' άμ^ροΐίρων των τέχνων ίψιβύρι-
οεν οΐονε'ι έπιση'μως : τε'χνα, έατέ ευλογημένα. Ά-
νίγνωσα, λέγει ή χ. Βαχαρίσχου, ΐπισΐολήν τοΰ
πρίγχΐπος πρό; τίνα έν Παρισίοις φίλον τού, ·ν η
λέγει §τι άσθενΐΐ χα ότι Ο' άποθάνΐ) αν δεν δυνηθή
νά συζευχθϊ) την. χ>ρην μοιι». . . ■: .
Οί Καιροϊ τοΰ Λονίίν,ου λί'γουσι ; «Δέν ίννοοθ-
μέν διατί οί πολιτιχοϊ χύ/.λοι της Ρουμανία; δεί-
χνυνται τόσον έχθρβ'ι εί; την ευτυχίαν τοΰ διαδο'χ·υ.
"Οσω ό άνθρωπος είνε ιΰτυ^ε'στεροε έν τω οΐχογε-
νειαχω βίο.) τού τόσω μάλλον έγχύπτει εις τα τού
δημοσίου βίου». ■
! Εσχάτως δμως, χατά τόν Ταχνόβήιιον τοΰ
Βερολίνου, εϊδησεις χομισΟεΓσαι έκ Σίγυα Ρίγχεν
άν»γγε'λλου«ιν ότι ό πρίγχιψ Φερδινάνδος παρτ)τΐ)θη
όριστιχώς την ιδέαν νά νυμφευθη την δεσποινίδα
Βαχαρεβχ(ΐυ χα'ι ότι επισπεύδεται ό γάμος τού διβί-
δό^ου Φερδινάνδου μετά πριγχιπίσσης τινός Αυστρι-
αχης. Τό τοιούτον δ;ν βεδοιοϋται έκιιη'μκς χα'ι
χά!/ ολα τα φα-.νο'μενα ό έρως τοΰ Φερδινάνδου πρός
την δεσποινίδα Βαχαρεσχου δέν έξΑιπε.
Ελένη Βακαρέσκου
Όλόκληρβς ό Κΰρωπαίκός χόσμος όμιλεΓ περ'ι της
έκ Ρουμανίας δεσποινίδος Ελένη; Βαχαρε'σχου, ητίς
άπό καιροΰ άπασ^ολε: αυλάς χαι χυβερνήαεις δ-.ά τοΰ
σφοδροτάτου έρωτικ·ΰ πάθους, όπερ ένέπνευσεν είς
τόν διάδοχον τού ρουμανικον Ορόνου Φ:ρδινανδ&ν.
Νέα, ώραία, εϋϊυής ή Ελένη Βαχαρέσχου χατά-
γεται ές εύγενών ρουμούνων, άνατραφεΓσα έν τη
έπαύλει τοΰ πατρός της εν τ?, κοιλάδι της Διμοβί-
ταης, όπου έχ νηπιαχης ήλιχίας ήλθεν είς συγκοινω¬
νίαν πρός τόν λαόν χα'ι έποτίσθη είς τα νάματα τη;
δημώδοιις ποιη"σεως. Ή δεσποιν'ις Βαχαρέ««ου είνε
μουσο'ληπτος ποιήΐρια, είς δι τόμος ποιημάΐων
αυτής υπό την επιγραφήν «'//ου^ αοματαιι ϊστεφδη
υπό τής ακαοημία; των Παρισίων. Πρός τούτοις
είνε γνωστή χαι ώς αυνεργάτις τής Κάρμ.ν Σ6λ6α.
Επι τέσσαρα όλόχληρά 2τη μετά χΟΓ.ων χα'ι μ(ίχ-
θων η νεαρά ποιήτρια συνελεζεν έχ τοΰ στόματος
των γωριχών, των διαβίοΰντων έν τή ίπαύλει τοϋ
πατρός της, τα ποιτ,τιχώτβτα των δημωδών ασμά-
των, άτινα (ιεωροϋντα; ίσότιμα των τοιούτων τής
Ίνδίβς, τής Άραδίας χα'ι τοΰ Βορρά. Ί1 δημοσί¬
ευσις των «μαΐων τούτων συνεχίνησε τού; φιλολο-
γιχο·ς χύχλους τοΰ Βουχουρεστίου* η βασΐλισοα με-
τεφρασεν αΰτά γερμανιστί, ό δέ μουσκός Αϋ'γουστος
Βοΰγχερ έμελοποίησε πλείστα εκ τούτων.
Ή μήτηρ αυτής είνε, λέγει. βε6»:α περ'ι ΐοϋ γά-
μου τής θυγατρός της μετά τού διαδόχου' οί δι
Α'αιροί έν όίρθρω αυτών μαχρω περί τού ζητήμα-
τος τούτου έπιλεγουσι: «ΟΙ Ρουμοΰνοι επρεπε ν*
Ινανβρύνωνται ότι επι τοΰ Ορόνου των άνίρχεται
βασίλιασα Ρουμάνα κατα διαδοχήν. Ιΐαρατηροϋμεν
όμως παράδοξον φαινόμενον έν τί) σταδιοδρομ'.α τοΰ
Ρουμουνιχοΰ κράτους. '{1ν τ!| δημοκρατικ^ Ρου¬
μανία ή τεχνιτή άριοΐοκρατία κατώρίωσε νά ίθύνη
ακοχλειστιχώς τάς τύχας τής χώρας αντιθέτως των
ίσχυρών δημοχρατικων ^ευμάτων. "Οθεν, οίχτίίρο-
μβν την εσωτερικήν χατάστασιν τού νιαροΰ παραδου-
ναβίου βααιλείου».
Έκατονταετηρίς Μόζαρτ.
'Εχατόν ολα ετη παρήλθον άιτό τοΰ θανάτου τοΰ
μεγαλοφυοθς μουσουργοΰ Μόζαρτ, αποθανόντος τω
1791. "Ηδη ή γεννεθλιο; αΰτοΰ πόλις, τό Σαλτ-
βοΰργθν,διωργάνωσεν εορτάς όπως επισήμας έορτά·
ση την άπό τοΰ θανάτου/ίου &χατονταετηριδα, χαι των
Ιορτων την επίτιμον προεδρείαν ανέλαβε» ή άρχι-
δούκισσα Στεφανία, η χήρα τοΰ αυτοχτονήααντος
άτυχοΰς άρχιδουχος Ροδόλφου. Των ίορτών τού¬
των αυμμιτέσχεν ονχ'ι μόνον ή ίναμβρυνομίνη επί
τξ γεννι(σει τοιούτ·υ τέχνου πατρίς τού, άλλ' ό χό-
σμος όλος, 6 αυγχινηθε'ις υπό τής γλυχυτάτης χα'ι
7:εριπ·θεστάτπς μουσιχής τοΰ έζό-χ·υ τούτου βυνθέ-
του. ;Άν χα'ι ή μουσιχή τοΰ Μο'ζαρτ, μουτιχή με-
λωδιχη1, πολύ άπέχει τής μουσιχής τής σχολής τοΰ
Βάγνερ, τής μοκσιχ,ής ταύΐη,ς τοϋ συρμοΰ, έν η ΰπε-
ρισ-/υει ή άρμον(ί>, έν "τούτοις 6 Δότ Ζονάτ, ο'.
Γόμοι .Γ6Ϊ) Φίγαροα αί συμφωνίαι τοϋ Μο'ζαρτ (χα'ϊ
ιδίως ή 6', συυφωνία βη «θ/ ΐπίηβυ.τ) οΐτε έπαυ¬
σαν, οίϊτε θά παάσουν ποτΙ νά χινοΰν μένρι δα-
κρύων τού; άκροατάς των ό Μόζαρτ είνε μουσουρ-
γός των αίώνων χα'ι οχι μόνον τής έηοχής τού.
Ό Μόζαρτ εγεννήθη έν Σαλτζβούργω τω 175&
έν τώ τρίτω πατώματι τή; είχονιζομίνης έν τη 24ΐ)
αελΐδι τον (ΐ'Αττιχοΰ Μουσιίου» οικίας, εν σχοτεινδ
δωματίω ίπερ εχρησίμευεν ομού ώ; μαγεφϊΐον,
κοιτών, χα5 γραφείον.
Κν μέσω δάσους χλοεροΰ^ υπό τα πυχνά φυλλώ-
μάτα σχιερών δένδρων, έν τω ^έσω των α^ίΑ*των
μυριάδων πτηνών υψοΰται μικρά διόροφος άλλά
χαλλιτεχνιχωτάτου ρυθμοϋ οΐχία, έν ή δ Μόζαρτ
συνε'θβσε τόν Μαγιχόγ Αΰλότ, την περιπαθεστάτην
εκείνην μελωδίαν. Πρό τή; θύρας τής οικίας ταύτης
ίσταται έπ'ι ΰψηλοΰ βοίθρου η'προτομή τοϋ Μόζαρτ·
Ό όρειχάλκινος άνδριάς τοϋ Μο'ζαρτ, ί'ργον καλ-
Αΐτέ-χνου έκ Μονάν_ο«,. Ιδρύθη υπό των συμπατριο)-
των τού, αποκαλυφΟε;ς (πισήμ^ις, παρουσία τοΰ Αυ-
τοκράτορος την 4 ΣεπτεμδρΙου. 1842.
"Ηδη ή οΐκία έν ή ό Μόζαρτ εγεννήθη μετεολήθη
είς μουσεΓον έν ω συνεκίντρώθΓ,σαν πάνια τα άντιχεί-
μενα τα εχοντα οιανδήποτε σ/έσιν πρός τόν μέγαν
μουσουργόν. Αί επι τού τοίχου ε'χο'νες παρισιώσι
τούς γονεΐς τοΰ Μόζαρτ χα'ι αυτόν τάν Γδιον κατά
διαφόρους εποχάς τοϋ βίου τού.
4ΗΜΘ333ΤΜΑΤΔ
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ -.ου έ» Αθήναις Ωδιίου — Έ-
ζιδόθη είς χοοι^(ίτα:ον τομίοιον δ υπό τοΰ Συμβου-
λίου τοϋ Μοναιχοΰ χαΐ Δραμαζιχνϋ Σν.ΙΛόγον
ουζητηθε'ις χ«'ι ψηφισθείς εσχάτως χανονισμός, ό 0-
ποβληθί'ις υπό τοΰ διευθυντού τού Ώδείου χ. Γ.
Νάζου. Εινι άπόρροια μακράς χα'ι κπισταμένης με-
λέτης των Ιίΰρο,παϊχ.ών Ώδείων μετά τας άναγ-
χαΐας μεταβολάς συμφοίνως πρός τόν χαραχτήρα
των έλλήνων σπβυδαστών χα'ι πρός την υλιχήν θέσιν
τοΰ ήμετε'ρου 'ο*είου. Ό Κανονισμός ουτ-ς, δ τό¬
σον έμβριθής, τιθέμενος είς ενέργειαν υπό την νοή-
μονα διεύθυνσιν τοϋ χ. Νάζου θίλει παρ«γάγει άρί-
στους χαρπούς κα'ι θέλει ΰψώσει τό παρ' ί,μΓν μου-
σίχόν και δραματικόν αίσθημα.
Σντίχιια ίημοσιινμάτΐύγ «ς ίί> πρ
Ε.Ο. ΤΓΪββΙβ. Αναμένομεν ένεργιι'ας σας, έν
χαιρ$ δημοοιευθήσηΐε 5) μουσιχή. — Α.Μ.0(1βί33
"Αποδείξει; π. ετους έστάλησαν ώ; χα'ι τό φύλλον είς
τούς νέους 17 συνδρομητάς, ιύχαριστοϋμεν θερμώς.
— Π.Σ. Αλεξάνδρειαν ελήφθησαν, αναμένομεν ε¬
νεργείας σας.— Α.Π. Παξούς. Νίοι συνδρομηταί
ενεγράφησαν, συνδρομα'ι ελήφθησαν, εύ/αριστοϋμεν'
έλλείπων άριθμός απεστάλη.— Α. Λ. Ε. Ε. Άλε-
ξάνδρίΐαν. άπηντήσαμεν φύλλα χα'ι αγγελίαι άπ.(-
ατάλησαν. ^ Α. Μ. Όμοίως' νέοι συνδρομηταί
ενεγράφησαν. — Ι. Τ.. Κυδωνίας. "Ομοίως- φύλλ«
νίου ετους έστάλησαν 5' ένεργήσατε. — Ι. Π. Άρ-
γαλαστήν. Έξάμηνος ουνδρομή έλή»θη. — Ο. Φ.
Ενταύθα. 'Ελλείποντΐ φύλλα απεστάλησαν.—Ο.
Δ. θάσον. 'Ελλείποντα απεστάλησαν πλήν 30οϋ
άριθμοΰ άτε εξαντληθέντος· βραδύτερον Γσως «να-
τυπωθή.
Ο
ΓΖ
ο
ΔΕΚΕΛΕΙΑ; - Η ΕΗΟΧΙΚΗ ΕΠΑΥΛΙΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΦΙΑΟΛΟΓΙΚΗ Κϋ ΚΪΑΜΤΕΜΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ
Συνδρομη έν Ελλάδι έτ. δρ.10. Έξάη. δρ. 5. —Έν τώ Εξωτερικώ έτ. φρ. χρ. 12.Έξάμ. φρ. 6. —Τιμή φύλλον λ. 3θ.Έξωτερ. λ. 50.
'Εκδίδοται δΐς τθϋ μηνός τή 15 καΐ 30. — Γραφείον έν οδώ Φιλελλήνων αριθ. 24.
• · ·· ■·:..·"· »
ΑΘΗΝΑΙ 15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1891
|ΐΕΪΘΤΝΤΑΙ
, ||[θΛΕΜΗΣ
ΕΤΟΣΔ'.-ΑΡ. 3
ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ε'.
Ό αποθανών Πατριάρχην ■Κωνσταντινουπόλεως)
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
ΝΟΝ: Ό Φα.οΌυλτϊς φιλόσοφος: ΕΙσαγωγτι, ποίημα υπό Γεωργίου Σουρή.— Ή ΨεΌτρα (διΛγημα) κατ& τόν ΆλφόνοΌν Δωδέ
__ϊελίδες Ήμερολογίου (απόο"παό·μα) ίϊπό Κ. Μηχαηλίδου.—ΑΙ Τρείς Κόραι (μίμηΛς) υπό 1. Π.—ϊταγόνες.—Σύμβουλον
κυρίας.—Ί£πΙ τοθ άρχαίου Θέρμου υπό Μήτιΐου ΧατζΌπούλου — Τίϋτράπελα.—Νέα καΐ ποικίλα.—Διονύσιος Ε'.—Μνημεϊον
ΚΕΙΜΕΝΟΝ:
υπο Φάκ.
οι»_ χίΐς κνρίοΐζ.——'·Ιίίχ», τού ά,ργίΐίου Θειοιιου υ>>ιυ «*ιι^ΐ'νυ ^»»^«-.«^•·"« ------ς---------—· - — ,~~"------.....—· ***■·*'»«ν*ν^ *» .—ϋ^νιι,ΐ^κϊυν
Λαφονταίν.— Ό ΊηοΌϋς παρά τ^ Μαρθα κα Μαρία.—Συζητήσεως—Γράμματα.—Δημοιηεύματα.
Ε1ΚΟΝΕΣ: Διονύσιος Ε'. (ό αποθανών Εΐατρτάρχης Κωνο·ταντινουπόλεως.) —Τό Μνημεϊον τού Λαφονταίν, άποκαλνφθέν τ$ 14]1&
Ιουλίου.— Καλλιτεχνία : Ό ΊηοΌΰς παρά τ$ Μάρθα καΐ τ$ Μαρία.
Ο ΦΑΣΟΤΛΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ
ποιητής κύριος Γεώργιος Σουρής, όστις, ώς γνωστόν,
^διέκοψεν επί τίνα καιρόν την έκδοσιν τοϋ α'Ρωμηοΰ»
-τού Ινα επιδοθή είς σύνθεσιν νέων ποιητικών τού έργων,
Λ ξατο ήδη πσρασκευάζων τόν πρώτον έκ των δύο άγγελ-
θί^'των τόμων τού.
Έν τη μικρςί τού έν Φαλήρω κατοικία, την οποίαν σκιάζουν
τα πρό αυτής δενδρύλλια, καί πρός την οποίαν όδηγεΐ ή δε-
ξια τοϋ σταθμοϋ τού τροχιοδρόμου κονισαλέα όδός, ό ποιητης,
κατάκλειστος δλην την ημέραν, τεχνουργεΐ μετά της ίδιαζού-
νης αύτφ αίο'θητικής τέχνης τάς πρώτας σελίδας τοϋ τόμου
τού, μη λησμονών ένίοτε νά ρίπτη ε,ύελπι τό βλέμμα καί επι
της παραπλεύρως κτιζομένης υπό της οίκοδομικής έταιρίας
οΐκίας τού.
Δέν ύπάρχει έλλην, όστις δέν ένετρύφησεν είς τάς εύφυε-
στάτας καί καλλιτεχνικωτάτας στοοφάς της Μούσης τον Σονρή.
Ό Σουρης δμως των άρξαμένων ήδη. έργων τού δέν είνε πλέον
ό Σονρής έκεΐνος, τοϋ οποίον οί στίχοι', ο"κωπτικοί, έπέτων
ζωηροί καί εϋμολποι, μόλις ύποδεικνύοντες είς τό βάθος των
την ώχράν μελαγχολίαν τοϋ χαρακτήρος τοϋ ποιητοΰ των εϊχε
καί τότε τα ό1»ιΐ8 τού, άλλά καί αύτά ώρμώντο εκ της καθημε-
ρινης ζωής, την οποίαν καί μόνην είχεν ώς έμπνευσίν τού.
Ό Σουρής σήμερον κατώρθωσε νά ένώση την σατυρικην μετα
της λυρικής ποιήσεως καί έγκύψας είς τα φιλοοΌφικά αυστή-
ματα των αίώνων καί των εθνών, ήρχισε παράγων έργον όλως
πρωτότυπον, όλως ιδικόν τού. "Οταν ϋμως λέγωμεν φ τ λ ο ό ο-
φ ι κ α ΰυθτήματα δέν εννοούμεν ότι τα νέα τού έργα πρό-
ορίζονται διά τούς φοιτητάς τής φιλοοοφίας καί διά τούς διο-
πτροφόρους σχθΑαΟτικούς. Ό Σουρής, είπερ τις καί αλλος, γνω-
ρίζει ποία απόστασις και ποίον χάος έγείρεται μεταξύ τής ο"υ-
στηματικής φιλοσοφίας καί τής ποιήσεως. Ή ποίηοΊς Ινα αν-
δρωθή £χει ανάγκην νά γαλουχηθφ είς τοΰςμαο"τούς τής φΐΛθ-
σοφίας, ώς θρέφος, τό οποίον η μήτηρ τού παραδίδει είς τούς
μαστούς τής τροφοΰ· άλλ' ή τροφός δέν είνε μήτηρ, καί τό
βρέφος άπογαλουχηθέν ακολουθεΐ την οδόν τού, την Ιδικήν τού
οδόν.
Άλλά καί έδώ ακόμη ή ποίηοΊς τοϋ Σουρή έχει Ιδιον τύπον.
Θίγουσα μόλις καί άκροθιγώς των διαφόρων φιλοοΌφικών ίδεών
περί άρχής καί τέλους καί πθρείας καί εξελίξεως των δντων
καί τοϋ κόσμον, παρψδεΐ, παραμορφόνει πάόας καί ξεσπα ε¬
κάστοτε είς την πικραν εκείνην είρωνείαν, άπόρροιαν δυσπι¬
στίας μάλλον ϊι απιο"τίας· είρωνείαν, ήτις μεθ' δλην την δηλι-
τηριώδη μελαγχολίαν, την οποίαν έγκρύπτει, προκαλεϊ τό μει¬
δίαμα. Καί φιλοσοφοΰόα έτι η ποίηοΊς τοΰ ϊουρή είνε τόσον
άπλή, τόσον ο"αφής, τόσον διαυγής, ώο"τε άκόπως δύναται νά
είσχωρήση καί είς τής άμαθεστέρας διανοίας τα άκα ^οίκητα
αδυτα. «Ιΐοιητής σκοτεινός.» λέγει ό νβΓοη, «τόν οποίον δέν
δύναμαι νά έννοήσω, δέν βπιφέρει είς την ψυχήν μόν τόν κλο¬
νισμόν, ούτινος έχει αυτή ανάγκην». Καί είνε μέν άληθές ότι
η ποίηΰις τοΰ Σουρή, ακολουθούσα την ακρως αντίθετον οδόν
καί κατερχομένη είς λεπτολόγους λεπτομερείας δέν άφίνει τόν
αναγνωστην να σκεφθή καί να μαντεύση· είνε δμως αληθέστε¬
ρον δτι ό κύριος Σουρής καί είς τάς μάλλον τετριμμένας λε¬
πτομερείας ευρίσκει πάντοτε νέον τινά είπη, καί, περιδάλλων
αύτάς διά νέας όλως μορφής καί ακολούθων την Ιδιόορνθμον
αντίληψίν τον, παρέχει τροφήν νέαν είς τό πνεΰμα.
Ιδού ποίον είνε τό ρΐ&η των δύο προαγελθέντων τόμων
τού ι Ό πρώτος τόμος θά περιλαμδάνη την ΚΙ1ΑΓΩΓΗΝ τοϋ
Φασουλή είς την φιλοΰοφίαν. Ό Φασουλής ρεμδάζει, καθή-
μενος, ώς ό Βούδας, υπό συκήν καί έρχονται είς τόν νούν τού
όλαι αί φιλοσοφικαί ιδέαι τοϋ Έμπεδοκλέους, τοϋ Δημοκρίτου,
τοϋ ©αλή, τοϋ 'ίΐρακλείτου, τοϋ ΙΙ,ειθαγόρου, τοϋ Άναξιμέ-
νους, τοΰ Πλάτωτος, τοΰ Μωυσέως καί αλλων καί αλλων, τάς
οποίας μίαν πρός μίαν άνατρέπειόλας διά τής είρωνος λογικής
τού. Είτα, τρέχων μετά τοΰ Ιΐερικλέτο υ καί κρατών είς
τάς χείρας ώς ό Άμλετ βασιλέως κρανίον καί έπαίτου καύκα-
λον, άγνοεϊ τί ζητεί, δέν είξεύρει τί θέλει- τα βλέπει δλα μαϋ-
ρα καί σκοτεινά, άπελπισίαν, αηδίαν παντοϋ, &ως ού, παρω-
δών τόν 1 καϊτε, ζητεί άπό τοϋ παρουσιαο'θέντος αύτω Μεφιστο-
φελή ούχι πλέον την νεότητα, ώς ό Φάουστ, άλλά τό γήρας, τό
δαθυ γΛρας. Καί ό Φασουλήί γίνεται γέρων, κρονόληρος, έκα-
τοντούτης, άπαλλαχθεί·, ούτω τής αίωνίας ^ασάνου των πόθον
τής νεότητος.— Έν τφ δευτέρω τόμφ, έκδοθησομένω βραδύτε¬
ρον, φιλοοΌφεϊ καί είκονίζει (ό Φασουλής πάντοτε) την πολι-
τείαν καί την κοινωνίαν. Έν δέ προσεχβϊ τρίτω τόμω την
άστρονομίαν, τα μαθηματικά καί την καλλιτεχνίαν. Καί οί
τρείς τόμοι θ' άποτελοθνται έκ σειράς ποιημάτων μικρών και
μεγάλων, διαφερόντων μέν κατά την μορφήν, περιο"τρεφομέ-
νων δμως πάντων περί τό αύτό θέμα· θ' άποτελέσουν δηλαδή
μίαν άλυσον, της οποίας οί κρϊκοι θά διαφέρουν μέν κατά τό
σχήμα καί την μορφήν, ·βά όμοιάζουν ομως δλοι κατά τό
χρώμα, καθό παραχθέντες εκ τής Ιδίας ϋλης, έκ τοΰ αυτού
μετάλλου. Είνε άνάγκη νά σας είπωμεν δτι τό μέταλλον τουτο
θά είνε ό χρυσός ;
Έκ τής έν τω πρώτω τόμφ ΕΙόαγωγής ά.ποο'πώμεν διά τό
•Αττικόν Μουσείον εν έκτενές μέρος, ίνα δώσωμεν άμυ-
δράν ιδέαν είς τοϋς αναγνώστας μας. Έννοεϊται, ότι έν τω με¬
ταξύ, ελλείψει χώρου, παραλείπονται ούκ ολίγαι Οτροφαί
Βμρ ΦααονΧΐ] καϊψένε, όέν κάθεσαι 'ςτ' αύγά σον;
τον: ψ·ωρορι,Λοσόρου: 'οτό διάβοΛο όεν στέΛΛεις ;
όέν βέ άρκεΐ να ·)ςάβχτς ςτή ράχτ) τοϋ Πηγάσον,
{ΐά καί φιΛοαοψίαο. άρχίζεις νά μοϋ
Οπως κι' αν όιεπΛάσθη τό βνμπαν, τί σέ
χι' άν β'ί αυτής παρήχθη της {ίά^ηο
V)
έκείνης
χι άν ήτο πρώτα χάος τ {ΐι
έσϊ> {ΐπορείο {*« τοϋΓθ χαΛΛίτερος νά
Καί άν ο,τ&ν σνστημάτων έγκνγης την σωρείαν,
καί άν τοϋ Δημοχρίτον όεχθτς την θεωρίαν,
καθ ην έκ των άτόμων σννίσταται ή φύσις,
κ έ.τΐ της θεωρίας αυτής ριΑοσορτστς,
26
ρ τό άτομον σον όεν θάναι όπως είναι,
πώς άσθενές σαρκίον ώς τώρα όεν θά μένη,
πως όεν θά τό μαραίνονν των πόθων αί όόνναι
κι' ούόέ θά παίζη Λόρόα καί ή παραόαρμενη ;
Κι άν ως ό Πνθαγόρας καί σύ άνακηρύζης
πώς είναι άρμονία τα πάντα και ρνθμός,
κι' άν άριθμούς ά|·*·ώοτους?έί'ώστ)ς κι' άναμίζης
κ είπης πως άρχει πάντων το εν κι' ό άρι#(*ό(:>
θαρρεϊς πώς των πΛουσίων τα π.Ιοντη θά σαρώσης ;
θαρρεϊς πώς τό πουγγι σον θά βρίσκεται γεμάτο,
ή τάχα θά 'μπορέσης τό σπίτι νά πΐηρώσης
ποϋ εκτισες με χρε'ος 'ςτό ΦαΛηρέα κάτω ;
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ
Α"αΐ άν δεχθΡ}ς συμφωνως μέ τούτον -η μ' εκείνον
πώς πόΛεμος διέπει τόν κόσμβ τον μπαρ'ισικο,
μή δέν 'μπορής νά γίντς (ττρατάρχης των ΕΛΛήνων
στρωμενος ςτη Λιακάδα μέ ναργε.Ιέ γοαβι'ισικο ;
ΚαΙ αν 'ςτήν Χαναναίαν πετάζας νοερώς
είς τον θεόν εκείνον πιστενσ^ς τοΰ Σινά, . .
θαρρεΐς πώς δεν θά φθάση ουδέποτε καυρός
.. δπου θά προσκννήσης καυ σν τόν Μαμμωνα ; .
θαρρεΐς τόν εαυτόν βου διττώς άν διαίρεσις, ■
είς νούν καί είς αίσθήσεις,- πώς δεν θά μείνης β.Ιάζ ■;
θαρρεΐς πώς άσφαΐίζενς τάς μεταζύ των σχεσεις
κι' αύτό δέν θάναι δοΰΛον τον άΛΛον έναΛΛάξ ; ■
Καί αν τον Επικονρον την. Ηδονην δεχθης .
τ) καμμίαν ωρα καί σν νά όρεχθης
καΐ
νά (ρίϊς μονάχος ίνα μου.Ικέϊκο πεπονι .
θαρρεΐς πώς τάντερά σον δεν θαβΈζΐίσονν πόνοι ;
Κι άν την άχρείαν σάρκα έζ ηδονών κο^>έστς ,
νόμίζεις-πώ', μέ· "ιΧγος ποτέ σον δίν θά κ.Ιανσης ;
κι αν τόν βαρνν χιζώνα τής άρετης φορέσι^ς
θαρρεΐς πώς δέν θά θεΛης έκείνας ν' άποΛαύσης ,·
Βρε Φασον.Ι,η κανμένε, ώς έδώ πέρα μεϊνε,
πο.ΙΛη φίΐοσοφία καί σκέψις^άς σον Λείπτ...
δι δ,τι πριΤγαα χαίρεις αύτό χαρά δεν είναι,
δι' δ,τι πρανμα πάσχεις αύτσδεν εϊνεΤΛύπ7].'
Ως τώρ αρχήν δεν ηνρες, τό τίΛος δεν τό ζέρεις,
καί πανσ'ε πρός άδύσσονς τό πνενμα σον νά (ρέρης,
πρίν με ζονρΛομανδύαν σέ κΛείσονν μεσ 'ςτό σπίζυ-
τον ψιλοσόψον Χίον Ζωρζη Αρομοκαιτη.
___________ ΓκίίΙΊΊΟ^ ΣθνΡΗΣ
Η ΨΕΤΤΡΑ
ιά κα μόντι γυναϊκα άγάπιισα 'σιΛ
δλεγεν ημέραν τίνα
ζωγράφος Δ.... Πέντε χρόντα εϊτ-
1νέφε?α έπέραόα μαζύ της
δλο χαρά, δλο γαλήνη. Μπορώ να είπω
ότι ο" αύτην χρεωθτώ τό δ,τι εΐμαι όημε-
ρα, γιατΐ πλησίον της η έργααία δέν μέ
έτρήμαζε καΐ ή έμπνευσις μοΰ Λρχετο
ακόπωι;. Άπό τΛν Λμέρα πον την έγνώ-
βΐΰα ένόμισα δτιητον ίδιιιτι μου πάνχοτε.
Ή εΰμορφιά της, ό ^αρακτήρ της ά,ντα-
πεκρίνοντο είς τί όνειρά μόν. Ποτέ δέν
μέ έγκατέλειψβ,απέθανε είς τό ο"πίτι μου,
είς την άγκαλιά μου, αγαπώΰα με... "Ε !
λοιπόν,' δταν την ουλλογίζωμαι, σκάζω
άπο τδ θυμό μου. Καϊ δσ"ον ζητώ νά την
ζωγραφίσω μέ τό νοϋ μου, όποία ήτον
πρό πέντε χρόνων, μέ δλην την αίγλην
τοϋ έρωτος, μέ τό ΐη[τηλόν της άνάστημα,
μέ την μαγευτικήν της ώχρότητα, μέ τα
χαρακτηριστικά της, χαρακτηριο'τχκά Έ-
βραίας, κανονικά καί λεπτά, μέ τό ολίγον
παχΰ πρόσωπον της, μέ την βραδεΐα όμι-
λία της, ασημένια καί γλυκεια όπως τό
§λέμμα της... καί όοΌν προσπαθώ νά έν-
■ σαρκώσω την οπτασίαν αύτην, τό κάμνω
γιά νά είπω : · ■ _
— Σέ μιο"ώ !·
Ώνομάζετο Κλοτίλδη. Είς τό φιλικό
Οπίτι δπου συνήντήθημεν την εγνώριζον
ώς κυρίαν Δελός καΐ ώς χήραν πλοιάρχου.
Τωόντι,εφαίνετο δτιείχε ταξειδει'/σηπολΰί.
"Οταν ώμιλοϋσε καμμιά φορά δλεγβ «όταν
Λμονν είς τό Ταμπικό·... η «έκείνη την
έποχη βΐς τον δρμον τού Βαλπαραίζου»..".
Έκτός τούτου τίποτε ες τό ^άδισμά της,
«Ις την όμιλίαν της δέν έπρόδιδε τίκν
πλάνητα §ίον, καί τίποτε δέν μάς έλεγε
την αταξίαν καί την βίαν των άπρ&όπτων
■ταξενδίων καί των αΐφνηδίων άφίξεων.
"Ητο παριβινη καί ένδύετο μέ μεγίστην
χάριν. Όταν ψσθάνθην ότι την άγαπώ, η
πρώτη μου σκέψις ϋτο, νά.ζητήο·ω νάτην
νυμφενθώ.Καποιος τΛς ωμίλησε γιά 'μένα.
Απήντησε άπλα-άπλά ότι δέν θά ξανα-
πανδρευθ^ ποτέ.'^πέφευγα ίκτοτε να την
έπανίδω, καί έπειδή όλος ήμην γεμάτος
άπό εκείνην, ό νοϋς αου δλος ητον άφιε-
ρωμένος είς αύτην, άπεφάοΊσα νά ταξι-
δεύΰω. "Κκαμα τάς έτοιμασίας τού ταξει¬
δίου, ότε £να πρωί, μέΰα 'ΰτό δωμάτιον
μου, μεταξύ της άκαταστασίας άνθρωπον
ταξειδεύοντος, άνοικτών κοιδωτίων καί.
άνακατωμένων πραγμάτων εϊδα μέ μεγά¬
λην μόν έκπληξιν την κυρίαν Δελός.
— Διατί φεύγετε μοϋ εΐπε ; διότι μ? ά-
γαπάτε ; Καί έγώ σάς άγαπώ...μόνον (καί
έδώ η φωνή της ίτρεμε ολίγον) .μόνον
εΐμαι πανδρευμένη». Καί μοΰ διηγήθη την
ιστορίαν της.
Όλόκληρον μυθιστόρημα ίρωτος ναί έγ-
καταλείψεως. Ό άνδρας της έπινε καί την ■
έδερνε. Έχωρίσθησαν επάνω είς τα τρία
χρόνια. Ή οίκογένειά της, μεγάλης περι-
ωπής είς τό Παρίσι, μετά τόν γάμον της
δέν Λθελε νά την δεχθφ πλέον. Ήτο ανε-
• ι|τιά τού Άρχιράβδίνου. Ή αδελφΛ της,
■ χήρα ανώτερον" αξιωματικόν, εΐχε νυμ^
φευθί έκ δευτέρου τδν άρχιφύλακα τοΰ
δάσους τοϋ Άγίου Γερμανοϋ· δοΌν δι'
■ αυτήν, έπειδη εϊχε λάδει καλήν άνατρθτ
- φήν,τελείαν καί επιμεμελημβνην, εύρισκε-
ηόρον ζωτϊς. "Εδιδε μαθήματα κλειδοκυμ-
6άλου είς πλονσίας οικίας»"εΓς την 656ν
ό" Άντέν, είς τό προάστειον τού Άγίου
Όνωρίον καί έκέρδιζε πολλά χρήματα...Ή
ίο·τοί.ία της Λτο σ"υγκινητική, ολίγον μα-
κροσκελής, γεμάτη άπό τάς θελκτικάς έ-
παναλήι|;εις καί τα άτελεύτητα τυχαϊα
σύμπαντα, τα όποΐα παρακθλονθοβν τάς
γυναικείας δμτλίας. "ΕτοΊ λοι/ιόν επί πολ¬
λάς ημέρας μοϋ διηγεΐτο· ένοικία(ΐε δνα
μικρό σπιτάκι, βΛς την πάροδον τής Αυ-
τοκρατείρας μεταξύ όδών ήσΰχων, διά
τούς δύο μαο "Ενα έτος έπέρασα#έκβϊ νο
την άκούω μόνον, νά την 3λέπω,χωρίς νά
ΟυλΛθγιο-θώ διόλου την εργασίαν μου.
Αύτη μ'έθτειλβ είς τό έργαΰτήριον μόν,καί
δέν ημπόρεσα νά την έμποδίσω νά επα¬
ναλάβη τα μαθήματα της. "Ολην την ημέ¬
ραν είμεθα χωρισμένοι καί σνναντώμεθα
τό εσπέρας είς τό σπιτάκι μας.
Μέ πόο"ην ευτυχίαν έπέστρεφα πίσω καί
πόσον Λμουν αννπόμονος δταν έδράδυνβ
νά επιστρέψη καί πόσον ευχαριο"τημένος
δταν την εϋρισκα ίκεΐ πρίν άπό εμέ!
'Λπό τάς έκδρομάς της είς τάς όδούς των
Παρισίο>ν μοϋ έφερε Λνθη σπάνια, ωραίας
άνθοο'έσμας. Κδποτε την ηνάγκαζα νά
δβχθίί κανένα δώρον, άλλ' αύτη έλεγε δτ»
είνε πειό πλούσια άπό έμένα· καί φαίνε-
ται να έκέρδιζε πολλά," διότι τίτον ένδεδυ-
μένη άκριδά, μέ μαϋρα πάντοτε, μέ 6ε-
λοΰ5α, μέ 7τλουο"ΐας δαντέλλας, καί ύπδ
την φαινομενικήν αφέλειαν ό όφθαλμός
μέ έκπληξιν άνεκάλυπτε δλην την γυναι¬
κείον λεπτότητα, καί φνλαρέσκειαν ες
όλας τάς πτνχάς, είς όλας τάς άποχρώ-
σεις μονοχρόου νφάσματος.
"Ηπειτα καί τό έπάγγελμά της δέν Λτθ
κοπιαότικόν αί μαθήτριαι της, θυγατέ-
ρες τραπεζιτών, κτηματιων, την έλά-
τρβνον, την έσέδοντο.· κα,ί Ουχνά μοϋ εδεί¬
κνυε πόϊβ βραχτόλ-ιον, πότε δακτυλίδιον,
τδ οποίον-τΛς έδώριζαν ώς δεϊγμαεύγνω-
μοσύνηςΐ Έκτός τής ώρας τής εργασίας
δέν έχωριζόμεθα ποτέ.Την κυριακήν, έκεί¬
νη επήγαινε ετζ νΛν άδελφή-ν της, είς τόν
"Αγιον Γερμανόν, μέ την οποίαν είχεν
σνμφιλιωθή, καί την συνώδευα δως είς
τόν σταθμόν.. Έπέστρβφε τό ^δραδυ καί
πολλάκις συνηντώμεθα είτε είς κανένα
σταθμόν τού ποταμοϋ είτε είς'τό δάσος.
Μοϋ διηγεΐτο τα τής επισκέψεως, την δρο-
ύεράν όψιν των μικρών, τΛν ρίκογενεια-
κην ευτυχίαν. Αύτό μέ δκαμβ τρβλλόν 6»'
αύτην, έστερημένην οικογενείας, καί έδι-
κλασίαζα την αγάπην, μου, την τρυφερό-
τητά μου, διά νά την άναγκάϋω νςι λη¬
σμονήση την θέσιν της.
Τί εύτυχιο"μένος καιρδς εργασίας καί
^έμπιστοσύνης Ι Τίποχε δέν ύπώπτευα.
"Ο,τι ίίλεγεν ήτο τόσον άληθές, τόσον φυ¬
σικόν ! Κάποτε ώμιλούσε διά τάς οικίας
δπου επήγαινε, διά τάς οικογενείας των
μαθητριών της· έφενριΰκετω δντι πράγ¬
ματα άνύπαρκτ». Καί ένώ ήτο τόσον ή-
ρεμος, ένόμιζε την ζα>Ίΐν της ώς μυθιστό-
ρημα Αί χίμαιραι αύται έτάρασοΌν την
ευτυχίαν μόν. ι^αΐ άφ' ενός μέν εζήτουν
νά λησμονηΰω τόν κόσμον καί νά ζήσω
μόνος μέ αύτην, άλλ' έκείνη ένησχολοΐτο
διά πράγματα όλως διόλον άδιάφορα. Έ-
Ουγχώρονν όμως είς μίαν γυναΐκα, τόσον
νέαν καί τόσον δυστυχή, τα παράδοξα
ταυτα, είς μίαν γυναϊκα, τής οποίας Λ
ζωή ήτον μυθιΰτόρημα ώς έόώ, μνθιστό-
ρημα θλιβερόν, χωρίς νά φαίνεταί που ή
λύσις.
Μια μόνιι ψορά την υπωπτεύθην, ΐι
μάλλον προησϋανθη,ν κατι τι κακόν "Ενα
^ράδι, μια κυριακή, δέν ήλθε νά κοι¬
μηθή ςτο σπιτι. Άπελπίσθην τί νά κά¬
μω ; Νά τρέξω είς τόν ".,γιον Γερμανόν ;
"Ισως Οα ηιν ενοχοποίουν. 'Κν τούτοις
μετά φρικώδη νύκτο, ένω άπεφάσισα νά
την ζιιτηϋω, την βλέπω και έρχεται,
ωΧΡά ταραιμένη. "11 άόελφή της ήτον
άρρωστιι· έμεινε για νά την περιποιηθφ.
Έπίστευΰα είς οσα έλεγε χωρίς νά ύπο-
πτεύσω. "ϋργησε 'λίγο, ό ύπάλληλος ητον
ολίγο χωριάτη,ς, τό τραΐνο έφυγε. .
Δύο ή τρείς φοράς την ίδιαν έδδομάδα
επήγε νά κοιμηθή είς τον "Αγιον Γερμα-
νόν. "Κπειτα, 1φοϋ ανέλαβε ή άδελφη της,
επανέλαδε τόν ήσυχον καϊ κανονικόν (}ίον.
Δυστνχως ϋστερα άπό 'λίγον καιρό ή-
.3θ«νησεν αύτϊΐ Μιά ήμέρα επέστρεψε
άπό τό μάθιιμά της, τρέμουθα, βρεγμένη,
μέ πνρετον. "Ολο αν-ό έξέσπασε είς τό
στήθος μ-αί, καΡώς μοϋ είπε ό ίατρός, τι
άσθένεια ήτον άθεράπευτος. Άπό την
στιγμήν αυτήν δέν έσυλλογιζόμην παρά
πώς να χάμω το τέλος της γλυκύτυρον.
"Πμην πολύ λυπημένος, Λμην τρελλός
άπό τόν καυμό μου. Καί ήθέλησα νά την
ι/ΐαναφέρω είς την οικογένειαν της καί,
,ωρίς να της είπω τίποτρ., έγραψα πρώτα
ς την άδελφήν της είς τόν "Αγιον Γερ¬
μανον καί δτρεξε ό Ιδιος είς τόν άρχι-
(αό'δϊ.νον, τόν θείον της. Τί ώρα Λτον
δέν ήξενρω- Αί μεγάλαι καταστροφαί άνα-
ΐοδογνρίζουν εως τό βάθος τόν άνθρω¬
πον... Χομΐζω ότι ήτο δτοιμος νά γευμα-
τίση ό άρχιραδδΐνος. ΤΗλθεν ίκπληκτος
πρός εμέ, καί μέ εδέχθη είς τόν άντι-
Οάλαμον.
— "Αχ ! κνριε, τοϋ είπον, είνε στιγμαί
κατά τας οποίας πρέπε» νά σιωπτ'ιύουν
ηλα τό. μίση.
Ή σεδασμία κεφαλή τού έσ"τράφη «ρός
εμέ περισσότερον έκπληκτος άκόμη.
Έπανέλαβα.
— Ή άνεψιά σας πεθαίνεχ Ι
— 'Κ ανεψιά μου!...ηπατηθητε, κΐτριε,
δέν 6χω ανεψιάν Ι
— "Ω ! ο"ας παρακαλώ, κύριε, λησμονή-
σατε τάς γελοίας αύτάς οικογενειακάς
δυσαρεσκείας. Σάς όμιλώ διά την κυρίαν
Λελός, την σύζυγον τοϋ πλοχάρχου...
— Δέν τίιν γνωρίζω την κυρίαν Λελός...
Πά έο"νγύσατε τα πράγματα, τέκνον μου,
σάς βεδαιώ.
ΚσΛ ησύχως μέ ώθε» πρός τίτν θύραν,
ϊ! ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ
έκλαμδάνων με ϊσως διά τρελλόν. Καί τί>
άληθεία, θά είχον πολύ περίεργον υφος.
"Ο,τι έμάνθανα ήτο τόσον απροσδόκητον
τόσον απίθανον . . . Ιίψεν-δετο λοιπόν ;
διατί ; ... Έξαφνα μοϋ ήλθε μία ίδέα '
έπήγα ιίς τό σπίτι μιάς μαθητρίας της,
περί τής οποίας μοϋ ωμίλει πάντοτε· την
κόρην ενός τραπεζίτου πολύ γνωστοϋ.
Έρωτώ τόν ϋπηρέτην : ή κνρία Λελός ;
— Λέν είνε εδω
— Ναί, τό ξεύρω ... 'Λλλά δίδει μαθή-
ματα είς τάς θνγατέρας τοϋ ι.νρίου σου ;
— Λέν έχο>με κορίτϋια καί ο&τε πιάνο.
Τί θέλετε νά μοϋ είπήτε ;
Καί μοϋ έκλεισε τή θύρα κατά πρό¬
σωπον ι
Λέν είχα ανάγκην νά ϋπάγω καί είς
άλλο μέρος. "Ημην βεδαιότατος δτι τα ϊδια
θά μοϋ άπήντων, δτι έπίσης θά εϋρισκα
απογοήτευσιν. Όταν έπέστρει|/α είς τό
σπίτι, μοϋ έδωσαν την απάντησιν άπό
τόν άγιον Γερμανον. "Ηξευρα τί θά έγρα-
φε· ό άρχιφυλαξ δέν εγνώριζα την κυρίαν
Δελδς. Έπειτα, οΰτε νυμφευμένος ήτον
καί οϋτε είχε παιδία.
Λοιπόν, μά λοιπόν, επί πέντε χρόνια
δ,τι μοϋ έλεγε ήτον ψέμματα ! Ή ζήλια
μέ κατέτρωγε, έπήγαινοερχόμην 'σάν δε-
μονισμένος είς τό δωμάτιον δπου αυτή
εξέπνεε. Και όλαι αί έρωτήσει., αι οποίαι
εστριφογύριζαν μέσα είς τον νούν μου,
έπεσαν μαζευμέναι επάνω είς τό κρεό-
δάτι της.
— Τί επήγαινις νά κάμης τιΡίς κυρια
κές ίΛς τόν Άγιον Γερμανόν;.. Ποϋέπερ-
νοϋσες ττίς ημέραις σου ;... Ιΐοϋ έκοιμώ-
σουν την νύκτα ; . . . "Ελα, άπάντησε...
Καί έγερνα επάνω της, ζητων είς τό βά-
0ος των ώραίων καί υπερηφάνων έκεϊνων
όφυαλμών, τάς άπαντηοεις, τας οποίας
επερίμενα μέ αγωνίαν...
"Έμεινεν άφωνος, αναίθθητος.
Ή λύσσα μέ επήρε πάλιν.
— «Λέν δδιδες λοιπόν μαθήματα; παν-
τοθ ίπήγα ... κανείς δέν σέ ξέρει... Καί ή
δαντέλλαις καί τα χρήματα καί τα κοόμή-
ματα ; .. . Μοΰ ίρριξε μιά ματιά άγρίας
θλίψεως καί αύτό ήτον δλο ολο... ΆλτΊ-
θεια έπρεπε νά την λυπηθώ, ν ά την άφή-
ϋω νά πεθάνη ήσυχα. Άλλά την άγα-
ποϋσα πολύ καί ή ζήλια ήτον πειό δ'υ-
νατή άπό τόν οίκτον. Έξηκαλούθησα.
— Μέ ήπάτας λοιπόν πέντε χρόνχα ...
'Κψ_ενδεσο κάθε ημέραν, κάθε ωρο,ν.Έγνώ·
ριζες όλην την ζωήν μου. καί έγώ δέν
ήξευρα τίποτε άπό την ιδικήν σου Τί¬
ποτε. Τίποτε, ι/&τε τό όνομά σοΐΓ γιατί
δέν είνε ίδχκό Οου, ναί, δέν είνε ίδχκό
όΌυ τό δνομα ποΰ £χεις ... ΤΩ ! ψεύτρα,
ιί;εύτρα ' Άκοϋς νά πεθάνη καί νά μην
ήξεύρω τί δνομο νά τής 'πώ ! Πές, λοι¬
πόν, ποία είσαι; Πές μου λοιπόν ! Μίλησβ
μιά λέξι'
ίίρΐμα! άντί νάμοϋ άποκριθφ, έστρεψε
τό κεφάλι της πρός τόν τοϊχον ώς νά έφο-
δεΐτο μήπως τό τελευταίον της βλέμμα
μοΰ ίλεγε τό μυστικόν της... Καί... απέ¬
θανεν ή πτωχή.
Απέθανε κρυπτομένη, ψεύτρα έως την
τελεχίταίαν της στιγμήν.
(Κατά τόν ΑΙρΙιοηχβ Ι)&ηάβΙ)
Φνκ.
ΣΕΑΙΛΕΣ ΗΜΕΡΟΑΟΠΟΓ
(αποσπασμα)
4—^ νθνμοϋμαιδτε έν [ϊαθεία νυκτί ήγρύ-
πνουν, κύπτων πρό τής μικράς τρα¬
πέζης μου καί γράφων. Είς τάς άτά-
κτωςκαταλελειμμένας αύτάς σελίδας έπα-
νέρχομαι ένίοχε, καί τότε άναπαρίσταται
ή γλυκεϊα αφαίρεσις, διά τής ότοίας μετε-
φερόμην είς κοσμους όνείρων χαί άπεί-
ρου απολαύσεως. Τώρα, συνδέεται ή ζωη
μου με £ν δνομα. Καί είς το δνομα αύτό
μονον, ανενρισκω 0Λα τα Θέλγιιτρα των
θειων εκεινων στιγμων. Τώρα, τανύει τάς
κτέρυγας ή φαντασία καί ποθεΐ την ανα¬
τολήν μακροϋ καί άνεσπέρου ορίζοντος,
τον οποίον πληροΐ ή φήμη, καί είς τό
ανωτάτην σημείον τοϋ όπ >ιου διακρίνω
την κολακα τής καρδίας δόξαν. Ά, ή καρ-
δία ποθεϊ, ποθεϊ πάντοτε. 'ϋΰεί ή έκ τ ΰ
έρωτος ευτυχία, ή τόαον απειρος και με-
λιχρα, επιδάΑ,λει, είς την ύπαρξιν τοϋ άν¬
θρωπον νέαν τροφήν, έ>ν πάθος, όπερ
αδυνατεί να άποδάλη καί το οποίον έπ-ιζφ
και αυτού τοΰ έρωτος. Άλλ' κπιζν δι" αυ¬
τού πάλιν. Δεν υπνώττει εντός των έρρύ-
Ομων στροφων τοϋ ποιιττου Λ άλλοτε ερα¬
σμία αυΐου ύπαρξις, ιι απηχησις μυρίων
τού αίσθιιμάτων ; Δεν ανευριϋκει είς αύ¬
τάς ατελι,υπιτα οέλγητρα ; ^εν φεύγει
πρός στιγμήν αύτάς, όπως επανέλθη καί
πάλιν, ευδαιμων αχεδόν, ληϋμονων, άνα-
ζων εν τι]ί άνελιξει δλη έκείνιι των σδε-
σθέντων ποθων καί τής επιζητουμένης
ήδονής, εν τω ώοριστω και αγνώστω τοϋ
βίου μέλλοντι ;
Ηε,Αω ή αύρα τής δόξης, ήτις θα έδρο-
Οιζε ταν ζωην μου, νά φϋάνη μέχρις αυ¬
τής τής Λωρας και ουγκινήται και αυτή
ώς θα συνεκινουμιιν καί ε^ω. Τί άλλο
εύαρεοτότερον τής διηνεκοΰς συγκινη-
σεως, των αία>νίων παλμων ;
Φαντάσθητχ μίαν εσπέραν. Τό πλήθος
άναμένον, άθροον παντοϋ, είς τα έδώ-
λια, εντος των θεωρείων, άνα το ύπερωον.
Χίλχοι λαμπτήρες, έκχέοντες ζωηράν την
λάμψιν των, τείνουθιν ώοεί να λαμπρύ-
νωϋιν έτι μάλλον την νύκτα εκείνην. Επί
των προύωπων πάντων άναγινώθκοντοι
χίλ,χα συναισϋιιμ,ατα, των οποίων εις μό¬
νος, κεκρυμμένος εκε,ϊ, παρακολουθεϊ πα¬
σάν μεταβολήν, αγωνιων, μέ καρδίαν
πάλλουσαν ίσχυ ως. "υλη τού ή ζωη και
ιι ύπαρξις Ουγκεντροθνται, την στιγμήν
εκειν.ιν, εκεϊ. Λεν υπάρχει τοτε τιποτε
άΛ,λο όι' αυτόν εν τψ κόσμω. "ΟΛον εκεΐνο
το χρονικόν διαστημα δυο νι τριών ώρων,
ζι) έν άδιακόπω μέθη, εν συνεχεϊ πυρετφ.
, Φοβείται... Νομίζει δτι ή καρδία τού έκ-
φεύγεχ τοϋ ΰτήθους. . . Θέλει ένίοτε να
φύγη μακράν καί μή παραστή1 είς τό τέ¬
λος. Νά ακούση έπειτα παρ' δλλων δ,τι
θά ήκουεν έκεϊ μάρτυς αύτόπτης, διότι
νομίζετ ότι δέν θά άνθέξη είς τόσην χα¬
ράν, είς την άποτυχίαν. Τόσον δφθαλμών
η λάμψις έπ' αυτού θά τόν κατέκαιε κα^
θά τοϋ άφήρει την όλίγην άκόμη καί εΐτ-
θραυστον ζωή,ν τον
Καί βραδεϊα, μοιραίως, καί εκεϊ άκόμη,
καταφθάνειή συνήθης αύτοϋ μελογχολΐτ.
Διατί νά επιζητήση τόν θόρυβον δλον
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ
ν, τίιν συμμετοχήν τόσων άνθρώΐτων,
τοσούτων ξένων, είς την Ιδικήν τού χα¬
ράν, είς την απόλαυσιν της ψυχής τον;
Δέν τω ήρκει αυτή μόνη ; Πρδς τί δλα
ταυτα ; Τό τιολύ, θά γίνι,ι λόγος την εσπέ¬
ραν εκείνην καί ιήν επαύριον. "Επειτα,
Γτι ληθή ίσως, πλέον τίποτε ...Ή μέθη
έκείνη θά παρέλθη. Κάλλιον νά ανέμενεν
άκόμη... Δέν κρύπτει ή προσδοκία τό γλυ-
• κντερυν θέλγιιτρον έν τω κόσμω; Τόσων
νυκτών έργασία νά διέλθη τοσούτον τα-
^εϊα! Καί έν τω άορίστω τούτω αίσθή-
ματι, εν ιη γενικμ οιγή, λαμΰένει άνε-
παιΰθήτως μέρος είς την άνελιαρΌμένην
πρό των ομμάτων τού σκηνήν καί άφαι-
ρεϊται καί μβτέχει της προσοχής πάντων
καί άναζή έν δλη τή ζωή, ήν εχάρισεν είς
·■'■' τό έργον το,υ, κλέπτων τας ώρας της ανα¬
παύσεως, τού περιπάτου, τοϋ ΰπνου, των
διασκεδάσεων.
Άλλ' αίσθάνεταί τι ώσει κρυφίαν χά
ράν. Τουλάχιστον, ούτω έξηγεϊ τό κατέ-
χον αυτόν αίσθημα. Ή χαρά, σπανία είς
την ζωήν τον, τω προύξένησε πάντοτε
την σύγχυσιν, ην αίσθάνεται τώρα, την
άτονίαν, ήτις ήρχεται να τόν καταλαμ-
6άνγ),. Κατέχεται ώσει υπό πυρετοϋ. "Ε¬
πειτα, κατά μικρόν, ληΰμονεϊ τα περί
αυτόν καί έπανέρχεται άκονόίως, ώσει δι'
αγνώστου Ισχυράς ίίλξεως, είς τάς ώρας
έκείνας τας εύχαρίστους, καθ' άς έγραφε
τό δράμα, τό άνελισσόμενον έκεϊ, πρό
των όφθαλμών τού, έν πραγματικαί ζωή.
'Αναπολεΐ τόν χρόνον όλον, καθ'δνκατα-
λε£πο)ν τα πάντα έζη μόνον έν τή άνα-
πτύξει τοϋ πάθους καί των αίσθημάτων,
άτινα ϊιγάπα ώς άγαπα ή μήτηρ τό τέ¬
κνον, ώς φεΐ εί άπλήστως το νήπιον τάς
μικύλας τού χείρας επί των κόλπων τής
γαλουχούσης αύτό μητρός. Ενθυμείται
ότι ένίοτε κατελίμπανεν δλα επί τινάς
ημέρας, κεκλεισμένα έν τή συρτοϋήχη τού
γρ'ΐφείου τού. Καί ότε έπανελάμδανε την
εργασίαν, ώμοίαζε χειμάρρω, τοϋ όποίου
έμποδίζεται ό ροθς καί όστις άφιέμενος
αίφνης έλεύθερος, κατέρχεται ά^άρρους,
θορυδώδης, όρμητικός, ώσει άντλών έν
τή βραχεία έκείνη άναπαύλα νέας δυνά¬
μεις, νέον πάθος. Καϊ δμενεν οϋτω επί
ώρας όλας γράφων, μόνος έν τή νυκτί,
ζων έν τφ κόσμω έκείνω των προσόπων,
άτινα έλαβεν έκ τοϋ γύρω αυτού 0ίου καί
διέπλαιίε διά τής φαντασίας καί είς τα
αίσθήματα των οποίων έτανέδλεπεν, αύ-
τός μόνος τότε, επί. τής σκηνής, τόν συμ-
παθή χαρακτήρα φίλου, τα εύγενή κα
{;ι·;ηλά αίσθήματα, άπερ τώ ένέπνευσε
προσφιλές αύτφ πρόσωπον, χαρίζων είς
αύτά δλην τής ποιήσεως αύτοϋ την δυ¬
ναμιν καί αίσθανόμενος μετ" αυτών έν έν-
θουσιασμω, έν μελαγχολία. Πώς δικαίως
έγραφες, ώ νί^ην, τούς δϋο ώραίους σου
στίχους : οή ωραιοτέρα ότιγμή ενός έργον
είναι ή στιγμή, καθ' ήν τό γράφομεν.»
Ό,τι ζητεί ό δλλος έν τω 'θορυβώδει [Ηφ
μέ τάς προσποιήτους σκηνάς τού, την
άηδή φλυαρ'αν, την ανοστον εκείνην εξέ¬
λιξιν τοϋ χρόνον, δέν ευρίσκει ό ποιητής
έν τφ πλάσει των προΰώπων τοϋ δράμα-
τός τού ύτ];ηλότερον, εύγενές, κινοΰν τόν
6λεον καί τό δάκρυ, παλαίον πρός τό άμεί-
λικτον τής είμαρμένης; Εύτυχής, εάν
επέτυχε νά δόοΊ> είς την είκόνα τον τόν
χρωματιθμόν, όν ώνειρεύθη έν τ·ζί συλλή-
ι|;ει τοϋ άγαθοϋ καί. τοϋ ωραίον, τής θείας
ταύτης δυάδος, ήτις όδηγεϊ την φαντα¬
σίαν τον καλλιτέχνου καΐ τω χαρίζβι τάς
εύτυχεστέρας καί θελκτικωτέρας στιγμάς
τής ζωής τού καί πάλιν την πχκροτέραν
αυτής εποχήν.
Πικροτέραν ... Αιότι μετ" αύτάς τό πάν
είνε μικρόν, ανοστον, πεπερασμένον. .
ΚΐΜίϊΝ ΜΐΧΑΗΛΙΛΗΣ.
ΑΙ ΤΡΕΙΣ ΚΟΡΑΙ
κολουθών την οδόν, την οποίαν έ-
Ισκίαζον αί πασχαλέαι καί έφραττον
:δεξι£ καί άρΐΰτβρρ οί κλάδ>)ΐ των κυ-
"νορρόδων, ό νέος έφθασεν είς τό τρίστρα-
τον. ·
Είς την γωνίαν έκάστης των τριών ό-
δών ίστατο μία χόρη..
Ή πρώτη ήτο ξανθή, ή δευτέρα μελα-
2ίροινη καί ή τρίτη πυρόχ^ους.
Ή ξανθή, είχε γαλανούς οφθαλμούς, ή
μελαχροινη πρασινωπούς καί ή πυρό-
■χρους είχεν οφθαλμούς μαύρους.
Ή πρώτη έκράχει, είς την χείρα της ο¬
λίγα ία* Λ δευτέρα έφερεν είς τό περιϋτή-
Οιόν της δέο"μην γαρΐ'φάλλων η τρίτη
είχεν είς τούς όδόνται; της ρόδον κόκκι¬
νον ώς τό αίμα.
Ή πρώτη ήτο?»ιγερή, τό κυμιτίζον σώ-
γα της πλήρες πα,,θενικής χάριτος, τό
βλέμμα άθώον τό μέτωπον άγνον καί επί
τοϋ δέρματός τιις διαφανώς ήπλοϋτο τό
λεπτότατον χρώμα τής αίύοϋς
ΊΙ δευτέρα ήτο ύφιιλή· τό εϋθύ άνα-
■στημά της πλήρες αίθρίας χάριτος, τό
βλέμαα καϊον, τό μέτωπον ϋπερτϊφανον
■καί επί τοϋ βελ νδίνου δέρματός της ή¬
πλοϋτο ή φαιδρά άντανάκλασις τής Λ-
•δονής.
Ή τρίτη ήτο μικρόσωμος· τό κομιΐίόν
■σώμα της πλήρες προκλητικής χάριτος,
τό βλέμυια ο"πινθηροίίολοϋν, τό μέτωπον
προκαλοϋν σύγχνΰιν πνεύματος καί τδ
■δίρμα της στίλδον υπό την λάμψιν τής
■φιλαρεσκείας.
Καί είπεν ή πρώτη κόρη είς τόν νέον.
— ΕΙμαι η μνηστή οΌυ.
ΕΙμαι έκείνη, ήτις σέ περιμένει, φοδι-
βμένη, άφ' ής ότιγμής Λ δειλή της καρ¬
δία ήνοίχθη είς'άγνώατους πτήσεις. Είμαι
έκείνη, ήτις ΰκιρτςί σκεπτομένη σέ τόν
κραταιόν νικητήν της. Εΐμαι έκείνη, ήτις
"θά σέ περιατοιχίζη ακαταπαύστως διά
τής στοργής της, σέ, είς τόν οποίον έδω¬
κε την ψυχήν της ολόκληρον. Είμαι ή
πιστή σύντροφος, ήτις θ"' άναθρέψη τα
τέκνα ΰην υπό την στέγην οΌυ, ώς εχέγ¬
γυον τής ά^ιαρρήκτον ενώσεως μας.
Είμαι Λ μνησχή ϋου, νέε. Θά σέ άγαπώ
πάντοτε.
Ή δευτέρα κόρη «πεν.είς τόν νέον .·
— ΕΙμαι Λ έρωμένη οτ>υ.
Είμαι έκείνη, ήτις οί περιμένει, περί-
βργος, άφ' ής στιγμής ή τολμηρά καρδία
της ήνοίχθη είς άγνώστους πτήύεις. Εί¬
μαι έκείνη, ήτις συνταράσσηται σκβπτο-
μένη ΰε, καί ήτις Οά παραδοθη εύθύμως
είς σέ τόν φαιδρόν νικητήν της. Κϊμαι
έκείνη. ήτις θά Οέ περιστοιχίση μίαν στι¬
γμήν μέ την στοργήν της, σέ, είς τδν
οποίον έδωκεν εν μέρος τής καρδίας της.
Είμαι ή ειλικρινός σύντροφος, ήτις θά
συμμεριΰθή τάς ήοΌνάς σ"ον, έφ' όσον θά
διαρκέση ή παροδική μας ένωσις.
Είμαι ή έρωμένη σου, νέε. θά σέ άγα¬
πώ επί τίνα καιρόν,
-ν-
Καί ή τρίτη κόρη είπεν είς τδν νέον .·
__ Δέν εϊμαι οΰΐε μνηστή σου, θθτε
έρωμένη σον.
ΕΙμαι έκείνη, ήτις ουδέποτε ο" έπερί-
μενε, διότι ούόέποτε Λνοίχθη Λ καρδία
της είς αγνώστονς πτήσεις, Είμαι έκείνη,
ήτις διαόκεδάζειοκεατομένη σε, καί ήτις
θά προσποιηθή ότι θά παραδοθη είς σέ
τόν χαμερπή σκλάδον της. ΕΙμαι έκείνη,
Λτις θά ΰϊ βασανίζη ακαταπαύστως, σέ,
δσττς δέν θά σνγκινήσης ποτέ μίαν των
ίνών τής καρδίας της. ΕΙμαι ή κακή καί
φιλάρεσκος σύντροφος, ήτις θά ο*έ απατ{1
καθ' δλον τό διάστημα τής αξιοθρηνήτου
ενώσεως μας.
Κϊμαι δν ανευ όνόματος. Δέν θά σέ ά-
γαπήο"ω ποτέ.
Καί ό νέος έκύτταξε τάς τρείς κόρας,
την μίαν κατόπιν τής αλλης.
Ή πρώτη, ή μνηστή, έκάθησεν έφ' ενός
λίθον κα ήρχισε νά κλαίη. ν
Ή δευτέρα, Λ έρωμένη, ϋψωσεν έλαφρώς
τοϋς ώμονς της καί ανεχώρησε §ραδέως.
Ή τρίτη, ή φιλάρεσκος, έξερράγγη είς
Λχηρόν γέλωτα καί ετράπη είς φυγήν.
Ό νέος δτρεξε να την ακολουθήση, ί-
τρεξε κατόπιν της.
ιί) Ι.
II.
Αί μιΐαχρυιταΐ άπαιοΐγ, αί ζαγθαϊ προίί-
όονγ.
Εΐπ ποΧ'ν ινχοΛώζ£ρογ γά (Ιγι γ{ χαΧός πρός
δΛονς παρά πρός ίτα.
-*-
Ή γνγή, Λέγιι ή Άγία Γράφη, ήτο τό τε-
Χινιαΐογ έργον ΐοΰ θίον. θά Γ»)ν ΐ.ιΛασσί τό
τού Σάββατον χηϊ θά ττ.ο τζο.Ιν χονρα~
* -Χ-
Έχιΐ δπον άρχί&ι τό όαπίον, τ:1ιιότα
ψι.Χία.
1 ·
ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟΝ ΤΟΎ ΛΑΦΟΝΤΑΙΝ 4
ΑΠΟΚΑΛΥΦΘΕΝ ΤΗΐ 14/26 ΙΟΥΛΙΟΥ
Λ 4ουμβ «16$.
■■*-
'ΙΙ φιΛιιι Ιπ'
ταΓχα πά* «αι ·..
Λ ι .ίι.τιιι /ιοι;
κΜταί τκ: πρός γυ·
ηροβ
βίαν δι' ά 1 >»
- υ ■
' · Ι
■-π ο>τΰ« 61*
ΗΜΙΙ~.
''""'"·· ·"■
Ό» τί 6.ος
Φ«γ»4
λβν δέν είϋθβ βεδαίω'. ύποχρεωμέναι, καί
δχι μόνον δέν είσθε υττοχρευ>μέναι, άλλα
και δέν πρέπει νά πρθρκολλα,σϋε είς τονς
ϋνρμονς των μητέρων σας ή πρόοόθι,
άπαιτεΐ μεταβολήν καΐ μεταδάλλει το
πάν άλλα χάριν τής καλαιαθηοιας, χάριν
αύτοΰ τοϋ ίρωτος, ή μεταΰολή ύας πρέ-
πει νά είνε συστιιματική, ήρεμος, ού μ¬
πρός τον Ιδιαίτερον τύπον τής
σας· πρό πάντων δέ αί μεταβο¬
λαί σας νά είνε τοιαύται, ώστε νά μή
άνατρέπονν όρδην τάς έντιιπώσεις των
οποίων χθές εγινατε πρόξενος.
ΜϊταοάΛλ«(ΐθί> χωρΐς νά μεταμορφοϋσθε·
Ιδού τό μέσον, όνα τοϋ οποίον θά κατορ-
Οωθβτβ να όΊατιΐρηυετε άκμαιαν, σταθε¬
ράν και ακλόνητον την πίστιν των αγα-
πωντων ϋας.
ΕΓΙΒΟΓΛΑΙ ΔΙΑ ΤΑΣ ΚΓΡΙΑΣ
Λέν δύνασβΐ ν" άρνη,θήτί, κυρίαι καΐ
Λισποινίβις. Λτι η έντελής μεταβάλη έ-
θθητων Ι» π(λων η καΐ των δί'θ ίίΐ'ΥΧρό·
νως, Οάς μεταβάλλ*» καθ1 ολοκληρίαν ή
έσβης μεταΛάλλει τό σωμα. 6 πίλος τό
πρόσωπον ΛκολονθΑτε τόν Ονρμόν, άλλά
μ ■ λοίπ'βί είς αύιόν. Έκάοτη μορ-
,· όν θωμά ίχ»ι ανάγκην Ιδιαιτέ¬
ρα·, ίς^ΓϊρικΛς περιβυλής Λπως άναδει-
χθτ)· μη νομίζετί 5τι ιΐς λας π η γ α ( ν 11
τό αντό κ·>ν»μον τοθ φοοεματος λ ό αν-
τος αχηματωμδς «>0 πΐλου ίι τό χρώμα
τής μόβας. 'ΚρωτΛοατ» την καλαισθη-
(ΐιον σας, τόν καθρ*πτην ϋας, τούς γνω-
στο' ς Κ. καΐ «ΐ·ρετ« Απαξ διά παντός
π ως πρΐπκι νά ίνδνβύβε. Άν οί κατά και-
ρβυς ι)νρμο» άπαιτοϋν νά μ*ταΛΛλλ»τε έν.
ύνμαι)(αν,προΙπα&Λι·τ* Αμετα^ολη αύτη
νά γΐνηται ολίγον κατ' ολίγον, κοΐ άν*-
παιθ»ττως. Ί1 αΐ^νιδΐα έξωτκρική μετα-
6ολή «>άς μεταβαλλο αιφνιδίως καΐ σας
τάς Ιδίας· γ»ν*ι}βε άλλαι- καΐ μ(τα^αλ·
λόμχν νχνα ανν*ιθ(ζ*τ% την καρ¬
δίαν , ΊΐΑν λ των μνι>ι)τηρων σας
·1ς τ Αν άΟτά&Λαν Λ «ότι μεθ' Αλας τάς
6«>>ρ(ας των Ιβεολώγων Α Ιμως ίχει μ*-
γΗβτ»» ιίχίΛν ηρός την μορφήν π ως 01·
λετ· λοιπόν νά μίνη ύταθερά η Ονμηά·
β·ια. τΛν όποιαν ίμηνίε,τε. Αταν ϋηοχρεό-
ν*τ« τοις ι·αιμαστονςαας να οάς,ΐλίπουν
ΰνχνα ι πό νίαν μορ^Αν ,
• Αί γνναΐκϊς, λ»γβΛ ό Μΐοΐιβΐβι. νομΐ·
(ουν Οτι δια των σννΐχών καΐ ντ(λων
μ·τ·μφι4(·«»ν κατορθοΰν νά σνγκρατη-
«$οι ν τόν Ιρωτα. τόν οποίον έμηνίονν
απάτην μ«γαλην. Αί δια των
μ(τ«μ^ΐέιΐ«ι>ιν ιΐιχναΐ καΐ νέαι
«ι ιαν ιι. Κ' . ,.Κίΐαι τις »Λς τΑν ανάγ¬
κην να «Ιπι> ϊΐς τάς γυναίκας αν τάς ι
• Αγάπη μόν. μΛν άλλάζφς τόΰον βνχνά.
ΕΠΙ ΤΟΎ ΑΓΧΑΙΟΓ ΘΕΙ'ΜΟΓ
Πατί άνογκάζης την καρδιά μόν, την πάντοτε πορείας ενανδννβύομεν νά πα-
πιστη μόν καρδιά νά γίνη άπιστη ; Χθές ρεκκλίνωμεν μεγάλως της πρός τό 3ο»-
ΛΟΌ διαφορετική καΐ ήσο τόσον ώραία · νόν άνόδου, αν δέν μας δδειχναν την
εϊχα άρχίθ-ει νά ο11 άγαπώ ίτσι όπως ήσο σ τ ρ ά τ α χωρχκοί τίνες κατά τύχην δι-
χθές· ιΐήμερα δέν εΐΰαι ή ιδία- δέν σέ ερχόμενοι εκείθεν. Καί οί άγαθοΐ ανθρω-
άναγνωρίζω πλέον ι Μή μέ Οννειθίζης είς ποι βλέποντες την ολίγον παράδοξον πε·
τάς μεταβολάς και μή μέ αναγκάζης νά ριβολήν τον σνντρόφον μου, μέ τό έξηρ-
γΐνωμαι-αστατος.. . τημένον πλαγίως τηλεσκόπιόν τον, μέ
Και τθκτένιόμα,καΐ αϋτό σάς μεταδάλ- την 1*5ιόρρνθμον ιτριν6)πήν ψάθαν τον,
καί μέ τόν ΙΙαυσανιαν επί των γο#άτων,
εστάθηο·αν ί^ πολν όπισθεν μας ώτενί-
ζοντες μέ ανοικτονς οφθαλμούς, ιτπει-
κοντες ϊοως κατ αύτοι είς καμμίαν Ιδιαι¬
τέραν όρμέμφντον αδυναμίαν των..
"Ανήλθομεν τον δεξιφ τοϋ ποταμοϋ ύ-
ψονμενον λόφον, ένθα έχαράσσετο άρκε
τα εύρεϊα ή όδός εν μέο"ω των πυκνοιν
άμπελωνων καί ελοιωνων τής πέρα·
Ρονπακτάς. Θεσπεσία άποψις έπλιι-
ξε τότε τους οφθαλμούς μας.
"ίϊ ' ή φνίις ! η φύσις Ι το μέγα αύτο
κάτοπτρον τής διιμιουργίας, ή αίωνία
αύτη ταρθένος, Λ ώραια, ώς Λ ά ο ε λ φ ιι
νύμφη τοΰ ποιητοϋ τού "4-ο μ α το ς
των 'Α Ο μ ά τ ω ν, ό κεκλεισμένας εκεϊνος
κήπος, ή κεΛλειθμι>νιι έκεινη ^ΙρύοΊς, ή
εοφραγισμένιι «.κεινιι πηγη, η π»ιγη εκει-
νη μνρων, το φρέαρ εκεϊνο ιόατος ζων-
τυς, οί ρνακϊς ι,κεϊνοι τού λιόάνον...1, ώ
αίωνια παρΰβνος φιοις, οποίαν ανεξάν-
τλιιτον θαμβωθτν αναθιδεχς είς τονς ο·
φυαλμοις μας .. ι ο Ιΐαναιτωλΐκον ανε¬
φάνη γραφικωτερον παρά ποτε μέ τα χα-
ρΐενΐα πι κνό πευκά τοιι, με τας υι|;ικα-
ρΐινοος ελαιους τού, ανερχομένας πρός
την ψαλακραν κεψαλιιν τοι όΐκιιν μαν-
ρθφυρων καλογραίων. Λι τικωτερθν Των
υπθρειων των ίΑ,εΐ'καζεν ιι μακρά λωρΐς
τής ύημοθιας όθυι , Οιι,ρ^ομένης διά μέ-
0ου των εοπαρμένων εκκϊ επι τη,; πιθιά-
0ος χωρίων. Κατωιέρω όϊ εξετεινετο ή
λ«.ια επι^άνϊΐα τής Τριχωνΐαα λιμνης,
τής γαλανήι. αι της αοβλψή·, τής ι θιμα-
χιας, ύπιουεν μας θιαγραφομενιις, αντα-
να»-Λωθα επι των ιοατων ιιις τας χρι.ϋάς
α».τϊνας τού αννι|;οι μένον ηλίου.
Λιμνιι γοιιθα ' Άπο μακράν ή μεθη των
αίυϋησεοιν πόθον υε παρομοιάςει με την
μαγικην οπταοιαν τής Οιαπι,^ου ϋντυ-
χιας, Λτις κατατρυχβι τον νούν, την ^υ-
χην μας, εν όσω Ο^νζονιΐιν αί φλέθες
μας... Ή μαγικιι άποψις οοι. πθϋας φοράς
μ" ιμέθιϋε, παιθιον άκθμιι, άτενίζοντά
Οί μακράν, έκ των παραϋι ρων μου! Καΐ
όμως Λταν £Τερα τό ^ήμα πρό τής μαλα-
νής άμμον διός σον, καΐ άνέπνβιθ'α τ»ν
νοσωόιι πνοην των ακτων οΌν, πόθ"ον &
βυρον καΐ σέ πεζην, άχοριν...
"Κβαδίζομιν τήρα, παρακάμπτοντ«ς,
πρός τάς έκεϊ πλησίον τής ύδοϋ καλιβας
των χωρίων, έν μέθψ ννμνών 1τελέχων
μακράς καπνοφιτεΐας, ήν άφέντες οπίσω
ελάβομεν την πρός τό ροννόν οδόν, κατ"
αρχάς μέν ομαλήν, ύποφερττιν, κατόπιν
δέ δΐϊρχομίνιιν διά μέσον πι-κνών λοχ-
μών, τόρα μέν άνερχομενην επί κθ-
ρνρής ράχεως, τόρα δέ κατερχομένην
αποτόμως *1ς τό ράθης χαράδρας. Ινα
άνελθιι έκ νέον. Άπίραντος ίκταιίις ην·
κνών, πλοι (ίιοδώρων δασων, σνγκειμ*-
νων, ώς «η1 το πολν, έξ άγρΐων »-αΙ
ημερών 4μα ελαιών, έξετιίνοντο πίριί
χ«τ* Ιδι,ι ποτέ τίιν λευκήν χαλινό-
«Ιτρωτον κοίτην χηιιάρρου κατερ-
χομένον έλικοειδώς άνα μέϋων στε-
ν«>ν χαραδρων καΐ εύρ«ίας πεδιάδος, έν
μέσω χλοερών τοπείων καΐ πλουϋιας [ίλα-
Οτηιΐεως ^ρκΐιζομένην έν ώμα ίαρος υπό
των πρωτων άκτίνων τοϋ άνιθχοντος
Λλίον, έξ ν^ηλής κορυφής δρονς, δίκην
μβγαλοπρεποϋς ΰτέμματος, καταυγάζον-
τος την Ρραδέως καΐ ήδνπαθώς έξν-
πνώσον φύσιν υπό την θαλπωρήν τής
ζωής ; ·
Μία τοιαύτη μαγεία {ξετνλίσσβτο πρό
των ΛφΗαλμών μοί· 5ροι)ΐρράν τίνα πρωΐαν
Λΐ-ΐΜΐΐτον έντός τής ξιΐράς κοίτης τοϋ
ξιιροποτάμου "Κ ρ μ ί τ σ α ς, κάτωθεν των
ύπωρβιών τον Π α ν α ι τ ω λ ι κ ο ν (Κυ-
ράς Βγένας) ύρονς, ένθα πρό τής
καταφύτου αϊ'τοΰ πλενράς ύι^οϋτο άπό-
κριιμνον το όρος Βλοχός, επί τής κορυ-
φής τοϋ οποίον (μέλΑομεν ν" ανελθωμιν
την πρωΐαν ινεινιιν, εγω μέν χάριν εκ-
όρ>'μής, ο συν τροφός όέ, νεαρος καθη¬
γητάς των 'Μλιινικων, χάριν ύ(.αιολο-
γικων παρατιιρηοεων «πι αίον
θέρμο», μ( {ν τ«ύχος Π . .. ι νπό
μάλης, καΐ ό σπιθαμιαΐος Ι ιιηιι. χάριν
«οηγθυ, άν καΐ Λγνό*ι ίντϊλως τον δρό-
μόν καΐ αν τος. όπως καΐ ημείς. καθν>ξ-
νθς των μερών ίκείνων. καταγόμινος έκ
τής ηολυπαθοΰς Ίίπείρον, ίνο μικροσκο¬
πικόν όν καΐ αντό έν μέσω τοϋ μεγάλον
ί(ΐμον των μ·ταναστ*ντών ϋνμπατριωτών
το>. οΐτινες κατίρχονται άπίΐροπληθιϊς,
γιανάφάνετό^ωμι τοις είς την
ελευθέραν Έλλάδα, επί πολλά ίτιι. ίγ-
καταλεΐποντες «1ς την ΐυχην των καΐ
πατρίδα, καΐ γονεΐς, καΐ «ΐυζνγοκς, καΐ
τέκνα.
Έν τούτοις δια τής πρός τό ί μπρός
-----1 3* Ι-----
ν| ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΐΣΕΙΟΝ
των ^οΐΎών, δλλα μέν υτΐοκαπνίζοντα
κΙϋΊτι εκ των τελευταίαν Ιμπρηϋμών ά·
γρι (κων {ίοιΐκώ»·, ολλο βε ίγΐιατελει ιμί-
να είς την τνχην των οικτρώς Χρονιαΐαι,
γιιραλέαχ ίλοϊαν δεικνιΌνσαι τάσιν πλου-
Οίας καμπώσεωι;, γονιμήτητα πλοΐίΐίας
έσυόκίας «Ιπομένονσιν έκει μίο'ω τή; έ.
ρημίας, ολοκλήρους χ^όνους. Καί επι
πΗιΐματι, νυμιζεις, ή «ύλογιιμένιι έκε-
νιι γη, ώς αλλιι γ» ΧαναΛν, δοον πυρ-
πολείται, όσον απογυμνοΰται, τόσον ά,να-
φιιι ι.κ των ι>πλα>χνων τη·;. Χι ν*ιί»ι-
ομένιι λίαν ιΛκων των με-ρων εκείνον,
ίνθα καΐ έν τΛ ώ/ιωτΛττ^ αυτών γωνία
^αιίιλευϊΐ ή άργία κ' Λ εθιλοκακία. Καβ'
δλον τό οκιστιιιια τΛς οίον σννιιντΛοα-
μίν τοϋς χωρΐκοϊ'ς εξηπλωμένοι ς ϊΐς την
ηοχίϊαν χλόην ί·πό τΑν σκιάν των φυλ-
λωματων των όΐνδρων, Αλλοις μέν κοι-
μωμένονς, Αλλονς β* χαρτοπαικτούντας.
Κις τι μίρος μάλιστα, καθ" δ Λ στενω-
πός Λτο λίαν δίοδατος, κα» ήναγκάϋϋη-
μεν ν' αφιπ,πτί Οωμεν, ίπλησίαιΐα χωρι¬
κόν τίνα, μακαρίως κομμένον όκλαδην
ύΛΟ την ρίζαν δένο^ον, κα κόπτονΐα
ραυι μως δια τού μαναιρίου την, γ ι α ν &
π ι ρ ν Α φ Α ώ ρ α, μικρόν κλάδον Λέν-
βρον, και τόν ηρώτησα :
— Τί κάνης αυτού, πατριώτη ;
Μού ίρρΐ^ε κατ' αρχάς &ν $λ4μμα μβ-
ιΐτόν αχτυριας επ* τΛ ερωτήση μόν, καί ί·-
Οτερα δι-στροηων ανβ%ωνηα«ν άγκρώχως :
— Για ! 6ίν .ιλί'Λϊΐς ' ...
— Άμ'! ιϋικανϊΐς .
— "υ : αδΐρ^ε κ' έθύ ! μ* όΛβκθφνν Α-
ηηλητικής, ντά ττεί.ϊκάω...
,ΐιήλϋομϊν μ*τ" όΑί,ον δια μέθθι τού
χωρίου Ιίλοχοϋ, άποτίλοιμίνον έξ *να-
Ορΐθμων ηκ'νιχρών οίκημα των, τΛς πρα-
'τενοκιιις ον'τίις τού δήμον Θ ί ρ μ ο ι-·
Τα οίκημα τα των χωρικόν »1ν· ύποκ«-
«ριμμενα εντελώς εντός ί^ηλων αμτ*-
Λα^ων θτ^δρων, μϊταξύ των όηοίοίν βια-
κρ(νονται ι> δ^ιοσΐρίς καρυβιές, μέ τα
ηλαβέα ^>.α*^ των, καί τον γλνιίύν ·-
βυριιΐμιν των, επι των κλΛδων των ο¬
ποίων πλΛϋο^ κοσαίγων έθορύβ·» μεγά¬
λως. Κποτίσαμιν τονς Ιττηονς μέ τα δι-
αυγή νάματα ρεούθιις ϊκεί πον κρήνης,
ηαρά τας ρίζας Λονυ^Λλων ηΐιατάνων,
ηαΙί* ']> χ«*ρικαί τίνες ^Αυα^οΓοα» απεί¬
ρως, έλ*νκαινθν άθλια ττνό ράκη. "Λνβρα
βίν ϋυνηνΐήιίαμιν ποσώς, βα εκοιμώντο
*ατά ηόοαν ηιβανότητα οί μακάριοι υπό
το^ οκιός των ηλ*οναζο ι)«ν ίκεΐ κα-
ρ*'ών, χοΰΛ' όηϊρ δικαιολογ»! πολν τ«ν
νάρκϋΐϋιν ται την των εγχωρίων, διότι
κατά τόν Πλούταρχον: την ·κ α ρ ν β ν
βί'τως ών*>;ιο ·αν. Οτι ηνίϋμα Βαρϋ κα
ν.αρ*«—κ6ν ο^ιιϊ α λνπιϊ τοι·: ·η' αί την
νς..ΚαΊ α% γνναΐκες αν»α*
μ«τά κόπον νπτθ ΰαι ί«1 τού
1'δΌ.τθς, ν,αι μ»τά ραθνμΐας ϋξονΰατ τόν
κόπανον. Κίς την ί|>ωτη«1ίν μας : άηό
κοβ ηδνε οτό μοναστιίρι; μας ίκύτταξαν
κατ' α^χάς περιέργως, κ' ι,Οτίρα ήμιμει-
Ακ-οαι μιταξι των ηρκέΰθηΰαν ν' άνταλ-
λάξωοιν ολίγας λίζΐις μέ τόν Γιάννην,
Οστις κί-ητυν επί τού ΰελοχίον τον, ώλι-
ν" άνά^η χό Οιγάρον τον μί ΐό
α κ μάκ ι τον. Ινα τάς ηαρατηρήθη
ι δια λοξών ρλβμμάτων. Προ
τΛς ϊΐϋόββυ μας άκΛμη *ις τ6 χ
παρετηρΛσαμεν ίληιίοειδεΐς ίΐιψβς τ*»-
χών ίπΐ τοιν πίρνξ λο*>>ν. ηρΑς βθς ό
καβιτγητης ίρρΐπτε ιΐ>;. να διάηΐρα
ματα, έκ τοι; ί^ιπηίοι την.
"II
ηρός τΑν κορνφ,ην τοί) ροννοβ είνε
κετϋ έηίπονος. Ή άνωφϊρΛς
ιΐνιλίιΐσεται '·>ο «ΐιχνών
γέμθ όγι-ω^υν λιθων »α
πρός ούς ηρο)κόπτει κηιηόνως τ6 |4Αμα.
ΊΙναγ^ϋουιψϊν ν'άφιηπο οω^εν κα» μββ'
ή;ιι.ΐΕ(ας ώρας κα πλίον η , ϊ(αν *»ΛΑ.
ιίαμκν πρό τοί> ^χ.ΐικοΓ- μοΧ.^- .» τ·χνι.
κοθ πϊρτΛήλην, τοθ π(ρι%|Μΐ(1ι1οντος τινν
(Ις την κορνφΑν τοΓ ρονννΑ ι'·πΐρχ«νΐο,ν
μονΛν τΛς Ηβοτόκον ϋκτ, ί-τ* τΛς π*-
νινράς ξνλίνης βιρας τ " %-.' λβ« γ ι.
νεται πλέον κατα^ανΛς Α μαιψα
τού αρχαίον τίίχοι ς, κατ τή ^λίι>μβ
τΑς ειθόδου έκΐΐνης έν ό α νβ *κ
αντιιν ώς λείψανον άγχαίας τινος
ηί'λης ^ροιρίθν. Ό ϋι ντρβ^ . μλ
κλϊίσας ιΐσίτι τόν ι·αιΐαν(αν, 'τ,ε-νε ιύ-
ρα ί·"Λνω κήτω ηΓριεψγα^ομίνΛ^ &α τΛβί
κάκϊΤσΐ ηροκί πτοντβ ίκ
λείψανα των αρχαίων τιι^ „,»,
, κατακόκκινος καί παρατηρών
^©ο.^"
"^*_^;
, Λτι Γ αν τ Α τ Α ΑΛκ ηοθ κα
ρ λλι>τβ ό
τοςκ' Α δΛζβ τΑς πλο« ΐιωτίνιθι.· κοι
λοθ πόνον τοις άφύχονν «κείνοις λι·
Οονς, ώιΐιι τοί-ς ηρώτα > τοι" παρελ¬
θόν τος, καΐ )τ«ν>χωυΚ*)ΐϊ . Ιθ*, ίηίΐ-
βί Λίν €Γρι·!> γ τ» αξιον Λαιτενας ηρβ·
Λον"Λς, ά κ τί ν.ί τίνα ^ωτος γί ,■ τ*ν με-
γάΐης αχλ» %·, Λτις «ηικαλΐ "Τί» ιβ«; ««·
λίδας τής τοβΐας, ώς πι' . '
οβηταιιμένην Οέοιν τΑς αρτ:β«βς
τοθ θερμόν. '" Γιάννης β»αν·*··-■; ·Α ·ην
", .* ηιζην πορείαν »η· »*ν »:β«»η·ιΑν
ήλιον, κο ηό τό ;Ηρ«ς τ«'· τ ·ι » τ ■· α ^
ξ Ι·1-, -τος · „>..
ν; τό ΛπΑ»..-. το »*'.
νού ίδίΰί πρθχεΐνΜς *κ·1 το^λ Ιηη· .
τινος βίνδρθι, κ ενατενΐιΐας . . -
μην πρός τό ννος τΛς μκ»Λ.. :ι,ν Π ^
ν α-: ι α ς ΐη·. Μ λοχηλοΐ τ «> άς ο»ολ>τη-
λ*ιβ«ι«)ης ίκϊϊ, ^ς Ι4γ·α«, έη τ&ς α« "ς
%άΰι*ι ιοχι α^χαΐύυ ναόν τ· 'Λΐυ&λ*·»·
νος, Ικαμε μκ:& λλον «ΟΛΟΐ τι , ν
βταιρον τον κ' εξηπλάβιι ·'"* «** Οκιαν
τνο|ΐίνων τίνων ίκ*1 βίν4|Λ. .. ΊΙναγκα-
ββην να τ, ν ιΐκολου*.
ρον κβΐ πϊ,,.ΐϊρναζόμβ
ατίρ ν αν τοί Ηβββνλίο» ; '· '>■■> και
τα πτωχό κελλία Τβΰ*|»ΐ|ι4ίβ4; γΛ*α.^ .
δϋτις αηοζ«1 ί«1 είς τ*ν *«ε»ε1·ν «κ των
ίι)ο1ημ(ΐτων τ#ς μι»*ί. «β* Λβης ·!)—*
τή , ν «»«».ην μιτ& τσ
ς τοι
κων, άηό ί. "
ί!ι·μπλ>ιρώ1ας το*ς λήγον ς
ίν>ς ίτΐιΐτΐι ΥΗ"!» ?λ#μματος,
ηαντητε τόν ΠανΠανίαν μ*.
ΤΟΙ . Ό Αι1>' Λη0Κ*Κ1ΙΙ-
Γκιννης Ακοι· μ* ανηιι. τοι-ς ό+βαλ-
μοι^, "ίι.'ρων μϊ:α θ1μβρνς ηοτβ τόν ό-
μΐΑοιντα κοβηγητην, καί ηό« τΛμικρβν
η'., , τβο Παν ιθν, 6ς Αηλοίΐς άγρό-
** ηρ* τήί, μαγικιΗ ''"Λς ηλονηΛιο»1
ΐ' 'μβτος. Τόν βΛίκο'Ίι τιΐς
τη» ·
— Τό λίν κι/ά τό κήτιΐηι ιΐΑ ρ! Γιάν¬
νη... κα» ι)* 4νΑφ«ρ« ΗΑΛιθτα '
4
4>ν ανίλας τού.
— Τί τβ β4λ*κ α^ίντη' μ" |ι * τθ
λιοπω,,ιν., ίλϋ«ν, ί^οκο}."ι Μων νό
αι , ηια>.
4...ι.- ι * όϋγνν στ» ; ^ν ΰΐγη, την ό-
ηοΐαν , .■ ό Γιάννης «' „ ^^ *όν
6«κτην ...ς χ»ρτ>ς ηρός τΑν ^
μβς ίκτηνοΐιίνην ηλεΐ'ρ^ν 4?
Ιρβε^ε». ·♦«« ιιίνον ίκιί ηνό ΐ«ν
«Λ* μβς.
— Καί βίν Μ ηαΑαβτϊν £)α';.!««> ι
καί
τ* , . πλβνωμβνθν
η« Αρός «ο Η(> ι»« Λ·°Χ" ■
— .Να ' ι »ΐια ·,α ν»μ, ». ρ 6β ' , (4η»
ΟΙ Ιβννιωΐης. Μη,| ιί ν α μην
#*« κανβν 'τ,/αι.,...
*Λ ανετΜ·>·'ν ανι .'«
μ· «Κ Τθ [·$>*): · ■ ,
τβν Ϊ4»4χί»ν, ό;ΐ"ΐ4ζ· · . >
μα «» , Λ » ιΛχα
Μ* «ρφΐιμί.Μν, τ«6 * ■ "ι Τβΰ βλ-
>16 «Α( ΙθΜΗρΟΛβν
κ *.*· τό 9ο«-ν6 ηυ"'
οί αηο^Αητιι των 4ίτω3
Μ«τα
" ^ ομεν έ-
ανι·.ν*ί
ρ ξ« νπ ΐΓ.β ιΐμι
των «ψημ'. ,ι : ν τοβ
βλλθδ 4* νη' Ο> τΛς τι, Τως, Μόλκ 96.
ν«ται να ίι/" , , Ί Ας μί κίνβν-
. ι ν* {***$ «άτ** «Ις την ίλαχίΛτην
ύ λέβο · .
ίξδε κατά την τΓ ντβίβν
ριν τττς μθνΛς, Λβν 4 ι(
Λβγοίϋτον. Μ·τ όλΐνβν
,ίλος ψον, ίξαπΚ
την 4 4* λίαν κί—ΛϊβνΑς. Τ*ν
ν" άνά*}* Λγβοβ*. «α» τΑν *9*
ότίι>α π«ρ*ι των ίο«ννών τ»·*'
_Λιβά(ηα?..} ' *ίλ*|
νέ τΑν
τού.
— Καν 3τα* σ«εητβτβι
λ·4ας «αί λαφνοβ, , ηνα έβτολι(ον
««Ι βΙκΜομ*. - μενά
«β»
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ
Τό λαρ?οηαίγγιον δία μέν τους ενφινεΐς είνε
■διασκέδασις, δια ϋ Γίίίΐί β,ϊαχαΐ τζαθυς.
Α Λουμ&; υιός.
'// ψι}ια. τί)υ οποίον αΐσθηγ^τα'ι τις πρός γν-
Ύαΐχα γΐαν χα'ι ωραίαν (Ινβ έρως μϊ προσωπϋα.
■-**-
Α ι Λνπαι μας είς δσο>χ βίν τΐροζενονν ΘΛί-
ζΐγονγ χΑηξΐγ.
Κάρολος Ναραί
τ[ιίυ.
Είς ίΐ/>* αογι)γ έκαστον δρ^ιιον της Γωίκ,
>ητις ψίρει ϊ'μρς τό χαχόγ, νπάργει πιναχις.
προαναγγίΛΛονσα τοντο "Ας οψονται οσοι δίν
Μζενρονν υ' όγαγιγώαχουγ.
Δέν ιινε τόσην ϋσχοΛον Γ-ί νά κάμωμεν θυ¬
σίαν
(V
α'.ΙΙονς, όσον όνσχοΛον είνε τό να δεγ-
θωμιν θυσίαν, την οποίαν αΛΛοι κάμνουν ιίι'
■ημάς.
Όχταβιο; Φιγιέ.
Γιατί άναγκάζεις την καρδιά μόν, την
πιθτη μου καρδιά να γίνη ΰπιο"τη ; Χθές
ήθΌ διαφορετική καί ήόΌ τόσον ώραία!
είχα άρχίσει νά ο" άγαπώ έτσι δπως ησο
χθές· σήμερα δέν εΐσαι ή Ιδία- δέν σέ
άναγνωρίζο» πλέον ! Μιχ μέ σννειθίζης είς
τάς μεταβολάς καί μή μέ αναγκάζης νά
γίνωμαι·άστατος·.
Καί τό κτένισμα,καί αύτό σάς μεταβάΑ-
λει· δέν είσθε βεβαίως ύποχρεωμέναι, καί
όχι μονον δέν είσθε νχ:οχρεο>μέναι, αλλα
καί δέν πρέπει νά προρκολλάσθε είς τούς
σνρμούς των μητέρων σας η πρόοδθς
άπαττβϊ μβταδολιχν καί μεταδάλλει τό
πάν άλλα χάριν της καλαισθησίας, χάριν
αϋτοϋ τοϋ έρωτος, ή μεταδολή Οας πρέ-
πει νά είνε συστηματικη, τίρεμος, σύμ-
φωνος πρός τον Ιδιαίτερον τύπον της
μορφης σας· πρό πάντων δέ αί μεταβο¬
λαί σας νά είνε τοιαύται, ώστε νά μή
άνατρέπουν δρδτιν τάς έντυπώσεις των
οποίων χθές έγίνατε πρόξενος.
Μεταδάλλεσθκχωρίς νά μεταμορφοΰσθε·
Ιδού τό μέσον, διά τού οποίον θά κατορ-
θώαετε νά διατηρήσετε άκμαίαν, σταθε¬
ράν καί ακλόνητον την πίστιν των άγα-
πώντων αας.
ΣΓΜΒΟΓΑΑΙ ΔΙΑ ΤΑΣ ΚΓΡΙΑΣ
Δέν δύνασθε ν' άρνηθήτε, κυρίαι κα»
δεόποινίδες, ότι η έντελης μεταδολη έ-
σθήτων ϊχ πίλων η καί των δύο συγχρό¬
νως, ΰάς μεταβάλλει καθ" ολοκληρίαν η
έόθης μεταδάλλει τό σώμα, ό πΐλος τό
πρόσωπον. Άκολουθητε τόν σνρμόν, άλλά
μή ύποδουλοϋΰθε είς αυτόν. Εκάστη μορ-
φή, έκαστον σώμα έχει ανάγκην ιδιαιτέ¬
ρας εξωτερικάς περιδυλης δπως άναδει-
χθ$· μίι νομίζετε δτι είς δλας πηγαίνει
τό αύτό κόΐ(ΐιμον τοΰ φορέματος, ή ό αϊτ-
τός σχηματισμός τοϋ πίλου ϊι τό χρώμα
τΛς μόδας. Έρωτήσατε την καλαισθη-
σίαν σας, τόν καθρέπτην σας, τούς γνω-
ΐτο'ς ας, καί εϊ'ρετε άπαξ διά .παντός
πώς πρέπει νά ένδύεσθε. "Αν οί κατά και-
ρούς συρμοϊ άπαττοΰν νά μεταδάλλετε έν-
δυμασίαν,προσπαθηΰετε ημεταδολη αύτη
νά γίνηται ολίγον κατ' ολίγον, κοί άνε-
παισθήτως. Ή ανφντδία έξωτερικη μετα-
€ολη σάς μεταδάλλει αιφνιδίως καί σας
τάς Ιδίας· γίνεσθε άλλαι· καϊ μεταδαλ-
λόμεναι οϋτω συχνά συνειθίζετε. την καρ¬
δίαν των συζΰγων ή των μνηιΐτήρων σας
είς την άστάθιαν· διότι μεθ' δλας τάς
θεωρίας των Ιδεολόγων ό δρως ίίχει με-
γίστην σχέσιν πρός την μορφήν πώς θέ-
λβτε λο»πόν νά μένη σταθερά ή (ΐυμπά-
θεια, την οποίαν έμπνέετεδταν ύποχρεό-
νετε τούς θαυμαΰτούς οΌς νά σάς βλέπουν
συχνά υπό νέαν μορφήν ;
■ Αί γυναϊκες, λέγει ό Μίοΐιβΐβΐ, νομΐ-
ζουν ότι διά των συνεχών καί έντελών
μετεμφιέιΐεων κατορθοθν νά ο"υγκρατη-
όουν τόν έρωτα, τόν οποίον έμπνέθυν
απατώνται απάτην μεγάλην. ΑΛ δια των
βυχνών μετεμφιέσεων συχναί καί νέαι
έντυπώσεις τής καρδίας, επέρχονται συγ-
χεχυμέναι. Ευρίσκεται τις είς την ανάγ¬
κην νά είπη είς τάς γυναίκας αύτάς :
«Άγάπη μου, μην άλλάζης τόσον συχνά.
ΕΠΙ ΤΟΓ ΑΡΧΑΙΟΓ ΘΕΡΜΟΓ
ιχ ποτέ την λευκήν χαλινό-
ϋτρωτον κοΐτην χειμάρρου κατερ-
χομένου ίλικοειδώς άνά μέϋων στε-
νων χαραδρών καί εύρείας πεδιάδος, έν
μέσω χλοερών τοπείων καί πλουσίας §λα-
ΰτήσεως χρυσιζομένην έν ώρα έαρος υπο
των πρώτων άκτίνων τοϋ άνιΰχοντος
ηλίου, έξ ύψηλής κορυφής δρονς, δίκην
μεγαλοπρεποΰς στέμματος, καταυγάζον-
τος την βραδέως καί ήδυπαθώς έξυ-
πνώσο,ν φύσιν υπό την θαλπωρήν της
ζωης ;
Μία τοιαύτη μαγεΐα έξετυλίσσετο πρό
των όφθαλμών μου 5ροσερράν τίνα πρωΐαν
Αύγουστον έντός της ξηράς κοίτης τοΰ
ξηροποτάμου Έ ρ μ ί τ ό α ς, κάτωθεν των
ύπωρειών τού ΠαναιτωλικοΟ (Κν-
ράς Βγένας) όρονς, ένθα πρό τής
καταφύτον αντού πλενράς ύψοϋτο άπό-
κρημνον τό δρος Βλοχός, επί τής κορυ¬
φής τοϋ όποιου εμέλλομεν ν' ανέλθωμεν
την πρωίαν εκείνην, έγω μέν χάριν έκ-
δρομής, ό ΰύντροφος δέ, νεαρος καθη-
γητής των Έλληνικών, χάριν άρχαιολο-
γικών παρατηρήοεων επι τού αρχαίον
Θερμόν, μέ δν τεϋχος ΓΙαυσανίου υπό
μάλας, καί ό σπιθαμιαΐος Ιωάννης χάριν
όδηγθϋ, άν καί ήγνόει εντελώς τόν δρό¬
μον καί αντος, δπως καί ημείς, καθό ξέ-
νος των μερών έκείνων, καταγόμενος έκ
τής πολυπαθοΰς Ηπείρου, 6να μικροσκο¬
πικόν όν καί αύτό έν μέσω τού μεγάλον
έσμοϋ των μεταναστευτών σνμπατριωτών
τον, οΐτινες κατέρχονται άπειροπληθεϊς,
γιά νά φάνε τό ψωμί τονς είς την
έλενθέραν Έλλάδα, επί πολλά ίτη, έγ-
καταλείποντες είς την τύχην των καί
πατρίδα, καί γονεϊς, καί ΰνζύγους, καί
τέκνα.
Έν τούτοις δια τής πρός τό έμπρός
πάντοτε πορείας έκινδν;νβύομεν νά πα-
ρεκκλίνωμεν μεγάλως τής πρός τό βθυ-
νόν άνόδου, αν δέν μας έδειχναν την
ό τ ρ ά τ α χωρικοί τίνες κατά τύχην δι-
ερχόμενοι εκείθεν. Καί οί άγαθοί δνθρω-
ποχ βλέποντες την ολίγον παράδοξον πε-
ριδολήν τοϋ σύντροφον μου, μέ τό έξηρ-
τημένον πλαγίως τηλεσκόπιόν τον, μέ
την Ιδιόρρυθμον κιτρινωπήν ψάθαν τον,
καί μέ τόν Παυσανίαν επί των γο#άτων,
εστάθησαν ε.πί πολύ όπισθεν μας άτενΐ-
ζοντες μέ άνοικτηυς οφθαλμούς, ύπεί-
κοντες ίσως και αύτοι είς καμμίαν Ιδιαι¬
τέραν όρμέμφυτον αδυναμίαν των. .
Ανήλθομεν τόν δεξιά" τοϋ ποταμοϋ ν-
ψούμενυν λόφον, ένθα έχαράσσετο άρκε-
τα εϋρεϊα ή όδός έν μέσω των πυκνον
άμπελώνων καί έλσιώνων τής πέρα-
Ρουπακχάς. Θεσπεσία άποψι,ς έπλη-
ξε τότβ τούς οφθαλμούς μας.
"Ω ! ή φύίις ! η φύσις! το μέγα αύτό
κάτοπτρον τής διιμιονργίας, ή αίωνία
αυτή ταρθένος, ή ώραία, ώς ή ά ό ε λ φ η
νύμφη τον ποιητοϋ τοϋ "4- ΰ μ α τ ο ς
των Ά ΰ μ ά τ ω ν, ό κεκλβισμένοι, εκεϊνος
κήπος, Λ κεκλ,εισμένιι έκεινη [ίρύσις, ή
εσφραγιϋμένιι εκε»ν(ΐ πηγή, ή πτιγή εκεί-
νη μύρων, το ψμέαρ εκεϊνο νδατος ζων-
τος, οί ρνακες εκεϊνοι τοϋ λιόάνου...!, ώ
αΐωνία παρθένος φύσις, οποίαν ανεξάν¬
τλητον θάμδωσιν άναδίδεις εις τονς ο¬
φθαλμούς μας.. 10 ΙΙαναιτωΛ,ικον ανε¬
φάνη γράφικώτερον παρά ποτε μέ τα χα-
ρίεντα πνκνό πεύκά τού, μέ τας νφικα-
ρηνους ελάτονς τού, ανερχομένας πρός
την ψαλακραν κεφαλήν τού δίκην μαυ-
ροφορων καλογραίων. Λντικωτερον των
υπο^ειων των ι,Λευκαζεν η μακρά λωρίς
τής υημοσιας όόοι , θι^ρχομένης δια μέ¬
σον των εϋ/χαρμενων εκεϊ επι τή,; πεδιά¬
δος χωρίων. Κατωΐέρω δέ εξετεινι-το ή
λ«.»α επιψάνεια τής Τρχχωνίαο λιμνης,
τής γαλανής αυτής αύελφής, τής νυοΊμα-
χιας, όπισθεν μας διαγραφομενης, αντα-
νακΛωϋα επι των υδάτων της τας χρνσάς
ακτϊνας τον ανυτ['οι,μένου ήλίον.
Λίμνη γοιισα ! Άπο μακράν ή μεθη των
αίοθησεοιν πόθον σε παρομοιάζει με την
μαγικην οπτασίαν τής διάπυρον ΐ!.ύτυ-
χιας, ήτις κατατρυχβι τον νούν, την ψν-
χήν μας, έν όσιρ σφύζονσιν αί φλέόες
μας... Ή μαγικη άποψις σον πόσας φοράς
μ' ιμέθυϋε, παιδιον άκθμη, άτενίζοντά
θε μακράν, έκ των παραθνρων μόν! Καί
δμως δταν έφερα τό ρήμα πρό τής μαλα-
νής άμμουδιάς σου, καί άνέπνενσα την
νοο"ώδη πνοήν των άκτών σου, πόοΌν σέ
εύρον καί σέ πεζήν, άχαριν...
Έδαδίζομεν τόρα, παρακάμπτοντες,
πρός τάς έκεϊ πλησίον τής οδόν καλύβας
των χωρίων, έν μέο"ω ννμνών στελέχων
μακράς καπνοφντείας, ην άφέντες Οπίσω
ελάβομεν την πρός τό βουνόν οδόν, κατ'
αρχάς μέν ομαλήν, ύποφερτήν, κατόπιν
δέ διερχομένην διά μέσον πυκνών λοχ-
μών, τόρα μέν άνερχομένην επί κο¬
ρυφής ράχεως, τόρα δέ κατερχομένην
αποτόμως είς τό §άθος χαράδρας, Ινα
ανέλθη έκ νέον. Άπέραντος έκτασις πυ¬
κνών, πλονόιοδώρων δασων, σνγκειμέ-
νων, ώς επί τό πολν, έξ άγρίων καΐ
ημερών αμα έλαιων, έξετείνοντο πέριξ
των βουνών, αλλα μέν ΰποκαπνίζοντα
εΐσέτι έκ των τελευταίον έμπρησμών ά-
γροίκων βοσκών, άλλα δέ έγκατελειμμέ-
να είς την τύχην των οικτρώς Χρονιαϊαι,
γτιραλέαι ελαίαι δεικννουσαι τάσιν πλου-
ύίας καρπώσεως, γονιμότητα πλονσίας
εσοδείας άπομένονσιν έκει μέσω της έ-
ρημίας, ολοκλήρους χρόνους. Καί επι
πείσματι, νομιζεις, Λ εύλογημένη έκεί-
νιι γή, ώς αλλιι γή Χαναάν, δϋον πυρ-
πολεΕται, όσον άπογυμνοϋται, τόσον άνα-
φύει έκ των σπλάγχνων της. Συνειθι-
σμένη λίαν εικών των μερων έκιήνων,
ένθα καί έν τή άπωτάτη αυτών γωνία
ί)αοΊλεύει Λ άογία κ' Λ έθελοκακία. Καθ'
όλον τό ύιάστημα τής όοΌύ συνιιντήσα-
μεν τοΰς χωρικούς έξηπλωμένονς είς την
παχεϊαν χλόην ΐ'πό την σκιάν των φυλ-
λωμάτων των δένδρών, αλλους μέν κοι-
μωμένονς, αλλους δέ χαρχοπαικτοϋντας.
Είς τι μέρος μάλιΰτα, καθ' δ ή στενω-
πός ήτο λίαν δύσδατος, καί ήναγκάσθη-
μεν ν' άφιππεύσωμεν, έπλησίασα χωρι¬
κόν τίνα, μακαρίως καθιιμενον όκλάδην
υπό την ρίζαν δένδρου, καχ κόπτοντα
ραθύμως διά τοϋ μαχαιρίου τού, γ ι ά ν 4
π ε ρ ν ά η ή ω ρ α, μικρόν κλάδον δέν¬
δρου, καί τόν ηρώτησα :
— Τί κάνείς αυτού, πατριώτη ;
ΜοΟ έρριψε κατ' αρχάς δν βλέμμα με-
στδν άπορίας επί τί> ερωτήσει μου, καί ϋ-
στερα δνστροπων άνεφωνησεν άγερώχως :
— 1'ιά Ι δέν ^λέπεις ! ...
— 'Λμ'! τΐί;κάνεις ; ' "
— "11 ! άδερφέ κ' έσύ ! μέ διέκθψεν Λ-
πειλητικός, γιά πελεκάω...
Ανήλθομεν μετ" ολίγον διά μέϋθν τοϋ
χωρίου Βλοχού, αποτελουμένου έξ εύα-
αρίθμων πκνιχρών οίκιιμάτων, τ)1ς πρω¬
τευούσης αύττϊς τοϋ δήμον Θ έ ρ μ ο υ.
. Τα οΐκήματα των χωρικόν είνε άποκε-
κρυμμένα εντελώς έντός υψηλόν άμφι-
λαφών δ^νδρων, μεταξΰ των οποίων δια-
κρίνονται ι), δρούερές καρυδιές, μέ τα
πλαβέα φύλλα των, καί τόν γλνκϋν ψι-
θυρισμόν των, επί των κλάδων των ο¬
ποίων πληθος κοΰΰύφων έθορύδει μεγά¬
λως. Εποτίσαμεν τούς ϊππους μέ τα δι-
αυγή νάματα ρεούσιις έκεί που κρήνης,
παρά τάς ρίζας πανυι[>ήλων πλατάνων,
παρ' ζί χωρικαί τίνες φλύαροϋσαι απεί¬
ρως, έλεΰκαινον άθλια τινά ράκη. Άνδρα
δεν συνηντήσαμεν ποσώς, βά εκοιμώντο
νατά πάσαν πιθανότητα οί μακάριοιύπό
τάς σκιάς των πλεοναζθυσών έκεΐ κα-
ρνών, τοΰθ' όπερ δικαιολθγεϊ πολί' ττιν
νάρκύΐϋιν ταύτην των εγχωρίων, διότι
κιιτά τόν Πλούταρχον: την «καρύαν
όντως ωνόμαζον, δτι πνεϋμα 3αρϋ καί
καρωτικόν άφιεΐσα λυπεϊ τοίΐς ύπ' αύτην
παοαχεκλιμένονς.»Καί αί γυναϊκες αΐ'ταί
έφαίνοντο μετά κόπου ιςΰπτονο"α «πί τοϋ
■ύδατος, καί μετά ραθι;μίας ύ£οΰο·αι τόν
κόπανον. Είς την ερώτησιν μας : άπό
που πανε στό μοναστηρι; μάς έκύτταξαν
κατ' αρχάς περιέργως, κ" ύΰτερα ιΊμιμει-
διώσαι μι-ταξί' το>ν Λρκέσθησαν ν' άνταλ-
λάξωβιν ολίγας λέξεις μέ τόν Γιάννην,
δο"τις κύπτων επί τοϋ σελαχίου τού, ώλι-
γώρει ν' άνά^τ> τό σιγάρον τού μέ τό
τσακμάκι τού, Ίνα τάς παρατηρήΰη
άνετώτερον διά λοξών §λεμμάτων. Ιΐρςι
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ
______β
τής είσοδον μας άκόμη είς τό χωρίον
παρετηρήσαμεν έλειψοειδεϊς σειράς τει-
χών επί των πέριξ λόφων, πρός ούς ό
καθηγητής έρριπτε ο"υχνά διάπυρα βλέμ-
ματα, έκ τοΰ έφιππίου τού. Ή άνάβασις
πρός την κορνφήν τοΰ [ϊουνοΰ είνε άρ-
κετά έπίπονος. Ή άνωφερης άτραπός
άνελίσσεται διά ο"νχνών περιότροφών,καΐ
γέμει όγκωδών λίθων και όξέων χαλίκων,
πρόςοΰς προόκόπτει έπιπόνως τό (3ήμα.
Ήναγκασθημεν ν' άφιππεύσωμεν καί μεθ'
ήμισείας ώρας καί πλέον πορείαν έφθά-
οΌμεν πρό τού φνσικοϋ μάλλον η τεχνι-
κοΰ περίβολον, τοΰ περιφράσσοντος την
είς την κορυφήν τού βοννοϋ υπάρχουσαν
μονην τής Θεοτόκου. Έκεΐ επί τής πε-
νιχρας ξυλίνης θύρας τοΰ περιβόλου γί-
νεται πλέον καταφανής ή μακρά σειρά
τοΰ αρχαίον τείχονς, καί τό βλέμμα πρό
τής είσόδου έκείνης ένδίδει νά έκλάδη
αύτην ώς λείψανον άρχαΐας τινος ϊσως
πύλης φρουρίου. Ό σύντροφός μου μίι
κλείσας εισέτι τόν ίιαυοΌνίαν, έτρεχε τό-
ρα επάνω κάτυ) περιεργαζόμενος τα τηδε
κάκεϊσε προκύπτοντα έκ τοΰ έδάφους
λείψανα των αρχαίον τειχών, ασθμαίνων,
κάθιδρος, κατακόκκινθς καί παρατηρών
μετα περισσής εύλαβείας, καί μετά πολ-
λοϋ πόνου τονς άψΰχους έκείνονς λί-
θους, ώσει τοΰς ήρώτα περί τοϋ παρελ-
θόντος, καί στενοχωρθύμενος Ιο"ως, έπει-
δη δέν ε&ρισκέ τι αξιον ιδιαιτέρας προ-
σοχής, άκτϊνά τίνα φωτός μέσω τής με-
γάλης άχλύος, ήτις έπικαλύπτίι τάς σε¬
λίδας τής ίθτορίας, ώς πρός την διαμφι-
οδητουμένην θέσιν τής αρχαίοις πόλεως
τοΰ Θερμόν. Ό Γιάννης διανύίας τόσην
ώραν πεζην πορείαν υπό τόν κανονικόν
ήλιον, κα'ι υπό τό βάρος τής τ ΰ ί τ ο" α ς
άπέσταζεν δλος έξ ιδρώτος. Ό άτυχίις
ανθρωπος φθάσας είς τό απλωμα τοΰ ^ου-
νοΰ έθεσε προχείρως έκεΐ τούς ΐππονς έκ
τινος δένδρον, κ' έναΐενίσας πρός στιγ¬
μήν πρός τό μέρος τής μονής τής Π α¬
ν αγί άς τής Η λ α χ ο λοΐ τ ο" α ς άναστη-
λωθείϋης έκεΐ, ώς λέγεται, επί τής αυτής
(Ιάσεως τού άρχαίόυ ναοΰ τοϋ Απόλλω¬
νος, έκαμε μετά πολλοΰ χόπθυ τρίς τόν
σταύρον τού κ' έξιιπλώθη υπό τίιν σκιάν
φυομένων τίνων έκεΐ δένδρων. Ίΐναγκά-
σθην νά τόν ακολουθήΰω, ανάψας σιγά-
ρον καί περιεργαζόμενος βραδέοις την
στέρναν τοϋ προανλίου τοΰ ναού καί
τα πτωχά κελλία τού έρημίτου μοναχού,
δστις άποζεΐ έκεΐ είς την έρημίαν έκ των
είΰοδημάτων τής μονής, καί όστις είχεν
απέλθη την πρωίαν εκείνην κατά τάς
πληροφορίας τοΰ Γιάννη παρα των χωρι-
κών, άπό όρθρου (3αθέος είς την πόλιν
πρός προμήθειαν τρθφίμων καί δ?.λων
άναγκαίων πραγμάτων, τα όποΐα είχεν
εξοδεύση κατά τίιν τελευταίαν πανήγυ-
ριν τής μονής, παν·.γνριζού5ης την 24
Αύγούθτου. Μετ" ολίγον αφίκετο κα'ι ό
φίλος μου, έξαπλωθείς καταγής αυτήν
την φοράν λίαν κεκοπιακώς. Τόν άφήκα
ν' άνάψη σιγάρον, καί τόν ιιρώτηύά ϋ-
στερα περί των έρευνών τού ύπομειδιών.
— Λιθάρια ! .. λιθάρια φίλε μου ! μοϋ α¬
πήντησε μέ την Ιδιάζουσαν μανιάτικην .
προφοράν τού. .
__ Καί δταν σκέπτεται κανείς, ϋξηκο-
λούθησεν, δτι σ' αύτη τή θέσι ποΰ κα¬
θήμεθα τόρα, άπέο"τιλβεν άλλοτε ό πλοΰ-
τος κ' Λ δόξα της πλουσιωτέρας καί τής
μεγαλητέρας Αίτωλικής πόλεως...
Κ' έσιώπηΰε συμπληρώσας τοΰς λόγους
τού δι' ενός έταθτικοϋ γύριο ρλέμματος,
περιστρέφων πάντοτε τόν ΙΙαυσανίαν με¬
ταξύ των χειρών τον. Ό λίαν άποκεκμη-
κώς Γιάννης ηκονε μέ άνοικτονς οφθαλ¬
μούς, θεωρών μετά θάμδοχ'ς ποτε τόν ό-
μιλοϋντα καθηγητήν, καί πότε τό μικρόν
τεΰχος τοϋ Παυσανίου, ώς άπλοΰς άγρό-
της πρό τής μαγικής όπής πλανοδίου
πανοράματος. Τόν διέκοψα τής άφοϋιώ-
3εώς τού·
— Τό λέν καλά τα κότσια σον ρέ Γιάν¬
νη... καί σέ ανήφορο μάλιστα ! Άνεθη-
κώθη άπομάσσων τό μέτωπον διά τής
φονΰτανέλας τού.
— Τί τα θέλεις άφέντη ! μ' έκαμεν τό
λιοπώριν... έι(τΑλιο"εν, εξακολουθών να
άπομάϋσηΐαι.
Επήλθεν ολίγων ΰτιγμών σιγή, τίιν ο¬
ποίαν διεκοι^εν ό Γιάννης ύψώσας τόν
δείκτην τής χειρός πρός την άρΐυτερφ
μας εκτεινομένης πλευρίιν άπορρώγος
βράχου, ύι|;ουμένου έκεΐ πρό των όφθαλ-
μών μας.
— Καί δέν θά παήσετεν έκε^απάνου ;
ηρώτησε.
— Ιΐοϋ ! άνέκραξεν ό καθηγητίις φέρων
εύθϋ τό άορίστως πλανώμενον βλέμμα
τού πρός τό μέρος τοϋ Ρράχου.
— Νά ! έκειαπάνου, κΐτρ δάι!καλε% εξη¬
κολούθησεν όΐ'ιαννιώτης. Μπορεϊ νά μην
ένε καναν ϋτρατί;...
"Α ! άνεφώνησεν άνεγερθείς καί ύύρων
με έκ τυϋ ^ραχίονος ό φίλος μου πρός
τόν 8ράχον, όμοιάζοντα μέ τεχνικόν όχύ-
ρο>μα εκτισμένον διά τεραστίων αξέϋτων
λίϋων έρριμένων, τοΰ ενός επί τοϋ άλ¬
λον, υπό τής ίδιοτρόπου φύσεως, ξέρεις
ποΰ θανε τό 3ουνό ποϋ ΰυνήρχοντο κάθβ
φθινόπωρο οί άπόκλητοι των ,Λΐτωλών ;
Κ' έπροχωρήσαμεν.·
Μετά πολλάς άνιχνεύσεις εϊιρομεν τέ-
λοςτήν άνωφερή στενωπόν, ήτις φαίνεται
άλλοΰ μέν λελαξευμένη υπό ο"μί?.ης επί
των κρημνωδών πλευρών τοΰ ^ράχου,
άλλοϋ δέ ΰπ' αυτής τής φύσεως. Μόλις δύ.
ναται νά διέλθη τις δι'αυτής μέ κίνδυ¬
νον νά ριφθΐϊ κάτω είς την ελαχίστην
όλίοΌησιν μικροΰ λίθου. 'Οχνρότερον, ά-
πορθητότερον τεϊχος δέν ηδύναντο ν6
εΰρωσιν οί πολιοί άπόκλητοι, δπο>ς
συο"κεφΟώσι περί των ο"υμφερόντο>ν τοΰ
κράτος των. Ό έχθρός ύπερβαίνων τα
όρια τής χώρας καί λεηλατών την γήν,
προσέκι πτε διαφθειρόμενος έξ ολοκλήρου
πρό τής έκ φύσεως μάλλον όχνράς πόλεως,
Λτις κατά πάσαν πιθανότητα άνήρχετο
έκ των ΐ/πωρειών των πέριξ (3ουνών μέ.-
χρι τής κορνφής τοϋ βράχου τούτου.
Άναπολώ διά τοΰ λογισμοΰ τόν όμφα-
λόν τούτον τοΰ ΛΙτωλικοΰ δθνους έν
πλήρει τή άκμ^ϊ καΐ τω πλούτω αϋτοΰ.
Άνοικοδομώ* τδ αρχαίον Θερμόν έν δλη
τή μεγαλοπρεπεία αυτού, μέ τάς καλλι-
μαρμάρους οίκοδομάς τού, μέ τάς πλου¬
σίας λείας καί λάφυρα, Λτινα έστόλιζον
ναοΰς καί οίκοδομτϊματα, προερχόμενα
συνήθως έκ των συχνών έπιδρομών καΐ
αρπαγών των άγερώχων άνδρών τού, είσ-
δαλλόντων περιοδικώς είς τάς γειτονι-
κάς "χώρας, καί προίΐάντων είς τϊιν δμο-
ρον 'Ακαυνα^ίαν, μεθ'ής συνεδέετο δι'
άόιαλλάκτου μίσους, καί ρίπτων τόρα τό
βλέμμα επί της ήρημωμένιις ταύτης γης,
εφ' ής άπομένουοΊ μέσω της σωρείας των
αΛώνων, ώς ώχρρίμάρτνρες της άρχαιας
«ύκλείας τις, ολίγοι σωροι λιθων, καί ε-
ρωτων εαυτόν μήηως έγχνα υύμα απα-
τηλοϋ όνειρον. Ηδυνήθη, είς κατακτητάς,
είς Μακεδω', ό Φίλιππος ό 1 '. νά κατα-
δι,ιώσιι, νά κατασκάψη, νά μή αφήση λι-
θον επι λίθου, να καταστήση μηλόόοτον
την επί τυαΌύτοις χρόνοις απόμθιιτον
ταύτην πόλιν, έφ' ής ανεκυκάτο ή ζωτϊ
καί ό θόρυδος, ενεφώλευε τό κλέος, ένυ-
πήρχε τό άσυλον έκ των δυότροπών τοϋ
άλλοπροσάλλου "Λρεως, -ένεπυροϋΐο ή ελ¬
πίς κι* το θράσος ολοκλήρου έθνους ; Ί-
θτηρία ! πόσον-εΐνε μεγάλα τα παραδείγ-
ματά ο"ου ! ...
Μότ" αρ«;ετούς έλιγμοϋς εύρέθημβν είς
την κορυφήν τοϋ βράχου, έφ' ής άπλοϋ-
ται μακροσκελές, εύρύχωρον, ομαλόν καί
πλούσιον είς βλάστησιν χλόης οροπέδιον
λουόμενον όλον κατ' εκείνην την ώραν
πρό των ποδών μας υπό τάς φλογερας
τοϋ ηλίου άκτϊνας. Κατ" αρχάς έφερα την
χείρα είς τούς οφθαλμούς, ώς ανθρωπος
παθών αΐφνίδιον ίλιγγον. Ή άλλιιλουχία
των είκονων εν μέσω τής μεγάλας εκεί-
νης ΰκηνογραφίας, ήτις έπληξε τούς ο¬
φθαλμούς μοιι αποτόμως, καθ" όλας τος
διευθ'ύνσ'εις, ένεϊχέ τι το εκπλήττον, τό
Ουναρπαζρν, τό μεγαλοπρεπές ! Ζωγρά¬
φος δέν θά ηδύνατο νά έκλέξχι άρμοδιω-
τέραν τοποθεΰίαν πρός άπότύπωσιν επί
της ϋινόονος τού της μεγαλοτ.ρεπειας
της φύσεως...'υ αύντροφός μου περιήλθε
πολλάκις τό οροπέδιον, τόρα μέν κύπτων
επί τοϋ ΙΙαυύανίου τού, τόρα δέ.άπομέ-
νων έννεος πρό τής θι,ας έκείν>ις. Μ" ε¬
πλησίασε κατόπιν, έγχειρίζων μοί τό τη-
λεϋκόπιόν τού. Διά μέσον των φακων τού
τ' άντικείμενα έπληαίαζον πολύ τούς ο¬
φθαλμούς μου, άλλά μοί ήτο αδύνατον
ν' άπολαύσω ολης τής θέας έκείνης έν
μι,ρ, οϋτα»ς είπβϊν, άπόψη. Τό όπισθεν
μας Παναιτωλτκόν ίτπό την ϋαλον τού
τηλεύκοπίου παρουσίαζεγραφικόν θέαμα.
Λιεγράφοντο εύκρινώς επί -τής μακράς
πλευρας τον μικρά χωρίδια, μέ τούς λευ-
κοΰς ακιθκους των, μέ τα εύρέα άλώνιά
των, μέ τούς άκινήτους έδώ κ' έκεϊ χω-
ρικούς των. Λευκόν διώροφον οίκημα ά-
ποκϊ·ρυμμένον ΰχεδόν ώσει φωλεά, έντός
πευκών καί έλάτων, έν μέσψ της θβλκτι-
κής έκείν>ις έρημίας, μοί άπέσπαθε ^α-
θύν στεναγμόν φιλερήμου πόθου τής καρ¬
δίας μοιι. Λιηύθυνα μετέπειτα τό τηλε-
σκόπιον πρός την πρό των ποδών μου
4κτυλισ5ομένην θέαν. Τό Βραχώρι, ή μι¬
κρά μου αύτη γενέτειρα πολίχνη εφαί¬
νετο ώς μέγας δγκος πεσσών διεσκορπι-
Ομένων επί άβακίου κατόπιν παιγνιδίου.
Ή μεγάλη δκτασις τής εύρείας ΑΙτωλι-
κής πεδιάδος έξετείνετο έν γραφικφ συ-
νόλφ, πλοΐΰίας θέας, κλιμακωτών χρω-
ματιΰμών, έπαγωγών γραμμών καί κοι-
λωμάτοτν Καί ό γραφνκός κϋκλος ιών ό-
ρέων, άτινα περιέδαλλον την μαγικΛν
εΐκόνα δίκην όαπφειρίνων πλαιΰίων. καί
ή άργνρά ταιν(α τοϋ γέρω-Άχελώον, ή ί'-
πολευκάζουσα κάτω πρός τήνδύσιν άνα·
μέΰί)) γραφικών λοφίσκων, γλαφυρών δα-
σών, καί αί δύο άπαθτράπτουσαι λεκά-
ναι ταίν άδελφών λιμνων, παρομοιαζόμε-
ναι με δύο ζαφειρένια μάτια άγαπητοθ
πρόσωπον, καί τα έθπαρμένα έδώ κ' έκεϊ
χωρία, καί αί μακραί άμαξητο'ι οδοί, αί
διασχίζοισαι καθ όλας τάς διενθύνοΈις
την πεδιάδα, καί ό άπαστράπτων γλυκϋς
ούρανός, ό εκτεινόμενος άνωθεν τοϋ πα-
νοράματος έκείνου, ώς μεγαλοπρεπής θό-
λος, καί ό ξανι ός Λ?.ιος, ό περιλούων,
καταχρυσίζων, έκχέων την θεΐκήν άν-
ταύγειάν τού, ένέτεινον τόσον νά ϋπο-
πέσω είς ισχυράν μέθην, είς βαθείαν νάρ-
κην των αίσθήσεων, ώστε ό σύντροφός
μόν ηναγκάσθη νά μοϋ φωνάξη έπανειλ-
λημμένως, ότι ήτο καιρός νά κατέλθωμεν.
Εϋρομεν τόν Γιάννην κατακεκλιμένον
ά/:όμη. Τόν έστείλαμεν νά κομίση έκ των
έφιππίων τα τρόφιμα, κ' έκαθήο"αμεν
παρά την ρίζαν των σκιερών δένδρων,
όπισθεν τοΰ ναΐακου, έκεϊ παρά τούς
ξυλίνους σταυροίις παλαιών μνημάτων.
Τό γεϋμα μας κατ' αρχάς υπήρξε σιωπη-
λόν. Έτρώγομεν δλοι μέ πολλήν όρεξιν
καί ή τσίτΰα έσυχνογύριζεν άκούρα-
ο"τα περί την τριάδα, καί Οφοι;μένη πρός
τα Λνω έκατρακιιλοΰσε γαργαριστικόν τό
ήδύγλωσον ϋγρόντηςείς τόν οϋρανίσκον.
Καί έπανελάμδανε ΰυχνά ό καθηγητής,
καθώς η Έκάδη ^τοϋ Όμήρου, είς τόν
έκ τής μάχης ερχόμενον "Εκτορα, παρο-
τρύνουσα αυτόν νά πίη οΐνον, πρός άνα-
ζωογόνηθιν των δυνάμεών τού ·.
'^ΑγόμΊ όϊ χιχιιηωη μίνος μέγα οινος άίζει...
Κ' έπανελάμδανεν έξ αλλου ό Γιάννης:
Έψές ιϋα σζότ νπνο μόν, πΖ>ΐ 'πτίχα οζό βαέη,
>-α ξέριζε, ^ωρ« ποιίία χρασί δέ θα να γίνη
— Τό οτίιρο ποϊ (^ίί^ ού, έγω γά στό (ηγήσω,
ψίζο Οα γέι'ποΛ'υ χρασί, νά πιω χα'ιγα μεθνοω...
τόν .γνωστόν αυτόν διάλογον τοΰ τρα-
γουδιοϋ τοϋ Φρίγκα,- καί τοϋ Μπιλεμπί-
λη,-τών άπαθανατισθέντων αυτών μεθύ-
σων Ιωαννίνων, οΐτινες, έηιχειρήσαντές
-ποτε νά μιμηθώσι τοϋς πάτριώταςτων,καί
νά έκπατρισθώσιν επι τ·ή έλπίδι άνευρέ-
ΰεως εύθιινοτέρου οίνου, πρός κορεσμόν
των φιλοίνων όρμών' των, προτρέποντες
ό είς τόν Αλλον κατά τούς στίχους:
"Αιοζι Ι παιδία /Γ νά (ρνγοϋμε,. νό παμι σ' αΧΧοτ
. [τόπα
νά βρυνμε τό χραοΐ ρζητό, χ αί χάγουμε καϊ χόπο.
έκ τήςπολλής μέθης των, μόλις κατώρ-
θωσαν νά φθάσωοΊ μέχρι τοϋ Λρύθκου,
ολίγον έξωθεν των Ιωαννίνων.
Καί άφοϋ έπληρώθη άφθόνως ό στόμα-
χός μας, ελύθη άφθονώτερον Λ γλώσσά
. μας. Ό Γιάννης ιδίως άπέδειξε τότε μίαν
φοράν άκόμη διά τής άχαλινώτου γλωο"-
ο"αλγίας τού την αλήθειαν τοϋ ρητοϋ:
λιέει"σάν Γιαννιώτης. Καί δέν
ήτο καθόλου δνοότος, μέ τόν ιδιαίτερον
εκείνον έκφραίτικόν τόνον τής Γιαννιώ-
τικηι; προφορας, δότις όμολογώ δτι £χει
δι' εμέ ακατάσχετον τι θέλγητρον. Άφοϋ
• έκενώθη εντελώς Λτθίτία, καί ό ήλιος
έμεσο·υράνηο·ε, Επαυσαν πλέον οί στίχοι
καί ι*ί συνομιλίαι, καί ή τριάς εδείκνυε
λίαν έμφατικά σημεϊα μεγάλης καρώσεως
καίζωηροϋπόθονΓ αναπαύσεως καί ύπνον.
Τοϋ Γιάννη ιδίως ή σιαγών μικροϋ δεϊν
καί έξηρθροϋτο άπό τα συνεχή χαβμή-
ματα. ΝΓ όλην την καρηδαρίαν μου προ-
σεπάθηΰα νά τόν πιιράξω:
— Νυατάζΐ'ΐς, Γιάννη .
Ό άτυχής έκτείνας τοΰς Ρραχίονας δι"
άτόνου τάσεως, μόλις ήδννήθη ν' άρ-
θρώση έν μέσω σειράς διπλών χασμη-
μάτων:
— Τόν Λρρωστο ρωτάνεν άφέντη !... έγώ
θά τόν κλιέψω πειά !...
Κ'έξαπλωθείς ό καλός σου Γιάννης πλα-
τύς φαρδύς, περιέδαλε τιίιν κεφαλήν τού
δια τής χειρός, καί ήρχισε νά ρέγχη
ισχυρώς.
Ήναγκάΰθημεν νά τόν. μιμηθώμβν. Κ'
ένω ό ΰπνος ήρχετο νά μ' άφαρπάση είς
τάς πιέρυγάς τού, καί ένω οί όφθαλμοί
μου ήμίκλειο'τοι εισέτι ένητένιζον πέριξ
πρός την ύπνώττουο"αν φύσιν υπό τό
μαρμαϊρον φώς τής μεσημβρίας, κ' ένφ
ή πνοή τής αΐτρας τοΰ (ίουνοΰ μοΰ έψι-
θύριζεν άκατάληπτα λόγια, ^αυκαλίζου-
σά με ήδέως, καί ή γλυκειά έρημιά
των μερών έκείνων ανελάμβανεν όλονέν
άρμονικωτέραν μαγείαν, ό έκτονισμένος
νοϋς μου άνέτρεχε πρός τούς χαριεστά-
τους ότίχους τοϋ δημοτικοϋ τραγουδιοΰ,
τό οποίον τίς οίδεν άν ή ιδία αύτη έρη-
μία, ήτις μέ άπεκοίμιζεν είς τάς άγκάλας
της, δέν ένέπνευσε είς τόν άπαράμμιλον
ποιητήν τού .
"Ησυχα ποΰινε τα βουνά, ήσυχοι πούνε οί κάμποι !
δέν χ«ρτεροΰνε Οάνατο, γεράματα δέν ϊχοιιν,
μόν" χοιρτεροϊν την ανοιξι, τό Μάη, το κ«λοχ«Τρι,
νά ίδουν τοΰς βλάχους ςτά βουνά, νά Ίδουν τές βλαχο-
[πούλαις,
ν' άχ^ύσουν τό βλαχο'πουλα, λαλ&ντας τές φλογίρες.
βόσχοντας τα χοπάδια τους μέ τα χονδρά χουδούνια.
"Οντας θα στήαουν τα μανδριά την αρτησιά νά φτιασουν
θά 'βγοΰν χα'ι τα χλε^τόπουλο νά παίζουν,ναχορεύουν,
Συχνά συχνά θάροδολαν ςτούς χάμπους τώνΦίρσάλων
νί πιάνουν Τούρχους ζωντανούς, νά γδύνουν σχοτω-
[μί'νοιις,
νά φέρνουν γράιΐια χαι φλωριά,χ' έχεΐ να τα μοιράζουν,
χα'ι νά χαρίζουν. χάνα δυ» 'ςτϊ όίοπρες δλαχοΐϊοιίλες,
χλεφτοντας κα'ι χάνα φιλΐ, χα'ι γλυκοπαιγνιδά'.ι...·
. . Μητσοσ Χατζοποτλοσ
Εΐζ χον περιπατατ.
— Φαίνεται νά είνε άκούραθτη αύτη ή
νυναϊκα.
— Άκούραθτη κι' άκούραστη Ι Χθές
εΐχα μίαν ώραν όμιλίαν μαζή της, καί
δέν μ' Λφησε νά 'πώ ούτε λέζι!
·«-
Είς τ ό έμποριχότ.
Ό πελάτης. Αύτά τα κολλάρά μοΰ
έρχονται θτενά 'ςτό λαιμό.
Όκαταΰτηματάρχης Νομίζω,δτι
αν πλύνετε τό λαιμό όας, θά τα §ρήτε
παλϋ εΰρύχωρα.
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ
Μ-Α &Α1
Σταπστικη μακροδιότητος.
"Αν δώσωμεν πίστιν είς τίνα στατιστικήν δημο¬
σιευθείσαν έν Χιλη χατά τό ετος 1885, ή >ώρα
αυτή δύναται νά-διεκδικήση τα τ.ρωτεΐα καθ" όσον
άφορα την. μχκροβιό:ητα των κατοΐχων της. Κατα
τό δηθέν ετος εκ των χαχοι#χούντο,ν την Χιλήν,
2,500,000 πλείβυ; των 500 ηγον ήλιχ'αν άνω των
100 Ιτών. Είς έφθασεν είς ηλικίαν 150 έτών, μετ"
αυτόν ή'ρ/ετο γυνή τί; 138 έτών. μετ' αυτήν δέ
έτεραι ούο γυναϊχες ««ι είς άνήρ 135 έτίην. Κατό¬
πιν τούτων ετέροι δύο ό είς 132 κα'ι ό ά"λλος 130
ετών. Μετ* ούτοι»; 8 ήγον ηλικίαν 127 έτών, εΐκοσι
πέντε 115, κα'ι περ'ι τοϋς Ιννενήκοντα 110 ετών.
Καί ή "Ρωσσία ωσαύτως '(/ζι νά επιδείξη ττολλά
παραδείγμοιτα μαχροδιότητος. Μετ' άλλων υπήρ¬
ξε γυνή τις κατά τό έ'τος 1848 εν Μόσχα, ήτ'.ς
ηγεν ηλικίαν 168 έτών, χα'ι πλεΐστοι αλλοι άπό 100
με'χρι 120 Ιτών, οΐτινες χα'ι ζώσιν εισετι.
ΦανατικΛ έκδίκησις.
Γυνή τις πνιγείσα είς χά Ίσπανικά ΰδατα, εγένετο
βορά χαγχαρίου. Επι τρι'α ηδη έ"τη ό αύζυγός της
δέν κάμνει ά'λλο {] νά άλιεύη καρχαρίας, μέχρι δέ
της σήμερον, εχϊΐ αυλλάβει περ'ι τοΰς 300, χα'ι α-
χομη έξαχολουθεϊ μετ" ίπιμονής τό έργον τού, έκδι-
χούμενος την απώλειαν της προσφιΛονς τού συζύ-
γου. Νά, πίστις !
Ή αγγλικη γλώσΛα.
'ΪΊΐολογίζουσιν ότι κατά τό ετο; 2000 5) αγγλικη
γλώσσα 6» λαλεΐται υπό 1,700,000,000 άνθρώπων
ένω άπασαι όμαΰ αί άλλαι γλώσσαι μόνον υπο ί)00.
000,00. "Ωστε 4 προα.ο'νιος πόβος της υπάρξεως ίν
τώ κόσμω μιά; μόνης χοινης γλώσσης δέν θ' αρ-
γήση νά έκπληρωθή.
Ο Βουδισταΐ.
Ή βρηακεία ΐοϋ Βούδα, ή αρχαιοτάτη αύτη κα'ι
χατ' εξοχήν θρησκεία της μαχαρίας προσδοχίας,
άριθμεϊ ήίτ, «ν ιω κόσμω περι τα 75,000,000
όπαοοΰς.
Περίεργον έθιμον.
"Εν των περιεργοτέρων έθίμων των χατοίχων των
άνατολΐχών Ίνβιών είνε νά βέτωσιν, όταν νομφεύ-
ιβνται, τόν γαμήλιον δακτύλιον ούχι είς ενα των
δαχτύλων της χειρός, άλλ' είς τον μεγάλον δάχτυ-
λον τού ποδός των. Φΐντϊσθητε τί θ« ϋπέφερον αν
ήσαν ΰποχρεωμένοι νά φοροϋν τ» χομψά μας ΰπο-
δ?{ματα.
Ή ίκτασις τοϋ Λονδίνου.
Αί τρείς των μεγαλειτέρων πόλεων τοϋ χόσμου,
ή Νέα 'Τόρχη, οί Ιΐαρίαιιι χαί τό Βερολίνον δέν
χατίχουσιν ομοΰ το'σην επιφάνειαν δσην χατίχί: μόνη
της ή πόλις τοϋ Λονδινου. Ή άπέριιντος τρΰ Λον¬
δίνου ?χτασ·.ς άποδίίετβι όχι μόν·ν είς τον πβλυά-
ριβυ,ον αΰ:οΰ πληθυσμόν, άλλά χα'ι είς την άραιαν
αυτού χατοίχισιν.
Γραμματοκομαστα'ι πτερωτοί.
Άγγελιαφόροι «ριστι^αι έχγυμνάζοντα·. )[ϊη εν
Πορτσμούθτ], δπως χομίζωσιν ίπιοτολάς έχ τ5ν
πλοίων είς την ξηράν. Είς τινάς εσχάτως γενομέ¬
νας οοχιμάς ΐξεΐέλισαν λίαν ϊπιτυχώς τό ταξείδιον
τοίτο, διελθοΰσβι τον «ορβμόν έν χαιρφ όμίχλης.
"Αν ίγενιχεύωντο οί τοιούτοι πτερωτο'ι γραμαατο-
μισταί, δΐν β« ήϊθύομεν πλίον τα δ|«αι« πβρά-
πονα των συνϊρομητών μας διά την βραδεΐαν λήψιν
ον Μουσείον.
Μόνον δν αντίτυπον.
*Έν αντίτυπον παλαιάς τινος εκδόσεως των
ΠθΙΗΜΑΤϋΝ ΛΤΟ ΑΛΕΛΦΩΝ — ΆλΡρέ«ου
χα'ι Φρειδερίκου Τέν»υ_σον — έπωλήΌη εσχάτως έν
Αγγλία αντί 500 φρΛγκων !
"Αστατος τύχη.
Πρό τίνων ήαερών απεβίωσεν εν τινι των Ιν
Βιέννϊ) Νοσοκομείων, συνεπεία αϊφνηδίου δυςττυχη-
ματος έν οδώ, είς όδηγος λεωφορείου τινος, όστις
επι πολλί ετη εΰρίσχετο έν τ^ 6πηρεσία της Ιϊαι-
ρίας. Μετά τόν Ηίν&χόν τού εγνώσθη ο:ι ό ταπει-
νός ούτος υπάλλΐ,λος ήτο-τίς νομίζετ; ; — ό βαρώ-
νος ΕΓνΛ'ίη 8θ1ΐδη81βίη, τελϊυτ»Γος ΐπό^θΜθς ?ια-
κεκριμένης οικογενείας κα'ι άλλοτε χάτοχος περιου¬
σίας έχατομμυρίων !
Άκρίδες. '
Είδικη" τις άμαξοστοιχία τοϋ Τζα'ικ Γχούλδ ηναγ¬
κάσθη εσχάτως είς Χτίρλινχ τοΰ Κολοράδου ν* χνα-
χόψη τόν δρόμον της ώς εκ τοΰ σμήνους των αχρί-
δων, αίτινες έκάλυπ:ον κ»τά «τιδάδας χαί είς μεγά¬
λην απόστασιν τάς αιδηρα; ράδδους. 'Εδ/ησε δέ νά
χαθυσ-ερη'στ] ή άμαζοστοιχία 12 όλας ώρας.
Εύτυχεΐς κατοχκοι.
Έν Κανσάς συνέστη ίταιρία, ήτ.ς διά χαταλλη*-
λων μηχανημάτων βά παρε'χΐ) είς την πόλιν ψυχρόν
άέρα χατά τό θέρος χα'ι Θερμόν κατά τόν χειμωνα.
Μουσικόν λίκνον.
* Ή τελευταία άναχάλυψ)ς έν Άμερικη είνε λίχνον
δπερ κινεΤται διά μηχανισμοϋ, ταΰτβνρΓίνως δέ ανα-
χρθύει μουσιχά βαυκαλιστιχά τεμάχι» διά τα νηνια.
Ή άζία τού είνε 30 λίραι.
Διαζύγιον μετα Θάνατον.
ΓραΤα τις κυρία, άποθανουσα εσχάτως ϊν Βενσέν,
έκληροΐότηαε την έξ 8,000 λιρών περιουαίαν της εις
την γεννέτειραν αυτής πόλιν Τούλ, πλήν 45 λιρών,
τάς οποίας διέθεσε δι" έ'ζοδα της χηδείας της. Ώ;
μόνον ομως Ορον τής διαθήκης Ιίθηχε νά την θάψωσιν
«όσω τό δυνατόν μαχρΰτερα τοΰ μακαρίτου' συζύγου
της ! »
Άμοιβαΐα συγχαρητΛρια.
Νεάνις τις ίκ 5η»ίβ1(1 Ιγραφε χατά τό ίτος
1879 πρός τόν γηραιον ατατάρ/ην Μόλτχε, ότι
ϊ|σθάνετο εαυτήν ύπερήφανον διότι ίώρταζε χιιβ' η"ν
ημέραν χαΐ αίτός τα γεννέθλιά της. Ό φιλόφρων
στρατάρχης είς απάντησιν χγ, έ'ατειλί την φωτογρα-
φίαν τού μέ μίαν «ύτόγραφον επιστολήν, εν η την
συνέχαιρε διότι δέν εΐχε γεννηθξ χατά τί ίδιον ετος
μέ αυτόν.
Συγγραφομανία.
Κατά τό ετο; 1800 μυθιστορΐ(ματα {ξεδόβησαν ίν
1118, Άμεριχϊ) άπέναντι 881 δημοσιευθί'ντων έν Μ.
Βρεττανία χατά τί αΰτό ετος. Ό δλιχός δέ άριίμός
των έχδοθι'ντων χατά τό ^ηθέν ετβς βιβλίων είς τάς
δύο αύτάς χώρας είνε 4559 «πέναντι 4414.
Άλλη μανία.
Γυνή τις άνέγνω 26 μυθιστορτ{ματα, όπως εΰρ]
κατάλληλον όνομα 8ιά την μικράν θυγατίρ» της,
χ«Ί ΙπΊ τέλους την ώνόμασι Μαρίαν.
Πλούσιοι έηαΐται.
Δΰο των πλουσιωτέρων επαιτών τοΰ χόσμου «πέ-
αχον εσχάτως τοϋ έπαγγέλματος των ίν Κιέβ. 'ΕπΙ
πολλά Ιτη εκάθηντο ζητοϋντις ίλεημοβύνην Ιξωίεν
ττϊς ΜητροπΛεως τοϋ Κιέ6 Ό είς τούτων ονόματι
Ταχωβόβχη είνε ίδιοχτή:ης οΐχία; 2,000 λιρών, εχει
ϊέ χα'ι χατατεβΐ'.αίνας πβρά τΐνι τραπέ?5 χαί 6,000
λίρας. Ό έτερος έπαίτης, Βασίλουίχ, ώχοίο'μησε
δύο οίχίας 15000 λιρών. Αμφοτέρας ταύτας ίνοι-
χιάζίΐ χ«Ί ζή 8ι« των είσοϊημάτων.
Πατριάρχης Διονύσιος ό Ε'
Την 12 Αΰγούστου, τή» 3 ώραν τής προ,ίας 6 πά*
ΐριάρχης Κωνσταντινουτ.ό/εως Διονύσιος ό Ε'. απέ¬
θανε.
Διονύσιος ό Ε'. εγεννήθη έν 'Ανδριανουπόλει τ^
1820 ΐχ γονέο;ν πτωχών. Προπαιδευθε'ις είς την
γεννετειραν αΰτοΰ πόλιν, μετέβη μετά τόν θάνατον
των γονέων τού, εις Κωνσταντινούπολιν, δπου εμα-
θήτευιεν είς την Μεγάλην τοϋ Γένους Σχολτ|ν, πε¬
ρατώσας αύτόθι τάς σπουδάς τού. Διωρίσθη είτα
διδασκάλους έν Σαράντα Έζ«λησίαις,οπου χα'ι ηΰδο-
χίμησεν, έργασθε'ις αόκνως, εως οί, επανελθών είς
Κωνσταντινυύπολιν, προε/ειρίσθη ε'ς διάχονα, χαί
διίμί'.νεν ίν τοίς Πατριαρχείον, ανελθών ίεραρχι-
χως άπαντας τοΰς βαθμοί,ς των χληριχών άξιωμάτων.
Τω 1855 τροεχειρ'σθη είς Μέ^αν πρωτοσύγγελον
χα'ι, πατριαρχεύοντος Κυρίλλου ^οΰ άτ.ό. Άαμσε^αςΓ
εχειροτονήθη μητρολολίτης Κρήτης. Κατα τό διά-
στημα τής έν Κρήτη άρχιερατείας τού έξερράγη αΰ-·
τόθι ή Ιπανάστασις, ίίς ήν έλαβεν ένεργόν ρ.Ερος,·
αυμβουλεύων μετριοπάθειαν χα'ι άποχήν άπό παντός
φανατιχοϋ χινήματος. Ή ε'πιφυλαχτιχή αυτή διαγωγη*
τού άπη'ρεσεν είς τοϋς Κρήτας, οΐτινις εζήτησαν
την άνάκλησίν τού. 'Ανακληθείς τόν Νοέμβριον τοϋ
1868 επί Γρηγορίου τοϋ ΣΤ', μετετέθη είς την μη-
τρόπολιν Δ>δυμοτεί/ου κα'ι μετά δύο £τη εξελέγη,
μητροπολίτης ΆνδριΛνουπόλειο;* επι τής τρίτης πα-
τριαρχείας Άνθίμου τοΰ ΣΤ'.Έν 'Ανδριανουπόλει,
άντιταχθι'ις χατα των παραλόγων άζιώσιων των
Βουλγάρων, υπέστη τω 1879 υβριις κα'ι χαχώαιις
χα προπηλακισμύυς έν μέση όδφ 6πό τοΰ βουλγαρι-
χοϋ όχλον, μόλις οωθείς ΰπ' αυτών δια τής ανδριίας
'Ρώσσου τινός στρατηγοΰ, χαί δια τής μισολαβήσεως
τον τότι αύτόθι έλληνος προξένου χ. Γινναδίου,
δστις άναίσθητον χαί αίμόουρτον παρέλαβεν αυτόν
είς τό προξινιΐον. Ό Διονύσιος 6 Ε'. ησθένησε
τότε επι πολλομς μήνας, μόλις δέ αναρρώσας εζή¬
τησε την μετάθεσίν τού χα'ι διωρίσθη πρόεδρος Νι-
χαίας, όπου διέμιινε (*ίχρ τού 1886, ίχλεχθεΐς ίχ
δευτέρου μετροπολίτης Άνδριανουπύλεως χα'ι δια-
τελέσας τοιβϋτος μέχρι τής 23 Ίανουαρίου 1887,
δτε η ψϊίιΡί^ϊ της Έχχλησίας ·νεβίβασ*ν «ύτδν εις
τόν Πατριαρχείον θρόνον. Έν τω ΰψ/στω τούτψ
-ΓΪ}ς όρθοδοξίας άξιώματι Διονύσιος ό Ε' άπέδειξε
σύνεσιν χαι θάρρος χαί καρτερίαν κα! σθ/νος ψυχής
άνυπέρβλητον.
Τό μνημεϊον τοΰ Λαφονταίν.
Τή* 14/26 Ιουλίου εγένοντο έν Αϋΐβϋΐΐ τα
άποχαλυτήρια τοϋ μνημείου τού γάλλου μυθογράφου
ποιητοϋ Λαφονταίν. Επι οχτώ όλόχληρα ϊτη ί)
πρός ανέγερσιν τοΰ ΐίρημένου μνημΐίου έπιτροπή
6πό τήνπροεδρίίαντοΒ ποιητοΰ 8ΐΐΙ1ν ΡΓαάΙΐθΙΪΙτηβ
είργάζιτο επι τούτω. Τό Μνημεϊον έ'χει ώς εξής :
Επι βτήλης 4 μ. χαί 50 ίχ. ΰψους ίσταται ή ϊξ
όριιχάλχοΐ προτομή τού μιγάλου μυθογράφου, τόν
οποίον στέφιι ή πτιρωτή Δόξα' παραπλεύρως ίστα¬
ται χί πνιΰμα τής Σατύρας, φέρων είς την χιΐρα
την προαωπίία. Επί το* ίνω περιθωρίου της ατή-
λης 4 Κίιρ-Κόραχας (τοΰ μύθου) τρώγει τεμάχιον
—ροβ* ή «λώκηξ κάτωθεν τόν παρατυρεΐ. Επι των
βαθμίδων αί δύο περιστερα'ι χαί ό λίων, 6πενθυμί·
ζόυσιν τοΰς έξοχωτίρους των μύθων τού" 5πισ6ιν,
ίν τη χλό{, ό χορυδβλός συμβουλεύει τοϋς νεοσσούς
τού, Τό ίιπόβαθρον, ήμιχυχλιοιιδέ;, έχτείνεται είς
πλάτος 8 μ·
Διά τό ίλον μνημεΐον έδαπανήΐησαν 54,000
φράγχα, ίξ ών τό χράτος χατέβΐλε 12,000, ή πόλις
ό χ.
ς τόν
χαι ως
διήγησις δέν παρουσιάζη έργον τέχνης· ή στρατόν χΐι ίν γένει είς τοΰς σπου2άζοντ«ς την μο-
γλώσσα προσπεποιημένη, ό δέ διάλογος αβύσΊχος. νομαχ'αν. Έν τέλει τοϋ βιδλίου ύπάρχει,παράρτημα
Έν τούτοις μεθ' »λ« αΰτά τα έλαττώματά τού υπο- έν ω έχτΐθενται τα περ'ι δικαατηρίων χ« συμβουλίων
ώ άξώ έ Γί
12,000 χα ίπίλθιποι 30,000 είσεπράχθησαν δι' δου μάλλον ^ χαθόδου, λάβετε τα μέτρκ ρας, διότι πολοναγοΰ τοϋ πεζιχοϋ. Εΰμεθοδωτάτη διδασχαλία
έρανον. ή γυνή αύτη θά είνε ϊστατος. τής μονομαχίας, χαθ' ολου; αΰ:ής τοΰς χλάδους.
Άγαλματοποιός αυτού είνε ό Λυμιλάτρ, χοσμη- "^ είς τόμον έχ 280 εελίδων, γεγραμμένων χατόπιν με-
ματογλύπτης ό Δυχρός χα'ι άρχιτέκτων ό Φράντζ, χ. Άτδρΐαγ Ά. Ά. Είς Ζάχυνθον. —Τα διή- λέτης μακράς περί την ρηθεΐσαν σωματικήν αΐχησιν.
δβτις ε"σχε την εύφυά, ιδέαν να δώση είς τό μνημεΐον γημά σας εμφαίνει χάλαμον άρνάριον χα'ι αγύμνα- Λια τοΰ είχονογραφημένου τούτου εργου τού
τα υφος τής έπο^ής τοϋ Λουδοβίκου ΙΛ'. ' στον. Και ώς πλοχή χα'ι ώς ψυχολογική ανάλυσις Χρυσοχοίδης προσφέρει αληθή υπηρεσίαν εί,
Ό Ιησούς
παρά τή Μάρθα καί Μαρία - - ·
σχεται μέλλοντα εργα αα;, καλλίτερα χα'ι τεχνιχώ- τιμης αξιωματικών έν Γερμανία.
Τω% καιρώ έχείνω ό Ιησούς μετέβη είς τίνα χώ- τερα- »β*ετε τό τάλαντον χα'ι τα διακρίνομεν με-· Ν. /. Λάσχαρη. — Τό Καχό Σνναχάητ,μα.
μην, βπου γυνή τις όνθμαζομένη Μάρθα τόν ίιπεδέ- ταςυ τών γραμμών τοϋ χειρογράφου σας· καλλιερ- — Κωμωδίά μονόπραχτος, διδαχθεϊσα τό πρώτον
χθη είς τάν οίκον τ,ης. Ή Μάρθ* αυτή εΐνεν άδελ- γ^,Ετ6 τ0 χ,ίΧ»ντΓίν σας χα'ι θα επιτύχητε. Γράοετε υπό τοϋ θιάσου «Μενάνδρου». " Έν τί, χωμωδία
φήν, χαλουμένην Μαρίαν, ήτις, χαθεσθεϊσ, παρά τοϋς χα(. μί) σπ£υδετ6ι χα; ?ιβν τε^νουργήσετε καλλίτερον ταύτη καίτοι ΰσΐερούση πολϋ χατά τήν'δραματ'ιχήν
πόδας τοϋ Ίησοδ, ήχουε την διδαχήν τού, ένω η -'...._.
Μάρθα χατεγί/ετο μετά π·λλης ' φροντ'δος είς τα
οίχιαχά εργα. Άπϋκαμοϋσα ή Μάρθα είπεν είς τόν
Ίησοΰν : Κύριε, δέν βλέπει^ ότι ή άδελφή μου μέ
!λθ$ ή σειρά τού, μέ μερικάς άφαιρέσεις, αν Κοινωηχι) οίχογομία, πρός χρήσιν των πολλών,
ιιτρέπετε. Διά τάς υπέρ τοϋ 'Ατιιχοΰ Μόν- μεταφρασθεϊσα υπο Α ΐ. Λιδαθηνοπούλου. Τόμος
εύμενεΐς έκφροίσεις σας σας ευχαριστούμεν. έξ 187 σελιδων, χρησιμότατος κα'ι 7ΐολυτιμότατος.
'· * Έν ΆλεξανΒρεία, τιμαται φρ. 2 '/··,
φαίνεχαι έν τούτοις το χωμιχάν τάλαντον, όπερ δ χ.
αφήκε μόνην νά έργάζωμαι ; εΐπέ της λοιπόν νά μέ «
βοηθήση. Ό δέ Ιησούς απήντησε : «Μάρθα, Μάρθα,
μεριμνας χα'ι τυρδάζη περ'ι πολλά· ενός δέ έστι
χρεία Μαρία δέ την αγαθήν μερίδα έξελέξατο, ήτις
θΰχ άφαιρεθήσιται άπ' αυτής.» (Λουχάς χεφ. ί. 38)
Τό μίρος τουτο τοϋ Εΰαγγελίου παριστα ή έν σελ.
32 εικών.
κ & Δ_ Ε;ς ·Αγρ(νιον _ Τί ποίίιμά σας Λάσχαρης^νέδειξεν είς τας νεωτέρας χωμφδίας τού
ί?μιονιχ(;ν. 6« τό δημοσιεύσωμεν ίϋχαρίστως χ.ι -ρέχ,ονται έλπίοες μέλλοντας χαλλιτέρου.
^ μ δ «) ί ό ή ω λ
Άναγκαίαι' δηλώσεις.
άποθτέλλονχες ϋλ,ην πρός δημοόίευ-
έν χφ «Άτχχκώ Μθυσείΐ·)
Λ εύθείας
Ιΐολέμη.
ιευόμενα ίι μη,
Δ. Γ. Άσσον. Ένεγράφητ,χ.Ί α'. φύλλον «πε- Παρακαλθϋνχαι οί κ. κ. συνδρομηχαί,
στάλλη ποο πολλοϋ. Κ. Α. Τελώνην Στυλίδα. Νέο. Οί πρθτΐθέμ,ενθΐ ν& μεχακθμΐόθωθΐ καχά
, συνδρομητα ενεγράφησαν·, έλλείποντα φύλία άπε- τόν Σεπτέμβριον, ν4 γνωΟτοπθΐησ-ωσΛν
-------' ' ,τάλησαν, αναμένομεν ενεργείας σας - Γ. Π. Θή- Λμ« εγκαίρως την νέαν αυτών διευθυν-
■ ΆγτώσΓω {ισποιτίδι Ιδού δτι λύομεν την άπο- ραν. Άπηντήσαμεν. — Γ. Α. Κ. Σϋρος. Συνδρομή σ"ιν, ίνα μη έπκΐυμδώθ-ι λάθη κατά
ρίαν σας : Ή Άσπασία, ή ίρωμένη τοϋ Περιχλέους, ελήφθη ιΰ/αριστοΰμεν. — Ε. Κ. Βώλον. Ένεγρά- διανομήν τού
ήχμασι τώ 470 (π. χ.), ή Αύρηλ(ανί) Παρθένος φητε χα'ι φίλλα απεστάλησαν. —Γ. Ζ. Ζάκυνθον.
(Ίωάννα Δάρχ) εγεννήθη τώ 1409 χα'1 ι'χάη ζώσα Λίαν προσεγώς θά λάβετε επιστολήν μας. δ.
τώ )431, ή Βϊατρίχη, ή έρωμένη τοϋ Δ«ντ·υ, Ρ. ΡαρρΒδΙγ. Συνδρομηταί 6 ενεγράφησαν χαι
έγιννήθη τί) 1264 άχε'θανε, τω 1290, ή Κόριννα, τα φύλλα απεστάλησαν εΰχαριστοϋμεν θερμώς· τα- ταΛ ν& ()·υνεννθθϋνταΐ
ή «οιήτρια χαΐ διδάσχαλος τοϋ Πινδάρου ήχμασε χυδρομιχώς άπηντήσαμεν. —Λ. Ε. Ρΐιϊρροροΐϊ τοϋι ετέρου των δΐενΐθνντών Κ. Ι.
τώ.490 (π. Χ ), ή Γεωργία Σάνδη εγεννήθη τώ ομοίως — Ι. Π. Π. Ναύπλιον Ευχαριστούμεν θερ- >ρα χειρόγραφα, δημοσιεύομεν
1804 απέθανε τώ Τ876, ή Σαπφώ ήκμασε τώ 610 μώς δι' έπανειλλημένας ενεργείας σας υπέρ τοΰ Α. 'δ£ν
(π. Χ.), ή χυρία Στάελ εγεννήθη τω 1766 άπέ- Μ. ΰπομονή συνδρομή ελήφθη — Μιχ, Έ. Πά-
θανε τφ 1817, ή φιλόσοφος Ύπατ'α εγεννήθη τώ τρας. Συνδρομή ελήφθη· ευχαριστούμεν — Ν. Π.
370 απέθανε τώ 415 μ. Χ. Μήπως χρατε^τε λη- Όδησσόν. Σάς ευχαριστούμεν. Τα βραβευθέντα ποι-
ςιαρχιχα βιδλία των γεννήσεων χαι ιών βανάτων ήματα τοΰ Ι. Π. δέν εξεδόθησαν εισέτι είς τόμ,ον.
των έξόχων γυναιχών ; "Αν έπιθυμήτε τόν υπό τόν τίτλον Χίψώτανθοι προ-
ΤΛ'~ γενίστερον τόμον τού γράψιτέ μας νά σάς τόν στεί-
Πιριϊργω. — Κατα τοίίς α'ιβθητιχούς, ή ενθιΐα λωμεν. Τιμαται 2 φρ δια τοίις συνδρομητάς μας.
ιή εμφαίνει τα μεγαλείον χαι την Ινότητα· ή _________
έπαναπαύει τόν όφθαλμόν διά τής ποι-
χιλίας των έντυπώσεων ή δέ όφιοηόι^ γραμμή,
την όποιαν έξεθείασεν ό αγγλος ζωγράφος Ηθ^ΒΓΐΙΐ,
συνενοΐ ίν Ιαυτη τα στοιχεΓα τής ποικιλίας χα'ι τής "Εκβισιο ιώ>· πιπραγμίνων έν τή χειρουργιχϊί ^αχ2ΐχχβχνχκωτάτων είκόνων καΊ ϋλης έκ-
Ινότητος. Ή όιριοειδής αυτή ι) χυματοειδής γραμ- χλινιχή τού έίνιχοϋ πανεπιστημ'ου, συνταχθεΐσα υπό ιΛντ$Γ
.Δία
συνδρομητάς.
προηγούμενοι τόμθτ τοϋ «Άτττ-
, Μου(3ε[ουΛ ων η τιμη είνβ 12 δραχμ.
^ τό έ(?ωτ ον κα1 15 διά τό έξωτερι-
κον' ε1ς τούς Συνδρομητάς παλαιούς Κθί
νέθΰς, πρθθφέρθνταΐ μόνον άντΐ 8 δραχ-
νών οιίι τ0 εσωτερικόν, καΐ 10 φράγκων
χρυ(5ών δχά τό εξωτερικόν. Έκαο-τος τό-
μος ΰ,ποτεχ-εΐχαχ 6Κ 200 σελίδων, μεΰτών
μή, την όποιαν ίχάλεσαν χα'ι γραμμήν ΐης χαΛΛο- Κωνστ. Π. Ι. Λάμπρου, επιμελητάς της χλΐνιχής.
νί)Ο, εμφαίνει υπέρ πάσας τας άλλας, ΐήν έννοιαν Όγχώδης τόμος εχ 479 σελίδων 8ου σχήματος,
λ,εκτης.
Έπίοης οί «Χειμώνανθοι», θυλλογη ποι-
ς ζωής, διότι κάντα τα ζώα κα'ι τα φυτα παρου- μετά 44 είχόνων. Είνε άξιοθαύμαστος ή έμβρίθεια ματων Ιωάννου Ιΐθλέμη,__τόμθζ έκ 224
σιάζουσι την γραμμήν ταύτην ίΤτε έν τω σ/ηματι- χ«Ί ή ά.ριδεια, μεθ' ής έκτίθενται αί άπό 1ης Σε- σβλίδων έν πολυτελεστάτη έκδόΰεΐ Κθΐ
σμ^ί των είτε έν τη κινήσει των. Περιεργοταται είνε πτεμ6ρ·ου 1889 μίχρι 31ης Αϋγούατου 1890 νοση- £π^ έκλεκτθϋ χάρτον τιμώμενος άντί
αί έ*1 τής διευθύνσεως των γραμμών παρατηρήσεις λευθεϊσαι ίν τή χλινιχη νόσοι, χαθ' όλην την πρόο- δραγμών 3 — προΰφέρονται είς τθύς Ουν-
χα'ι Ιδία αί ίκί τής διευθύνσεως των λοξών γραμ- δόν χαϊ πορείαν αυτών χα'ι μετ» των ελαχίστων λε- 5ρομητίΐς τοϋ .'Ατηκθϋ Μθυθείθυ» μόνον
μών. Ή /λοξότης των γραμμών ίχ των χάτω πρός πτομερειών. Τιμαται δρ 6, δ.ά τάς επαρχίας 6 '/, ώντ1 5ραχμών 2 διά τό έθωχερΐκόν καΐ
τα ίνω είνε σημείον διαχύσιως, εύθυμίας, ήοονής, χα'ι διά τό ·ξωτερικΓ5, φρ γρ. 7. Τα έργον τοϋ Λνχ^ φράγκων χου(ίών 2 διά τό έξωχε-
άστασίας- είς τόν γέλωτα αί γωνίαι των χειλέων ΰ- γνωστοϋ ϊατροϋ κα'ι έπιμελητοΰ τ^ς κλινικής κ. Κ. .
ψοϋται, οί ρόθωνες διαστΑλονται, χα'ι τό δέρμα, Λάμπρου δι' δπερ είνε αςιος πλείστων συγχαρη·
ρυτιδοόμενβν περί τοϋς μήνυγγας, κάμνει ν' άνέρ- τηρίων συνιστώμεν θερμώς είς τόν (ατριχόν κόσμον. 5 » ,
χωνται τα άκρα των όφθαλμών. Έν γένει είς τόν ϊΐραχτιχι) ίατριχη των οίχαγ(τιιΖ>γ, συγγραφε(σα * *
γίλωτα ή μορφή παρουσιάζει γραμμάς ανερχομένας, υπό Τ. Καρδαρά, ίατροϋ. επι τή βάσει των νεωτέ- Ό Λμέτερθς όυνεργάτης Κ. Κίμων Μν-
Ή λοξότης δμως των γραμμων ού/'ι χλίον ίχ των ρων χα'ι μάλλον δαδεδομενων τού εί·5ους τούτου χαηλΐδης αγγέλλει Χήν προσέχη έκδοσιν
χάτω ποος τα ίν·>, άλλ' ίχ των άνω πρός τα χάτω Γαλλιχών συγγραμμάτων. "Ηρξατο έχδιδομε'νη είς .Σελίδων Ήμερθλθγίθυ·, δΐηγήματθς υπό
έ»φράζει συνεχεΐς ίδέας θλίψιως, μελέτης χα'ι σοβα- φυλλάδια έχ 32 σελίδων χα'ι πωλουμένη είς τάς ό- τόν τύπον ημερολθγίθυ, ούτινος απο-
ρότητος· ούτως έν τη θλίψει κα'ι έν τώ θρήνω ή δούς άνχϊ 20 λεπτών έκαστον φυλλάδιον. Σύγγραμμα θπαϋμα δημοσιεύομεν έν τω άνά Χ^9α·
μοιφή παρουσιάζει γραμμάς χατερχομένας Εάν χρησμότατον διά πάσαν οίχογέσειαν, άναπληροϋν τόν τεύχει.
κοτε άγαπήσετε γυναΓχα, τής οποίας αί γραμμαί ιατρόν είς τάς χροχείρους χαϊ μικράς ασθενείας. Συνδρομηταί έγγράφονΧΟΛ 'ΚΟ,Ι 6ν τω
τοΰ πρόσωπον σάς προξινοϋσι την εντύπωσιν άνό- Μογομαχιτιχή, υπό θ. Δ. ΧρυαοχοΙδου, άνθυ- γραφείω τοϋ «Άττικθϋ
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΦΙΑΟΑΟΠΚΗ ΚΑΙ ΚΑΑΑΙΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ
Συνδρομτι έν Ελλάδι έτ. δρ.10. 'Εξάμ. δρ. 5. —Έν τω Εξωτερικώ έτ. φρ. χρ.12.'Εξάμ. φρ. β. — Τνμϊι φύλλον λ. 3Ο.Έξωτβρ. λ. 50.
'Εκδΐδοτατ δΐς τού μηνός ττί 15 καί 30. — Γραφείον έν οδώ ΦτλελλΛνων αριθ. 24.
ΑΘΗΝΑΙ 31 ΑΥΓΟΥΠΟΥ 1891
ΪΙΕΤΘΤΝΤΑ1
ΓΓΛΕΣΗΣ■
ΙθΛΕΜΗΣ
ΕΤΟΣ Δ'.-ΑΡ. 4
ΑΝΑΚΡΕΩΝ '
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΤΣΕΙΟΝ
«—»ί|Γ^ |Ιι'Ι ι^| ΙΊΙΗΙΙΙ'|Ι1Ι~Γ'
ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΜΟΛΤΚΕ
πας ό γαλλικός χύπος συνεκινήθη
Ι έκ των άρτι έκδοθέντων Ά π ο-
ίμνημονενμάτων τοϋ Γερμα-
νοΰ σ"τρατάρχου. Ώσει μή ήρκει το μΐσΌς
το οποίον έπέσυρεν έφ' ί-αυτον διά των
ώμοτήτων τής εκστρατείας τοϋ 1870, ηθέ¬
λησε νά προκαλέση, καί επ" αύτοϋ τοϋ
τάφον τον των θυμ.άτων τού, τάς εύλο-
γιας βνθυμίζων αυτοίς την ητταν, τόν
αφοπλισμόν, την ταπείνωσιν ην τοίς επέ-
δαλεν. .ΟΙ Γερμανοί, λέγει, ηναγκάσθη¬
σαν νά σκεφθώσιν άν ώφειλον νά επωφε-
ληθώσι της ύπεριχής, ην δσχον επί έχ-
θροϋ τόσον ΐσχνροϋ,όσον ή Γαλλια, "υταν
' άναλογίζωμαι ότι υί Γάλλοι είχον θεωρή-
ο"ει τάς επι ΰ,λλ,ων εθνών νίκας των γερ-
μανικών στρατενμάτων ώς προσβολήν,
σκέπτομαι ότι πάσα παΰάκαιρος γενναι-
οφροσύνη ηδύνατο νά τοΰς κάμη νά λη-
ο"μονήο"ουν την ιδικήν των ητταν Ή
μονη διέξοδος ήτο νά επιμεινωμεν είς τόν
αφοπλισμόν και την παράτασιν της αίχμα-
λωσίας απαντος τοϋ ο"τρατοϋ έκτός των
αξιωματικών, οΐτινες αφέθησαν ελεύθεροι
επί λόγω τιμής».
Άλλ' άναγ'νωβατε τό ωραίον άρθρον τοϋ
Φραγκίσκον Σαρο"αί τό οποίον εδημοσιεύθη
είς χά «Χρονικά- των Παρισίων. "Ιδετε
μέ ποίον πόνον σχολιάζει. ολίγας μόνον
φράΰεις των Άπομνημονευμάτων
ΐοϋ γερμανοΰ στρατιώτου ό διαπρεπής
Γάλλος. Ιδού αΰτό ολόκληρον έν μετα-
φράσει :
«Εδημοσιεύθη γερμανιστι τό τεϋχος των
Άπομνημονευμάτωντοϋ στρατάρχον Μόλ-
τκε, ένθα άφηγεΐται τόν πόλεμον τοϋ
1^70. Ανέγνωσα καί έγώ, όπως δλο*, τα
άποσπάσ~ματα, άτινα κατεχώρισαν τα γαλ-
λικά φϋΛ,λα. Βεβαίως είναι τα μάλλον
ένδιαφέροντα. Μία σκέψις δμως μοί ε¬
πήλθε κατά την ανάγνωσιν ·. ότι ό πόλε-
μος θά είνε πολυ αποτρόπαιον πράγμα,
Λφ' ού αύτοΐ άκόμη, οΐτινες τόν θεωροϋ-
οΊν άναγκαΐον καί ούτως εΐπεϊν Ιερόν,
προσπαθούσι ν' αποκρύψωσι τας φρικαλεό-
τητας αύτοι) υπό φράο"εις εύπρεπεϊς.
Ό στρατάρχης Μόλτκε, έξ δλων· των
στρατιωτικών έπιβτημόνων, είναι Ιό"ως έκ
των διακηρυξάντων άγερώχως μέ μεγί-
ο"την (3εδαιότητα, την ανάγκην και τα
δίκαια τοϋ πολέμου. Έν ω τα κράτη προ¬
σπαθούσι διά διεθνών ο"υμβάο"εων νά πε-
ριορ{σωσι τάς καταστροφάς κα^ καταΰτή-
σωο"ιν ημερωτέραν την διεξαγωγήν τού,
αίίτός δέν έπαυσε νά λέγη δτι ό πόλεμος
Ουνίσταται είς τό" νά επιφέρη ό έχθρός είς
τόν αντίπαλον τού την μεγίστην κατα¬
στροφήν είς δο"ω 8ννατόν ολιγώτερον χρό¬
νον, δτι τα πάντα έπι·ΐ|ρέπονται πρός ε¬
πίτευξιν τοϋ σκοποϋ τούτον, δτι δέν χω-
ροϋσιν είς αυτόν αΐθθήματα φιλανθρω-
* πίας, τα όποϊα κηρύττουσιν οί φαντασιο-
λογοι, άλλ* ότι άνάγκη νά προχωρης δια
πυρός χαϊ σίδηρον, καταδάλλων, κατα-
σνντρίδων, έκμηδενϊζων πασάν αντί¬
στασιν.
Τάς αρχάς ταύτας δέν έδιστασεν ό
Μόλτκε νά τάς διακηρύττη Πολλάκις α¬
πεφάνθη μέ τραχύτητα όλως γερμανικήν,
δτι αυται απετέλεσαν τόν κανονα τής ε¬
νεργείας τού και ότι συνιστά την εφαρ¬
μογήν αυτών είς πάντας, δσοι είχον άνά-
λάδει την φοβεράν ευθύνην νά όδηγήο"ωσι
Οτρατεύματα είς τα φρχκώδη αύτά σφα-
γεϊα, τα όποϊα όνομάζονται μαχαι.
"Ιο"ως ένόμιζέ τις, έκ των ξηρών καί ώς
λαιμητόμου αΐχμηρών τούτων δηλώσεων
τού, δτι ό στρατάρχης Μόλτκε δέν θά
ησθάνετο την ελαχίστην εντροπήν άντι-
ποιούμενος τό δίκαιον καί νόμιμον των
ώμοτήτων, άς οί Γερμανοι διέπραξαν είς
την χώραν μας τό 1870, έκθέτων αύτάς
μετ' εύαρεσκείας, ώς άποτελούσας μέρος
τοϋ συστι'ιματός τού, δχοντος τό κΰρος
τής φιλοσοφίας, καταδεικνύων, δτι οϋτω,
διά τής ταχντίρας καί τελειοτέρας εξον¬
τώσεως των δυνάμεων τοϋ αντίπαλον, έ-
πετάχν,νε την έκβασιν τοϋ πολέμου καί
κατέστησεν αυτόν διά τοϋ μέσον τού¬
του βραχύτερον, ολιγώτερον καταστρε¬
πτικόν.
Άλλ' όχι. Ό τραχύς αύτός καί έν ταύτφ
άπαθής φανατικός, δστις δέν ώπισθοχώ-
ρησεν οΰτε πρό των εσχάτων άποτελε-
σμάτων των θεωριών τού, φαίνβται κα-
ταλαμβανόμενος, δέν λέγω ύ^ηό μετανοίας,
άλλ' ώσει υπό αΐσχννης, ότε επήλθεν ή
στιγμίι ντά άφηγηθ·ή τα τοΰ πολέμου τού¬
τον, ουχί πλέον είς Γερμανούς, ά^λ' είς
άπαντα τόν πεπολιτισμένον κόσμον, είς
όλας" τάς επερχομένας γενεάς. Ή άπάθειά
τον τόν κατέλιπε και κατέφνγβν, όπως οί
αλλοι, είς φράοεις εύφήμους καί φευδεϊς
Ινα μετατρέψη ΐχ άποκρύψη ΐάς σκηνάς
τής σφαγής και τοϋ έμπρησμον. 'Κκάλν-
ψεν όσον ήδννήθη τας φρικαλεότητας
ταύτας διά τοϋ πέπλον των ^ιελιχρών
λέξεων.
Είδετε τόν τρόπον διά τοϋ οποίον ανα-
φέρει τόν βσμβαρδιΰμόν των Παρισίων. Ή
πράξις αυτή ήτο τ^ άληθεία, νπό καθα¬
ρώς στρατιωτικΛν δποψιν, δλως αδικαιο¬
λόγητος. Τό κακόν, όπερ ηδύνατο νά
προξενήση ό πολιορκητης είς τινάς σνν-
οικΐας τής ι»εγάλης πόλεως, €ο"χε πραγ-
ματικόνάποτέλεθμα την καταστροφήν ούκ
ολίγων οΐκοδομών καί τόν θάνατον άθώων
ύπάρξεων, άνδρών, γνναικών καΐ παι-
δίο>ν, μή δυναμένων νά φέρωσιν δπλα.
Τό γερμανικόν επιτελείον εγνώριζε κάλ-
λιστα ότι αί χιλιάδες έκεϊναι των σφαι-
ρών, αίτινες έρρίπτοντο επί τής πρω¬
τευούσης, θα επέφερον τό τέλος τοϋ πο¬
λέμου είς πολύ ολιγώτερον χρόνον παρα
ή καταϋτροφη Λ Λ κατάληψις ενός προ-
μαχωνος. Άλλ' ήθελε διά τοϋ βομδαρδι-
ΰμοϋ αντοΰ νά έπιδ^άση επί τοϋ ήθικοϋ
των ^Ιαρισινών, νά τούς άποθαρρύνη ή
τους έξερεθίση καί τούς ώθήο"η ούτω είς
απεγνωΰμένον τι διάδημα, τό οποίον θα
τφ παρέδιδεν £τι ταχντερον την πολιορ-
κουμένην πόλιν.
Τα πράγματα έν τούτοις διέιί'ενσαν τόν
ο"ιλλογισμον αυτόν. Τό μΐσος των Παρι-
ΰινών κατά την εποχήν εκείνην είχεν έ-
ξαφθη τ'οβοϋτον Λγριον καί πεΐσμον, ώστε
ή βαρβαρότης αντη έπέρρωσ"εν έτι μάλ¬
λον αύτό καί η άπόφασίς των έμεινεν
άκλόνητος. Ή ψυχηλογική στιγμή κακώς
εξελέγη υπό των κ κ. Γερμανών. Αλλ'
ήκολούθονν πιστώς την λογικήν τοϋ συ-,
στήματός των: νά προξενήίωσιν
είς τόν εχθρόν την μεγίστην
φθοράνείς δσφ δυνατόν ολι¬
γώτερον χρόνον.
Ελπίζομεν νά ίδωμεν τόν κ. Μόλτκε είς
τα άπομνημονεύματά τού λέγοντα καθα¬
ρώς, μέ την ειλικρίνειάν ανθ ρ'ώπον βε¬
βαίου περι των άρχών τού και πεποιθότος
είς αύτάς : Ν αί, είναι άληθές. Ό §ομδαρ-
δισμ'ος των Παρισίων έπροξένησε ζημίας,
των οποίων δέν είχομεν ανάγκην. Ναΐ,
έθανάτω ε τόσους άνθρώπονς,οΐτινες δέν
ηδύναντο νά πολεμήσωσι, καϊ άπό των
οποίων δέν είχομεν τίποτε νά φοβηθώ
μέν. Άλν ό πόλεμος συνίσταται είς τόνά
καταπλήξης τόν εχθρόν, έ,πιφέρων αύτφ
την μεγίστην καταστροφήν είς όσω δν-
νατόν ολιγώτερον χρόνον. Εάν ό βομβαρ-
δισμός δέν άπέδη έτι καταστρεπτικώτε-
ρος τουτο όφείλεται είς το δτι δέν είχο-
μ'εν άλλας τηλεδολοστοιχίας νά παρατά-
ξωμεν. Εάν είχομεν καί αλλα τηλείό-
λα, οί Παριόινο'ι θά υφίσταντο πολύ μεγα¬
λειτέρας καταστροφάς. Άντί τοιούτων ο-
γερωχοιν δηλώσεων, ό θτρατίϊρχης άνα-
γνωρΐζει την πραξίν τον ταύτην «ώς ο¬
λίγον συμπαθή.» Σέ πιστεύω ! Ή όμο-
λογία αυτή, υφ' όσον εϊιφημον τύπον καί
αν 'μας- παρονσιάζεται, δεικνύει δτι ό
χαλκονς αύτός ανθρωπος δκνψεν υπό την
πίεσιν τής κοινής γνώ^,ης. Όλοι οί λαοι.
εχαρακτήρισαν τόν ρομοαρδισμόν τούτον
ώς ώμότητα άνωψελή και δρρηξαν κραυ¬
γήν φρίκης :
ΕΙ 1β ογϊ άβ Γίίυνορβ ββΐ ηηοηΐβ ,ίυβςυ' έ, Ιυΐ.
"Ολα τα φύλλα άνεδημοσίευόαν, έκ των
άπομνημονευμάτων αυτών,τό μέρος, ένθα
ό στρατάρχης Μόλτκε άφηγεΐται την πο-
λιορκίαν τοϋ ΟΗαΐβαιιάΊιη, καί έπήνκσαν
έν χορφ την άμεροληψίαν, μεθ' ής άνα-
φέρει την ήρωίκήν αντίστασιν των κα-
τοίκων τής πόλεις ταύτης. «Εύρομεν,
γράφει ό στρατάρχης, άπέλπιδα αντίστα¬
σιν. 'Βκάστην οικίαν κατελάβοηεν δι'
έφόδου». Τόν ευχαριστούμεν διότι όμολο-
γεΐ την φιλοπατρίαν καϊ τό θάρρος των
ο"υμπατριωτών μας. Άλλ' ύπάρχει τι άκο»·
μη, μΐα μικρά φράσις, ή όποία έλησμο-
νηθη καί ήτις δέν μέ άφήνει ίΐσυχον :
— Μέγαμέροςτής πόλεω ς,προο"-
θέτει ό στρατάρχης, έκάη. .
Τό πιστεύω δα ! ότι έκάη. ΟϊΓερμανσΙ
δέν αετέδωκαν τό πΰρ κατά διαταγήν των
ανωτέρων των, μεθοδικώς, μετ' άπαθείας;
ΟΙ Ι'ερμανοί στρατιώται δέν ίχεον πε¬
τρέλαιον έντός των οΐκιών καί ήναπτον
τα παραπετάο"ματα, τα στρώματα καί
• τα έπιπλα, τα όποϊα προηγουμένως είχον
συΰσωρεύσει έντός των πυρπολονμένων
δωμαχίων ; Αύτοι δέν έμενον επί μικρόν
έκεΐ, άναρριπίζοντες τό πϋρ και φυλάτ-
τοντες μή τις τό κατασβέση ; Καί ότε
πλέον έβλεπον την οικίαν όλην άναφλε-
γομένην, επροχώρουν ησύχως παρακάτω,
έξακολονθοϋντες τό έργον τ&ίν.
" Ουδέν νομιμωτερον, ουδέν φυσικώτερον
.τούτου έν τφ ανστήματι τοϋ μεγάλου
γερμανοϋ στρατιωτικόν. ΟΙ κάτηκοι τοϋ
ΟΗα,Ιβ,ιιιιΙιαη, ύπερασπίζοντες την πόλιν
των μετά τοσούτον πείσματος, είχον δό-
σει είς τάς άλλας γαλλικάς πόλεις λυπη¬
ρόν παράδειγμα πατριωτισμόν. Είναι φα¬
νερόν δτι, άν οί. Γερμανο'ι ευρίσκοντο είς
την ανάγκην νά καταναλώόωσι τοσούτον
χρόνον καί άπολέσωΰι τοσούτονς Ανδρας
όπως νποτάξωσιν όλας τίις επί της δια¬
βάσεως των πόλεις, τα στρατεύματά των
θά έμηδενίζοντο πολύ πρίν φθάσωσιν εις
τό τέρμα της εκστρατείας των, είς τούς
, Παρισίους.
: Ήτο λοιπόν ά'νάγκη νά οΌθή δν παρά-
δειγμα, . τό οποίον νά. καταπλήξη την
φαντασίαν των άντιπάλων καί άποθαρ-
ρύν^ έκ των προτέρων π.άντα τολμήσοντα
νά τό ακολουθήση. Καί οίίτως δέν έδίστα-
... ΰεν ό ΰτρατάρχης Μόλτκε νά διατάξη την
">. φοβεράν αύτην ' καί μεθοδικήν διά τοΰ
πυρός καταστροφήν.
Καί δμως, δταν έφθασεν είς τό σημείον
·.... αύτό της άφηγήσεώς τού, άφηγήσεως,ΐΐτις
• θά άνίγινώσκετο άπό τιμίι. νς άνθρώπονς,
■"'.'. άπό τάς εύαιΰδήτους καρδίας δλο>ν των
' %ωβών καί δλων των αίωνων, δέν ετόλ¬
μησε νά προχωρήση μέχρι τέλο'νς. Ίι
ί αίσχύνη τής αγριότητος ταύτης, συντε¬
λεσθείσης έν άπαθεΐα, ηγέρθη πρό αύτοΰ
ώς φάσμα, καί ό στρατάρχης έγραψεν α¬
πλώς : «Έ ν μέροςτήςπόλεωςέ-
κ ά η», χωρίς νά άναφέρη υπό τινος
έπνρπολήθη.
Μ' έδεδαΐωσαν ότι οί άγαθοΐ αύτοι Γερ-
μανοί έκπλήττονται ένίοτε διά την έμμο-
νην μας είς τό κατ' αυτών μϊσος. "Οτι θά ■
μάς έτεινον ευχαρίστως την χείρα λέγον-
τες μετ' άγαθότητος: 'Κπολεμήσαμεν καί
£«ικήθηχε· άς τα λησμονήσωμεν δλα κα
άς μή γίνεται πλέον λόγος.
'Αλλ' ύπάρχονσιν έν τω πολέμω πράγ-
ματα τα όποϊα δέν λησμονοΰνται. Οϊ
Ρώσσοι κα'ι οί Γάλλοι άλλνιλεσφάγησαν επί
των πεδ(ι>υ της μάχης τοϋ Κριμαϊκοϋ.
πολέμου. Τί άπέμεινετώρα ; Μόνον ένδο-
ξοι άναμνήσετς. Οί δύο αντίπαλον μετά
την πάλην, ώς μετά έντιμον μονομαχΐαν,
έθλιψαν τάς χείρας. 'Αλλά πώς νά ληϋμο-
νΐισωμεν τάς άνώφελεϊς ώμότητας, τάς
.αδικαιολόγητος άπανθρωπίας, τάς συ-
ότηματικάς έρημώσε.ις, έν άπαθεία συν-
τεΛεΰθείσας ;
Ιδού πώς η άρχή, Λ τεθεϊσα ί'πό τοϋ
αίρετικοϋ αυτού επιστήμονας στρατιώ-
του, Οτρέφεταχ κατ' αύτοϋ τοϋ ίδίου. Ό
Μόλτκε ένόμιζεν δτι, διά νά περατώσι,ι τα¬
χύτερον τόν πόλεμον, έπρεπε νά επιφέρη
είς τόν εχθρόν τού την μεγίσηιν κατα¬
στροφήν. Καί ακριβώς ή καταστροφή αυ¬
τή, ή προξενηθεϊσα είς τόν εχθρόν, γίνε-
ταν σπορά πολέμου. Τό -ζΐσθάνθη φαίνε-
ται, άφ' ού αίσχύνεται δι! αύτό, γράφων
τα άπομνημονεύματά τοχΐ, καί άρνεϊται
την ευθύνην.
Έρωτώσι τινές τί έπιτρέπεται έν καχρί))
πολέμου καί τί δχι. Νομίζω ότι πρέπει
νά λαμδάνεται ύπ" όψιν τό άξίωμα, δτι
είς τοιαύτας μόνον έχθροπραξίας δύναται
νά προβή ό έχθρός κατά τοΰ αντίπαλον
τού, τάς οποίας θά ημπορεί βραδύτερον
ν ά έξιστορήση είς την εύρωπαϊκην οι¬
κογένειαν χωρ'ις ν ά έρυθρι^».
Δέν άντέο"την είς την επιθυμίαν τοϋ
νά μεταφράσω τό ωραίον αύτό καί πα-
τριωτικώίατον άρθρον τοϋ Σάρσα'ι διά τδ
φίλον «'Αττίκόν Μουσείον». Αί φράσεις
τού, τραχεΐαι, ένέχουσα' τοΰοΰτο μΐσος
κατα των έχθρών τής πατρίδος :ου, κατά
τοϋ θανόντος στρατάρχθυ. Παρακολου-
θήσατέ'τον έν τφ άνελίξει των αίσθημά-
των τού. Νομίζετε δτι πασά τού λέξις
είναι τι εικών, τό φάσμα ενός φροΐ'ρίου
πεϋόντος, μιας ερημωθείσης πόλεως. Καί
είς την ανάμνησιν αυτών, εις την άνα-
πόλησιν τοϋ άδίκου θανατον τόσι·>ν ϋπάρ-
ξεων, γερόντων, γυναικών, παι5ΐών, κατά
τόν άδιάκοπον καί τρομερόν εκείνον βομ-
^αρδιΰμόν των Παριο·(ων, έπιπίπτειμετά
πάθους κατά τής άπαθοϋς έκείνης τακ-
τικής τής καταστροφής καί τής δηώθεως.
Είρων καί δηκτικός, όταν ό Μόλτκε προσ¬
παθή νά άποκρύιί'η ϋτ'ό λέξεις εύφήμους
τΛν άπάνθρωπον μέθοδον τού, άναφέρει
μετ' έθνικής ύπερηφανείας την ιΊρωΐκω-
τάτην έκείννιν αντίστασιν τής πόλεως
ΟτιαΙβίΐυαιιη, ώσει τελών δια των ολίγων
έκείνων λέξεων τό μνημόσυνον των έκεΐ
πεσόντων 3υμπατριωτών τού. 'Αλλά δέν
ΰταμαχα· έξακολουθεϊ αναλύων στιγμήν
πρός στιγμήν τοϋς λόγους τοΰ Μόλτκε.
Έκεΐ, πρό των τρομερών σκηνών τοϋ έμ-
πρηο"μοΰ, των σφαγών. τής έρημώΰεως,
επί τής τέφρας τής προσφιλοϋς πρωτευ¬
ούσης μεχά πικρίας όμνύων την αιωνίαν
ίχθραν, συνθλίβει την καρδίαν καί ό άνα-
γνώΰτης πονεϊ.
ΚΐΜϋΙΝ ΜΐΧΑΙΙΛΙΛΗΣ.
Η· ΚΟΙΜΩΜΕΝΗ ΠΕΝΤΑΜΟΡΦΗ
- ΠΑΡΑΜΐΘΙ
έν γράφονν μόνον τίιν ιστορίαν ά-
όχαστα καί άαυλλόγιστ.α, άλλά καί
ί-αύτά άκόμη τα παραμύθια· καί πρέ¬
πει νά όμολογήσωμ"ν, ότι πολλάκις συ-
νέδη καί είς τούς πλέον άληθινοΰς παρα-
μυθολόγους νά μή έξιο"τορίοΌυν τα γεγο-
νότα άπαράλλακτα όπως δγιναν είς τούς
τόπον ς καί είς τα βαβίλεια των νεράϊ-
δων. Οντω, παραδείγματοςχάριν, Λ μεγα-
λειτέρα άδελφή τής Σταχτομπούτας
δέν έφόρει είς τόν χορόν τοϋ πρίγκηπος,
διηο)ς ένόμιζον δως τώρα, κόκκινον βελού-
δινον φόρεμα μέ άγγλικαΐς γ α ρν ι τ ο ύ-
ραις, άλλ'έφόρεί άλυκον, άργυροκεντη-
μένον καί μέ χρυσά σειρήτια. Τώρα θά
μ' έρωτήσετε ·δλοι σας πώς κατώρθωσα
νά μάθω όλας αύτάς τάς λεπτομερείας.
Ιδού :
Είχον άλλοτε γνωρίσει μίαν γραίαν, Λ
όποία κατώκει είς μικράν καλύδην, πρός
τό άκρον τον κάμπον· ήτο πολν γραϊα
διά νά την έκλάβη κανείς ώς νερα,ϊ^αν,
καί δμως έγώ, δέν είξεύρω διατί, την έ-
νόμιζον πάντοτε τοιαύτην. Μέ τό νά πη-
γαίνω ενίοτε νά την σνντροφεύω δταν
έκάθητο δμπροσθεν τής οικίας της καί
έθερμαίνετο.είς τόν τΐλιον, μέ συνεπά-
θησε τόοον πολύ, ώοτε ολίγας ημέρας
πρ'ιν άποθάνει, μοΰ εχάρισε δι' ένθύμη-
σιν μίαν άνέμην παλαιάν καί όλως διό-
λον ίδιότροπον. Ή άνέμη αυτή, οσάκις
γυρίζονν τόν τροχόν της, άρχίζεινά όμι-
λ·ή καί νά τραγονδη μέ φωνήν τρέμον-
σαν μέν, άλλά γλυκυτάτην καί διιιγεϊται
απείρους ωραίας ΐΰτόρίας, τάς οποίας
κανείς αλλος δέν είξενρει ή, άν τάς είξεύ-
ρει,τάς είξεύρει εσφαλμένως· καί ή άνέμη
μόν διορθώνει τα λάθη των. 'Λπ' αύτην
λοιπόν έμαθον καί έγώ όλας τάς λεπτομε¬
ρείας των παραμυθιών, καί θά έθαυμάζετε
όλοι σας άν σας έλεγον τί μυΰτικά μοΰ
έφανέρωσε καί πόσον ήπατημένονς απέ¬
δειξεν δλους τούς πά αμυθολόγονς μας.
Νομίζετε, επί παραδείγματι, δτι είξεύ-
ρετε μέ δλα της τα καθέκαατα την ιστο¬
ρίαν τής Βασιλοπονλας, ή όποία έτρύ-
πησε τό δάκτνΑ,όν της μέ τό άδράκτι καί
δπεσεν είς ενα ί'πνον τόσον βαρύν, ωστε
τίποτε δέν κατώρθωσε νά την εξυπνήση
καί την οποίαν έβαλον νά πλαγιάσι^ είς
κλίνην χρνσοκέντητον κ»ί άργνροκέντη-
τον, έντός τοϋ μεγάλον πύργου, δστις
■κείται είς τό μέσον απέραντον καί ο"κιε-
ροΰ κήπον;
Μέ πολλήν μου λύπην θά σας είπω δτι
δέν είξεύρετε τδ τέλος αύτοϋ τοΰ παρα-
μυθιοΰ, ή τουλάχιστον δέν τό είξεύρετε
σωότά, δπως δηλαδή συνέδη.
«Ναί, ναί — μοϋ είπεν η άνέμη —ή ^α-
σιλοπούλα εκοιμάτο έκατό 2τη δταν 8να
βασιλόπονλο, άπό έρωτα καί άπό φιλοδο¬
ξίαν, απεφάσισε νά ύπάγι> νά την εξυ¬
πνήση.
Τα πνκνόφιιλλα δένδρα, αί ακανθοι
καί οί ράτοι άπεσύρθησαν μόνοι των διά
νά τοϋ κάμουν τόπον νά περάση. Έπρο-
χώρηθε πρός τόν πϋργον, ό οποίος εφαί¬
νετο είς τό 4κρ'·ν μακράς δενδροστοι-
χίας, έφθασεν έκεϊ καί έμδήκεν δ,τι δμως
τόν έκαμε ν' άπορήσει ήτο,ότι κανείς άπό
τοϋς φυλακάς της δέν ηδυνήθη νά τόν
άκολονθήσηι, διότι τα δένδρα έσμιξαν
πάλιν καί έφραζαν καί έκλεισαν τόν 5"ρό-
μον όπισθεν τού.
'Κπί τέλονς,άφοϋ επέρασε πολλονς δια-
δρόμονς μαρμαροστρωμένους, άνέ^η την
κλίμακα, δπον οί φύλακες έρροχάλιζον μέ
τό δπλον {·.-' ώμον, κα'ι ευρέθη είς όλό-
χρνσον δωμάτιον, όπου είδεν, είς μίαν
κλίνην, τδ ώραιότερον πλάΌ·μα πον ειμ¬
πορεί κανβίς νά φ,ανταΰ'θ'ή: μίαν Βασι-
^^
αττικον μοτσ;ειον
λοπούλαν, μόλις δεκαπέντε εως δεκαέξ
έτών, λιγερήν, ωραίαν, πεντάμορφην, ή
όποία, αν καί κοιμισμένη, έλαμ.πε καί
ήστραπτε.
"Εως έδί> — εξηκολουθεί νά λέγη ή ά-
νέμη — κανείς δέν έκαμε λάθος καί δλοι
τα δτηγοϋνται όρθά, δπως καί έσυνέδη-
σαν. Άλλά τα έπίλοιπα είνε εντελώς
έσφαλμένα, 5πως τώ διηγοΰνται, και δέν
δύναμαι νά φαντασθώ πώς ήτο δυνατόν η
βασιλοπ,ιύλα, δταν έξύπνηόε, νά ρίψη
είς τό βαΰιλόπουλον έρωτικά βλέμματα
καί νά τοϋ είπη : Ά' έσύ εϊσαι; πόσον
καιρόν μ' έκανες νά σέ περιμένω ' »
"Αν θέλης νά μάθης την αλήθειαν,
ήκουσε· προόεχε δμως νά την μεταδώσης
δπως θά ο"οϋ την είπω.
Ή 3*Ό"ιλοπούλα ηπλωσε τας χεΐυας,
έσήκωσεν ολίγον την κεφαλήν της, μισά-
νοιξε τούς οφθαλμούς της, τούς έκλεισε
καί πάλιν, ώς -νά έτρόμαξεν δποι; άντί-
κρυσε τό φώς, καί έστέναξε βαθύτατα. Τό
ο"κυλάκι της ποϋ εκοιμάτο 'ςτά πόβια
της έξύ/ινησε κι' αύτ) και ήρχισε μέ θυ-
μον νά γαυγίζη.
— Ποίος ήλθε; ηρώτησεν ή βαπτιστική
των νεράιδων τί μέ θέλουν ;
Το βασιλόπουλον, γονατισμένον έμποός
της, κα^ θαμδωμένον άπό τίχν καλλονήν
της, απήντησεν :
— 'Κκεΐνος ποϋ ήλθε είνε εκεΐνος ποϋ
σ"έ λατρεύέτ καί άι|τηφησε καί τούς μεγα-
λειτέρους κινόύνους γιά ναΛ,θη νά σέ ξε-
μαγει{;η. "Λφησε πειά αύτό το κρεοδάτι
ποϋ σέ κοίμηΰε έκατό χρόνια, δόσε μου
τό χέρΐ σου κ' έλα να γυρισωμε μαζή 'ςτό
φως και 'ςτή ζωή.
ΙιΛς τους λόγους αύτους εξεπλάγη ή
3ασ«λοπούλα· έστρει{!ε την κεφαλήν της
και τόν εΐδε κ·.ιί δέν ηδυνήθη να κρύψη
εν γλυκύ μειδίαμα: διότι το ^αΰι·οπουλον
ήτο καλοκαμωμενον, με φωτερους και
ώραίους οφθαλμούς καί μέ φων·ιιν θωπε,υ-
τικην -και γλυκυτάτην.
— ^ίνε λοιπον άλιιϋεια, είπε, πως έ¬
φθασεν ή ώρα ποϋ θά ελβυϋερωβω κ'
έγω άπ' αυτόν τον άτέλειωτον ΰπνον
μου,
— Ναί, θά έλευθι.ρωθή'ς πειά, θά ξυ-
πνησης, θα ζηϋης και Ου όπως δλυι οί εύ-
τυχεϊς ανθρωποι.
— Άχ ! τί θά γίνω οταν έδγω απ' αύτό
τό σκοτάδι κα ξανανυρίο·ω πάλιν 'ςτόν
κοσμο ;
— Λέν μαντεύεις τί θά γίνης ; Ίόληθμό-
νησες πως είσαι κόρη [ίασιληά ; θά τρέξη
νά οέ προυπαντηΰη ό λαός σου μέ φωναϊς
και μέ ζητωκραυγαϊς και μέ (ίημαίαις
πολχιχρωμαις )[ΐ γυναϊκες καί τα παιδία
θα φιλοϋν την δκρη τοϋ φορέματός οου ■
νά μι'ι ΰοϋ τα πολυλογώ, θά είσαι Λ Ισχυ-
ροτέρα ^αύίλισσα τής γής.
— Αύττο μ' αρέσει, ν*α είμαι 3α>-'ίλ.ι σα.
ν> Λλλο θά έχω ;
— (ϋ»α ζίίς μέσα σέ όλόχρυσο παλάτι καί
δταν Ο1 άναιβαίνης ταίς Οκάλαις τοϋ θ^,ό-
νουσου θά πατάς σέ μωσαικό άπό δια-
μάντια. υι αύλικοί, αυμμαζωμένοι τρι-
,γνρω σον, θα ιΐοϋ πλέκονν εγκώμια- τα
πειό περίιφανα μέτωπα θά κλίνουν 'ςτήν
παντοδϋναμι χάρι τοϋ ^αμογέλιοι; σοΐ'.
— .α μου πλέκοι ν'έγκώμια κλι νά μέ
υν, ώ ' αύτό μ' άρέσετ πολΰ. Δέν
θά έχω τιποτε άλλο ;
— 'Η καμαριέραις σου, έπιτήδειαις σαν
ττϊς νοναϊς ιου τ^ίς νεράίδες, θά ο" έντύ-
νονν μέ φορέματα, ποϋ θαχουν τό χρώμα
τής σελήνης καί τοϋ ηλίου· θα χτενΐζονν
τα ώραΐα σου μαλλιά" θά φορ^ς ένα όλό-
χρυσο μανδνα ποϋ θά σέρνεται 'ςτά πό-
δια σου.
— Τί καλά ! είπεν έκείνη· ημουν πάν-
τοτε 'λίγο φιλάρειίκιι.
— Χαριτωμένα παιδία, πετακτά σάν
πουλάκια, θά οΌύ προσφέρον-ν μέσα σέ
δίσκους τα λεπτότερα άροιματικά, θά γε-
μίζουν τό ποτήρι 0ου μέ τα γλυκύτερα
καί εϋωδέστερα κρασιά τοΰ κόσμου.
—"λ ! αύιό είνε χολυ ευχάριστον ήμουν
παντοτε 'λιγο λαίμαργη. Λέν θά έχω τί-
ποτε αλλο ;
— Μια άλλη ευτυχία,Λ μεγαλείτερη άπ'
δλαις ταίς εύτυχιαις, σέ περιμένει μέσα
'ςτό παλάτι μόν
— Καί ποχά είν' αύτη ή ευτυχία ;
— ©' άγαπάσαι.
— Απο ποίον ;
— Άπό 'μένα ! "Αν μέ κρίνης δξιον τής
άγάπης σου...
— ΕΙσαι ώμορφο βασιλόπουΑο καί σοϋ
πάει ώραϊα τό φορεμά σου,
— "Αν καταδεχθχίς νά μέ κρίνης αξχον
τής άγάπης σου, θά σοΰ δώσοι όλόκληρη
την καρδιά μου, δεύτερο αύτο βασίλειο,
δπου θά τίσαι κυρίαρχος καί δέν θά παύ-
όΊο νά είμαι σκλάδος καί 'ςτι^,ς πλέον
σκληραίς σου Ιδιοτροπίας.
— "Α ! τί μεγάλη ευτυχία ποϋ μοϋ ύπό-
ΰχεσαιΙ ι
— Σήκω λοιπόν, γλυκειά μου άγάπη,
κι' άκολοΰθιχσέ με.
— Νά σέ άκολουθήσω ; άπό τώρα ; Στά-
σου 'λίγο. Άπο 6λα αϋτά ποϋ μοΰ προ-
(Ιφέρεις,εΙνε πολλά ποϋ μέ τραβοϋν, άλλά
για νά τ' άπθκτήσω, είσαι βέβαιος πώς
δέν θ' άφήϋω έδώ αλλα καλλίτερα ;
— Τι θέλεις νά 'πής μ' αύτό, ρασιλο-
πούλα;
— Κοιμοϋμαι (ίνα ολόκληρον αΐωνα, είνε
άλιιθιια, μα ενα ολόκληρον αΐωνα ύνει-
ρευομσι. Ιί,ίμαι βαόίλισσα 'ςτά δνειρά μου
και χό βασίλειον μου δέν ειμπορεί κανείς
νά τό φαντασθφ. Το πΛλάτι .μου—'ςτά
όνειρ'ά μου—έχεν τοίχους όλόφωτους, οί
αύλικοί μου είνε Λγγελοι ποΰ μέ δοξάζουν
και μ' έγκωμιάζουν μέ μουσικαΐς γλυκύ-
ταταις και άτέλειωται., βαδίζω σέ έδαφος
άστροσπορμένο. Άν είξευρες—'ςτα δνειρά
μου — μέ τί φορέματα ένΰύνομαι και τί
θαυμασία όπωρικά φέρνουν 'ςτό τραπέζι
μου καί τί γλυκΰτατ'α κρασιά δροσίζουν
τα χείλη μου ' "ΟσΌ γιά έρωτα, δέν μοϋ
λείπει καθόλου· μέ λατρεύόΐ—'ςΐά δνειρά
μου—τ,' ώμορφότερο [ιαΰιλθπουλο τοϋ κό¬
σμου καχ μοΰ μένει πιστο άπ' 'δω κ'
εκατ χρόνια. Τστερα άπ' δλα αύτά, νο-
μίζω πως δέν Οά κερδίσω τίπρτε αν μοϋ
λύσι>ς τα μάγια- Λφησέ "με, δφηθέ με, σέ
καρακαλώ, νά κοιμοϋμαι καί ν ά όνεχ-
ρεύωμαι.
Είπβκαί έυτρεψετήν κεφαλινν της πρθς
το μέρος τοϋ τοίχου καί ήρχισε πάλιν
τόν μακροχρόνιον ϋπνον της, καί τα γλυ-
κά της όνετρα, ένω τό σκυλΛκι της, μέ
-----: 4" . —
τό ρίγχος άνάμεσα είς τούς δύο πόδας τού
έπαυσε νά γαυγίζη, εύχαριστημένον. Ι ό
[3ασιλόπουλον άπεμακρύνθη άπεσδολωμέ-
νον. Καί άπό την εποχήν εκείνην, χάρις
είς την προστασίαν των νεράιδων, κα¬
νείς δέν ήλθε νά ταράξη τόν ϋπνον καί
τα δνειρά τής Πεντάμορφης.
(Κοΐτά τόν Ο&ΙΙΐΠβ Μ3Π(1β8;
Ό Θεός άρχίζει τόν καλλιτέχνην καί ή
γυνή τόν τελειοποιεϊ.
'*ραέν Ούααί.
Ή πεϊνα είνε μία θύρα χαμηλή· όστις
είνε ήναγκασμένος νά εισέλθη δι' αυτής,
όσον ύψηλότερος είνε τόσον περισσότερον
πρέπει ν ά σκύψη.
ΒΙκτωρ 'νγγώ.
-&~
Αί περισσότεραι γυναϊκες έχουν τό φυ
σικόν προτέρημα νά κλαιουν δταν θέ¬
λουν, άρκεϊ νά είνε ολίγον νευρικαί.
ΙΙιχΰλας Βουρζέ.
-*-
Μή συζητεϊτε ποτέ, δέν θά μεταπεισητε
κανενα. λι γνωμαι είνε όπως τα καρφία,
όσον τα κτυπωμεν τόσον είσχοιροϋν.
·*·
"Οσοι ΰέν έμαθον να επωφελουνται άπο
τα δνύτυχηματά των, τους άέιζκι νο είνε
δυστυχεϊς.
υίος.
Ώ γυναϊκες, ποία ·£-φίγξ Οα κατορθώση
ποΐέ ν' αναγνώση το μυστήριον των καρ-
διων σας και να 'σάς έξηγήοΊ,ι ' !ί! Σφίγξ
εγνώριζε τό μυστικόν τής ^φιγκός, άλλα
ή γυνή. δέν δύναται νά συλλαδίση τα ίε-
ρογλυφικά τής Ιδίας αυτής φύσεως. Κα-
τυρθώνει τις νά εννοηθή ένα Λνδρα,
άλλά μίαν γυναΐκα μόλις κατορθώνει νά
την μαν τ εΰση.
-#~
Ί'ό παν είνε πάθος έν τίί φύσει δπως
καίέν τφ άνθρώπω. "Λνθροιπος χωρίς πά¬
θος είνε μηδενικόν.
Όλα δυνάμεθα νά τα συνειθίόωμεν, έκ-
τός τής βλακίας· καΛ αύτη άκομη,ή ψυχή
μας συνειθίζει την λΰιπην, δπως ό Μιθρι-
δάτης είχε συνειθίσει τό δηλητήριον.
-^
Ουδέν καλλίτερον τοϋ αγάπην, ουδέν
αληθέστερον τοϋ άφοσιοϋσθατ, ουδέν όο-
φώτερόν τοϋ προθδοκ^ν, έν τι]ί έκτελέσει
τοϋ καθήκοντος, την εύλογημένην ώραν
τοϋ θανάτου
νι»ρχησίΐ δέ Βλοκεβίλλ.
' -^Κ-
"Οθτις λέγει ό,τι είξεύρει, όστις δίδει
δ,τι έχει, οστίς πράττει δ,τι δύναται δέν
ύποχρεοϋται πλέον είς τίποτε αλλο.
ΑΤΤΓΚΟΝ ΜΟΓΣΕΙΟΝ
—Ξ1
.Α. Κ Α. £Τ Ο
ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΑΚΑΙ ΣΜΜΕΙΩΣΕ1Σ
ατάκειται έκεϊ επι τοϋ μικρόν Α¬
κρωτηριασμένον προμαχώνός τού,
ι επιβλητικόν δια τοϋ μήκους τοΰ
όγκου τον, μεστόν λιθαρίων καί χώματος,
μέ την χαίνονσαν όπήν τού, ένατενίζον-
σαν πέραν άορίθτως πρός τό κάστρο της
Κ υ ρ ά-Ρήνηίς, λείψανον σιδηροΰν αϋτό,
μέσω λειψάνων παλαιάς όιδηρας έποχής,.
ολίγων σωρών χωμ'άτων καταρρεόντων ό-
σημέραι, λείψανον τρανόν αύτδ άπαθανα-
τισθέν δι' ενός όνόμαμος Φ ο ν η α ς, χρό-
νων τρανών άπαθανατισθέντων διά τής
πανολεθρίου φονικότητος τ-υράννων πιε-
ζόνΐων τα θτήθη λαοΰ δούλον αΐώνας
ολοκλήρους, λείψανον αύτό μοναδικόν
μετά τοϋ πέριξ μικρόν _ όχυρώματός τού,
μετά τοΰ ένδς πήχεως τοιχίσκον τού έκεϊ
'άριστερά τού, μετά τής-βορδορώδονς τά-
•φρον τού κάτωθεν των ποδών τού, χρό-
νων μοναδικών, πρός ούς ημείς τέκνα
καϊ βλαστοί των ήμιθέων εκείνον, οΐτι¬
νες εδημιούργησαν τό υψηλόν τής μεγά-
λης ψνχής των,όνειρον, ένεχάραξαν είς
τάς δέλτ.·υς τής ίστορίας όντως ήρωϊκής
έποχής άνδραγαθήματα, οφείλομεν νά έ-
νατενΐζωμεν δκθαμδοι κ' εύγνώμονες, ώς
οί έκπεπληγμένοι έκεΐνοι "Ελληνες πρό
, των τεραστίων τειχών των ήρωϊκών χρό-
νων, έκλαμδανοντες τα δργα έκεΐνα, £ρ-
γα δαιμονίων Κυκλώπων, καί ούχι δημν
θυργήματα άνθρωπίνων χειρών, άνθρω-
πίνων αίμάτων.
Τ ό Μεσολόγγι έξ δλης τής μακράς πα¬
λαιάς πλινθοκτΐστου κα'ι χωματώδους ζώ-
νης τού, χαλαρδς αλλ' έμψνχονμένης όπι¬
σθεν άεννάως υπό των εύγενών καρδιών
των άνδρείων τέκνον τής δοξασθείσης
γενεάς τού, δέν ε^ει νό επιδείξη σήμερον
είς τα όμματα τοΰ διαδάτον, ειμή τόν
όγκον εκείνον τοϋ χώματος καί των λΐ-
θων, επί τοΰ όποίου κοιμαται ό γίγας αύ-
τός Φ ο ν η δ ς είς την λήθην τού. Λεί¬
ψανα ποτισθέντα δι' αΐματος ολοκλήρου
λαοΰ πίπχοντος υπέρ τής πατρίδος τού,
σεδαόθέντα υπό τοΰ φθόνον καί. τής (!α-
ΰκανίας των χρόνον κατέΰκαψεν Λ σκα-
πάνη άνθρωπον, πρό ιής όρμής καί τής
άπαιτήσεως των έλεθμάτων ενός σιδη¬
ρόδρομον ! ...
Ό διαδάτης, ίόχάμενος πρό τοΰ σωροΰ
των έρειπίων τοΰ βραχέος εκείνον δχθου,
πρό τοΰ φοδεροΰ έκείνου Φ ο ν η ά, αί-
σθάνεται ύυγκινονμένην άκουθίως την
ψυχήν τού, φεύγοντα άνεπαισθήτως τόν
λογισμόν τού πρός τάς μελαγχολικωτέ-
ρας των πτήσεων. Έξογκοΰται ή καρδία
τού υπό τής θλίψεως έκείνης, ήν έπιφέ-
ρ ι η αντίθεΰις των αΐώνων, των γενεών
τής ανθροπότητος. Άλλά καθ" δσον πλη-
σιάζει το βΛμα πρός τοΰς λίθους τού,
καθ" όσον πατεϊ την κόνιν τοΰ προχώ-
ματος εκείνον, ά,φαρπάζετα» βαθμηδόν
πρός τούς χρόνους τής δόξης τού, καϊ Λ
ονγή τής δόξης καί τής φήμης τού δια-
σκορπίζει όλονέν την μελαγχολίαν τοΰ
λογισμοΰ, φυγαδεύει την πρώτην θλιβε¬
ράν συγκίνησιν τής ψυχής, καΐ ό διαβά-
της άρχΐζει νά ένατενίζη, νά συ^κοινωνή,
νά αΐθθάνηται, νά ομιλή πλησιέστερον
πρός την άπόιχομένην εκείνην εποχήν,
ν' άναγεννφ, ν' άναζωπυρ'η. νά έμψυχοϊ
εκ τής κόνεως έκείνης τάς περιπΧανω-
μένας σκιάς των μαχητων τού, νά ,ένω-
τίζηται τής κλαγγής των δπλων των, τού
όρυμαγδοΰ τής μάχης των. Περιορίζει τόν
λογισμόν τότε καΐ την ψνχχιν τού, τδ
σαρκίον καί τα πάθη τού, έντός τοϋ ότε-
νΛΰ εκείνον δχθου, δημχουργών ενα κό-
ο"μον Ιδικόν τού, πέριξ τόΰ όποΐου αδυ¬
νατεί νά εννοηθή την χαμερπή εποχήν
τού, έπιλανθάνεται των χαρών κα'ι των
θλίψεών της, άπομακρύνεται, διαχωρίζε-
ται, φυγαδεύεται, αύτός τό μικρόν μόριόν
της, μακράν τοϋ άπατηλοΰ θόρυβον τής
ζωής της. Ό δειλός έκεϊ θαρσοΰται, άν-
δρΐζεται έκ τής κραυγής έκείνης των
άνδ'ρείων, ό γενναΐος έκεϊ μαίνεται, §ρέ-
μει, αίσθάνεται τρέμουϋαν την γήν νπό
τό ^άρος των τσαπρ αζίων τού, φεϋ-
γοντα τόν άέρα μακράν τής αΐχμής καί
τοΰ συριγμοϋ τοΰ γιαταγάνι όν τού,
ύποχωροΰσαν μακράν την λιμνοθάλασσαν
έκ τοΰ μηκνθμοϋ τοΰ καρνοφιλλίον
τον, στένοντας όδννηρώς τονς βοκνονς
νπό την ίξαψιν τής μεγάλης ψυχής τον.
Ή Ελλάς των όνειρον μας τόν έφαρπά-
ζει είς τάς αγκάλας της, άναπαρίΰταται
πρό των μικρών όφθαλμών τον σΰσσωμος,
μεγάλη, μεγάλη, ώς ες τονς οφθαλμούς
ενός Βότσαρτι. Λέν βλέπει πέριξ τον εΐμή
χάος ολόκληρον, @αθύ άπειρον, έντός τοΰ
οποίον ταλαντενεται, έκσφενδονίζεται αί-
ματόφνρτος ό τνραννος τής Πατρίδος,
υπό την αίχμήν τοΰ ξίφους τον, δέν @λέ-
ίτει γύρω τον οΰτε ουρανόν, όντε γήν
ούτε θάλασσαν, εΐμή ζοφεράν τίνα οπτα¬
σίαν, έντός τής οποίας άναφαίνονται χεΐ-
ρες άπέλπιδες, θερίζονσαι άλγεινάς κεφα-
λάς, κατακόπτονθαι πόδας, χείρας, βρα-
χίονας, διαρρηγνύονσαι ·κρανία, έκχν-
νονσαι καπνίζοντα σπλάγχνα, διαθκορ-
ποϋσαι αίματώδεις μυελούς είς τδν άέρα.
Κα ό διαβάτης έκθαμδοΰται, άπομαρμα-
ρόνεται προ τής όρμητικής σνγκρούσεως
τών σωμάτων, πρό των αλλεπαλλήλων
κτυπημάτων, έπιφερόντων ίι ταχύν, α-
■καριαϊον αόν θάνατον, ή άποσπώντων
βραδέως την ψνχήν, ΐι έπιφερόντων φρι-
κώδεις οΐμωγάς,κρνερονς άπελπιΰίας θρΛ-
νονς, παγερόν τρόμον των με?.ών. ΚαΙ
άκούων την ^οήν τών καρνοφνλλίων, τόν
εκδρααμόν των τρομπονίων , τόν
βρυχηθμόν τοΰ γίγαντος Φ ο ν η ά , τόν
αντίπαλον τής φοόεράς μάχης, τούς θραυ-
ΰμοϋς τών γιαταγανΐων, τόν παγε-
ρδν όνριγμόν τοΰ πελέκεως, τούς τριγ-
μούς τών οδόντων, τούς διατόρονς παλ-
μονς τών ΰτηθών, αΐσθάνεται κοχλαζού-
σ"ας τάς φλέδας τοΰ σαρκίον τον, ο"φν-
ζονσαν την κεφαλήν τού, §ομ6οΰντα τα
ώτά τού, όργώντας τούς πόδας τον, σφα-
δαζόμενον τδ στήθος τον, μαινομένας τάς
χείρας τον, καϊ όρμφ μέ δρμην χειμμάρ-
ρον, μέ έκλάμψεις φλογώδεις τών όφθαλ¬
μών, μέ χυμόν είς τα στήθη ζωής νέας,
την οποίαν ουδέποτε ησθάνθη μέχρι
τούδε, καί θέλει, -ζητεί, ποθεϊ, μεγάλως
νίά πέση έκεϊ είς τό ζοφώδες άπειρον, νά
έκΰφενδονιαθβ έκεϊ εις τδ βαθϋ χάος σνμ-
παρασύρων μαζί τον τόν εχθρόν όλον τής
άτυχοϋς Πατρίδος τον, νά ζή*» διά μίαν
στιγμήν ώς γενναΐος, ν' αποθάνη διά μίαν
στιγμήν ώς ήμίθεος ! ...
Λησμονημένε Φ ο ν η α ! κα'ι έν τή έγ-
καταλήψει Οον ικόμη ταύτη, καί έν τή ■
Οίκτρδ άκρω/ΐΐΐρία σον, κ"αίέν τή πενθίμω
ένατενίσει σον, πόσον ώ ! πόσον ύψηλιλ
αίόθήματο. γεννι^ς, πόσον επάνω ύψοΐς
τόν μικρόν καχεκτικόν δταδάτην τών
χρόνων μας Γ... ,
Άλλ' άπήλθον οί χρόνοι έκεϊνοι έκ τοϋ
ορίζοντος σον, απήλθεν ή έποχή έκείνη
καθ'_ ήν τα ύψηλά αΐσθήματα ά'πεκρνο·ταλ-
λοϋντο είς γενναϊα 6ργα, άνεστηλοθντο
είς χρνο"άς στήλας πρό τών ομμάτων τών
γενναίων σον. Ή όργή 0Όν ας μή μαίνε¬
ται έντός τών όιδηρών στηθών αον. Ή
ζωη καί οί γέλωτες τών έλενθέροιν τέ-
κνων σου, ό Ιμερος καί ό πόθος τής ζωής
ήμέρον, καί τών ήρέμων παθών τοΰ λαοϋ
σον 4ς μίι ταράττη την γαλνινην των ό-
νεΐροιν σον. "Λ ζοιή επί τοΰ χρόνον προο-
κόπτει π'ΐντοτε. Τίς οίδε τΐόιΐην ζωην ά-
κόμη θά ίόης σδύνουσαν έκεν έντί]1άδρα-
νεία της πρό τών λίθων τής βάσεοις Οον!...
Καί κοιμαται ό γέρω-Φονηας!. Τί
δι' αυτόν καί άν γελ£ ή φύσις όλη πέριΕ
τον υπό την αίγλην φωτεινού ηλίου, υπό
τάς πραΰίνους άποχρώο"εις τών άμπελώ-
νων πέραν, τοθ κάμπον, υπό τάς φωτει-
νάς κλιτύας τού ζνγοΰ, υπό τα φνλλώ-
μαχα τών γειτονικών τον'Ηρφων, λησμο-
νημένων καί αυτών έν τη δόξι?, των, υπό
την απότομον κατατομήν τής Βαράόο-
δας, υπό τάς πλαστικωτάτας γραμμάς,
υπό τα γραφικώτατα κοιλώματατών §ον-
νών τοϋ Μωριά, υπό τα γαλανά δρη τής
Ζακννθου καί τής Κεφαλληνίας, υπό τάς
ύψιτενεΐς κθρνφάς τών όρέων τοΰ Ξερο-
μέρον, υπό την ήμερόεοσαν άγκάλην τής
γαλανής λχμνοθαλάοσηι,, υπό τάς λιγυράς
φωνάςκαί τα προκλητικά μειδιάματα τών
φιλελενθέρων λιγερών τοΰ τόπον, υπό
την εϋθνμον πνοήν τού λαοΰ τής μικράς
πόλεως.
Κοιμαται, κονμδται ό γ έ ρ ω-Φ ο ν η δ ς1.
Ούτε ό θόρυβος τών άμαξών τής διερχο-
μένης έκεϊ άμαξιτοΰ, ούτε ό όξύς σνριγ-
μός καί αί πυκναί τολύπαι τοΰ φενγαλέον
ηέραν σιδηρόδρομον, όντε ή κρανγή τής
σάλπιγγος τοΰ παρακειμένου στρατώνος
τής φρονράς άποσπά την προσοχήν τον,
διεγείρεΐ είς τα αθάνατα στήθη τού την
τάο"ιν καί την δρεξιν πρός την ζωήν τής
σήμερον ! ...
Κοιμαται, κοιμαται ό γ έ ρ ω-Φ ο ν η δ ς
μέσω τοΰ στενοΰ κύκλον τοΰ βραχέος προ-
μαχώνός τού, μέσω τοϋ βανκαλιο"μοΰ των
ΙΟΥΛΙΟΣ ΓΡΕΒΥ
(Ό αποθανών πρώην πρόεδρος τής Γαλλικής Δημοκρατίας).
ΓΟ ΕΝ ΠΕΙΡΑΙΕΙ ΑΝΕΓΕΙΡΟΜΕΝΟΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ
ΟΜΙΛΟΓ ΤΩΝ ΕΡΕΤΩΝ
,καλλιτεχνια:-νεαρα ύπαρξις,
(Αντίγραφον τής έν Λουξεμδοίργω είκόνος τοΰ Σαπλβν).
στροσφιλών όνείρων τοϋ παρελθόντος τού,
ομιλών άοράτως μέ τάς σκιάς των πα¬
λαιών φίλων τού, κατά τάς ωραίας έαρι-τ
νάς ννκτας, καθ" άς τό σελ,ηνιαϊον φέγ-
γος θλάται επι των ήμισυντετριμμένων
, λίθων τού, επί τού δ-ιατρύπου χώματός
τού έκ των σφαιρών τοϋ εχθρόν, επί τής
μελ,αίνης ψυχράς ράχΓώς τού, ένατενίζων
έπιμόνως πάντοτε πρός τάς* άντίπεραν
κόρυφάς τοϋ Άρακύνθου, ώσει νά έπι-
καλήται εκείθεν 6 γίγας την παλαιάν Λχώ
; των βουνών έκείνων, άτινα τοσάκις άν-
τήχησαν έκ τοϋ βρασμοϋ των ίδίων σιδη-
ρών σπλάγχνων τού, άφοϋ ή ληθή τοϋ
χρόνον, ή ζο»ή τής σήμερον τόν αφήκε
πλέον έκεΐ άφωνον, καί έρημον '
Μητσοσ Χατ^οποϊλοσ
ΕΛΛΗΝΙΣ ΠΤΓΧΙΟΓΧΟΣ
λως διόλου ό,αφορετικά φανταζόμεθα
την γυναϊκα' δέν είμεθα έκ των —
■■ολίγων εύτυχώς — ύποστηριζόντων
την είς τάς επιστήμας επίδοσιν των. γυναι-
κων οί τοιούτοι προσπαθοΰν νά επιόει-
χθωιΐιν επι νεωτεριθμω καί τόλμ,η ίδεων.
Λέν είμεθα όμως καί εκ των — ολίγων
εύτυχως — ύποστηριζόντων τόν έντελη
άποκλεισμόν των γυναικών καί τόν περι¬
ορισμόν αυτών έντός των όρίων της οί-
κίας· οί τοιούτοι προσπαθοΰν νά επιδει-
χθώοΊν επί τυφλή προσκολλήσει είς τα
πάτρια ϊι μάλλον είς τα προπάτρια.
Ή ι νιΊ έμεινε γυνή- μνηστή, σύζυγος,
μητ ι;. . Ίίπιδάλλεται διά της καρδίας καΐ
ούχι διά τοϋ πνεύματος- διά το>ν αίο"θη-
μάτων καί ούχι διά των ίοεών της. Ιΐοϊος
λόγος σοφοϋ δύναται ν' άντιθτή, δύναται
ν' άντιπαλαίση πρός τό δάκρυ, πρός τό
μειδίαμα, πρός τό βλέμμα έναρέτου γυ¬
ναικός ;
Μορφόνομεν την γυναϊκα μορφόνοντες
την κϋρσιαν τας, λεπτύνοντες τάαίσθήμα-
τά της, διόάσκοντες αύτην την αυταπάρ¬
νησιν, την αφοσίωσιν. Καϊ Ιδού η σύζυγος.
Μορφόνομεν την" γυναϊκα μορφόνοντες
την καρδίαν της, έμπνέοντες αύτη1 τόν
σεβασμόν πρός την θρησκείαν, την Ιδέαν
τοϋ καθήκοντος, την αγάπην πρός την
πατρίδα, την έλλειψιν παντός προσωπι¬
κού έγνωιθμοϋ : Καϊ Ιδού η μήτηρ.
Σνζυγος — -μήτηρ : αύτός είνε ό μέγας
προοριΰμός τής γυναικός, τοϋ όποίου είνε
ασυγκρίτως κατωτέρα η σοφία των όΌφών
καί αί γνώόεις των έπιΰτημόνων. "Επί
τής συζύγου στηρίζεται ή κοινωνία, επί
της μητρός ή ανθρωπότης.
Ή έπιστήμη είνε ζηλότυπος· άπαιτεΐ
έντελη καί άποκλειθτικήν αφοσίωσιν ά-
δχαφορεϊ άν όλολύζη τό βρέφος, άν περι¬
μένη ό μνηότήρ ή ό σύζυγος, άν καίεται
τό μαγειρεϊον ολόκληρον. Ή έπιστήμη
βνθίζεταχ είς τάς σκέψεις της, είς τούς
ο"νλλογισμούς της, είς τούς σωρείτας της.
Π&.6 αυτής ΰκορπίζονται, χάνονται, έξα-
φανίζονται όλαι έκεϊναι αί λεπτολόγοι
μέριμνα» της καλλαιο"θηο·ίας, έφ' ής στη¬
ρίζεται Λ χάρις τής γυναικός, ούδ' είνε
έπουοΛώδης ή χάρις αυτή- διά τής χάρι¬
τος καί μόνης καθΐσταται συμπαθίνς ή
ξηρά αί'Οτηρότης τής άρετής. Πρό τής
επιστήμας έξαφαν'ζεται ή άδρά και άθώα
φιλαρέόκεια,ήτις κατά τίνα φιλόσοφον, άν-
τικατέΰτηϋε τόν κεστόν τής -Αφροδίτης.
Αφίνομεν κατά μέρος τό ζ^ίιτημα, άν αί
πνευματικαί δυνάμεις τής γυναικός (δέν
ομιλούμεν περί των έξερέσεων) άντέχου-
σιν είς τό ^άρος μιάς έπιστήμης· μέχρι
στιμερον τούλάχιϋτ.ιν, έλάχιο"τα παραδείγ-
ματα γυναικών μάς βεδαιοϋσι περί τού
έναντίου, καί αύται εντός περιωρισμένου
κύκλον έπιστημονικών άξιώσεων.
Λιά νά μορφωθή όμως ή -χαρδία τής γυ¬
ναικός πρέπει τό πνεϋμα αυτής ν' άπα-
σχολή τό χμώ-μα, ή γραμμή; ή δρμονία-
Λ άρμονία των σκέ];εων καϊ των άρετων
καί των αισθημάτων' ή έΰωτερική και ή
έξωτερική άρμονια. Καί τςϋτο κατορθοϋ-
ται διά της άφοσιώσεο>ς άφ' ενός, δι" ωρι¬
σμένης όπουδής άφ' ετέρου. Πρέπει νά
ευρεθή ή διδάσκαλος καί ούχι ό διδάσκα-
λος τής γυναικός· πρέπει πέντε, δεκα,
είκοσι γυναϊκες, έκλεκταί τής φύσεως, ν!
άπαρνηθώσι, νά στερηθώσιν δλων των εύ-
γενών άπολαύόεων τοϋ γυναικείου προο¬
ρισμόν, νά γίνωσι θύματα υπέρ των πολ-
λών. Έγκολπούμεναι αί ολίγαι αύται
ολόκληρον, την επιστήμην τοιν γραμμά-
των και συλλέγουόαι έξ αυτής παν δ,τι
δύναται νά συντελέση- είς την όσον οίον
τε ανάπτυξιν και είς τόν προορισμόν τής
γυναικός, ν' αφιερώθωσχν όλον τόν βίον
των είς την γυναικείον μόρφωσιν.
Καί εις την κεφαλήν των ολίγων
αυτών γυναικών άρμόζει στέφανος δόξης.
Μία τοιαύτη έκλεκτη τής φύσεως, έν
τοιοΰτο θϋμα υπέρ των πολλών είνε καί ή
εσχάτως περατώσασα έν Παρισίοις τάς
φιλολογικάς Οπουδάς της δέσποινας Σε,δα-
στή Καλλισπέρη.
Φιλεργος, κοσμία, χρηστή, ένάρετος, η
δεσποινίς Καλλισπέρη άποκομίζει άπό
την έξοχον Σορβόνην των Παρισίων α¬
πείρους φιλολογικάς καί φιλοόοφικάς γνώ-
οίεις, έφ' αίς τα μαλλα εύελπιστεΐ απασα
ή γυναικεία έλληνική παίδευσις.
11:.
ΠΩΣ ΑΓΑΠΟΓΝ ΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΑΙ
Έκ τοϋ φιλοσοφικοϋ ο"υγγράμματος τής
Βΐοηυβνίΐΐβ «Τό ΙΙρϊσμα τής Ψυχής» μετα-
φέρομεν άποσπάσματα τοϋ περϊ τής φύ¬
σεως καί τοϋ έρωτος των καλλιτεχνών
κεφαλαίου.
• Οί έρωτες των ποιητών (λέγει) δχουοΊ
την χάριν τοΰ ρύακος, όστις μορμ-ίΐρει,
τής αΐτρας, ήτις μας φέρει τό μΰρον των
ανθέων,—άλλ' είνε σταθεηθί ;
«Τα μϋρα είνε λεπτά, άσύλ,ληπτα έφή-
μερα- ό έρως των καλλιτέχνην είνε μεθυ-
ότική πνοή, έξερχομένη έκ τής ψυχής των
και βαίνουσα δολίως είς την καρδίαν τής
γυναικός ίνα άνάψη έκεΐ τθ πϋρ.
«Ό,τι οί καλλιτέχναι ζητοϋν έν τώ έρω-
τι δέν είνε τό άγαπώμενον πρόσωπον
είνε Λ στιγμή, ή ποιητικη κατάστασις,
Λ έμπνευσις ήν αΐσθάνονται πλησίον τής
γυναικός· είνε ή άνταύγβια των αστέρων,
είνε τό πεπλο· ιδές καί πάλλευνον φό-
τό οποίον, ύπ· τάς άκτϊνας τής
ο·ε?ήνης, παρουσιάζει είς την εύπετή
φαντασίαν των ώς αίθερίαν νύμφην την
έρωμέ.νην.Παραφέρονται, παθαίνοντοι διά
τα σνειρά των, διά τάς ότειροπολήσεις
των, καί ούχι διά την γυναϊκα, ήτις χρη-
σιμε^ει ώς άπλουν όργανον. Δυθτχΐχεϊς αί
γυνΛΐκες, αΐτινες δέν κατώρθωΰαν νά τούς
έννοήΰουν, διότι ή εξέγερσις τοιούτου
όνείρου είνε θλιβερά.
Οί καλλιτέχναι μένουσι πάντοτε παι¬
δία καί διατηροϋσνν έν ^έαυτοΐς την ά-
θώαν εκείνην σκληρότητα των παιδίων.
Ίδιοτροπίαι των τινές, αίτινες φαίνον-
τα·. πατδιρΐώδεις είς τα όμματα τοϋ ψυ¬
χρού παρατηρητού, δέν είνε τί τ· ότε δλλο
παρά στιγμαί σχολής, στιγμαί αναπαύ¬
σεως των θερμών έκείνων φύΰεων, τάς
οποίας κουράζει Λ; ο"υνεχης σκέψις.
Ό καλλιτέχνης μετα5αίνει αΙφνιδί«ς,
άπό τοϋ άπολ,ύτου ένθουσιασμοϋ είς την
άπ/όλυτον άποθάρρυνσιν καί απογοήτευ¬
σιν. Ό καλλιτέχνης άπολαμδάνει μετά
πάθους την φύσιν, την στιγμήν ακριβώς,
καΐ' ήν αΐσθάνετατ την καρδίαν τού πλη-
γωμένην καί συρορένην ώς κατάδικβν.
Άνεμοι πνρός καί πάγου · διέρχονται
διά των πνευμάτων των, τα όποϊα έπι-
σκέπτονται ταυτοχρόνως οί τροπικόν καί
ή Σιδηρία.
Οί ποιατα'ί, φλεγόμενοι υπό τής ιδίας
των ψυχής, ύποφέρουυι δεινώς, αίθθάνον-
νονται είς τό βάθος . των σπλάγχνων. των
οίονε'ι 6ν ήφαίστειον έτοιμον νά χυθή είς
έκκρήξεις. Λι' αύτό ακριβώς, διά τό μοι¬
ραίον δώρον, τό οποίον κέκτηνται, τοϋ
νά ψάλλωσι χάς έντυπώσείς ->ής καρδίας
των, ουδεμίαν απόλαυσιν αίσθάνονται.
Διά νά κορέσωσι την δίψαν των θερ¬
μών αυτών ψυχών, των έρωμένων τοϋ
αδύνατον, τι δύνανται αί φιλίαι, τί δύ¬
νανται αί λατρεϊαι; Ό κοινός βίος είνε
υπεράνω των δυνάμεών των καί βλέπο¬
μεν πολλάκις μίαν ακατάσχετον δύναμιν
έξερχομένην των παραφόρων εγκέφαλον
των, μέ την πρόθεσιν νά ταράξωσι τόν
κόσμον ολόκληρον. Οί άληθεΐς καλλιτέ¬
χναι, υπέρ πάντας τούς άλλους άνθρώ-
πους, συμμετέχουοΊ τής φύσεως τοϋ Θεοϋ,
διότι καί ούτοι είνε δημιουργοΐ, φέροντες
είς φώς έκ τοϋ εγκέφαλον των κόσμον ο¬
λόκληρον, καί όντα μή ύπάρχοντα ηρίν
η ή ο"κέψ»ς των τα έξαγάγη έκ τοϋ μη-
δενός. Άλλ' άν οί καλλιτέχναι έχουσι τΛν
τιμήν νά συμμετέχωόι τής φύσεως τοϋ
Θεοΰ, έχουσι συγχρόνως την δυστυχίαν νά
σνμμετέχωοΊ καί τής φύσεως τής γυναι¬
κός. Εντεύθεν προκύπτει ή άναμφισδή-
τος δύναμις των θελγήτρων των καλλιτε-
χνών των έξ έπαγγέλματος' άπαόχολου
μένων είς παν ό,τι διεγείρει τίιν φαντα¬
σίαν. Τή άληθεία, θά έκαμναν πολυ φρό-
νιμα αί μητέρες καί. πρό πάντων οί σύζν-
γοι ν' άπομακρύνωσιν έκ τοϋ κύκλον των
Οτενών σχέσεων των τα έλκυστικά αύτά
όντα. Καλόν είνε νά καταρτήσωσι γνωστόν
είς την γυναϊκα, ότι οί καλλιτέχναι, πλα ·
ό"μένοι μάλλον διά τα πάθη παρά διά τοϋς
οΌδαρούς έρωτας είνε άστατοι, καί ότι αί
συμπάθειαι των περιστοΐ/ίζονται υπό
κινδύνων, φόδων καί άγωνιών».
(Έχ των τί,; ΒΙοςαβνίΠβ).
Η Τ Υ Φ Λ Η
Π2Γ> ι Παρίσιοι κατετρύχοντο υπό τοϋ
}>ύπερόΌλικοΰ έκβίνου θάλπόυς, όπερ
•.συνήθως προηγεΐται θερινής καται-
γίδος. Μακραί πυροειδεΐς λΌ)ρίδέ, διέσχι-
ζον τόν όρίζοντα, ακολουθούμενοι υπό
υποκώφου καί παρατεταμένου [ίρόμου·
μετά μικρόν δέ παχεΐαι ψεκάδες βροχής
ήρξαντο τυπτουσαι τα .ττρόσωπα των δια-
όατών καί στίζουσαι διά φαιών κηλίδων
τα κονιααλέα λιθόστρωτα.
Ώραία μελάγχρονς κορη, είκοσαέτις
περίπου, αίφνηδίως καταληφβεΐσα υπό
τής {ίροχής, έπέσπευδε τό βήμα, όπως
ζητήση καταφύγιον υπό τίνα στοάν.
'ϋ άπλή περιδολή τη·. ,ρ δεϊγμα αύότηρο-
τάτης οίκονομίας, δέν ήτο τοιαύτη, ώστβ
ν'. άνθέξη είς την ολοέν επιτεινομένην
βροχήν. Ιΐενιχρά έΰθής . έκ μέλανος υφά-
ΰματος, καλω,, συναρμοζομενη είς το
θώμα τας, καί πϊλος ψιάϋινος μετά τίνων
ακόμ|;ων ανθέων, ύπεδήλουν ότι ήτο μία
έκ των μΐΛρων έκείνων ραπτριων, άς ή
έντιμος πενία άναγκάζει νά ράπτωαι μο¬
ναι τό. ένόυματά των. Έν ένί λόγω, ή
Μάρθα ήτο δεϊγμα εύπρεποϋς κόμψότη-
τος. . ,
Ήτο δεκάτη εσπερινή ωρα καί ή όδός
σχεδόν έρημος. Νέος τις εφάνη μακρ*5θεν
■. τρέχων, όπως προφυλαχθή έκ τής (!ρο-
χής, πρός τίιν αύτην στοάν ένθα ίστατο
η Μάρθα. Ήτο τόσον άφοσιωμένος είς
την πρόοδον τής κατανγίδος, ωστε μη-
χανικως πω'ς παρετήρησε την κόρην. Αί¬
φνης λάμψας άστραπτίς, ήν ηκολούθησε
τρομερός βρόμος κεραυνοϋ, κατηύγάσε
την οδόν, ταύϊοχρόνως δέ άπελπιοτικη
κραυγή ήκούσβη': · · , '
«Θεέ μου ! » έκραύγαόεν ή νεάνις «δέν
βλέπω — δλο σκοτάδι — ή άστραπή μοίτ-
και^ετά μάτια.Έίμαι τυί^λή.» » · :
Χείμμαρρος δακρύων διεδέχθιι τούς στε-
ναγμούς καί τούς θρήνους τής νεάνιδος,
δταν ανελογίϋυη, ότι δέν θα ηδύνατο
Ι;■( πλέον νά κερδίση τή πρός τό ζήν, ότι δέν
θά κατώρθου νά ευρίσκη ανευ [ίοηθού την
οίκίατν της. Τί έπρεπε νά κάμη ; Νά γίνη
έπαϊτις ;
Ό Βερτράν Καμουσάρ, ό νέος δηλ. έκεϊ-
νος, όστις ευρίσκετο πλησίον τής Μάρ-
θας, ήτο μικράς ύπάλληλος, συνίιθισμέ-
νος είς τας ασωτείας καί τάς πα{>ιοΊνάς
διασκεδάσεις. Μόλις λοιπόν ήκουσε ίίήν
νεάνιδα καταρωμένιιν την τύχην της,
επλησίασε καί την παρετήρησε περιέρ-
γως. Ή μορφή της δέν ήτο ποσώς αχίχη-
μος. Οί μεγάλοι μέλανες όφθαλμοί της
έλαμπον είς τάς χόγχας των, ζωηρόν έρύ-
θημα έπορφύρου τάς παρειάς της, τα δέ
χαρακτηριστικά της ήσαν μέτρια καί κα-
νονικά. Τίιν εύρε πολύ ωραίαν.
• Λέν είνε λοιπόν κανεις έόω νά μέ βοη¬
θήση ; · άνέκραξε μετά πόνου ή Μάρθα,
έκτεινουσα τάς χείρας της.
«Μή φωνάζης κόρη μου» απήντησεν ό
Βερτράν κολ'ακευτικώς ·έγώ σέ πάγω'ςτό
θπίτι ΰου.
, «"Ω, σάς εύχαριστώ, κύριε», τ
«Καί ποϋ καχοικεΐς ;»
. -ΙιΛς την οθόν Λακουδαμέν.
■ Είνε κοντά'ςτό 'δικό μου σπίη, είπεν
ό Βερτράν καθ* εαυτόν είτα προόέθηκε
μεγαλοφώνως «ή βροχή έπαυσε, δός μου
τόν Ρραχίονά σου».
Ένφ επροχώρουν, ό νέος παρετήρει τό
πολύτιμον φορτίον τού μετά ποίας τινος
εκπλήξεως, εκείνηδέ έρειβομέντι επί τοϋ
§ραχίονός τού μετά χαρακτιΐριστικής ά-
πλότιιτος, τώ έλεγεν ότι ήτο όρφανη γο-
νέων, καί ότι εσχάτως είχεν έλθει έκ τοϋ
χωρίου της άνευ αποσκευής, Ουθτιιμένιι
είς εν μέγα εργοστάσιον, όπου ήδη εΐρ-
γάζετο. ■ .
Ό Βερτράν δέν έδωκε την ελαχίστην
•προσυχίιν ;-:ίς την όιηγιισίν της. έκαμε
μονον χΛευ .σνικάς τινάς παρατιιρήσεις
διά την λευκότιιτα" των χειρών τας καί
την κομψότητα των ένδυμάτων της, διότι
ένόμιζεν ή μάλλον εΐχε πεισ()·τ> τελείως
δτιή κόρη τόν εξιιπάτα. Τέλος ^αρυνθείς
ν' άκούη τούς ο"υνεχεϊς στεναγμούς της,
απεφάσισε ν'άλλάξα τρόπον, κα'ι να τ»5
δείξτ,ι, δτι ήτο τέλειος τύπος Παρισινοΰ
καί δέν ήπαχάτο ευκόλως.
«Παμε νά σοϋ δώσω ένα πθτήρι μπίρα·
είπεν ·ύπομειδιών. Ή κόρη, έκδαλοϋσα
κραυγήν τρόμου, άπέσυρε τόν ^ραχίονά
της.
*"Κ, μΛν εΐόαι δα καί τόσο περήφανη·»
έπανέλαβε λαμβάνων αύτην άπό τής
χειρός.
'Λλλ' ή Μάρθα άποΰπασθεϊσα καί πά¬
λιν αποτόμως, ήρξατο κραυγάζουσα :
' ^Βοήθειαν ! Βοήθειαν ! » ,
Είς τάς άπέλπιδας φωνάς της κόριις
έσπευσεν δλλος τις κύριος, ίιψηλόσωμος,
όστις πληΰιάσας έλαδε τόν Βερτράν δχ'
αμφοτέρων των. χειρών, καΐ τόν ώθηϋε
τοιουτοτρόπως, ωστε τόνήνάγκασε ν' α-
ποχωρήόη ώς τάχιον, χωρϊς νά ζητήση
έξηγησεις. ' ι
Τότε ή Μάρθα διηγήθη έκ νέον την Ι¬
στορίαν της είς τόν σωτηρα της, έκεΐνός
δέ είς άπάντηόΊν τΛν έπληροφόρηΰεν,
ότι όνομάζεται Πέτρος Καρλιέ καί δτι εΐρ-
γάζετο έν τφ γραφείω τού Λυτικοΰ ο"ιδη-
ροδρόμου. Παρέλε^'εν δμως ν*Λ τίί άνα-
φέρη περί μιας^παισίας ούλής,τήν οποίαν
έφερεν είς τ6 πρόσωπον, καί την δκοίαν'
εΐχε λάβει κατά τόν πόλεμον τόΰ 1880.
Μεγάλην αίΰθανθείς συμπάθειαν διά
την άπροστάτευτον κόρην, ήτις τφ ωμί¬
λει καί τόν ήκουε χωρϊς νά γνωρίζη την
υπερβερβολικήν έκ τής ούλΛς ασχημίαν
τού, ή όποία είχε φ·υγΓδεύο"ει δλαχ; τάς
γνναΐκας, την ωδήγησεν είς τίιν κατοι¬
κίαν της· άφήσας δέ αύτην είς την θύ¬
ραν τφ υπεσχέθη δτ» θά έπανήρχετο την
επομένην. Ή Μάρθα άπεδέχθα ,άσμενως
την υπόσχεσιν, διότ* ή είλικρίνεια τής
όμιλίας καί των τρόπων τού την είχον
καταγοητεύσει. ,
Την ακόλουθον πρωίαν ό Καρλιέ έφερεν
Ενα ιατρόν όπως εξετάση τοΰς οφθαλμούς
τής νεάνιδος, τό δέ σΛ/μπέρασμα τούτου
—.ότι δηλ. ή θεραπεία των ήτο προβλη-
ματική, αν δέ έπήρχετο ποία τις καλ-
λιτέρευϋις, θά έπήρχετο λίαν άργά -έπλή-
ρωσε την Μάρθαν άπελπισίας. Τίς θά
έφρόντιζε πλέον δι" αυτήν, ,άφοϋ θά ήτο
άνίκανος πρός εργασίαν ; Ό Πέτρος ένό-
ησε πάραυτα τούς διαλογισμούς της καί .
κύι|;ας τι> έι|;ιϋύριο·ε : ' ,
«Μή λυπεϊσαι, Μάρθα· ό διευθυντής οΌυ
θά σοΰ χορηγή τακτικά τα ήμερομίσθια
ένόσω ευρίσκεσαι υπό .θ^ραπείαν· αύτη
είνε ή συνήθεια. ©ά ύπάγω μόνος μόν
πρός αυτόν κοΛ θά τοϋ διηγηθώ τα
πάν τα».
Μετ" ολίγας-ώρας ό Πέτρος έπέο'τρεφ'εν
άγγέλλων, δτι ό διευθυντής τοϋ έργοστα-
σιου τψ υπεσχέθη δχι "μόνον νά φυλάξη
την θέσιν τής κόρης, άλλά καί νά πλη-
ρόνη δ·.α τα έξοδα μέχρις έντελοϋς άναρ- ■
ρώσεώς της.
Ή ίατρική θεραπεία ήρξατο, καί δ
Καρλιέ ήρχετο τακτικώς φέρων είς αύτην
τοΰς μισοούς της. *11το άλλως τε φυσι¬
κόν νά κάθιιται καί νά ύμιλτ^ με.τ' αυτής,
διότι ή Μάρθα ουδένα άλλον φίλον έκτός
, αύτοϋ είχεν «Ις Παρισίους, καί ηύχαριΓ
Οτεϊτο τα μέγιΰτα έκφράξουλία είς αυτόν
τούς διαλογισμοί/ς καί τούς φόβονς της.
Προϊόντθ,ς τοϋ χρόνον αί επίσκεψις εγί¬
νοντο όυχνότεραι καί μάλλον διαρκεϊς, Λ
δέ φιλική συμπάθεια, ήτις συνέδεε μέχρι
τοϋδε τούς δυο άτυχεϊς, την τυφλήν καί
τόν δύσμορφον, μετεδλήθη είς εΐλικρίνή
καί διάπυρον έρωτα. 'ΙΙ Μάρθα ευρίσκετο '
έν παντελεϊ* αγνοία τής φοβεράς ούλής
τοϋ προσώπου τού, μόνον δέ Λ εύγενης
συμπερίφορά καί αί ύπερ·δάλλουσαι περι-
ποιήοεις τον, είχον κατακτήσει την καρ¬
δίαν της.
1
Τρείς μήνες είχον παρέλθει, καί δμως
ή άτυχής Μάρθα δέν έθαραπεΐτετο· επί
τέλους ήρχησε νά έκπλήσοηται', πώς ό
διευθυντής εξηκολουθεί νά πληρόνη τα¬
κτικώς τούς μισθούς της χωρίς νά έρωτ^
ποσώς περί τής καταστάσεως της. Αίφνης
ύποιΐ'ίά τις τή επήλθε είς τόν νοϋν, καί
μίαν ημέραν παρεκάλεσε την οίκοδέσποι-
ναν, όπως ύπάγη είς τό εργοστάσιον καί
έξακρι(ίώση την αλήθειαν.
Την έΰπέραν εκείνην, δτε ό Πέτρος ήλ¬
θε πρός επίσκεψίν της, την εύρε κλαί-
θυσαν.
«£έ άνεκάλυψα»· τφ είπεν. ·*Ω, πόο"(|)
γε'νναϊος καί είγενής εΤ^αι, νά μέ κάμνης
να πιστεύω, δτι τα χρήμάτα ποϋ μοϋ
έφερές προήρχοντο άπό τόν διευθυντήν.
Δέν έπρεπε νά μέ έπιβαρύνης μέ τέτοιο
χρέος. Τώρα λοιπόν πρέπει νά θεραπευθώ
διά νά είμαι είς θέσιν νά σοΰ πληρώσω
τα ύσα ο"οϋ όφείλω.
«Είμπορεΐς νά μοϋ τα πλ,ηρώσης πολύ
ευκόλως, αν θέλης» Άπεκοίθη ευγενώς
ό Πέτρος.
• Καί πώς ; ,
«Μέ τδ νά μέ δεχθής ώς σύζυγον Οου.
Μειδίαμα χα.ρΐς καί ανακουφίσεως άνέ-
λαμψεν είς τή πρόσωτ-ον της Μάρθας,
«Λέν γνωρίζω την μορφήν οΌν» είπεν
«είματ-δμως βεβαία ότι θά ζωγμαφίζη την
καλωσύνη της ψνχής σον. Λέχομαι ευχα¬
ρίστου νά γίνω σύζυγός σον, άλλ' ίΐπό
μίαν συμφωνίαν».
«Ποίαν ; ·
• Νά μή γίνη ό γάιιος μας πριν θερα-
ηευθω καθ ολοκληρίαν.
Ή απόφασις αυτή ενέπλησεν απογο¬
ητεύσεως τόν μνηστήρα της, όστις ά-
κθυσίως πως επεθύμει νά μείνη τνφλή,
διότι δέν ηδύνατο να υποφέρη, αναλογι¬
ζόμενος, ό τι ίίμα ώς πρώτον τον έ5λεπε,
θ" απέστρεψε μετα φρικης τους οφθαλ¬
μούς της.
«Ή επιθυμία μου είνε να στεφανωθώ-
μεν αμέσως» είπε «ι)ά είμεθα τόσον εύτυ-
χεϊς ! Λιατι τάχα νά περιμένωμεν περισ¬
σότερον ; >
Ή Μάρθα όμως ήτο άκαμπτος.
«Άρκετά σ' έδασάνισα μέχρι τοϋδε» ά-
πήντ ισεν «ουδέποτε όμως θά σνναινέσω
νά γίνω φορτίον σου. "Αν δέν δυνηθω νά
θεραπενθω έ >τελως, ι>ά φύγω καί...
Ή Μάρθα έν τούτοις ήτο πεπεισμένη,
ότι θά έθεραπεύετο μίαν ημέραν αίφνη-
δίως, καί επεθύμει νά παράσχη εύάρεστον
έκπληξιν είς τόν Πέτρον, όστις, τόσον
έμμανώς την Λγάηα.
"Ητο ή πρώτη Κνριακή τοϋ Μάϊον.
Ή άνοιξις έστόλιζεν ηδη τονς θάμνους
καί τα δένδρα διά ποικιλοχρώον περιδο-
λης, οί δέ λειμώνες ήρχιζον ν" άναγεν-
νώνται ί'πό τάς άκτϊνας τοϋ Λλίοΐ'.
Ή Μάρθα είχεν έξέλθει είς περίπατον
άνά την εξοχήν μετά τον Πέτρου, δο"τις
τή Ελεγε ,περιπαθώς :
— «Τί κρίμα ' άν είμπόρεις νά ιδής πόση
ενμορφιά έχει Λ φύσις δέν θ' άνέδαλλες
επί πλέον την ευτυχίαν μας.>.
— ' λλ' άκούω τα κελαί5ήματα καί αί-
σθάνομαι όλες τές εύωδίες απήντησεν ή
κόρη έτοίμως.
'!( άναμενοηένη ήμέρα έφθασεν επί τέ-
λονς, ό δέ Πέτρος έλθών κστά την συ-
νήθη της επισκέψεως τού ώραν, είδε μετ"
εκπλήξεως, ότι ή προσφιλής τού Μάρθα
δέν έφερεν έπίδεσμον εις τονς όφθ,ιλμούς,
καί την έφαντάζετο μορφάζονσαν μετ"
άποιΐτροφής ώς ίστατο έμπροσθεν της
«Να βλέπη Λρα γε ;·■ είπε καθ" εαυτόν,
γενόμενος κάτωχρος έκ τοϋ φόβου.
Τί τρέχει λοιπόν; τόν ηρώτησεν ή
Μάρθα έκπλήττεσαι ποϋ £6γαλα τόν έπί-
δι-σμον ; Δέν ύπάρχει πλέον άνάγκη, ποτέ
δέν θά ΐδω καλλίτερα άπό τώρα. Κίμαι
Βτθιμη γιά τόν γάμο· δποτε θέλεις...
'Κν τίί χαρα τού ό Καολαέ έ^αντάΓετο
ότι οί όφθαλιιοί της τόν έχλΓύαζον είτα
ομως έγέλασε διά την μωρίαν τού ταύτην,
σκεφθείς ότι ή Μάρθα δέν θά τω ωμίλει
τοιουτοτρόπως άν £6λεπε.
'() γάμος εγένετο ενα μιϊνα άπο τής
ημέρας έκείνης· όταν δέ .περ'ι τό τέλος
τήςίεροτελεστίας προσεκλιιθιισαν να ί'πο-
νράϊ'θνν είς χό σχετικόν βιβλίον, ό Πέ-
τρος έλα6ε την χείρα τής τνφλής σιιζυ-
γου τού, όπως την οδηγήση- αυτή δμως
την απίσυρε λέγονση.
"Αφες με, είμπορω νά τό εϋρο) μόνη μου».
Τότ> , πυός μεγίστην το»' έκπληξιν, έ-
πορεύθη κατ' ευθείαν πρός τό γραφείον
καί έλαβε την γραφίδα.
«Λέν είσαι τυφλή;» τΓί έ^'ΐθύρισεν είς τό
ούς «είμπορεϊς λοιπον νά ιδής την άσχη-
μιά μου ;
"Ω ' την είδον πρό ενός μηνός» απήν¬
τησεν έκείνη μετά μειδιάματος, βλέπουσα
αυτόν στενοχωρούμενον, είτα δέ προσέ-
θηκε μετά χάριτος «τώρα, Πέτρο, είσαι
βέδαιος ότι σέ άγαπώ ; »
Έ*
Γ. 11. Π.
Δ Τ
Ι
Κατά την ακρη τοϋ βο>νοΰ τα μάτια μου καρφώνω
καί μέ λαχτάρα μυστικίι τίι δύση καμαρώνω·
έχει νλυκό τό χρο>μά της ώσάν τό πρόσωπό σου,
καί. μέσ' Οτό χαμογέλιο της ξανοίγω τό δικό σου . . .
^ε τέτοια δύση κδποτε, σέ τέτοι > φως προο"μένω
— καχ πές άν 6έλης τώνειρο τρελλό καί φανταγμένο —
σάν ήλιος δεύτερος νά βγχίς έκεϊ απάνω, φώς μοί1,
νά χνθης λάμψες κ' ενμορφιές ςτά πέρατα τοϋ κόσμου.
ΚΐϋΐΗΙ Δ. ΔΐΙΜΑΛΙΙΙ
Ο ΒΟΡΡΙΑΣ
'() κύρ βορριας παράγγειλε δλων των καρα6ιώνε·
— Καράδια ρίξτε σίδερα καί πιάσετε λιμάνχ
Κι' δσα καράδια τ' δκουσαν δλα λιμάνι πιάνουν,
κι' 6να καράδι τοϋ Ραγια, αύτό δέν τόν φοδαται.
— Λέ σέ φοδαμαι, κΰρ βορρια, δέ σέ φοδάμαι άγέρα,
έχω καράδι μπρούζινο μέ μπρούζινα κατάρτια·
άνέδα, βρέ μουτσόπουλο, 'ςτό μεσανό κατάρτι.
ΙΙατζογελώντα άνέδαινε, κλαίοντας κατεβαίνει.
— Τ' έχεις, μωρέ μουτσόπουλο, ϊΐλαίοντας κατεδαίνεις ;
— Ταχθήτε, τοϋρκοι 'ςτό τζαμιά, Ρωμηοί 'ςτά μοναστήρια,
καί σί' μωρέ σκυλόδρηε 'ςτήν πίστι ποΰ πιστεύεις.
Το λόγο δέν άπόσωσε, τό λόγο δέν άπώπε,
γεμιζει ή θάλασσα πανιά κ' ή άκρες παλληκάρια..
ΣΥΖΤΓΙΚΗ ΑΦΟΣΙΩΣΙΣ
ί σύζυγον των μεγάλων άνδρών, είτε καλλιτέχνην, είτε
ί,έπιστημόνων είτε στρατιωτικών, όσον περισσότερον προ-
ολλώνται, είς τόν πρός αύτούς έρωτα, τόσον μάλλον
έξουδετεροϋνται αυταί καθ" εαυτάς, ο"υμμεριζόμεναι προσωπι-
κώς τής δόξης των Υπάρχουσι παραδείγματα συζύ-,ων έξό-
χων ποχητών, αΐτινες, δχχ μόνον δέν έζηλοτύπουν, άλλ' άπε-
ναντίας ήσθάνοντο ύπερηφάνειαν δτ &λΙη τις γυνή ένέπνευ-
ο"εν είς τόν σύζυγον ποιητήν στίχους, προσθέχοντας είς την
δόξαν τού· διότι τόν ήγάπων ώς ποιητίιν καί ούχι ώς άνθρω¬
πον. Ύπεισέρχθνται έξ ολοκλήρου είς την προσωπικότητατοϋ
τοιοΐΐτου σύζυγον, άνυψούμεναι υπεράνω τοϋ ανθρωπίνου έ-
ρωτος καί άποδάλλουθαι, χάριν της τέχνης ή τής έπιθτήμης,
τάς μικροζηλοτυπίας τον γυναικείον έρωτος καί εγωισμόν.
Δημοσιεύοντες ανωτέρω τό άρθρον τοϋ Σαρσαί περν Μόλτκε,
έπωφελούμεθα της εϊτκαιριας ν' άναγράι];ωμεν ενταύθα ό εξής
άνέκδοτον το οποίον διηγοϋνται περί τής σύζυγον τον, καί
τό οποίον καί μόνον καθιστςί αύτην αξίαν (Κ'νευνον έξ'όχον
άνδρας.
• ΤΙ Μαρία φόν Μόλτκε, θυγάτηρ τοϋ Τζων Χέχλιγκερ, κατα-
γομένη έκ ϋΙ&ΓΓθΓα$1πΓ8, καί σύζυγος τοϋ έξθχου θτρατάρ-
χου κόμητος Μόλτκε, έρωτηθεϊσα ποτε υπό τινος στενοΰ φίλον
της, αν ησθάνετο ύπερηφάνειαν διερχομένη τας τάξεις τον
στρατοΰ υπό τόν βραχίονα τοΰ σύζυγον της, μετά την κατά
τό 1864 έν ίίοΜβδ'ίνί^ επιτύχη μάχην, άπεκρίθη :
— "Ω, δχι· καθόλου μάλιστα. 'Ησθανόμην εντροπήν βλέπουσα
τούς στρατιώτας χαιρετώντας τόν σύζυγον αου, μεγάλοις δέ
δνσηρεστού^ιην, συλλογιζομμένη ότι οί στρατιώται έβλεπον τόν
Μόλτκε ννμφευμένον. Κατά την γνώμην μου, είς καλός στρα-
τιώτης ονδέποτε πρέπει νά ννμφεύεται. Ό συζνγικός βίος
άντιστρατεύεται κατά τό μάλλον ή ήττον πρός την ελευθε¬
ρίαν.
Καί έν τούτοις έπιλέγουσιν οί γνωρίσαντες τόν οίκογενεια-
κόν βίον τοϋ Μόλτκε καί διηγούμενοι τό ανωτέρω άνέκδοτον—
ήτο πολν δύσκολον νά ευρεθή εύτνχέστερον ζεϋγος άπό τό
τον Οτρατάρχον μετά τής ωραίας άγγλίδος σιιζύγον τον, ήτις
άπβδίωθε την παραμονήν των Χριστουγέννων τον 1808.
46
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΤΣΕΙΟΝ
Δταζϋγχα-
Είς ποίον μέρος τού κόσμου, χατά τας στατιστι-
χάς, νομίζετΐ «τι γίνονται τα περισσότερα διαζύγια ;
Έκε( οπου τηριΐτβι φα»ατικώ; κα'ι κατά γράμμα
10 ευαγγέλιον- £ΐς χήν Αμερικήν.
Συγγρά|ΐματα γυναικων.
Ή βασίλισσα τ^ς Ρουμανία;, η γνωστή συγγρα¬
φεύς υπό τό ψευδ,ωνυμον Κάρμ£Υ Σν.1&&, προϊϊτα-
τ«ι συλλόγου τινος, ακοχοϋντος την , περισυλλογήν
βϊβλίων, συγγραψένΐων μο'νον ^πό γυναιχΛν.. ■ ■
Αί σιδηροδρομικα'ι εταιρίαι της Μεγάλης Βρετ¬
τανίας μετέφερον χαχά τί παρελθόν Ιτος 800 έκα-
τομμύρια έπιβατών, έξ ών 18 μόνον εφονεύθησαν Ιχ
διαφόρων τυχαίων. δυστυχ/)μάτων χά! 496 έπλη-
γώθησαν. '. ·
Άγΰρά όυζΐτγου καΐ'τέκνων.
Ό Ίάκωβος Μ'ιλς άιτεβίωσε προ' τινος έν Κάρλστον
Είς ήλιχίαν 91 έχων. Είχε' γεννηθή δοϋλθς, μο'λις ο-
ριις έφθασεν είς την ανδρικήν ηλικίαν, απέκτησε την
ελευθερίαν τού. Έν τούτοις ή αύζυγός τού χα'ι πέντε
τέκνα τού εμενον έν τη δουλεΐ£ μέχρι τοϋ θανάτου
τού αΰθέντου των, ότε Επετεθησαν είς πλειοδοτικήν
.δημοπρασίαν.. Ό Μίλς, χάτο/ρς μικράς τινος πε«,
ριοτυσίας, παρουσιααθεΐ; είς τό δηαοπρατήριον, έπλει-
θδότησε και ήγόρασϊ την οικογένειαν ΐου άντ! 1,0,80
λιρών. . · .
' Αίρέσεις επί αίρέσεων.
ϋν Άλσατία κα'ι Λωρραίντ; εισήχθησαν έσχά:ως
χα'ι βαθμηδόν περ'ί τα 20 ειδή θρησκευτιχών αίρέ-
σεων, των οποίων τα δύο τρίτα μετηνίχθησαν δια
των έκ Γερμανίας μετανασΐατών, δι» των ίγγλων
χαι Βοημών. Ιδοΰ' δέ χά: αί όνομασίαι των δια·
φόρών τούιων αίρέσεων : Βαπτισταί, αναβαπτι-
αταί, μεθοδισταί, άδελφο'ι Βοημοΐ, μενονισταί, π*-.
..λαιοΐ καθολικοί, καθολικοί, ίρδηγκια/θί,, δαρβισταί,
ΐλεΰθεροι βαπτισταί, λουθηρανοί, διαμαρτυρόμενοι,
χαλβινισταί, πρεσδυτερίανοί και Ίουδαϊοι. -ρ
■ΗλεκτροΊανητοι σιδηρόδρομον.
Έν Άμεριχή ή αντικατάστασις των '^κποσιδηρο-'
έρόμων ό*ι' ήλεκτροκινητων σιόηροόρομων έλαοεν
. ίσ/,άτως μεγίστας διαστάσεις. Έν Ιΐα^ιιίίοις πρό
πολλοΰ ένεργοθν'τοιθύτου ειδους σιδηρόδρομοι, εις
πλϊίστας όέ πόλεις τής Γερμανίας σχεδιοίζεται ή εί-
βίγωγή αυτών.
ΚαΛ πάλιν οί θώρακες.
Έν 1 αλλία εξελέγη ϊίδική επιτροπεία όπως μελί-
τήστ) σχέδιον παραδοχής θωρά«ων επί ηροστασίοι
τΑ στρατιώτην τοϋ πϊζικοθ κατα των φονιχων,
ο^ραφών, τας οποίας έκπε'μπουσι τα νέα οπλα. Ή
ίίόιχή «δτη έπιτροπή απεφάσισε την παραδο·χ>|ν θω-
ράκων χατίσχευααμένων έχ μϊγματος χαλκοθ χαι
«λουμινίου. Τό πά/ος τοΰ θώρακος τούτου ποιχίλεί»
από 5 —18 χιλιοστών. / ■ ·
'ΤπερβολικΛ φιλαρέσκεια.
Ή δούχισσα τοϋ Μ3Γΐ1ΐ0Γ011§Ι1 «νέ τόοον ίδιό-
τροπος είς τάς άμ?:έσΐ:ς της, ώστε δέν δύναται να
ιΰ,οτι μοδίσταν τής άρεσκείας της, οϋτί έν Λονδίνω,
ο3τε έν Παρίσίο'.ς. Στέλλει /νθΐπόν όλα σχεδάν τα
«ρορέματά της χαΊ ράπτονται είς Νέαν 'Γ^ρκην. Ή
δούχιασα άγαπα ύιτερδολιχώς τό μϋρον τοϋ ιου, εξ
οί άγοράζει μεγάλην ποσότητα εκάστοτε ίντός
λαγηνών. .
. Παράδοξος άλΛτης. ^
Έ» Μασσαλία συνήφθη γυμνόπους χαϊ ραχίνδυ-
Τβς αλήτης. Όνθμάζεται Γιλδέρτ χαΊ υπήρξε ποτέ
λοχαγος τοϋ Ιπι:ελείου £ν τω ατρακιδω τής κρινότΐι-
τος των Παρισίων. Οΐτος δ'.ηύθυνε τόν οΰλαμόν
τόν τουφεχίσαντα έν τί) φυλακη τής Ρουκέττη; τόν
κρ-χιεπίσχοχον των Παρισίων Βαρβοα. Παραπεμ-
φθ£ΐζ είς τα στρατοδικείον, άπέουγε την είς θάνατον
καταδίχην χ«Ί «τάλη είς έξορίαν έν τξ Νέα Κα-
ληδονία. Μετά την άμνηστείαν επανέκαμψεν είς Γαλ¬
λίαν, άλλα μή δυνάμενος »' άποχτήστ| τα μέσα της
υπάρξεως, εζήτησε ν' αποσταλή έχ ν=ου ΐΐς τόν το'πον
της έξορίας τού. Έρωτηθίΐς διατ'ι εδέχθη να ενερ¬
γήση την θανατικήν εκτέλεσιν τού άρχΐεπισκόπου των
Παρισίων, απήντησεν εάν δέν έτου^-'χιζον αυτόν
έγώ, δώδεκα σφαίρας θά εδέχετο ή κεοαλή μου.
Ή αύτοκράτειρα της Αΐτστρΐας.
Κατά την γαλλικήν εφημερίδα Σιαψίτ, πολλάς
ανησυχίας έμποιεΐ ή διανοητική κατάστασις της αυ-
τοκρατ&ίρας τής .Αυστρίας. Οί Ρερμανοι νευρολόγοι
άποδίδουσι τό πάθημα τουτο ίίς οίκογενειαχάς προ-
διαθέσεις. Ή δούκισα τοϋ Άλανσών, άδελοή τής
αύτοκρατείρας Έλισάβεχ, μένει ήδη κεκλεισμένη εΓς
τι φρενοχομεΓον τοϋ Γράτς, ή δέ άδελοή αυτής Μα¬
ρία Σοφία προίην βασίλισσα τ,ής Νεαπόλεως, είνε
γνωστή διά τάς έκχεντριχάτητας αυτής. Ό Άλφόν-
αος Δωδέ είς τό μυθιστο'ρημα αΰτοϋ ΒασιΛίΐς έγ
ϊζορία περιγράοει τόν χαραχτήρα της. Ή αΰτο-
κράτειρα είνε πρώτη ίξϊδέλφη τοΰ βασιλέως της
Βαυαρίας Όθωνος δ'. > · ■
Μυθολογιντόν ύπτιρετικόν.
Ό Αύτοχράτωρ ίής Κίνας δικαίω; δύναται νά
καυ-/ηθϊ)', ότι διατηρ'ε! μεγαλειτέραν υπηρεσίαν πα¬
σών των άλλων έστεμμίνων κε^αλών. Ουχί ολιγώ¬
τεροι των 426 Οπτ,ρετών είνε ετοιμοι όπως ίιποτα-
' νθωσιν εί- πά/ βλέαμα τού. "Εχει 75 άστρολό'γους
οΓτινες τω έξηγοΰσι τα των διαφόρων αστέρων ΧαΊ
50 ίϊρεϊς, οΐτινες έπιόλέπουσι την πνευματικήν κατά-
στασίν τού. "Εχϊΐ 50 ράπτας πρός χατασχευήν των
ένδυμάτων τού καΐ 25 ^ιπιδιοφόρους. Έ* το'ς «να-
χτόροις ευρίσκονται 130 θαλαμηπόλοι, 10 ΰπηρέται,
ών ή είδική ίιπηρεσίκ είνε νά κρατώσι τα άλεξήλια
χα'ι 30 ΐατροί.
ΚαΰσΊς των νεκρών.
Κατ' έκθεσιν άν*γνωσθεϊσαν έν τώ εσχάτως σ"υ-
νελθοντι έτησίω συνεδρίω της άγγλικής ίατριχής
ίταιρίας, τό μέτρον τού καίιιν τού; νιχροϋς έν
Αγγλία βαίνει μετά -μεγίστης προόδου. Κατά τ)|ν
ρηθεΓ^αν Ιχθεσιν, τω 1890 έχάησαν 44 νεχροί, μεβ'
βλην την αντίστασιν τής κυβερνήσεως χαΙ τής ίκ-
κλησίας. '
" " " · · ί
ΜΙΚΡΟΣ 1ΙΑΓΜΙΣΗ02Ι '
Προτείνομιν ίΐς εμμετρον μετάφρασιν τό χατιο-
τί'ρω ποιημάτιον τού Α,Γίβαβ Ηθ1188&νβ, υπό τοΰς
Ιξής όρους:
«. Ό μεταφραστής όυείλει ν" άχολουθτ(σ5 την
αυτήν σειράν των όμοιοκαταληξιών τοϋ πρωτοτώποΛ,
μή υποχρεούμινος ν' (χκολουθήστ) και τό αΰτο μέτρον.
6'. Ό μεταβραστής ΐΐφίεται ίλιϋβίρος ν» Ιχλίξ^
φ δημΰδες, τί χαθωμιλημένον, 1| τό χαβαρ(ϋον
γλωσσικόν ίδίωμα.
γ'. Αί μεταφράσεις';γίνθντ«ι δίχτβί μέχρι 15ης
προσεχούς Όχτωβρίο,υ.
8". Ή καλλιτέρα (μετάϊρασις όχι μόνον η σχιτ^ι-
κώ; καλλιτέρα) 8ημοσ.ευθήσεται έν τφ ,?ύλλω· ιις
δι τόν μεταφραστήν αυτής παρέχεται 8ωρε«ν μία
Ιξάμηνος συνδρομή τοϋ «Άττιχοΰ Μουσείου» .
ί,α ΟΙ^βΙβ βΐ Ια Γοαπηΐ.
Ι.,» ΓουΓρί 1β ^& ΓοηΙ,αΐηβ
. 631 «Π ρβ« ΟΓθφΙβΠΐίΐΕΠηβ
^» οϊ^ειΐβ α'νωΐ ΛδΙίι
ΙουΙ Γ έΐέ ;
ΕΙ νοίΐά 1α
ςιιϊ 1β τηβΙ, βη
βΐ Γπιρρβ »νβο
83
ΕΙ Γβ οΐ^αΐ,β ιηυβΐιβ
δβ 1&1886 πιουΓΪΓ άβ ίαΐτη
ά.- ά Πή.
Ο'βδΙ Γ'1ιΐ8ΐοϊι·β (Ιιι ροέΐβ :
^α'^^ηρο1·^β β'ϊΐ α
Γ 616 !
Άγϊώστω Δεσποιγϋι. — Πάλιν με την ία
τα έβάλατε ; Μήπως σχοπεύετε νά την. μιμηθίΐτε ;
Είπέτε μας τουλάχιστον τ' όνομά σας διά νά είξεύ-
ρωμεν μΙ ποίαν εχομεν νά κάμωμεν. Όχι, ή Σαπ-
ρώ δίν ήτο όίγαμος- ήτο χήρα. Ό σιίζυγός της
ήτο εμπορος έκ ΜυτΓΛήνης; οίτινος τί όνομα δέν
είνε γνωστόν. Μετ* αυτού είχεν άποκτήσει κόρην,
την οποίαν ών.όμασε Κλαίοα, ό»ως ών^μάζετο ί)
μήτηρ της, χαί την οποίαν 6περηγάπα, ώ; Ιαΐαίνε-,
ται Εχ τίνων πρός αυτήν στί/,ων της. Πό:ε άπέθα-
νιν ό συζυγός της, δέν γνωρίζομεν, καθότι Όύδαμοϋ
των σωζομένων ερ"γων της ποικΓται μνείαν αυτού.
"Ως χήραν όμως την ήγάπησεν 6 ποιητής ΆλκαΓος,
αλλά δέν ετόλμα νά τί; εκφράση ,τόν ϊρωΐά τού ;
,,0έλω'νά σοΰ είπω κίτι τι (της λέγιι είς ίν ποίημά
τού) άλλ' ή αΐδώς μ' έμποδίζει». — «"Αν έπεθύμεις '
(τοΰ άπαντα Ιχείνη) τίποτε άγνόν και εύγενΐς κα'ι αν
Επι της γλώσσης σου δέν ύπήρχε*χαμμία χαχή λέξις,
ίΐ» βά ίδισμευε τό βλέμμα σου ή αίδώς, άλλ' 8,τι
εΤνε ορθόν θά τό Ιλεγες». Ό ΆλκαΤος Ιζήτησι επι
τέλους την χείρα της, αλλ' αυτή ηρνήθη, προτι-*1
μήσασά την χηρείαν. Δέν ιίξεΰρομεν, αν 4 !ρως
πρός την ποίησιν ή1 δλλιυς τις Ηρ*»ς την επεισιν ιϊς
τοΒτο. ■ . ί
-ν-
Λ. Ά. ?. ΐγτανθα.— Μή πιστεΰιτί χα'ι πολΰ τόν
ΒολταΓρον ώς ίβτοριχόν άχούσιτε τί λέγει περ'ι αΰ-
τοΰ ό Μοηΐ68αυ.ιβιι : «Ό Βολταΐρος δέν θ*
γράψ7] πού χαλήν Ιστορίαν· είνε όπως οί μοναχοί,:
οί όποΐοι δέν γράφουν διά τό θε'μα, όπερ πραγματεύ-
ονται, άλλά διά την δόξαν τοϋ μονανικοΰ τάγματός
των. Ό ΒολταΙρος γράφίΐ διά τό μοναστήριόν τού».
Ό Ο1ΐ£ΐΙβ»υΐ3ΓΪαηα άν χα'ι ·ϊς τό Πνίϋ^α τοΰ
ΧύΐαζΗΐΥΐσμόν προσπαθή νά τόν δπερασπιθϊ] κατά ·
τοΰ τοιούτου εΰφυο^ς ψόγου, φέρων ώ{ παράδειγμα
την Εποχήν τοϋ Λουδοβίκου ΙΔ' χα'ι την Ίσνορίαγ
τοϋ Καρό.Ιον ΙΒ', όμολογε! ?μως δτι ό ΜθΠΙβδ-
({ϋίβυ Ι/ει δίκαιον προκειμένον μάλιι:» περ'ι
τοΰ εογου τοϋ Βολταίρου πιρΧ των ·ήθωγ ΐώ>
ΦιΧίστορι. — Ποίαν Ίίλισάβετ ίννοεΐτε ; νομί¬
ζομεν πώ( σφάλλΐται είς τάς χρονολογίας σας' διότι
ή μέν Έ-Ιιοάβιτ, ΐης 'Αγγλίας θυγάτηρ τοΰ Έρ-
ρίχου ΙΓ' απέθανε τω 1603, ή Έ.Ιισάβιν Φαργίζ,
σιίζυγός τοϋ Φιλίππου Ε' βασιλέως της 'Ιΐπανία'ς,
απέθανε τφ 1766, ή Έ.Ιισαβετ Πιτρόγβα, αΰτοχρά-
τειρά τής Ρωσβίας, θυγάτηρ' τοϋ Μεγάλου Πέτρου
έβασίλευσεν άπό τοϋ 1741—1762, 5] 81 ΈΛισάβιτ
τηΐ ΓαΛΛίαι έκαρατομήθη τ» 1794. "Αν έννοεΐτ»
αυτήν την τελευταίαν, οΐν ήτο χαβολου γραΤα χα'ι
άχοροϋμιν ποΰ εΰρετε τα οσα μϊ; γράφιΐε' χαθότι
η Έλισάβετ «ϋτη ίκαραταμήθη τριαχονταΐτής,
γεννηβείσα τω 1764.
χ. Μ. Σχ*— Ή καλιτέρα κα'ι "σως ή μόνη με¬
τάφρασις τοϋ ΝάθαΥ ιό? Σοφοΰ τοϋ Λέσιγγ ίίνι ή
υπο τοΰ χ. Άγγίλου Βλάχου, τυχοΰσα καΐ τοΰ
βραβείου έν τφ οΐχονομείω άγώνι τοΰ 1879. Δεν εί·
«εύρομεν αν ή ϊχδοσι; ·ΐνε έξηντλημένη, είνε ομάς
πολύ πιθανόν νά ευρίσκωνται εισέτι μεριχά άντίτυπα
έν τοΐί βιβλιοπωλείον.
χ. Εύ. Δάγ. Τό διήγημά σας μα; εδρεν είς πνιγ-
μνονήν εργασίας· θά τό άναγνώσωμεν χα'ι θα σάς
απαντήσωμεν είς τό προσεχές.
φύλλων δια νέους συνδρομητάς· αί παραγγελίας οί»
εξετελέσθησαν. — Χ Κ. Ληςούριον. Ενεγράφητε
χα'ι απεστάλησαν χαΐ 3 άριθμοί· ευχαριστούμεν.—
Π. Ν. Γ. 8πΐγΓηθ. Ταχυδρομιχώς άπηντήσΐμεν,
—Ε. Γ. Κ. Βώλον έπιταγή ελήφθη τόμοι π. έ'του;
απεστάλησαν άναγνώσατε την έσώχλειστον σημείω¬
σιν μας, χα'ι φροντίσατε παραχαλοΰμεν τα δέοντα.
πρατάρχου Μάχ-Μαών. Περί τα τέλη {>μω; τοϋ
1887 δ Ιούλιος Γρεβύ ήναγχάσθη νά παραιτηθή τοϋ
υψίστου τούτου αξιώματος ενεχα τοΰ ίξεγερθέντος
έν τή δημοσιογραφία σχανδαλου επί τή αποχαλύψει
2:ι ό γαμβρό; αΰτοϋ Οΰϊλ:ων μετήρχετο τό εμπό¬
ριον των παρασήμων, χοιταχρώμινος τή; ίμπιστο-
σύντ.ς τού. "Βχτοτε ο Γρεβϋ χατέλιπε την πολιτι-
χην. Απέθανε την 29 παρελθόντο; Αϋγούστου.
Κατάστημα Όμίλου Έρετών
χ. Ά. Βρ. ιίς Κίρχνραν. — Οί δύο τελευταϊοι
στίχοι τοϋ σταλέντος ημίν ποιήματό; σας μά; χά-
μνουν να μαντεύσωμεν 6τι θά γράψετε ώραίοι; στί-
χο«{. Στείλατέ μας 4λλο τελειότερον χαΐ προσεξετε
περισσότερον είς την έχλογήν των λέξεων. %
χ. Δ. Β. είς ΦιΑιπχούπολΐγ. Θελετε να «άς
ίίπωμον είλιχριν»; την γνώμην μας ; Εάν είνε αλη-
βίς ότι πρώτην φοράν, ώς μάς γράφιτε, στιχουρ-
γιΐτε, πειθόμεθα ότι έ'χετε έχ φύσεως τό δωρον τοΰ
βτιχουργεΐν. Δέν άρχε! 8μως ή φύσις" ή *έχη) 0«ς
λύπει εντελώς. Έχ των δύο σταλέντων ημίν ποιη-
μάτων σας, τό πρώτον είνε πεζότατον, καθότι ά-
ναγχαζετε την ποίησιν νά χατελθΐ) μέχρι των ήμερο-
μισθίων τήι, ραφτόπουλος σας. Είς επίμετρον δέ
τής πεζότητος τής ϊδέα; έρχεται πλήθος άλλο πεζο-
τέρων λέξεων α! λέξεις ιτιρο), τριΛΑοζινζίχης,
χ&γ, χαβ' όλον, είνε τόιον «εζαί, ώστε αύται χαΐ
μοναι ήρχουν νά εξασθενίσουν χαΐ την πλέον ποιη-
τιχήν ιδέαν. Ή γλωσσα άνώμαλος' ίνω έν συνόλω
τό ποίημά σας είνε γεγραμμένον είς τό δημαδες
ίδΐωμα, προβάλλουν έξαφνα είς τό μέσον αί λέξεις
άγγό, έργασίαγ, τιριτίζας, όϋογται, μιοθοΐ, ταύ¬
την, αί δποΐαι χάθε ίλλο είνε παρ« δημώδεις.
Ταυτα ώς πρός τό πρώτον ποίημά, τό οποίον μεθ'
όλας τάς ελλείψει; χα'ι μεθ' όλην την μιχρολογίαν
τού, έ'χει όπωσδήποτε τα στοιχεΐα ποιήματος" αν
άποφαβίσετε μάλιστα νά διορθόσετε τα ΰποδιιχθέντα
χα'ι ν' άφαιρέσητε τα ανθστα ΓβΓΓ»Π18 τού, το ποί-
ημα αΰτό θά γίτ») αν όχι δημοσιεύσιμον τουλάχιστον
6ποφιρτόν. Ός πρός τό δεύτερον ποίημά σας, τόν
Όδογτόπογογ (λέγουν πογόόοττος χα'ι δχι όίοττόπο-
νθ() ουδέν έχομεν νά προσθέσωμεν ή ότι είνε χ>-
λιάχις χατώτερον τοΰ πρώτου. Τ' αΰτά παρατη-
ροΰμεν ώς πρό; την χαχήν έχλογήν των λέξεων χα'ι
ώς πρός την ανωμαλίαν τής γλώσση;. Περιττολο-
γίαι όσα; θέλετβ Μίαν ιδέαν τόσον μιχράν χα'ι χοι-
τήν χα'ι τετριμμένην, είχετε την ίιπομονήν νά την
έχθέαετε είς 9 τετράστιχα, ίνω μόλις επρεπε νά την
έχφράσετε εί; 3 ή' τό πολύ εί; 4 τετράατιχα. Οί
στίχοι ι
Στά ΰστερα προφθάνει
ή φ('λη μου Ά. Χ.
Είνε χωμιχώτατοι, οιαδήποτε χα'ι άν είνε αυτή ή
φιλή σας. Μΐλετήαιτι κολΰ άν βέλεχε να γράψετε
οτίχους.
άσϊω; τού ΆμΛέτον ί-
ξέδωχεν ό έν Κερχύρα λό^ιος χ. Γ. Καλοσγοΰρος,
είς τόμον έχ 59 σελίδων, αποσπασθείσα; έχ τοϋ
ιγ' τεύχου; τοϋ Παρνασσοΰ.'Εν τω μιχρω χατ' ογ-
γον τομιδίω τού τούτω ό χ. Καλοσγούρας έχθέτει
πραγματείαν βαθυτάτηί μελέτης χα'ι μεστήν αλη¬
θείας, έπ'ι τοΰ πρό πολλοϋ παρ' ημίν χα'ι ιδία ε¬
σχάτως άναχΐνουμένου γλωσσιχοΰ ζηττ(ματος. Τό
έργον τουτο τού χ. Καλοσγούρου συν στώμεν έχθύ-
μως είς πάντα ασχολούμενον 2πως δήποτε είς τα
γράμματα. ,
Εξεδόθη είς χομψόν τομίδιον δ μετά τό πέρας
των έξετάσεων τοϋ Πρότυπον ΈΛΛηηχον Παρθι-
ταγιίου έχφωνηθεις λο'γος 6πό τής διευθυντρίας αΰ¬
τοϋ χυρίας Καλλιόπης Κεχαγ^. Έν αυτή έμβαί-
νονται οί μόχθοι, οΰς ή δόχιμο; διευθύντρια χατέ-
6αλε χα'ι αί χαταπληχτιχαι πρόοδοΐ, α; τόσον τα¬
χέως παρουστάζει τό 6π αυτήν παρθεναγωγεΐον.
Περ'ι τοΰ Λόγου αΰτοϋ χαθ' εαυτόν, χρίνομεν περιτ¬
τόν νά προσθέσωμεν τι' είνε γνωστή ή έμ€ρύθιια
των γνώσεων χαί σαφήνεια τοΰ ΰιρους τής χυρίας
Κεχαγιά, τής αρίστης αΰτϊ;ς παΐδαγωγοϋ, είς ήν
μετ' έλπίδων οί γονεΓς παραδιδονσιν άπά έτών ήδη
τάς γυγατέρ^ς των.
Άγασζασίον Ν. ΜαΛτον. Δ. Φ. χα'ι χαθηγη-
τοϋ. Έπίτομοι; Γραμμαχιχή της Γιρμαηχης
γλώσσης, θεωριτιχή χαί πραχτιχη', μετα πολλών
άσχήσεων, διαλόγων χα'ι άναγνωσμάτων. Είνε τό
μόνον έγχειρίδιον τοϋ εΐδους τούτου, όπερ εΰμεθο-
δέστατα συνταχθέν επί τή βάσει των έξοχωτέρων
γλωσσοδιδασχάλων, δύναται ν' αποβή ιίκρελιμωτα-
τον τής ελλησι σπουδασταΐς, δι' δ εϋθύμω; συνιστά)
μέν αντό είς τε τα δημοσία χα'ι ίδιωτιχά σχολεΐα
χα'ι είς τούς χατ' ιδίαν σπουδάζοντα; την Γερμανι¬
κήν γλώσσαν. *0 χ. Μάλτος άλλως, γνωστάς χα-
θηγητής έν Όδησσω, είνε έπίσης γνωστός χα'ι είς
τον παρ' ημίν φιλολογιχον χόσμον χα'ι έξ άλλων
ίπιστημονιχων χα'ι διδαχτιχων ϊργων τού.
ρ> αεχτονος ».. ιτχβρ'τάχη, .χτιζσμΐνον' έ*7Ίΐεν-»
ραιε! επι τής θελχτιχωτάτης παραλία; τοΰ λιμένος
τή, Ζέας, είνε, ώς βλέπει τ·ς ίν τή είχόνι, άρμονι-
χωτάτου 'ίυθμοϋ. Ό Όμιλο; των Έρετών, [δρυ-
θε'ις τω 1888 τή ένεργητιχή πρωτοβουλία χαΐ τή
εΰτυχεΐ άληθώ; ιδία τοϋ χ. Π. Δαμαλά, είνε σύλ-
λογος, σχοπών την διά τή; χωπηλασίας σωματιχήν
έξάσχησιν, διά την χατάλληλον πόλιν ΐν ή ιδρύθη.
Μέχρι τοΰδε άπαρτίζεται εχ 280 ταχτιχών μελών
πρόεδρος αυτού είνε δ δήμαρχος Πειραιώς χ. Ρε-
τσ'νας χα'ι άντιπρόεδρος ό χ. Δαμαλά;. Δυστυ'/ώς
ελλείψει χρημάτων, τό χτίριον δέν χατορθώθη εισέτι
ν' αποπερατωθή. ΙΙεποιθότες όμως είς τόν ζήλον
τοϋ χ. Δαμαλά, ελπίζομεν ότι ταχέω; θά έξευρε-
θώσι τα μέσα τής αποπερατώσεως.
ΑΓΓΕΛΙΑΙ
Ό διδάχτωρ τα νομιχά χ. Στέφανος Ί. Στε¬
φάνου έξεδωχεν έχτενή αγγελίαν, δι' ής αγγέλει την
προσέχη 'έχδοβιν Περιλήψιως τοϋ Ρωμαίχοϋ διχαίου
επι τή βάσει των π&ρ* ημίν νομιχών συγγραμμάτων
χα'ι ιδία των παραδόσεων των χαθηγητων τής νομι-
χής τοϋ ήμετέρου πανεπιστημίου σχολής χ. χ. Ά.
Κρασσα χα'ι Δ. θεοοανοΓ.ούλου. Κατά πόσον τό
έργον τουτο τοϋ χ. Στεφάνου έσται χρήσιμον είς
την σπουδάζουσαν άχαδημαίχήν νεότητα έμφαίνεται
αρκούντως έν τή Ιπιστολή, ήν ό χαθηγητής χ. Κρ»σ-
σα; απηύθυνε πρός αυτόν χαΐ ήτις δημοσιεύεται έν
τή άγγελία : οή έλλειψις τοιούτου έ'ργου πρό πολλοΰ
εγένετο έπαισθητή χαί χατ' ακολουθίαν εΰσύναπτο;
χαί περιληπτιχή έ'χθεσι; τή; παρ' ήμΤν χρατοΰσΓ,ς
Ρωμαιχής νομοθεσίας έσται έν πολλοϊς χρήσιμβς».
Ημείς ουδέν έχομεν να προσθέσωμεν πεποιθότες
ομω; είς την αοχνον εργασίαν χχί είς την έμβρύθειαν
τού χ. Στεφάνου διαβεβαιούμεν έχ των προτέρων
τους φοιτητάς ότι θέλουσιν ευρεί έν τώ έ'ργω τούτω
ώφελελιμώτατ^ν βοη"θημα.
Π. Γ. Χ. ΒΓ8Ϊ1». Δέν ελήφθησαν φρ. 20 τα¬
χυδρομιχώς ϊγράψαμεν χαθέχαστα..^ Δ. Φ. Μυτι-
λήνη. Έστάλησαν χα'ι αναμένομεν απάντησιν σας.—-
βφ. Θηρα. Έστάλησαν' αναμένομεν ενεργείας σας.—
Χ.
II.
Λ. Ηράκλειον. 2 λίρ. ελήφθησαν αναμένο¬
μεν γ.νιχήν εξόφλησιν χαΐ νέας ενεργείας. — Μ. Φ.
Κων)πολιν. Ενεγράφητε χα'ι τα εχδοθέντα φύλλα
απεστάλησαν. — Ι. Τ. Κυδωνίας' εΰχαριστοϋμεν.
έν τούτοι; έλπ'Χομεν ταχίστην αύξησιν αποστόλη;
Άνακρέων.
Ό Άναχρέων, είς των έξοχωτέρων λυριζώ/
ποιητών τ[χμασε την πέμπτην πρό Χριστοϋ έχιτον-
ταετηρίδα. Τα πλείστα των σωζομένων έργων τού
είνε άποσπάσματα, λυριχά, βαχχιχά, έρωτιχά.
Ιούλιος Γρεβύ.
Ό Ιούλιος Γρεβί> εγεννήθη έν μΐχρα Κώυη τοϋ
Ζουρά. Άναχηρυχθε'ις διδάχτωρ τοϋ διχαίου, ενω¬
ρίς κατέλαβε μεταξϋ των αυναδελφων τού περιοανή
θέσιν διά την £ητοριχήν τού δεινότητα Τω 1871
εξελέγη πρόεδρος τή; Εθνιχής Συνελεύσεως χαΐ
δατελεσεν ώς τοιούτος μέχρι 1 Απριλίου 4873.
Τω 1879, Ίανουαρίου 30, αί δύο βουλαί ηνωμε¬
ναι είς εθνικήν συνέλευσιν ίξέλεξαν αυτόν πρόεδρον
τής Γαλλικής Δημοχρατία; άντ'ι τοϋ παραδοθέντος
ΑΚΙΑΓΚλΙΑΙ
Παρακαλοϋνται οί χ. κ. συνδρομηταί,
οί μετακομιθ'θέντες κατά τόν Σεπτέμβριον
ν ά καταστήόωσνν ήμνν γνωστήν τίιν νέαν
αυτών διεύθυνσιν, Ινα μή συμβώσιν ήτα-
ξίαι κατα την διανομήν τοϋ φύλλον.
Οϊ έκ των συνδρομητών ημών ναθυ-
στεροϋντες την άπότχσιν της συνδρομάς
των της παρελθούσης έξαμηνίας, παρα-
καλοϋνται θερμώς νό έμβάσωσι πλέον αύ¬
την, καθότι έν τος όλίγου έκδοθήσονται
αί ώποδείξεις πρός είσπραξιν των νέων
Ουνδρομών τοϋ δ' έτονς.
ΟΙ άποιίτέλλοντες Όλην πρός δημοσί¬
ευσιν παρακα?.οϋντα νά συνενοοθνται
μετά τοϋ κ. Ιωάννου Πολέμη.
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΦΙΑΟΑΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΑΑΙΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ
* ■
'ΣυνδρομΛ εν Ελλάδι ετ. δρ.10. Έξάιι. δρ. 5. —Έν τω Εξωτερικώ έτ. φρ. χρ.12.'Εξάμ. φ'ρ. 6. —Τιμη φύλλον λ. 3θ.Έξωτβρ. Χ. 50.
. Έκδίδοται δις τού μηνός τχί 15 κα* 30. — Γραφείον έν οδώ Φτλελληνων αριθ. 24.
ΑΘΗΝΑΙ 15ΣΕΠΙΪΙΒΡΙΟΥ1891
ιετθτνται Ί.: |γγλεσησ-|,
ΕΤΟΣΔ'.-ΑΡ. 5
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ
Α πρώτη έλληννς §ασιλόπατς, Μβγάλη Δούκιόόα τίις Ρωσσίας
(»χ τοδ ϊν Πίτροοκόλει «ύτοχρβτβριχοα ?ωτογβ«?ιίο» Α. ΡδΒβΐί)
ΤΥΨΕΊ
ΣΥΝΕΙΔΟΤΟΣ
Αί Λ γηιια
Κωνσταντινοϋπολιν Άν
δλ
ήτο έδώ ό όυ~
θά
συνείδησίς μου μέ τύπτει - μάς έ- Κωνσταντινοϋπ
λεγεν εσπέραν τννα ό Ανδρέας Χά-* ζ^γός της, άν την έδλεπα μαζη τοιΐ
ίδσί ου μέ τύπτει ό ϊ ό οποίον
■«*-> ριυιις—ή συνείδησίς μου μέ τύπτει
χαί μέ ^ασανίζει νύκτα -καί ημέραν δέν
είμπορω νά ήσυχάσω, δέν είμπορώ ν' άνα-
παυθώ. Νομίζω, άν σδς τα διηγϊ|θώ δλα,
πώς θά έλαφρωθώ ολίγον άπό τό βάρος
τής ψυχής μου.
Ηγάπησα καί έγω μίαν φοράν είς την
διέκρινα ΐι3ως τό τεϊχο,, τό οποίον μ' έ-
χωριζεν άπ' αυτής, και θά πρόϋπαθοθσα
νά θεραπευθω, τότεΓ ότε ήτον ακσμη
Όταν επέστρεψεν έκεϊνος, ήτο
είχε περάόοΐ είς
ιχε γίνει £να μέ
το αίμα τού.
* ·
αυτόν άκόμα τόν εκλεγείς, νά είνε γέ-
υος, να μην άνακατεύεται 'ς της ξεναχς
αγάπαις. *
Λύτά ήσαν τα όνειρά ·μου δταν δέν
την έδλεπα. 'Κμετροϋσα τάς ημέρας καί
τας ώρας ώς νά έλθη η κυριακή νά την
ξαναΐοω. Καλλίτερα νά μην έξημέρονε
ποτέ έκείνη ή ήμέρα.
"Οσον έπλησίαζα είς τό σπίτι της, τό-
.....
•Ηναπησ-α καί έγω μίαν φοράν είς την ^ ^ πολύς κατρος καί κατωρ- σον έτρεμαν τα γόνατά μου, άπο
ζωήν μου, μίαν φοράν μόνον ϋστερα δεν οχετα(,θω περ»σσότερον μαζή της, μηπως μοϋ είπη ο ϋπηρέτης οτν
,....„,*„ τ,λέην νά κυττάξω γυναικα- τάς αίνω ε1ς τ0 ,,πίτ1 τη.ς, κατ' άρ- ^έστρεψεν άκόμη άπό την εξοχήν
δόν
εγύρισα πλέον νά κυττάξω γυναΐκα
έμίσησα όλας.
Την πρωτοεΐδα είς ενα χορόν τό εν¬
θυμούμαι ώς να ήτο αύτίι ή στιγμή. Τρία
έτη επέρασαν άπό τοτε καί θαρρω πώς
την βλέπω καί τώρα άκόμη μέ τό ίδιον
έκεΐνο φορεμα ποϋ την έπρωτογνώρισα.
Άπό μακράν δέν μοϋ έκαμεν ιδιαιτέραν
εντύπωσιν δταν δμως την είδα νάχορε'ύη,
δταν είδα έκιΛνο το εύλύγιοτον σωμα της
νά στρέφεται μέ έλαφρούς κυματισμούς
καί νά σύρεται χωρις νά 2ηματίζτ>, δταν
είδα ταμάΐια της μισοκλ,εισμένα άπό την
ζάλην τού |3άίί.ς καί την ήσθάνθην να
περάση απο κοντά μου, δέν είξευρω κ'
έγω ττ. θαυμασμός, τί γο'ητεία μέ κατέ¬
λαβε. Ή μυρωδια της [ίιολέττας, την ό-
να πηγαίνω είς
χας δι" απλήν
τόπιν
νοχ
το σπίτι τας, κατ' άρ-
τυπικήν, κα¬
καί έμέναμεν ώ-
καί πολλάκις μό-
ι τόνος τής φωνής
να βλέμματα καί
δλα, δλα έφανέρο-
._. .. _..,_ . „ καρδιά μας. Τρείς
μήνις επέρασαν 6τσι, χωρίς νά τολμώ νά
τής όμολογήσω τό αίσθημά μου· μ' είχεν
έννοήσει δμως καί την κίχα κ' έγώ έννο-
ήσει κ' έτυραννούμεθα καί οί δύο μας,
εο>ς ότου μίαν ημέραν έξεχείλ,ισεν ό έρως
Είχεν
ωσαν να
την «,,ΐγμτιν ποϋ πρ,
αναπνοή της ή μυρωδιά
Ήτο, ενθυμούμαι, κυριακή Ρράδυ. Ό-
βπάνω της, δχεχν^η είς το κτω, ημέρας δλειπεν είς την εξοχήν, είς
την στιγμήν πού περνοϋσε, μίαν υυγγενικήν της οικογένειαν καί δέν
την έδλεπα καθόλου Επρόκειτο νά επι¬
στρέψη την παραμονήν, άλλ έπειδή τάς
μου καχ οεν εχυ^..ι..,»>. .*. ......_ κυριακάς δέν έμενε- ποτέ μό*>η, έπερί-
ζω. Μια χάρις αίθερία την περιεκύκλωνε μενά νά βραδυάσζΐ. Τί ύπέφερα αυτάς
καί την έστόλιζεν ή καστανίι της εύμορ-
φιά- ητον εΐισωμος, Λυγκρη· τα μάτια της
διαπεραστικά σάν μάτια φιδιοϋ·· τα χει-
λη της παχέα1.
Έζήτησα νά συστηθω καί τϊνν έπλησί-
ασα καί την έγνώηΐσα. Άπό την κυύρα-
οΊ,ν τοϋ χοροϋ Λ άναπνοή της ήτο βαθεϊα
καί τό μισόγυ^ινα στήθη της έξωγκοϋντο
και έκυμάτιζαν καί έξεχείλιζαν 4πό τόν
κθρσέ της. Ή φωνη της, μελωδική, διε-
κόπτετο κ' έκείνη.
__Βλέπετε, μοϋ είπε, πόσον μ« πειρά-
ζε ό χορός ;
Καί ήνοιξε τΛν έδαντάλλιαν της. Καί
δσον μοϋ ωμίλει καί δσον έκινεϊτο καί
δσον άβρίζετο, τό δρωμα τής βιολέττας
εχηλημύρνζεν όλόγυρά μου καί μ" έμέθυε.
Άπό τότε ίτρεχα παντοϋ δπου ήλπχζα
νά την Ιδω, 6στω και άπό μακράν. Αύτό
κατ' αρχάς· ΰστερα δμως έχαθα την η¬
συχίαν μου, ' ίχασα την ευθυμίαν μου.
Την έσυλλογιζόμην άκαταπαύστως καί
δέν είμποροϋσα πλέον να, έργοσθώ. 'Η-
σθανόχιην 6να [)άρος είϊ τήν καρδιά μου
ώσάν νά ήτο■ όλόκληρος μέσα έκεΐ. Καί
Ό νοϋς μου, κουρασμένος
ιν κα"ί άπό τάς σνχνάς ά-
αιωνίως καί Λ άφαί-
έφερ'ε την άεργίαν καί
μελαγχολίαν τής προσδο-
ήτο είς την
την
·θ"σϋζυγός της έλειπεν.
συλλογιζωμαι ησυχ'ος, διά να
μή ^λέπω τόν κόσμον δπως δέν τόν έ-
δλεπε κ' έκείνη, διά να βλέπω τα δένδρα
και τα μονοπάτια δπως τα έδλεπε κ' έ-
κεινη· και δσον μακρύτερα έπηγαινα, τό¬
σον έγέμιζεν ή καρδιά μου. ΙΙρέπει ν'
άγαπ^ κανείς δια νά έννοήση τί θέλγη-
τρα έχει ή έξοχή. Τότε τα δένδρα ποΰ
ψιθυρίζουν καί τα πουλιά ποϋ κελαχδοϋν
καί τό νεράκι ΐιοϋ μουρμουρίζει καί τ'
δνθη ποΰ μοσχοδολοϋν σοϋ ένθυμίζθνν
τό αγαπημένον σου πρόσωπον καί τό άρ-
γυρόφωνον γέλιο τού. Βλέπεις δνα σπι-
τάκι μακρυά άπό τ' αλλα, μοναχικόν,
ήσυχον, κρυμμένον πίσω άπό θεώρατα
δένδρα, καί τό έπιθυμεΐς καί τό λακτα-
ρ^ς καί ζηλεύβις έ,κείνους ποΰ τώχουν.
Καί λέγεις μέ τόν νούν σου : Νά, έκεΐ
μέθα πρέπει νά ζήσω μαζή της, έκεΐ μέ-
ϋα νά κρύψωμεν τόν δρωτά μας άπό την
κακογλωσσιά καί άπό τα ζηλιάρικα μά¬
τια τοΰ κόσμου, νά ζήσωμεν λησμονή-
μένοι καί εύτυχβϊς. Καί τό κυττάζεις τό
σπιτάκι αύτό καί όλόκληρος βίος έκτυ-
λίσσεταχ μέσα είς τόν νοΰν σου. Εκλε¬
γείς την θέσιν πού θά κάθεσαι μαζή της
τό §ράδυ· την σκιάδα πού θά κάθεσθε
την ημέραν τοποθετεϊς μέ τόν νοΰν σου
τό τραπέζι ποΰ θά πίνετε πρωΐ — πρωί
τθ γάλα σας· Ακόμα καί τόν κηπουρον
ποϋ θά καλλιεργή τόν κήπον σας καί
πέστρεψεν άκόμη άπό την εξοχήν
έπιστρέψεχ δμως.
— Ί-.συνεΛΗσα πολύ'ηή συντροφιά σας, '
μοϋ είπε, και έπληττα φοδερα 'ς την έ-
ξοχή" έν άς λόγος ποϋ έπέστρεψα γρηγω-
ρότερα είσθε καί σεΐς. »
Τα είπεν αιίτά μέ τόσην άπλότητά, μέ
τόσην αφέλειαν! καί άμέσως ήλλαξεν όμι-
λ,ίαν ώς νά μην είπε τίποτε· ώς νά μην
έννοούσε'ν είς ποΐο,ν ωκεανόν εύτυχίας
μ' επνΐγχν έμένα.
Λέν ήκουα πλέον άλλα- οί λόγοι της
έκεϊνοι είχον καταλάδει εξ άπροόπτθν; τό
ίΐνεϋμα μου καί τίποτε δέν είμποροϋσα
νά Οκίφθω. 'Έμενα έκεΐ, άφ«ι>ημένοι,, ·
καί την έδλεπα, είς τα μάτια, αφωνος.
Διατί νά μοΰ τα είπη αύτά ; διατί νά μόν *
δώση τό θά^ρος έκεΐν© τώ) 'δειλων, το
οποίον, δταν έρχεται, είνε χείμαρρο^ άκα-
τάσχετος ; Μοΰ ήρχετο νά όρμήσω επάνω
της, νά ιήν'αγκαλιάσω, και μέ άτελείωτα
λόγια να τής είπω πβσον την άγαπω,
πόσον την λατρεύω !
Όλας αυτάς τάς ορέξεις τοϋ πάθους
μου τάς ενόμισεν έκείνη· τάς είδε ζωγρα-
φιθμένας είς τό ^λέμμα* μου κα"ι είς την
ταραχήν μου· ένόησε μέ πόσην δύναμιν
την άγαπούσα καί μία έγωιστική χαρά
£λ.αμν[;εν είς το πρόσωπον της. Ή 0ιωπη
μου τής έόινεν ελπίδας 'Κσιώπησε και
αυτή, μέ το βλέμμα της καρφωμένον ε¬
πάνω μου, καί είς τα χείλη της διεκρί¬
νετο άκόμη ενα λησμονημένον μειδίαμα·
— Τί δχετε λοιπόν ; μού είπεν επί τέ-
λους γιατί δέν μοϋ 'μιλεϊτε ;
— Τί θέλετε νά σδς 'πώ ;
— Πώς έπεράσατε αύταϊς δλαις ταίς
ημέραις ποϋ έλειπα ;
— Πώς έπέρασα ; μ' έρωτάτε πώς έπέ¬
ρασα !
Καί διά μιας, χωρίς νά τό αίσθανθώ,
χωρίς νά είξεύρω τί λέγω, χωρ'ις νά βί-
ξεύρω τί κάμνω, Λρπασα. την χείρα της
καί την έφερα είς τα χείλη μο« :
— "Ω! έφώναξα, δβν είμπορω πλέον νά
κρατηθώ! σ' άγαπώ σαν τρελλός· μΛ θυ"
μόνης· δέν γυρεύω τίποτ* άπό σένα, εν¬
τελώς τίποτε. Τό ξεύρω πώς δέν είσαι
ελευθέρα, τό ξεΐρω πώς δέν πρέπει νά
μ' άγαπήσιχς, πώς δέν είμαι αξιος νά μ
αγαπήση· θέλω μόνον νά μάθης πόσο
σ' άγαπώ καί πόσα ύηοφέρω γιά σένα καί
τί δάκρυα χύνω δταν είμαι μοκουά ο"ον·
Μ' έρωτςίς πώς έπέρασα δταν
τήνέξοχή; έπαιρνα τής έρημιαϊς κ'έμε-
τροΰο"α τ"ζίς ωραίς ώς ποϋ νά θε 'δώ νά γυ-
ρίο"ης· τί &λλο νά κάνω ; τί δλλο νά κάνώ";
Όλο τόν κόο"μο τόν άποφεύγω άπό την
ήμέρα ποϋ σέ πρωτογνώριο"α· άπό την
ήμέρα έκείνη δέν κάνω τίποτε ά,λλο παρά,
νά. σέ συλλογίζωμαι αιωνίως· οίττε έργά-
ζομαι πλέον, οίττε τίποτε. Καν*ίς δέν
ενμπορεϊ ν' αγαπήση όπως σ' άγαπώ έγώ
έσένα, κανείς!...
Καί δσον τής δλεγα αύτά τόοΌν έπλη-
σίαζα κοντά της, κοντά της, ώς ποϋ τα
χείλη μου ηγγισαν τα χείλη της. "Ω ! τί
ρϊγος ήτον έκεϊνο, τί πύρινον ρΐγος ! μία
φωτία δκαιε μέσα 'ς τό μυαλό μου καί Λ
καρδιά μου έκτυποΰο"ε δυνατά.
Τόχε μόνον έκεινη εζήτησε ν' άπομα-
κρυνθίί.
— Είνε κακό, μοϋ εΐπε, αύτό ποϋ κά-
νομε, είνε πολύ κακό !
Καί έσήκωσε τα μάτια της, β.ουρκωμέ-
να, πρός την στέγην, ώς νά έβλεπεν έκεϊ
ζωντανην την συνείδησιν τοϋ καθήκον-
τθς. ΤΗτο κακόν αύτό ποϋ έκάν αμεν,
ναί, ήτο κακόν, άλλά μ' αύτά τα λόγια
της, χωρίς νά τό θέλει Τ,σως, μοΰ έφανέ-
ρονεν ότι καί αύτη ήτο Ουνένοχος· καί
τα λευκά των ματιών της, ποϋ ήστρα-
πτον είς τό φώς τής λάυπας, πνιγμένα
είς τά,δάκρυα τοϋ πόθου, καί τα χείλη
της τα μιύανοιγμένα καί _^κατακόκκινα
καί η άναπνοή της ή βαθειά, δλα, δλα
μοϋ έφανέροναν ότι καί αύτη ήτο συνέ-
νοχος.
Ποϋ νά σκβφθώ καθιΐκον εκείνην την
στιγμήν ι 'Η καλλονή της Λ προκληττκή
καί η πεποίθησις ότι καί αύτη συνεμε-
ρίζετο την επιθυμίαν μου, ηϋξανον τό
θάρρος μου, ώς ποϋ ή μέθη των αίσθή-
σεων μ' δφερε καί πάλιν κονΐά της. Την
έθφιξα 'ς την αγκαλιά μου μέ όλην την
ούναμιν της άγάπης μου καί ήσθανόμην
τό ο"ώμα της νά παραλύι,ι...
'ϋσαν πλέον μεσάνυκτα περασμένα. Ό
δρόμος άπ' έξω ήτο έρημος, τό σπίτι μέ¬
σα ήσυχον καί σιωπηλόν, δλα τριγύρω
μας άφωνα καί τυφλά, καί μόνον τό με-
γάλο ρολόγι, ποΰ ήτο κρεμαο"μένον είς
.τόν τοϊχον, έμετροΰσ"ε, μέ τα μονότονά
τουτίκ-τάκ, τάς στιγμάς τής εύτυ-
χίας μας.
Άπό την εσπέραν εκείνην ήμην ίδι-
κός της, ΟκΛ,άΰος της, πράγμα της.
Δέν έξουσίαζα πλέον την θέλησίν μου, ό
έγωϊϋμός μου είχεν έξαφανισθη, η ϋπαρ-
ξίς μου όλόκληρη Λτο δεσ"μευμένη καί
ριγμένη είς τα πόδια της. Έζοϋσα, άνέ-
πνεαι/όνθν δι' αυτήν. Δέν έπήγαινα που-
θενά, δέν δκαμνα τίποτε, δέν εΐργαζόμην
ναθόλονι την ημέραν ήτο η μόνη μου σκέ¬
ψις, την νύκτα ήτο τό μόνον μου δνει-
ρον.
Αέν είμπορώ όμως ν' άρνηθώ πώς μ'
άγαποΰσε κ' έκείνη, είς τάς αρχάς τουλά¬
χιστον ίκαμνε θυσίας όϊ* εμέ ποΓ; καμ-
μία δλλη δέν θά τάς δκαμνε· ϋπερπιδοϋ-
ο"ε τόο"α προο"κόμματα, παρέδλεπε τόσονς
κινδύνους, μόνον καί μόνον διά νά μέ
ίδη, διά νά μείνη όλίγην ώραν χαζη μου.
Την εΐχαν έννοήσει ηώς μ' άγαποϋσε
ατ τής έλεγαν τόο"α εναντίον μου, διά
νά την κάμουν νά μέ άηδιάση· έξέθαπταν
καί της διηγούντο κδτι παλαιούς μου £-
ρωτας, κδτι ψεύτικαις άγάπαις μου, διά
νά κινήσουν τόν εγωϊσμόν της καΐ νά
την κάμουν νά μέ μισήση. Αύτη έμ-
πρός των έπροσποιεϊτο αδιαφορίαν άλλ'
δταν ίμενε μόνα, ίκλαιε σάν παιδί. Καί
δι_ιως δέν ι ά επίστευεν αύτά δλα ποϋ τής
έλεγον, δέν χά έπίστευε, διότι εΐξευρε,
διότι έδλεπε πόσον την έλάτρευα.
"Αχ ! μ' έκάματε άπόψε νά θυμηθώ την
εύτυχεστέραν εποχήν τοϋ βίου μου, τίνν
μόνην εποχήν ποϋ έΤηο"α άληθινά. Πρίν
νά την γναιρίσο>, τα αΐσθήματά μου ήσαν
παιγνίδια, κα δνοστα μάλιστα παιγνίδια"
δταν την έγνώρισα, δταν την ηγάπησα,
τότε μόνον ένόησα τί μεγάλη ευτυχία είνε
ν' άφοοΊοΰται κανεις όλόκληρος είς μίαν
γι/ναϊκα κα νά υποφέρη δ%' αύτην νά
την άγαπςϊ καί ν' άνταγαπαται· νά αίσθά-
νεται ότι αύτός άπασχολεϊ τόν νούν της
*αι τάς Λκέφεις της. Νά τής ανοίγη την
καρδιά τού καί νά τής διηγεϊται ολόκλη¬
ρον τόν ^ίον τού, στιγμήν πρός στιγμήν
κ' έκείνη νά μή τοϋ κρύπτη τίποτε, νά
μην έχη κανένα μυστικόν άπέναντί τού.
Νά μην υπάρχη χωριστή σκέψις, χωριο"τΛ
θέλησις· νά είνε δνα καί οί δύοτων.
Αντήν την ευτυχίαν την α.Γήλαυΰα
έγώ τρείς ολοκλήρους μήνας. Έδλεπόμε-
θα σι χνότατα, δλλοτε είς τό ο"πίτι της
καί δλλοτε έξω. Ένίοτε άκάμομεν και
έξοχικοΰς περιπάτους έφ άμάξης· έκλεί-
ναμεν τα σκονισμένα γυαλιά τής άμάξης,
διά νά μή την βλέπουν άπό τόν δρόμον
καί την γνο>ρίζουν, καί έδίναμεν αδιαφό-
ρως μίαν διεύθυνσιν είς τόν άμαξα : 'ςτήν
Κολοκυνθοϋ, "ςτά ΠατήοΊα, όπουδήποτε,
δέν μας ίμελι; ποϋ. Τί φόδους πον εϊχε
μέσα είς την αμαξαν Ι ώλλά κα τί γέλια
^τοϋ έκάμαμεν κ' έκεινη κ' έγώ ! Έκρα-
τουμεθα σφικτά άπδ τδ χέρτ, σφικτα, σφι-
κτά, κα ελέγαμεν τόϋα γλυκάλόγιο ?γαλ-
μένα άπό τΛν καρδιά μας, τόΰα δνειρα
τής άγάπης μας, τόσας ελπίδας ηοντο-
τεινής εύτυχίας ! *
ΔΐΌ ή τρεϊς φοράς είχεν έγερθή μέσα
μου Λ συνείδηοΊς τοΰ κακοϋ, είς τό ο¬
ποίον την έξέθετα καί τό οποίον άπη-
λάμδανα κ' έγώ μαζή της. Συνησθανόμην
την θέσιν μου καί την θέθιν της καί
ψσχυνόμην άπέναντί κοί τού έαυτοϋ μου
άκόμη. Τότβ, είς μίαν στιγμήν μετανοίος,
άπεφάο"ιζα νά την άποφύγω, νά την λη-
σμονήσω, νά την κάμω νά μή λησμονήση
ν." έκείνη. 'Αλλά πού ή θέλησις! "Οταν
την £6λεπα πάλιν, έπεψτα είς τα πόδια
της καί ό ίρως μου έξεδηλοϋτο θβρμότε-
ρος άκόμη. ΚΙδετε ποτέ κανένα ποτάμι
δταν τδ κλείνουν κδπου καΐ έμποθίζουν
τό ρεΰμα τού νά τρέξη; ειδετε πώς μα-
ζεύονται έκεϊ όλα τα νερά τού και πώς
φουύκόνουν καί μέ πασην ορμήν χύνετα»,
δταν μέ την δύναμιν τού ρίξη τό τρόσ-
κομμα ποΰ τό κλβίνει; τόσον όρμητικός
ήτο καί ό έρως μου, δταν έκρημνιζε τό
πρόσκομμα τής συνειδικίει,ις.Καί μέ αύτάς
τάς όρμάς τού ίρωτός μόν ό έγωιβμός της
Εφθανεν είς τό κατακαρνδ,ον. .Άχ! τί
ώραϊα ποϋ ξέρεις
V
άγαπάς '.- μοϋ ίλεγβ
μίαν ημέραν «τί εύτυχής ένω ποϋ μ' α-
γαπςϊς έτθχ! ·
Δέν εΐχε γνωρΐσει δως τότβ τόν άληθι-
νόν έρα)τα καί έδιι|;οϋσεν ή καρδιά της..
Ποϋ νά τόν εύρισκε τόν δρωτα; είς τα
σαλόνια ; Μεταξϋ δλων έκείνων των 5α-
χλών νέων τοϋ σνρμοϋ, νανείς δέν είνε
ίκανός να τόν αισθανθή, ή, καί αν είνε;
κανεΐς δέν έχει την χάριν νά δώση είς
μίαν γυναΐκα νά έννοήση τί ίρωτα είνε
άξία νά έμπνεύο"η. "Οίον άφορί τόν σύ¬
ζυγον της, αύτός είχεν δ?λας άσχολίας
καί όέν τοϋ έμενε καιρός νά τής ανοίγη
την καρδιά τού.
Άλλά, τί τα θέλετε ; αυτή ή υπερδολική
μου άγάπη, αύται αί φλογεραί έκδηλώ-
οεις τού έρωτός μου ήνοιξαν έμπρός της
νέονς όρίζοντας άπολαύο"εων καί ή συναί¬
σθησις τής λατρείας μου την έκαμεν ύπε-
ρήφανη. "ΙΙρ/ΐσε να έννοτ^ την δύναμίν
της, ήρχισε νά αίσθάνεται την ΐΐπεροχήν
της άπέναντί των άλλων γυναικών. 'Η
άλήθεια είνε δΐι ήτον ώραία. "Ολα έκεϊνα
τα άνδράρια μέ τα κούφια κεφάλια, δλοι
έκεΐνοι οί γαντοφόροι πίθηκοι μέ τούς
φαντοκτερούς λαιμοδέτας, την ηερτεν:ν-
κλωναν όπου καί αν επήγαινε, καί τής
ίλβγαν χίλιαις χλιαραϊς άνοησίαις· προσ-
παθοϋοΌν νά έντείνουν τα χαλαρά νεϋρα
των διά νά εΐμπορέσουν νά τής μεταδώ-
Οουν τα πρόστνχα αίσθήματά των ίξαχ-
ναν τ' άραχνιαθμένα μιαλά των, διά νά
εύρουν καμμίαν λέζιν, καί επί τέλους
κατέφευγαν είς αΐσχρολογίας, Αύτά μοΰ
τα ίίιηγεΐτο Λ ιδία καί τούς έπερίπαιζεν·
άλλ' όϋον καί ϋν τούς έπερίπαιζεν, Λτο
καί αυτή γυναΐκα των σαλονιών καί έκο.
λακεύετο καί ένθουθιάζετο μέ τάς ύπο-
κλίΰεις των. Τό εΐχα έννοήσει αύτό, άλλά
τί εΐμποροΰσα νά κάμω ; τής παΐ'βπονέ-
θην πολλάκις, τής έδωκα πολλάκις νά
έννοήση πόσον μ' έτυραννοΰΛε μέ την
φιλαρέόκειάν της. Μ' έκύτταζε τότβ μέ
απορίαν καί μοϋ ίλεγε ξβκαρδισμένη άπό .
τα γέλια':·ΜΛν είσαι παιδί, καϋμένε· μην
κάνιις ΰάν παιδί·.
Καί έγώ την έπίΰτευα, καί τής έζη-
τοϋσα μάλιο"τα συγγνώμην διά τάς ύπο-
^ίας μου. Έν τούτοις άπό ημέρας είς η¬
μέραν την έδλεπα διαφορετικήν ήρχισε
νά γίνεται έπιφυλακτιχή, ήρχιΰε νά φο¬
βείται. Μοΰ έλεγεν δχι η τάδε κυρία μας
ύποπτεΰεται, ό τάδε κύριος, είς μίαν συ-
ναναο'τροφΛν, έπέταξε μερικοϋς ύπαινιγ-
μούς Λιά λογαριασμόν μας. Μοϋ συν'Λτα
περισσοτέραν προφύλαξιν, κα βγώ την
ϋπήκουα τυφλώς καί άπέδιδα την έλα-
φράν της ψνχρότητα είς τοϋς φόίους της.·
"Ετρεμα μή την χάσω.
Έν τώ μβταξΰ επέστρεψε καί ό σύζυγός
της άπό την Κωνσταντινούπολιν καί ή-
ναγκάθθημεν ν' άραιώσοιμεν τάς συνβν-
τείιξεις μας.
Επέρασεν 6νας μήνας χωρίς νά την
Ιδω. Ίηαν ΰυνηντήθημεν,έρρίφθη είς την
αγκαλιά μου καί μέ δάκρυα μου διηγεϊτη
τί ΰπέφερε τόΰας ημέρας ποϋ δέν μ' έ-
βλεπε καί τί επιθυμίαν εΐχε νά μέ Ιδη.
Πρώτην φοράν την δίλεπα τόσον θερμήν
καί όέν είξενρα ποΰ ν' άποδώσω αυτήν
την παραφοράν τής άγάπης της. "Οταν
έχωρίσθημεν,ήμην τόσον πεπεισμένος είς
τόν έρωτά της ωότε επήρα δλους τοϋς
έρημικούς δρόμονς διά νά μή συναντησισ
κανένα κα'ι μ' άηΐ/θ'πίίση άπό τίι μαγευ-
τικά μου όνε·.ρα· έμύριζα τα χέρια μου,
έμύριζα τα ένδύματά μου- καί τ[ΐ(3θανόμην
τη μνρωδιά της [Ηολέττας, ιί όποία εΐχε
μεταδοθη απ' αύτην, τη μνρωδιά της
βιολέττας, την άγαπημένη της μυρωδιά.
Λύοή τρείς ημέρας κατόπιν, διηρχόμην
την ό.5όν Λνκαδητοΰ. Μόλις έπΛησίασα
είς τό ταχυδρομειον εϊδα τόν ύπηρέτην
της νά τμέχη κατ' επάνω μου. Εκρα¬
τούσε μίαν επιστολήν καί δέν έφθανεν 6
δυστυχης να την ρίψη εις την θνριδα.
— Μοϋ κάνετε τη χάρι, μοϋ είπε >ά
ρίξετε αΐΐτό τό γράμμα ,
Έκύτταζα την επιστολήν καί έγνώρισα
τόν γραφικό-ν της χαρακτηρα
Δέκα σφαίραι άν έπιπτον επάνω μου
εκείνην την στιγμήν δέν θά ήσθανόμην
τόσον κλονισμόν. Ί1 έπιστολή της άπευ-
-θύνετο είς 6να καποιον κύριον, μέ τόν
οποίον την ϋπωπτευόμην πρό πολλοϋ.
— Καλά, είπα είς τ_ ν ύπη,έτην, μην
'πης τής κυρίας σου ότι δέν έφθανες.
Καί έπροο"ποιΐίΐθην ότι την έρριψα είς
την θυριδα. Όρμεμφύτως έκίνησα δια
το δωμάτιον μου, μέ την επιστολήν είς
το χβρχ μου. "Αχ ! ναί, δ,τι ύπωπτευό-
μην ήτο αληθές ! ήνοιξα την επιστολήν
καί είόα την προδοαιαν της μέ κατι
γράμματα τόσον- μεγάλα ! -Αυριον το πρωί
Οά είμαι μόνιι, -ου έλ,εγε· θά ο"έ περι-
μένω είς τας δέκα ακριβώς·.. Λέν είμπο-
ρώ νά σά,ς περιγράιί'ω τί ύαθάνθην έρρί-
φθην είς 6να κάθιο"μα, διότι τα γόνατά
"κου "έτρεμαν καί δέν είμπορούσαν νά
κρατήΰουν τό σώμα μοτΐ· τό αίμα μου
όλον είχε άνεδη είς τηλ κεφαλήν μου
. Ιΐοσιιν ώραν έμεινα εκεΐ,.δέν είξεύρω .
"Οταν συνήλθα, τό δωμάτιον μόν ήτο σκο-
_τεινόν και έπνχγόμην έκεΐ μέσα- ένομιζα
πώς δλον αύτό τό ο"κοτος ίβγαιντεν άπό
την καρδιά μου. "Ονοιξα τό παράθυρον
καΐ έΰτάθην έκ,εϊ όρθός "καί ήρχισα ν' α-
ναπνέω μέ όλην την δύναμιν των πνευ-
μόνων μου.
- Τα φανάρια τοϋ δρόμου μοϋ έκουνοϋσαν
ταίς φωτεραΐς γλώο"σαις των ώς ν* κ' έπε-
ρίπαιζαν κ" έκεΐνα.
Θεέ μου, τί ϋπέΐΐ'ρα1 χισθανόμην κδτι
μέσα μου ποϋ άνέδαινε·» είς τόν λάρυγκά
μου καί ήθελε νά μέ πνίξη· ήτο βαρεία τι
καρδιά μου, βαρεία 06ν μό·λύδι· φουσκω-»
μένη, ξεχειλιθμένη-: "Ολην* την νύκτα 6»
μεινα αγρυπνος ό ϋπνος δέν πηγαίνει
ΰέ μάτια δακρυσμένα, δέν θέλει νά βρέ-
χεται.
Μόνος έκεΐ, κατάμονος, μέ τοϋς πικρούς
μου λογιθμούς, έφερα τόν νοϋν μου εί.;
τό παρελθόν έήλεπα μέρη Υχγαπημένα,
ήκουα λέξεις ποϋ μ' έκαμναν άλλοτε ν"
άνατρνχιάζω άπό ήδονήν. "Κπειτα ήρχε¬
το ή ζηλοτιιπία, αύτη ή κατηραμένη ζη-
Λθτυπία : τόν οΧΐΑλογίζεται ; τον ενθυ¬
μείται ; "Επαΐρνα την επιστολήν της καί
την εδιάβαζα καί πάλιν, την εδιάβαζα
με 3°,'έ>κωμένα μάτια καί τα γράμματα
μοϋ έφαίνοντο διπλα, θολά, ώΰάν νά ήμην
μεθυσιιένος. Ό έγω»ο·μός μου έξανίστατο
δγριος καί μ" έκαμνε να την ύβρίζω μέ τα
προστυχότερα λόγχα· ψσθανόμην άκατά-
ο"χετον δύναμιν είς τα χέρια μόν έΌ"φιγκα
τούς νρόνθους μου ώς νά ήτοιμαζόμην
νά παλέψω· αν την εϊχα έκεϊ, θά την 6πντ-
γα .. καί θά έύκοτονόμουν κ' ένώ επάνω
είς τό πτώμα της. Ή έκδίκησις μοϋ πα-
ρουοΊάζετο τότε μέ την έλκυστικωτέραν
μορφήν της. Νά έκδικηθώ ιιίαν γτνοϊκα ;
διατί άχι ; μήπ«ς δέν ήτο ώπλισμενη
περισσότερον άπό μενά ; διατί νά μή έκ-
μεταλλεΐ'ώμεθα την δύν-αμιν των χειρών
μας, άφοϋ αντή έκμεταλλεύετοι την δύ¬
ναμιν της καλλονής της καί τής πονή·
ρίας της";
Ή σκέψις αυτή "μέ καθησύχαΰεν ολίγον
καί 6 νοϋς μου περιωρίσθη έκεϊ καί δέν
ίβλεπα την ώραν πότε νά ξημερώση. "Λχ'
ή ·>ύκτα έκείνηήτον άτελείωτη ! ένήμιζα
πώς 'τό ρολόγι μου έσταμάτηο"ε, πώς ήτο
Ουννεφιά- 6έν ξεύρω κ' έγω τι ένόμιζα.
- Χ
Είς τάς δέκα τό πρωί., την ώραν άκρι-
5ώς ποϋ επερίμενα τόν εραο"τήν της, έ-,
πηγά είς τό σπΐτ της.
— Λέν εΐν' έδ,ώ κανείς, μοϋ είπεν ή
ύπηοέτρια' ή κυρία έίγήκε άπό τό πρωί
'Κνα πικρό γέλιο άνέδη είς τα χείλη
μου· δέν απήντησα καθόλου- άνέβην την
κλίμακα καί έπροχώρησα άπ' ευθείας είς
τό δωμάτιον, δπου συνείθιζενά κάθεται.·
Λέν ήτο μέΰα εκείνη. Τα φύλλ,α των πα-
ραθύρων, μισοκλεισμένα, έθιξαν άμυδρόν
φώς είς τό διομάτιον αντό, δπου ·Λσθάν-
θην τάς μονάς ευτυχεϊς στιγμάς τής ζωής
μονι. "ϋλα έκεϊ τα έπιπλα μέ εγνώριζα ν
καί δλα ένόμιζα πώς μ' £6λεπαν μέ εΐ-
ρωνείαν. Τό στόμα μου ήτο ξηρόν, κατά-
ξηρον, καί ή καρδχά μου έσφυρηλατοϋσε
τα στήθη μου
"Κξαφνα ήνοιξεν ή θύρα χαί έμβήνιεν
έκείνη, ταραγμένη, φο6%σμένη. 'Κνόησα
πολύ καλά τόν φόβον της καί την ταρα¬
χήν της-, χον έπερίμενεν, · έπερίμενεν
εκείνον !
— Φϋγε, μοϋ εΐπε· τώρα μόλις έβγήκε
καί τόν περιμένω άπό στιγμή σέστιγμή.
- Καί έν-οοϋσε τόν σύζυγον της, Καί μέ
παρεκάλει καί έτρεμεν έμπρός μου : «ΙΊά
δνομα τοϋ Ρίεοΰ ι μή θέλης νά μέ. κατα-
στρεψης, σέ νποπτεύεται φοβερά· φΰγε·
οπον κι' άν είνε θά γνι·£ση».
— Μή φοβεΐσαι, της απήντησα, δέν θά
έλθη· δέν έλαβε τό γράμμα σου· νά το, τό
£χω έδώ, ,'ςτά χέρια "μου. ·
"Εμεινεν αφωνη, έμβρόντητη- δέν ην¬
νόει τί τής έλεγα.
— Λυθτυχής έγώ, έξηκολούθηο·α, δυ-
ΰτυχής εγω καί μωρός ποϋ έπίστευα είς
δο"α μοϋ έλεγες, καί σοϋ χάρισα τή ζωή
μου, τό υ,έλλον μου, τό παν ! Μιά καρδιά
είχα, μιά μεγάλη καρδιά, καί σοϋ την
έδωκα όλόκληρη καί Ού ίπαιξες μαζή
της, όπως έπαιζες μέτην κοϋκλα οου
δταν ήσουν μκρή· την έκανες &χρηο"τη
πλέον καίτώρα την έπέταξβς άπό τό πα-
ράθυρο, την έρριξες 'ςτά ΰκουπίδια !
Καν μοϋ ήρχετο νά όρμήσο> κατ' επάνω
της, νά τής ξερριζώσω τα μαλίιά, νά την
κάμω κομματια. Ό θυμός μέ παρέσυρε
καί έφώναζα δυνατά, χωρίς νά συλλογί-
ζωμα πώς άπό τ' αλλα δωμάτια Λκουαν
τάς φωνάς μου.
— Νά, έφώναζα. νά τό δεϊγμα τής άπι-
στίας καί τής προδοο"ίας σου· νά ή έπι-
ο"τθλή ποϋ τυϋ εγραψες χθές καί τόν π"ροσ-
καλοϋσες ά έλθη σήμερα τό πρωί· δνοιξε
τα μάτια σου καί κύτταξέ την. Μήπως
Ο' αοικω ; μηπως δέν είνε δικόοΌυ αύτό
τό γράι[;ιμο ; 'πες πως είνε-^ι'μματα, αν
είμποι,ής ©α ιΛσαι μόνιΐ, αί ; θά τόν πε-
ριμένι^ς τας οέκα, θά λές καί 'ς αυτόν
της ζεντιαϊς ποϋ έλεγες καί σέ μενά !
"Λ ' τέρας ' τέρας '
Καί την ήρπασα άπό τό χέρι, και την
ίσπρωξα μακρυά μου. ΊΟκείνη, κατακί-
τρινη, μέ δάκρυα 'ςτα μ.άτια, μ' επλησί¬
ασε καί πάλιν.
— Λός μου αύτό τό γράμμα μοϋ έψιθύ-
ρισε- τό όμολογώ, εΐμαι άθλία, τό όμολο-
γώ, τό άναγνωρίζω· αν μ' ίγάπησες τό
μνσό άφ' ό,τι έλεγες, δός μου αύτό τό
γράμμα μή μέ τυραννής, μην εϊόαι ίχΰχ
άγριο*. έμπρός μου. Σέ ίκι-τεύω, σέ πα-
ρακαλώ γονατιστ'ι'ι '
Καί έρρίφθη και έγονάτχσεν έμπρός μου
σχεδόν λιπόθυμη, άναίσθητη θχεδόν.
— ,Όχι, τής είπα, δχι, δέν θά τό πά-
ρης τό ράμμα, άχι, δέν θά το πάρης τό
γράμμα. Τό ξέρω, θέλεις νά το σχίΰΓΐς,
θέλεις νό έξαφανιΛί,ς τό δεϊγμα αυτο της
άπιατίας σου, για να εΐμπορής ϋστερα νά
δικαιολογεϊσαι μέ χίλτα ψέμματα καί μέ
χίλιαις νποκρισίαις. "Οχι, δέν θά τό πά¬
σης τό γράμμα· θά σ' έκδικηθώ, ΐά Ο' έκ-
δικηθώ ' Πανοϋργα ! απι3τη !
Καί 6τοΊ, καθως ήτο γονατισμένη έμ-
πρός μου, την έσπρωξα μέ τα πόδια μου
καί ώριιησα πρός την θύραν κατέβην μέ
ορμήν την κλίμακα καί έβγη,κα είς τόν
δρόμο.ν
Λέν είχα κάμει όλία φηματα κα'ι άν-
τίκρυσα άηό μακράν τόν σύζυγον της
Έκρατοϋσα ακομη τό γράμμα είς το χέρι
μου, ανοικτόν ζαυωμένον άπο τον θυμόν
μόν. Ή Ιδέα τής εκδικήσεως μοϋ .επήλ¬
θεν αυτοστιγμεί- έτρεξα πράς αυτόν καί,
χωρίς νά τό αισθανθή, χωρίς να τό σκεφϋώ,
τοϋ έδωκα τό γράμμα.
— Νά, τοΰ είπα, ή γυναϊκά βσυ ά' ά-
πατα, σ" άπαταμ' αυτόν, σ' άπατα μέ μενά
σ' άπατα.. ποίος ξέρει μέ πόσους αλλους'
'Κπηρε μηχανικο>ς τό γρΐμμα καί μ
έκύτταξεν έκπληκτος· θά μ' έξέλαδεν
ίσως διά τρβλλόν. Λέν είξεύρω τί μοϋ
απήντησε καί αν μοϋ απήντησε. Δέν
ήμην είς θέσιν ν' αντιληφθή τίποτε. Τό.ν
ά,φΛκα έτσχ άπεσβολωμένον καί επήρα
τούς δρόμον ς.
Επερίμενα τέσσαρας, πέντε ημέρας,
μίαν έδδομάδα· επερίμενα νά έλθη ό ΐδιος
νά μοϋ ζητήο"ι> έξηγήσεις, νά μοΰ στείλι>
τούς μάρτυράς τού, νά μοϋ ζητήση μονο-
μαχίαν τίποτε, κανείς δεν εφάνη.
Από την Ιδίαν εκείνην ημέραν εΐχα
μετανοήσει διά την αγρίαν έκδίκηθίν μον
καί, μέ δλον τό κακόν ποϋ μοϋ έκαμε,
μέ όλην την άπελπισίαν ποϋ μοϋ έπρο-
ξένησε, την έλυπούμην κατάκαρδα.
'ϋπήγαινα οπου ιίυνείθίζβ νά συχνάζη,
είς τα σπίτια, είς τό θέατρον δέν ήκουα
νά όμιλοΰν τίποτε περί αυτής, δέν την
ίβλεπα πουθενά, οΐττε αύτίιν, όντε τόν
ΰύζυγ'ό.ν. της. Κατ' αρχάς υπέθεσα πώς
θά είχον, καί οί δύο άναχωρήσει κα* έπέ-
ραο"α δνα βράδυ άπό τόν δρόμον της διά
νά πέτόβώ. Τό παράθυρον της εΐχε φώς
καΐ είς όλον. τό σπίτι έδαϋίλευεν άκρα
ήσυχία. Δέν είχεν άναχωρίγ5ει. Τί ϋυνό-
βαινε λοιπόν ; διατί,δέν εξήρχετο; Καΐ
ήρχισα ν'· άνησυχώ. , ·
"; Ό θυμός μου ολίγον κατ'.ολίγον κατε-
πραΰνετο, ό έγωιΰμός μου κατέπιπτεν
απέναντι των δσων έφανταζόμην πώς θά
υπέφερεν έκείνη, καΐ ό,έρως μου, άνε-
παισθήτως, άνεγεννατο μέ όλην την πρώ¬
την τού δύναμιν. Την επιθυμούσα. Λθελα
νά την ϊδω κάπου, νά πέσω είς τα πό-
δια της, νά τής ζητήο"ω·συγγνώμην. Τΐ-
ποτε, πόυθενά δέν την έδΛ,επα. "Αλλο
6να βράδυ έπέραϋα άπό τόν δρόμον της·
τό ϊδιον φώς είς τό παράθυρον, Λ Ιδία
Λσυχία έβασίλβυεν είς τό σπίτι· μόνο,ν
πώς είς την θύραν έστέκετο μία αμαξα;
"Ηρχισα νά περιφέρωμαι £ΐς τόν δρόμον
άπό την μίαν ακρην είς την άλλην επε¬
ρίμενα μισήν ώραν, τρΐα τέταρτα καΐ επί
τέλους Ιϊδα τόν άμαξαν ν' ανοίγη την
θύραν. Θεέ μου ! ήτο άσθενής!... Είς την
άμαξαν άνέδη ό ΙατρδφΤΙ». σκυπτικός, ΰνλ-
λογισμένος.» " ''
"όλην εκείνην την νύκτα την έπέρ'ασα'
όρθός, έκεϊ εις τόν δρόμον. Τό'τε 'έσυλλο-
γιζόμην πόσον σκληρός ίφάνην, καΐ πό¬
σον αδικαιολόγητος ήτο ή έκδίκησίς μόν (
αδικαιολόγητος, δνανδρος. Τί δικαίωμα
εΐχα έγώ νά την έκδικηθώ ; ποίος ,μοϋ
έδωκεν αύτό τό δικαίωμα; τίτο ΰύζυγός
μοί; αυτή ; }ητο συγγενής μου; Άντι νά
την εύχαριστήσω διά τάς θυσίας ποϋ 6-
καμνε πρός χάριν* μου, άντΐ νά της είμαι
εύγνώμο^ν διά την ευτυχίαν ποϋ τής χρε-
ωότοίδσα, έπήγα ό αθλιος, ό άνανδρος, ό
μηδαμινός, έπήγα καί την έπρόδωκα είς
τόν σίζυγόν της καϊττιν κατέστρει[;α καΐ
την δκαμα νά χάβη την ήσνχΐάν της ^και
την υγείαν τηςϊσως! Τί μοθ χρεωστουοΈ; ,
μήπως εΐχε κάμει συμβόλαιον μαζή μου
νά μοϋ μένη αιωνίως πχο"ιή ; '
, Και επερίμενα έκεϊ μόνος νά ϊδω κανέν
νέον σημείον, νά ίδω τδν υπηρέτην, νά
μάθω επί τέλους τίποτε· διότι ηρχοντο
στιγμαί ποϋ άμφέβαλλον : πιθανόν νά μην
ήτο αύτη άσθενής, πιθανόν νά ήτο ό σύ-
ζυγός της. Εντούτοις είςτό παράθυρον
της όλην την νύκτα ήτο αναμμένον τό
φώς.
"Οταν εχάραξε, έπήγα εις τό δωμάτιον
λου, κατάκοπος, άφανισμένος. μέ φοδβρόν
πυρετόν. ,ι
"Αχ ! την άλλην ημέραν τα δμαθα δλα
Απέθανεν απέθανε χωρΐς νά την ίδω,
χωρΐς ν ά τής ζητήσω συγγνώμην
'ο σύζυγός της την έκλεινε, την έτυ-
ράννει, την έδασάνιζε- ΐήν μβτεχειρίζετο
ώς υπηρέτριαν τον, ώς ΟΌύλαν τού· δέν
τής έδινε τόπον να σταθη. Οί γονεϊς της
δέν ήσαν είς τάς Αθήνας, οπτε έτολμοϋσε
νά τους γράψη τίπ( τε· δέν βΐχε κανένα
νά είπη τα παράπονά της, οίττε την
Λφινεν έκεϊνος νά ίδη κανένα. "Αλλως τε
δέν έτολμοϋσε νά παραπονεθξ τί νά έλε-
γε ; τί νά εϋριο"κε νά δικαιολογηθή ; "Η¬
σθάνετο πώς ήτο δνοχος καί κατέπινε την
αΐσχύνην της καΐ την άπέλπισίαν της καΐ
υπέφερε μόνη, κατάμονη. Αύτός την έφο-
βέριζε», άλλοτε πώς θά τα γράψη δλα είς
τούς γονεϊς της, αΧλοτε πώς θά την χω-
ρίση, (αλλοτε πώς θά την φονεύση. Καΐ
θά κηρνχθώ άθώος, τής 6λε-γε, καΐ θά
μι-ίνω άτιμώρητος, καΐ_ όλος ό κόο"μος
θά κατηγορήση έσένα καί κανείς δέν
θά όέ ϊ,υπηθη. Καΐ "την ΐτδριζε βαναυσό-
τατα. , ·
>"Η δυΰτυχής ! έχαοε την υπομονήν της·
επήρε δηλητήριον καΐ απέθανε.
Άπό τότ'ε, αχ ! άπό τότε δέν μέ άφίνει
πλέον νά ήσυχάσω Λ ϋυνείδησίς μου.
Έγώ την έθανάτωσα !
ΙϋΑΡίΝΗΣ ΠθΛΕΜΗΣ.
Ο ΤΕΛΕΤΤΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟ,Σ
ί .7
» 1 . .
Τά.κάθε γήϊνο πρόσωπο, κάθε μόρορή έγκοσμίά
θε νά χαθή, θε νά ταφή 'ς^ δλόααυρη νυχ'τία. ·
Καΐ πρέπει Ό ήλιος νάσβυσθή, πρέπει'κι'. αθτος νά §ύσγ]
προτο-0 δ. θνη-ςος* άθάνατή την υπαρξί άποχτήση.
Οραμα ειοα φοβερο τή νύχτα 'ς τ' ονειρο μ.ου,
ποΰ 'γάρισε 'ςτή δύνααι 'ς το νοθ, 'ς το λογικό μου ,
νά καταιβή 'ς τό σκοτεινό τοθ γέρου χρονου σπή/ληο,
κ ειοα έκεΐ κάτου 'ς-τά βουβό, τα άφώτιστο βασίλειο,
τό πλάσμ.α τ' άνθρωπόμιορφο, τής γής άπουιεινάρΊ,
ποθ μεσ' την πλασι,ερημό, στερνό θάχγ) τη γάρι
νά,ίδή την αγωνία της, τό. ψυχομάχημά της,
καθώς ό Άδάρ. εύρέθηκε είς τό ξημέρωμά τής. '
ν , /
Ο ήλιος ε7χε τή α.ατιά θολή, υ.ισοσβυμ.[Αξνη, ·
κ ή γή άπ' τα γεράματα την δψι 'πεθαμμένή'
χι>ι'ων εθνών τα σκέλθρα', όια.μ.έν' άπάνου κάτου,
ό θεατής τοθ ^αλασμόθ θωροθσ' δλόγυρά τού. ·
Νεκρά κουφάρια έκείτονταν 'ς τα γφυ'χ 'ξαπλωμέν
ή ^μ ρ
Νεκρά κουφάρια έκείτονταν 'ς τα
έ ήθ άλ λ
ρ
'ξαπλωμένα,
μέ στήθεια α.ίματοστάλαχτα χιλ'.άδες σκοτωμένα,
ποή 'ςτοθ ττολέμου τή φωτία τά'μάτια ειχαν σφαλήσΥ),
κι' άλλοι ποθ τό θανατικό κ' ή πεϊνα εΐ/ε θερίσει,
Λαΐ τ' άσαρκα τα" χφια τους άκόμη φουχτωμένα
κρΐτούσανε τα κοφτερά μαχαίρια σκουρίασμένα.. ,
Δέν άντηχοθσε μιά φωνή, δέν άκουότουν βήμα
'πάνου 'ς τής γής τ' ά»πέραντο, σκοτεινιασμενο ιΑνήμα.
Καΐ τα καράβια μόνα τους, μέ τούς 'άποθαμμένους,
σε βράχους 'συντριβόντανε, γιαλούς έρημωμενους.
Μά 'κεΓνος δ ερημός θνητός, στερνός τής γής πολίτης,:
θωρώντας τό ξεψύχισμα τοθ κόσμου, 'σάν προφήτης
λόγια βαρεία, 'περήφανα 'ς τόν ήλιο έξεστομοΰσί
κι' δ,λόγγος, ποθ^τόν άκο'υσε, όποΰ τόν άγροικοθσε,
έσείσθη, κ*ί 'τά δένδρα ^οΐ» τινάξαν τό κεφάλι,
σάν ν' άπερνόθσε ά'γριος βορηας, ή μάύρη άνεαοζάλη.
"Ηλιε, λεγε, 'περήφανε, καμαρωμένο άστέρι,
είμ-αστ', έμπρός 'ςτο θάνατο Ο^ητά κ' οί δυό ρ,ας ταΓρι.
Τοπρδσωπό σόυ ένλώμιανε, είνε θολά καΐ κρυο'
ό δρ,όμος σοθ έτελείωσε, τό ελεος τό ΟεΓο
σοθ λέγει πειά ν' άφανισθί)ς, νά·φύγης σέ προστάζει,
για*τί γιά χρόνι άμέτρητα εΐδες νά ^έη, νά στάζη
τα αΤαα, τό δάκρυ τοθ θνητοθ" έδώ 'ς τόν κίσμο βρυσι,
ποθ θά στερέ'Ι'η τωρα πειά καΐ θε νά σταματήση.
*Αν κι' δ θνητος άνάπτυξέ 'ςτή λάμψι σου άποκάτου
την πρηγ.οπη, τή ί/ύνααι, την ύπερηφανειά τού,
ταίς τέ^ναΐς, &ποΰ έλάαπρυνε δ τολμηρός δ νοθς τού,
ποθ έκαμαν ίούλους τα στοιχειά καΐ σκλάβους ίδικούς τού,
■ δέν κλαίω τή δεσποτεία σου, τή οόξα σου την πρώτη,
ξεθρονισμένε βατιληα, πεσμένη μεγαλειίτη :
ΓΛατί δσ* άπό τό πνέμμα τού θαυμασία έγεννηθήκαν,
■δσα 'ςτό ρώς σου έλάβανε ζωή κι' άναστηθήκαν,
'ςτά πάθη καΐ 'ςτά βάσανά.δέν 'φέρανε γιάτρεία,
δποθ 'ματοίνουν ά'πονα τοθ άνθρωπου την καρδία.
ί ' ·
Πήγαινε, φύγε, σέ θωρώ νά ξεψυχ^ς έμπρός μου'
ή'λησμονίά 'ςτό πρόσωπο^δς ά—λωθή^ τοθ κόσμου.
Μέ ταίς άχτίναις, πώρρυχνες^ μή πλειό ς"ανα*φωτίσης
τή δακρυσμένη" μας ζωή, καΐ μην ξαναξυπνίσης
• τή σάρκα την πολυπαθη, τό άνθρώπινο κουφάρι,
νά μην κυλάη, νά*δ4ρνετα£ 'ς χοθ πόνου τα κλινάοι'
νάψιήν ξαναίερίζεται άπό σπαθΐ 'ςτή μάχη,
καθώς άπό το δρέπανο μέσ' 'ςτον άγρά τ' άστά/υ
53 5— '
Ι
'ΠΗ ΒΑΣΙλΟΤΤθΥλΑ
"Αγ χοίτισαι θαμμίγη
'ςτα ξίγα, μαχρνά
χι* α»· ΐοΐ5 βορια τό χιόη
τού ταφο σου πΧαχότΐί'
τόσο θερμα θ£ γα
για οί τα όαχρνα μα(
πον θα σκορπα, θα Λνότη
χον τάφον σον τό γιόη.
ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΑ — ΠΑΡΑΠΟΝΕΜΕΝΗ
Γ >
Γ. ΡΟΊΓΦΟΣ
Ό αποθανών ΔΛμαρχος Πατρών
(Ιχ βωτογραφ/ας άξελφών Ρω[Λ«ΐδών)
Γ. ΚΟΡΚΙΔΗΣ
Ό αποθανών κρΛς Όπλαρχηγός
(ΐχ φωτογρηφΐας Γ. ΜωρΛου)
'ΒαρέΟηκα' τό μάτι'μου 'κβυράσθη νά κυττάζη
'ςτον οΰρανο τό δίσ/Λ σου, ποΰ [/.ισοσκοτεινιάζε,ι.
Σύ, ποθ εΐοες τόσα βάσανχ, ρ.αρτΰρια κι άγωνιαις,
κ' έφώτισες άμ-έτρηταις ς τόν κοσαο όυστυ·/ίαις,
Δέχ θά ©ωτίσης, δέν θα ιδής το ψυ/ομα/ητό αου,
σπασμ.ό Οάνάτου δέ Οά ιδής ς τ ά"/ν ό τα πρόσωπό, μου'
τ' άνεϊλι τοΟτο, πρίν ^κλεισθή, προτοθή φωνή τού σβύση
νεκρο τραγοθδι θά σοθ πή καί θ» σοθ τραγουδι^ση.
Δέ Οάς/ης καΰγημα να ιδής ς τό πλάγι μου τό /_άρο'
το θάνατό σου έγώ Οά ίδώ' την έ'κ,λειψι θά πάρω
τής; φύσει»; για σαζάνωμα, για νεκρικτ, στολή [/.ου,
καί θ άγκαλιάτη, θά δεχθή τό σκότος την ψυγή μου.
Τό πνεΟΐΑα τουτο, φεύγωντας, θε να ξαναγυρίση
ς εκείνον», όποθ ηθέλησε θεΐο φώς νά τ ο Ο χαρίση 1 ,
Μα μην πιστέψης, ήλιε, πώς θαναι ζαροαένο,
ίταν το σκότος γΰρω σου θά βρίσκετ' άπλωιχένο !
θά ξαναζήση ολόλαα-ρο, δέ σβύεται, δέν '-εθαίνει,
6ά λάαψγ) αέσα ς εύτυ/ιά, πούνε 'ς το φώς σου £ένη'
είς νεα ζωτ;, νέαν ύπαρξι κραγιχένο άπά τόν Πλίχστη,
Πήγαιν', ενόσω τοϋ θεου ή χάρις, ή έσπλα/νία
μέ θέλει, μ' εχει ζωντανόν 'ςτή φύσεως την έρ(/.ία,
νά πιώ τοθ πίνου τα στερνό, το πικροποτισμένο.
ποτήρι, ποΰ γιά τό θνητό ύπάρχει' διορισμενο
Πήγαινε, φύγε, το ελεος έκείνου σ τό προσταζει,
καί είπε 'ςτή νύ/τα τή βουβή, ποθ τώρα σέ σκεπάζει,
όπως Ι"πάνω ίδώ τής γης τα νεκρικο λιθάρι
ειδες τό πλάσμα τό"στερνό, στερνά τοθ Άδάα βλαστάοί,
ποθ 'ίωντανό, περήφανο τόν κοσμο έπροκαλοθσε,
την οΐκουμένη, πώσβενε, >ποθ έμπρός τού 'ξεψυχοθσε,
νά τοθ αφαιρέση, άν ήμιτΛρή,.τήν πίστη την άγία, ·
την πίστη, πώγει ς τό θεό, καί την Αθανασία !
Ιΐι. ΟαιιιρΙ)β11.— ! Ιιβ
Μ;ιη)
ΜΙΟΡΙΤΖΑ
• Ρουμο>νιχν| π«ραλογή.
'Λ.ίο χυς άν#ιο^{ΐαζ· "Α.Ιπας απύ Γος ιΐν-
.^α^ Γ(/ί· κύροΐΌθ χακ^υηω πρός ζι)>· χυιΛαία
τρία ποί(ΐηα προβατωϊ καί Τγΐΐι; (Ιοοχοι. Ό ίΐΐ
»1η ΜυΛϋαΰοί;, υ αΧ.Ιοι: ΤραγονΜαγός χαΐ ό τι-
' Λίυζαϊοί; ϊχ της ϋραγοίας.
Λ.ΐΛιι, υΑΛο^μο^^^ Ό Τραπινλβαγος χαι ό
Βρανοία'νς ννπιγνννγφ/ χοϊ ΰνηβυκΛίνογ'ζυ,τιΖίζ
να (ροηνΰυνν, αιρί τό όαΜ*ϋγ, ιόν ΜοΑόανόγ,
όστΐΐ: ΐίνε πΛόνοινύΖΐρος των χαϊ £χα πί^ισοό-
τεμα πμόβαζα χαϊ χφιον^ με χεμαΐα στμιηζα χαΐ
άγρνννυνι. ' ΑΧΧα ·ή Μιορίτζα, ι) αΐζ μέ το έρν-
θρόν ζρίγωμα άπό τριών ΐ}δη τιμερΖα δέν πανει
να βε.ίαζη, χαι ή χΧ&Π δέν ζΐ/ν ε'Αχνει πλέον.
— Μορ.ζζα, (ανθή 'μου. παχονΧή μυο (αν-
θοίΆα, Γ( £Ϊ· ήμερες ΐώρα1 5ί>· σοΒΐαί«ι τ'ι οχν-
μα οο» ! ,ί/ίίπως δ'εν σ άρεοει £δω 11 βοσχή, ή
μήπως ειοαι αροωσζη, μιχρονΛα μυν Μιορίζζα;
— Άγαπΐ)μέ>·ε μόν βονοχε, .-.ΐ(;αι>£ ι«κ να
βοοχήσωμε μεσα Όγο μανρο δαοοζ, 07ϊυν χαϊ
χορτο είνε για 'μας χα'ί σχΜ για σενα. Άψενζη
.μυν β'οναχε, πήγαινε να 'β(>ηΐ τον πιιό πιοτό
χα'ί ζόν πειο ίίγρνηνο σχνΧο, )Ίΰζΐ βεΧουν να σέ
σχοζώσονν τα (5£ΐ^ινό ό βοσχυς της ΤρανονΧβανιας
χαι ό βοοχόΐ '»Κ Βραγσέας.
— Μίοριτζα μόν, άν Ήπορής να προφητενης
ιι'ιν ζνχη, χι' αν μνν είνε γ(,αμμειο να πεθανω,
'πές ζον Ιίρανοεαχιι .χαι 'ςιόν ΤμανονΛβανο γιι
μ'ε θαψουν έόω χονζα, μεοα Ίζι) βοσχή, τ-'"
ναμαι τζανζα μαζη σάς, πίσι>ι «πό τι)τ χαΛνβα,
χαι να προοέχΐ') ζοίχ ο.ΙνΑονΐ: μου. Κα'ί 'π^ ά-
χόμ-η «ι βαΛουν χυνια τι)ν χεφαΛή μου μία
φΛογερα άπο βίΛαντιάια πον να τραγονδ^ ζόν
ίρωτα, μία (ρΛογερα άηό χοχχαΧο πυν ν&χν ρ^~
νΐι δνγαζή. "Οζαν ό &γιμος (ρνοα" χαι ζαΐΐ χανει
νό βγαζιινν της φωναΐς των, τόζε τα πρόβατα
μόν να μαζεύι.ινζαι χαϊ νά με χλαινί μ' αίμα-
ςοσζαΧαχζα διΐχρνα.
η βνΐνΐ».
Ο Γ Κ Ι Ο Τ Λ
_.·_ ατό τάς αρχάς τοϋ πορελθόντος Οέ-
Ίϊχ Ρ°υς έκαθήμην μετά τοϋ φίλον μόν
■=ϊ^Κίμωνος.Π... έξωθεν τοϋ καφφενείον
τού Νέον Φα2(ηρου πίνοντες τόν καφφέν
μας καί ΰυνδιαλεγόμίνοι έν καλλιτεχνικί^
διβχύσει περί διαφόρων θεμάτων, άλλά
πάντοτε περίτής τέχνης.Ό φίλος μόν ήτο
ζωγράφος έκ τώνδιακ,ρινομένων,τονόποίου
τό μέλλον εφαίνετβ έξησφάλισμένον Χα¬
ρακτήρος δμως άποκεντρωτικοϋ, φθάνον-
τος μέχρι Οκανότητοΰ, όλίγονς εϊχε φίλονς
καί έξελαμδάνετο παρά τοΥν γνωστών τού
ώς μισάνθρωπος, μεθ' δλην την λαμπράν
καί εΐ'γενή καρδίαν τον έν φ πρός τούς
άνθρώπους εφαίνετο ώποκρουστικός ήγά-
πα μέχρΐ, λατρβίας όλα τα 'ζωα'. Ημέραν
τίνα ενώπιον μόν Γαρμηϋε ώς λέων κατά
τινθι, κορραγωγέως, τύπτοντος άνιλεώς
τόν ίππον τον;. " νλλ' ή (Αγάπη τον έφθα-
νε μέχρι μανίας πρός_ τοΐτς'κννας Τα ζωα
ταυτα τα εξόχως νοητικά, των οποίων
διετίίνετο, δτι η ^νχή είνε έντελεστίρα
τής ανθρωπίνης, εϊχε ^νχολογήσει τοοΌϋ-
τόν, ώστε έθανμαζον την πολνμάθειάν
τού επί τοϋ θέματος τούτον, περί τοϋ
οποίον μοί άνέφερε πληθύν σνγγραφέων
άρχαίων καί νεωτέρων. Κίς τό έργαθτή-
ριόν τού τ6 πλίϊσϊο/ μέρΰς των εκόνων
τον άπετε^λει συλλογή ζωολογικών παρα-
στάσβων Λπό τοΰ πχθηκου μέχρι τής γα-
λης, άπό τού όρόφου δέ βκρέμοντο διά-
φοροι σκελε,τοχ καί κρανία νέκρών ζώων,
πρό των οποίων , χατελαμδανόμην νπό
φρικης.
Αίφνης, έν φ οΐυνωμιλοϋμεν, είδον αυ¬
τόν κάτωχ'ρον και τρέμοντα>έν φ ηρπαΰε
νενρικφς τόν βραχίονα μόν, τόν οποίον
έσφιγξε τοσούτον ώστε ψσθάνθην πόνον.
Έγερθείς έπειτα δρμησεν είς τό μέσον
τής πλατείας, ώς παράφρων, ριφθείς ίμ-
προσθεν κχ·ναρίον τινος, δπερ τικολούθει
γηραιόν τίνα κύριον μετά τινος παιδίου.
— «Γκιούλ ! Γκιούλ !» έκραύγαζεν έκτός
έαντοϋ, καί τό έλαβεν είς την αγκάλην
τον, ώχρότερος γενόμενος εκ τής χαράς
τον. »Γκτούλ, Γκιούλ»
Ίΐγέρθην κ' έγώ έκ περιερνείας καί τόν
ηκολούθησα. Τό παιδίον τότε ήρξατο
κλαϊον, όλοφνρόμενον καί κραυνάζον «'Λ-
ζώρ, 'Λζώρ, είνε δικό μόν .. σκνλάκι μου
... Άζώρ μου». Άλλ' ό Κίμων τό έσφιγγε
είς τος άγκάλας τού
«Κύριε, τώ λέγει ό γέρων κύριος, όστις
ηκολουθείτο Όπό τοϋ παιδίου, τό σκυ-
λ4κι αύτό είνε ιδικόν μας πρό πέ,ντε μη-
νών καί θα κάμετε καλά νά τό άφηοΉτε,
διότι Θ6 φωνάξω 6να κλητήρα.
— Φωνάξατε οποίον θέλετε, κνριε, τό
σκνλί αϋτό είνε. δικό μου. "Ας τό έχετε
σεΐς πέντε μήνες, έγώ τό εΐχα π'έλτε χρό-
νια. ΐϊέτρε, είπε στραφείς πρός εμέ τό
γνωρίζεις ... Δέν τό είδες μαζύ μόν πολ¬
λάκις ;
— Μάλιο"τα κύριε, τό θκυλί αύτό άνή-
κει είς τόν φίλον μου, τό γνωρίζω.
— "Αν είνε δικό σας, τότε αφετέ το
κάτω καί φωνάξατέ τόυ, νά 'δοΰμε άν
σ"ά.ς ακολουθήση.
Ό Κίμων καταθέσας τό κυνίριον κατά
γης τό έκάλει.
•ι Γκιούλ, Γκιαύλ».
'Λλλ" ό Γκιούλ — διότι πράγματι ήτο
αύτός — έυτη άκίνητος προσ"ηλών μόνον
παράδοξον ?λέμμα επί τοϋ φίλον μου
καί κύπτων περίλνπος την κεφαλήν
τού.
— Βλέπετε, κύριε, δτι δέν είνε δικό
σας, έϊπε μετά θυμοϋ ό γέρων έν ώ τό
παιδίον αρπά^αν τό κυνάριον εξηφανίσθη
μετ' αιίτοΰ έν μέσω τοϋ όυρρεύσαντος κό¬
σμον, ι
'() Κίμων αναυδος, έμδρόντητος επα¬
νήλθε μετ' έμοϋ εις την τράπεζαν μας,
«αταπεσών επί τινος καθίο"ματος,καί,κα¬
λύβας την πελ»δνήν μορφήν τού διά των
χειρών,άνελύθη είς δάκρυα, ένο> οί ώμοι
τού άνετινάσσοντο είς έκαστον λυγμ.όν
τον. Ηθέλησε νά τρέξη όπισθεν τοϋ ποι-
δίου, άλλά τόν άνεχαίτισα πρός αποφυ¬
γήν δυσάρεστον όκηνής.
«Γκιούλ ! Γκιονλ ! αύτό ήτο ... καΐ δ-
μως δέν με άγαπςϊ πλέον... ό καλλίτε¬
ρος μόν φΐλος.. καΐ δμως οϊττε την ουράν
• τού δέν εκίνησε...» Καΐ νέοι λνγμοΐ επη¬
κολούθησαν.
Προσεπάθησα νά τόν παρηγορήσω λέ¬
γων αύτω. δτι δύναται νά εύρη νέον
ο"κνλον καλλίτερον τοϋ Γκιούλ. -
— «Καλλίτερον τοϋ Γ"κιούλ;- μοί "εϊπε
άνβγείρων πρός εμέ την δακρνσ"μένην
μορφήν τού. Ά ! λοιπόν δέν χον έγνώρι-
■»··■* ζε1 σύ... δχεις δίκατον... Μά δέν είξενρεις
λοιπήν, δτι τό σκνλϊ αύτό ήτο ό θησαυ-
ρθς μου... Λ λατρεία μου;
Καΐ μέ ΐτφος εμπνεομένου δαιμονολή-
πτου προσέθηκε χαμηλφ τη φωνφ :
'—' «Λέν πιστεύεις λοαπόν είς την μετεμ-
ψύχωσιν; ΊΙ ψυχή τοϋ Γκιούλ ήτο άν-
* θρωπίνη, μα τόν Θεόν, Λτο η ψϋχή τής
- πρώτης έρωμένης μου». - ..
Καίτοι μοί ήλθεν όρεξις νά γελάσω, άλλά
' τό νφος τοϋ φίλον μοί/ ήτο τόσον επισή¬
μως σοβαρόν, ώστε δέν μοί επέτρεψε
τούτο.
" — 'Αμφιβάλλεις ; έξηκολούθησεμετά τοϋ'
- αύτοϋ τόνου.-"Ακουσε λοιπόν την Ιστο¬
ρίαν τοϋ Γκιούλ,καΐ&ν θέλης μήπιστεύης
——είς αύτην.
ΚαΙ κύι|Γας την κεφαλήν τού οίονει υπό
_ τό [ίΛρος κατατρυχόντων αυτόν όραμάτων
έξηκολούθη,σε μετά τινάς στιγμάς την
άλλόκοτον,αύτάν ιστορίαν: -_
. «'Ενθυμείται τ6 ώραϊα έκεΐνα χρόνια
■ τοϋ.-'έκπαιδευτηρίου, 5τε" άμελεΐς είς δλα
τα μαθήματα, έγεμίζαμε τα περιθώρια
των βιβλών μας, έσύ μέ στίχηνς καΐ έγώ
μέ άραβουργηματα καϊ ίδίως μέ τάς γε^
.λοιογραφίας των καθη.γητών μας ;. Έγώ
μετά την τετάρτην τάξιν τοϋ Γυμναΰΐου
εισήλθον είς τό Πολυτεχνεϊον, ϋπου ήκο·
λούθησα μαθήματα ζωγραφάκης είς την
οποίαν είχον κλίσιν παιδιόθεν. Τό δωμά-
.χιόν μου ήτο τότε είς την όυνοικίαν Νε-
"~απόλεώ"ς,· είς 'ένα δρόμον τοϋ οποίον δέν ·
ενθυμούμαι τό δνομα, χαΐ ό οποίος βληγε
πλησίον τοϋ'Πολυτεχνεΐον. Ακριβώς είς
την γωνίαν τοϋ δρόμου εκείνον κατώκει
. πτωχή τις οίκογένεια αποτελούμενη έκ
"τοϋ πατρός, γίροντος σν"νταξι·>ϋχον ύπο-
μ'Ηράρχου, τής αδελφής τού, καΐ της θ;υ-
γατρός τού, δεκαι-'ξαετούς κόρης. Έκά-_
ο"την πρωΐαν καΐ μεσημβρίαν μεταβαίνων
η έπιστρέφων άπό τό μάθημά μ>>ν ί6λε-_
πον την κόρην αύτΛν κεντώσαν είς τό
» μικρόν παράθυρον της", έντός τοϋ οποίον,
' ώς έντός πενι^ροϋ ξυλίνου πλαιοΊ'ον διε-
γράφετο Λ ώρο,ία ξανθΛ_ κεφαλή της, ώς
έξόχου ζωγράφου . προσωπογράφία· επί
δ>&ο έτη δέν είξενρον άλλην οδόν παρά
την φέρουσαν ες τό Πολυτεχνεϊον, καΐ
εθεώρουν τόν εαυτόν μου εύδαίμονα την
Λμέραν δπου έστήριζε έπ' έμοϋ πλειότε-
ρον τοϋ σννήθονς τό γλυκύ ώς δορκάδος
βϊέμμα της, άλλά δυστυχΛ, δυστυχέστα-
τον, δταν όυνέδαινε είτε έξ άδιαθεσίας
είτε έξ άλλης αΐτίας νά μη προδάλλη είς
'τό παρ'άθνρον η εύ-,ενής καΐ πλήρης σε-
μνό,τητος μορφή της Ουδέποτε η τέχνη.
μου Λρεσκε πλειότερον, ουδέποτε ό καθη-
γητής μοΰ εφαίνετο συμπαθέστερος παρά
δταν διερχόμενος πρό τής οίκίας της έ-
νόμιζον ότι άνεκάλνπτον αδιόρατον ο"υμ-
παθείας μειδίαμα είς τα λεπτά χείλη της.
Άλλό ποτέ νομίζω δέν ψσθανθην τόσον
κορυφουμένην την ευτυχίαν μόν, όσον η¬
μέραν τινά, κατά την οποίαν περνών κατά
τό σύνηθες, είδον αύτην κύπτουσαν είς
τό επί των γονάτων της καθήμενον κννά»
ριόν της, τό οποίον έχάϊδευΰε μέ την
λευκήν χείρα της, ατενίζονο*β πρός εμέ
μέ §λέμμά άνεκφράστουμελαγχολίας. Άπό
την ημέραν εκείνην πάντοτε, δταν διηρ-
χόμην, άφινε τό κέντημά της, και λαμ-
βάνουσα είς την αγ καλήν τό κυ.ναριόν
•της τό έχάϊδενβ, το έχάϊδενε' κα'ι μέ έ-
κύτταζε μειδιώσα και τοϋ ωμίλει περΐ
έμοϋ, ένώ έκεϊνο έσήκωνε τα αύτιά τον,
και σείών την φοϋντωτή ούρβ τον, μέ
ητένιζέν ώς αρχαίον φίλον τον μέ τοϋς
μεγάλονς καΐ γεμάτους φνχη οφθαλμούς
τού. ^Ιέ Λγάπα Ήγα'πώμεθα. Τί πσράδο-
ξός δμως ίρως! Νά νώμίζω τόν εαυτόν
μόν είς την Έδέμ της εύτνχΐας δταν
έβλεπον νά σφίγγη είς τάς άγκάλας τόν
σκΰλον της καΐ να μόν χαμογελα μετ α
περιπαθείας ! Τώρα άκόμη μέ την ύλιστι-
κωτέραν απόλαυσιν, δέν δύναμαι νά πα-
ρομοιάσω, τη γλυκείαν εκείνην ναρκην,
η όποία μέ κατελάμδανεν, δταν έχάΐδενε
την νοήμονα κεφαλήν τον σκύλου της,
άτενίζονσα με πλτΊρης μελαγχολίας- είς
τάς πρώτας- Επιστολάς της, κατά τό
πλείστον μοϋ ωμίλει περϊ τοϋ Γκιθίλ της,
τοϋ Λγαπητοϋ της Γκιούλ τόν οποίον
Λγάπα, μοί εγραφε, μετ' εμέ είς τόν κό¬
σμον. Μόνον ή όμιλίη τοϋ λείπει, ρου
ίγραφε είς μίαν επιστολήν της η Λόπη
μου.
ΚΙνε περιττόν νά σσϋ έκτυλίξώ όλας
τάς περιπετείας τοϋ πρώτου μου έκείνου.
ίρωτος, τοϋ οποίον ή περιε*ργοτέρα σελίς,
ήτο στιγμιαΐα τις σννέντενξις την οποίαν
μετά πολλάς ίκεΰίας έπέτνχον, ίπί της
θύρας της, την εσπέραν της παραμονάς
τον ταξειδιον μόν .διά την πατρίδα μου
Λέσβον, δπου μετέβαινον νά διέλθω ένα
μήνα των οιακοΐτών μου. Ό Γκιούλ ήτο
έκεΐ, όπισθεν της θύρας (ίνοΆειρωμένος.
Αϊφνηζ έξέβαλλε δνορθρον μνΛτηριώδη
όΜ/γμόν, ένείρων την μικράν κεφ,αλήν
το>·, μέ τό όξύ όύγχος τού, καίόσφραι-
νόμενος την ατμόσφαιραν. Άμέσως ψ-
"σθάνθην ριγήσασαν την χείρα ττΐς φίλης
μόν έντός της Ιδικής μυυ.
— «Πόσον καιρόν θάμείνης είς την πα¬
τρίδα σον;""μέ ηρώτησεν άνήσυ^ος . -
-—«Διατί μ" έρωτφς, άνάπη μου;
__ Τίποτε, έτΰι... θέλω νά μάθω*,. Άχι
αν δμενες; τί ευτυχία! Άλλ'"δχ»! Όφ*ί-
λεις τα ϊδης τούς γονεϊς σου, άφ' ού μοϋ
ύπεβχέθης δτι θά τοΐτς πείσ"ης περΐ τού
γάμου μας.
Ι ήν ήσπάσθην—τό μόνον φίλημά μας—
καΐ εφυγον. Είς την γωνίαν έστράφην νά
την ϊδω. Έκράτει τόν Γκιούλ είς τάς άγ·
καλάς της. Πρίν δέ κάμιΐ'ω εντελώς την
γωνίαν, ό αύτός όλολυγμός δπληξε τάώτα
μού. Σύννους έπεσα είς την κλίνην μου.
Την δέ επαύριον ανεχώρηοΌ διά την Λέ-
σβον.
41ετα τρείς εβδομάδος, είς απάντησιν
έπιο-το'λης μου δια τής οποίας ττ? είχον
άναγγείλει την ο-υγκατάθεύιν των γονέων ·
μόν είς τοϋς γαμθνς μας, λαμβάνω έπι-_
στολην, τΛς οποίας ό γραφικός χαρακτήρ
ήτο όλως Λγνωστος είς εμέ. Ήτο έπιστο-
λή τον πατρός της, όστις μόν έγραφε δτι
Λ" Λόπη μαν 6κειτο βαρέως άσθενής έξ
έγκεφαλικ,οΰ τινος νοσηματος. Άνεχώρησα
διά τού πρώτον ατμοπλοίου, καΐ μετά
τινάς ημέρας ιΐμην είς Αθήνας, πλήρης
θλιβερών.προαιϋθημάτων. Ή πρώτη μον.
πραξις ίίμα εφθασα ένταν£α, ήτο νά μετα-
βώ έφ'ΐμάξης είς την οίκίαν της. Ίΐιοη
δύιΐις τοΰ ηλίου. Είς τόν θόρυβον τής άμά-
ξης ό Γκιούλ έπήδησεν επί τοΰ παραθύ-
ρου, καΐ ίδών με έίέδαλλε τόν αυτόν Ορη-
νώδη όλολυγμόν, τόν οποίον καΐ πρό ενός
μηνός. "Ωρμησα είς την οίκίαν ώς παρά-
φρο;ν. Έντός τού προθαλάμου εύρον τόν
γέροντα "πατέρα της, όστις είς την θέαν
μου δδραμε ενώπιον μου καΐ μ' εδέχθη είς
τάς γηραιάς άλλά ρωμαλέας άγκάλας τού.
Τα δάκρνά τού, έρρεον άπό των δνο αύ-
στηρών όφθαλμών τον, χυλιόμενα δ' επ*
τής ψαυρας γενειάδος τού, δσταζον ώς
ΰταλακτϊτάι άπό άκανθοστεφοϋς Ρράχον.
*— «Παιδί μόν... τή χάνονμε»... Καΐ πέ¬
σων επί τινος καθίσματος διερράγη είς
κοπετούς, μεθ' όλους τούς αγώνας τούς
όποίονς κατέβαλλ,ε, όπως μή ακουσθή
υπό τής ασθενούς. Λέν ηδυνάμην νά Ον-
ναρθρώσω μίαν λέξιν. Μετ" ολίγον εισήλ¬
θομεν είς τον κοιτώνα τής κήρης τον.
Υπό τό άμνδρόν φώς τής ?.νχνίας. ήτις
δφεγγε πρό άργυρας εικόνος τής Παναγίας,
. είδον αυτήν 6πί τής κλίνης της, θανα-
σίμως ώχράν, λνσίκομον, έσβεσμένην,άλλά
πάντοτε ωραίαν, πάντοτε τό αντή γλυκύ·
έμπνενσμένον βλέμμα.
ΈκάθηυΌ παρα την κλίνην, καΐ Λιΐπά-
σθην τιν έξωθεν τής κλίνης πΐπτουσαν
κατάλευκον άλλσ. κρύαν χείρα της μέ τοϋς
λυτονς δακτύλους. Κατ' αρχάς έν τή ά-
γωνία της ουδόλως εφαίνετο- άναγνωρί-
ζουσά με. Μετά τινάς στιγμάς είσελθοϋ-
σα Λ γηραιά της Οεία μετά τινος κηρίου,
επλησίασε αύτην καΐ την έθώπβνσέ μη-
τρικώς λέγουσα :
— ΤΗλθε...'παιδί μόν...
Τότε ώς άπό βαθέως ληθάργου άνανή-
|ονσα έΰτηλωσεν έπ' έμοϋ τό δϋον βλέμ-',
μα της, τείνασά.μοι την χείρα, την ο¬
ποίαν εκράτησα είς τίΊν Ιδικήν μόν. -
Ό Γκιούλ σνο"πειρωμένος τίς τονς πό¬
δας τής κλίνης, δταν μέ εΐδε είσελθόντα
Λγειρε τιν περίλνπον κεφαλήν τού, έπει¬
σεν άσθενώς την ουράν τού καΐ εξηκο¬
λουθεί δχ'ων καρφωμένους τοϋς γλυκείς
καΐ-νοήμονας οφθαλμούς τόν έπϊ τής κυ-
ρίας τού. Είς 8ν βλέμμα -Της, ϊρπων ήρέ-
μα έφθασε μέχρι των γονάτο)ν της.
ΝβκρτκΛ ο"ιγή έβασίλενεν έν .τφ δοι'μα-
τίω. Μόνον δνίοτε -έκ τοΰ στήθονς τού
Γκιούλ εξήρχετο ^αρύς στεναγμός, χαΐ
ηκούετο τρίξιμον πένθιμον έκ τής θρυαλ-
λίδος τής κανδήλαο. Λτις εφαίνετο προ-
ωρισμένη νά σβύση μέ 'τήν ϊ>υχήν τής
φίλης μου.
Μετά τινάς ώρας φσθάνθην την χείρα
της σφίγγονύαν άσθινώς την ιδικήν τοττ
έντός τής, οποίας την είχον θερμάνει ολί¬
γον. Εφαίνετο θέλουσα νά μοί είπη κδτι.
"Εκυ^α επί τής κλίνης καΐ νομίζω δτι
Λκουόα ώς άπό τάφον έξερχομένας τάς,
εξής λέξεις :
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ
— Νά μ' άγαπάς.. τον Γκιούλ...
Περίτό μεσονύκτιον έξέπνευόε θλίβουσα
ισχυρώς την χείρα μου καί κρατοΰσα επί
τού στήθονς της τόν αγαπητόν της Γκι-
ούλ. Άποφεΐιγω νά σοί περιγράψω τούς
θρήνους τού πατρός της, τής θείας της
καί έμον. "Αλλα δ,τι είνε αδύνατον νά
πβριγραφχί είνε οί γόοι κ" οί όλολυγμοί
τοϋ Γκιούλ, μόλτς, ησθάνθη, νεκρόν τίιν
κυρίαν τού.
Την επαύριον ό Γκιουλ ηκολούθησεν
τίιν κηδείαν όπισθεν μου κατηφίις καί
περίδακρυς "Ολων των παρισταμένων ε¬
κίνησε τα δάκρυα, δταν ίδών την φίλην
τοι έξαφανιζομένην υπό τό χώμα, έρρίφθη
έντός τοϋ τάφου όλυλύζων.
Μετά τίιν κηδείαν μέ ηκολούθησεν ώς
να ήμην άνέκαθεν κνριος τού· δταν επι¬
τρέψωμεν οϊκαδε τόν έλαβον επί των
γονάτων μου καί έκλαιομεν έκλαιομεν αμ¬
φότεροι την άπελθοϋσαν φίλην μας. Είς
τό όνομα της Λόπης ηνώρθου τα ώτα
τον, οί μεγάλοι τού όφθαλμοί έφωτίζοντο
εις τό βάθος των υπό έρνθρωπής τινος
λάμψεως ώς λνχνΐται, έν φ έκ τοϋ βαθέως
άνασειομένου, στήθονς τού εξήρχετο ό
αύτός μυστηριώδης στεναγμός, τόν ο¬
ποίον ήκουσα κατά τίιν πρώτην μας
συνέντευξιν εκείνην. 'Κρείδων την κεφα¬
λήν τον επι των δύω έμπροσθίων ποδών
τού έκεϊ πρό των γονάτων μου, εφαίνετο
μοντεύων τάς μυχίας Οκέψεις μου καί μέ
όννεπόνει καί Βκλαιε μαζύ μου την συμ-
φοραν μας. 'Αλλά τί αρα γε νά ήτο Λ
ερυθρακιή έκεινη λάμψις, ήτις έξήύτρα-
πτεν εΐςτό §άθος των όφθαλμών τον, όταν
Λκονε τό δνομα της Λόπης ; "111 αν τόν
δΛλβπες, όκούοντα τό δνομά της πώς
έπηδα 5ι' ενός αλματας επί τοιν γονά¬
των μόν. καί έλειχε τάς χείρας ; "Ο,τι θέ-
λεις είπέ μόν πιστεύω είς τίιν μετεμψύ-
χωΰιν έκτοτε. Ή ψνχή τής Λόπης μόν, μέ
ηκολούθει ένδχαιτωμένη είς τα όμματα
τοϋ πιΰτοϋ Γκιούλ της. Δέν ήτο δυνατόν
οί οφθαλμού ενός ζώοιι νά έχωσι τόσω μυ-
στηριωόως ουρανίαν λάμψιν.Ήτοή ψυχή
έκείνης, ή δλλης τινος νεκράς, ήτις εξέ¬
λεξε τό πιστόν τουτο ζώον.
Μίαν εσπέραν επιστρέψας οίκαόε έμεινα
κεραννόπληκτος μή ευρών τόν Γκιούλ,
δπως πάντοτε, όπισθεν τής θύρας περι-
μένοντά με. 'ίΐρεννησα πανταχοϋ· εϊχεγί-
νει δφαντος, πηδήόας έκ τοθ παράθυρον,
διότι πάντοτε τόν έκλειον έντός τοϋ δω¬
μάτιον έκ φόβου μη τόν χάόω. Φαντάσου
την άπελπιαίαν μόν. Διήλθον δλας τάς
Αθήνας μήπυ>ς·τόν εϋρω. Κατάκοπος
έξηντλημένος έπέϋτρεψα είς το δωμάτιον
μου Λκεπτόμενος νά γράψω την επαύριον
«Λς τάς εφημερίδας δίδων αμοιβήν γεν¬
ναίαν είς τον ευρόντα αυτόν. Μόλις έκλει-
σα τούς οφθαλμούς μου είδον όνειρον τρο¬
μερόν όπερ ανθωρει μέ έξύπνηόε : είδον
τόν Γκιούλ μέ παραδόξως φωσφορίζοντας
οφθαλμούς Οκάπτονταδιά των πελμάτων
τον τόν τάφον τής φιλης μου. ΈπήδηοΌ
έκ τής κλίνης μου καί είς στιγμάς τινάς,
Λμην ήδη ένδβδνμένος Κατήλθον δρο'
μαίως καί διηυθύνθην είς τό νεκροτα¬
φείον Μεθ'δλον το έπικρατοΰν έν τη νε-
χρονπόλετ Πκότος ήδννήθην νά εί-ροί τόν
Λγοντα εις τόν τάφον τής φίλης μόν δρο¬
μίσκον Μόλις έπλησίασα έκεϊ ες πέντε
βημάτοιν απόστασιν έρρίγησα. Είδον σκιάν
τινι μαύρην επί τοϋ τάφον και δύο άλ-
λοκότως άπαστράπτοντα φωτεινά σημεϊα
ώς δύο δστρα έν νεφελώδη ονρανώ, άπει-
λητικώς καρφωμένα επάνω μου ΊΙτο ό
Γκιούλ. Τόν έκά,λεσα «Γκιούλ, Γκιούλ»,
άλλ' οϋτε έκινήθη έκ τής θέσεώς τον Έ¬
πλησίασα,δπως τόν λαδω είς τάς άγκάλας,
άλλά μόλις έκυφα ώρμησεν ώς θηρίον ε¬
ναντίον μόν γρνλλίζων άπειλητικώς. Δέν
ήτο πλέον ό πράος έκεΐνος Γκιούλ. «Γκι¬
ούλ, Γκιούλ· τω έκραζον. 'Λλλ' οί γρνλ-
λισμοϊ έξηκολοιιθονν άπειλητικώτεροι.
"Ηρχισα νά καταλαμίάνωμαι υπό φό(ίου.
Έκάθησα επί τινος πλησίον κείμενον
μαρμαρίνον τάφου, μίι έπιθυμών νά τα-
ράξω έπ πλέον τίιν αιωνίαν ηρεμίαν των
τάφων. ΙΙαρήλθε μία ωρα καί ό Γκιούλ
έκώφενεν εισέτι είς την πρόο·κληο·ίν μόν,
ότε μία έμπνενσις διήλθε διά τού πνεύ-
ματός τον. Έφώναξα το ΰνομα τής Λό¬
πης, και—ώ τοϋ θαύματος—ό Γκιούλ ευ¬
ρέθη δι" ενός δλματος επι των γονάτων
μου, πραος ώς πάντοτε, λείχων τάς χείρας
μου καΐ μέ όμμα υπέρ ποτε λαμπυρίζον'
Τόν έλαβον είς τάς άγκάλας μου καΐ έπέ-
στρεψα συν τετριμμένος είς τίιν οΐκίαν μόν.
Ι'Λς τό φώς τής λυχνίας είδον τα πέλματά
τού καθημαγμένα έκ τής άνορύξεως τοϋ
τάφου τής φίλης τον.
Παρήλθον έκτοτε πολλά έτη Ό Γκιονλ
ήτο τό μόνον όν έν τφ οποίω είχον σνγ-
κεντρώσει όλην την αγάπην μθΐ'. "Οταν
ήμην ένίοτε φαιδρός δτρεχε δι' άλμάτων,
ϋλάκτει έκ χαρδς, έσειε την ουράν τού
πλήρης εύτυχίας. "Οταν δέ ήμην όκυ-
θρωπός και σύννους, έκάθητο συσπειρω
μένος επί τινος έδρας καί μέ παρετήρει
μελαγχολικός μέ τα φωτεινά τού όμματα.
Μετά τόο"α έτη είς τό δνομα τής φίλης μας
έρρίγει πάντοτε έκ χορας, ή δέ μορφή τού
δχανε τό ζωώδες, φωτιζομένη υπό άκτϊ-
νος ανθρωπίνης διανοίας. Κατά τίνα επο¬
χήν ϊισθένησα επι τρείς ημέρας ν αί ό πι-
στός μου φίλος καθήμενος είς τούς πόδας
τής κλίνης μου έμεινε νήστης κατά τό
διάότημα τοϋ πνρετοϋ μου. Τό πτωχόν
ζώον ! πόσον μέ ήγάπα καί ποσόν έφά-
νην είς αύτό άχάριστος ι
Ήγάπηϋα έκ δευτέρου γυναϊκά τίνα,
ήτις, καίτοι δέν μοί ένέπνεε τό καλλιτε¬
χνικόν μου τάλαντον ώς κατά τα είκοθι
μου έτη % πρώτος μου έρως, ήτο δμως
κατάλληλος, δπως πληρώση τους νεανί-
κούς πόθους τής έν μέσω δακρύων διαρ-
ρενθάΰης νεότητός μόν. Καί δμως την.
ήγάπησα έπίσης μετά θέρμης ώς αληθής
καλλιτέχνης. 'Λλλ' είχον την άνοησίαν,
ώθούμενος υπό ακατανόητον ψνχικής ά
νάγκης, νά τ^ ύιηγοϋμαι έν άλλβκότφ
διαχύσει την ά.ΐτορίαν τοΰ πρώτον μου
έρω:ος καί Ιδίως περί τοΰ Γκιούλ, όστις
έτήρκι πάντοτε πληο-ίον της εχθρικήν στά¬
σιν, ουδέποτε έπιτρέπων αύτη την ελα¬
χίστην θωπείαν. Τουναντίον Λφινε ίίμα
τή προσεγγίσει της ύπόκωφον γρυλλισμόν
όμοιάζοντα πρός μύχιον ο-τόνον. "Ασπον-
δον μϊϋος, ασδεστος ζιιλοτυπίας εχθρά ήρ¬
ξατο έκτοτε έμφωλεύουόα είς τα βτήθη
των δύο τούτων δντων. Μίαν ημέραν έξ
άπροσεξίας ή έρωμένη μου τόν επλησίασε
υπέρ τό σύνηθες, ό δέ Γκιούλ, όρμησ"ας
επ" αυτής έ6ύθισ"ε τούς οδόντας τού είς
τούς γυμνούς βραχίονάς της Τότβ έξαλ-
λος έξ άγανακτήσεως λαβών την ράβδον
μου κετέφερον δεινόν κτύπημα, επί τής
κεφαλής τού όπερ ολίγον δεϊν τόν
δφινε νεκρόν, άλλ' έκεΐνος συρόμενος ήμι-
θανής μέχρι των ποδών μου καί σείων
την ονράν τού μετ άνεκφράστου θλίψεως
μέ επλησίασε χαί μοϋ έλειχε την χείρα
ένώ έστήλωο"εν έπ' έμοϋ τό ανθρώπινον
δμμα τού οίονεί ζητών συγγνώμην. Ώρμή-
βας τότε έπ' αυτού μετά συντετριμμένης
καρδίας τόν έλαβον είς τάς άγκάλας καί
τόν κατησπαζόμην ενδακρυς, προσπαθών
νά τον άνακαλέσω διά των θωπειών μου
εΐί την ζωήν.
"Κκτοτε δέν ήτο πλέον ό Γκιούλ. 'Κπί
τοσούτον ήλλαξεν, ωστε ένίοτε δταν έπέ-
στρεφον είς τό έργαθτήριόν μόν δέν ήρ¬
χετο ώς πάντοτε πρό τής θύρας. "Οτε δέ
επέστρεψεν έκ τής φίλης μου, χωρίς νά
κινήση την ουράν τού, μέ ώσφραίνετο, καί
ευθύς έκρύπτετο κάτωθεν τής κλίνης.
Μίαν πρωΐαν τόν είδον νά εξέλθη τής θύ¬
ρας μου δρομαιος, κωφεύων εις τας προσ¬
κληθείς μου. Γκιούλ, Γκιοάλ» άλλ' έκεΐ¬
νος έφυγε γενόμενος αφαντος. Τόν περιέ-
μενον μίαν, δύο ημέρας, ό Γκιοϋλ εΐχε φύ-
γει μισήσας με, ΐο"ως καί δέν τόν έπανεϊ-
δον πλέον παρά άπόι|;ε, δπως τόν είδες
καί συ μέ τό περίλυπον έκεϊνο ρλέμμα».
Καί ό φίλος μου στενάξας έμεινε σύν¬
νους.
Παρήλθον τρείς μήνες καί όέ« είδον τόν
Κίμωνα είς Νέον Φάληρον Ήμην περί-
εργος νι'^ μάθω άν έπανεϋρε τόν Γκιούλ ή
ίστορία τοϋ όποίου μέ εΐχε πράγματι σνγ-
κινήιΤει. Περί τα τέλη τοϋ μηνός Λύγθύ-
στου τόν είδον καθήμενον ώς πάντοτε μό¬
νον Τόν έπλησίασα καί τόν ηρώτηοΌ
άμέσως περί τοϋ Γκιούλ.
— «Απέθανε» μοί απήντησε περίλυπος.
"Απέθανε είς τάς άγκάλας μου, πρό μιας
εβδομάδος. Ένα βράδυ, ένφ έργαζόμην
άκούω ξύσιμον όνύχων είς την θύραν μου.
Άνοίγω καί^λέπω τόν Γκιούλ,όστις εισήλ¬
θε περιχαρής καί περισείων την ωραίαν
ουράν τού. "ιΐμην έκτος έαυτοϋ έκ χαρας
Ένθυμήθημεν τα παληά μας, την Λόπην
μας, δλα, δλα, καί ήτο εύτυχής. Δέν ε¬
φαίνετο μνησικακών διά τό κτάπημα έ-
κεΐνο, τό οποίον ενθυμούμενος έγώ άνα-
τριχιάζω άκόμη. Άλλά φαίνεται δτι εϊχε
γηράσει πολΰ ό καϋμένος καί ήλθε ν' απο¬
θάνη πλησίον μόν καί έξέπνευο"ε πρό τί¬
νων ημερών καρφόνων επάνω μου τούς
μέχρι τελευταίας πνοής τού παραδόξως
διαλάμποντας οφθαλμούς τού».
Καί ό φίλος μου άνελύθη είς χεΐμαρρον
δακρύων.
Στρατηγησ.
' 11 λευκή κόμη όμοιάζει τόν αφρόν τής
θαλάσσης, τόν μετά την τρικυμίαν.
ϊύλβα.
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ
Ή δεσποινΐς ^
Ή δεσποι'ν'ις Βαχαρέσχου, της οποίας" την είχόνα
είχομεν δημοσιεύαει ίν ιω τεύχει τής 30 Ιουλίου,
χαι τής οποίας ήρατο έμμανώς ό πρίγκηψ Φερδινάν-,
δος τής Ρουμανίας, πεισθεΓσα δτι είνε αδύνατον νά
τρν νυμφευθη χαι άναγχασθεΐσα διά πολιτιχούς λό-
1 γους ν' αποχωρισθή τής Βασιλίσσης τής Ρουμα-
ν^ας έπειράθη έν τί] απελπισία της αΰτθχτονίαν
Ι δ^ά δηλητηρ.|άσίως. Εϋτυχως προελήφθη εγκαίρως
χαί δι' άντιδραστιχοΰ φαρμάχου απεσοβήθη ό χίν-
' . *· ·
ουνος.
Άνεμοστρόδτλος.
Είς τό Μαροχιοβετέρ τής Ιταλίας πνεΰι»ς σφο-
δρότατος άνεμοστρόβιλος μετ" άγρίας χαλάζ.ης ήρή-
μωσεν ολόκληρον την χώραν. Μέγας άριθμός ζώων'
έθανατώθη, οί χαρπό'ι πάντες χαΐεστράφησαν χαί
. τίνες άνθρωποι εφονεύθησαν υπό τής προσβολήν της
* χαλάζης, ζς έκαστος '.ό/./.θί εβάρυνε 200 γραμμάρια.
Γεχνητόν όρος.
Έν τί] έν ί^ιχάγω προετοιμαζομένβ εκθέσει, εχ-
■·| τος ά'λλων περιεργοτάτων, θά κατασκευασθή χα'ι
■ Ορος έκ χ·αΛν6ος. Το κατασκευασθησόμενον όρος
θά περιχαλυφθίί υπό νώματος χαι έπ' άύιοΰ θά
γ φυτίυθώαιν ανθη καί χλοη χα'ι δενδρύλλια, ήλεχτρι-
χός δέ σιδηρόδρομθς θά ένεργη έπ' αυτού. Τό εσωτε¬
ρικόν τού 5ρους θ* είνε χενόν χαί θά χρησιμεύση
είς ΐιάφορα έκθε'ματα.
■ * Πρωτότυπθς "Έκθεσίς.
>* Έν Παρισίοις ένεχαινίσθη χαΐ' αύτάς "Έκθεσις
βλαπτιχών χ*1 ώφελίμων έντόμων, δι" επιστημονι¬
κήν μελέτην «ίφ' ένός' χα'ι δια κοινήν ώφε'/ζίΐαν άφ'
*
«V
ετέρου. · ' . ·
Ό πλανήτης Ζεύς.
ι Κατά τσν «ΓαλάΓη'ν» των Παρισίων &%ο πολ-
λων ημερών ό Ζεϋς μίτ' εχτάχτου λαμπρότητος
οαί/εται είς χον όρίζοντα. Ό άΐτήρ οϊτος χβτίχει
χατά την στιγμήν ταύτην έν τί) τροχια τού τό εγγύ¬
τερον πρός τ*ην γήν σημείον. 'Από τοθ μεσ'ονυχτίου
(*^ΧΡ' της 2 .ώρας τής πρώτας 6 Ζεύς έγγίζων τό.
μέγιστον ΰψ*ος επι τού ορίζοντος φαίνεται φωτεινό-
τε=ος χαΊ διαυγέστερΌς ■ ή λαμπρά Άοροδίτη ώ-
* ΧΡι? ε(ς τό πλευρο'ν τού. Τό αξιοσημείωτον τουτο.
." ουράνιον φαινόμενον παράγεται χατα μαχρά-διαστ»[-
μαια, διότι ό Ζ=ύς. άπε'χων άπο τοϋ ηλίου 100 Ιχα-
*τομμύρια λεΰγας, .εχτελεΐ την τ'ρο/ιάν τού έν δια-
σττ(ματι 12 Ιτων.
μπαοϋΑο μου χ'α'ι εθεσι έν άύ:ώ την ϊεριουσίαν μου
άνερχομίνην είς 300 λίρας, μετέφερον αΰτό ε'πϊ τοΰ
γαλλιχοΰ ατμοπλοίου τού Φραΐσινε άναχωροΰντος εις
Σϋρον χα'ι έγώ: εξήλθον να περιπατήσω. Έπεσχέ-
φθην διάφορα μέρη, έν οίς χα'ι Όΰ ολίγα τοϋ ρητι-
νίτου πρατήρια, έ'νθ^ εθυσα άφθο'νως τ$ Βάχ/ω.,
Έχεί μί'ια είς αΰ;ά τα παυσίλυπα χαταστήματΐ ?-
μεινα έπ'ι πολύ χα'ι όταν εξήλθον διά ν» ίπι6;βασθώ.το
άτμο'πλο·.ον Ιπλεεν ήδη είς ϊϋρι». "Εσκέφθην άμε'-
σως τίς έν τφ χιβωΐίω 300 λίρας χα'ι εγινα ?ξω
φρενών». Αυτή είνε ή άφήγησίς τοΰ πε,ιέργου' τα¬
ξειδιώτου | εύτυχως είδοποΐί,Οίϊυα έγχαίρως ή άστυ-
νομία Σύρου χατώρθωσε νά εύρη χαί ν' άποστίίλτ,
το ανευ τοΰ χυρίου τού ταξει^εΰσαν κιβώτιον.
δήμαρχος Πατρών, Ιπ της πρωϋ^ϊΐουργίας δέ Τρι-
χούπη έγε'νεΐο 'Υπουργός των Ναυτιχιίν.
Απέθανε την 3 ΣεπΛμίρίου 1891. ,
Γεώργιος* Κορκίδης.
ι Ό Κρής όπλαρχηγός Γ. Ινορκίδης εγεννήθη τ)>
1824 έν Έπανωχόρι τής επαρχίας Σελίνου, χληρο-
νομήσας έχ τής οί/.ογενείας τού τόν πρίς την Ιλευθι-
ρίαν έ*ρωτα χα^ την πρ4ς τάς μάχας κλίσιν. Ό βίος
αϋτοϋ υπήρξεν ενδοξος' είς πάσας τάς έπαναστάσεις
τής πατρίδος τού ?λαβε με'ρος κα'ι εις τάς γνωστο-
τέρας αυτών μά/ας ήτο έχ των 'υριωτε'ρών στοι-
χείων. Ίδίω; ομως άνεδιίχθτ] χατά τά^ αιματηράς
έπαναστάσεις το4ΐ866, χαι 78 έν αίς διετέλει άρχη-
γός Σελίνου. Τωί 1889 έξελίγη βουλευτής Σιλίνου.
Βραδύτερον πρόεδρος των είδιχών συνεδριάσιων των
χριστιανιχών μεΜν τής Συνελεύσεω;.
Άιΐίθανε χα'ι έχηθεύθη έν Αθήναις τόν. Αυγου¬
στον τοθ 189',.
Ή μεγάλη Δούχισα τής. Ρωσσία; ΆΛεζαγίρα,
θυγάτηρ των Α. Α. Μ Μ. τής Ελλάδος εγεν¬
νήθη έν τί) έν Κερχύρα έξοχιχη βασιλιχη ίπαΰλε;
την 18 Αϋγαΰστου 1870. Άνατραφεϊσα Ιν Αθή¬
ναις ώς τελεία Ιλληνίς «ν άρετ|ί χά) παιδεΰσει, χα-
τε'λιπε μετά δαχρόων τα πα*τριχά άνάχτορα χα'ι τήν'
ηγαπημε'νην της πόλιν των Αθηνών χα'ι έμνηστεύθη
έν Πεΐροιιπίλε" την 6 Ίουνίου 1889. Απέθανε την
12 Σεπτεμβρίου 1891 έν Ίλίνσχοϊϊ.
Ή έν τί 49 σελ. δημοσιευομένη εΐχών αυτής,
ιϊνε η τελευταία, ηοιηθεΓσΐ{ έν τώ έν Ιΐετρουπόλει
φωτογραφείω ΙΙασέτη. Την εΐχόνα ταύτην ίπεριψεν ή
ιδία μετά της ιί.οχείρου υπογραφάς της τη ενταύθα
άγαπητ^ φιλή της δεσποινίδι Είρηνοΰλα Χατίηπί"-
τρου, ήτις ευμενώς μϊς την παρεχώρησε πρός,δη-·
μοσίευσιν, · ■-■·..
: # ι Πρασίνη
«Κατά τόν παρελθρ'ντα Ιούλιον (γράφει αγγλος
τις) είδομεν,· χωρ'ις νά ύττβρ/γ| ή έλα/ίστη πνοή ά-'
νέμου, αίφνης είς μικράν άφ' ημών απόστασιν, τόν
εχεί εξηπλωμένον πρός ξήρανσιν χόρτον ν' ανέρχε-
. τορ εις τόν ουρανόν. Ό -/[όρτος ούτος αΐω(!ούμενο;
• εν τη άτ^οσφαίρα ίπ'ι 4 ώρας κατήλθεν είτα έν εΓ-
'" βΡοΧ'ίς £ΐ{ την περίχωρον. Τό δυσεξήγητον τουτο
φαινόμενον παρετηρήθη χαί αλλαχού, ιδίως δέ Ιν
Γέρμανία. ', ■ ·
* ' ΛΛΘη μετά οίνου;
Έκ τής «Νίας Εφημερίδος» άποαπώμεν την εξής
περίεργον σκηνήν διαδραματισθεΤσαν εσχάτως έν Πει¬
ραιεί. Παρουσιάσθη Τίΰιιιθί τις είς την αστυνομίαν"
τοΡ Πειραιώς ζητών τό μηαονΛο τού, άλλ' {)
αστυνομία δέν ε'χε γνώσιν περ'ι υπάρξεως έν τώ ά-
στυνομικώ καταστήματι μπαοίΛΰυ τινός. Άργότερα
Ομως ό προσελθών· έξηγήθη σαφέστερον ενώπιον τοθ
&)ϊαστυνόμου ώς Ιςης : «Προχθές, λέγει, ήτοιμάαθην
ν* ταξειοεϋσω είς τα εξωτερικόν. Άφοϋ ήτοίμασα τό
Δημήτριος Κόκκος.
'Αφίνίντες εις την χριτικήν των μεταγενεστέρων
τα ποιητικά Ιργα τοΰ Κόκχου, άρχούμεθα νά χύσω-
μ«ν ολίγα βά«ρυα είς τόν τάφον τού, καί ν* άνα-'
γράψωμεν ώδε βραχείας τινάς βιογραφιχάς σημειώ-
σεις. ' |
Ό οΐΛθγελως, ό εΰφυολόγος, ό πλήρης· ζωης
Δημήτριος Κόκκος εγεννήθη τω 1857. "Έζησε χα'ι
έξεχαιδευθη έν Αθήναις, άναχηρυχθε'ις διδάχτωρ τα
νομ'.χά. ]']ίς τάς" ά^χας τοΰ σταδίου τού έχρημά*'
τισε γραμματεύς τοϋ έν Τεργέσττ) (λληνιχοΰ προ-
ξενείου, είτα άνώτερος ΰπάλληλος τής εν Αθήναις
Έταΐρίας των ,Μεταλλουργείων τού Λαυρΐου, χα'ι
μετά ταυτα ΰπουργιχός γραμματεύς. Ώς δημοσιο·
γράφος συνηργάσθη ώς χυριώτατον στοιχείον εΊς
πλείστα σατυρικά φύλλα, χα'ι ώς φιλόλογος είς πλεί¬
στα έ'ίαης φιλολογιχά χαί οίχογενειαιπι περιοοίχά. '
Εξέδωκε δύο τόμους ποιημάτων, -τίΰς ΓέΑΐύτας χα'ι
τάς Ιΐοιησιΐζ' πολλ^χοΰ δέ των έργων τού ίια-
χρίνεται ή χάρις τοϋ πνεύματρς χα'ι ή ιύπετής αΰτοϋ
φαντασίχ. Λύο των χωμωδιοόν αυτοθ διδαχθεΤσαι
έπανέιλημμένως από τής έλληνιχής σχηνης έαΐέφβη-
σαν υπό επιτυχίας. Απέθανε την 11 Σεπτεμβρίου
189*. ; ' ,?
Γεωργιος Ροΰφος-
Ό Γεώργιος Ροϋφος,εγεννήθη έν Πάτραις. Ά-
νήκων είς έπιφανεστάτην τής Άχαίας οικογένειαν,
υιός τοϋ Βενιζέλου Ρούφου, άντιβασιλέως χατά την
εποχήν της μετα-ολιτεύσεως, χα'ι εγγονθς τοϋ Κανα-
χάρη, διαίραματίσαντος κύριον πρόσωπον χατά τοιις
νρόνους τής ΐπαναστίσεω;, ϊτ/^ίν από καταγωγτίς
μέ'λλον εΰρίι ενώπιον το». 'Αντεπροίώπιυΐε Λολλά-
χις την επαρχίαν τού έν τώ κοινοβουλίω, ανεδείχθη
Περιέργω. — Μεΐαξύ τοϋ νπγωΐίαμο"ό κα'ι τής
ιχσΐασιως ή διαφορά είνε ελαχίστη. Ένίοτε μάλΐτ '
στα ή 'έχοιασκ; είνε ειδος κπηύτιομοϊί, διά δρους
φυσιολογικού; μή' συντέλεσθέντος. Ό Φλαιρύ, (ν τη ,
'ΚχχΛηίϊιασΐίχΐ) ΊσζορΜΐ τού αναφέρει τοΰς εξής
περιεργους περι έκστάσεω; χανόνας μοναχοϋ τινος
τοϋ μέσου αίώνος,Συμεών χαλοιιμίνου : «Όταν ει-
σαι μονο» εις το χιλλιον σου χλεί'σον Την θύραν χα'ι
κάθησαι βίς μίαν γωνίαν. "1'ψωβον το πνεΰμα σου
υπεράνω τώ, ματαίων χαι προσχαίρων πραγματων'
είτα στήριξον την γενειάόα επί το« στήθοβς σου.
£τρεψον τοϋ( οφθαλμούς χαί τ«^ σχεψεις σου πρός (
το μέσον τής χοιλιας σου, δ;,λαδ>ι είς τον όμγαλον.
Κρατησυν Την αναπνοήν ο ου χαι απ αυτής άχόμη
τής ρινο'ς. Ζήτησ6ν έν τοίς σπλάγχνοις σου την 0«- *
σιν τής καρδίας όπου σνγκντροϋνται 5λαι αί όυ-
νάμιις τής ψυχής. Κατ' αρχάς θά εΰρΐ-,ί'έχεΐ σκότη ,
ψηλαφητα χα'ι άδιαχώριστα, άλλ' άν ΐπιμ>νΐ)ς ΐχτι. ,
λών τάς παραγγελίας αύτάς ημέραν χα'ι νύκτα, θα
εΰρΐ)ς, ώ τοΰ υψίστου θαύματος, ' χαράν αδιάκοπον.
Διότι ίμ' ώς το πνεΰμα είρΐ) την θ(σιν τής χαρ- ,
διας, βλέπει ό,τι,ποτέ τού δήν «ϊδε·^ Όμοιον τρό»
πον, φαίνεται θά μετεχε^ίζοντο χα'ι ο! μοναχοί τοί
άγίον όρους, τούς όποίους έχάλεσαν δια 'τοϋ χαρα-
χτηριστιχ·» όνόματος ύμφα.Ιο^,νσίχονς. Δι' όλα .
ταυτα σάς παραπέμπομεν είς τό περΐ Φαπασίαζ βι¬
βλίον τοϋ Ηθππ ΙοΙ^. ·
-*- ■ '
Πιριίργω.— Ή πρώτη φράσις, τής οποίας μϊς
ζητεΐτε την μετάφρασΐν, έπίίδή ώς ίπ'ι τό πλείστον
την μεταχειριζόμΐθα επί είειτηρίιον, χχθιερώθη ν'
άκοοίδεται διά τής έλληνιχής φράσιως : Έίσητήριον ·
μβζ' ίιζιστρθΐρης' θιά δέ :ήν φράσιν ΡθδΙβ 16&-
ί&Ώΐβ, συνειθίζο(ΐεν νά την γράφωμεν γαλλιστϊ επί
των ΐπιγραφών των έπΐστολών* νομίζομεν 8μως ότι
πολί» καταλλήλως δύναται ν' αποδυθή διά τής φρ«- '
σεα;ς : Νά μί>"3
«V
γ3 **χνόρομιΙω, ή' απλώς
μόνον : Έν τω ταγνίρομίΐω.
■· ΛονχούΑο).— Γό ϊιήγημά σας δέν εκρίναμεν ί-
ξιον πρός δημοσίευσιν, καθότι ή παράδοσις, ίφ' ής
στηρίζεται, ηδύνατο τό πολί»—πολΰ νά χρησιμεύσ;)
είς' ?ν μικρόν κοιηματάχι. θδτε κέντρον εχει, οίΐί
πλοΐήν. Ν&μίζετε κώς ' χάθε παράδοσις ϊ/ίι τί
βτοιχεΐα ϊιηγήματθς ; Άν την {γράφετε τουλάχι¬
στον ώς ίιήγησιν χαί ούχι ώς Λήρ,μα, είς *τίιν
γλώσσαν της την φυσιχήν, βά ήτο Γσως πολίι χαλ- ,
λιτΐρ».
Γτγικον μοτσειον
χ. Εν Δαγ. — Μέ όλον τόν ζήλον χαΐ μέ όλον
Λ* θερμόν 2ρωτα τον οποίον εχετε πρό; τα οιλο-
α εργα, το διΐΐγτ,μά σας δΐν επέτυχε. Ώς
σειρά διηγήσεως χαι ώς πλοχη είνε άρχετα «αλόν,
υπο Ιποψιν δμως εκτελέσεως χαθυστερεί τα μέγι-
στα· γέμει όνομαστιχών άπολύτων χαΐ σολιχισμώ*
χαΐ περιττολογιών. Υποθέτομεν πώς θά είνε το
πρώτον σας έ'ρ^ον χα' ελπίζομεν πώς, ο,' μελετή-
σετε χαι αν χαταγ'νετε περισσότερον, θά γραψετε
χαλά μίαν ημέραν.
χ Μ. Άργ. Είς Σμύρνην.— Περιμένομεν ανυ-
πομόνως την 6ποσχεθεΐσαν συνεργασίαν σας· τιποτε
άναιοΛιχα, αί1,
ότι οί ίραματιχθ' ποιη-α' έδ·οασχον τότε οί ίδιοι
από σχηνης τα δράματά τω^ '() Σοφιχλης ίμως
ώ» ίο/νοφωνοςδέν ετόλμα να διδάξη ό ιδ'θς τα εργα
τού, χαΜσον μαλιστα, ώ; λέγει ό Πλάτων έν τω
Συμποσίω, τό άχροατήρ·ον τού Θίάτρο^ «Έηρτιζετο
έξ 20 έως 30 /'λιάδων θεατών
Έρωτωγζι— Ό Λιογενης απέθανεν εί; ήλιχίαν
88 έτών. γε/νηθε·ς τω 413 χα· β'ώσας χε/ρι τ»ϋ
325 π. Χ. Έπομε'νως δέν Ιζη πλέον ε'ς τον θάνα¬
τον τοΰ Μεγάλου "Αλεξάνδρου, αποθανόντος τω
323 π. Χ.
χ5ς, απηνΐήσαμεν. — Σεβ. Έοτ,μ. χ. Γ. Λ κ
έν Σί6αστουπ·λε· ομοίως. — Δ φ Μιτυλ'νην, ό
αριθ. 30 ει»ε χαθ' όλοχληρίαν ϊξηντλημένος· εύ^α-
ριστοΰμίν ίια τας πλΓ,ροβορ'βς σας.
>·ω — Δέν ατεροΰνται τεχνης ο! στί/οι
σας, άλλα δυστυ^ώς είνε μόνον στίχοι, η ποίησις
έλλείπει άπ' αυτών δέν δι«6λέπομεν Ιν αυτοίς τό
ίΐρότ πνρ, την Κμπνευσιν, το α?σθηιχα δέν δια-
χρίνομεν έν αυτοίς τον ποιητήν .
«ί,'βΓΐ ηβ ΓαίΙ ςυβ α>8 νβΓβ , 1β οο3ϋΓ ββιιΐ β8[
(ροβΐβ.
λέγει ό ΑηΟΓΟ ΟΙιβηϊβΓ χα'ι δέν πιστ|ύω να υ¬
πάρχη χανε'ις μή συμφωνών.
κ Δ Ρ. 'Άπανθα— Ό/.' μόνον πρός τόν Αί-
οχύλον διηγωνίοθη ό Σθφθχλής, άλλί χαι πρός
πολλοΰς £λλους ποιητας χα'ι πρό; τον υϊόν τού
Νεοφώντα χα'ι πρός τον εαυτόν τού άχόμη, δεχα
όχτώ δέ φοράς ήξιώθη των πρωΤίίωγ Γνωστόν είνε
Γ. Β. Βιβλιοπώλτ,ν Καιρο. — Ζητούμ.να απε¬
στάλησαν, αναμένομεν ενεργείας σας.—Μ. Σ Σαύο-
νην.— 1 . Γ. Μιτυλινην. — Α. Μ. Α. Ζάχυν-
θον. — Λ. Ε. Φιλιππούπολιν απΓ,ντήβαμεν. —■
Μ. Σ. Μ. Γαλαζιον. Διεύθυνσις ήλλάγη απο τοΰ
4ου άριθμοϋ. —
II.
Μ. Τρίχίρι ομοίως άπό τοϋ
5ου. — Γ. Φ. Σθρον 4ο φύλλον έστάλη. —
Ο. Ο. Μθβθθα" έλλεΐπονχα απεστάλησαν" νεος
συνδρομητής ενεγράφη χαι σειρα Απεστάλη, ευχαρι¬
στούμεν θερμώς· ταχυδρομιχώς άπτ,ντήσαμεν — Κ.
Α. Στυλίδα· έπισ:ολη ίλτίφθη, «ναμέ.ομεν υποσχε-
θεντα.— ^1^^3^Γβ Ρ. 8. Αΐβχ&ΐκΐπβ. Άπβ-
δείξεις έστάλησαν των 2 συνδρομητών αναμένομεν
χαι των 3 άλλων τα όνόματΐΓ χαίτοι πλείστα ,',λπ'-
ζουεν.—Α. Μ. 0(16983 ελήφθησαν τα/υδρομι-
'Εδηαοαιεύθί είς τόμον ϊξ 29 σιλίδων ίμβρυβε-
στάτη αελέτη Λ/ρί ιω»· έι- Λϋηψω ία^ατιχϋγ
ϋαΐωγ 6πο τοϋ γνωατοϋ «ΐρ' ί;αίν νημιχοϋ χ.
Άν«οτ«»ίου Δαμβεργη, μετ» σχιίιθγράμματος των
—γ£ν. 'Εχ τής άχριβοΰς χημιχής αναλύσεως των
έν λόγω υδάτων χαταο»ίνεΐαι ή ΟεραπΕυτιχή δύνα¬
μις αυτών χα'ι προ πάντων ή έπ· ΐτ,,μοιχή δ:ΐν!της
τοΰ έ
ΕΞΕΔΟΘΗ
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ Ν· ΜΑΑΤβν
Δ. Φ. χα· χαβηγητοϋ
ΓΡΑΒΒΙΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΕΑΛΗΝΙΚΗί ΓΛΩΣΣΗΣ
ΘεωρηττκΛ κα^ πρακττκΛ.
Κατα την μέθοδον Οβ8ρβν-θΗθ-83ϋβΓ.
Ε6ρισχΐται παρά τοΓς Βιβλιοπωλείο ς Β'λμπεργ
χα'ι Μχέχ
Προιε/ώς έχδοθΐ(αονται Β μ^ρος (Γιρμανιχοι
Διάλογοι) χ«Ί Γ' μίρος (Γιρμανιχά Άναγνώσματα).
ΑΠ ΑΡΑΙΤΗΤΟΙ ΔΗΛΩΣΕΙΣ
Σεπτεμ-
μώς β
δ
Πρός τούς έν τω εξωτερικώ κ. κ. ανταποκριτάς ημών ποιοθμεν γνωστόν δτι άπό τοθένεστώτος μηνο;,
βρίου άρχόμεθα των γενικών είσπράξεων των συνδρομ,ών τοθ τρέχοντος 4ου ετους καί παρακαλοθΐλεν θερμώς
συμαορφωθώσι πρός την δήλωσιν ταύτην ώς πρός την όσον τάχιον αποστολήν χρημάτων. Διά τα μ.έρη δέ ένθα δέν
ύπάρχουσιν εισέτι ανταποκριταί τοθ «"ΑττικοΟ Μουσείου» παρακαλοθνται ·ί κ. κ. συνδρομιηταί νά πέαψωσι πρό; τό
ημέτερον γραφείον άπ' εύθείας την συνδρομήν των, όδός Φιλελλήνων άρ 24, μεθ' δ θέλουσιν εκδοθή καί θέλουσι
σΤα.λή πρός αύτούς αί περί άποτίσεως άποδείξεις.
Οί δέ κ. κ. συνδρομηταί των Έπαρχιών παρακαλοθνται έπίσης όπως συμμορφωθώσι μέ την άνω δήλωσιν αποστεί¬
λωσι δμως «π' ευθείας πρός την διεύθυνσιν τοθ α'ΑττικοΟ Μουσείου» την συνδρομήν των ίσον τάχιον ή μόνον
διά των ύποπρακτορείων των Εφημερίδων, ή διά των πρακτόρων των καταστημάτων τοθ κ. 'Ανέστη Κωνσταντινί¬
δου. Είς τα μέτρον δέ τοθτο ήναγκάσθημεν νά προβώμεν, διότι πολλάς ζημίας ύπέστηαεν κατά τό παρελθόν ετος
ένεκα τής καθυστερήσεως πλείστων δσων συνδροαών τόσον έν τώ εσωτερικώ όσον καί έν τώ εξωτερικώ.
^ Οί {ν "Αθήναις κ κ. συνδρομηταί ημών οί μή λαβόντας αριθμόν τίνα έκ των αένρι τοθδε έκδοθέντων φύλλων
ενεκεν^ιλλαγής τοθ διανομεως παρακαλοθνται όπως σπεύσωσι καί δηλώσωσιν ήαϊν τοθτο πρός αποστολήν. Ωσαύτως
οί έν # εσωτερικώ και εξωτερικώ χ. κ. συνδρομηταί εάν δέν έλαβον αριθμόν τίνα έκ τανυδρομικής άνωυιαλείας πά-
ρακαλουνται τάχιον να μάς γνωστοποιήσωσι τοθτο.
καί πάλιν είς τούς κ. κ. συνδρομητάς καί πράκτορας ημών τούς μή άποτίσαντας την συνδρομήν
ούς, να σπευσωσιν πρός εξόφλησιν αυτής. Υποθέτομεν δτι καί οί ίδιοι βλέπουσι τάς δαπάνας τοθ
Π* ,^τ».'»« «ω' '~' - ,- 'τΓ ν" έπ>' πλέ°ν Τήν έχκαθά?ισιν τώ^ λογαριασμών των, υποβαλόντες ήσ.*ς
είς ματαιαν αλληλογραφιαν και είς απώλειαν χρόνου.
και
Οί 5όο
τί,», τοθ ·Ά~»ο
"1 ί1ς τ ς
Μ 12
8
Έπίσης οί «Χειμώνανθοι»—συλλογή ποιημάτων υπο Ιωάννου Πολ
δρομητάς ήμών προσφερονται μονον άντί δρ. Γδιά τό έσωτεΡιΓκα! φρ
15 διά τα
. διά τό ε¬
ί δρ. 3, είς τούς συν-
60
'' ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΦΙΑΟΑΟΓΐίΗ ΚΑΙ ΚΑΑΑΙΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ '
■■ , ■ · -
Συνδρομίι έν Ελλάδι έτ. δρ.10. Έξάμ. δρ. 5.—Έν τφ Εξωτερικώ έτ'. φρ. χρ.12.Έξάμ. φρ. %6. — Τιμ% φύλλον λ. 3Ο.Έξα>τερ.λ.'5Ο.
'Τϊκδίδοται δίς τοϋ μηνός τη. 15 καί 30.— Γραφείον έν' όδω ΦιλβλλΑνων αριθ. 24.
ΑΘΗΝΑΙ 30 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΝ
ίΐΕΤ^ΐΝΤΑΙ
ΚΓΓΛΕΣΗΣ
ίΟΛΕΜΗΣ
ΕΤΟΙύ'.-ΑΡ. 6
■ν
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝίΑ-Η ΔΕ1ΛΗ ΦΑΛΗΡΟΠΟΤΛΑ
(Τ6 νέον ίργον τοϋ κ. Γ. Βρόύτου.'Βκ Φωτογραφΐας Π. Μωραΐτου;
Ο ΜΟΝΟΣ ΤΡΟΠΟΣ
γεροντικός, τεταραγμένος, μέ
σννεχεϊς, ποικίλλοντας είς
νέαν τοϋ σώματος θέσιν. 1 ό. ύα-
λία άνοικτά· τή παηαθνρόφυλλα ήμίκλκι-
ο"τα ήμίφως έν τος τοϋ κοιτώνος καί καύ-
ΰων θερινός, έκλύο>ν. Όήλιος, τοϋ οποίον
άκτΐνες τίνες εισδύουοΊ διά των ρωγμών
τοϋ παράθυρον, βαίνει πρός την δύσιν
τού. Καί ό γέρων κοιμάται άκόμη καί κοι-
μαται όντως άπό ώρας πολλής, βεβαρυ-
μένος μετά τό άφθονον της Κνριακής καί
παρατεταμένον γεΰμα. Επι της πλησίον
κλίνης ή σύζυγός τού άφνπνισθεϊο"θα, έ-
ξαπλονται άκόμη έκεΐ ήΰυχος καί άναγι-
νώο"κει. ' πό τοϋ παρακειμένου δωμά¬
τιον ό υιός των, έπηρεασθείς καί αί'τός
υπό τοϋ φαγητοϋ καΐ τοΰ καύσωνος, ρέγ-
χει μακαρίως. ΊΙ άότεία αυτή ΰυνανλία
κατατέρπει την νρήγορον μητέρα καί ο¬
σάκις οί ρόγχοι διά το>ν εύρειών ρινών
τοϋ γέροντος και τοϋ νέου προσπαθόϋοΊν
έναμιλλως νά μιμηθώσιν τιίιν σάλπιγγα ή
την ^ροντήν, προφέυει έκείνη εν «οίί! »
καί γελά" μόνη τίΐς.
"Επί τέλονς ό γέρων αφνπνίσθη βρα-
δέως. 'Εχαο'μήθη, έτρΐψε τούς οφθαλμούς,
έξέπεμψεν ένα στεναγμόν καί ανεκάθη-
5εν ... "Οπως ο"νμ6αίνει καμμίαν φοράν
μετά μακρον μεταμειΐημβρινόν ϋπνον, έ-
ξύπνηΰε μέ την ιδέαν ότι ήτο πραήα, η
πρωια της Λευτέρας. "Κμεινεν επ" ολίγον
σκεπτικός, δνθθυμος. Φεϋ ' ήρχιζε πάλιν
η ζωή η σκληρά καν έργώδης, η διαψεύ-
δονσα ανα πάν δύσκολον βήμα τό όνειρα
τοϋ άμερίμνον ύπνον ' ... Καί έρριψεν εν
βλέμμα άσκοπον και τνχαϊον, ίπί της
κλίνης της σύζυγον τού· άλλάθυνειθισμέ-
νος νά την βλέπη εκάστην πρωΐαν κενήν,
έξέπ^μψεν έπιφώνιιμα φόβου καί εκπλή¬
ξεως.
«Μπα' Πω^ ακόμα ςτό κρεβάτι, Μαριγώ
μόν;* ηρώτησε- «Τί ίχεις ; καλλά είσαι;
μην ιΐααι αρρωθτη, Μαριγώ μόν ;
— Όχτ. ώοελφέ, τί νά έχω. ιαλά εΐμαι.
— Μα πως δέ σηκώθιικες ακόμα ;
— Λιαβαζα 'δω πά καί ληθμονηθιικα-
Τόρα θο ΰηκωθω· μή·» κάνεις έτσι.»
Καί έπανέλαδε την ανάγνωσιν της η
γννή, ουδέν ύποπτεύσασα περί τής πλά-
νης τοϋ σύζυγον.
'Απώθιισε κατόπιν έκεϊνος τα ενώπιον
τον καινουργή υποδήματα καί άναζητή-
σας υπό την κλίνην εφόρεσε τα παλαιά·
έπίοηςδέ άντί τΛς καλτΐς περιεβλήθη την
καθημερινιιν περισκελίδα της έργααίας,
την πλήρη κηλίδων. 'Κστάθη οθτως είς
τονς πόδας τού, επλησίασε τό παράθνρον
και ώθήο*ας μικρόν τα φύλλα ώστε νά φα-
ν^Ι όλίγος οϋρανόο, έστανροκοπηθη και
Λπήγγειλε την ύνντομον πρωϊνην προ-
σεχ,χΐίν. Λόξα ο"οι ό Θεός ! Ή ζωη ήτο
σκληράκαί κοπιώδης, άλήθ*ια· άλλά ιδού
αυτόν νγιης καί μέ την βοήθειαν τοϋ
θεοΰ ολα θά τα κατώρθονε... Οντε Λ Μα¬
ριγώ τού ήτο δρρωστη, 5 πως έφοβήθη.
Δόξα σοι ό θεός' Κσ» προσέβλεπε τόν
παρήγορον κνανονν ουρανόν καί κατεδί-
6αζε τα όμματα τον πρός τό πράσινον
τοπίον τοϋ κήπονί. Ή έναλλαγή τον φω¬
τός καί τής σκια.·, η χατά την δύσιν ά-
νάλονος πρός την ανατολήν, δέν τώ 6-
προξένησε κανένα κλονισμόν. Τόν έβλε¬
πεν δμως ένίοτε η στ'ιζνγός τού καί τής
εφαίνετο καπως παράδοξον διατί αρά νέ
Κνριακήν ημέραν έ,νεδύετο τα καθημερινά
τού καί πώς προσηύχετο μετά την απο¬
γευματινήν άφύπνησιν, ώς εάν ήτο πρωΐα
ΕΙκάβασα δμως ώς πρός τό πρώτον ότι
πιθανόν νά μην είχε σκοπόν νά εξέλθη
άλλά νά μείνη νά περιποιηθφ τόν κήπον
καί άναλογισθεϊσα ώς πρός τό δεύτερον
ότι όσω προχώρει είς ηλικίαν ό ίίνθρωπθς
τόσω θρήσκος γίνεται, ήσύχασε καί δέν
είπε τίποτε.
• Καί σάν τί ωρα νάνε, Μαριγώ ;» ηρώ¬
τησεν ό γέρων, ένώ ήτοιμάζετο νά νιφθφ
«βά κοντεύονν έπτά ύποθέτω» απήν¬
τησεν δκείνη.
• Παρά τέταρτο ! «εβεβαίωσεν ά πό τοϋ
παοακενμένου δωμάτιον μέ Ρραχνήν φω¬
νήν ό νίός, έχων την μανίαν νά βλέπη,
μόλις Λθελεν έξνπνήσει ι ό ωρολόγιον τον.
«Έπαρακοιμηθήκαμε, βλέπεις, Ιΐανάγο
μόν ! » επανέλαβε μειδιώσα ή γννή. «Κα-
λοκαϊρι είνε ... ζέστη κάνει... δονλειά δέν
εχονμε. .
— 'Αλήθεια, λές καΐ'μένη» απήντησε
περιλύπο>ς ό κνρ Πανάγος· .δονλειές τί-
ποτα .. τόρα δέν είνε καθόλην δονλειές...
ϊτό μαγαζί δέν πατεϊ ψυχή ... ή έποχη
Ρλίπεις. Δέν έπαραργήσαμε δμως· έπτά
ώρες παρά τέταρτο, μμ ! »
Καί ήρχισε νά νίπτεται, σαπωνίζων επί
μακρόν τος χείρας καί βρέχων άφθόνως
την κεφαλήν καί τόν λαιμόν, ώς έσννεί-
θιζε πασάν πρωίαν, γεμίζων τόν κόσμον
νερά, τσάφα καί τσούφα, ώς ίλεγε πάν-
τοτε παραπονονμένη Λ νπηρέτρια.
«Καλέ τό κεφάλι σου ΰε πονεϊ;» τόν η¬
ρώτησεν ή κνρία Μαριγώ, ή όποία δέν
δβλεπεν είς ώραν καλήν αυτήν την ψυ-
χρολθυόίαν.
■Όχι δόξα σοι ό Θεός καθόλου.
— Άμγιατί βρέχεθαι ετσ"ι ΐ'
— Δροσ-ίζονμαι- αφη(?έ με καϊ δροο-ίζου-
μαι...
— Καλά, καλάη
Καί καμμία έξήγησις πάλιν. Σιωπηλός
καί σύνοφρνς ό γέρων εξηκολουθεί την
καθημερινήν τού άμφίεσιν, φορών τό λι-
νόν τον γιλέκι καί τό λινόν τού σακάκι,
έν φ εσ"κέπτετο περί των μικρήν πρωϊ-
νών ύποθέσεων τον μαγαζείου τον, τό ο¬
ποίον θά είχεν άνοίξει βεβαία ό έκεΐ κοι-
μώμενος ύπηρέτης καί θά εδέχετο τούς
συνήθεις πρωϊνούς αγοραστάς. Γρήγορα,
γρήγορα ' νά τρέξη, άδελφέ καί νά πάη!
Ειμπορεί νά τύχη τίποτα ποϋ νά μην
ήξεύρη ό μικρός. Ήτο χρεία νά χίνε πα-
ρών... Καί Λρπασε την μαύρην τού ψάθαν
καΐ ήρχισε νά την Οκουπίζη βιαθτικά
βΐαΰτικά... ' '
• Μητέρα, θά βγονμε Οήμερα περίπατο ;»
ηρώτησεν άπό μέσα ό υιός.
«"φησε νά ιδούμε, μττορεϊ
— - Περίπατο; » έπανέλαβεν εκπληκτος
ό κνρ Πανά^ος. «Σήμερα περίπατο; κάθε
μερά περίπατο δέν τόν βαρεθϊικατε ;
— -Ναί, σάματι βγήκα χθές» είπεν ή
κυρία Μαριγώ. «'Ακοΰς έκεΐ !
— Ας ήθελε 6γής· ποίος σοΰπε νά μή
βγής. Είνε σήμερα μερά γιά περίπατο;
— Νά μή 5έ μέλη ο"ένα πότε θά βγώ
καί πότε δέ θά βγώ. Σονπα νά με ο"υνο-
δεύο"ης; Μέ τό γυιό σον βγαίνω, μέ κα-
νέναν ξένο δέ βγαίνω. Τί. πώς θανε κό-
σμος τάχα δέ θέλεις νά φανώ ;
— "Οχι, καλέ, εβγα σάν θέλης.,. δβγα.
— Άμ θά θε ρωτήσω ;
ΊΙ βιαστική και ακακος λογομαχία εξη¬
κολουθεί άκόμη, χωρίς καμμίαν συννενόη¬
σιν, δταν εισήλθεν ή ύπηρέτρια κρστοΰσα
επί δίσκου δύο μικρά κύπελλα καφέ
«"Ελα, ελα, κορίτσι, μου καί βιάζομαι.
Θά πάω κηόλα στήν άγορά γιά νά ψωνίσω.
— Καί τί νά ψωνίσης ; Ι ραπέζι εχεις τό
βράδυ ; »
Είς τόν λόγον τοντ"ν, δννάμβνον νά
προκαλέση πολλάς έξηγήσεΐς, δέν απήν¬
τησεν ό γέρων, ίτροσέχων τόρα είς τόν
καφέ ποϋ τοϋ προσεφέρον καί έκπλησσό-
μενος πάρα πολν.
«Τ' εϊν' αϋτά ; » άνέκραξε· «Γιατί λοι-
πόν ετΰι ;
— Τί;
— Γχατί, κορίτσΊ. μόν, χωρίς βούτημα
καί σέ τέτοιο φλυντζάνι. Πώς ; γάλα δέν
πήρες ; Γίδια δέν επέρασαν ; »
Τόρα ή σύζυγός τοιι άπέμεινεν εκπλη¬
κτος. Έπεφάνη δέ είς την θύραν ό υιός
νά ίδη τί εσήμαινε πάλιν αντό τό παρά¬
δοξον. " λλά την σιγήν βλνσεν ή νπηρέ-
τρια μέ όλην της την χωρικήν αφέλειαν :
«Άφεντικό, τοίγαρης είνε αύγή ;
— Καλέ πατέρα, πρωΐ θάρρεψες πώς
είνε ; » άνέκραξε καί ό νέος. «Χαρά στδν
ΐΐπνο ποϋ έκανες ! ... Μπά ! μπδ καλέ σύ
φόρεσες καί τα καθημερινά σον ... Κνρι-
ακή άπόγευμα χά, χά, χ8. ! σέ καλό ο"ου
ή άφηρημάδα! »
Ό γέρων έστράφη ένεός πρός την σύ¬
ζυγον τού... Δέν 6λεγε λέξιν έκείνη, κα-
ταληφθεϊσα υπό νευρικόν γέλωτος παρα¬
τεταμένον, ό οποίος την έρριψεν επί τής
κλίνης λελνμένην Τόρα ένόει καί έπε-
ξήγει όλας τάς παραδόξους λεπτομερείας
τής άφνπνίσεως έκείνης καί έφ' δοΌν ε¬
νεθυμείτο μίαν μίαν, ό γέλως της παρε-
τείνετο, παρετείνετο...
Ή μνήμη επανήλθεν 'άμέσως είς τόν
γέροντα. "Ερριψεν 6ν βλέμμα διά τοϋ πα¬
ράθυρον πρός τόν ήλιον καί τόν εϊδε πρός
την δύσιν, ^δοκίμασε, την μάλλον εύφρό-
σννον έκπληξιν τής ζωής τον. ΤΗτο Κν-
ριακή άπόγενμα, βεβαία. Ά, τί καλά, τί
καλά! Καίέσταυροκοπεϊτο, καί έγέλα καί
τούς έβλεπεν δλονς έκεΐ-μέσα γελωντας,
φαιδρούς, μέ μίαν χαράν παράδοξον μθ-
ναδικήν...
■ 'Ελα καί κόντεψα νά χάβω τδ κεφάλι
μόν» άνέκραξεν επί τέλονς ή κνρία Μ α-
ριγώ.» Βγάλε αύτά τα παληόρουχα κοΛ
οιγυρίζου.
Ναί, ναί, αύτό θά ίκαμνε καί έκεΐνος.
'Απέθηκε τόν μαύρον καφέν τού επί τοϋ
τραπεζίου καί καθήσας είς τό χεΐλος τής
κλίνης ήρχισε νσ πετρ μακράν τού τα
παλαιά υποδήματα καί την κηλιδωμένην
περισκελίδα κσί τα λινά φορέματα... Διαρ-
κές μειδίαμα έφαίδρυνε την αγαθήν τού
λευκότριχα μορφήν. "Α, ό^ι δέν ήτο ά-
κόμη Λ πρωΐα τής Λευτέρας καϊ τής ερ¬
γασίας. Ύ'πελείποντο ώραι πολλαί ανα¬
παύσεως Λτοιμαο"μένης, δουλευμένης, τάς
οποίας ενόμισεν έξυπνών παρελθούίΐας,·
χαθείσας... Μέχρις ου ήθελεν υποβληθή ό
εργατικάς οίκογενειάρχης είς την ^άσα-
νον τής δευτέρας, είχεν άκόμη ν' άπο-
λαύση ενα ωραίον περίπατον δειλινόν μέ
τα καλά τού φορέματα τα μαϋρα, μέ τούς
φίλους τού, μέ μουσικήν, την οποίαν η-
γάπα διά τόν κόσμον ποϋ συνήθροιζε καί
μέ παγωτά, τα όποΐα ήγάπα περισσότε¬
ρον άπ' ολα. Είχεν άκόμη εν δείπνον ή¬
συχον καί μετά τουτο άργά ύπνον πάλιν
μακρόωρον κηί ράθυμον... ΤΛ, πόσον ήτο
εύτυχής καί εύχαριστημένος... Καί άς γε-
λοϋν οί αλλοι μέ την άφηρημάδαν τού,
καί άς δηιγοϋνται τό πάθημά τον...
"Ηκουσα συχνάκις νά ομιλώσι περί χρό
νού κερδηθέντος καί άνέγνο>σα πολλάς
συμβουλάς ηθικοφιλοσόφων καί μεθόδους
επί τοϋ τοιούτου κέρδους. Πλήν ολα μοΰ
εφάνησαν λόγοι κενοί, μάταιαι καί ψ,ευ-
δεϊς θεωρίαι, άστοχοϋσαι τοϋ πρακτικοϋ
τέλονς. '() χρόνος, ίλεγα, παρέρχεται τα-
χύς καί άνεπίσ"τρεπτος καί. άσύλληπτος,
ομοίως καί διά τούς έργαζομένους καί διά
τούς άργούς, διά τούς ο"ωφρονοϋντας καΐ
διά τους άαώτους, διά τούς πρακτικούς
καί τούς Οεωρητικούς' οϋδ' έγνώρισα μέ-
χρι τούδε τρόπον Ικανόν νά τόν κερδίση
κανε'ις ϊι καί νά τόν χάση. Ποίος δμως
θάρνηθή δτι ό μηνός τρόπος ενυπάρχει
είς την τοιαύτην έκ τοϋ ϋπνου πλάνην
καί ότι ό γέρων μου δέν εκέρδισε τφ δντι
πραγματικώς μίαν δείλην, μίαν εσπέραν
καί μίαν νύκτα ;
ΓΐΊΙΓΟΗΟΪ Ξ
'ΣΤΑ ΦΩΤΑ
ΕΛΑ •••ΆΣ ΤΑ ΦΤΕΙΑΣΟΥΜΕ
Οταν έμπρός αου ό κόσμος τό κε(ράΛι
εγερνε ταπεινό καϊ προΰκννοϋσε,
]/,' έπίθυμ,οά καί μ' άνοιγμίνη άγκάΛη,
έσέ, τό νέο Μεσία, ποϋ καρτεροΰσε,
Τ' άγροα στοιχεια κ η μανρ'η άνεμοζά2η
νά μονγγρίατ μποστά οον ΰέν το.Ιμονσε'
τό μαπίύμένο κνμα άγάΛι γάΛν
νά γα.Ιηγεΰγι ό άνθρωπον θωροϋΰε.
Μα τώρα ποϋ ό θνΐ]τό; τό βΐε'μμα νψόνει
κι' άδιάκοπα τη ακε'ψι βασανίζει
πόθεν βγαίνεί τό ^ώθ ποϋ τονε ζώνει,'
ΓαΛήγΎ πΛειά ή ματιά σον δέ σκορπίζει,
ποϋ τα στοιχειά τα άγρια νά ήμερών-β,
καί τό κϋμα τά πόόια σον μονγγρίζει.
Στέφανος Μαρτζωκησ
Κάτω έκεΐ 'ς τ' ό,νθισμένα Λείβάδια
παί^ει ό ζ,έφνρος δ.Ιος χαρά,
γύρω βόσκονν, χιονάτα κοπάδια
καί κνΛοννε δροσάτα νερα.
Μνρι' άηδόνία την τόση 'γα.Ιηη)
γΧνκοψάΙΙοννε ψεσ ςτά κ.Ιαόοά,
καί τα ρόδα μι.Ιοννε καί οί κρίνοι
μέ μιά γ.Ιώσσα, γεμάτη εύωάιά.
'ΕΛα, (ρως μόν, ζαστΰτζησε τώρα
δσο μΊσοο, κρατεϊς μυστικό,
η μοϋ φταΐς, τ σον ρταίο>, τΛθε ι) ίόρα,
νά γνρίσωμε ρνΛΛο Λενκό.
Λ'ί,' ετσι, πειά Λησμονωνταζ τόσο άχτι,
πάΛι ό έρως μας, μι ά'.Μ'η ψορϊι,
σάν τό φοίνικα μεα άφ τη στάχτη
θε υ' άπΛώαη καινονρυα ρτερί.
Δ. Ι. Μαργαρησ.
τόν παράδοξον εκείνον νέον,
όστις ώνομάζετο Ρενέ δέ Βουρνεδάλ.
> "Αν καί ολίγον μελαγχολικοϋ χαρα¬
κτήρος, ήτο εντούτοις άξιαγάπητος, όπα-
θός τοϋ δηκτικοϋ έκείνου σκεπτικισμοϋ,
τού έτοίμου πάντοτε νά έξουδενώση διά
1»άς μόνης λέξεως πάσαν κοινωνικήν ύ-
ποκρισΐαν.
Εϊχε δύο άδελφούς, τοϋς όποίους δέν
ίδλεπε ποτέ, τούς κ. κ. δέ Κουρσίλ. Ώς
έκ τής διαφοράς των όνομάτων των, ύπέ-
θετον ότι ό Ρενέ ήτο τέκνον έξ Άλλον
γάμου. Πολλάκις είχον άκούοβι ότι κάτι
τι μυστιριώδες εκρυπτεή οίκογένειά τού,
ουδέποτε δμως μοί έδωκαν λεπτομέρειαν
τίνα επί τούτου. *
Ό νέος αύτός μοϋ Λρεο"κε πολύκαίδέν
Λργησα νά συνδεθώ στενώτατα μαζή τού.
Μίαν εσπέραν μετά τό δείπνον— είχομεν
δειπνήσει'μ,αζή—τόν ηρώτησα όλως διό-
λου τυχαίως : «Είσθε άπό τόν πρώτον ϊχ
άπ6 τόν δεύτερον γάμον τής μητρός ΰας;-
Τόν είδον νά ώχριάσι,ι ολίγον, είτα νά
κοκκινίσι^.· ίμεινε δευτερόλεπτά τίνα χω·
ρίς νά είπη λέξιν, προφανέύτατα στενο-
χωρημένος. "Επειτα μέ δν μειδίαμα με-
λαγχολίκόν καί γλυκύ, μειδίαμα τό οποίον
όυνίΐθέστατα δφερεν είς τα χέΐλητου, μοΰ
εϊπε : «Φίλε μου, άν δέν ^αρύνεο-αι ν' ά-
κούΛης, θά σοϋ διηγηθώ μερικάς περιέρ-
γους λεπτ'ομερείας περί της καταγωγής
μου. Είσαι έξυπνος άνθρωπος καί δέν πι-
στεύω νά τάς παοβΕηγήσεις· έν έναντία
περιπτώσει δέν έπιθυμώ καθόλου πλέον
νά οέ έχω φίλον..
Ή μήτηρ μόν, κυρία δέ Κουρσίλ, ήτο
γυναΐκα δειλή, μά πολύ δειλή, ό δέ Ούζυ-
γός της την είχε νυμφευθη μόνον καΐ μό¬
νον διά τίιν περιουσίαν της. 'ΐί ζωή της
όλόκληρος ήτο μαρτύριον πλήρης άγά-
πης, ατολμίας, λεπτότητος, δγινε θϋμα
τής ν:ακοτροπίας έκείνου, όστις ώφειλε νά
ήτο πατήρ μου, ενός άπό τούς χονδροει-
δεΐς έκείνοΐίς άνθρώπονς, τούς όποίους
όνομάζουν δρχοντοχωριάτας. "Ενα μήνα
μετά τόν γάμον τού συνέζη μέ μίαν υπη¬
ρέτριαν. Έκτός αυτής είχεν ώς έρωμένας
τάς συζύγους κο,ί τάς θυγατέρας των ένον-
κιαϋτών τόιν ύποστατικών τού· όλαι δ¬
μως αύται αί έρωμέναι δέν τόν Ιμπόδισαν :
ν' άποκτιχσι^ καϊ άπό την νόμιμον σύζυ¬
γον τού δύο τέκνα· θά σάς έλεγον τρία,
αν έβαζα καΐ τδν εαυτόν μου. Ή μήτηρ
μου δέν έλιιγε τίποτε· έζη είς την θορυ·
6ώδη εκείνην οικίαν ο"άν τα μικρά ποντί-
κια ποΰ χώνονται κάτω άπό τα Βπιπλα.
Έξηφανΐΰμένη, χαμένη άπό τόν κόσμον, ·
παρετήρει τούς άνθρώπους μέ τα άνή-
ϋνχα καί φωτερά μάτιατης, τάμάτιατης **
τα άεικίνητα, τα φοβισμένα της μάτια. '
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ
Ήτο ώραία έν τούτοις, πολύ ώραία, κα-
τάξανθη· τό ξανθόν χρώμα των μαλλιών
ΐης είχε τι τό ΰπόφαιον, ώς νά είχον ξε-
6άι['ει καί αύτά υπό τόν φόβον της τόν
παντοτεινόν
Μεταξύ των φίλων τοϋ κ. δέ Κουρσίλ
οί όποΐοι ήρχοντο ο"υχνά είς την έπανλιν,
Λτο -κ,αΐ £νας άρχαϊος άξιωματικός τοΰ ιπ¬
πικαί/, χήρος, ανθρωπος έπίφοδος- τρυφε-
ρός ,καί συγχρόνως παράφορος. ίκανός νά
συλλάδη καί νά εκτελέση τάς πλέον επι¬
κινδύνους άποφάςϋις, ό κ δέ Βουρνεδάλ,
τοϋ όποίου φέρω τό όνομα. Ήτον ώςέκεϊ
πάνω ψηλός, μέ μεγάλα όλόμαυρα μου-
στάκια. 'Ο Λνθρωπος αύτός.'είχε διαδι-
βάσι,ι πολλά καί έσκέπτετο πολν διαφο-
ρετικά άπό τ,ούς'&λΛθνς τονς συναδέλ-
φους τού. Ή μάμμη τού ήτο φίλη τοΰ Ρον-
σω καί φαίνεται δτι έκ της φιλίας έκεΐ-
νης θά είχε καί αυτή, κατι κληρονομήσει.
Είξευρεν έκ βτήθους τό Κοινωνικόν
Συμβόλαιον, την Νέαν Έλοιζαν
κηί δλα έκείνα τα βιδλία τα όποΐα πρό
τόοΌυ χρόνον προητοίμασαν την μέλλου¬
σαν συγκλόνησιν των άρχαίων συνηθειών
μας, των προλήψεών μας, των παραγε-
γραμμένων νόμω'ν μας, της μωράς ήθι-
κής μας·
Ήγάπησε, φαίνεται, την μητέρα μου
και τόν ήγάπησε- καί αυτή. Ή σχέσις των
έκείνη ίμεινε τόσον μυστικη, ώστε κανείς
ποτέ δέν την υπωπτεύθη. Ή δυστυχι-
σμένη γυναΐκα προσκολληθή είς αυτόν
μέ εν είδος άπελπισίας και επήρε όλας
τάς σκέψεις τού, τάς θεωρίας τού περΐ
ελευθερίας αΐσθημάτων, τάς τολμηρας
τού ίδέας περί έρωτος μή ύποκειμένου
είς δεύμούς· άλλ' έπειδή ήτο πολύ δειλη
καί όέν ετόλμα νά ομιλήση, όλαι αύται αί
σκέψις συνκεντρώθησαν καί εμαζεύθη-
ο*αν μέσα είς την καρδίαν της, ή όποΐα
δέν ήνοιξε ποτέ.
Οί δύο μου άδελφοί της έφέροντο σκλη-
ρότατα, απαράλλακτα όπως ό πατήρ μου,
δέν την έπεριποιοϋντο ποτέ, καί, συνειθι-
σμένοι νά τίιν βλέπουν £τστ παρηγκωνι-
3μένην, την μετεχειρίζοντο επάνω κάτω
ώς υπηρέτριαν.
"Ημην ό μόνος έκ των υίών της, ό ό
ποίος την ήγάπΛθ·βν άληθινά καί τόν ο¬
ποίον ήγάπηΰε κ' έκείνη. Απέθανεν.
"Ημιιν τοτε δέκα όκτω έτών. Όφείλω να
προαθέσω,διά νά έννοήσετε τα όσα βα σάς
διηγηθιώ,ϋτι ό σύζυ>ος της εϊχε προικισθτϊ
δυνάμει δικαο"τικοΰ συμ^ουλίοι , ότι είχεν
έκδοθΛ απόφασις χωρισμόν των ιτταρχόν-
των πρός όφελοι; τίΐς μήτρος μου, Λ ό
ποία, χάρις είς τΐιν ελαιΐτικοτιιτα τού
νόμον καί είς ΐιιν αφοσίωσιν ενός συμ-
όυλαιογράφοι , εΐ;νεν επιφυλάξει το ίικαι-
ωιια τοϋ να κιίμτι τίιν .ίιαθιικην της όπως
Ί ' ϋν μδολαιο ιίριίφιις Λοιπήν ί,ε.εϊνος μας
είδοτΐοίηϋεν ότι εΐ'ρίσκετο είς χείρας τοΐ'
η διαθηκιι τής μητρός μας. καί μας προΛ-
εν-Λλεϋε νά παρβυμεθώμεν είς την άνά-
γνοΐιΐιν.
Τό ενθυμούμαι ώο"άν νά ίτο χθές. Ήτο
ΰκηνη μβγαλοπρβπής, δραματικη, κωμική
σνγχμόνως, ι'νναμπάζονσα, σκηνη, ή ή
ποία έξετυλίσ.'ετο εκεΐ πρό των ό.^Οαλ-
ιιών μας διά τη· μβτά θάνατον έπαναστιή-
σεως της μητρός ιιον, διά της κραυγής
της ελευθερίας, διά της απαντήσεως των
δικαιωμάτων τής μάρτυ'ρος έκείνης, την
όποιαν κατεπίεΰαν τα ηθη της έποχης
μας καθ" όλην την ζωήν της, καί η ό-
τίοία άπό τοϋ κλειο"τοϋ φερέτρου της ε¬
πεκαλείτο άπελπιο"τικώς την ανεξαρτη¬
σίαν.
Ό νομιζόμενος πατήρ μου, ανθρωπος
χονδρός, αίματώδης, ποϋ έκ πρώτης ό-
φεως τόν έξελάμδανες κρεωπώλην, καί οί
άδελφοί μου, δύο ηαλληκαράδεςεΐ-
κθί3ι καί βϊκοοΊ δύο έτών,.επερίμεναν Λ-
ο"υχοι είς τα καθίσματά των. Ό κύριος
Βουρνεδάλ, προσκληθείς νά παρευρέθη
καί αύτός, εισήλθε καί ετοποθετήθη όπι¬
σθεν μου. ΤΗτο Οφιγμένος μέ την ρ ε δ ι γ-
γ ό τ α ν τού, χλωμός, καί έδάγκανε συ-
χνά τόν μύστακά τόν, τόν ιί'αρόν πλέον
μύστακά τού. ©ά έμάντευε βεβαίως τί
έμελλε νά συμβή..
Ό συμβόλαιογράφος έκλείδωόε την θύ¬
ραν καί ήρχισε την ανάγνωσιν,άφοϋ προη¬
γουμένως έΰχισεν ενώπιον μας τόν φά-
κελλον, ό■ οποίος ήτο έσφραγισμβνος μέ
κόκκινον βουλοκέρι, καί τοϋ οποίον ήγνόει
τό περιεχόμενον.
Αίφνης ό φίλος μόν έσιώπηθεν, ηγέρθη,
είτα δλαδεν άπό τό γραφείον τον παλαιόν
τίνα χάρτην, τόν έξεδίπλωσε. τόν ησπά-
σθη παρατεταμένως καί έπανέλαβε—Νά
η διαθήκη τής άγαπητής μόν μητέρας =
«Ή ύποφαινομένη Ματθίλβη δέ Κρουα-
λής, νόμιμος σύζυγος τοϋ Ιωάννου δέ
Κουρσίλ, ϋγιης σωματικώς καί πνευμα¬
τικώς εκφράζω ενταύθα τάς τελευταίας
μου Θελή0εις.
Ζητώ συγγνώμην πρώτον άπό τον Θεόν
καί ύστερον άπό τόν προσφιλή μόν νίόν
Ρενέ, δι" ό,τι μέλλο νά πράξω. Πιστενω
ότι ό υιός μου, ίχει αρκούντως μεγάλην
καρδίαν διά νά μ' έννοήση καί νά μέ σνγ-
χωρήση 'Τπέστην πολλά καθ" όλην μου
την ζωήν. Ό σύζυγός μόν μ' έννμφυύθη
διά λόγονς χρηματικούς, έπειτα μέ περι-
εφρόνηϋε, μέ παρεγνώρισε, μέ ήπάτηθε.
Τόν Ονγχωρώ, άλλά δέν τοΰ όφείλω τί-
ποτε.
Οί μεγαλείτεροι νίοί μου' δέν μέ ήγά-
πησαν καθόλον, δέν μ' έθώπενσαν καθό-
λου καί μόλις καί μετά ^ίας μέ μετεχει¬
ρίζοντο ώς μητέρα τω,ν.
"Ι.καμα δι" αύτονς καθ" όλην μου την
ζωήν ό,τι έπρεπε νά κάμω- δέν τοΰς ό¬
φείλω πλέον τίπητε. μκτά τόν θάνατόν
μόν. (ΐ δεσμοι τοΰ αΐματος δέν ύφίσταν-
ται ανευ τής διηνεκοϋς, τής σταθεράς,
της Ιερας άφοσιώσεως. Τίος άχάριστος
είνε χειρότερος άπό ξένον είνε £νοχος,
διότι δέν έχει τό δικαίωμα νά είνε άδιά^
φορος πρός την μητέρ'α τον.
"Ετρεμον πάντοτβ πρό των άνδρών,
πρό των άδίκων νόμων των, πρό των ά-
πανθ'ρώπων ήθών των, πρό των άτίμων
προλήι|;εων. Ενώπιον τοΰ Θεοΰ δέν φο-
δοϋμαι πλέον. Νεκρά, άπορρίπτω άπ'
έμιοΰ την έντροπαλήν ι'ιποκριϋίαν τολμώ
νά είπω την σκέτιν ιιόι, νά όμολογήσω
καί να ί'πσγρόΐ'ο) τό μι·στικόν τής -καρ¬
δίας μου .
'Αφινω λοιπόν την. νομην τοΰ μέρονς
τής περιουσίας μου, τό οποίον ό νόμος
μοΰ έπιτρέπει νάδιαθέσω, είς τόν φίλτα-
τόν μόν έραστήν Ιίμωνα Βουρνεδάλ, επί
τώ όρω νά επανέλθη αυτή κατόπιν είς
τόν όγαηητόν μας υϊόν Ρενέ.
Ή θέλησις αυτή είνε πρός τούτοις δια-
τετυπωμένη άκριδέστερα έν ο"νμδολαιο-
γραφικω έ,γγράφω.
Καί, ενώπιον τοΰ υπερτφτον Κριτον,
όστις μέ ακούει, διακυριίττω ότν ήθελον
καταρασθή τόν ουρανόν καί τήγ ζωήν
ι^ιου, αν δ"έν σννήντων την αγάπην, την
βαθείαν, την άφωσιωμένην, την τρνφεράν,
την ακλόνητον αγάπην τοϋ έραθτοΰ μόν,
&ν δέν ένόουν είς τάς άγκάλας τού ότι
ό Δημιουργός έπλαΰε τα όντα διά νά ά-
γαπώνται', νά νποδοηθοΰνται, ν' άλληλο-
παρηγοροϋνται καί' νακλαίωσι μαζή είς
τάς ώρας τής πικριας των.
Οί δνο μεγαλείτεροι νίοί μου έχονοΊ.
πατέρα τφν τόν Κουρσίλ, ό Ρενέ μόνον
χρεωστεί την ζωήν τού είς τόν Βονρνε-
6άλ. Παρακαλώ τόν Θεόν, τον κύριον των
άνθρωπων καί τού πεπρωμένου των να
θέσ^ι υπεράνω των κοινωνικών προλη-
ι|/εων τόν πατέρα καί τον νίόν, νά τοΰς
κάμρ ν' αγαπωνταχ μβχρι θανατον των
καί νά μ' άγαπώσιν εμέ καί έν τώ τάφ(ρ
μόν άκομη.
Αύτη είνε ή τελευταία μόν σκέψις κ οί
η τελενταία μόν έπιθνμία.
ΜανβίΛόη όϊ ΚρουαΛνς».
Ο κ Κονρόίλ ηγέρθη καί εφώναξε : «Αύ¬
τη είνε διαϋηκιι τρί,λλης ' » Τοτβ ό πα¬
τήρ μου, ό Βονρνεΰάλ, έκαμεν εν Βήμα
και είπε μέ φωνήν δννατην, μέ φωνήν α¬
πότομον : ■ 'Εγώ, λίμων Βονρνεδάλ, δια-
κηρύττω ότι τό έγγραφον αύτό περιέχετ
την ξηράν αλήθειαν. Εϊμαι πρόθνμος νά
την νποστηρίξω ενώπιον οιονδήποτε, καί
νά την άποδείξω μάλιστα διά των έπιστο-
λων τας οποίας έχω.
Τότε ό Κουρσίλ ώρμησε πρός αυτόν έ-
νόμιζα πώς θ' άρπαχθοϋν άπό τόν λαι¬
μόν.; "Εστάθησαν έτσι, ψηλοί καί οί δύο
.των, χονδρός ό δνας,- λεπτός ό άλλος·
έτρεμαν. 'Ο σύζυγος της μητρός μου εψι¬
θύριζε τραυλίζων : «Κίσθε δθλιος ' .. ό Λλ-
λος απήντησε μέ τόν αυτόν ξηρόν καί
άγριον τόνον . Θά τα βροΰμε άλλοϋ, κύ-
ριε. Πρό π'ολλοϋ θά σάς είχα ραπίσει καί
προκαλέσει, άν δέν έφρόντιζα πρό παν¬
τός ΰλλου, έν όσω έζη, διά τίιν ησυχίαν
τής δυστυχονς έκεινης γυναικός, την ο¬
ποίαν έκάματε νά υποφέρη τόσον πολύ».
"Κ.πειτα έστυάφιι πρ^ς εμέ: «Εϊσαιυίός
μου. Θελεις νβ μέ άκολ.ουθήσης ; δέν έχω
τό δικαίίομα .νά ϋί κρατήσω μαζη μόν,
άλλά τό λαμδάνω τό δικαίωμα αύτό αν
θέλίΐς ι1ύ νά ξλθης..
Τού ίσφιξα τό χέρι χωρίς νά τοϋ άπιν-
τι'ισω. Καί εξήλθον μαζή. "Ημην βεβαίως
κατά τα τρία τέταρτα τρελλός. Μετά δύο
ημέρας ό πατήρ μου, .ό Βουρνεδάλ, έφό-
νευσε είς μονομαχίαν τόν κ. Κουρσίλ. Οί
άδελφοί μου, μέ τόν φόβον μή νποκΐνή-
ο"ουν ο"κάνδαλα, έσιώπησαν. Τοίς παρε-
χώρησα καί τό έδέχί»ησ"αν. τό ήμισυ τής
περιουσίας ποϋ μοΰ αφήκεν ή μήτηρ μου
Κπηρα τό όνομα τοϋ άληθινοΰ πατρός
μόν, άπορρίψας έκ«ϊνο,τό οποίον μοϋ έδι-
δεν ό νόμος, καί τό οποίον δέν ήτο Ι',ϊι -
κόν μου. Ό Βονρνεβάλ απέθανε πρό πέντβ
χρόνων. Δέν εϊμπορώ άκόμη νά παρηγο-
ρηθώ.
Ηγέρθη, έκαμεν ολίγα βήματα, καΐ το-
ποθετηθείς άπέναντί μου ·ΑΙ! μοΰ εΐπε,
λέγω ότι ή διαθήκη της μητρός μου είνε
δ,τι ώραιότερον, δ,ττ νομιμότερον, δ,τι
ιιεγαλοφρονέστερον εΐμπορεΐ νά. κάμη μία
γυναϊκα. Δέν τδ νομίζεις καί σύ; »
Τφ έτεινα καί τάς δΐΌ μου χείρας : «Ναί,
βεβαίως, φίλε μόν» τώ απήντησα.
(Καΐ« τόν Ουγ άβ Μβυρ&ϊβαηΙ)
...Ω
ΤΑ ΕΛΑΒΕΝ ΟΠΙΣΩ
ϊρίθίί, ή δέ κόρη εΛεγε δίδονσα αύτω
μικρόν δέ:ια : α Έδω, κύριε. είνε όΛα τα δωρα
όσα μόν εκαμες μέχρι τονδε. Τώρα πλέον ότε
πασά μειαζν μας σχέσις διεκόπη, δέΎ πρέπει
νά 'ε'χω κανέν πραγμα, τό οποίον νά μόν ε'νθυ-
μίζτ) τό άγόΐβογ παρεΛθονη.
ν'Έχεις δίκαιον, όεσποινίς,Β απήντησεν ε'κεΐ-
νος *νομίζω όμυ>ς τι πρίπει χαί έγω νά σΐίς
επιστρέψη δσα δωρα μοί εχαματεα.
β'£)*ώ δεν σΐίς εχαμα κανέν δωρον, εΎθυμον-
μαι κα.1~>ς».
«Πως', μόν εχάματεα.
«Κύριε, έγώ ; »
«Άγαπητή μόν» νπέΧαβεν έχιΪΥος μετά ποία/;
τινος συγχινήοεως «ΐά δωρα αιινα μοί εχάματε
είνε άνεχτ'ιμητα ! θά μόν σπαράζονν τ>)ν καρ¬
δίαν ΰταν τα επιστρέψη, δεν εχω τό θάρρος νά
τό χάμωη.
«Λάβετε Λοιποί, κνριε, η}ν καλωσύνην ^ά μοί
ιϊπητε τί πράγματα είνε αντά περ'ι των οποίων
μοί όμιλεΐτε ;»
·'£ννοώ, 'τά φιΧια τα όποϊα μόν εδωχες ! ΔΙν
άνήκονν είς έμ'ε τώρα. Είνε χρέος μου νά τα
ε'πιοτρε'ψίιί. Σνγχώρησόν με, άγαπη μου, άΛΛά...
δεν δύναμαι νά φνγΐύ χωρίς. ..β
α"Ω, φΊΛτατέ μου ! »
"Οτε δέ τό ίύροΧόγιον της πόΑειύς εσήμαινε τ-ην
ένδεκάτηγ ζ7}ς ννχτόο και επί τρείς ωραο κατό-
πιν, ό Γεωργιος άχόμη ζά επέστρεψεν.
Γ. Π. Π.
Η ΑΕΙΛΗ ΦΑΔΗΡΟΠΟΥΑΑ
ί—"^ ημέτερος καλλιτέχνης κύρτος Γεώρ-
^ Βροϋτος επεράτωσε κατ' αύτάς
{Ιγολμα όπερ έπενόμασεν ο'Π
Δειλή Φαληροπούλα.
ΙΙαρθένης δέκα όκτώ 6ως δέκα ένέα
έτών εΙο"έρχι;τατ είς τό λουτρόν καϊ έκ-
δύεται ίνα ριφθχί είς την θάλασσαν. Έν-
νοεϊται, δτι ή τέχνη ανωτέρα της αιδοϋς
δέν έπιτρέπβχ είς τόν καλλιτέχνην ν ά πε-
ριδάλη τό παρθενικήν πλάσμα τής φαν-
τασίας τού διά τής ένδυμασίας τοϋ λου-
τροϋ, τής οποίας αί πτυχαί, καλυπτουϋαι
καϊ δυθμορφοθσαι πολλαχοϋ τάς γραμμάς
τοϋ σώματος, Λκιστα θά σύνοδον πρός
τόν σκοπόν τού.
Ούτω λοιπόν γυμνη κατέρχεται τάς
(ίαθμίδας μέχρτ τής τελευταίας κα έγγί-
ζει τό άκρον τοϋ ποδός είς την θάλασσαν,
τής οποίας ή ψυχρότης άφ' ενός και η
άγρία θέα άφ' ετέρου έπιδρώϋιν αίφνηδίως
επί τής δειλής φαντασίας της, καί η κό-
ρη διά μιας κινήσεως όλως φυσικής, ζη¬
τεί νά όπισθοχωρηση, άλλά μη δυνηθεϊσα
δνευ περιστροφής τοΰ σώματος ολοκλή¬
ρου, κάθεται επί τής πρώτης βαθμίδος,
στηριζομένη διά των χειρών, μη κάι
ήκουσίως της παρασνρθ'ξί καϊ τολμήση έκ
δευτέρου την κατάδυσιν.
Ίδοϋ η δλη ίστορία τοϋ άγάλματος,
τό οποίον δμπνευσις άδρά ουνέλαδε καϊ
ο"μίλη άδροτέρα εξετέλεσε. '
Τό πάν ένέκειτο είς την άναπαράστα-
σιν τοϋ αΐφνηδίου συναισθήματος, καϊ
πρός τουτο δύο μέσα παρείχον-ί'ο είς τόν
καλλιτέχνην : Τι δι' εντάσεως των γραμμών
τοϋ προσώπου καί των μυϊκών γραμμών
τοϋ σώματος ν6 ζητήση έν τή κινήσει
την άναπαράστασιν τής δειλίας, ϊχ νά
ζητήση αύτην απλώς καί μόνον έν τή
έκφράσει τής μορφής· τό πρώτον μέσον
βϊνε αληθέστερον έν τή φύσει, τδ δεύτε¬
ρον άβρότερον έν τιξί τέχνη. Καί τό δεύ¬
τερον τουτο μέσον προετίμησεν ό κ.
Βροϋτος.
Ή κόρη Λνευ ωρισμένου σκοπόν, ανευ
ωρισμένης τινος σκέψεως, Ισως δέ καϊ ά-
κουόίως, κλΐνει έλαφρώς πρός τα δεξιά
την κεφαλήν καί τό ρλ,έμμα της άορΐστως
άτενίζει πρός τδν πόντον. Είνε τόσον.έ-
λαφρά Λ συγκίνησις, ωστε ούδ' ή ελαχί¬
στη ρυτίς περί τάς όφρϋς, ούδ' ή ελαχί¬
στη κάθιδος γραμμών περ'ι τοϋς οφθαλ¬
μούς δηλοί την ταραχήν της. Μόνον δέ
έν τφ βλέμματι, άμυδρώς καί μόλις, έμ-
φαίνεται Λ δειλία των σκέψ,εών της, σκέ-
■φεων παιδικών, άορίστων, άγνώστων καί
είς την Ιδίαν αυτής διάνοιαν. Είς άντί-
θε·Λν τής έν τφ βλέμματι άορίστου τα-
ραχής έρχονται τα χείλη, των οποίων αί
γωνΐαι ή,νερχόμεναι άνεπαισθήτως δια-
νράφουόι μειδίαμα έλαφρότερον πνοής·
ώς νά ειρωνεύεται αύτη εαυτήν δια την
δ,καιρον δειλίαν της. Ώς δέ έν τφ (3λέμ-
ματι μόλις τις μαντεύει την ταραχήν,
ούτω και είς τα χείλη μόλις δύναται νά
διίδη τό υπολανθάνον μειδίαμα. Καί έν
τη άοριστία ταύτη έγκειται δπας ό παρ-
θενικός χαρακτήρ τοϋ άγάλματος μαν-
τέύομεν τάς σκέι);εις μιάς παρθένου άλλά
δέν δυνάμεθα νά τάς όρίόωμεν.
«Εϊμαι γυμνή— σκέπτεται Λ δειλή Φα¬
ληροπούλα - εΐμαι γυμνή έγώ άπέναντι'
τής φύσεως· τό πάν μ«.τά πόθου μέ βλέ-
πει, ό ούρανός μέ βλι,πει, ό άήρ άκορέ-
στως φιλεϊ την γυμνότατά μου, τό κϋμα,
εναγωνίως άφρίζον υπό τής επιθυμίας
προΰδοκά άνυπομόνως νά δεχθή καί νά
καταφιλήση τάς γυμνάς σάρκας μου· εΐ-
μαι γυμνή έγώ άπέναντι τής φύσεως»...
Καί επί τή σκέψει ταύτη μυριάδας όφθαλ-
μών διαβλέπει ή^παρθενική φαντασία της,
όφθαλμών άκορέστων. Νομίζει τις ότι ή
έν τφ βλέμματι έκφραζομένη δειλία προ-
έρχεται έξ αίδοΰς μάλλον παρά έκ φόδου.
Ώς Λ πρωτόπλαστος Ευα, αίσ"χύνεται καί
αύτη πρό τής Ιδίαςγυμνότητος. «Μή φο-
6οϋ» τή άπαντςί τό χεϊλος «είσαι μόνη,
ουδείς ΰε ^λέπει, ουδείς σέ ποθεϊ, άλλά...
μήπως δέν εΐΰαι ώραία ; μήπως δέν εΐ-
ύαι εύμελής ; » Καί επί τή ΰκέ^ει ταύτη
έλαφρά τις φιλαρέσκεια, άθώος τις έγωι-
ο-μός άπλοΰται επί τής μορφής της, κα¬
ταλήγων είς τό ύπολανθάνον τοϋ χεΐλους
μειδίαμα.
» *
Έν τι^ι έκφράαει τοϋ πρόσωπον ό καλ-
λιτέχνης φαίνεται παλαίων καί άμφιρρέ-
πων μεταξϋ τής κλασικής τέχνης των
άρχαίων, ής τό όνειρον είνε η ήρεμία
των γραμμών καί τής σύγχρονον τέχνης,
ής τό δνειρόν είνε ή έν τξί κινήσει πα¬
ράστασις τής ζωής. Αμφοτέρων δμως των
όχολών τούτων σκοπός είνε ή όσον οίον
τε προσπέλασις είς τό τέλειον καλόν, είς
τό τέλειον κάλλος. Ί1 κίνησις των μυίκών
γραμμών, λέγει ή κλασική τέχνη, δυσμορ-
φεϊ, παίραμορφόνει η κίνησις των γραμ¬
μών, λέγει ή σύγχρονον τέχνη, δίδει ζω¬
ήν, πνοήν, ψυχήν. Κατά δέ την γνώμην
τοΰ ΙΙλωτΐνθυ, ή καλλονή έγκειται έν τή
ζωή.
Ό κ. Βροΰτος, ποτισθείς είς τα νάματα
τής κλασικής τέχνης έπηρεαζόμενος καί
υπό τής αληθείας, ήτις εγκρϋπτεται έν
τή τέχνη των συγχρόνων, ζητεί τό Ιδανι-
κόν τού, χωρίς Ισως καί ό Ιδιος νά τό
έννοφ, είς μέσην τίνα οδόν. Τουτο βλέ-
πει τις καί έν αύτφ τιτί κόμη τής Δειλής
Φαληροπούλας τού. Ό κεκρύφαλος των
άρχαίων υπέρ τόν τράχηλον, η άφελής
άμέλεια των τριχών επί τοϋ μετώτΌν.
Άπδ κορυφής μέχρις 5κρου ποδός μία
είνε ή άρχουΰα γραμμή : ·Λόφιοειδής
(13 Ιί^ηβ ΒβΓροηΙίηε) ή γραμμή τής καλ-
λονής, ή κατ' εξοχήν γραμμή τής ζωής.
Νομίζει τις ότι οί κυματιΰμοί τής πρό
των ποδών της θαλάσσης άνέρχονται καί
διατρέχουοΊν ολόκληρον τό σώμα της, ώς
ν ά ήτο καί τουτο συνέχεια των κυμάτων
της. Ούδεμία γραμμή τού σώματος έν
ήρεμία· τό παν έν αύτφ κίνησις καί
ζωή.
Ό τράχηλος καί ή ράχις ε#ε ίσως τα
δννατώτερα όημεΐα τον έργον.
Ό δεξιός ποΰς, στηριζόμενος επιχαρίτως
έπ'ι τής τρίτης ^αθμίδος, ύποδοηθεϊ την
δύναμιν, ήν ή κόρη καταδάλλει είς τούς
βραχίονας καί ούτω λυαίνει ολίγον την
έξόγκωσιν των μυώνων, οΐτινες θά έδιδον
ϊσως άρρενωποτέραν έκφρασιν είς την
δειλήν κόρην τής φαντασίας τού. Ό ποϋς
δ' ούτος κλίνει ολίγον επί τοϋ άριστεροΰ,
δΥ όρμεμφύτον κινήσεως, ήν ύπαγορεύει ;
Λ παρθενική αίδώς. Ουδέν δέ φυίικώτε-
ΜΙΧΑΗΛ ΜΕΛΑΣ
• {Ό νέος δΛμαρχος Άθηναίων)
ΠΑΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ '
(Ό νέος Πρύτανις τού Πανεπιστημίου)
Ο ΣΤΡαΤΗΓΟΣ ΒΟΥΛΑΝΖΕ-
Η ΚΥΡΙΑ ΒΟΝΝΕΜΑΙΝ
Γ.
' ΤΟ ΜΝΗΜΕιΟΝ ΤΟΥ ΓΑΡΙΒΑΛΔΗ ' ·
(Άποκαλυφθέν έν, Νικαΐα τΐί 16 Όκτωβρίου.—"Εργον τοϋ γλύπτθ'υ Μ.ΌβΙοί/β)
ρον καΛ έπομένως αληθέστερον της κλί- τώμεν την σκέψιν, την Ιδέαν τού καλλι-
τέχνου. "Αλλως τε, ώς ανωτέρω είπομεν,
άπ' Λρχής μέχρι τέλους τοΰ δργου τού
τούτου ό κ. Βροϋτος φαΐνεται παλαιών
μεταξύ τής άρχαίας καί τής νεωτέρας τέ-
χνης, μεταξϋ κινήσεως καΐ ήρβμίας, μετα-
ξϋ φαντασίας καΐ αληθείας.
σεως ταύτης, της άνευ προηγουμένης
όκένεως επερχομένης είς την δειλήν
παρθένον καΐ εν γένει είς την γυναϊκα.
Ό αριΰτερος ποΰς, μολις κρατούμενος είς
τό άκρον τής τεταρτης (ϊαθμίδος εύρ-
ο"κεται οιονεΐ μετέωρος μεταξν τής κλΐ-
μακος καί τοϋ κύματος, τό οποίον θω-
πεύει τούς δακτύλους Κίνε δέ τόσον έ-
ΕΡΙϋΕϋΙΟ
8ηΙΙα
Τοιαύτη Ή Δειλή Φαληροπούλα. Κύχής
της φαληρεϊς την έξηγόραζον καί την έ-
τοποθέτουν έκεΐ πρό των άγαπητών της
κυμάτων;
ΙΣ ΠθΡΜΗΣ.
λαφρά ή στάσις τού, τόσον άδεδαία ή κί- £ργον θά ήτο αν την έδλέπομεν γεγλυμ-
νησίς τού, ώστε νομίζει τις ότι διακρίνει μένην επί μαρμάρον καΐ έστημένην παρά
εισέτι έπ' αυτόν την φρικίαοΊν τοϋ ρίγους- τίνα ελληνικήν παραλίαν. Δέν θά Λτο
την άδεδαιότητα ταύτην επιμαρτυρούσι^ ήραγε ενφυής έπίνοια. αν οί τατριώται
αί περΐ τίιν όσφύν γραμμαί, αΐτινες θλώ-
μεναι φυσικώς άλλ' έλαφρώς, δηλοΰοΊ τό
ελάχιστον χρονικόν διάο"τημα το μεσολα-
δήσαν μεταξυ τής στάσεως καί τής προη-
γηθείσης κινήσεως. Τό στήθος παρθενι-
κόν άλλ' εϋσαρκον, κλίνον πρός τα δεξιά
ώς έκ τής δυνάμεως, ήν καταδάλλει ό δέ.
ξιός βραχίων καΐ έν γένει ολόκληρον τό
δεξιόν μέρος τοϋ σώματος. Αί κνήμαι κα-
νονικαί, καμπύλως άπολήγουσαι- είς δέ
τούς εύτόρνους μηρούς διαφαίνεται εισέτι
η παλμώδης τής σαρκός κίνησις καΐ ή
έλαφρά έντασις των μνώνων.
Άδρά άρμονία τοϋ συνόλου πρός τα
μέρη και των μερών πρός τό σύνολον "*"
α,ρμονία δισρρέουσα, ώς τι αόρατον ρευ- Πάντα τα μεγάΛα ττνενματα
στόν, τας γραμμάς όλας τοϋ σώματος καΐ ανθοωπότητος (,ητοϋαι την αλήθειαν,
χανομένη εις τα πρό τοϋ ποδός κύιιατα -, „ ■» . ν /? ?~ '
. ; - . .,» . . Λησιιονονντα ότι απο καταοοΛης κο-
ιι των μερων πρός δλληλα καΐ πρός τό **'»"$*-" , , _ ■ ,·'
όλον συμμετρΐα είνε καλλιτεχνική καΐ ούχι αψον οί άνθρωποι υπήρξαν ευτνχεις
γεωμβτρική· έν άλλοις λόγοις ούχι σνμμε- μόνον έν τη
(Έχ των γ!κ ΣτίφανΙαζ ΗώΛ).
Ή γαρά είνε αΛνσος, δεσμενονβα
την φνγην είς την γην' ό πονος και
τό άΛγος είνε πτερντες, φέρονοαι αν-
·*-
τρια διαδήτον, άλλά (ίυμμετρία σμίλης.
Το έργον εΐνί φυσικοϋ μεγέθους, άνα-
στΥνματος ύψηλοϋ, σννωδά πρός τίιν γνώ- -, ι · ι
μην τοϋ Άριΰτοτέλους.' όστις εζήτει καΐ ουναται τις σπαταΛών να πΛοντη.
είρισκε, ώς διδάσκει, την καλλονίχν είς , -*-
τα με-γάλα σώματα : «Τό κάλλος εστίν έν
μεγάλω σώματι, οί μικροΐ δ' άΰτεϊοι καΐ
ύύμμετροι, καλοΐ δ' ού ' »
^έν είξενρομεν άν θά έχανε τό έργον
πλησιάζον έτι μάλλον πρός την αλήθειαν
αν 5ινλ. το πέλμα τοϋ όεξιοϋ ποδός, υπεί¬
κον είς τίιν δύναμιν τής πιέσεως, ήν ή -*ίν / ^ }'/">- ' ο ' >
. Λ,,Λ Ι .. ' . νος : Υ(ΐ Λ η αμονηαη τί η· ΛεΗν αι ατι.
κόρη καταοάλλει όπως κρατιχθί^ στερεω- ? ■'
τερον, έκλινε πρός τα κάτω- ήν ή κνήιιη,
Ό έρως Λνει τό πρό6.1τ)ματον πώς
Έν τώ γάμω ττοΛν οπανίως όύο
ί άττοτε.Ιονν £ν όλον.
Διά τόν ψιΐόαοφον εις μόνον τρό-
πος ύπάρχει τοϋ νά είνε εύγαριπτημε'-
'Εκ γΓ/Ο .περί βίον θεωρίας ενός
δυνάμεθα να σνμπεράνωμεν
ΐ
νομένας καί έπ' αύτοϋ έτι τοΰ καρποϋ
τής Ιδίας χειρός· τουναντίον, υποθέτο¬
μεν ότι τεχνικώς τό έργον τοϋ κ. Βρού¬
του θά έκέρδιζε μάλλον, διότι τό καλόν
έγκειται έν τ μ άληθίία, έν τφ πιστφ άν-
τιγραφτ> τής φύσεως. Τότε δμως δέν θά
έξεδηλοϋτο πλέον τόσον σαφώς Λ παρ-
θενικίι έκείνη άδεδαιότης, ή δειλή έκείνη
έκφρασις των άγνώστων τής κόρης σκέ-
καί θά παρουσίαζεν άντίθεσιν πρός
καΐ 6 μιαρος τοϋ ΐδίου ποδός, ό δεξιός
θραχίων καΐ αύτη έτι ή ώλένη, διά την
αύτην δύναμιν τής πιέσεως παρίστων κα- άσφαχώ(. όποίου γαρακτηρος ΐ,το
μυίκάς έξο/κώσεις, διακρι- · , „ , ,., Λ ' , , _
γυνή, ήτις εΐ-,ηβκηαεν επι της
αύτοΰ την μεγίστην επιρροήν.
'Τπάρχει εν τι τό οποίον είνε
ισχυρότερον τής ίαχνος τοϋ άνδρος'
τουτο τό ί'ν τ ι είνε ι) άδυναμία της
γυναικός.
Ή εΛΛειχ!πς ίί,ονώ'*- είνε ή καλ-
την ίλαραν της μορφής όψιν, έν η ένκα- , , , * η , >, , ,
τοπτρίζεται αδικαιολόγητος τις δειλία. ·ίτεΡα *0.1νμ6ητικη ζωνη εις το πε-
Τοιαύτην συνέλαδεν ό καλλιτέχνης την Λαγος τού βίον.
Λειλήν Φαληροπούλάν τού καΐ τοιαύτην -3(ί-
την εξετέλεσεν άδεδαίαν,άραχνοΰφαντον 'βν Γω ερωτι ό άνηρ είνε παιδίον'
ουδέ μάς έπιτρέπεται νά ζητήσωμεν αλλο κ )„.'». λ. το /ίβηοιια ΛΎεο ,'ι ατ-
τι· αύτο ήτο το ΐδανικόν τού· και προ „ , , ΐρ,
. , , . . . τηρ τού τω αποκηνπτει. βακ ομως
παντός έργου τεχνης, είτε ποιηματος,είτε ,'" ', _ > ( · ,
εικόνος, είτε άγάλματος, είτε μέλους, εί- το '*α°Ό «^ Χεφα(-"» Γ0^'' τ° βνντρι-
τε οίκοδομήματος, πρέπει πρώτον νά ζή- 6ει και είτα τό περιφρονεϊ.
ΑΤ,Β88ΑΝϋΚΑ ϋΙ ΚΙΤ88ΙΑ.
»1Γ ηΙΗα ϋ (1ΐ. συϋη(ίο ίΐηρΓονΐδο
ϋηβ £β1ί(1ίΙ ΓΠΗΠ 8ΓΓΪΠ5β Ο^ΠΪ ΡΟΓβ,
Ε β" υπίο ιηοπιιοΜΓ : ίφρηΐο β ηυβΐ ΠθΓβ
Οΐιβ 3ρΙ ηιοηάο β πβΐ οϊβΐ θγη ϋ 8Ογγϊ8ο.
ΑΠο ι'ΙβΓίΐΓΒί γΙθΙΙο ίπΓαυδίο ,ιννϊβο
8ϊ ΓβΓΐΏΟ ϊηνηΙδΡ υηίνβΓ83ΐ (ΙοΙοτβ,
ΟΙιβ οίίηυη ΒβηΗβδί (ϋ ρϊβίίΐΗβ β &ΓΠθΓβ
ΚΓ& ϊ ρ'ύ ΙβηβΓί ίΐΓΓβΙΙί ϋ ουοΓ οοηο,ιιϊβο.
Μα ϋ £ι«1ο οΙθζζο βηοΐιβ 80 ίη ρίβΐο 38Ϊ686
Οηαβ βνβΗο Γγ» Ιογο θθΙιβΓ άρβϊο
^Ά1Iηβ οιι ίνί 8ί βΐβηηο αί ^δυαϊο ίηί&δβ.
ΑΙΙορη ι ΐιη πίνίη οβηηο. Αηρϊοΐ ρβΓΐίο
Οΐΐβ δνβΐΐθ Π ίΐΟΓ, ΟΟΓ ΙΓΘ ^βΓΠΙΟ^Γΐί, ίΐ Γβ86
ΑΠ' 3.Π1ΟΓ άέ ββαΐί, ίη ^ΓβτηΗο α ϋΐο
Ρη. Ζενο
ΟΣΣΙΑΝ
Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΗΣ ΙΝΙΣ-ΘΟΝΑΣ
Ύ π ό θ ε σ ι
'() ποιητης ξανΛθϋμαται τα νιάτχ -ου.
πρός ϊη ΣΟμα. Ό Όσκάο λοβα''νει την α^εια να
πάη 'ς την νΙνις-Θον2, νησ1 τής ϋχανδιναϋ'ας Ή
θλιφτική ίστορία τοΰ "Λργων κ»*! τ™ 'Ρούρω,
ποΰ ηταν τέχνα τοϋ Βασ'λεα της "Ινις-Θό^Λς.
*Ο Όσκάρ γδΐ»ιετ3ΐ το θάνατό τους -/«ι γυρίζει
νικητή; είς τή Σε),υα. Μονολογος τοΰ πθ'ητή.
μας μοιάζει μέ τ' δνειρο τοϋ
κυνηγοϋ άπάνου 'ς την έρμη ράχη.
Είς τές γλυκειές άχτϊνες τοϋ ηλίου
άποκοιμήθη· ξυπνάει καΐ μαύρη άνεμοζά-
λη τόν περιζώνει. Φλογερές άναλαμπές πε-
,τοϋν τρογύρου, καΐ σειηϋν τές κορφές τους
τα δένδρο 'ς τόν ανεμο. Ξαναφέρνεχ τότε 'ς
τό νοϋ τού μέ πόθο την ήμέρα τοϋ ηλίου
και τα χαρούμενα όνείρατα τοϋ ΐτπνου
τού. Πότε κ' ή νιότη τοϋ Όσσιάν θά ξα-
νάρθη; Πότε θ' άναγαλλιάσι^ τ' αύτί τού
"ς τό βρόντο των άρμάτων ; Πότε κ' έγώ,
σάν τόν 'Οσκάρ, θά κινήο"ω μές τή λάμψη
τής άρματωοΊάς μόν; Έ^?άτε σεϊς, ράχες
τής Κόνας, μέ τα ποτάμια σας, άφοκρα-
ο"τήτε τή φωνή τοϋ Όσσιάν. Ώσάν ό ή-
λιος λαμποκοπάει μές την ψυχή μου τό
τραγοΰδι. Λΐστάνομαι τές χαρές των πε-
ρασμένων ν,αιρών.
Ξανοίγω τοϋς πύργους σου, ώ ΙέλμΟ !
τές Ραλανιδιές ποϋ ίσκιάζουν τα τεί/η
σου- τα ποτάμια σου φλθΐσ3ίζουν 'ς τ' αύ-
■ τιά μοΐ', τα παλληκάρια σου συνάζονται
όλόγυρα. 'Στη μέση στέκεται ό Φίγκαλ.
'Στήν άο"πίδα τοϋ Τρεμμόρ είναι άπιθωμέ-
νθς κι' όλόρθο τό κοντάρι τού άκκουμ-
πάει 'ς τόν τοϊχο. Γροικάει τα τραγούδια
των Βάρδων τού. Ή άντραγαθίες τού α¬
κούονται- τα έργα τοϋ βασιλέα 'ς τή νιότη
τού. Ό Όο"κάρ έφθασε άπό τό κυνήγι καΐ
ακουσε τούς έποίνους τοϋ πολεμάρχου.
Έξεκρέμασε την άΰπίδα τοϋ Βράννου (')
άπό τόν τοϊχο καΐ τα μάτια τού έγιόμι-
(1) Ι1«τέρ:ΐς τοΰ Έ6εραλλ·ν χ«Ί πάκιτος τοϋ
Όσχάο.
σαν δάκρυ. Φωττά Λταν τα μάγουλα τοϋ
νέου. Χαμηλή, τρεμάμενη άκούστηκε Λ
φωνή τού. Κ" έν ω τό κθντάρχ μου έσειε
,'ς τό χέρι τού την δκρη τού π' έλαμπο-
κοποΰο"ε, έμίλησε αύτός 'ς τό βασιλέα τοϋ
Μόρδεν.
«Φίγκαλ ! ο"ύ, βασιλέα τφν,ήρώων ! Όπ¬
οιαν,ποΰ δεύτερος τοϋ είο"αχ 'ς τόν πόλε-
μο Ι 'Σ τη νιότη σας έπολεμήσετε ο"εχς,
καί τ' όνουά σας είναι 'ς τό τραγοϋδι ξα-
κουΰμένο. Ό 'Όσκάρ μοιάζει σαν την κα-
τάχνια τής Κόνας· φανερόνοααι καί χάνο-
μαι πάλε. Ό Βάρδος δέ θίι γνωρίζη τό δ-
νόμά μου. Οίττε ό κτινηγός θ' άναζητήση
τό μνήμα μου άνάμεσα 'ς τα ρείκια τοΰ
κάμ~ου. "Ας πολεμήσω κ" έγώ, ώ πολε-
μάρχοχ, 'ς τές 'μάχες' της "Ινχς-Θόνας.
Μακρυνή είναι ή χώρα τοϋ πολέμου μου
καί δέν θ' άκούσετε σεΐς τοϋ Όσκάρ τδ
χαμό ' "ΐσως μ' εϋρη ένεϊ κάποιος Βά'ρ-
δος· ίσως χαςιίβϊ). κάποχος Βάρδος τό ΰνομα
μου 'ς τό τραγοϋδι. Θά ίδΐί τό μνήμα^μο'υ
η κόρη τοϋ ξένου καί θά κλάψη πάνου
'ς τόν νέο ποϋ ηοθε άπό πολλήμακρότη.
Θά λέη ό Βάρδος ς τη χαρά : άκοϋστε τό
τραγοϋδι τοΰ Όσκάρ ποϋ μακρυά είναι τα
γονικά τού». ·
«Όσκάρ, 'άποκρίθη ό 0ασ>λέ'ας τοϋ Μόρ·
6εν, θά πολεμήσης, τέκνο τής δόξας μου.
Έτοχμδστε τό μαϋρο καράδι μου γχά νά
φέρη τόν ηρωά μου είς "Ινις-Θόνα. Τέκνο
τοΰ·τέκνου μου, φύλαξε τη φήι/η μας· η
γενεά σου είναι δοξασμένη καί άς μην εί¬
πουν των ξένων τα παιδία .· άχαμνά είναι
τοϋ Μόρδεν τα παλληκάρια Ι
'Ατνεμοζάλη ποΰ μουγκρίζει νά ήσαχ ςτή
μάχη- γλυκός 'ς την ειρήνη οάν της βρα-
δειας -ι όν ηλχο ! Πές, Όσκάρ, τοϋ Βασι-
λέα της "Ινις-Θόνας, ποϋ θνμαται ό Φίγ¬
καλ τή νιότη τού, δταν μαζί ·έπολεμού-;
σαμε 'ςτές ήμίρες τής Άγανδέκκας».
' "Απλωσαν τό ήχηρό άρμενοπάνι- ό ανε-
μος έδούίζε 'ς·τα λονριά των καταρτιών
τονς. Κύματα 5έρνουν τούς βουρκωμένους
Ρράχους· η δύναμι τοϋ ώκεανοϋ Ρρυχιέ-
ται. Έζάνοιξε ό γυιός μου άπό τό κϋμα
τη ίασοσχέπαστη γή. Έμπηκε 'ς τό ύχη-
ρό λιμάνι της Ροι';νας, κ" δστειλε τδ όηαθΐ
τού 'ς τόν "Ανν'ιρ των κονταριών. Έση-
κώθη ό άσπρομάλλης πολεμάρχος, δταν
εΐδε τό σπαθΐ τοΰ Φίγκαλ. Δάκρυα γιο-
μάτα ηταν τα μάτια τού· έθυμήθη τούς
πολέμους της νιότης τβτ/. Λύο φορές εϊ-
χαν προβάλη μαζί τό κονΐάρι''ς την δι[τι
τΛς χαριτοιμένης Άγανδέκκας καί μακρυά
πολϋ έστέχουνταν οί δλλοι πολεμάρχθ»,
ώς να έπολεμοϋσαν δύο φαντάσματα 'ς
τοΐΐς άνέμους.
*'Αλλά τώρα» αρχισε ό ΒηοΊλέας, «γέ-
ροντας είμαι έγώ καΐ τό σπαθί μου άνώ-
φελο κεΐτεται 'ς τό δίιμα. Ώ ο"ύ, ποΰ εΐ-'
Οαι από τη γενεά τοϋ Μόρδεν ! δχει Ιδι>
ό Άννϊρ τές μά^ες τοϋ κονταριοΰ- χλω-
1*ός δμως καϊ μαρ,αμμένος είναι τώρα,
ώσαν της Λάνως τό 15ρϋ. Τέκνο δέν έχω
ηά νά 'βγη νά σ"έ απαντήση μέ χαρές, νά
σέ φέρ^ι 'ς τα δώματα των πατίρων τού.
Χλωμός κείτεται 'ς.τό μνΛμά ό "Αργων,
καϊ' ό 'Ρούρως πλιό δέν ϋπάρχει* 'Στών
ξένων τα δώματα Ρρίσκεται η κόρη μου
χαί άνυπόμονα ποθεί νά ίδ·$ ν" ανοίξη ό
τάφος μου. Δέκα χιλιάδες κοντάρια κινάε»
ό άγαπημένος της κ' έρχεται άπό τη Λά-'
νω, σύγνεφίι θανατηφόρρ. "Κλα νά'καθί-
σης 'ς τοϋ Άνν'ιρ τό τραπέζι, τέκνο τοϋ
ηχηροϋ Μόρΰβν 1 »
Τρείς ημέρες έχαρίΐκαν μαζί· 'ς τίιν τέ-
ταρτη δ κουσέ ό 'Αννίρ τοϋ Όσκάρ τό ονο-
μα. 'Λνανάλλιασαν 'ς τό ποτΛρι. Έκυνιί-
γησαν της Ί-Όύνας τ' αγριογούρουνα. 2.x-
μά 'ς τή §ρύΰη μέ τές χορτοσκέπαθτες πέ-
τρες άναπαύονται τώρα οί 'άπι.σταμένοχ
πολεμάρχυι. Τοϋ Άννχρ τό δάκρυ ρέει
κρυφά· έστέναξε άπ':τά στήθη. «Έδώ 'ς
τα σκοτεχνά ν.είτονται»είπε ό ήρωας, «της
νιότιις μου τά'τέκνα. Αύτί) τό λιθάρι εί¬
ναι τοϋ 'Ρούρω τό μνήμα, κ' έκεϊνο τό
δέντρο φλεφλίζεχ πάνου 'ς τόν τάφα τοϋ
Άργο>ν. Άκοϋτε τή φωνή μου, τέκνα μου,
μές τη στενή σας κατοικιά; "Η μιλεϊτε
σεϊς 'ς αύτά ,χά φύλλα ποϋ μοιρμουρί-
ζουν, δταν οί ανεμοχ της έρημον πνέ-
ουν; . * *
"Βασιλέα της "ίνις-Θόνας» είπε ό Ό¬
σκάρ, «πως έχαθηκαν της νιότης τα τέ¬
κνα ; Τρέχοντας διαθαίνει τ' αγρχογού-
ρουνο άπάνου· άπό τό μνή'μα τού, άλλά
δέν κόβει τόν ϋπνο. Άλάφ*α καμωμένα
άπό σύγνεφα κυνηγοΰν, λυ.γίζοντας τ' άέ-
ρινο δοξάρι τους. 'Αγαποϋν άκόμα τής
νιότης τού την ξεφάντωσι ,καΐ μέ χαρά
ύψόνονται άνάερα».
«Ό .Κορμαλος» άποκρίθη ό βασιλέας,
«είναι πολεμάρχος μέ δέκα χιλχάδες κον-
τάρια. 'ϋτής Λάνως τα νερά έχει την κα¬
τοικιά τού, 'ποϋ άναδίνεχ τές θανατερές
κατάχνιες. Ίΐρθε !ς της Ρούνας τα ήχηρά
δώματα κ' εζήτησε τή δόξα χοϋ κοντα-
ριυϋ. "Ομορφος ηταν ό νέος, σάν την
πρώτη άχτΐνα τοΰ ηλίου· ολίγοι έδΐΐνον-
' ταν νά πχάστοΰν μαζί τού ο"έ πόλεμο !
Τα παλληκάρχα μου δκλχναν 'ς τόν Κορ-
μάίο- Λ θυγατέρα μου έσκ?.αδώθη 'ς την
άγάπη τού. "Κφτασαν άπό τό κυνήγι ό
'Λργων καί ό Ρούρως, κα'χ τα όάκρυα τής
ύπεί. ηφάνειας τού έχύθηκαν άμΐλητοι
γέρνουν τό μάτια τους κατά τή λεβεντχά
τής 'Ρούνας ποΰ εϊχε κλίνη 'ς έναν ξένο.
Τρείς ημέρες έχάρηκαν καα αύτοι μέ τόν
'Κορμάλο/ 'ς την τέταρτη ό νέος "Αργων
έπάλαιψε. Άλλά καί ποίος μέ τον "Αργων
νά μετρηθφ έδυνότουν ; ενικήθη ό Κορ-
μάλος. Τής περχφάνειας τού η θλίφχ έ-
πλημμΰρησε την καρδιά τού· κ' έκαμε
κρυφή άπόφασι νά Ιδή νεκρά τα παιδία
μου. Μαζί άνέβηκαν τές ράχες τής Ρού¬
νας καί έκυνηγοΰσαν τά'μελανά ζαρκά-
δχα; δταν κρυφά έπετάχθη Λ ο"αΐτα τοϋ
Κορμάλον κ' έπέσαν αίματωμένα τα τέ¬
κνα μού. ΤΙΙρθε αύτός "ς την παρθένα
τής άγάπης τον 'ς τή μακρο· λέξονδη
κόρη τής "Ινη'ς Θόνας καί έφυγαν κατά
την έρημο. "Ερμος άπόμεινέ ό 'Αννίρ.
Άπλώθηκε ή νύχτα· έφεξε πάλε Λ.μερά,
καί οΰτε τοϋ' "Λργωγ ή φωνή ουτε τί>ϋ
Ρούρω ά.κούστη Τέλος ειδαμε τόν άγα-
πημένο'τους; σκύλο τόν έλαφρό καί γρή-
γορο Ροϋνα^.' Ήρθε 'ς' τό δώμα Όύρλιά-
ζοντας καί έδειχνε σ"άν νά έκοιτοΰο·ε πρός
τό' μέρος" ποΰ χαμοϋ τυυς. Τόν άκολού-
θήσαμε έμεΐς ΐία'1 έδώ τούς ηυραμε· τοΰς
έθαΧ'αμε Λμιί'ς αύτό τό χορτιασμένσ'ρύ-
άκι. 'Οϊώ έρχεται πάντοτες ό "Αννϊρ, ό-
' ταν πάψη των ζαρκαδιών τό κινήγι. Όσάν
■-_ -; ι; Γ ·----------'
Ιδρύ πολυκαιρνό κλίνω, καί δέν παύουν
νά τρέχουν τα δάκρυά μου !»'
«ΤΩ Ροΰναν» εφώναξε άναμμένος ό Ό-
ΰκάρ' « Οναρ, Βσσιλέα των κονταριών '. συ· '
νάξε'τε σιμά μου τούς Λρωές μου, τα παλ-
ληκάρια ταϋ Μόρβεν μέ τα ποτάμια τού.
Σήμερα κιναμε γιά τα νι-ρά :ής Λάνως,
ποϋ άναδίνεχ τές θ'ΐνατερές κατάχνιες.Ό
Κορμάλος δέν θά χαρή γιά πολύ· θάνα-
τος είναι συχνά "ς των σπαθιών την κόψη».
"Κφτασαν διαδαΐνοντας την έρημιά δ-
μοιοι μέ' τα σ"ύγνεφα τής άνεμοζάλης,
οταν οί ανεμοχ τα κυλοΰν κατα τόν κάμπο,
καί λαμποκοποΰν ή δκρες τους 'ς τής
άστραπής τίι λάμψι- πολυβουίζουν τότες
οί λόγγοχ 'ς την άντάρα ποΰ πλακόνει.
Ό πολεμικός ήχος τοΰ 'ΌοΊίάρ άντηχάεχ·
άνατ,ρομάξαν δλα τής Λάνως τα νβρά.
Τής λίμνης τα τέκνα έσκναχτήκαν τρχ-
γύρου 'ς την άσπίδα τοϋ Κορμάλου ποΰ
έκροτοΰίίε. Έπολέμησε ό Όο"κάρ άς ηταν
μαθημένος 'ς τές μάχες- έπεο"ε άποκάτω
'ς τό ϋπαθί τού·ό Κορμάλος, καί τής έρ-
μης Λάνως τα τέκνα έσκόρπηο"αν 'ς τές»
άπόκρυφες λαγκαδιές τους Ι Ό Όσκάρ
ίφερε τίιν κόρη τής "Ινχς-Θόνας 'ς τοϋ
"Αννχρ τα Λχηρά δώματα. Χαρά λάμπει
'ς τή γηραλέα δι|/η τού· εύχήθη τό Βασχ-
Λέα των ο"παθιών.
Πόση έότάθηκε ή χαρά τοΰ ΟσοΊάν,' δ¬
ταν έξάνοχξε είς μάκρος πολύ τδ, πανιο
τοϋ γυιοϋ τού. "Εμοχαζαν σύγνεφο φωτο-
6όλο ποϋ ύιΐτόνεταχ είς τα μέρη τής άνα-
τολής, δταν θλιμμένος ρρίσκεται ό τα-
ξειώδης είς άγνώριστη γή καί μαύρη νύ-
χτα μέ δλα της τα φαντάΰματα ξαπλόνει ·
τρχγύρου τό όκοτάδι της. Μέ τραγούδια
τόν έφέραμε είς τΛς Σέλμας τα δώματα, κ'
έγχόρταο"ε ό Φίγκαλ των ποτηρχών τή γι-
ορτή. Χίλιοχ ράρδοχ ετραγουδοϋοΌν τοΰ
Όσκάρ τό δνομα καχ τό Μόρδεν 'ς τό τρα-
γοΰδχ άο"χολοΰο"ε. Έκεΐ ηταν καί ή θυ¬
γατέρα τοϋ Τοσκάρ, κ' δμοιαζε ή φωνή
της μέ τδν ήχό τής άρπας, δταν μακρυ-
άθε φτάνει τό §ράδυ 'ς τής σιγομούρμου-
ρης αύρας τα φτερά, ποϋ άπό τή λαγκα-
διά γλυκοπνέει!
ΤΩ σεχς, ποΰ τδ φώς θωρεχτε, άπιθώστε
με σιμά είς κανένα βράχο των ^ουνών
μου ! πυκνές λεφτοκαρυδιές νΛ ίίναι τρχ-
γύρου, καί σιμά τό ίδρΰ ποϋ φλχφλίζει.
Πρασινάδα άς είναι 'ς τόν τόπο τής άνά-
παψής μου, καί μακρυά άς ακούεται τοΰ
ποταμοΰ μουρμοι'ρα. Θυγατέρα τοΰ Το-
Οκάρ, έπαρε την ίίρπα καί τραγουδήτε τ'
δμορφο τής Σέλμας τραγοϋδι γιά νά κα-
τέδι> ό ϋπνος ς την ψυχή μονΐ μές τή
χαμά καί νά φανοϋν πάλβ τα όνείρατα τής
νιότης μου καί η μέρες τοΰ μεγαλόψυχθυ
Φίγκαλ- Σέλμα ξανοίγω τούς πύργους ο"ον,
τα δένδρα σου, τόν ίσκκομένο τοχχο σου.
Βλέπω; τούς πολεμάρχους τοΰ Μόργβν,
γροικάω τό τραγοϋδι των Βάρδων Ρυμνό-
νβχ ό Όο"κάρ τοΰ Κορμάλου τδ σπαθί καχ
μύρια παλληκάρχα θανμάζουγ τα πλου-
μισμένα λονριά τού. Μέ Οέδας κοιτοΰν ·
τόν |1γνιό·μου καί θανμάζουν τ.ή δύ*αμι
τοΰ χεριοϋ τού. Θωροΰν τα χαρά των όμ-
ματιών τοϋ πατρός τού καΐ λαχταροϋν '
γιά μΐα παρόμρια 5όξα. Θ' άποχτήαΐε καί >
σ«χς τή δόξα σας, ώ τέκνα τοϋ Μόρβεν"
μέ τα ποτάμια ίου. ϊυχνά λαμποκοπ.άει
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ
μέό" την ψυχή μου τό τραγοϋδι· ξανα-
φέρνω είς τό νοϋ μου τούς φίλους της
νιότης μου. Άλλά ϋπνος μέ της δρπας
• τόν ήχό κατεβαΐνει' Όνείρατα χαροί'μενα
άρχίζουν καί φαίνοντατ' Σεΐς τέκνα τοϋ
κυνήγιον* σταθήτε μακρυά πολύ καί μή
μοϋ κόδετε χον ί'πνο. ' ι Βάρδος των χρό-
νων ποΰ επέρασαν ομιλεί μέ τούς προ-
γόνους τού ' τούς πηλεμάρχους των πα¬
λαιών ήμβρών. Τέκνα τοϋ κυνήγιον, στα¬
θήτε μακρνα πολΐ;. Μην ταράξετε τα ό-
νείρατα τοϋ .)σσιάν.
ΚΚΦΑΛΛΗΓ>
ΣΥΜΒΟΥΛΑΙ ΔΙΑ ΤΑΣ ΚΥΡΙΑΣ
Τίποτε δέν είναι ωραίον χωρ'ις να άρέ-
Οκη Μια μορφϊι ειμπορεί νά είνε υφ' δ-
λους τονς κανόνας τοϋ καλοϋ καί νά μή
άρέόκη· δέν είνε λοιπόν ώραΐα. Έλ,λείπει
χατι αν έλλείπει ή ζωή. Καί ποϋ έγκειται
αύτη η ζωή , 'Η ζωή αύτη έγκειται έν τι]ί
έκφράσει καί έν τη χάπΐτι.
Τουναντίον, δλλη μορφή, ύότεροίσα
κατά πυλί' όσον άφο^φ τας χαρικτηριο·τι-
κάς γραμμάς της καΑλονής, τόν χρωματι-
σ"μόν, τό σχήμα, αρέθκει- άρέσκει διότι
έχει ζωην, έκφρασιν, χάριν.
Ή έκφρασις άποκτάται ύιά τής καλλι-
εργεΐας των αίσθημάτων, διά της εντά¬
σεως τοϋ νευρικόν σι,στήματος ούτως ώ-
ύτε αί εξωτερικαί έντυπωσεις να χαράσ¬
ουνται ζωηρότερον και βαθύτερον- "(Οίον
Ισχυρότερον αισθανόμεθα εντύπωσιν τι«α,
τόσον ζωηρότερον δυνάμεθα νά την εκ¬
φράσωμεν καί δια τοϋ λόγου και διά τοϋ
βλέμματος και έν γένει δι' όλων των έκ-
Φϊ,αϋτικων γραμμων της μορφής, αίτινες
κεϊνται περί τα χειλιι ;αι περι τούς
οφθαλμούς.
'Ίΐ αΊάπιι και ό οίκτος είνε τα μονα
αίσθη^ατα, των οποίων ή καλλιέργεια
προοΊίέτει έκφρασιν είς την μορφήν τής
γυναικός. 'Η έκφρασις λοιπυν αποκτάται.
Ή άποκτηοΊς όμως της φυθικής έκφρά-
σεως, οίαν δηλ. ή φύσις των αίσθιιμάτων
την φέρι,ι επί τής μορφης, δέν είνε αύτΐι
καθ" εαυτήν τοιαύτη ώστε ν' αρέσκη· δια
ν άρέσκη, διά να διεγείρη την συμπά¬
θειαν πρέπει να καταφύγη είς την τέχνην
πρέπει νά λεπτυνθή, νά έξιδανικευθη. Καί
η λέπτυνοΊς αυτή, η έξιδανίκευοΊς αυτή
κατορθοΰται δια της λατρείος πρός δ,τι
καΛθν καί εύγενές. Κυρίαι καί δεσποινί-
δϊς, αγαπήθατε τάς καλάς τέχνας, τούς
ύτνχους, την μουϋικνιν, τάς είκόνας, τα
αγάλματα. Μονον διά τής πρός τάς καλάς
τέχνας λατριίας θά κατορθώσετε να λε-
πτυνετε τα αίϋθηματά σας χαί νά έξιδα-
νικεύσετε την έκφρασιν τής μορφάς όας,
έν τη όποία έγκειται η καλλονη τού πρό¬
σωπον.
Άς έλθωμεν τώρα καί είς την χάριν.
Χάρις όνομάζεται ή όσον τό δυνατόν ο¬
λιγώτερα κατανάλωσις μυίκο>ν δυνάμεων
πρός εκτέλεσιν κινήσεως τινος. Διά πα¬
σάν κίνησιν τοϋ όώματος καί δι' αύτο τό
μβτδίαμα καί δι' αΐττό άκόμη τό βλέμμα
πρεπει νά πρηγηθί> μνίκΛ τις δύναμις
μικρά η μεγάλη, αναλόγω; τοϋ μέλθυς
όπερ κινεϊται και αναλόγως τοϋ σκοποϋ
δι' δν'κινεϊται. Μή προσεξετε υπέρ τό
δέον είς τάς κινήσεις σας- λησμονηθήτε
ένίοτε- λησμονήσετε δτι βαδίζετε διά νά
βαδίζετε μέ χάριν, λησμονήσετε δτι βλέ-
πετε, δτι μειδιάτε διά νά έχη χάριν τό
μειδίαμα καί το βλέμμα ΰας. Ή υπέρ τό
δέον προσοχή φέρεα την προσποίησιν, καί
η προσποίησις είνε τό αντίθετον τής χά¬
ριτος- την έξαφανιζει, την εξαλείφει, την
φονεύει τΐιν χάριν η προσποίησις. Διά
τής προσποιηΰεοις όλιγοστεύει ή έκφρα¬
σις τής ζωής καί τό θώμα καθίΰταται μη-
χανή κινουμένη δι' έλατηρίων καΐ ούχι
διά μυώνων καί νεύρων.
Δέν εξετάζομεν την καλλονην μέ τόν
διαήητην καί όνομάζομίν ωραίον, έκεϊνο
τό οποίον άρέσκει. "Αλλως τε ή καλλονη
δέν είνε άπόλυτος· δέν δυνάμεθα νά την
όρισωμεν είς τουτο ή είς έκεϊνο τό ση¬
μείον, είς ταΐτην ή είς εκείνην την γραμ¬
μήν.
Καί έν αύτω έτι τω νφ τοΰ καλλιτέ¬
χνου τό κάλλος μεταδάλ,λεται καί άλλοι-
οϋται αναλόγως των έντυπώσεων καί των
αίσθημάτων τού.
Ή καλλονη τής γυναικός είνε άνάλογος
πρός την συμπάθειαν, την όποιαν έμ-
πνέει· όσον περισσότερον συμπαθοϋμεν
μίαν μορφήν, τόσον όλιγώτι ρον διακρί-
νομεν τα έν αύτι) φυσικά έλαττώματα. Ώ
γυναϊκες, δια νά τύχετε συμπαθείας προσ-
θέΰετεν' άκοκτήσετε έκφρασιν *αί χάριν.
Ι. Π
Είς τό δικαστήριον
Διχαστής "Εχιτι τό πιαζοποιητιχότ τοΰ
γάμον οας ;
Κατηγορούμ$νο(. "Εχω πέντε' τρία άρ-
σιηχά χαΧ $νο χορίζσια.
Έν τω τηλεγραφείω.
Ό νπάΛΛηΛοο Λαμβαηι παρα τινος χνρίας
τό έ(η; τηΛεγράφημα :
ο'/ωάϊ-κτ), ϊφθασα νγιής. ΣτεΐΛι δίχα Λίρας
χα'ί ίν ρί.ίη[ΐαν.
Ό ν π ά Λ Λ η Χ ο ς Αέχα πέντι Λιπτά άχόμη,
χυρία' εΐπ τριΐς .Ιίξεις πιριοαότεραι.
Ή Κνρία (μεθ' έζοιμότητος) Τότε άφαιρί-
αιτε τάς τρείς τιΛενζαίας .Ιέξ
Είς τα λουτρά.
Δισχ.οιτϊς Α. Διατί ίραγε αί γνταΐχες δ&
χοΛνμβονγ τόοογ χα.1α δαογ οί ίίνόρες ;
Διοποιγ'κ: Β. Διότι οί δτ·5ίΚ(; ίχονγ χλει-
σμίνον ΓΟ οτόμα των δταν χοΛνμβοντ.
ΜΐΑ
Ή μικροτέρα δημοκρατία.
Ή μ'.χροτέρα δημοχρατία τοϋ χοαμου λέγεται
δτι είνε 5) Δραγχεδίλλη, μία των νήσων των Νεων
Έόρίδων. Οί χάτοιχοι της άπατελαΰνταΐ έχ τεα-
σαράχοντα Εΰρΐϋπαίων χαΐ πενταχοαίων εργατών,
λίνων εν τινι Γ«λλιχϊ) έτβιρία.
Πληρωμη συνεργαϋίας
Ό Λονδίνειο; αΧρονος» πληεώνει δι' εχαατον
κύριον άρθρον τού δεχα λίρας στερλίνας, διά δέ τα
χατο'πιν άρθρα, πεντε λιρας έκαστον
Κομ6ία
Οί >·ομ6ιο;ΐοαασχευισται τοθ Λονδινου, οΓτινες
εργάζονται δι* καταλλΓ,λθϋ (ΐτ,·/(χνϊις, χαταοχεϋά-
ζουσι 1500 χομδία έκαστος την ήμέρ«ν άνθ' ών
πληρώνονται μίαν πένναν διϊ τάς εκατόν, δηλ. %ν
σελήνιον καί τρεΓς πέννας καθ1 εκάστην.
Οί Χοενζόλερν
"Ολοι οί ^(.ήγκ^πες Χοενζόλερν βαπτίζονται δι'
ύδατος τοϋ Ίορδάνου. Μεγα? πΰβος έχ ποραελάνης
φιιλάσσε:αι έν τινι αποθήκτ) χοϋ παλατ'ου, μετά
παοαν δέ βαπτ.σιν τό έν τί) κοΛυμβήθρα όπολειπό-
μενον ύδωρ μεταοέρεται επιμελώς έν τω δο/ειω
τούτω.
Φωτογραφομανία
Ό ϋάχ-ης της [Ιεραίας είνε ένθοοσιώδτ,ς λάτρης
τί^ φωτο;ραφ!ας, οια τουτο, οιουδήποτε εΰρεθτί,
είτε έν τί, πόλει, είτε έν τ^ έξοχ))>ε"Γε έν τοΤ; όρεα;
πάντοτε έ'χει μεθ' έαυτοϋ ενα φωτογράφον της αόλης,
όστις εις πασάν διαταγήν τού πρέπει νχ είνε έτοι-
μο; πρός φωτογράφησιν σχηνογραοίας τινος, συμ-
πλεΎματος, ή παντός αλλου άντ κειμένου, όπερ
ή'θελεν ελθει είς την φαντασίαν τού. Έν περιπτώσει
παρακοης, ή χεφαλη" τού πλη^ώνει την ποινήν.
Βιομηχανία μαλλίου
'Η βιομη/ανία τοϋ μαλλιου έν Γαλλία έξωδεύει
περί τας 220,000,000 λίτρας άκατεργάστου μαλ-
λίου. Έχ της π,σιΐτητος ταύτης ή Γαλλία μόνον
το '/5 παράγε:, τό υπόλοιπον προμηθϊύεται χυρίως
έχ της Αύστραλίας χαΐ της Λαπλάτας.
Διά την έκθεσιν τοϋ Σικάγου
Έν Γλαοχοίβη χατασχευάζονται δύο μεγάλα
ατμβπλοια πρός μΐταφοραν έπιβατών είς Σιχάγον
διά την "ΙΟχθεσιν χοί 1893. Τό μηχος τούτων θά
είνε 600 ποδών, 80 δηλ. πόδα; ολιγώτερον άΐτό τό
τοϋ «Μεγάλου 'Ανατολιχοϋ» θα ένωσιν δμως τρι-
πλασίαν δύναμιν έχείνου. Έν χαιρω δέ πολέμου
θέλουσι -/ρησιμεύει ώς όπλιταγωγά.
Ετήσιαι απώλειαι
Ή αξία των χαθ έκαστον ετος ναυαγουντων Αγ¬
γλικών ατμοπλοίων μετά των οορτίων τα:ν υπολογί-
ζεται είς 20,000,000 λίρας.
Παρηγορια
Γυναΐχες, μή φοβεΐσθαι τοθς αίονηδίους θανάτους,
διότι μεταξΰ όχτώ αίφνηδίων θανάτων άνδοών άνα-
λογεΓ εϊς εί5 τάς γυναίκας.
ΦυόΛκή έδδομάς
Οί Κινεζοι χα'ι οί χάτοιχοι τοϋ Θιβέτ ε/ουσι μί«ν
Ιβδομάδα συγχε'μένην έχ πέντε ημερών, είς α; ϊ/οα-
σι δώσει τα όνόματα τοϋ σιδήρου, τοϋ ξύλου, τοϋ
ύδατος, των πτερών και τής γή;.
Έκλογη κλητήρων
Τό Λονδίνον έ'χει εκατόν άστυνομιχούς χλητήρ*ς
6ψηλοτέροος των έ"ξ ποδών.
Δυστυχης έκδότης
Λέγεται ότι είς Παρισινός έχδότης εχει η2η 6'5
την χατο/4» τού τρια Ιχατομμύρια νέα μυθιστορή-
ματα έξό/ών συγγραφέων,άτινα δέν δύναται νά δια¬
θέση, άγνωστον δια ποίους λόγους
' (
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΓΣ1ΕΙΟΝ
•η Αειλή Φαληροπούλα
"Εργον γ/υπτιχης τοΰ έλληνος καλλιτέχνου χ. Γ.
Βρούτου. "Ιδε την έν σελίδι 65 αίσθητιχήν μελέτην.
Τό έργον ϊθϋχο τοϋ χ. Βρούτου, επι γύψου εισέτι
•'νε εκτεθειμένον «ν τω έργαστηρίω αϋτοϋ, χειμένω
ίπΐ της όδοΟ φιλελλήνων, παραπλεύρως τοϋ γρα-
ίείου τοϋ «Άττιχοϋ Μουσείου».
Μιχαήλ Μελάς
Ό χ. Μιχαήλ Μελάς', έξ Ηπείρου χαταγόμενος,
άπΕχατεστάθη άπό πολλών ήδη Ιτών έν Αθήναις.
Γλυχΰς χ«Ί μειλίχιος τό ΰρος, εΰγενής τόν χαρα-
' χ:ήρα, κατώρθωσε νά τύχη της συμπαθείας όλων
των συμπολιΐών τού, έο' ής ατιρο'ζόμενος έξξτέθη
δήμαρχος Αθηνών χα'ι έξελέγει ώς τοιούτος την 1
' Ιουλίου 1891.
, Την 1 τρέχοντος Όχτωβρίου ανέλαβε, χατά τόν
• νόμον, τα ΰψηλά αυτού1 εν τ») δημαρχία χαθήχοντα.
Επί τί) εΰχαιρία ταύτη το ο'Αττιχόν Μουσείω»
δημοσιεύει την εΐχο'να τού.
Ηαΰλος Ιωάννου
, Έγενντίθη έν Καστορία της Μαχεδονίας, ε»θ«
είσήχουσε τα πρωτΐ έγχύχλια μαβϊ|ματα.
• Τω 1849 ηλθίν είς Αθήνας χα'ι χ,ατετάχθη είς τό
Γυμνάσιον, διαχούσας τα Γυμνασιαχά μαθήματα
υπό τού; αειμνήστου; διδασκάλους τοΰ Γε'νους Γεν-
ναδιον, Χορτάχην, Βάφαν κα'ι ψαρραν.
Τω 1853 ενεγράφη εις τοΰς φοιτητάς της Ίατρι-.
χής, διαχούσας πάντα τα μαθήματα χ αι λαβών τό■
, δίπλωμα.
Τω 4858 μετέβη είς Γερμανίαν ίίρός τελειοποίη¬
σιν εν τή ιατρικϊ) επιστήμη παραμεΐνας επι 3 έ'τη έ«
Βιέννη χαΙ Βερολίνω, όθεν μετέβη είς Γαλλίαν επί
εν 'ε'τος χα'ι είς "Αγγλίαν πανταχοΰ δεξιώς ασχολη¬
θείς είς τήν' άνατομίαν, χα'ι χειρουργικήν επί τινάς
μήνας· έπανιλθώ/ τω τέλει τοϋ 1862 είς Αθήνας,
διωρίσθη άμέσως παρασχϊυαστή; της άνατομίας, χα'ι
τω 18(58 χαθηγητής τής Έγχειρητιχης μετά τοπο-
ΤΡ*=>- 'Ανατομίας.
Γ ώ 1879 εγένετο χοσμήτωρ τής Ίατριχης τω δέ
8ο—89 χα'ι 89—90 δ'ις χατα συνέχειαν συγχλητιχός·
Εϊέοοτο τω 181)5 σνσζηιιαηχτ)τ άταταρΐατ, βρα-
δευβίΓσαν Ιν τω Συμδουλιδείώ διαγωνισμω χα'ι ητίς
!*(χρι τοϋ 1888 εχρησίμευσεν ώς χάλλιστος χει-
ραγωγός των σποοδαστών τής Ίατριχης, ε'χδοθεΐσαν
δέ τρίς.
Τω 1884 έξί'δοτο / ιγιχάτ ιιέρος 'Εγχ€ΐρηζιχη:
χ*' ΑίΙρονργίχης, περιλαμβάνον τό τεχνικόν μέρος
τΪ! χεΐρουργικής, Χα1 τό ηρώΐον έν τί) ημετέρα
γλώσσ^ έκδιοομενον.
Ιω 1882 μετά τον θάνατον τοϋ μαχαρίτου Μπα-
λανου ανετέθη αΰτφ υπό τής Ίατριχης ΐχολής χ»ί
"Ι ίιδααχαλία των Άφροδεισίων παθών μετά τής
«.λινιχής «ΰτών, άνατίθείσης αύτω χα'ι τής οιευ-
"»οεως τοϋ νοσσοχομείου των μεταδκτιχών νοσημά-
μ· ΙΙρος τη κυρία δέ διδασχαλία τής χειρουργι-
.-*1!» μετα τής τοπογραοιχής άνα.τομίας Οπάρχει αΰτφ
«"«ΐεθεΐμένη χα'ι ή διδασχαλία των 'Αοροδεισίων
:«βών μετά τή( Κλινιχής αυτών.
Την ΙΙριτανείαν ανέλαβε τόν παρελθο'νΐα Σεπτέμ¬
βριον----Ό χ. Π. Ιωάννου «γει ήλιχίαν 56 έτών.
Ό στρατηγός Βουλανζέ.
, Ο Στραττ.γός Βουλανζέ άπό -ολλών ηδη έτών
«ησχο'λει τόν γαλλικον τύπον χαΙ έν γένει τό γαλ-
,'χον ε»"β·', οΰ/'ΐ τόσον διά την προσωπικήν το»
αίί«» όσον ου 11; δοξομανεϊς ίδέα; το». Ό βίθ(
τού δλος υπήρξε τρικυμιώδης. Ώς στρατιωτιχός
μετ" απαραμίλλου φιλοπατρίας ειργάσθη άναδειχθε'ις
εις πλείστας μάχας τού γαλλοπρωϊιχοϋ πολέμου,
ώς συνταγματάρχης το'ΐε, .πολλάκις δ' επληγώθη,
ίχ των πρώτων έν τώ πε5ίω τής μά/ης. Ώς πολι¬
τικάς 8μως πολϋ ολίγον έπηνέθη- δημαγοιγο'ς, δοξο-
μανής πολιτευτήί, καίτοι στερούμενος πολιτευτικής
όξίας κατώρθωσε νά (ρανατίση πολλοΰς υπέρ αυτού
χα'ι αν ϊγχαίρο,; δέν ελάμβανε τα μέτρα της ή δη-
μθχρατιχή χυόέρνηοις πολλοΰ χακοΰ θά εγένετο
Γ.ρόξινος είς- τό έ'θνος τού
' Ή ειτ'ι τοΰ τάφου τής έρωμένης τού αΰτοχτονία
τού εθεωρήθη ώς τό τελευταίον τού σφάλμα.
Ή χυρία Βοννεμαίν.
Ή χυρία Βοννεμαίν, χήρα, νέα χα'ι πολυθέλγη-
τρος είτε έξ ?ρωτος, εί'τε έχ ιριλοδοζίας Ιπ' έλπίδι
αΰτοχρατοριχοϋ στέμματος συνεδέθη τοσούτον μετά
τοϋ στρατηγοΰ Βουλανζέ, ώστε, ώς λέγουν, χα'ι
χρηματιχως τόν συνετήρει.
Απέθανε Ιβδομάδας τινάς πρό τής αΰτοχτονία;
τοϋ έραστοΰ ττ,ς.
Μνημεϊον Γαριβάλδη
Τό ΜνημεΤον τοΰ Γαριβάλδη', τοιούτον οΤον δη-
μοσιεΰεται έν τη 61 σελίδι τοΰ «Άττιχοϋ Μουΐείουΐ
απεκαλύφθη έν Ν'.χαία τη 22 παρελθΛτος Σεπτεμ-
βρίο» (4 Όκτωβρίου). Είνε έργον τοΰ γνωστου
γάλλου άνδριαντοποΐοϋ Δελουα.
*0 Γαριβάλδης φέρων τό «6ποκάμισον» των μα-
νων μετα γλυχύτητος κα'ι ένταυτψ μεθ' ύπερηφανείας
τεΐνει τό βλέμμα, ανδριχόν χαΐ χαρτεριχώτατον.
χ. ΜιΛζ. Χρ. Έγχανθα___Τό διήγημά σας δέν
μϊς ϊμεινε χαιρός νά" τό άναγνο'ισωμεν Ιν χάση
ϋμως περιπτώσει είνε πολΰ ίχτενές χα'ι έπομε'νως
δέν δυνάμεθα νά τό δημοσιεύσωμεν. "Αν άκολουθεί-
τε την σειράν τοΰ δ'. ίτους τοΰ «Άττικοΰ Μου¬
σείου» θά Ί'δετε ότι είς ουδέν φύλλον Εχομεν συνέ¬
χειαν αρθρου τινος άπό προηγουμένο» άριθμοϋ,
Άπεφασίσαμεν νά τηρήσωμεν τό σύστημα τουτο
χαι δέν δυνάμεθα νά τό παραβώμεν. Εάν νομίζετι
ομως ότι δυνάμεθα νά έπιφέρωμιν απλώς κρίσιν
τίνα επί τοϋ Εργου σας περιμένετε τό προσεχές
φύλλον αν δχι, 'ε'λθετε ή στείλετε νά τό ζητήσετε.
~Α~
Βοσκω. 'Ενταΰθα.— Είνε δυνατόν νά σϊς ίδω¬
μεν ; Λάβετε, αν θέλετε, την καλωσύνην νά περά¬
σετε, άπό τό γραφείον τού «Άττιχοϋ Μουσε'ου»
θά μας εύρητε ώς επι τα πλεΓστον πρό μεσημβρίας.
χ. Κ. Φ. Κλ6. Είς Αλεξάνδρειαν.— Τό ποίη-
μά σας μας εφάνη έξο'/ω'ς ωραίον χα'ι θά ήτο ΐαως
ώραιότερον άν δέν έχάμνετε τόσην χατάχρησιν τοϋ
συστήματος Ιχείνο» τής γαλλικής στιχουργίας τοϋ
νά μεταβαίνωσιν αί προτάαεις άπό τοΰ Ινός στίχου
εί; τόν έτερον. "Εχει όμως τόσα αλλα πρθϊερήματα
τό ποίτ,μά σας ώστε παραβλέπει τις τάς μιχράς
ταύτας ποιητιχάς ίδιοτροπίας σας. ©ά τό δημοσιεύ-
οωμεν εΰχϊρίστως.
χ. Γ. Ο. Π. Πάτρας. —Περιμένομεν χα'ι ίλλα. ■
*. Εν. Αάγ'. Ένταΰθα.— Τό ποίημά σας -χει-
ρότερον άπό τό 8ιήγί,μ*. Εΰρετε χϊπο.ον νά σάς
συμβουλεύση καΐ νά σάς ποδηγωτήση. Σίς λείπουν
κα'ι αύτα'ι αί πρώται γνώσεις, ϊσως δέ χΐ ή δέουσα
ήλι«(α όπως άντιληφθήτε την τέχνην.
Αγτώστω Δίσποιγϋι.— Άφήσατε την Σαπφώ
χα'ι ζητεϊτε νά μάθετε πώς αίσθάνονται οί ποιηταί,
διότι, λέγετε δέν πιστεύετε τα όσα γράοει 5) Βΐθ - .
(]11βνί1Ιβ Ιναντίον των ^Εχετε δίχαιον νά μή τα
πΐστεύετε φϊίνεται, θά τί^Ηαθε αυτή άπό χανένα
ποιητήν αστατον. Τό α'ιθημα των χοιητών είνε
άβυσσος χα άν θέλετε, τό χαλο'ν σας, «Λοφύγετε τάς
αβύασους* βνθυμηθεΤτε τόν στίχον εκείνον τοΰ Λα¬
μαρτίνου :
Ρΐυ.3 ^ 3θη(1β ΓΒΟίιηβ, Ιιβΐαβ! ρΐυβ ]β
ΐΓϊ'γ ρβΓ(3δ.
-Α-
Παραζί/ω.— "Εχετε άδιχον η έν τω «'Λττι-
χ«ΐ> Μουσείωο δημοσιευθείσα είχών τής Ββσιλοπου-
λας είνε ή τελειβτέρα χαΙ 5) νεωτίρα, τής όμοιάζ'ίΐ
δέ ΰπερβολιχά. Άπο'δειξις ότι χ«ι η Ι11ϋ8ΐΓ!ΙΙίθη
άπό την ιδίαν φωτογραφίαν έδημοιίευσε την εΐ¬
χο'να της. *
χ. Δ. 1. Μ. Ζάχυνθον,— 'Εδιωρθώθ/) χατά
την επιθυμίαν σας. Σας εΰχαριστοΰμεν. Σϊς ζη¬
τούμεν συγγνώμην ότι δέν σας έγράψαμεν ιδιαιτέρως,
αλλά ουστυχως δέν μας εμεινε χαιρός.
—*·-
χ. Μ. Λρ. Είς Σμνργ'ηγ,'— Ελήφθη, αας εύ-.
χαριστοΰμεν θά δημοσιευθή προσεχώς, σχέσις όμως
8ά γ!ν^ περ'ι τοϋ πώς θά εκτελεσθή. Τό ΰποσ-/εθέν ;
Χ. ΑΓ. Φ. Πιιραια.— Ελήφθη Ή κρίσις προσ¬
εχώς· ίσως είς τό ίπόμενον φυλλάδιον.
ι
Χ. Γρ. Μπ. 'ΕνταΟθα. — Τό ποίημά σας ελήφθη.
Λαμβάνετε την καλωσύνην νά περάσετε άπό τό
Γραφείον τοϋ «Άττιχοϋ Μουσείον» πρό μεσημβρίας;
Πτωχω ΚαΧΛιτΐγγτι. Ενταύθα.— Τό αΰτό πιρί-
«ου λέγει χα'ι 6 ΒθΙΙββυ :
ΕΙ (163 ςα" υη ωοΐ ρΐ&ϊβαηΐ νϊβηι Ιυιτβ &
(ηαοη βδρΓΪΐ·
)β- π'άι ροίηΐ (Ιβ Γβροβ ςα'ίΐ ηβ δθίΐ βη έοπΐ.
Ε. Ο. ΤΠ631Θ. Συνδρομή «ίήφθη ίξαμ. δσον
άφορα τό μουσιχόν τεμάχιον προσεχώς. — Μ. Λ-
Μ. Γαλάζιον άρ. 2 χά; 3 έστάλησαν είς Κόρθιον
"Ανδρου, άν άπωλέσθησαν γράψατέ μας. —Ι. Τ.
Κυδωνίας· 2 συνδρομα'ι ελήφθησαν εΰχαριστοΰμεν
δ ΰμέτερος ανεψιός θά μας εύρη πάντοτε χαι προθύ-
μους χαΐ φίλους τού.— Κ. Στ. Θ. Έστάλησαν.—
Κ. Α. Β. Πϋργον. Ευχαρίστως σϊς ενοιχιάζομεν
αυτάς υπό τόν όρον εάν τό έργον σας ίτυποΰτο
ενταύθα- .τουτο δέ διά τόν φόβον βλάβης τινός.—
Αλ. Σ. ΒθϋΟθαΓββΙ. Συνδρομή ελήφθη ενεγράφητε
χ«ι φύλλα απεστάλησαν,—Βιβλιοπωλείον αί ·Μοϋ-
ααι».— Άλεξάνδρεια— Συνδρομή Όϊ. Χ. (ν
Καιρώ ενεγράφη χα'ι φύλλα απεστάλησαν.— Κ. Γ.
Γ. Μητυλίνην διά Β'. φοράν, λάβετε τα έλλεί-
'ποντα χα'ι υπομονή.
Έξεδώθησαν έν καλλιτεχνιχωτάτη εχδόσει χα'ι
Ιπι χαλοϋ χάρτου
ΣΕΛΙΑΕΣ ΠΗΙΡΟΑΟΠΟΥ
δν συγγραφεύς είνε ό ί,μέτερος συνεογάτης Χ. Κ ί-
μων Μιχαηλίδης.
Υπό τόν τύπον ημερολογ'Όυ εχτελ/σσεται όλο-.
κλήρον δΐτ'γημκ, μεσιον αΐαθήματος λεπτότατον και
^ευγβνών ΐδεών έ'-/£ΐ 'σελ'δα; αίτινες αφιχνβΰνται
μ£/ρι πάθους [Η σε ρα τής διτ]>τ]σεω; -νε'χει τό¬
σον το ενδ αο=ρθν και Ιλκύίΐ τοσούτον χον ανβγνώ-
στην, ώστε αδύνατον «' «ρχ'"5 τις ΐήν άνάγνωσίν
,του -/ωρ'ις να ερθάσΐ) μ^χρι τέλους, λιπούμενος ότι
τό άφινει άπό τϊ}ς χείρα;. Ά» μάλιστΐ ό συγγρα¬
φεύς τού εζήτει π=ριασοτέραν άφέλε: αν χα'ΐ φυσιχο-
τητα έν τί, γλωααΐ), περισβοτέραν ψυχ','/ογιχήν α/ι{-
θειαν έγ τ?, έξελίξει τοϋ βεματός τού, το έργον βί.
ήτο ?οως πολύ#άνώΐερο/. Αλλΐ /αι μεθ' όλα ταϋια'
λ! ΣίΛίόις Ημερολόγιον δι» παύουν ν» είνε ,αικρθν
χαλλιτ6/ντ,μ.α κα· ώ;, το ούτον τίς συνιστώμεν εχ-(
Βύμως.
ΦΑΣΟΥΛΗΣ "ΦΙΛΟΣΟΙΌΣ
Ι*Ο νεος τόμος των πο'τ,ματΐιΐν τού* κ. Γ. ^θι>ρη(
6 υπό χον τίτλον ΦαοονΑηίϊ ΦιΑόαοφος, ήρξατο
έ*τυπαόμ.ενας εν καλλιρ/ν·.κ(»)τάττ( εΑ?οσει, έσται δ'
έτοΐμος περΐ το τελος τού τρ^οντος ρ,τνό;,
Θά τΐματκι τριών ορα^μών δια τό εσωτερικόν
και τρών ιρράγκων διά το -ίξωτερ'κον (μή συμπε ·
ριλαμβανομε'νων των τα^υορομικών τ·λώ/).'—■ Α·ν· »
,γιλλία αΰτοΰ είνε κατατεθειμένα και εν τω γραφειίω
το9 «ΆττΕκοΰ Μο»>σείου».
-------------------------»--------*-----------------------------
, . ΣΤγΑΤΙΔΤΚΚΑ ΔΚΙΙΓΗΙΙΑΤΑ
*Υ*ίεό τον τ'τλο. τοΰ-.ον ό «γαπτ,τος η^ων συ-
νεργάτΓ,ς και εκ πλείστων άλ)ων εργα»ν του'γναισΓθς
διηγηματογράβο; κ. Γρηγοριος Ξενοπο^λος αγγε'λ»
λΐι την προσε/ή έκδοσιν το'μου, 8ν ω θ* συμπερι-
λαβη τί Εξής διτ,γτίματα
1* Ν* γ'ντ,ζ αξιωμα-χός-—- 2. Επί τοΰ π;δ ο^
της μ-χης—■ 3. Ό πόλεμος και ή Είρήντ,—. 4.
Όμοιοπαθητικ/, — 5 Εί; Εΰελπτς— 6. Κίς τό
σκοτθς— 7. Μονο^α/^ία— «**. Το πυλΐκιον-— 9.
Το χαθτ(κον τοΰ σκο^οϋ—10. Στρατιωτική Οίκο-
γενε.α. Γ^ ■βιβλίον κομψόν κα'1 μετα χρωματιστοΰ
έξωφύ)λθυ, ε'κδθθι^αεται, έντός ΐου τρέχοντος μηνός
Όκτωβρΐου, θα ττ'μα.ται δέ δ^α/μής.
Άγγελι'α αΰτοΰ πρό; εγγράφων συνδρομητων είνε
κατατεθειμενη και «ν τω γραφε'ω τού «Άττικοϋ
*ΑγγεΑΛεται ή έκδοσΐς των έργων τοθ 'Λνδρέαυ
ΡηγοτΕθίλυυ 6πο τοΰ Εν Πάτραις δ.κηγορου Β. Κ.
Καλλιοντζεη ο?πς υπήρξεν είς των αϊίνοτάτων και
αγ3ΠΓ(τών φ'/ων αυτού.* Τα εργα ταυτα 6' αποτε-
λέτωσ τρείς τομους, οΓτινες 6ά φέρωσι ,τόν τίτλον :
1ΙΟΛΙΤΙΚΟΣί ΑΓΩΝ .
Έν τω πρωτω βιβλίω θέλει προταχθη ή Εικών
τοΰ συγγραοεως.
ΑΑΕΞΛΝίΡΟΤ ΦΙΛΑΛΕΛΦΕΟΣ .
1 ?ΚΑΡΙΦΗΜΑΤΑ
" ΕΚ* ΤΟΥ ΑΝΑ^ΪΟΝ Α1Μ0Κ ΤΑΞΕΙβΙΟΥ ΤΟΥ
Υπό τον τίιλον τούτον ό χ. Άλίζζνδρος Φιλα-
δελφευς αγγέλλει την προσέχη ΙχΙονιν το'μου, ενώ
περισυλλεγε: παν ο,τι εχει σχέσιν πρός την εν Γι-
ρυργεβω Ι Ιινεττισνημιακήν αποστολήν κα: άλλας τού
ταξειδ'ου τ&υ έντυπώΐε^ς. Άντ* πάσης αλλης επε-
ξηγ^σεωί τού τι'τλου τοΰ αγγελλομί'νου τόμου, άπο-
σπώμεν ολίγας γραμμάς
β"Ε&Γικα οέ εΐ^ τό τομ'δ.ον, όηερ προτίθεμαι τή
συνδρομτ; των ενδ'αφερομένων συνδρομηταί μου νά
£κδώσα>, τόν τίτλον Σκαριφήαατα, καθότι τάς εν-
ΐυπώσΞ'ί μ'^υ ε/ τού ταξειδίου και τα αλλα γεγονότα
ερριψα νωπα χα· σχεδον ακαΐέρ§γασΐα και άνευ μ = -
γάλης ένο'τητος πρός άλληλι ίπ τού /αρτου.»
Τιμι) : εσωτερικόν ορα/_· * 150.
» ε'ξωυερι/ο^ ορ. /ρ. 2,00.
.,ΕΞΕΔΟΘΗ
ΑΧΑ2ΤΑΣΙ0Υ Χ- ΜΑΑΤΟΙ'
■ ' * *
Δ. Φ- και /αθηγτ,τοϋ
ΓΡΑΗΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΓΕΡΙΪΙΑΝΙ ΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ
Θεωρητικίι καχ πρακχχκτι.
Κατα την μέίοδο» Οβδρβν^ΟΕί
Ε^ρ:σ«εΓαι παρί τοίς Βι6λι»Γ.ωλΕ!»ς
χαι Μπέκ *
' Προιεχώς #χ3οθτ(σοντα! Β' μίρος (ΓερμανιχοΊ
Λιοίλογοι) Χ«ΊΓ' μίρος (ΓΈρμανιχά 'Λναγνώσμα,τα)
Α Π ΑΡ.ΑΙΤΗΤΟΙ. ΔΗΛΩΣΕΙΣ
ημέτερον γραφείον άπ εύθείας την συνδρομήν των, όδός Φιλελλήνών άρ 24, μεθ' δ θέλουσιν εκδοθή και θέλουσι
σταλή πρός αύτούς αί περί άποτίσεως άποδείξεις.
Οί δέ κ. κ. συνδρομηταί τών'Επαρχιών π*ρακαλοΟνται έπίσης όπως συμμορφωθώσι μ έ την άνω δήλωσιν άποστεί-
»σι δμως «π' ευϋείας πρός την διεύθυνσιν τοΒ α'ΑττικοΟ Μουσείου» την συνδρομήν των όσον τάνιον ή μόνον
αχιον ή μονον
τη Κωνσταντινί-
παοελθον ετος
Οϊ· έν Αθήναις κ. κ. συνδρομηταί ήμώ
ένεκεν άλλαγ?ίς
οί έν τω
ρακαλοθν
Γπενθυμι^μεν^ και πάλιν εις τούς κ. κ. συνδρομητάς και πράκτορας ημών τούς μή άποτίσαντας την συνδρομήν
οθ -αρελθοντος ετους, νά^σπειίσωσιν πρός εξόφλησιν αυτής. Υποθέτομεν, δτι και οί ϊδιοι βλέπουσι τάς δαπάνας1 τοθ
ύλλου και ελπίζομεν δτι δέν θέλουσι ^αδυνει επί πλέον την εκκαθάρισιν των λογαριασιχών των υποβαλόντες ήαας
τοθ
ψύ
είς ματαίαν άλληλογραφίαν και είς άπώ-λειαν χρόνου.
Οί δΰο προηγοΰμενοι τόμοι τ·0 «ΆττικοΟ Μουσείοθ», τιαώαενοι άντί 12 δρ. διά τό εσωτερικόν καί' 15 διά το
εξωτερικόν, εις τούς συνόροαητβς ημών και είς τούς νεωστί έγεγραμμένους προσφέοονται μόνον άντί·8 δρ. διά τό Ιτ
σωτερΐκον και 11) ψρ. διά το εξωτερικόν. ' '
• --------------------------------;-------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------■----------------------------
Έπίση; οί «Χειμώνανθοι»— συλλογή ποιημάτων υπό Ιωάννου Πολέμη—τιμώμενοι άντ· δρ. 3, είς τοίς συν-
όρομητας ημών προσφέρονται μόνον άντί δρ. %2 διά τα εσωτερικόν και φρ. 2 διά τό εξωτερικόν.
: ■ 1 · '
• · ■ · . . ί
ω
ι-
9ϋ ι
Ε-
·;; . .,ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΦΤΑΟΑΟΓΙΚΗ ΟΙ ΚΑΑΑΙΤΕΧΝΙΚΗ ΕΠΙΘΕίΙΡΗΣΙΣ' *
1 ΣυνδρομΛ έν Ελλάδι έ.τ. δρ.10. Έί,άιι. δρ. 5.—Έν τω'Έξωτερικω έτ. φρ. χρ.12.Έξάμ. φρ. 6. -Τιμη φύλλον λ. 3Ο.Έξωτερ.λ. 50.
' Έκδίδοται δΐς τοϋ μηνός ,ττί 15· καΛ 30. — Γραφείον έν οδώ Φιλελλήνων άρνθ. 24. ■
ΑΘΗΝΑ115 ΟΚ ΩΒΡϊΟΥ 1891
ΙΐΕΤΘΤΝΤΑΐ
ΟΛΕΜΗΣ
.. ΕΤΟί Δ'.-ΑΡ. 7
. Η Α. Μ-.' Η ΒΑΣΙΛΊΣΣΑ ΤΗΣ ΡΟΥΜΑΝΙΑ! ΕΛΙΣΣΑΒΕΤ
ΤΟ ΑΛΟΓΟ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗΑ
— Κατα τον Ενη8ΐ νοη
/έν ε/εις σταθλο άερικο καί στολισμένο σπίτι,
καί μέ /ορτάρι ύρόσερό γεμάτο τα παχνί σου ;
Μήνα καί δέ σε πότισαν καί νηστικο σ άφηκαν;
Σέ νοιώθουνε 'σάν λα/ταρε?ς, σοθ δίνουν 'σάν γυρεύεις;
Πε'ς μου άλογο βασιλικέ, πές μου ά'τι ζηλεμμένο.
—Μέ νοίώθουνε 'σάν λα/ταρώ, μοϋ δίνουν σάν γυρεύω.
—Πές μου ιχλογο βασιλικό, τ' είνε καί σέ πικραίνει ;
Γιατί μοθ στέκεσαι βουβό, γερμένο τό κεφάλι ,·
Πές μου γιατϊ δέν χλιμιντρας, /αρούμενο σάν πρώτα,
δταν πηδοθσες την αύγή περήφανο ς τάν κάμπο ;
Γιατί τό μάτι σου γοργό 'σάν πρώτα δέν άστράφτει ;
Γιατϊ δέ σείς τή /ήτη σου καμαρωτό σάν πρώτα ;
—Δέ χλιμιντρώ δέ /αίρομαι γιατ'ι πονεΓ ή καρδιά μου.
Ό βασιληάς μέ ξέ/ασε, ό άφεντης δέ μέ θέλει.
Τί τοΰκαμα καί μέ ξε/να, καί μονα/ό μ άφίνει ;
Δέν μέ καβαλλικκεύει πειά, καί πάει ενας γρόνοζ.
Σήμερα τα /αράματα ήρθαν κοντά μου πάλι.
Μέ στόλισαν σά· μιά φορά μέ τα /ρυσα στολίδια,
μοΰ 6άλαν σέλλα κεντητή καί χάμουρα άσημένια.
Χλιμίντρησα καί ρώτησα : 'Σ το βασιληά μέ πατε ;
Μ' έκύτταξε ενας γέροντας, σταυλίτης άσπρομάλλης,
έβογγιξαν τα στήθια τού, γεμι'σανε τα μάτια,
Καί μοΰ πε : Ναί, 'ς τό βασιληά, έγώ^ήρθα νά σέ πάω.
Καϊ πάμε πέρχ μακρυα 'ςένα φαρδύ σωκάκι.
Άγνάντεψα τούς άρ/ηγούς ποθ πήγαιναν μαζή μας,
δταν λαλοθσε ή σάλπιγγα τραγοθδι τοθ πολέ^θΊ,
•α έγώ μέ τόν άφέντη μου περήφανο πηδοθσα.
Μουθούνισα κ έκύτταξα νά ΐόώτό βασιληά μου'
μά ήρθαν δλοι, δλοι τους, μόνον αύτος δέν ήΐθε.
Κι' άκουσ' άντάρα μακρυν^, βουίή, φαρμακωμένη,
ώσάν νά πέφταν /ώματα σέ άνοι'γμένο λάκκο,
κ' είδα ενα άμάξι νά περνα άνάμεσα 'ςτάν κόσμο,
καί τό τραβοθςταν ά'λογα όκτώ μαυροντυμένα.
Άργά, μονά, λυπητερά βαροθταν ή καμπάναις,
καί μ· εβαλαν νά περπατώ πίσω άπ' τό μαθρο άμάςΊ.
'Απόμεινε άοεια ή σέλλα μου, καί κεΓνος δέν εφάνη !
Καί πηγά άπο κοντά άργά, κι' άργά, άργα πατουσα.
Χίλιοι οε^ιά, χίλιοί ζεΐοιά, καί γίλ'.ο'. άττό πίσω,
χίλιαις χιλιάδες ήτανε, κανείς λαλιά δέν ύ/ε,
κ έμπρος: μακρυά, άτέλειωτη τραβοθσε ή μαΰρη στράτα.
'Σ την πόρτα σάν έφτάσαμε στάθηκ' άγριεμμένο.
—Χωρίς τον καβαλλάρη μου δέν πάω παραπέρα !
Είς τούς παληούς καλούς καιρούς, 'σάν εβγαινα 'στονκάμπο,
καμαρωτο 'ςτή ρά/η μου τό βασιληά μου ειχα.
Ανέμιζαν τον κορνιαχτό ψηλά τα πέταλά μου,
καί μιά φωνή χ_ιλιόστομη όλόγυρα βροντοθσε :
«Καλό ς τονε το βασΐληά», λέγαν τα παλληκάρια,
«Καλώς σάς ηδρα σύντροφοι», τούς άπαντοθσ ό γέρος.
Καί -ιόρα πάλι, σήμερα, θά ξαναρθή 'σάν πρώτα,
καί θά ρωτήση καί ί)ά ειπή : ΠοΟ είνε τ' άλογο μου ;
και θά κυττάξγ) γύρω τού, γιά νά μέ ίδη, νά μ' εύρη.
Αφήστε νά σταθώ έδω, να τόν άκαρτερέψω.
Τα χαλίνάρια δάγκωσα, άγρίεψα άφρισμένο,
κι άπο τό γέρι λύθηκα, ποθ άγάλ',α τό τραβοθσε.
Χά, κι' ό σταυλίτης έρχεται, τή χήτη μου χαιδεύει,
καί μοϋ μιλεΓ καί ζρέ-χοννε τα δάκρυα τού ποτάμι.
—Μή μοθ άγριεύης, εννοια σου, περήφανο μου ατι'
δ βασιληα;, ο γέρος σο·ο έδω κοντα μου είνε.
Τον επνιξαν τα κ)άμματα, δέν εΐπε άλλο λόγο,
καί τό κεφάλι γύρισε, καί μοθ 'δειξε τ' άμάξι.'
Δέν ξέρω πώς, δέν ξερω τι μέσ' 'ςτήν καρδίά μου μπήκε
και μοθ κοψε τα ΰπατα σά δίκοπο μαχαΓρι.
Όλθί βουβοί, βουβό κ' έγώ 'ςτή μακρυνή τή στράτα,
έπήγα πάλι άπά κοντά κι' άργά, άργά πατοθσα.
Εχω καί σταθλο άερικό, και στολισμένο σττίτι.
καί μέ χορτάρι ύροσερό γεμάτο τα πας/νί μου,
μέ νοιώθουνε 'σάν λαχταρώ, μοθ δίνουν 'σάν γυρεύω.
Μά πέστε μου. ό βασιληας πότε θε νάρθη πίσω ;
Δέν θά 'βγη πειά, δέ Οά προβή άπ' τα ψηλά παλάτι;
'Σ τό ά'/ογό τού τό πιστο δέ θ' άνεβή σάν πρώτα;
Δέν έ'χετε φωνή, λαλιά ; έΐουβαθήκατ ολοι ;
Τι κλαΐτε, κλαΐτε γ'όρω μου ; τί κλαΐτε καί βογγατε ;
—Σώπ' άλογο βασιλικό, καί μή ρωτας τί κλαΓμε.
Δέν το τραβας νά σοθ τα ποθν, δέν είνε νά τό μάθης...
1ή /ήτη την περήφανη κρέμασ την κάτω, κάτω,
κι' αυτό τό χώμα ποΰ πατεΓς, μή σκάφτης μέ τα νύχια.
Ειν' άγιο χώμα, καί βαθειά σκεπάζει πεθαμένους.
1 όν πεθαμένο μή ξυπνας, κουράστη κα'ι κοιμαται.
Αγγκλοσ Βλαχοι
ΜΥΣΤΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
Η ΝΥΞ ΤΟΥ1 ΓΑΜΟΥ
ρ2£? ί νυμφίοι ήσαν άκρως υυγκεκινη-
Μ κρατοϋσα την ννμφικήν
χείρ των εφαίνετο ύ.πο-
τρέμουσα είς έκαστον παλμόν της καρ¬
δίας τ6)ν. 'Λλλά ποία διαφορά μεταξϋ τίϊς
• ουγκινήΰεως έκατέρου ! Ό νυμφίος, μόλις
ύπερδάς τό τριακοστόν ίτος της ήλικίας
τού, εΐίπορος, επιστήμων, μετά την πα¬
γίωσιν της ίατρικής πελατείας τού ευρί¬
σκετο κατά την στιγμήν ταύτην είς τό
κατώφλιον ιοϋ μεγάρου τής εύτνχίας ώς
έκ τού λάμπρου 'ύπό πάσαν έποψιν συν-
οικεσίου τούτου, καί έξήστραπτεν έξ εϋ-
- θα'.μονίας. Δέν ήτο μέν γάμης έξ αίσθή-
ιιατος ό μέλλων νά ένώση τάς δύο ταύ¬
τας νεαράς ύπάρξεις, τάς τόσον κατά τό
φαινόμενον ομοίας κατά την γέννησιν,
την μόρφωσιν, την νεότιιτα, τόν πλοΰ-
!τον. 'Αλλά μήπως άπαιτεΐται πάντοτε
ίρως διΊ νά εϋτυχήση δν σνζυγνκόν ζεϋ-
,.γος ; Δέν εγένετο τό συνοικέαιον τουτο
, μέ τάς ευχάς καί τάς εύλογίας των δύο
οίκογενειών καϊ μέ τάς ,έπιδοκιμαΰίας ο¬
λοκλήρου της κοινωνίας ; Τοιαϋται σκέ¬
ψις άντηνακλώντο επί τής εύγενοΰς καί
νόήμονος μορφής τοΰ νυμφίου, καί οί
ύγροί οφθαλμού χου έσπινθηροβόλουν έξ
ΐύδαιμονίας καί μακαριότητος. "Ιίστρι.φεν
ένίοτε τό γλυκύ τού ρλέμμα πρός τούς
γονεϊς τού μειδιών έλαφρώς, ώς νά έλεγε
πρός αύτούς, «Μή φοδεϊϋθε ! .όέν μέ βά¬
νετε. Θά σάς άγαπώ έπίσης όπως καί την
■ ■ Έλένην μου!» "Ολα αύτά άνεγινώσκομεν
επί τής μορφής τ,ου, ημείς οί προσκεκλη-
μένοι. Άλ?ά καί ολοι έπίσης ένομιζον ότι
ηώςήλεκτρος ώχρά μορφή τής νύμφης,οί
μεγάλοι γαλανοί όφθαλμοί της,είς τό άκρον
. των οποίων μόλις διέκρινε* τις άναβλύζον
δάκρν, τό άλλόφρον καί εκστατικόν βλέμ-
μα της, τό βαθέως άνασειόμενον στήθος
της, καί η τρομώδης τής λευκής λαμπά¬
δος δόνησις, δλα αύτά ένομιζον ότι προ-
ήρχ ντο έκ τής παρθενικής συγχινήσεως
τοϋ γάμου. «Τί ταιριαστό άνδρόγυνο ! τί
εστνχισμένον συνοικέσιον!.. ηκούον νά ψι-
βυρΐζωσιν έκ θαυμασμοϋ οί γείτονες μου
πέριξ τής ΰτρογγύλης τραπέζης, δπου
■κατώρθωσα νά πλησιάσω μεθ' όλον τόν
. 5υνωστισμόν τοϋ πλήθους των συγγενών
καί φίλων. Τάς σκέψεις ταύτας ηκούον ,
έγώ, και έκίνονν την κεφαλήν μου θλιδε
£>ώς, διότι εγνώριζον, ότι μία ψυχή, έν
πνεϋμα έπτερύγιζεν έν τω μέσω τής εύ-
ρείας αιθούσης, τι -ίίνχη τοϋ φίλου μου,
δΰτις πρό πέντε μηνών απέθανε είς τάς
αγκάλας μοιΐ προφέρων τό όνομά της. Ό
ταλαΐπωρός μου φίλος εΐχε την δυστυχίαν
" νά μή είνε ουτε Ιατρός οϋτε δικηγόρός,
οϋτε άξιωματικός. "Εγραφε μόνον ώραίους
5τίχους, έδημοσίευεν λίαν ένδιαφέροντα
διηγήματα καϊ μυθιστορίας, άποζών μό-
λις έκ τής πνευματικής τού εργασίας,
Λ όποία τόσον ένταϋθο πενιχρώς άντα-
μείδεταν έπειδη δμως δλα αύτά δέν αν-
τιστοιχοιίν οΰτε πρός τδ έπάγγελμα ενός
γραφέως Κίρηνοδικείου, ό πατήρ τής 'Κ-
λένης, πλούσιος κτηματίας, έπέπλαξε μέ-
χρι σκαιότητος την αγαθήν κόρην την,
ήτι.; ετόλμησε νά τω ύποδείξ^ δειλά δει-
λά τόν φίλον μου ώς τόν εκλεκτον τής
καρδίας τής. Ίίκείνη 2κλαυσε ενα, δύο
μήνας, ΰπέφερε μέχρι κλονισμοϋ τής
ύγείας της· άλλ' ώς καλή κόρη, λοΡονσα
κάλλιστα παραδείγματα 'παρά τίς απο¬
θανούσης χριστιανής μητρός της, απε¬
φάσισε νά ύτακούση είς τόν πατέρα της,
καί νά λησμονήση εκείνον είς τόν οποίον
εΐχε δώσει την καρδίαν της. Τόν έλησμό-
νησε. Ήρωϊσμός ή δε'ιλία δέν τό έξΐτάζω.
Ό φίλος μου δμως δέν ηδυνήθη νά φχλο-
σοφήσι^ καί έχαρακτήριΰε την απομά¬
κρυνσιν της ώς προδοσίαν, μετά τόν τςιθ-
μερόν εκείνον δρχην τόν οποίον είχον
όνταλλήξει. «Νά καίεται αίώνια ή ψυχή
μου Ης τόν άλλον" κόσμον αν σέ λασμο-
νήσο),» εϊπε έκείνη «.Νάποθάνω άν δέν
γίνης ίδική μου·- είπεν έκεϊνος. Καί έ-
τήρηΰε τόν δρκον ·του. πέθανε μήν^ις
τινάς μετά την σκληράν απόφασιν της,
όπως τόν λησμονήση. Δέν έΎραφε πλέον,
δέν ηδύνατο νά εργασθή, κα) ίιίως ΐσως
απέθανε τόσον ταχέως, κατέπεσεν ώς τα
φΰλία τού φθινοπώρου, διότι δέν εΐχε τα
μ,έσα να θεραπεΐ'θή, η μεγάλη ,έκείνη
καρδία, τό δξοχον έκεϊνο πνεϋμα. Ί-ξέ-
πνευσεν είς τάς άγκάΛας μου φιθτφίζων
τό όνομά της. ϋυτε κατάρα, οΰτε ϋδρις
καμμιά άπό τα χείλη'του. Μόνον στινμάς
τινάς πρίν έκπνεύση, τό ρλέμμα τού, ώς
νά διέκρινε μυριάδας πνευμάτων, τα ό-
ποϊα τοϋ ετεινον τάς χείρας, έλαβεν έ.κ-
φραΛιν άρρήτου μακαριότητος, ήνοιξε τάς
άγκάλας τού ώς νά περιεπτύσσετο αόρα¬
τον τίνα ψυχήν και έκφωνήσας έν μέσω
στεναγμοϋ τό όνομα τής'Κλένης, έκλειαε
διά παντός τούς ούρανίους έκείνονς οφ¬
θαλμούς. Διηγήθην" τ'ά παθήματα τοϋ φί-
λουμουείς μίαν κόρην, άλλοτε συμμαθή-
τριαν τής 'Κλένης καί πιστεύω ότι τα διε-
βΐδαΰεν είς εκείνην.Έλπίζω νά έμ&θε πώς
είχε φονεύσει διά τής προδοΰίας της τόν
άδελφικόν μου φίλον. Κατώρθωσε νά λάδω
πρόσκλησιν είς τόν γάμον τας διά να
13ω την μορφήν της, διότι πρό πολλών
μηνών δέν ηδυνήθην νά την Ιδω οΐττε
είς τόν περίπατον, οϋτε είς τό παράθυ¬
ρον της, οϋτε είς τόν εξώστην της. Μίαν
μόνον εσπέραν την είδον μακρόθεν είς τό
θέατρον τοϋ Φαλήρου δπου παριστάνετο
Λ -Λουκία»- καί μοί εφάνη συγκεκινη-
μίνη καί ολίγον ώχρά. Άλλά μήπως ή
συγκίνησις της προήρχετο έκ τής παρα-
φροσύνης τής ήρωϊδος τοϋ Βάλτερ ±κώτ,
ή έκ τής άναπολήσεως τοϋ δυθτυχοϋς
φίλου μας; "Εκτοτε δέν την- έπανεϊδον
πλέον. Καί δμως έφλεγόμην έκ περιερ¬
γείας νά την Ιδω, νά μάθω 4ν είχε τύψεις
ΰυνειδότος, αν τόν ενθυμήται άκόμη. Τίιν
έμίσουν.' Έπίτηδες μετέβην είς τόν γά-*
μόν δια νά τι;ί έπαναφέρω είς την μνή-
μην της τό φόσμα τοϋ, φίλου της. Ν ά τόν
ενθυμηθή έν μέΰω τής εύτυχίας της, έν
μέσω των τόσων όνείρων τοΰ γάμου, ιπσρσ
τό πλευρόν τοϋ ο"υζύγου της. Νάντικρύΰη
τοϋς οφθαλμούς μου καί νάναγνώΰη έν-
τός αυτών πόσον υπήρξεν δνοχος, ποίον
υπήρξε προδότις. Καί έπήγα...
Άλλά διατί μόλις την ήτένισα, έπαχ'σα
νά την μισώ πλέον ; Μήπως ή ώχρότης
της, ή όποία υπερέβαινε την ?χυκότητα
τής λαμπάδος της, κατεπράϋνε την αγα¬
νάκτησίν μου, ή μήπως μέ συνεκίνησαν
οί ύγροί όφθαλμοί της, οί όποΐοι έφαίνον-
το χύσαντες αφθονα δάκρυά, ώς έξιλαστή-
ριον δρόσον διά την φλεγομένην ι]?υχήν
τοϋ φίλου της; Δέν γνωρίζω. "Ο,τι δμως
δύναμαι νό βεδαιώσω, είνε ότι μόλις· την
είδον τόσον ώχράν,τόσον έκστοτικώς άλλό-
φρονα,τό μΐσος έκεϊνο, ή έκδίκηόΊς έκείνη.
την όποιαν έπνεον εναντίον της, ήσθάν-
θηαν ότι έλυονε σιγά, σιγά έντός μου ώς
κηρίον καί μέ κατέλαβεν άλλόκοτος συγ¬
κίνησις. Επερίμενα νά την Ιδω άπαΰτρά-
πτουσαν έξ εύτυχίας υπό τΛν λευκήν
γαμήλιον έσθήτα της, εύδαίμονα έκ των
εύχων καίεύλονιών τώνο"υγγεν6)ν της, καί
ή 1;5έα αύτη μοϋ έ^ερε την ανάμνησιν
τοΰ προδοθέντος φίλου μόν. "Αλλά μόλις
την είδα με τό βλέμμ'α έκεϊνο — Θεέ μρυ,
τί Γίλέμμα ! —τό οποίον ένόμιζες δτι έβλε¬
πεν αόρατον κόσμον πλήρη ψυχών καί
πνευμάτων, κατελήφθην υπό ρίγους» Τό
βλέμμα έκεϊνο άνέπεμπε μυστικήν τίνα
λάμψιν, όπως αί έκστατικαί παρθένοι'τοϋ
Μουρίλλου. Μίαν φο^άν μόνον είς τάς αρ¬
χάς μέ ήτένιϋε παρατεταμένον καί είδον
δτι ή λαμπάς έδονήθη περισσότερον είς
τάς κρινολεύκους χείρας της. Κατά την
στιγμήν δέ ποϋ είπε τό ξεψυχισμένον έκεϊ¬
νο ν α ί είς τόν αρχιεπίσκοπον, δπιιΤθεν
τοϋ όποίου ίστάμην,μοί εφάνη δτι τό βλέμ-
μα της διήλθεν ταχύ ώς άστραπή επάνω
μου. "Επειτα μέχρι τοΰ τέλους τοϋ μυ-
στηρίου, κατά την διάρκειαν τοϋ όποίου
εφαίνετο άποϋσα μακράν, πολΰ μακράν,
είς κόο"μους δλλους, άπέφέυγε έπιμόνως
νά μέ άτενιση. Μίαν ή δύο φοράς την εί¬
δον καρφώνουσαν τούς οφθαλμούς της είς
την φλόγα τής λαμπάδος, ή όποία μοϋ
"εφάνη 5τι έτρεμόσβυνε ώ£ άπό αόρατον,
μυο"τηριώδες φύοΊιμα πνεύματος περιϊ-
σταμένου &νωθεν της. Μήπως αμάγε ήτο
η πνοίι της, ή όποία εξήρχετο βιαίως από
τό άναΰειόμενον στήθος τής, η μήπως
ήτο ή άνήσυχος ι['υχη τοϋ φίλου της, Λ
όποία πτερυγίζουσα όργίλη Ανωθεν τής
τής νυμφικής λαμπάδος προσεπάθει νά
την σβύση ; Ιίαί ή ώχρότης της, ένόοω τό
μυστήριον τοϋ γάμου έφθανεν ες τό τέ-
λος τού, ελάμβανε παράδοξον ήλεκτρώδη
ΰτιλπνότητα, ηροΰδίδουσαν μ-υστηριώδη
αίγλην είς την ξανθήν κεφαλήν της.
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ
Μετα τό «ΉοΌΐα χόρενε» βρο^η έξ αν¬
θέων δρρανε τοϋς νυμφΐους καΐ επι των
λευκών ατεφάνων των έσκορπίζοντο υπό
των στενών σνγγενοιν δράκες έκ πετάλων
ρόδων. Όλων τα πρόσωπα άπήότραπτον
έκ;αράς καί βύτυχίας." Οί γηνεϊς τού
γαμβροϋ 'καΛ ό πατήρ της νύμφης έφαί-
νοντο πλέοντες εις πελάγη εύδαιμθνίας
, καί ήσ'πάζον'το άδιακρίτως όλονς τοϋς
, προσκεκλημένους.
Ό γαμδρος ήτο είς τό κατακόρυφον της
εντνχίας τσυ, καί άπέδιδε την ώχρότητα
της νύμφπς είς την ευνόητον συγκίνη¬
σιν τοϋ νμεναίον.'Ί1 μονσι'κή ευθύς μετά
τό πέρας τοθ γάμου ήρξατο παιανίζονοΌ,
φαιδρότατα τεμάχια. Οί -συγγενεϊς κατά
τόν βαθμόν της όνγγενεΐας, παρήλαννεν
κατά σειράν πρό τοϋ νεαροϋ ζεύγονς
άο"παζόμενος αύτό καί ερχόμενος είς αύτό
υγείαν, ευτυχίαν, πολντεκνίαν'. Τα κ ο ύ¬
φ έ τ α καί τα διάφορα άναψυκτικά επί
μεγάλων πολυτίμων δίσκων διενέμοντο
αφειδώς είς,τους προσκεκλημένους. Ή εύ-
φρόσυνος νύξ'τοΰ γάμου έλαμπεν,,έκ τώ*
άφθόνων φώτων, των πολυχρώ^ων έσθή-
των καί των πολυτίμων αδαμαντω*ν.
Παν τού εύτνχή μειδιάματα καΐ δάκρυα,
μεθνσηκή άπόπνοια άρωμάτων καί αν¬
θέων, μαρμαίροντες τράχηλοι καί ώλέ-
ναι. Άλλ' έν τώ μέσω τοϋχειμΛρρου τού¬
τον των μύρων, των χρωμάτων, των φν-
των, Λ ολοέν έπιιεινομένιι ώχρότης τής
νύμφης άπετέλιι δι" εμέ, μόνον δι' εμέ
παράδοξον άντίθεσιν. Είχον άναγνώόει
είς την ψυχήν της ώς είς ανοικτόν βι-
όλιον. Λέν είχε λοτπόν ληύμονήσει εκεί¬
νον ' Τόν ένθνμεΐτο λοιπόν άκόίΐη καί'είς
,τάς νψίστας στιγμάς τοΰ νμενναίον ! Πα-
ρήλασα καί έγώ τελέυταΐος ενώπιον των,
όπως τούς εύχηθώ. "Εσ'φιξα την χείρα της
καίήσ··ανθηγ φυχρότητα μαρμάρ,όν νά πά-
γώση τίς φλέβαςμον. Είς την ευχήν μόν
«νά ζήσετε» Λ-, ειρε τούς κάτω νεύοντας
■ οφθαλμούς της, καί'είς τό ' βάθος των εί·
ώον τιϊ« αυτήν μνστικήν λάμψιν, τόν ό¬
ποιαν καί είς τούς σδύνοντας οφθαλμούς-
τοϋ φίλον/ της," ένφ η ίκφρασις τής μορ-
φης της μοί έλεγε μέ ϋφος έπιπλήξεο>ς,
• Να ζήύω.! καί ό όρκος μοί·; . Μέ κατέ¬
λαβε φρίκη. Εξήλθον είς τόν εξώστην,
όπως άναπνεύβω. Έστήριξα τΛν κεφα¬
λήν μου έντός των δνο χειρών μου, καί
ανεπόλησα τόν φίλον μοί·, τόν'καλόν μου
φίλον. Μεθ' δλον δέ τόν θόρυβον τής αι¬
θούσης ήκουσα πεμιίομβοϋσαν εΐς'τά ώτα
μου μνστικήν ·φωνΐιν, λέγοτ.'ο·αν μοί, «ΚΙ-
μαι έί>ώ ! Κΐμαι έδώ».
Άπό τοϋ έξώστοι μέ τοί-ς δακρυσμέ-
νους οφθαλμούς μόν πορετήρησα μετ" όλί-
νον ζεύγη χ'ορ*υτών κολνμβώντα 4είς τόν·
Οτροβιλώδη ποταί'όν^ τής μο'()»κής τοΰ
Στρύονς. Έν τιΐ ένταόει τής έξημμένης
φαΨτασίας μου έξελάμβανον τό όπινθηρο-
βολοθν έκ τής1 μετάζης καί των ,άδαμάν-
των πλήθος, ώς χορόν πνευμάτων, έν τω
μέΟΊρ δέ αυτών τι'ιν νύμφην, ώς λευκήν
ψιχήν πτερυγίζουΰαν μεταξύ ρτρατιάς
άγγέλων. Εί(ίήλθον ή αάλλον ώρμιϊϋα είς
τήν αίθοι-ο'αν ώθούμενος υπο αόρατον σι-
δηράς χειρός, καί ή αυτή φωνή 'έψιθύρι-
ζενεί;τά ωτά μόν . λ'ό^ενσέ- την! Χόρενσέ '
την!» .νΐτι-/ανικώς πως ίίρέθην πρό τοϋ ά-
νακλίντρου επί τοϋ όποίου έκάθητο μόνη
ή Ελένη Ήτο κατάκοπος έκ 'τοϋ στροβί-'
λον. Εφαίνετο συντετριμμένη. Λεπτόν
ράντΐσμα Ιδρώτος έθτεφάνωνεν ώς μαργα-
ριτώδες ΰτέμμα τό κάτωχρον μβτωπόν της.'
Μόλις έμάντενθε διατί την έπληο"ίασα, άν
καί έξιιντλημένιι, ανηγέρθη ζωηρώ;, έρ-
ρίφθη επί τοΰ βραχίονός μου, ώς νά ένέ-
διδεν είς ύκατανώνιστον μ'νστηριώδη έλ-
ξιν, ήτις την ώθει πλησίον μου. Χορεν-
όατε ! Χορεύσατε'» ψ,οϋ έλεγεν ή φωνιά
αλλά κάπως όργίλη την φοράν ταύτην.
Καί άνάρπαστοι υπό ίσχυρσϋ μαγνητικοΰ
ρενματος έστρεφόμεθα, έστροδχλιζώμεθα,
περιεδινούμεθα ώς νά μάς έκάρφωναν ά¬
νωθεν πτερά είς τοϋς &μους μας, έγ φ είς
τόν φλογερόν αιθέρα αγνω.στος, ούρανία
μογσική έρρύθ[/ιζε τό·πτερωτόν ρήμα μας
«Χορεύσατε ! Χορεύΰατε!» Δέν είξεύρω άν
Λκουε καί αύτη την παράδοξον έκ>ίνην
άρμονίαν, άλ,λά τό βλέμμα της προσελάμ-
βανεν ολίγον κατ' ολίγον άόριστον έκστα-
σιν, προσηλούμενον είς το κενόν. ,"Η-'
κονον, ναί.' ΊίΙκουον την καρδίαν της
πάλλουσαν μέχοι διαρρήξεως τό δέ ήμΐ-
γνμνον ο"τήθός της βιαίως ^ΐνεκολποϋτο
υπό την ενδόμυχον τρικυμίαν τής ψυ-
χής της. "Λν καί προσκολλημένη επί·
τοϋ βραχίονός μου ως βελ'όνη είς τόν
μαγνητικόν σίδηρον, ^ατώοθωσα να την
άποΰπάσω· καί έρρίφθη επί τοϋ άνακλίν-
τ^ου υπέρ ποτε ώχρά. Ό ίατρός σύζυ-
γός της ίντρομος την επλησίασε· άλλά
μετ" ολίγοι',καθησύχαΰεν λέγων είς τούς
γονεΐς τού μετά ηρέμου μειδιάματος:
— Είνε συγκίνησις ! δέν έχέι τίποτε !
*
£ τινάς στιγμάς ή μονσική κατέ-
πανσεν. ()ί προο"κεκλημένοι φαιδροί ανε¬
χώρησαν ό είς μετά τόν άλλον. Ί'ό φώτα
έαδεσαν. Ή ίχρίν θορυδώδης καί έξαστρά-
πτουσα αίθονόα εγίνετο σκ«τεινή, φοιτι-
ζομένη μόνον αμυδρώς υπό τοϋ λύγχνου
τοϋ παραπλεύρως κειμένου κοιτώνος, έν-
τ^ς τοϋ όποίου ή περίχρυσος νυμφική
κλίνη μέ* τα ροδοβαφή κλινοσκεπάσματα
άνέδιδε μυστικήν τίνα λάμψιν. Προσκλί·
νων ό ννμφίος επί τής σύζυγον τού έξη-
πλωμένης επί τοϋ πλησίον τής κλίνης
άνακλίντρον, μέ λέξετς τρυφεραο άγάπης
καί Ουζυγικής Ίτό"ργής προσεπάθει νά
την ένθαρρίΐνη καί νά την» καθησυχάό'η,
διά την συγκίνησιν της. ΊΙ Ελένη τρέ-
μουσα ώς τρυγών σννεσπειροϋτο είς -οήν
γωνίαν τού άνακλίντρου. Ό ΰύζυγος ένό-
ησεν ότι έπρεπε νά τίιν αφήση.1 μόνην
κατά την πρώτην νύκτα καί άσπασθείς τό
μέτωπον της εισήλθεν εί,· τό παρακείμε-
νον τοωμΑτιον. Μυίνασα μόνη, ώρμησεν
εί£ τό παράθνρον καί άν ίξασα αύτό άνέ-
πνευθε θορνδωδώς. "Ησθάνετο την ανάγ¬
κην νά κλανσι,ι, όλλ' οί έξογκοϋντες τό
στήθος της λνγμοί έξέσπωνμόνον είς ύ-
ποκώφονς ο"Γόνονς."Ησφιγγε μέ τάς χείρας
τό στιϊθος νόμίζουσα, 'ότι όϋτω θά άνέ-
6λνζον τό δάκρυά της. Δάκρνα οΰδαμοϋ.
Λέν ηδύνατο νά κλαύο"η. "Αόρατος χείρ
περιέσφιγγε τόν λαιμόν της ναί ώς δφις
συστρεφομέγη κατέπεσεν επί- τοϋ άνα¬
κλίντρου πάλιν μέ έξηπλωμένονς τούς
Ρραχίονας της. 'Λλλά καί εκεϊ άνατινασ-
ΰομένιι είς έκαστον στεναγμόν της "υπό
των έσωτερικών έλατηρίων τοϋ άνακλίν
τρου, τα όποΐα εφαίνετο ώθοϋσα μυο"τικη
δύναμις, δέν ηδυνήθη νά κλαύση. «Δά¬
κρυα, ΙΙαναγία μου, δάκρυα δός μου»,
καί έπεσε γονυπετής πρό των βίκόνων,
των οποίων ή κυ,νδήλά είχε σδύσει. μετ-
άλίοκότου 'τριγμοϋ. Άλλά ώς νά εΐχε διά
παντός στειρεύσει ή πηγή των δακρύων
της, οί όφθαλμυί της έμένον ξηροί, πάντο-
τεξηροί. Άλλόφρων ηγέρθη καί σΰρομένη
μηχανικώς έρρίφθη επί τής κλίνης, όπως
άναηαυθή.'άλλά φωνή παβαδόξως· βομ-
δοΰσα είς τα ώτα της. τή εψιθύριζε «'Ο
δρκος σου Ι ό δρκος 5ου !»,Τότε έκτείνασα-
τοϋς τρέμοντας βραχίονας πρός την άγ¬
νωστον φων{ήν, πρός'τό Λνωθεν τής κλί¬
νης της πτερυγίζον πνεϋμα, ήγίρθη ό¬
πως σφίγξη αύτό είς τό άσπαΐρον στή¬
θος της, καί κατέπεσε μετά πατάγου επί
τοϋ δάπεδον...· ·
'Αφυπνισθείς £κ τοϋ θορύβου ό ο"ϋζυγος
ωρμησεν είς τόν κοιτώνα τής σύζυγον
τού. Ίδών έσδεσμένην την κανδήλαν ίρ-
ρηξεν κραυγήν τρόμου. Εζήτησε φώς καί'
εκάλεσε την υπηρέτριαν. Ψηλαφητεί έν·
τφ σκότει δΊηυθύνθη πρός την κλΐνην,
άλλά προσέκρουσεν 6πί τοϋ έκτάδην κεί¬
μενον σώματος τής γυναικός τρυ. Την
ήγειρεν έκ' τοϋ πατύματος' καί την έξή-
πλωΰεν επί τής κλίνης προσπαθών έν τφ
σκότει νά ανοίξη τόν στηθόδεσμόν της.
Την Στιγμήν εκείνην ήύπηρέτρια εισήλθε
κρατοΰσα κηρίον. Είς την θέαν τής θα-
νασίμοΐ/ ώχρότητος τής"κυρίας της, ώπι-
σθοδρόμησεν έντρομος 'Ο ίατρός έστήριξε
τό ούς τού επί τής καρδίας τής σύζυγον
τον. Λϋτη εΐχε πανσει πάλλονσα Ήτο
νεκρά.
— «Ώ Ελένη ! » είπεν ό ίατρός κατα-
πίπτων επί τοΐ( θερμοΰ σώματος της,
• έπασχε λοιπόν ΐι καρδία σου, καί τύ
ήγνόουν;
Ττάν στιγμήν εκείνην έο"6υσε τό κηρίον
είς τάς χείρας τής υπηρετρίας, ήτις έμ-
δρόντητος έγονυπέτησε πρό τής κλίνης,
ποιοϋΰα τό σημείον τοϋ σταύρον :
«Μέγας εί Κύριε !» ■
Γεωργιος. Στρατηγησ.
Έν τώ χαφενείω.
Α—Καί ΐί θά χαμ(Ζί όζαγ σα; τνχΐ)
μου.
β—θά τό }ώσω
Έν συναναστροφή.
Έ χ εί γ ο ο — Εϊσαι ι) μόγη χόρη ι) όποία
όύγαΐαι τα με χαιασζήαΐ) εντνχη.
Έ χ ε ί γ η. (άχχιζομέγη)—Λ^ά ζό πιστίύσι·) ',
Έχεϊγος'— ^Υα», άγάπη μου, _^·ω δοχιμά-
ηι χόαα: ά.ΙΛας !
Φιλικάς διάλογος.
Α—Πα>ζ έπίύΛήθησαγ άπακτα-τά άγΐίτνπα τωτ
ποιημάτωγ σου ;
Β—ΛΤαί, ό θεΐόί. μου τα ήγόραοίΥ ολα.
Α—"Ιαως ί»ά νά σώστ) τ>)ν οϊχο^εΓειαχι/Γ τιμήγ.
Κ Τ Ι Σ Τ Α
ΣΤΑΓΟΝΕΣ
Ή Πρόοδος ο'ικοδομή είναι μεγάλη—φέρει Ίπάρχονν ανθρωποι οί όπιίϊοι δέν γνωρίζονν νά χά-
καθείς τον λίθον τον' ό είς λόγονς, βονλάς, ό άλλος νούν μόνοι τόν καιρόν των οί ανθρωποι αύτοι είνε ή
πρι'ιζεις—και καθημερινώς την κεφαλήν της αΐρει μάστιζ των εργαζομένων."
χΐ ΒονίΧ
' -*■
Η σκέψις είνε μ'ια πνοή, άλΧ ή πνοή αυτή σνν-
ταράσσει τόν κόσμον σύμπαντα.
Βίχτωρ 'Τγγώ
Λογικενειν έν τω ερωτι ίσον χάνειν τό λογικόν.
ΑΙ; δέ Λβαχινας.
ίνα ή γενεά αυτή γνωρίση ευτυχίαν
, άδολον, και μακράν ζωήν και πλούτον και σοφίαν
χωρις Ίδρωτα ποταπόν 'ή δονλην εργασίαν.
φ
. Θύελλα, αίφνίδιός τις σάλος
εάν επέλθη, σωρηδόν οί άγαθοί εργάται
ϋ'ρμωσι και τό φροΰδον των νπερασπίζοντ έργον.
Φρονδον, διότι καθει-ός ό βίος δαπαναται
υπέρ μελλούσης γενεάς, κακώσεις, πόνονς στέργων,
Οί περισσότεροι άνθρωποι νομίζονσι, ότι διορθοννταυ
άλλάσσοντες έλαττώματα.
Βαλτούρ
'ΑλΧ ή μνθώδης γενεά ουδέποτε θά ζήση. ,
Η τελειότης τον αυτή το έργον θά κρημνίσ-η
κ έκ νέον πάς ό μάταιος κόπος αυτών θ' αρχίση.
Εάν ήπατήθης άπαζ, αϊσχοζ είς τον απατήσαντά
σε' άν ήπατηθης δίς, αΐσχος είς σέ.
'Λραβικη
ΚϋΝΪΤ. Φ.
Σ' ΕΝΑ ΔΑΦΝΟΚΛΑΔΟ
Από τής δάψνης τό κλαδι κανεις δέν περιμένει
τοϋ ρόδον τή μοσχοβολιά τον> μενέζέ τή χαρι'
είνε λονλονδι πον κανμός στά φΰλλα τού δεν μένει
γίατί τή δόζα σιήν καρδιά γιά άγάπη ίχει πάρη.
Ή ευτυχία... δλοι όμιλονν περί αυτής, ολίγοι δμως
την γνωςίζονν.
Κυρία Ρολάν.
Τα φονσκωμένα μναλά όμοιάζουν τα άερόστατα: ό
έλάχιΰτος ννγμός τής σατνρας ή τής θλίψεως τα ζε-
φονΰκόνει > .
Κυρία Ζταΐλ.
..-»·■
Μή λέγε πάντοτε δ,τι σκέπτεσαι, σκέπτον δμως πάν-
τοτε δ,τι λέγεις.
Έδμι6ν5ος Άμηοΰ
Μ απο δυό μάτια γαλανά π όλόγνρα σκορπίζουν
(ΐναλαμπη γλνκόφωτη μέ "ζάρες ένωμένη,
πον χιλίους άλλονςλογισμονς μέ μιαςτούςάνεμίζονν, , „ , ,
κηι τ! «„ ' λ _,·,., / τα ετιΊ, κο-ι όια των οποίων αναγωρονσαι αί φαντασιο-
και τι κανεις δεν καυτερει και τι δέν πεοιμενει; , ?/ , Λ » ,ν«'.«' ι>υ
πΑηζΐαι της νεοτητος σνναντωσι ερχομένην την πείραν.
ΑΊ ρυτίδες είνε αί άτραποί, τάς οποίας άνέσκαψαν
Α. Γρ. Μπουρκιασ
ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΑΝΑΜΝΗΣΙΣ
(Τον άκαό'ημαϊκοϋ Υ1β Ε.-Μ. άβ Υθ()Ηέ).
^ό ατμόπλοιον Τ ά ν α χ ς των Θαλασ"-
Α',σίων ΔιαπορΘμεύσεων έκαμπτε τόΤαί-
ν^-ναρον άκρωτήριον. Καθ" όλην την_ η¬
μέραν ό πλούς ύπιϊρξε,θαυμάσιος άλλ6 'πε-
Ρ* την δύσιν τού ηλίου, ότι έπλησιάζομεν
τον κόλπον τής Κορώνης,ό καιρός ήρχισε
νά· μεταβάλλεται. Αί αΐφνίδιοι των άνέμων
τροπαϊ είνε συχναΐ παρίι την ελληνικήν
β^Τ!ίΓ~δΚ£)αν δνθα συναντώνται τριών
"'""""'τα ρεύματα, Οραυόμενα ' ' ~
"θννήσου. Σπανίως έπανευρίσκει τις έν
τΨ Λγαίφ χίιν γαλήνην, την όποιαν κα-
«λΐπεν είς την Ά5ριατικην καΐ τάνάπα-
νν '1ην έυπέραν εκείνην η καταιγΐς ήρ-
ρτο έκ τοϋ στενοϋ των Κυθήρων η νύξ'
ησίαζεν, Λ θάλασσα ήτο μέλαινα καχ
έξηγριωμένη, δ ούρανός συννεφώδης κα
μελαγχολικός. Πρός τό μέρος τής ξηράς,
την οποίαν παρεπλέομεν, ό ΰι^ητενης τοΰ
Ταϋγέτου δγκος ώς μελανόν τεϊχος έσκί-
αζε τόν όρίζοντα. Έκ τής άπεράντου θα¬
λάσσης, ην είς τό μέρος τουτο δύναται
τις έλευθέρως νά φαντασθφ έκτεινομένην
μέχρι τής άφανοϋς εΐσέτι Αίγυπτον, ό ανε-
μοςκαΐ τα κΐΐματα έπήρχοντο μετά μεγα-
λου θορύδου. 'ύ καταιγις έμαίνετο επι των
Ιστίων καΐ έβόα έντός των θυρίδων. αϊ
πλευραΐ τοϋ πλοίου έξέπεμπον τοϋς ά-
παισίους έκείνους τριγμούς, πρώτην οΐ-
μωγην τοθ μέλλοντος να ΰυντριβή υπό
των κυμάτων σ,κάφους. Ό Τ ά ν α ϊ ς έν
τούτοις ουδέ κατ' ελάχιστον έλαττώσας
τΛν ταχύτηχά τού, εξηκολουθεί μετά θάρ-
ρθυς τόν πλούν τού, ένψ τα, άπό ΰτιγμής
είς στιγμήν έξογκούμενα κύματα μετβ-
δάλλοντο πρό αυτού άπό κινητών όρέων
εις κρημνούς άποτόμους. Δέν γνωρίζω
θέαμα μεγαλοπρεπέστερον κα διδακτι-'
κώτερον τής νυκτερινής πορείας μεγάλου
πλοίου δι" έκτενοϋς πβλάγους και έν
■καιρώ τρικυμίας- ή πελωρία άτμομηχανή,
Λτις πρό όλίγου έ"τι, έφ' δσον ήτο ήμέρα
και ή θάλασσα γαλήνιος, εφαίνετο τόσον
Ισχυρά, τότε μόνον φαίνεται δ,τι πράγ-
ματι είνε, ελάχιστον δήλον ότι καΐ γε-
λοϊον μόριον διασχίζον τό αΐωνίως μετα-
ίαλλόμενον άπειρον υπό τόν σκοτεινόν
ούράνι >ν βόλον δρώμενοι οί εϋκαμπτοι
ούτοι ίΰτοί, τ1 Ισχνα ταύτα έξαρτήματα,
φαίνονται οί άνθρώπινοι (3ραχίονες έπτο-
ΠΑΡΝΈΛ
ΓΟΥΛΙ ΕΛΜΟΣ Β'·
-.-..· ......Λ
•Λ *%
•·,·3
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΑ: Μ ΑΜΠΕΛΟ,Σ—ΕΡΓΟΝ Ε. ΠΡΟΣΑΛΕΝΤΗ
ι '
ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΊα: Ι2ΠΑΝΙΚΗ ΑΝΑΜΝΗΣΙΝ ΕΙΚΩΝ ϋ·'ΡΕυ$5ΙΕΚ
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ
ημένοι έπικαλούμενοι την έξ ϋύ,ονς βοή-
θειαν ί'ρμαιον των μεγάλην κυμάτων το
ο"κάφος φέρεται ϋπ' αυτών ώς κέλυφος
ώοϋ. ώ? μήλον, τό οποίον παίζοντα τα τέ-
ρατα ταυτα ύίτττουσι πρός αλληλα. Καί
έν τούτοις αίσθάνετπί τις ότι ό άνθρωπος
ένεφύΰησεν είς τό εΰθρανο'τον τουτο σκά-
^>ος ψυχήν καοτερικήν καί γενναίαν, θέ¬
λησιν πεφωτισμένην, ικανήν νά ύπερνι-
κήο"η τάς ίδιοτροπίας των στοιχείων ό
μθιάζει τό ξύλινον τουτο Λκεΰος πρός
πλήρη ανθρώπινον οργανισμόν έχη τα
μέλη καί τα κινητηριι αύτοϋ ρνανα Ινα
ένεργφ καί ίνα άμύν;·ταν έχει έν τω μέσω
την φλογειάν αύτοϋ καρδίαν ί-χει μάλι-
5τα καί εγκέφαλον το έκ χαλκόν κιβώτιον
έν τω οποίω πάλλεται ή βελονη τής πυ-
ξίδος, εναίσθητος ώς ή καρδία, σταθερά
καί διοραιικιι ώ, ό νυΰς, ψέρουσα είς αΐ¬
σιον τέρμα το κινδυνεύον τουτο σωμα.
"Ανθίσταται, ύπερπηία ή μικροσκοπική
πλήν γενναία αυτή διάνοια, τούς πελω-
ρίονς έκείνους όγκους των κνιιάτων, οί
όποΐοι έπέρχη^ΐαι μακρόθεν, έκ τοϋ ορί¬
ζοντος, καί ψέμθνται άληθώς τ ιϋτα παν-
ταχόθεν, εκ της Λ-ΐκελίας, της 'Αφρικής,
της Ιυρίας καί τοϋ Λίγαίου· νομιζει τις
ότι θα κατασΐ'ντρίψουν τό πάν διά της
πληθυος, τού θόρυβον καί της όρμή5
αυτών έν ττί φρίκι,ι τής ζοφω^ονς ταύ¬
της νυκτός, το σύμτ-αν φαίνεται εγ-
καταλελειμμένον εις την άλογον ταύτην
μανίαν. ΙΙλϊιν αι δυνάμεις αύται είνε τν-
φλαι καίαλο>οι, γεννώμεναι καί θνήσκον-
σΌ» ταχέως, ο'τερούμεναι θελήσεως καί μή
δννάμεναι νά οΊ/ναΟπισΐ'ωσιν ή μικρο-
σκοπική διανοτα έπιμένετ, άντιπηυέρχε-
ται ταύτας έπιδεξίως, αφίνουσα αύτάς νά
συντριβώοΊν άφ' έαντών καί άναλαυβάνει
την πεφωτισμένην .αυτής πορείαν : έν
ο"μικρω βλέπει τις έν τούτο) τό προαιώ-
νιον τοϋ σύμπαντος δράμα, την εικ)το-
χον τοϋ άνθρο>πίνου πνεύματος πάλην
κατ6 των ανυποτακτων της φύσεως στοι¬
χείον. Ούδαιιοϋ δύναταί τις νά έννοήση
αύτην κάλλιον, διότι ενταύθα ό δνθρω-
πος μετάγγ'.σεν ολόκληρον την έαΐ'τοϋ
διάνοιαν είς τό έκ των χειρών τού έΡελ-
θόν Εργον, είς τό πλοϊον τουτο τό κατα-
σκειΐασθέν υπό σοφών, τό νυδερνώιιενον
•ίιπό άνδρων γενναίων ... Πόσονς τωόντι
γενναιονς άνδρας είδον έν τη θαλιίσίΐη !
Την εσπέραν ακριβώς ταύτην, μοί διηγή-
θησαν περί ενός έξ αντών.
ΚΙχον πάλιν κατέλθη είς την αίθουσαν
τοϋ ατμοπλοίου. Οί νενναιώτεροι των τα-
ξειδιωτών ήσαν 1υνηθροισμένο πέριξ τοϋ
Ιατροϋ καί τοιδ πράκτθρος των ταχυδρο
μείων, οί όποίοι δπαιζον ζατρ'κιον. Ό
πλοίαρχος ι^ος δέ
II...
καταλιπων πρός
στιγμήν την γέφνραν ήλθε καί αητός
είς σννιιντησίν μυς> ώποθέιΐας τό απο-
στάζον έκ τής 3ροχης καί των πιτυλι
ϋμάτων της θαλάσσης πιλίκιόν τού, εζή¬
τησε ποτήριον π ώ ν τ ς καί έλαβεν μέ
ρος είς την ιΐννδιάλεξιν. Ώς συνήθως είς
τοιιύτας περκ1;άσεις, ό λόγος ήτο περί
ναυαγιων καί καταστροφήν. ') πράκτο>ρ
των ταχυδρομιον ίκαμνε τάς κυρίας νά-
νατρνχιώσι διά των αμφιβόλου καλαισθη-
σίας διηγ'άσεών τού.
Ότε ό Κος δέ β ... έκάθισε πλησίον η¬
μών, νεαρά τις ι-.ΐ'μία έντρομος ηδη εκ
των διηγήσεων τση ταχνδρομικοίί πρπκ·
τορος. επιθυμούσα νά συγκινηθή, 6τι μάλ¬
λον, όπερ είνε ήδονη μεγίστη, παρε¬
κάλεσεν αυτόν νά διηνηθιϊ δραματικόν τι
επεισόδιον έκ τοΰ είκοσαετοϋς αύτοϋ θα-
λασσινοϋ 3ιογ. Ό πλοίαρχος έμειδίασε
καί ϋφωσεν έλαφροις τούς ώιιηνς, ώς ιΐκε-
πτικός γέρων, τόν οποίον οί έγγονοι αύ¬
τοϋ παοακαλοϋν νά τοίς διηγηθνί παρα-
μι·θια μέ φαντάιίματα. Μετά τινάς στιγ-
ιιάς ο'ιω^IΤ^ς καί άμφι^ολίας καθ' άς ύπέ-
θετέ τις αυτόν παλαίοντα κατά δυσάρε¬
στον άναμνιήο·εως — ό πλοίαρχος άνέκρα-
ξεν — "Κ λοιπόν ' είς τό σχολείον μανθά¬
νομεν τα ρητά των άρχοίων'Κλλήνων κοί
Ρωμαίων- άλλά τί τα θέλετε, άφήσαμεν
ημείς είς τής νήίίους Καροΐ6αΓ, μίαν φο¬
βεράν νύκτα ώς αυτήν, ενα δυστΐίχη ναύ-
την 6 οποίος ήτο πολύ άνώτερος άπό ο-
λοΐ'ς αύτοΐτς τούς άγύρτας της αρχαιότη¬
τος». Καί ήρχισε νά ηάς ίηηγηται την
ακόλουθον ιστορίαν, τίχν οποίαν έκθέτω
ένταϋθα κατά λέξιν ίνα μή κατ' ουδέν
παραίλάιΐ'ω την άπλότητα καί τό τραχύ
αυτής θαλαοΌΊν'ιν ΰφος Περί της πραγ¬
ματικότητος αυτής ουδαμώς άμφιίϊάλλω,
καλώς γνωρίζων ότι οί ανθρωποι ούτοι
είδον τοιαϋτα καί τοσαϋτα ώστε δέν ευ¬
ρίσκονται είς την ανάγκην καί να έπι-
νοώσιν :
• Ήν ίτει Ιιί.,.Λ ΜαχητΛς απέπλευ¬
σεν άπό τό Χερβοϋργον όπως ένωθη ιιετά
τοϋ στόλον, ό οποίος έστάθμευεν είς τάς
'Λντίλλας, "Πμην τότε νποπλοίαρχος, εί¬
χον δέ μεταξύ των Οωρακωτών μοτ, νού-
την τινά Νορμανδόν, 6 οποίος είχε λάίϊει
πρό τινος όδειαν απο·σίας διά νά νυμ-
φεΐ'ΟΓϊ· εί'ρίσκετο άκόμιι είς την υπηρε¬
σίαν τοϋ πλοίου, μας άναμένων νά δια-
δεχθφ τόν πενθερόν τού, άλιία μικροϋ τι¬
νος της Νορμανδιας λιμένος καί ίδιοκτή-
την τριών 'λέμθων ώς έκ τούτου οί λοι¬
ποί ναΰται μεγάλως ΐόν ύπολήπτοντο
καί τόν έθεώροΐ'ν ώς σημαντικόν ύποκεί-
με.νον. 'Ήτο άλλως τε είς έκ των άρίστων
ναυτων τού πλοίου μας· εάν εγνώριζεν
ολίγα γράμματα, θά ήτο πρό πολλοϋ ύπα-
ξιωματικος.
«Μέχρι των νΛσων το ταξείδιον μας
υπήρξε έξαισιον ("ιταν εισήλθομεν είς τάς
Καροΐΰας ή θάλασσα ήρχισε να εξαγριοΰ-
ται, πλησίον δέ τής Γοναόελούπης μας
κατέλαβιν ίσχνρός βορειοανατολικός άνε-
μος. "Οτε επήλθεν ή νύξ, τό στενόν ήτο
μέλαν ώς στόμιον κλιδάνου, ό άνεμοΰτρό-
6ιλος έσχιζε τα ίστία, τα δέ κνματα είσ-
ώρμηόαν έντός τοΰ πλοίοιτ, τό οποίον
μετά μεγάλας δισκολίας εξηκολουθεί την
πορείαν τον ηδύνατο τις νά παρομοιάση
τάς κινήιΐης αύτοϋ πρός τάς ταλαντεύσεις
των υπό τοϋ άνέμου ριπιζομένων έκ χαλ-
κου λεκανών, τας οποίας οί κονρεϊς άναρ-
τώσιν ίξωθεν των καταστημάτων τα>ν.
Την νύκτα εκείνην ημιιν τής υπηρεσίας·
διέταξα νά καταίιβάσωσι τό Εν μετά τό
δλλο άπαντα τα ίστία.— Κάμπτοντες τό
άκρωτήριον τοΰ 'Ανίοΐί Πέτρου ηναγκά-
σθημεν, διά ν' αποφύγωμ^ τής ύφάλους
αί οποίαι είνε πολΰ έπχκίνδυνοι κατά τό
μέρος έκεϊνο, ίτι περισσότερον ν& έκτε-
θώμεν είς τόν ανεμον όστις άπό στιγμής
είς στιγμήν καθίστατο ίσχυρότερος. Άμα
τίϊ πρώτη στροφή τού οΐακος δύο μεγάλα
κΓ'ματα ύπίρεπήδησαν την γέφνραν, τό
πλοϊον μόν έκλονίσθιι ώς μέθυσ ς καί 6κλι-
νε τόσω πρός τα πλάγια ώστε όλόκληρος
σχεδόν ή δεξια πλευρα έ^ιιθίσθη είς την
θάλασσαν. ΙΙαρετήρησα ότι καί τα λοιπά
ίστία έπρεπε νά άφαιρεθώσι καί έδωκι
τάς διαταγάς μου πρός τόν ί'παξιωμθτι
κόν, ό οποίος έσ/ριξε τοϋς θωρακίτας.—
"Οταν μετέδωκε την διαταγήν μου ουδείς
έκινήθα. 'Κπρόκειτο γ&οχ άναρριι ήσεως
ιίς τούςδόλωνας, δηλαδή περϊ περιπάτου
επί της υψίστης κεραίας διαγραφούΰης
την στιγμήν εκείνην τόξον 9ιΐ ^αθμών
πλΊτους. Δεύτερος σνριγμός Λκουσίη· οί
Λνδρες εφαίνοντο καθηλωμέν^ι επι τής
γεφυρας. Μανιώδης, εύριΌην 1ι' ενός πή-
δηματος κάτω τής γεφύρας και σνναθροί-
Οας τούς ναϋτας μου: — "Ιίτσι λοιπόν,
τούς λέγω, άπό πότε οί άνδρες τοϋ Μ α-
χ η τ ο χϊ φοίοϋνται νάναίβονν 'ς τα κα-
τιΐρτια;— Τότε ό Νορμανδός θωρακίτης
μου προύχώυηθε πρός την κλίμακα τοΰ
1στοϋ, διά τοϋ βαρέως καί χαύνου έκεΐνου
βήιιατος των ναυτικών, ψιΉιρίζων έντός
τοϋ πώγωνος αύτοϋ.— '- τό μενοΰτο, κα-
πετάνιε μου, ηηχαίνω έγώ, π'ΐγαίνω.—
Καί συαφίγγων διά των χονδροειδών καί
όζωδών αύτοϋ χειρών τα σχοινία, ήρχισε
νάναρριχαται βραδέως την κλίμακα, την
οποίαν ό ανεηος ετίναΰσε καί έ[>ερε πατα-
γωΛως επι των Ιστών καί των κερ&ιών
Κάτωθεν, παρατηρούμεν αυτόν ανερχό¬
μενον. Ό ανεμος έξώγκου ώς Ιστίον τό
νποκΛμισον αύτοϋ καί ότε μέν άφήρπο-
ζεν. ότε δέ προσεκόλλα αυτόν επί τής
κλίμακος. "Οτε επί τέλους χατώρθαίθΈ
νάναρριχηθτ^ μεχρι τοϋ θωρακίου, τό σκό-
τος κατέστη τόσω πυκνόν ώστε δέν διε-
κρίνομεν αυτόν πλέον Έβλέπομεν μόνον
την σκιάν αϋτηΰ δ'.ερχομένην άπό καιροΰ
είς καιρόν, πρό τοΰ φανοΰ ·τής σκοπαάς.
Μίαν στιγμήν μετά ταυτα, ένω ήμην
έστραμμένος, διά νά δώσω διαταγήν τίνα,
ή φωνη μου έκαλύφθα υπό τοϋ ξηροΰ
κρότου θραΐ'ομένου ξύλου, άκολουθυυ-
μένου :·πο τού ύποκώφου γδούπονι σώμα-
τος πίπτοντος κν τή θαλάσση.—«Κάποιος
έπεσεν είς την θάλασσαν!— άνέκραξαν έκ
τής πρυμνης. 'ϋς έξ ένστίκτου, διέταζα
τον πιιδαΑΐοϋχον να στρέι[τη πλαγίως, νά
ναταδιδασθή μία λέμβος- οί ναϋται έσπευ¬
σαν νά έκτελέσωσί την διαταγήν μου·
άλλά μολις καταδιδασθεΐσα ή λέμθος πό¬
δας τινάς, καταληφθεϊσα υπό τού άνέμου,
άπέ.ίπευσεν άπό τιον χειρών αυτών τό
ιίχοινίον, σΐ'νετρίδη επί των τηλεβόλον
τοϋ πλοίου και έπεσε κατά τεμάχια είς
την θάλασσαν. "Κν τούτοις το σκάφος,
υπείκον είς τό πηδάλιον έστράφη πλα-
γίως καί εΐχε τα πλευρα αύτοϋ έκτεθει-
μίνα είς τόν άνεμον τα ίστία, αποτόμως
στερηθέντα τοϋ άνέμου κατέπεσαν επί
τώ" ίθτών, καταλιπόντα ημάς άννπερα-
σπίιΐτους κατά των ώθούντων τό πλοϊον
πρός την ξηράν κνμάτων. ' χμέσως είδο-
ποίησα τόν κυβερνήτην έφθασεν ούτος
άκολουθούμενος υπο των λοπών αξιω¬
ματικών εξέθεσα αΐ'τω έν όλίγοις τα δια-
τρέξαντα, δεικνύων (ίυνχρονως τον άτν-
χή θωρακίτην ό οποίος έκρατεϊτο άπό
ΑΤΤΙΚΟΝ. ΜΟΥΣΕΙΟΝ
έκ των άνδβών τού-
όποΐοι πάντες άλλως ήσαν πα-
όυντρίμματός τινος· της λέμδου καί έπ'ά-
λαιε κατά των κνμάτων.
«Κύριοι. εΐπεπρός ημάς 6 κυδερνήτης,
ό χρόνος έπβίγει. Γνωρίζετε έν τοιαύτη
περιπτώσει ότι μόνον τό συμβούλιον τοϋ
πληρώματος είνε αρμόδιον 'νάποφασίση
περί τής τνχης τοϋ άνδρός. Κίνε δυνατόν
νά! παρέξο>μεν βοήθειαν είς τόν δν-
στΐ'χή * τούτον ανευ κινδύνου απωλείας
ολοκλήρου τοΰ .ιλοίοΐ'; οί ποραδεχόμενοι
• τουτο 'ας ύι(;ώό>ιΙι τϊιν χείρα: και σπεύ-
σωμεν, πρόςβεοϋ!» Ιόίμεθα . πάντες ΰν
νηθροισμένοι υπό τόν φανόν, άκίνητοι·
,' τό πλιίρωμα έσχημάτιζε περί -ημάς κν-
·' κλον, την έσχάτην ,άναμένον απόφασιν.
. Σάς όρκίζομαι δέ ότι .εάν ήτο «μερά Οα
έδλεπέ τις πολλούς
των, οί
λαιοί καί άτρόμητοι θαλασσινός, ώχροτέ-
. ρους 'Λγγλίδος: διερχομένης τόν πορθμόν
της Μάγχης. Έξητάσαμεν δι' ενός βλέμ-
ματος τό ο"κάφός, τόν όρίζοντα, την διεύ-
' θυνσιν των .κνμάτων κάί είς_ όργυίών
,' τίνων ντόο"τα0.ιν την μέλαιναν γραμμήν
■ τής ξηράς: διευθυνόμεθά όλοταχ&ς κατά.
,. των βράχων τούτωνι.— Πάντες έκίνηο'αν
1 θλιδερώς- την κεφαλήν, άλλ' ουδενός· ή
χείρ υψώθη. Τότε ό κυδερνήτης, πρός τό
πλήρωμα άπευ^υνόμενος, λέγει δάά φωνής
συγκεκινημένη?ς ολίγον : «— 'Ομοφρόνως
καΐ εν συνειδήσει !διακηρύττομεν ότι
ουδέν δυνάμεθα νά πράξωμεν πρός σωτη¬
ρίαν τοϋ άνδρός τούτου. Ό Θεός έλεήσαι
αυτόν!»—Καί στραφείς πρός τόν πηδα-
λΐοϋχον, δτατάσσει: «Όλω δεξιά καί έμ-
πρός !» "*
«Τρ πλοϊον έο"τράφη έκ νέου περί έαυτό,
παρέχον τα. ίστία αυτού είς τόν· δνεμΛν'
δστις μετ" όρυγών χαρας είσήλασεν έν
( αυτοίς. "Εσπενσα πρός την πρύμνην καί
λαβών φανόν έκεΐ ανηρτημέ.νον διηύθυνα
τό φώς αιϊτοθ' πρός.τήν θό,λαο'σαν. ΙίΙς
πέντε ή έξ όργυιών απόστασιν,',ό ταλαί-
πωρος ναύτης έχόρευεν ώς ο"φαϊρα έξ έλα-
στικοϋ κόμμεως έ.ν τι?, δίνη των κυμάτων
τα όποϊα άπό κτιιροϋ είς καιρόν έκράτοι/ν
αυτόν σχεδόν δρθιον. Μόλις διακρίναμεν
ένχός τοϋ φωτεινού κύκλον, άνυψώθη δια
των χειρών επί, της σχεδίας τού, μέ ή-
τένισε διά των έξωδ»κότων όφθαλμών
αι/ΐοθ καί εκίνησε τα χείλη διά νά όμι-
■ λήση. "Εκυ^α κ&λύπτων τα ώτα,διά των
χειρών όπως κάτορθώσω νά ά,κούσω τούς
'τελευταίους λόγους τοϋ άτυχοθς ναύτου·
.έφθασαν ούτοι-μέχρις'έμο#ϋ ίσχυροί κχιι
διακενριμένοι% διά μέΰου τοϋ θορύδου
τής καταιγίδος1 καί τοϋ σκότους τής α-
* παισίας ένιείνης νυκτός : Καπετάνιε ! κα-
πετάνιεΐ^κόπη τό σχοινί τοϋ καταρτιοΰ!»
«Κϋμα πελώριον διελθόν, Ισοπέδωσε την
'έπιφάνβιαν τής θαλάσσης καί δέν διέκρι-
ν°ν πλέον ή την λευκήν αϋλακα τής
«μιολΐας,.ήτις π'ρούχώρει'μετά ταχύτητος
νιαταχθον'ίου.» · .
Περάνας ό πλοίαρχος την διΛγιίσίν τού
εσιώπησ'εν επί τινάς "στιγμάς· αί. δαΰεϊαι
κα'ι πολιαί αύτοΰ όφρεϊς θννεσπώντο, αί
*■ «ρυτίδες τρϋ μέτωπον τού σννεστέλλοντο
βιαίως καϊ αποτόμως. ' "Επιε ποτήριον
•πλήρες π ώ ν τ ς.—«Καί τό δνομα ·τοϋ θύ-
•ματος τούτου τοϋ καθήκοντος;» ήρώτηιΐα
αΐ'τόν. 'ΓιΙτώσας^τούς οφθαλμούς πρός τόν
όροφον επί πολύ ΐ,ότη ΰκεπτικός.—Άλή-
Οεια, πράγματι, είπε, δέν τό ενθυμούμαι
πλέον η "Κν δάκρν ΰγρανε τούς οφθαλ¬
μούς ,τοΰ· παλαψδχον θαλ'ασσινοϋ, ούς
πάντες ένόμιζσν στειρεθσαντας πρό πολ-·
λοΰ.' ■
(Μετάφρασις)
Ιίί. Α. ΖϊΓΟλίΑΛΑΣ
ΔΗΛΗΤΗΡΙΑΣΙΣ ΔΙΑ ΔίΒΕΙΑΝΘΡΑΚΟΣ
Κίς την βιενναίαν «Οιβίηίΐίορ ΤοογΛη-
Ινβι·-ΖοϊΙΐΜΐ£» άνσγινώσκομεν τα εξής : '
«'Θ διθειάνθραξ (08! Ηο.ΙιννβΓοΙΚοΙιΙβη-
ΒΐοίΓ. 1>Ϊ3ΐιΡΓιιτΌ 1ο ο3ρΙ)οηο),.¥> χρησιμεύων
είς τό, έργοστΐ'.σία τοϋ Καουτσούκ φέρεται
έντός βαρελίων σιδηρών, ή.δέ έκ τούτων
μετάγγιΰις αντοϋ ώς δαμιζάνας ■ γινεται
μόνον έν ύπαίθρω ^κα'ι υπο έπιτήρη0ιν
άρχιτεχνίτου ένεκα τοΰ λίαν'έπτκιν-
3 ύ ν ο ν τοϋ πράγματος. Εσχάτως δύο
εργάται τΌιούτου έργοσταΰίου, ών ό βΐς
καί άλλοτε εΐχε ΰυμβοηθήσει είς μετάγ-
γισ"ιν διθειάνθρακος επρόκειτο νά κενώ-
όωσι μέγα! βαρέλιονιδιθειάν'θρακος είς ώ¬
ραν Ορισθείσαν αυτοίς υπό τοϋάρχιτε-
χνίτί3υ. Ότε ό άρχιτεχνίτης. έπληοίαΰεν
είς την αποθήκην τού διθειάνθρακος εύρε
τούς δύο ' εργάτας κοιμωμένους, ώς εφαί¬
νετο,, επί τής κλίμακος τής αγούσης πρός
τό ύπαιθρον πραγρατικώς δμως ήσαν δλοι
άναίσθητοι αμφότεροι. Ό άμεσος προσκλη¬
θείς ίατρός κατώρθωσε μόνον τόν 6να των
έργατών νά έ·παναφ·έρη είς τάς αίσθήσεις
'του. Κατά τάς διηγηθείς τούτου ηθέλησαν
οί δύω εργάται νά ένεργήσωσι μόνοι την
μετάγγισιν· πρός τουτο ήνοιξαν τό πε-'
ριέχον τόν διθειάνθρακα βαρέλιον, ύπεδέ-
χοντο τό έκ τής όπής έκρέον ρευστόν είς
άνοικτά δρχεϊα (κου'δάδες) καί τό ίχυναν
τή βοηθεία χονίου είς τάς' πρός τουτο ,
μεγά?.ας Βαυκάλεις (δαμιζάνας).'Έκτε-
λοΰντες την εργασίαν ταύτην κετελτιφθη-
σαν μετ' ολίγον υπό* ζάλης, μόλις δέ κα-
τώρθωσαν'νά φθάσωσι μέχρι τής κλιμα-
κος, δπου . έπεσαν άναίσθητρι. Έλαφραι
• δηλιιτηριάσεις διά .διθειάνθρακος έλάμ-
δανον πολλάκις χώραν έν τοίς έργοστα-
σίοις τού ΐίαουταΌύκ, τόσον,ταχεϊα δμως
καί σοβαρά δέν είχε παόατηρηθή μέχρι
τούδε- Λ περίπτωσις αυτή £δο)κεν ώς έκ
τούτου άφοραηνδπως συστηθή καί είς τα
λοιπά έργοστάσια τοϋ Καουτσούκ Λ με¬
γίστη προαΌχη κάί χτροφύλαξις κατά την
χρήσιν τοϋ ρευστόν τούτου.»
Είς τα άνωτίοω εκρίναμεν απαραίτητον
νά δώσωμεν εύρείαν,δ.ιάδοσιν καί έν Ελ¬
λάδι, δπου άφθονοτάτη γίνετα» χρήο-ις
τ.οϋ διθειάνθρακος έν τή έξ ήλαιοπυρίνων
έλαιοπαραγωγίί, τόσω μάλλον όο"ψ τίνες .
των παρ' ημίν είδικών(;) έΰύΰτησαν άλ¬
λοτε είς τούς "Ελληνας χωρικούς νά με-
ταχειρίζονται τό ρευο"τό τουτο έν α, νοι-
κτοϊς ράρελΐοις πρός εξαγωγήν τοΰ
ελαίου έκ τής άμοργής (μούργας) ηροϋθέ-
τοντες μάλιστα καί θερμόν ύδωρ πρός τε¬
λείαν έξάτμισιν καί ανάμιξιν τοϋ διθειάν¬
θρακος μετά τοϋ αέρος, δν κατ' ανάγκην
όφεΐλει ν" άναπνέη ό άνωθεν τοϋ άνο.ι-
κτοϋ δοχείον ίστάμενος χωρικός, ό άνα-
% ι · ·
κυκών, τό περιεχόμενον κατά την έν λόγω
όδήγίαν. ·
Προιΐοχή λοιπόν κϊς τόν διθειάνθρακα.
Ίνε λίαν έπικίνδυνος. "Ινε δηλητηριώ-
δης. "Ινε εύαναφλεκτότατος. Ό άτμός
αύτοϋ σχηματίζει μετά τοϋ, αέρος έκρητ
κτικόν μϊγμα.
Άναφλέγεται δέ "ττ^ άηλ^ προσπελάσει
ού μόνον αναμμένον οΊγάρον άλλά καί
ήττον θερμοϋ αντικείμενον. , _ , . ' ,
( ρ. Α. Ρου'σοποϊλοϊ '
^καριφημαΤα'
ΕΚ ΤΟΥ Ά"ΝΑ ΤΟΝ ΑΙΜΟΝ ΤΑΞΕΙΔΙΟΥ ΜΟΥ
Ι ΗϋΐΜΑΝΙΛΚΣ. Είνε γλνκεϊαι καν
ενπλαοτοι. Φιλόπονοι καί δραστή-
ριαι. Έν τοίς άγροϊς καλλι«ργρΰόιν,
έν ταίς πρλεσιν λαμδάνονσιν ένεργόν μέ-
ρος είς δλα τα άπασχολι.ϋντα τόν ανδρα
έπιτηδεύματα. Τά'Πανεπΰττιμια έχονσ^
πολλάς εύσταλεΐς, φιλοπόνονς, Ανευ προ-'
λήν[τεων κα εύφυεστάτα'ς φοιτητρίας. Τα
καταστήμά'τα έν ταίς όδοϊς τοΰ Βοβκον-
ρεστίου καί των ΰ,λλων πόλεων γέμον5ι
ϋπαλλήλων έκ τού ωραίον φνλον. "ϋταν
έπήγα είς τό ταχυδρομειον νά ζητήσω
έπιότολήν, κνρία* "ήτο έκείνη , ήτις μοί »
είπε,ν ότι δέν ίχω τοιαύτη,ν. Σάς ρέδαιώι
3τι πρώτ-Αν φοράν ' ίφνγα άπό •ταχυδρο¬
μειον εύχαριστημένος καίπερ μη. λαβών
επιστολήν. . Έκεϊνο τό «δχι, κύριε, δέν έ-
χετε» διΐταζε γλύκα καί ήτο δξιον νά έξαν-
θρωπίση πολλούς έξηγριωμένους ώς σα-
τνρους καί ώς άρχαίους 3ακ5ίιν:ουϊ °Ρ-
γιαστάς "Κλληνας...
' Ναί, αί γνναΐκβς εϊνε στοιχείον έξβυγε-
νισμοΰ. Ή άγριότης εΐνε-ρή γυνή είνε —
τδ Βν εϊνεθετικόν τό βλλο άρνητικόν. Τό
£να λέγει οέμπρός» τό Λλλο, βδχι άς πα-
ρακαλώ». Ή γυνή χιλιάκχς προυκάλεσε
δριδας άπό τής ώρηίας Ελένης μέχρι τής
Ναθαλίας .τής Σερδίας άλνι καΐ αντιθέτως
χιλιΌς φοράς μέ την γλυκείαν φωνήν της
καί μέ τα δάκρυά της προέλαδε δεινάς
ο"υμπλοκάς καί φιλονεικίας.
Λοιπόν, άς μή άποκλείωμεν τάς γυναί¬
κας* άπό τάς θέσεις, άς μέχρι τούδε έίο
προλήιΙ;εως στρεδλής θ.βωροϋμεν ώς τι-
■μ'άρια μας. Οί ρουμοννοι #β1νε έπίο"ης
θερμόαιμοι ώς ημείς, έν τούτοις ίπανσαν
νά κυττάζωσιν ώς τράγοι τάς γνναϊκας
καί'νά καταλλώπίωσιν καί νά μορφάζωοΊ
καί νά ι];χθυρζωοΊ κρυφά λογάκια, καί
πολλάκις άναιδή,· άφ' όΐρυ Λ γυνή μόνη
άφ' έαυτΛς αύτοδρύλως υπεισήλθε είς τά·
νπουργήματα, άτινα άκόμη πρό τινος
ένομίζομεν δτι έπρεπεν, αιωνίως νά φο-
ρώοΊ ραδιγκόταν καί υψηλόν πΐλον. Αί
γυναΐκες θά μάς νποσκελίσωσι προσεχώς,
διότι αύται έχονσι πολλήν ζωτικότητα —
απόδειξις ή άεί κινουμένη, Λ ά£ί δρώσα
καί σπαρταριΰτή γλώσ"ο"ά των. 'Ενώ Λ-
μεΐς είμεθα έξηντλημένοτ Καί παρεξην-
λημδνοι. " ·
Αί ρονιιανίδες είνε δ^αι ζωνταναί ώς
άμαζόνες- κάί τσΰτο διότι άπολαμδάνου-
σι πολλής ελευθερίας καί είνε χειραφετη-
μίναι ώς τα πτηνά των κήπων των με-
γαλουπόλεων. Όπου ζνγός, δπου περιο-
ι> ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΥΣΕΙΟΝ
είνε τόσον ανεπτυγμέναι σώματι κως, τό¬
σον σφαδάζουσαι τόσον ενΰταλεΐς
ριο-μός, δ π ου δονλεία έκίϊ καί ώχρότης καί τόσον αρπαγας κατόπιν τονς φαναρι- βασ.λίσσης Έλισάβετ, ήτις εσχάτως, ένεχα τού
έκεΐ καί πλαδαρότης, έκεϊ καί ίσχνότης ώτας, αϋτό τό έμψυχον τέρας της τρυφης ρωμαντιχοϋ έ*.ισ->δίου τοϋ διαδόχου τής Ρουμανίας
έκεϊ καί φθύσις καί :ά τούτοις παραπλή- καί της άπολαΰσεως όπερ επρεπε νά λέ- χά! τής δεσποινίδος ΒεχαρεΌχου έδειξεν εξο-/ον δη-
5ια. 'Τπάγετε είς Βιέννην διά νά πεισθή- γεται Κίρκη κα'ι έκ παραδρομής ώνομά- μοχρατιχήν χαοδίζν. «Αί σχέψεις της Β*σιλίσαης»
τε Βλέπετε κόρας 14 καί 16 έτων καί σθη Κωνσταντίνου πόλις. £ργ°ν, ε'ν ω διαλάμπει υγ·ής νοϋς χα εύθ=ϊα χαρ-
Έάν δέ ποτε—όπερ κατέστη τρίμοσδύ- δία. π·ριε'/ει άδάμ»ντ*5. οίτινες άΊΐοστίλβουσι πολύ
νθνθ"α όηταϋίθ, (^λλα τό οποίον έκ βάθθυς περισσότερον έχείνων τοϋ στεμματος της. Ή συμ-
ψυχής πας"Έλλην συγκεκινημένος εύχεται παθής αυτή βασίλισα, τής οποίας η ΰγεία Ιχλονίοθη
* * —τι Γόλις επανέλθη κατά τό άνεξίτηλθν άπό τινος νρόνου υπό των αυγχινήσεων τοϋ άνω
ΑΙ ΓΤΝΑ1ΚΚΣ ΤΗΣ ΑΝ ΤΟ.ΠΣ. Λί δίκαιον τοϋ Θεοϋ καί της ανθρωπότητος, ρηθε'ντος 'ε'ρωτος των δύο πρόσΐατευομε'νων της,
ρονμανίδις είν>ε ώραϊαι διά την καλήν καί είς τάς χείρας μας, εν λαθος δέν πρέπει εάρίσ-εται ηδη έν ίναρρώσε·, χαι ούτως ή Ρουμα-
εύχαριστον ζ(.)ήν διά την χειραφέτησιν, ής νά διαπράξωσιν οί "Ελληνες. Κατ'ουδένα- νία έπανευρίσχει την ^άνθρωπον βασίλισσάν της,
χαίρουσιν, άλλά .περισσότερον καί ίίνεκα τρόπον δι" ουδένα ουδέποτε λόγον πρέπει
της αίμοιιιξίας, ήτις εγένετο έν ταίς χώ- νό μεταδιδάσοκΐι τό -κέντρον τοϋ 'Ελλη-
ραις τοϋ Λοννά6ει.>ς. "ν)που νέον ξένον αί- νιθμοϋ άπό των Αθηνών έκεΐιΐε. Κέντρον
μα έκεϊ καί άναδίωσις, έκεϊ καί Οαλλος. προαιώνιον, δφθιτον, ές άεί διατελοϋν
Παρατηρτκΐατε τάς γυναίκας τής Κωνσταν- τής έλληνικής φι,λής είνε αί Αθήναι.
τινονπόλεος. Τί ιιπο«είγματα γλυπτικής Κίς τας Ά θ ή ν άς έπλί,ον δσοι έζή- απέθανεν τ!] 6 86ρ'ου έν Βράίτον.
καί νραφικής1 Όποία δέ (ΐπερεκχειλίζουσα τού ν τα γράμματα, τας τέχνας, τόν Πό- Ουδέποτε πολιτικόν άνήο εϋτιίχησε νά Εγε·'ρτ, το-
ζωτικότιις καί σφρΐγος, όποία ώριμότιις λισμόν. Ή Κωνο"ταντινούπολις δέν θά ΐοϋτον πάταγον περΊ τό ονομα τού, όσον ο εξοχος
είς τας γραμμάς καί είς τας ηπ^ ψας, είς παΐ·στ> ποτέ νά έχη την αυτήν σίμομι- ούτος υιός της 'Αλβιωνος, ό αστεπτος βϊσιλίύς της
τάς φόρμας ώς λέ/οαεν έν χΓί τέχνη ξίαν, τόν αυτόν συνωστισμόν των άλλο- άτυ/ου; Ίρλανδία:, χαΊ ουδέποτε δι'ίτρύτων μόχθων
κοινότερον. φύλων, των έτεροφώνων λαών. Ουδέν δέ Χ0,Ί ϊΰγενοΰς Εργασίας άποχτηθίΕσα δΐ,μοτιχότης. χα-
'Η πθλίτιοΊΐα οταν περιπατή τρίζθυν οί όλ'εθριώτερον δι' οιανδήποτε φυλήν ή τε'πεΐε τοσοθτον ϊν τή χοιν!) συνειδήσει, όσον η
λίθοι Οί άκανόνιστσι το>ν Οκθλΐών κπλ- αύτη Λ βαθμΐαία άποσύνθεσΐς, αΐ'ΐτή ή τοϋ παραδόξου τούτου άνδρός, ενεχα χοινοϋ άλλα-
δεριμίων τής βοσπορείας κοοΊιοπόλεως. ανάμιξις, ή πελάγωοΊς οθτως ειπείν τοϋ -/όθεν άλλα θανϊσίμου ίν Αγγλία πορ»πτώμα·ος.
Είνε άμαζόνες, είνε φρονρια, είνε στερεαΐ ίδιον αίαατος πρός τό των 5λλων φύλων. Τα σχανδαλώδες επεισόδιον τού μετα τής γυναιχός
καί έμπεδοι ώς χά άγάλαατα τής άρχαιό- Αί Αθήναι ουδέποτε υπήρξαν έκφνλιστι- τοΰ φίλου τού Όσή, άνίχοψε την Θρι»μ6£υτιχήν
τητος, ώς αί Ήραι καί αί Λήαητραι τής καί. 'Τπήρξαν πάντοτε συντηρητικαί, πορείαν τοϋ άρχηγοϋ τοϋ Ίρλανδιχοϋ χόμματος.
Σχολής τής Σικυώνος. Μη ζητήσητε δ' πάντοτε έμπεΛοι είς τα πάτρια Αί 'Αθή- Ή Ίρλανδ''ϊ απώλεσε τόν μέγα πολίτην της ένεχα
δμως νά εΰρητε τό παρθενικήν μειδίαμα ναι ήσαν, είνε καί θά είνε πάντοτε τό μ«*ς έρωτοτροπίας, άλλ' ή ίστορ'α τής πατρίδος τού
τής Αφροδίτης τής Μήλοι Γι τιον 'Γανα- πνευματικόν, ηθικόν, έπιστημονικόν καί πλουτίζεται μέ έν έ'τι μϊ'γα ό'νομ», μέ μίαν οαε·νήν
γραίον κορών. Λύτό τό έπεφί;?.αξεν ή πολιτικόν κέντρον τοϋ Ελληνισμόν. Αϋτό προσωπογραοίαν. Ό Οάνατο; τοϋ Πάρνελ άποδίδί:
φύσις ώς μοναδικόν χαρακιιιριστικόν καί πρέπει νά τό έννοήσωμεν όλοι οί "Ελ- £1? Τ0 Ίρλανοιχόν χόμμα οίον αύν,ϋ τον σύνδεσμον
άναφαί^ετον κληροδότημα είς τας άτθί- ληνες.
δέ δηυ.οχρατ''α των γραμμάτοιν μίαν διαχεχριμε'νην
3λίτΐδα.
Ό Πάρνελλ.
Ό Πάρνελ Εγεννήθη -ω 1846 έν Άρονδάλ χαΐ
δας καλλονάς. Μία άτθίς οταν γελαΰιι.
όλος ό κόιΐμος θά διαστείλι,ι τάς όφρΰς...
"Ολα τα δάση της Γερμανίας θά γεμίσονν
από φώς, όλοι οί ό)κεανοί θά διαλΰσ.>σι τι'ιν
οργήν των κ ά 6 μέν ΙΙοσειδών θα κρ-υδτί
μετά τοϋ χαρεμίοι; τού είς τα 3αθη τοϋ
Πόντον, ό δέ Αίολος θά παραλάβη, τονς
άιίκοΐ'ς τοΐ' καί θά φύνιι είς τονς ά-
στέρας ..
"Κν ονδεμια πόλει νπάρχει τηλικαντη
αίμομιξία οΐα έν Κωνσταντινουπόλει. Ό-
ποϊα ίίΐαφορώτατα φϋλα λαοϋ συναλλησ-
σονται καί συνοικοΰσιν έν αύτη. 'Κκεϊ ό
Τοϋρκος, έκεί ό ΛΙγνπτιος έκεΐ ό Σύριος,
έκεϊ 6 "Κλλην έκεϊ ό Γάλλος, ό Γ'ερμανός, ό
άρμένιος, ό τάρταρος, ό Ρώασος, 6 " Λγ^λος
καί ό Ιταλός. Τί χρωηατοπυξίς, τί μω-
σαϊκΛν, οποίον πολυδαίδαλον σΰμπλεγμα
μορφών καί. ένδνμάτων ] 'Κκ τοΰ χωνευ-
τηρίου δέ τοντου οποίαι πολλάκις λαμ¬
πραί άποο"τάΓεις, οΐοι κρύσταλλοι, αν όχτ
ηθικοί άλλά σωματικοί. Κα'ι ήτο πάντοτε
τοιαύτη ή Κωνσταντινούπολις καί ότε
ελέγετο άκόμη Ι'νζάντιον. Αύτό διέφθειρε
τόν είς τόν μέλανα ζωμόν συνειθισμένον
ανστηρόν καί σΐ'νοφρνν νικητήν των
Πλαταιών Πατ'θΌνίαν αϋτό διέφθειρε όλον
τον ελληνισμόν επί τόσοχις αιώνος, αύτό
διέφθειρε τό αυστηρόν τό αίμοδιψές, τό
άρίειον κρατος των όσμανλιδων, αύτό τό
κμάτος τό Ιδιον όπερ πρό τής Άλώσεως
ήτο όλον μυώνας καί ρωμη καί νυν είνε
όλον σήιί'ΐς καί πάχος —μέ όλον τόν φόδον
όν τρέφουσι πρης τοϋς χοίρονς καί τα
παχέα —Έκ συμπαθείας φαίνεται...
Αλεξ. Φιλαδελφεγσ.
χΐηιρραΐα (1α οννΛίΙ 1)ΐι[βνβ
V
Ιη ΙΙιιμηΙο
II
1 % ϊ>Μ?ΙιιίΐιιΙ»ΐ-ί?
(' νιυο άοΐονβ ητηιΐιη βηίβιΙβϋίίΐΆ
Οΐοηοΐο Κ
χαι ΐξασφαλίζει την ητταν τοΰ Λόρδ'*υ Σώλβουρυ
χα': των συντηρητινών χατά τάς προιε/ίΓς εκλογάς,
χαι Εμπνε'ει ημίν άο* Ι ός μέν την φιλοσοοίχτ,ν σχέ-
ψ'ν δτι οί νε/.ρο'ι έκδιχοΰντα; πλειότεοον των ζοίντων,
άϊί' ετέρου τό άληθές ίττορικόν πόρισμα, ότι δλοι
οί λαοι εγείρουσιν ανδριάντας είς τα θύματα των.
Κάρολος Α'.
Ό βασιλεύς Κάρολος Α' τής Βυρτεμβέργης άπε'-
ρΐίτηοθβηϋα β ()ίθίβίίθ άβΙΙα ηθδίΐα θανε τϊ) 6 Όχτωβρίου. ΈγεννηΌη τη 6η Μαρτίου
ϋβη ΆΏΙΆίϋ Ι'α>ηΐ(]1ία Κβαίβ 1823 χα'ι ?ιεδέ/ίητόν πατε'ρα τού, τον βασιλε'α Γοιι-
λιελμον Α'. τ^ 25 Ίουν'ου 1864. Τη 13 Ιουλίου
1864 ουνίζεύχθη την κόρην τοΰ 'Γζάρου Νΐκολάου
Α'. Όλγαν Νιχολαίβνα, ό δέ θάνατός τού β-ιθίζε:
είς πένθος την βασιλικόν οικογένειαν τής Αγγλίας,
κα'ι τας Αΰτοχρατορικας οικογενείας τής Ρωσσίας.
Τόν θρόνον τής Βυοτ;μ6ε3γη;, αποθανόντος ακλη-
ρου τοϋ βασιλέως Καρολου, χληρονομεΤ Ιξάδελβος
αύτοϋ ό πρίγκηψ Γουλιε'λμος γεννηθε'ις τ?, 25 Φϊ-
βρουαρίου 1848, κα μ^χρι στίμερον άντιστράτηγος
τοϋ βυρτεμβεργιχοΰ «τρατοϋ. Ό νέος βασιλεύς τής
Βυρτεμβέργης εμεινε /ήρος έκ τοΰ πρώτου γαμου
τού μετα τής πριγχηπίσσης τοϋ Βάλδεκ—ΙΙυρμόν,
εχ τοϋ όποιου άπε'χτηοε μίαν κόρ,^ν. Ένυμφεΰθη εις
δεύτερον γάμον μετα τής πριγκηπίααης Σόμβουργ-
Λ'ππε. Εάν ό βασιλεύς δέν αποκτήση τέκνα ίκ τοϋ
νε'ου τούτου γάμου, τό στε'μμα, μετα τόν θανατον
τού θέλει κληρονομήσει, γόνος έκ τοΰ δευτεροτόχου
κλάδου τής οικογενείας, ήτις είνε καθολιχή κα'ι στενώς
συνδεδεμενη μετα τοΰ Αΰΐοχρατοριχοΰ οΓχου της
Αυστρίας.
^α^ ίϋη^οΐΐί β ρίαπΐο
ΕιτιρϊβΙϊ ι! Κιο ροροΐο
Κ ρβΓΗΐιζβ ίιιΓΓ;ιπΙο.
ί 1α1 Οίβΐ ίΐ Ιογ (Ιιιοΐ,
Αΐιηα ιΐί Ιοηΐο ίΐίΐιοτβ ;
Νοη ο1>1ίίϊΓ ι ΐπίδθΓί
ϋαΐ βΐΓϋζίυ β άΆΙ ϋοΐοτβ !
Ιϊβηιΐί 1;ι ςυίβΐθ αί
ΑΙ1»
Ι'υοί ια οΐι ! 8«ιιΙει
Ραοί Γβικΐβτ Ιογ 1& Γί^ΐίβ ! !
ΚΙ&ΟΝΚϊ
Κάρμ,εν
Ή 'Άμπελος
Τό τελευταίον ναυάγιον τής Ταορμίναο χαι τ δ
ήρω'ιχον χΐτόρθωμα τοϋ "Ελληνος πλοιάρ/ου χ.
Είνε τόσον γνωστόν το ευηχον ψϊυ'ώνυαον τουτο Δόγχα ένεπνευσε τον διακεκοιμένον ελληνα θαλασσο-
Αυτθ το ίδιον πτολίεθρον τοΰ Βοσπό- τής ίστεμμενης ταύτης ποιητρίας. ώστε μόνον όλί- γράφον δύο ωραίας θαλχΐϊθγρα^ίας τής «Άμπελου·1
Ι Ον έκαμε τΟΟΌν χλΐδθύς άδροδΐαίτους γοι ί»τος της Ρουμανία; γνωρίζουσι το δ.ομα τής μίαν παριστανουσαν «ύτήν χατά την ώραν τής με-
γάλης τριχυμίας, χαθ!)ν διασώζϊΐ τοΰ; ναυαγοΰ; χαι
ίτε'ραν την "Α/ιπι.ΙθΥ Ιλλιμενισμένην ώς δημοσιεύο¬
μεν αυτήν. Ό χ. Πορσαλέντης, μετά τού έςό/ου
■καλλιτέχνου χ. Κ. Βολανάχη άποτελοϋσιν έν "Ελ¬
λάδι δυάδα βαλασσογράφων τιμώντων την Ελληνι¬
κήν τέ/νην.
Ό περίπλους τοϋ κόυμου είς 60 ημέρας
'Αμερ'χανός τις, Μ. Ο. ΤΓθίη άνα/ωρήσα; τϊ)
, 18 Μ^ρτίου 1890 έχ Βαγ/ουξέρ, «ν ι^ αγγλικη
Κολομδία επανήλθε είς το σημείον τής αναχωρή¬
σεως τή 24 Μαίου, ^τοι χατά 67 τ,ρίρχς, έχτελέ-
σΐ; τό μέγα τοϋ:ο ταξείδ.ον διά τής Ίοχο/άμας,
; Σιγγ-πόρης, Σουέζ, Βριντησίου, Κηνστόν χά! Νέας
■ Υόρκης. Δι' ε'πιδεξι'ου συνδυασμοΰ των ήμερομη-
νιών των αναχωρήσεων είς τοΰς διαφόρους λιμένα;
χά; σταθμούς, δια τοΰ όπο'ου τω επετρέπετο νά μή
• σταματ^ οϋδαμοΰ, θά ή^**1 μάλιστα 60 ημέρας δια
νά πρ«γμ«τοποιήσί] τόν περίπλουν ".ής γή; δια
τή; μεγάλης ταύτης διεθνοΰ; όδοϋ. Ούτως ή διαχεί-
ρησις ΐών αγγλικών ταχυδρομειον μετέφερε ε'ν δια-
στήματι 21 ημερών μονον τοΰς σάχχου; έξ Ύοχο-
' χάμας είς Λονδίνον διά τοϋ Κιναδά, Ιγχαινίζουσ»
οδόν χιτΐ τό ήμισυ ταχυτέραν της τοϋ Σουεζ.
Νέον πο5ήλατον
ΝεΌν ποδήλατον ίφευρέθη, τό μονόχυχλον, ι) μο-
νοτ:.οχον π&ίΐ{λατον, έν τω κέντρω τοϋ όποίου εύ-
ρίσχεται ό ποδηλατιστής !
'Εκατονταετεϊς
'.α.·Ρ°'ίι καταγωγή^ πολωνικής, 6 χ. Στάνίσλα.,ς
Ζαλέφσχη, απέθανεν^ Βορδω, είς ηλικίαν έχατόν
, ένδεχα έτών. Ό χ/Ζαλέφσχη εγεννήθη έν Βαρσο-
, 6;'ϊ Τ5 25 Δ=χϊμ6ρίο« 1780. Διετ,ήρει μέ/ρι των
τελαιΐαίων ημερών πάσας ' τάς δυνάμεις τού, χα'ι
ηρε'οχετο διηγούμενο; τάς άναμνήαεις τού. Μεταξύ
■? ίλλων ωμίλει άσμενως περ'ι Ναπολέοντος, τόν οποίον
. είχεν ιδει έν Μόσχα/ ε'ς στρατιωτιχίιν Ιιτιθεώρησιν,
, ως περι προΐώπου, όπερ είχε συναντήσει γβές, τοΐιθ'
όπερ μϊς άναμιμνήσχει την μανίαν τοϋ ΟΙιβνΓβΙΐΙ.
Η 1 υνή ηλικίας ]03 έτών απεβίωσεν ωσαύτως πρό
·■ ολίγο» εΐ'ς άσυλον Π.έν Βιρμιγχά'μη. Εγεννήθη έν
τί) χομητεία τής Σόαερσετ τω 1788 χαι διέμεινε
μί/ρι των τελευταίων Ημερών τή; ζωής της εί; την
υπηρεσίαν, τή; Λαίδης Βάλπολ.
Τέλος, άνϊγγέλλεται ό θάνατος τής Ιχατοντούτιδος .
Κ«ς Θρίγχ, μήτρος πολλων διαχεχριμένων υίών
|»εταξΰ των όιΐοίων ό Λόρδί,ς Θρίγχ, ό διάσημος
νοιιιχος υ έπιοορτισμε'νος την τεχνικόν σύνταξιν των
. &πουργιχών νομοτχεδίων.
Μέσον καταστρεπτικόν των έντόμων
^ Μέλο; τής έντομολογΐχής Ιταιρείας τής Γαλλία;,
^ χ. Διχώ, προτείνει νε'ον με'^ον χαταστροφής των
ενΐόμων, των Ιπιβλαβών εί; την ζάχαριν, τα χοχχι-
νογοιιλια, τ«ϋς δημητριαχοΰς χαρπού; χ»! είς την
?"λλοξήραν. Το μέσον τουτο συνίστατ«ι είς το λι-
Κ'ζειν τάς προσβληθείσης γαίας1 μί ράχη ποτισμένα
* «τρελαίου η αλλης τινος συνθέσεω; ΰδρανθρα-
ΧικΓιϊ ΐΤΐν;άΊ·003Ι1)0ηΟ) ράχη, -/ρησιμεύσαντα επι
ϊροιίί.γματι, είς τό χαθάρισμα των άτμομηχανων
*ΤΑ* Παντοϋ, δπου δ τρόπος ο3τος τοΰ χαιτνίΐμα-
τος εγίνετο, τα έπιβλαβή εντομα έξηφανίσθησιχν, χατά
τόνχ.Δεχώ.
Έν τω Νομώ τοΰ Βορα, Ινθα ή ίπαζιχι) (ΪΠΙβΠ
8:νβ) χαλλιεργεια έφηρμόσθη άκ') πολλοϋ, μεταχει-
ΡΚοπΛί τβ μάλλινα ράχη ώς λίπασμα. Παρετηρήθη
ΠΡ»γματι, ότι τα ράχη ταυτα άντε'τασσον έμπόδιον
χόν είς την διβδον τοϋ λευχοΰ σχώληχος. Τό
μαλλινον ράχο; χΐχτηται λοιπόν διπλήν προφυλα-
χτιχήν ενέργειαν, ήτις διαρχε! επ! τρία άχόμη έ'τη
μετά την ένταφήν τού.
ΙΙαράδοξος γοννμότης
Η χυρία Τ... κατοικοΰσα είς Χά^βιος, δήμον τοΰ
Εβ^ΓθηΙ είς τα περίχωρα τής Καόρ, ετεχε πρό-
τινο; τίοσαρα ζίχνα, άτινα έχουσι χάλλιστα είς την
6γιείαν των.
Ό Σχολικός'πληθυσμός έν Γαλλίςι
Ί ώ 1891 ό πλτ,Οκσμός των πανεπισττ,μιαχών χα-
ταστημάτων, λυχείων χαι γυμνασίων άνέρ/εται είς
83,714 μαθητάς, δια'.ρουμε'νου; εί; 34,563 έσωτε-
ριχί-ΰ; χα'ι 48,151 έξωτεριχούς· ό δέ των έλευθε'ρων
χαταστ>,μά:ων, λαίχών χαι έχχλησιαστιχών, άν;'ρ-
χεται εί| 90,432 μαθητάς, των οποίων 55,391
εσωτεριχοί χαι 35,041 έξωτεριχ-οί, ήτοι έν όλω
174,146 μαθηταί, ών οί 98,954 έσωτεριχο'ι χα'ι
84,192 έξιοτεριχο!.
Ή φιλανθρωπία των Άγγλίδων
Άνά πάν ετος χατά τάς τελευταίας τ^ίρας τοΰ
Αΰγούστου αί χυρίαι χα'ι αί δεσποινίδες τής αγγλι-,
χής άριστοχραΐίας, περιβάλλονται πενιχρά ένδύματα
όρεινών νωριχών χαι διατρέχουσι τάς όδοΰς τοΰ
Λονδϊνου αδουσαι έθ*νιχά χα'ι ξένα ά'σματα χα'ι έπι-
χαλούμεναι την ελεημοσύνην των χατοίχων.
Τό παρελθόν ετος έχ τής εύεργετιχής των ταύτης
έχδρομής αί χυρίαι τοϋ Λονδίνου ει'σέπραξαν πεν-
τα>ιοσίας χιλ. φράγχων. Ινατα τό ευος τουτο εϊσε'-
πρΐξαν διακοσίας πεντήχοντα χιλ. α; προσήνεγχον'
είς τα διάφορα τη; πόλεαις νοσοχομεΐα.
Καλμουκίδες έπιστήμονες
Έχ τοΰ πανειιστσμ'.ου . τή; Ρωσσιχής πόλεως
Καζάν άποφοίτησε χατ' αύτάς νεαρα χεφοΰργος ψ>-
λής Καλμουχιχής όνομαζομε'νη Όλζετα Δζορτζιέβα
■Είνε ή πρώτη χόρη τής έθνιχότητος ταύτης ί) έχ-
παιδευομένη έν Πανεπιατημίω. ,Δύο άλλαι συμπο-
λίτιδες ταύτη; φοιτώσιν είς τό αύτό πανεπιστήμιον. .
σθησαν ούτω ίι τυϋ ^υβ.στυρη'ματο;· τυΰ γοαϊΐε'ντο;
χατά τόν 12ον αίώνα, τοΰ έπιγραοοαένο^ Γ.β Ηθ-
ΐΐιαη ά' ΑΙβχαηϋΐΌ !>κ-ι ΓηΐπΗβΓΐ 1β Τογ3 χ»ϊ
Αΐβχαπϋΐ'β «3β ΒβΓΒβν. Τό μυθιστιίρημα εί»ε
-γεγραμμενον εις στίχους Ινδεχασυλλάβους, είς αλε-
ξανδρινοϋς δηλ. στί/ους. Περίεργον είνε τό τέλος
τοΰ εργου' ΐδοι; πώς τελειόνει : «Ό Άλέξανδρος
έφθασε είς τό ύψιστον τέρμα, είς τα οποίον δύναται
νά φθάση ό άνθρωπος χαϊ έν τούτοις είνε μηδέν.»" ·
-Α·.
χ. Φ. 'ΟΧ. Ενταύθα— Ό Έδγάρ Κ;νέ ήτο
φιλόσοφος χα'ι ίστοριχός χαι ουχί μαθηματιχός όπως
τάν φαντάζεσθε. "Οταν δέ απέθανε δ 8θΗΪ11βΓ δ
Κινέ ήτο μόλΐς διετής χα §πομ/νως είνε φυσιχώς
αδύνατον νά συνέβησαν τα οσα μάς γράφετε μέ την
άπαίτησιν νά δημοσιειιθοΰν. Εγεννήθη τω 1803 χα'ι
απέθανε τω 1875.
• Λου#θΒ.?ω. — Περιμ'νετε απάντησιν εϊςτό προαε-
χε'ς. Όΰ'ΐε χαιρός μας ε,αεινε, ού'τε, χεφάλι είχαμε»
νά τό άναγνώσωμεν. 'Τπομονή.
Μαρίω δ' "Ασιρ. — Δέν μα; ίξρΐσε χ^θόλου τό
ποίημά σας' χοινοτοπίαι χα'ι τίποτε περισσότερον.
Γράψετε κανέν άλλο καλλίτερον, όίν ΘΛετι χαλά
χαι σώνει νά δημοσιεύσετε.
ΓΛαύχω Πογζίω. —Εις τό προσεχές θ* απαν¬
τήσωμεν, εννοεΐται' έχ των ολίγων οτίχων ομως
τοΰ, όποίους ανεγνώσαμεν έσχηματίσαμεν αρίστην
γνώμην.
. ,' -Α- ·
Λ. Γ. Σας ευχαριστούμεν θά δημοσιευθή είς τό
προσεχές. Πολύ, πολΰ χαριτωμένον. Περιμένομεν
χα'ι 5λλο.
Έρωιωπι — Ό ΑΐιάΓί ΟΙΐέΐΐίθΓ εγεννήθη έν
Κωνσταντινουπόλει την 30 Όχτωβρίου υπό μητρός
έλληνίδο;, χα'ι εί; ΐήν ^ελληνικήν χαταγωγτ^ν τού,
λέγει δ Δουμΐχ εί; την Ιστορίαν της ΓαΛΛιχης
ΦίΛυΑογίας, πρέπει ν' αποδώσωμεν την όμοιότητα
τοΰ πνεύματός τού πρός τό Ιλλην.χον πνεΰμα. Είς
την Γαλλίαν ήλθε τω 1765, δηλ. είς ηλιχίαν τριών
έτών. "Οτι ίμιμήθη τοΰς έλληνας ποιητά; δέν 6πάρ-
χει καμμιά άμφιβολία' έν τή μιμήσει τού δμω; δ
Οΐΐβηίθΐ' δέν δανείζεται ή μόνον την" εξωτερικόν
τής ποιήσεως μορφήν, ένδύει δηλ. έλληνοπρεπώ;
τας ιδίας τού σχέψεις, τάς νεωτεριστικάς τού ϊδέας'
τουτο λέγει χοΛ εις τόν πε'ρίβημου εκείνον στί/ον τού:
8ϋΓ ^β8 ρβηδβΓδ ηουνβαυχ ΓαΐΒθΠδ οΐββ νβΓ8
Άγγώστω ίεσποινίόι — Άν θέλετε νά έξηγήσε-
τε τα ονειρά σας προληπτιχώς άγοράσετε ίνα όνε:-
ροχρίτην' αν ομως θέλετε νά τα έξηγήσετε έπιστη-
μονιχώ; σά; παραπέμπομεν είς τό περΐ Φαγτασίας
σύγγραμα τοΰ ΗβΠΓΪ ^ο1γ (σελ. 110—125).
_Α~
χ. Μ. Χ· Άγρίνιον— Ελήφθη· πολΰ εϊμορφον.
Σάς εΰ/αριστοϋμεν. Θά δημοσιευθή είς προσεχές
φύλλον. ΙΙερι της Οποθέσεως σας είδον τόν Δ. Ν. Ε.
Μή άνυπομονεΓτε.
-Α-
Ν€θριαιΊοκύ— Οί άΐεζαγδριγοΐ στίχοι ώνομά-
Α. Ε. Ζ. Κέρκυραν π. έ'του; Β' ίςάμηνος συν-
δρομή σας ελήφθη—Α. Μ. χα· Γ. Μ. Κέρχυραν—
Δ.Ν.Α. Καρδίτσαν— Π.Β. Παλαιάν Φώκαιαν__
Κ. Δ. ιατρόν, Θάσον—Λ.Ε.Καβάλλαν—Π.Γ.'Εχ-
δο'την. Σμύρνην—Λ.Ε.Φιλιππούπολιν— 'Αδελφο'ι
Α. Καβάλλαν, ε'γράψαμεν — Κ.Α.Στυλίδα. Συλ-
λυποϋμαι έχ βάθους ψυχης, διά δεινήν συμφοράν
σου' ατυχώς αλλθς ό αχοπός τοΰ «Α. Μ.» χα'ι αδύ¬
νατον νά εχτελεσθ^ η παράχλησί; σου · τανυδρομι-
χώς γράφω προσεχώς.—Δ.Μ. Ζάκυνθον. Νέος συν'-
δρομητής ενεγράφη· φύλλα απεστάλησαν ιύχαρι-
στοΰμεν, Π. Μ. Φαρμακοποιόν, Πέργαμον. Απε¬
στάλησαν χ«Ί αναμένομεν.—Π. Π. Πάτρας χα'ι νε'οι
συνδρομηταί ενεγράφησαν χαϊ τα. φύλλα απεστάλη¬
σαν έξ άρχή;· σας εΰχαρτοϋμεν.— Κ. Α. Στυ-
λίδα. — Συνδρομα'ι άρχόμεναι αί δύο άπό Ιούλιον
91 εω; Ιούλιον 92, χαΛ ή τρίτη εως Δεχ'εμβριον
91 ελήφθησαν ευχαριστούμεν αναμένομεν τα υ-
ποσχεθέντα, διά τα λοιπά οταν έλθητε. — Δ. Π.
Είς το προσεχές. '
Ν(οιΛ.Ιηηχι) ΒιβΛιοθήχη. Αγγέλλεται 5) Ιχδοσις
νέου περιοδιχοϋ συγγράμματος μηνιαίου Ιχ 48 σελ(-
δων είς 'σχήμα μέγα δγδοον, 6πό τβΰ χ. Γ. Α.
Σάρδη.
Παργασσός. "Εξεδόθη τό ά. τεϋχος τοΰ φ·.λολο-
γιχου τούτου συγγράμμαΐος τοΰ δμωνύμου συλλό-
γου 5*ό την νέαν διεύθυνσιν τού χ. Χ, 'Αννίνου.
Περιέχιι ϋλην έχλεχτήν χα'ι ποικίλην.
ή ΑΤΤΙΚΟΝ
0. Α. Ρ0Π0Π0ΤΛ0Γ
ΙΝΟΛΟΓΙΝΑ Γρϊγυαχεΐαι περι αυστ>;μαΐιχής
,ευης, βελτιιόσεως χαι συντηρήσεως των οΐνων,
ναθώς χα'ι τ.ιρ'ι χρησιμοποιήσεως -ών ΰπο)ειμμάτων
αυτών. 'Αβηναι 1888.—8ον, σελ., 182 Γΐ|ΐ. δρ.4.
Χ11ΜΙΚΗ 0Ν0Μ/10Λ0ΠΛ.ΆΘ/νησιΐ888
—-8ον σελ. 16. Ί 'μ. Λρ. 1 .
ΧΗΜΕΙΑ ΛΝΟΡΓΛΝΟΓ ρε^ρασις έκ της
8ης ϊχοο'ΐϊως τοϋ.ίγχ£ΐρι5ιοι> -.ω Κθ80Οβ-8θ1ιθΓ-
ΙβΠΙΠΙβΓ) μετα κολλών σ/τ,ματων χαί φαιματοσχο-
πιχοΰ «ίναχος. 'Άθή^σι 1888 8ον,ο 384 Τ.Δρ.7'|,.
, ΧΗΜΕΙΑ ΟΡΓΑΝΙΚΗ μετ1 «>«6ητιχο0 0-
ρετηρίου τοΰ τε άνοργάνου χ» οργανικ ΰ μερους'.
Άβήντ,σι 1890. 8ο» σ. 256 11 μ Δρ. 8
Τα όίνω εργα πωλούν τ«ι έν τοίς β βλιοπωλϋ'θις
^Ιπεχ χα'ι Βιλμρεργ.
ΠΟΙΗΜΑΤΑ Δ. ΚΟΚΚθξ"
Αγγέλ ή (ίχδοσις των ποιημ'άτ'Δΐν, ίχϊί'ων
τού μιτ.αατάντο; θΰχο,ς αιφνιδίως Δ. Κοχχου, άτινα
δέν «χον εκδοθή μκχρς τοΰδβ. Το βίβλ'θν, ου ττ,ν
£Ερι την ίχτυϊΐωί'.ν φρονΐ'δα , ανέλαβε ό χαλλιτέ-
χνης χ. Άλ. φιλβδίλφεύς, θ« περιλαμβάντ] χα^ρ
ασριατα της «Λϋρας», τοΐ «Μπάρμπα Λινάρ&Λ
χαί άλλων άτινα εσχάτως έ'γραψε χαί τα ί>Κ9"10 ρ.έ
τί)ν γλυχεΐαν, άνατολιχην χαΐ συγχινητιχήν των μθυ-
βιχήν, η*ν * ίδιβς συνέθεσε, χατεοττ,σαν δτ,μοτιχώ-
τατα. Τ- νέα ποιτίματα οί «Μ-ργα^Γται· τοΰ Δ. '
Κόχχου έχδ'δονιαι υπο της τεθλιμμενΐ,ς οΐχογενείΑς.
αμφιβαλλομεν ότι ολοι οί φτλ
χαι πάν¬
μφ φ
τες εχεΐνθΐ,οΓΐίνες ΐ^τί'μηααν τον μεταατανΓα π
την θα σχεύσωσι να έγγραφώσιν ίίς την αγγελίαν
ίϊών Εργων τού,όπως διατρανώσωσ; τό ύστατον την
«ρός,αυτόν ΰπόλΐ,ψιν χα'ι έχτ'μησίν των..
Άγγελία των «Μαργαριτών» είνε χατατεθειμέ'νη
χα'ι έν τω γραφείω τοΰ «Άττιχσϋ Μουσείου».
ΦΑΣΟΓΛΗΣ ΦΙΑ0Σ0Φ0Σ
Ό νεο; τόμος των ^οιημκτων τοΰ χ. Γ. Σουρη,
ό υπο τόν τίτλον ΦασονΛηο ^ΦιΛόσοψος, ήρξατο
έχτυπουμενος έν χβλλιτί/ν.χωτάτη έχδο'σε*, έσται δ*
ετο μος περΐ χο τέλος τοΰ τρέχοντος μτνθ;.
Θλ τ (μαχαι τριών δραχμών δια τό ΐαωτερΐκον
κ. α ι τρ-ών φράγχων δια τκ> εξωτερικόν {μή συμπε¬
ριλαμβανομένων των ταχυδρομιχών τελών^—··- Δ)-
γίλλιία αυτού είνε χατατεθειμένη χαι έν τφ γραφείω
τού «*Ατπχοΰ* ΜουβΕΐΌυ».
ΪΤΡΛΤΙΩΤΙμΛ ΔΙΠΓΗΜΛΤΑ
'Τπό τον τ*τλο^ τούτον ό αγαπητος ημών συ-
νεργάτης χ«1 £χ πλείστων άλλων έργων τ*υ γνωστάς
διηγηματογραοος χ. Γρηγϊίριος Ξενόπουλος αγγέλ¬
λει ιην προσε/ή έκδοσιν το'μου, εν ω θα συμπερι-
λαβη τα Ιξϊ,ς διτ,γηματα :
1 Να γίντ^ς αξιωματιχϊίς— 2. Έ«ΐ τοΰ πεδίου
τής μαχτ,ς— 3. Ό πόλεμος χαι ή Είρΐίνη—. 4.
Όμοιοπαθητιχΐί — 5. Εί; Εϊελπις— 6. Είς τ,ά
οχότθς— 7. Μονομαχία— Μ. Το πυλίχιον— 9.
Το χαθηχον τοϋ σχοποΰ— 10. Στρατιωτιχή Οίχο-
γενεια. Γο β 6λ όν /ομψον χα μετα χρωματιίτοΰ
εζωφύϊλοΐί, ε'κδοθήσεται εντός τοϋ τρέχοντος μηνός
Όχτυ.δρ ου. Οα τιμάτα: δέ δρα/μϊ);.
Άγγελία «ύΐοΰ «ρό; έγγρ«φήν συνδρομητων ίΐνε
χατχτεθειμενη χαι έν τω γραφείω τοΰ «Άττιχοΰ
Μουσε'ου».
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΦΙΛΑΔΕΑΦΕΩΙ .,..
ΣΚΑΡΙΦΗΜΑΤίΑ
ΕΚ ΤΟΥ ΑΝΑ ΤΟΝ ΑΙΜΟΚ ΤΑΞΕΙΑΙΟΪ ΤΟΎ
Υπό χον τίτλον τούτον ό χ. Αλέξανδρον Φιλα-
δελφεύς άγγίλλε' την προσέχη εχίοβιν τομου, ένώ
πεβΐοτΑλέγίΐ πάν δ, τι έ'χει σχέσιν πρός την ΐν ΙΓι—
ουργέβω Ιΐανεπιστημιαχήν αΐτοστολην- χαι άλλας τοϋ·
ταζειδ^ου τού έντυπωσεις. 'ΑντΊ πάσης αλλης έπε-
ξ/ΐγτΐαεως τοϋ τίτλου τοΰ άγγελλομε'νου τομοκ, »πο-
σπώμεν ολίγας γραμμάς.·
«"Εθηχα δέ είς τό τομίδιον, όπερ προτίθεμαι τ^
συνδρομη των ενδιαφερομένων συνδρομητων μοί» νά
έχδώιω, τόν τίτλον Σχαριφήμ&τα, χαθο'τι τάς Ιν-
τυπώσεις μου έχ τοϋ ταξειδίου χα'ι τ« £λλα γΐγονοτα
ερριψα νωπα χαι σχίδον άχατέργαστθ' ιλλ ά'νιυ με-
γοίλης Ινο'τητος πρός άλληλα επι τοϋ '/άρτου.»
Τιμή : έίωτεριχόν δραχ. 150. '
» έξωΐεριχόν ορ. γρ. *2,00.
ΕΕΕΔΟ,ΘΗ
ΑΧΑΣΤΑΣΙΟν Ιϊ· ΜΑΑΤθν
Δ. Φ. χα'ι χαβηγητοΰ
ΓΡΑιΊΠΜΑΤΙΚΗ ΤΗΣ ΓΕΡΑΜΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ
'ΘεωρητικΛ κα
Κατα την μέθοδον Οθβρβν-ΟΜθ-δΒΙΙβΓ.
Εΰρισχεται παρόί τοΓς Βιβλιοπωλείον Βίλμπεργ χ»Ί
Μκε'χ. Προσεχώς έχδοθήσονται Β'μίρος (Γίρμβνιχοι
Διάλογοι) χαι Γ' μέρος (Γερμανιχα Άναγνώσματ»).
ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΟΝ ΔΗΛΩΣΕΙΣ
σταλή πρός αύτούς αί περί άποτίσεως ά,ποδείξεις.
παρελθόν ετος
όου. Λίς το μέτρον δέ τοθτο ηναγκάσθη μέν ^νχ πρσβώα,εν, διότι πολλάς ζημίας ύπέστημεν κατα τα
ένεκα τής καθυστερήσεως πλείστων δσων συνίροαών τόσον έν τω εσωτερικώ δσον καί έν τώ εξωτερικώ.
^' Οί έν Αθήναις κ κ. συνδρομηταί ημών οί μή λαβόντ-ς αριθμόν τίνα έκ των μέχρι τούδε έκδοθέντων φύλλων
ένεκεν άλλαγής τοθ διανομέως παρακαλοθνται όπως σπεύσωσι καί δηλώσωσιν ημίν τοθτο πρός αποστολήν. Ωσαύτως
οί έν το έσωτερικψ χαί εξωτερικώ κ. κ. συνδρομηταί εάν δέν έλαβον αριθμόν τίνα έκ ταχυ'δρομικής άνωααλείας πα-
ρακαλοθνται τάχιον νά μάς γνωστοποιήσωσι τοθτο. " " ■ . ' .
ι * ν
• . *
Γπενθυμίζομεν^ κ*ί πάλιν εί,ς τούς κ. κ. συνδρομητάς καί πράκτορας ημών τού; μή άποτίσαντας την συνδρομήν
τοθ παρελθόντος^ ετους,^ νά^σπεόσωσιν πρός εξόφλησιν αυτής." Υποθέτομεν Οτι καί οί ίδιοι βλέκουσι τάς δαπάνας τοθ
φυλλου καί ελπίζομεν ότι δέν θέλουσι βραδύνει επί πλέον την εκκαθάρισιν των λογαριασμών των, υποβαλόντες ημάς
είς ματαίαν άλληλογραφίαν κ*ΐ είς απώλειαν χρόνου.
Οί δύο προηγοιίμενοι ^τόμο-, τοθ «ΆττικοΟ Μουσείου«,'τΐμώμενο·. άντί 12 δρ. διά τό εσωτερικόν καί 18 διά τό
εξωτερικόν, είς τού; συνδρομητάς ημών καί είς τούς νεωστί έγεγ'ραμμένους προσφέρονται μόνον άντί '8 δρ. διά τό ε¬
σωτερικόν καί 10 φρ. διά τό εξωτερικόν ' .
Έπίσης οί «Χειμώνανθοι»—- σϋλλο,γή ποιημάτων υπο Ιωάννου Πολέαη— τιμώμενοι άντΛ δρ. 3, είς το£
δρομητας ημών προσφέρονται μόνον άντί δρ. 2 διά τα εσωτερικόν καί φρ.' 2 διά τό εξωτερικόν.
ούς συν¬
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ ΦΙΑΟΑΟΓΙΚΗ ΚΑΙ ΚΑΑΑΙΤΕΧΝΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΙΣ
Συνδρομη έν Ελλάδι έτ. δρ.10. ΈξάυΛ δρ. 5.—Έν τώ Εξωτερικώ έτ. φρ. χρ.ΙΖ.Έξάν. φρ. 6. —Τιμη φΐτλλουλ. 3Ο.Έξωτερ.2ι. 50.
- ; . 'Εκδίδοταχ δΐς τού μηνός τη 15 καΐ 30. — Γραφείον έν όδψ Φτλελλτινων αριθ. 24.
ΑΘΗΝΑΙ 31 ΟΚΤΟΒΡΙΟΥ 1891
ίΐΕΪΘϊΝΤΑΙ
ΓΓΛΕΣΗΣ
ΟΛΕΜΗΣ
ΕΤΟΣΛ'.-ΑΡ. 8
ΟΡΑΤΙΟΣ
ΟΒΙΔΙΟΣ
ΑΤΤΙΚΟΝ ΜΟΤΣ1ΕΙΟΝ
Ο ΥΙΟΣ ΤΟΥ ΠΑΓΓΠΑ
ΚαΛέ μόν ηατέ{>α !
[ ρχομαι. "Επήρα τό φύλλο μου : τό
τακτικό έτελείωσε καί γιιρίζω 'πίσω
ίσπίτι 'μας γραμματτσμένος·. Ό λο-
χίας μας μ' άγάπησε καί τα όύο χρόνια
ποΰ έμεινα 'σχό στρατό μ' ίμαθε νά δια-
6άζω, νά γράφω, νά λογαριάζω· είναι ά-
λιί,θεΐίί, όπως καί όας τώγραι^α άλλοτε,
Λώς '5τήν άρχή έδυσκθλεύτηκα, μά είχα
έπιμονή, καί ή καλωσύνη τόπ κύρ λοχία
μοΰδινε θάρρος. Τό καλό είναι πώς μέ
της όλίγες γνώο"ε»ς μόν κατόρθωσσ νά
μάθω πόση άξίαν' έχει ό πατέρας καί πό¬
σον δυστ·υχισμενος είμαι ποϋ έχασα τή
μάνα μου, Σ'άγαπώ γι'αΐΐτό διπλά, χρνΰέ
μου πατέρα, και άννπομονώ νά σ' αγκα-
λιάσω, νά. σέ φιλήσω καϊ νά μ"ενλογήσης
μέ τή χάρΐ τοΰ ©εοϋ. Φίλησέ μου την
Άννεζιώ μας καί Ιί>ν μικρά μας τόν Κων-
σταντή. Βυζαίνει άκόμα, αί δέν βυζαίνει;
Καλήν άντάμωοΊν -λθιπόν γλήγο>ρα, πολύ
γλήγωρα. Σέ φιλώ γλυκά καί ζητώ την
ενχή Οοΐ'. . Ό κΒς σου
Αγόρίας 'Λπίοηότ)*;
Έδάκρυσε. άπό συγκίνησιν και χαράν,
άμα έτελείωσε την ανάγνωσιν τής έπιστο-
λιϊς ό ΙΙαπάτ'Ανθιηος την έσφιγξε επάνω
είς τό στήθος τού καί έπειτα την έφύλαξβ
καλά μεταξύ των πτυχων τού ράθου τού.
Τόρα ηγέρθη άπέθεΰεν επί" τής τραπέζης
τ όμμματουάλια τού, έδαόρθωσε επ* τής
κεφαλής τού τόν καλογερικόν σκοϋφον κοΛ
έδάδισε δύο-τρεϊς φοράς κατά μήκος τοϋ
δωμάτιον ναί πάλιν στρεφομένας οπίσω.
Τόν περίπατόν τού καί τάς σκέψεις τού
διέκοψαν τα τέκνα τού, ή χαριτωμένη 'Λν-
νεζ'ώ καί τό μικρό τό βνζανιάρικο 5 Κω-
σταντΛς είς τα χέρια τής παραμονάς.
Τής είπεν ό Παπας τάς καλής είδύσεις,
ήσπάσθη τρυφερώς την Αννιζιώ κα επή¬
ρεν είς τα γόνατα τόν μτκρθιλην. Τόν
έχόρενε ^άλλων έκκλησταθτικόν ϋμνον,
ό δέ μικρός, ι^ελλίζων :
— Ποπτυ πα-πδ ! έο"υρβ μέ> τα-μικρά,
τα τρτανταφυλένια-χεράκια τού, την ι|τα"
ρΛν γενειάδα τοϋ Ιερέως.
Έ παραμάνα ή Βιολέττα, ίβλεπε την
οικογενειακήν σκηνήν κα ενεθυμείτο την
πατρίδα της. τόν Λνδρα της, τα παιδία
της, τό κτήμα της. Και ό ΙΙαπας "Ανθι-
μος δμως άνεστέναξε την -(.τιγμήν εκεί¬
νην καΐ δ νοθς τού Επέταξε είς τίιν γυ-
ναΐκα τού, Λ όποία δφυγε πρό καιροϋ,
άπό τότε ποϋ είδε τόν κόσμον ό Κω-
στοντής, διά τό μακρινό .ταξεϊδι είς τα
αλανά κα ηλιοφώτιστα καί δροσερά δ¬
μως §ασίλεια τοΰ θεοϋ !
Ό δρόμος ποϋ πηγαίνε» είς τούς 'Λγίους
•Αναρ>νρονς είναι ό ίόιος δρόμος πολλών
έξοχών τής Σνρου. Πρό καιροϋ άδιόρθω-
τος, είναι πλήρης χωμάτων, πλίιρης λάκ-
κων. Αύριον είναι τής έκκλησΐας ή έορτή
και ό κόύμος τρέχει πεζός, μέ τα ότακτε-
ρά γαϊδογράκια, μέ τάς άναπαντικάς ά-
μάξας. Τό χώμα σιικώνεται σύνεφφο άπό
τα πολλά πόδια κα σκεπάζει τον κόσμον,
μίσαδέ μία ί-νοχλητική όιιίχλη ! 'Κν τώ
μϊσω ΐών άνθρώπων αυτών άπό κάθε τά¬
ξιν, δτακρίνεται φαιόν άπό τό χώμα τό
ράσον τοϋ παπα-'Λνθίμου καί τό υψηλόν
τού καλλιμαύχιον πλησίον τού πηγαίνει
νέος ήλιοκαμμένος, ξανθός, γλνκύς, ώ-
ραϊος, μέ στρατιο>τικά και τό πιλήκιον
κλίνει μετά χάριτος επί της παρειάς τού.
Βλέπει δεξιά καί άριΰτερά ώς ξένος, καί
τό μάτι τού παίζει πό τε μέν δεξιά είς
βραχώδες βουνόν, πότε άριστερά κάτω
είς την λαγκάδα μέ τούς λαχονοκήπους,
ή άντικρύ είς τόν λόφον μέ τούς μνρωμέ-
νονς σχοίνους. Στρέφει οπίσω κάποτε καί
άγκαλιάζει τό βλέμμα τού τάς λευκάς
οΐκίας τής ϋΐ;ρου, τόν ήσνχθν λιμένα,
τα απειρα πλοϊα, τάς υψηλάς καπνοδό ·
χους, καί μακράν μακράν την γαλανήν
Τήνον! - -
Ό κώδων τής έκκλησίας κρούεται χαρ--
μοσϋνως καί πληθύς φώτων πλημμυρεϊ
την εκκλησίαν, αφθονα άνάπτονται τα
κηρία καί Λ κΐκών των άγίων εδέχθη μυ-
ριάδας φιλημάτων ό Παπά - "Λνθιμος
ΰπεύδει, ΰπεύδει, καί λαχανιασμένος, λέ¬
γει ποϋ καί ποϋ κανένα λόγον ο"τό νεο-
φερμένο τού παιδί, ΰτόν καλοδεχτό τού
τόν γυιό τον Ανδρέα.
Κίς τόν περί6ο?ον τής έκκλησίας στέκε-
ται ή Βιολέττά μέ τόν μικρόν τόν Κωΰταν^
την καί σιμά της Λ Κυρά Κώσταινα μέ
την κόρην τιις τίιν μανρομάττα τίιν Κα-
τί,γκοι, .τή μελαχροινίι Κατίγκω, τό βύμ-
μορφώτερο κορίτσι τής έξοχής,ποΰ κράτει
τόρα άπό το χέρΐ την χαριτωμένη Άννε¬
ζιώ, την κόρη τοϋ παπα-Άνθίμου.
— Καλώς τον — Καλώς ώρισες.— Καλώς
σδς εϋρηκα.— Λές έκεϊ,γυιό ποϋ τόν ίχει
ό Ιΐαππάς ! — Καλοροίζικος, παππα.— Νά
σοϋ ζήση!—Καί γαμπρόςι Καί άφθονοι
αί εΐ-χαΐ έπιπτον και ό Ανδρέας έδιδε τό
χέρι τού είς δλους καί ό Παπάς ηνχαρί-
στει, ένώ έσφό^γιζε τόν ίδρώτα τού μέ
τό μεγάλο μανδήλι τό κόκκινον καί κι-
τρΐνωπόν ! Ή Κατίγκω μόνον έδλεπε κάτω
ντροπαλή, δέν ίδγαζε λέξι, εθεώρει άνή-
ο"υχος τα γνρω της γενόμενα.
Ό έσπερινός έψάλη, έγινε Λ παρ*άκλη-
Οις, ΐό έσπέί»ας όλονυκτία. Ή έορτή πά-·
ρήλθεν καί ό παπά-Άνθιμος χαίρεται.
τόν υϊόν τού έν ήόυχία. Άλλ ό υιός τού
δέν χαίρεται, ό υιός τού είνε λνπημένος.
Είναι ώραία βραδειά, ή σελήνη μέ άρ-
γνρας άκτΐνας περιδάλλει τόν κήπον.
Μακραί άπλόνο)νται οί ΰκιαί των δένδρων
καί τό ζώον τού παπά-Άνθίμου στρέφει
τό μαγγανοπήγαδον καϊ τό νερόν αργυ¬
ρούν νυλίεται είς την στέρναν. Στρέ-
φει εύθύμως τό μαγγανοπήγαδον κηί ό
Παππάς.'μετρεΐ είς την γωνίαν, υπό την
δρόσον τής νυκτός κάτω υπό την κατα-
πράσινον κληματαριά τό ήλέκτρινον κομ-
δολόγιόν το". ' 1 "Ανδρέας τόν πλησιΛζει
—2 86 :——
κου^ασμένος άπό την εργασίαν. Όλην
την ημέραν, έδιόρθωνε τόν κήπον, έλάκ-
κηΰεν έδώ, έπότιΰεν έκεϊ, δσπειρε είς τό
έπΐίνω χωράφι. Επλησίασε τότ· πατέρα
τον, έφίλησε τό χέρι τβυ καί έκάθισε ο"ιμά
του,άκοιιμβών είς τόν στί'λον τού πηγα-
διοϋ. Ήσυχία, γαλήνη ! Ή σεληνια άργκ-
ρά, τθ νκρόν κυλίεται αργυρούν είς την
λίμνην, ό Παππάς έκκοκίζιι τό χρισοϋν
ήλέκτρινον κομβολό.γιον καΐ ό μάγγανος
στρέφει εΰθύμως έν τή σκοπή τής νυκτός.
— "Ανδρέα μου, ξεύρεις, είπεν ό ΙΙαπ-
πάς — Τί πατέρα ; — "Λκουσέ με ναχης
ττιν εΐ/χή μου,-παιδί μου· ή μητέρα σου
πέθανε τώρα ένάμισυς χρόνος, ό Κωσταν-
τής μας εμεγάλωσε, θά τόν αποκόψωμεν,
έσύ ίκλεισες ιά είκοσιδιο. Ή παραμάνα
θά φύγη,χρειάζεται γυναΐκα στό σπΐτι μας,
γυναϊκα καλή, δξια, νοικοκυρά, νά άνα-
θρέψη την Άννεζιώ μας, νά δείξη μαζύ
μου τόν Ισιο δρόμο ο"τόν Κωσταντή. Ή
σκέψις αυτή ^μέ έτρωγε καιρό πρίν ναρ-
θης, γυιέ μου, καί έσυλλογίστηκα πώς
καλά θά ήταν νά σοϋ εϋρισκα μία σύν-
τροφο.
— Τί λές πατέρα ; Και έτρεμε γιά την
φι