9731 – ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ

Αριθμός τεύχους

Νο.: 9

Χρονική Περίοδος

Ημερομηνία Έκδοσης

1886
i

Αριθμός Σελίδων

185

Φωτογραφίες

Οδηγίες

Κλικάρετε πάνω στην αριστερή εικόνα για να δείτε περισσότερες φωτογραφίες.

Κείμενο

OCR
Σύνολο σελίδων:
ΚΛΝΣ1ΤΔΝΤΙΝΟΥ «*>. Σ5ΚΟΚΟΥ
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΤΟΤ ΕΤΟΤΣ
18 8 6
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΪ « ΑΝΔΡΕΟΥ ΚΟΡΟΜΗΑΑ » ΚΑΙ « ΚΟΡΑΗ »
ΛΧΕΣΤΠ
1885
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ
"Εχων ημέρας 31. Ή ήμίρΐ ϊχει ώρας 10 χά: ή νΰξ ώρας 14.
Ό Ήλιος είς των Ύδροχόον. "
ν. π.
-}· 13 1 Τε. Ή κατά σάρκα περιτομή τοΰ Κυρίου ημών Ίησοϋ
Χριστοΰ, καί ανημη Βασιλείου τοΰ μεγ. Άργία.
14 2 Πέ. Προεόρτια των Θεφαν. καί Σιλβέστρου Π. 'Ρώμης.
15 3 Πά. Μαλαχίου τοϋ προφήτου καί Γορδίου μάρτυρος.
16 4 Σά. Ή Σύναξις των 70 Άποστ. καί Θεοκτίστου τ. όσ.
17 5 Κυ. Θεοπέμ. καί Θεωνά μ. Παραμ. τ. Θεοφαν. Νηστ.
18 6 Δέ. Τα Θεοψάν. τοΰ Κυρ. ημών 'ίησοΰ Χριστοΰ. Άργ.
19 7 Τρ. Ή Συν. τοΰ Προδρ. καί Βαπτ. Ιωάννου. Άργία.
20 8 Τε. Δομνίκης τής όσίας, καί Γεωργίου τοΰ Χοζεβίτου.
21 9 Πέ. Πολυεύκτου μάρτυρρς.
22 10 Πά. Γρηγορίου επ. Νύσσης καί Δομιτιανοΰ Μελιτγ,νής.
23 11 Σά. ®εο&οαΊον τοϋ Κοινοβιάρχου.
-}- 24 12 Κυ. Τατιανής ^.ίρτυρος.
25 13 Δέ. Τοΰ Τελώνου καί Χαρισ. 'Εραύλου καί Στρατόν, μ.
26 14 Τρ. Των έν 'Ραίθα καί Σινϊ πατ. άπόδ. έορτ.' Θεοφαν.
27 15 Τε. Παύλου τοϋ Θηβχίου καί Ιωάννου τοΰ Κχλυβίτου.
28 16 Πέ. Ή προσκύνησις τής τιμίας άλύσεως τ. Άπ. Πέτρου.
29 17 Πά. Άντωνίου τοϋ Μεγάλου. Άργία.
30 18 Σα. Αθαν. καί Κυρίλ. Άρχκπ. Άλεξανδρείας. Άργία.
31 19 Κυ. Μακαρίου τοΰ Α'ιγυπτίου καί Άρσενίου Κερκύρας.
Φίβρο^οίρςος.
1 20 Δέ. Εύθυμίου τοΰ Μεγάλου.
2 21 Τρ. Μαξίμου τοΰ όμολογητοΰ καί Νεοφύτου μάρτυρος.
3 22 Τε. Τιαοθέου τοϋ Άποστ. καί Αναστασίου το > Πέρσου.
4 23 Πέ. Κληθέντος Άγκυρας χαί Άγαθαγγέλου μίρτΜος.
5 24 Πα.Ξένης τής οσίας.
6 25 Σά. Γρηγορ. τοϋ Θεολογ, έπιικόπ. Κ/·πόλεως. Άργία.
7 26 Κυ. ΐενοφώντος τοΰ όσίου χα'ι τής συνοδίας αΰτοΰ.
8 27 Δέ. Ήάνακοαιδή τοΰ λειψ. Ιωάν. τοΰ Χρικτοστ. Άργία.
0 28 Το. Έφραίμ τοΰ -ύρο> τοϋ όσίου.
10 29 Τε. Ή άναχομιδή τοΰ λειψάνου Ίγνατίου τοΰ θεοφόρου.
-{- 11 30 Πέ. Των τριών Ίεραρχ. Βασιλ. τοΰ Μεγάλου, Γρηγορίου
τοΰ &εο6^ο^ καί Ιωάν. τοΰ Χρυσοστόμ. Άργία.
12 31 Πά. Κύρου καί Ιωάννου των θαυμ. 'Αναργύρων.
Ν.
π.
13
1
14
2
15
3
16
4
17
5
18
6
19
7
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ
"Εχων ημέρας 28. Ή ήμέρα εχει ώρας 11 χα'ι ή νΰξ ώρας 13.
Ό ηλίας είς τούς ίχθΰς.
Σά. Προεόρτια τής Ύπαιταντής καί Τρΰφωνος μάρτυρ.
"Α ρ χ ε τ αι τ Ό τ ρ ι ώ δ ι ο ν.
Κυ. Τοϋ Τελώνου καίΦαρισαίου.Ή Ύπαπαντή
τοΰ Κυρίου ημών Ίησοϋ Χριστοΰ.
Δέ. Συμεών τοϋ Θεοδόχου καί τής προφήτιδος Άννης
Τρ. Ίσιίώρου τοϋ Πηλουσιώτου.
Τε. Άγάβης μάρτυρος.
Πέ. Βουκόλου τοΰ όσίου έπισκόπου Σμύρνης.
Πά. Παρθενίου έπισκόπου Λαμψάκου καί Λουκά τοϋ
όσίου. ,
20 8 Σά. Θεοδώρου τοϋ Στρατηλάτου καί Ζαχαρίου τοΰπροφ.
ή- 21 9 Κυ.Τοϋ Άσώτου. Νικηφόρου μάρτυρος.
22 10 Δέ. Χαραλάμπους ;ερομάρτυρος.
23 11 Τρ. Βλασίου Ίερομάρτ. καί Θεοδώρας τής Αύγουστος.
24 12 Τε. Μελετίου άρχιεπισκόπου Άντιοχείας.
Πέ. Μαρτιανοΰ τοΰ δσίου.
Πά. Αϋξεντΐου τοΰ δσίου.
Σά. Ψυχοσ άβατον. 'Θνησίμου τοΰ Αποστόλου.
Κυ. Τής απόκρεω. Παμφίλου μάρτ. καί των συν αύτω.
Μάρτιον
Δέ. Γρηγορίου τοϋ Παλαμα καί Θεοδώρου τοΰ Τήρωνος.
Τρ. Λέοντος Πάπα Ρώμης.
Τε. Άρχίππου τοΰ Αποστόλου.
Πέ. Αίονζο^ έπισκάπου Κατάνης.
Πα.Τιμοθ. τοϋ έν Συμβόλοιςκαί εΰβταθ. έπ.Άνσιοχείας.
Σά.'Η είίρεσις τώνλειψάν. των έν Εΰγενίοις μαρτύρων.
Κυ. Τής Τυροφάγου. Πολυκάρπου ίερομ. έπισκόπου
Σμύρνης.
8 24 Δέ. Καθαρά δευτέρα. Ή α' καί β' εΰρεσις τής
τιμίας κεφαλής τοϋ Προδρόμου.
9 25 Τρ. Ταρασίου άρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως.
10 26 Τε. Πορφυρίου έπισκόπου Γάζης.
11 27 Πέ. Πβοκοπίου τοΰ Δεκαπολίτου.
12 28 Πα.Βασιλείου τοΰ όμολογητοΰ.
25
13
26
14
27
15
28
16
1
17
2
18
3
19
4
20
5
21
6
22
7
23
4ΙΖ33Ϊ»
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΜΑΡΤΙΟΣ
"Εχων ημέρας 31. Ή ήμέρα εχει ώρας 12 καϊ ή νΰξ ώρας 12.
Ό ήλιος είς τόν κριόν.
Ν. Π.
13 1 Σά. Των άγίων Θεοδώρων. ΕΰοΌκίας όσιοαάρτυρ.
14 2 Κυ. Τής Όρθοδοξίας. Ήσυχίου μάρτυρος.
Δέ. Ιωάννου τοϋ συγγραφ. τής Κλίμαχ. καΐ Εύτροπίου.
Τρ. Γερασίμου δσίου τοϋ έν Ίορδάν/].
Τε. Κόνωνος μάρτυρος.
Πέ. Των έν Άμορίω 42 μαρτύρων.
Πά.Των ενΧερσώνι ίερομ. Βασιλέως χαί των συν αΰτφ.
Σά. Θεοφυλάχτου έπισκόπου Νικομηδείας.
Κυ. Των Ν 7)στ ε ιω ν. Των έν Σεβαστεία 40 μαρτύρ.
Δέ. Κοδράτου μάρτυρος καΐ τής συνοδίας αΰτοΰ.
Τρ. Σίύ^ρον'ιο^ άρχιεπισκόπου Ίεροσολύμων.
Τε. Θεοφάνους τοϋ 6μολογητοΰ.
Πέ.',Ι άνακο(Λΐδ·η τοΰ λειψανου Νικη(ρίρου Κ)πόλεως.
Πά. Βενεδίχτου τοϋ όσίου.
Σά. Άγαπίου καί των συν αύτω 7 μαρτύρων.
Κυ. Τής Σταυροπ ροσκυ νήσεω ς. Σαβίνου μάρ¬
τυρος καί Χριστοδούλου τοΰ όσίου.
Δέ. Αλεξίου τοϋ άνθρώπου τοϋ Θεοϋ.
Τρ. Κυρίλλου άρνιεπισκόπου Ίεροσολύμων.
Τε. Χρυσάνθου καί Δαρείας μαρτύρων.
'Λπρίλιος.
Πέ. Των έν τη μονϊ) τοϋ αγ. Σάββα άνχιρεθ. δσ. πάτερ.
Πα.Ίακώβου τοΰ όμ.ολο·(·τιτοϋ.
Σά. Βασιλείου Ίερομάρτυρος.
Κυ. Δ'. Των Νηστειών. Νίκωνος δσιομάρτυρος καί
των 199 μαθητών αϋτοΰ.
Δέ. Ζαχαρίου τοϋ όσίου.
Τρ. Ό Εύ αγγελισμός τής Θεοτόκου. Άργία.
Τε. (Μ έγας κανών).'Ησύναξ. τοϋ'Αρχαγ. Γαβριήλ.
Πέ. Ματρώνης τής δσίας.
Πα.Ίλαρίωνος τοΰ νέου.
10 29 Σά. Μάρκου έπισκ. Άρεθουσίων καί Κυρίλλ. διακόνοκ.
·{" 11 30 Κυ.Ε'. των Νηστειών. Ιωάν. τοϋ συγγρ.Κλίμακος.
12 31 Δέ. Ύπατίου ίερομ. έπισκόπου Γαγγρών.
+ 14
2

3
16
4
17
5
18
6
19
7
20
8
^ 21
9
22
10
23
11
24
12
25
13
26
14
27
15
Ι; 28
16
29
17
30
18
31
19
1
20
2
21
3
22
ι- *
23
5
24
Τ 6
25
26
8
27
9
28
ΚΟΝΕΤ. Φ. ΕΚΟΚΟΥ
ΑΠΡΙΛΙΟΣ
Έχων ημέρας 30. Ή ήμέρ-ί εχει ω?*ς 13 χαι ή νύξ ώρας 11.
Ό ηλιος είς τ ό ν ταΰρον.
Ν. Π.
13 1 Τρ. Μαρίας όσίας τής Α'ιγυπτίας.
14 2 Τε. Τίτου δσίου τοϋ θαυματουργοΰ.
15 3 Πέ. Νικήτα δσίου καί Ιωσήφ τοϋ ύμνογοάφου.
16 4 Πά. Γεωργίου δσίου τοϋ έν Μαλεώ.
17 5 Σά.Τοϋ Λ α ζ ά ρ ο υ. Κλαυδίου', Θεοδώρου κλπ. μχρτ.
■)■ 18 6 Κυ. Τώ ν Β αί ών. Εΰτυχίου άρχιεπισκόπ. Κ)πόλεως.
19 7 Δέ. Μεγάλη Δευτέρα. Καλλιοπίου μάρτυρος. Γε¬
ωργίου έπισχόπου Μιτυλήνης.
20 8 Τρ. Μεγάλη Τρ ι τη. Ήρωδίωνος, κλπ. έκ των 70.
21 9 Τε. Μεγάλη Τετάρτη. Εϋψυχίου μάρτυρος.
22 10 Πέ. Μεγάλη Πέμπτη. Τερεντίου. Πομπηιου κλπ.
23 11 Πα.Μεγάλη Παρασκευή. Άντίπαίερ. επ. Περγ.
.4 12 Σά. Μέγα Σάββατον. Βασιλείου τοΰ δμολογτ,τοΰ
έπισχόπου Πχρίου.
ΐ 25 13 Κυ.ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΠΑΣΧΑ.Άργία χαί χατάλυσις πάν-
Των Χαθ' °λ7ιν τ^ν έβδοαχδχ τής Διακαινισίμου.
ο, 1* Δε· 'ΑΡι"ά?χο-', Πούδη καί Τροφίμου έκ των 70.
27 15 Τρ. Κρή,χετνος μάρτυρος. *
90 1*7 π'" '^^' Ε'ιρήνης χχί ΧιΟνίας των αύταδέλφων.
ι, ' "ε· ^εων ίερομάρτυρος έν Περσίδ!.
Τ «> 18 Πα.ΤηςΖωοδόχου Πηγής. Ιωάννου τοϋ δσίου.
+ 9 90 ν*" ΠϊΡνο'·ιτΐ9υ ««ρομάρτυρος.
3 91 λ . " Θω!Αά· θ«ο8ώρου δσίου τοϋ Τριχ ινα.
β *1 Δέ. Ιανουαρίου ίερομάρτυρος.
Τρ. &εοΖώρον τοϋ Συκεώτου.
π^' ^"ϊζγίου ί*εγαλομ. τοΰ τροπαιοφόρου. Άργία.
π " «· τ°° ΣτΡατΊλιτ· **ί Έλισσάβετ τής δσίας.
11α. Μάρκου τοΰ "Αποστόλου τοΰ Εύαγγελιστοϋ.
γγεΑΐσ
έπισχόπου Άμασείας.
Συμεών ίερομάρτυρος.
! ίΡρων.
τ0" ΣωΙιπ%>-> των Άποστόλων.
τοα >Α*· άδελ(ροΰ τβϋ Ιωάν. τοϋ Θεολογ.
^ΈΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΜΑΪΟΣ
"Εχων ήμίρΐζ; 31. Ή ήμέρα έ'χιι ώρας 14 χα'ι ή νΰξ ώρας 10.
Ό ηλ ι οο είς τούς Διδύμους.
ν. π.
Πέ. Ιερεμία τοϋ Προφήτου.
Πά Ή άνακομιδη τοϋ λειψάν. Άθανασίου τοϋ Μεγάλ.
Σά. Τής άγίας Μχύρας καί Τιμοθέου μάρτυρος.
Κυ. Τοϋ Παραλύτου. Πελαγίας μάρτυρος.
Δέ. Ειρήνη; μεγαλομάρτυρος.
Τρ. Τώβ τοϋ δικαίου χά! πολυάθλου.
Τε. Τής Μεσοπεντηκοστής. Ή άνάμν. τοϋ «ν τώ
οΰρ. φχνέν. σημ. τού Σταυροΰ εν Ίβρουσ. κλπ. μ.
Πέ. Ιωάννου τοΰ Θεολόγου Αποστόλου και Εΰχγγελις·.
Πα.Ήσαιου τοϋ προφήτου χαί Χριστοφόρου μάρτυρος.
Σά. Σίμωνος Αποστόλου τοϋ Ζηλωτοΰ.
Κυ.ΤήίΣαμαρείτιδος. Μωκίου Σβρομάρτυρο;.
Δέ. 'Επιφανίου έπ.Κύπρουκαί Γερμανοΰ άρχιεπ. Κωνστ.
Τρ. Γκυκερίας μάρτυρος.
Τε. Ίσιδώρου μάρτυρος τοΰ ιν τή Χίω.
Πέ. Παχωμίου τοϋ Μεγ. καΐ Άχιλλίου άρχιεπ. Κ'λίαχ;.
Πά. Θεοδωρ. τοϋ ήγιασμένου μχθητοϋ τοΰ όσ. Παχωμ.
Σά. Άν8ρονίκου τοϋ Άιτοστολου καί Ίουνίαι;.
Κυ.Τοϋ Τ ύφ λ ου. Πέτρου, Διονυσίου κλπ. μαρτύρ.
Δέ. Πατρικϊου Ιερομ.. έπισκ. Προύσης καί των σίιν αύτω.
Ίοθνιος.
Τρ. θαλλελΐίου μάρτυρος.
Τε. Κωνσταντίνου κα! "Ελένης Βασιλέων. Άργία.
Πέ. Τής Άναλήψβως. Βχσιλίσκου μάρτυρος.
Πα· Μιχαήλ όμ,ολογητον έπισκόπου Συναδων.
Σά. Συμεώνος τοΰ έν τω βαυμαστω ϊρει.
Κυ. Των Πατέρων. Ή γ'. εΰρεσις τής τιμίας κε¬
φαλής Ιωάννου τοΰ Προδρόμου.
Δέ. Κάρπου τοϋ Αποστόλου εκ των 70.
Τρ. 'Ελλαδίου ίερομάρτυρος.
Τε. Εΰτυχοΰς ίερομάρτυρος.
Πέ. θεοδοσίας ίερομάρτυρος.
Πα.Ίσαακίου ήγουμένου τής Μονής των Δχλμάτων.
12 31 Σά. Των κεκοιμημένων. 'Ερμείου μίρτυρος.
13
1
14
2
15
3
Τ
16
4
17
5
18
6
19
7
20
8
21
9
22
10
23
11
24
12
25
13
26
14
27
15
28
16
29
17
Τ
30
18
31
19
1
20
τ
2
21
3
22
4
23
5
24
τ
6
25
7
26
8
27
9
28
10
29
11
30
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚθϊ
ΙΟΥΝΙΟΣ
"Εχων ημέρας 30. Ή ήμέρα ϊχιι ώρας 15 κ*1: ή νΰξ ώρας 9.
Ό ηλιοο είς τόν ΚαρκΤνον.
Ν. Π. ' '
13 1 Κυ. Της Πεντηκοστ. Ίουστίν. μάρτ. τοϋ φιλοσόφ.
14 2 Δέ. Τοϋ'Αγ. Πνεύματος. Νικηφόρου άρχιεπισκο-
που Κωνσταντινουπόλεως.
15 3 Τρ. Λουκιλλιανοϋ μάρτυρος.
^ * Τ.ε. Μητρο^νους αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως,
4 β Α ΠενωΡο9εου '^ΡΨ- έπισκόπου Τυρού.
40 ι ν""!ίλαρίων· τοΕ! ^έουήγουιχ. τής μόν. των Δαλμ»των.
1» 7 λα.βεοδοτου ίερομ. έπισκόπου αγκύρας.
^0 8 Κυ.Τώνάγίω ν Πάντων. Ή άνακομιδή τοϋ λει-
ψΐνου Βεώ&ρον τοϋ Στρατηλάτου.
·υΡν}°υαχιειΙιΐκ(5που'ΑΑ!ξ8ί
Ιΐ ι. ^Ρ' ^λε^ν8Ρου Χαί Άντωνίνης μαρτύρων.
94 49 π." ^μΓ[μ χαί Βαρνίβα των Άποστόλων.
9^ 4^ π ,?νο"??ιου χα1 ΠέτΡ°" τοϋ έν τώ "Αβω.
26 ί να··Ρ, ^ ^ρτ"Ρ°ς· ' '
+ 27 Π ί!β·.7ι~αιου τοΰ προφήτου καί ΜεβοΣίου Κ)πόλεωζ.
99 !76 τε'.Γχ,ωνθςέΓσΧ·'Αίλα0ί>αντο« ^«Κύπρου.
80 48 τ" Ι^^' "ί*9"1^· Σβ6«λ *αΙ Ισμαήλ μαρτύρων.
°" " ΐε. Λεοντιου μίρτυρος.
Ι 40 π, Ίθύλΐθί.
9 9Α π'" " τθ!3 >Αποστ°λου.
3 21 2?·,}Ιεβιδίου.!εΡ?^· ίπί-ί«υ Πατάρων.
+ 4 22 Κ ν>^.νουΓΡτΤτ™Ταρσέως.
Ι » ^-ί Κυ. Ευσεβιου ίερομ. έπισκόπου ^
Τ ϋ Τρ. Το γενεβλιβν τοΰ πρθφήτου Προδρόμου καί Βαπτ«-
- ο- _ σ.του Ιωάννου. Άονία.
Τ
Ι
9 ο7 Πα ^^"1^ ™ -ν Θεσσαλονίκη.
Η 29 Κ
ΪΛ
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΙΟΥΛΙΟΣ
"Εχων ημέρας 31. Ή ήμέρα Ι'χει ώρας 14 κα'ι ή νΰξ ώρας 10.
Ό ήλιος είς τόν Λέοντα.
-(-13 1 Τρ. Κοσμά καί Δαμιανοϋ των 'Αναργύρων. Άργία. ; *
14 2 Τε. Ή έν Βλαχέρναις κατάθεσις τής έσθήτος τής Θεο¬
τόκου.
15 3 Πέ.'ΤακίνΘου μαρτυρος καί Άνατολϊτου Κ)πόλεως.
16 4 Πα.'Ανδρέου Κρήτης τοΰ Ίεροσολυμίτου.
17 5 Σά.'Αθανασ. τοΰ έν τω "Αθω καί Λαμπάδος θαυματ.
+ 18 6 Κυ. Σισίνη τοΰ μεγάλου.
19 7 Δέ. Θωμά τοΰ έν Μαλαιω καί Κυριακ. τής μεγαλομ.
20 8 Τρ. Προκοπίου με^αλομ^ρτυρος.
21 9 Τε. Παγκρατίου ίερομ. έπισκόπου Ταυρομενίας.
22 10 Πέ. Των έν Νικοπόλει 45 μαρτύρων.
23 11 Πα'Εΰφημίας τής μεγαλομίρτυρος.
24 12 Σά. Προκλου καί Ίλαρίου των μαρτύρων.
+ 25 13 Κυ. Ή σύναξις τοΰ ' ρχαγγέλου Γαβριήλ καί Στεφί-
τοΰ Σαβαι'του.
26 14 Δέ. 'Ακύλα τοί ΆτζοστόΧο^ καί Ιωσήφ Θεσσαλονίκης.
27 15 Τρ. Κηρύκου καί Ίουλίττης των μαρτύρων.
28 16 Τε. 'λβτρογίνουζ ίερομάρτυρος.
29 17 Πέ. Μαρίνης μεγαλο.αάρτυρος.
30 18 Πά. Α'ιιχιλιανοϋ τοϋ μεγαλομϊ'ρτυρος.
31 19 Σα. Μακρίνης αδελφής τοϋ Μ. Βασιλ. καί Δίου των δσ.
Αύγουατος.
+ 1 20 Κυ. Τοΰ Προφήτου Ήλιοΰ τοϋ Θεσβίτου. Άργία.
2 21 Δέ. Συμεών τ. διά Χριστόν σαλοί καί Ιω. συνασκητ.
3 22 Τρ. Μαρίας τής Μαγδαλινής τής Μυροφόρου.
' °° Γε. Φωκά Ιίρομ.. καί Ίεζεκιήλ το^ί προφήτου.
Πέ. Χριστίνης τής Μεγαλοιχ.
Πα.'Ί κοίμ·ησις τής άγίας "Αννης μητρός τής θεοτ.
Σά. Έρμολϊου καί Παρασκευής των μαρτύρων.
+ 8 27 Κυ. Παντελεήμ. το^ μεγαλομ. καί Ίαματικοΰ. ' ^ργζ.
Δέ. Προχόρ. Νικίνορ. Τίμων. καί Παρμενά των 'Ακ.
Γρ. Καλλινίκου καί Θεοδόττ,ς των μαρτύρων. ~*
Γε. Σίλλα, Σιλουανο"; καί Κρίσκεντος έκ των 70.
Πέ. ΕΰοΌκίμ. τ. Δικαίου καί προεόρ. τ. τιμ. Σταυροϋ.
4
23
5
24
6
25
7
26
8
27
9
28
10
29
11
30
12
31
ΚΟΝΧΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
"Εχων ήμέρις 31. Ή ήμέρα εχίΐ ώρΐς 13 Χΐ'ι ή νΰξ ώρας 11.
Ό ηλιος εΊ^ την παρθένον.
Ν. Π.
13 1 Πα.'Η πρόοδος τοϋ τιμίου χαί ζωοπ. Σταυροϋ χαί των
παίδ. των Μακαβ. χαί 'Σολομ.οντ^ς χαί 'Ελεαζάρ.
14 2 Σά. Ή άνακομιδή τοϋ λειψάνου Στεφάνου τοϋ πρωτομ.
4· 15 3 Κυ. Ίσαακίου, Δαλαάτου χαί Φαύστου των δσίων.
16 4 Δέ. Των έν Έφέσω έπτά άγίων παίδων.
17 5 Τρ. Εύσιγνίου μάρτυρος.
+ 18 6 Τε. Ή Μεταμόρφωσις το^Κυρίου ημών Ίησοϋ Χριστοϋ.
'Λργία χα'ι ίχθύος χατάλυσις.
19 7 Πέ. Δομιτίου ίερομάρτυρος.
20 8 Πά. Α'ιιχιλιανοϋ τοϋ όμ,οΧογ^τοϋ έπισχόπου Κυζίχου.
21 9 Σά. Ματθία τοϋ Αποστόλου.
+ 2210 Κυ. Λαυρεντίου [χϊ'ρτυρος χαί άρχιδιακόνου.
23 11 Δέ. Ευπλου τοϋ Διαχόνου χαί μάρτυρος.
24 12 Γρ. Φωτίου καί Άνιχήτου των μαρτύρων.
25 13 Τε. Μαξίμου τοϋ !>μ.ο1ο'(·ττον.
26 14 Ι'έ. Μιχαίου τοϋ προφήτου
■ρ 27 15 Πα.'Η κοίμησις τής Θεοτόκου. Άργία.
28 16 Σά. Τοϋ άγίου Μανδηλίου.
+ 29 17 Κυ. Μύρωνος μάρτυρος.
30 18 Δέ. Φλώρου καί Λαύρου των μαρτύρων.
31 19 Τρ. Άνδρέου τού στρατηλϊτου [Α«ρτυρος.
Σεπτέμβριον.
1 20 Τε. Σαμουήλ τού προφήτου.
2 21 Πέ Θαδδαίου τοϋ Αποστόλου καί Βΐ'σης μ*'ρτυρος.
3 22 ΙΙα. 'Αγαβονίκου [λάρτυρος.
4 23 Σά- Αούνπον μίρτυρος
+ 5 24 Κυ. Εΰτυχοΰς [λάρτυρος.
6 25 Δέ. Βαρβολομιαίου χαί Τίτου των 'Αχοστβλων.
7 26 Τρ. Άνδριανοϋ καί Ναταλίας μαρτύρων.
8 27 Τε. Ποιμένος τοϋ δσίου.
9 28 Πέ. Μωύσέως 6σίου τοϋ Α'ιθίοπος.
+ 10 29 Πα.'Η άποχεφίλησις Ίωίννου Ι1ρο8ρόμου.
11 30 Σ«. Αλεξάνδρου Ιω. καί Παύλου νέου άρν. Κ/πόλεως.
Τ 12 31 Κυ.Ή χατίβίσις τής τιμίας ζώνης τής &ίοτόχ.οι
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ
"Εχων ημέρας 30. Ή ήμέρα εχει ώρΐς 12 χά: ή νύζ ώρΐς Γ.'.
Ό ηλιος εκ τόν ζυγόν.
Ν.
π.
Τ
13
1
Δέ.
14
2
Τρ.
15
3
Τε.
16
4
Πέ.
17
5
Πά
18
6
Σά.
+
19
7
Κυ
τ
20
8
Δέ.
21
9
Τρ.
22
10
Τε.
23
11
Πέ.
24
12
Πά
25
13
Σά,
τ
26
14
Κυ,
27
15
Δέ
28
16
Τρ.
29
17
Τε.
30
18
Πέ.
1
19
Πά
2
20
Στ
τ
3
21
Κυ
4
22
Δέ.
5
23
Τρ.
6
24
Τε.
7
25
Πέ.
τ
8
26
Πα
9
27
Ίϋ.
Ι
10
28
Κυ.
11
29
Δέ.
12
30
Το.
(άρχή το; Ίνδίκτ. ήτοι τού νέου ετους). Ή σύναξ.
τής Θεοτόκου κοιί μνήμηΣυμ. τ. Στηλ. καί Ίησ.
τ Ναυή Άργία.
Μάμαντος υ,ϊ'ρτυρος καί Ιωάννου τοϋ Νηστευτοΰ.
Άνθίμου Νικοδημίας ίερομίρτ. καί Θεοκτίστου 4σ.
Βαβύλα ίεροιχ. καί Μωϋσέως τοΰ προφήτου·
Ζαχαρίου το; προφήτου πατρός το^ ΓΙροδρόΐΑου.
Ή άν^μνησις τοϋ Θαύμ. καί Μιχαήλ το; άρνιστρ.
ΙΙροεόρτια των γενεθλίων τής ®εοχόιίου καί Σώζον-
τος μ-ϊρτυρος.
Τό γενέθλιον τής Θεοτόκου.
Ίωακείμ καί "Αννης καί Σεβηριανοϋ μϊ'ρτυρος.
Μηνο8ώρας, Μητροδώρας, ΝυΐΑφοδώρας «.αρτύρων.
Θεοδώρας τής δσίας.
Αΰτονόμου ίερομβρτυρος.
Κορνηλίου το3 έκατοντ'ρ·χου.
Μ ΰψωσις τού τιυ.. Σταυροΐ. Άργία καίνηστεία.
Νικήτα μάρτυρος.
Εύφημίας τής μεγαλομϊίρτυρος.
Σοφίας μάρτυρος καί τ όν τριών αυτής θυγατέρων.
Βύυ.ενίου το^ θαυματουργοθ έπίσκόπου Γορτύνης.
Όκτώ6ρΓ.ο^.
Γροφίμου, Σαβατίου καί Δορυμέδοντος μαρτύρων.
Εΰσταθίου τού μεγαλου.. καί τής συνοδείας αυτών.
Κοδρίνου τού Αποστόλου κάί Ιωνά τού προφήτου.
Φωκά ϊερομίρτυρος έπισκόπου Σινώπης
Ή σύλληψις χοΊ Προδρόμ. καί βαπτιστοΐ Ίωίννου.
Θέκλης τής πρωτομΐ'ρτυρος.
Εΰφροσύνης τής 6σίας-
Ή [Λετχ'στασις Ίωίννου τοΰ θεολίγου. Άργία.
Καλλιστράτου καί των συν αύτω μαρτύρων
Χαρίτωνος όυ.ολογητο' καί Βαροΰν τοϋ
Κυριακού τοΰ άνανωρητοΰ.
Γρηγορίου έπισκόπου μεγ^λης Άρμενίας.
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ
"Εχων ήμέρϊς 31. Ή ήμέρχ Ιχει ώρας 11 χα'ι ή νΰζ ώρας 13.
Ό ηλιος εϊο τόν σκορπιόν.
Ν.
π.
43
4
η
2
15
3
16
4
1-47
Ο
48
6
49
7
20
8
21
9
22
10
23
11
24
12
25
13
26
Η
27
1ο
28
16
29
17
30
18
+ 34
19
1
20
2
21
3
22
4
23
5
24
6
25
Τ 7
26
8
27
9
28
10
29
41
30
42
34
Τε. Άνανίου τοΰ 'Αποστ. χαΐ 'Ρωμανοϋ τοΰ μβλωδοϋ.
Πέ. Κυπριανοΰ ίερομ. καΐ Ίουστίνης τής παρθένου.
ΙΙα. Διονυσίου τοϋ Άρίοπαγίτου Ιερομάρτυρθί.
Σά. Ίεροθέου έπισχόπου Αθηνών,
Κυ. Χαριτίνης μάρτυρος.
Δι. Θωμά τοΰ Αποστόλου. ■ >
Τρ. Σεργίου χαϊ Βάκχου των μαρτύρων.
Τε. Πίλαγίβ; τής όσίαί.
Πε. Ίακώβονι τοΰ 'Αποστ. καϊ Άνδρον. τοΰ όσ'ου.
Π«. Κύλ«μπ!ου καί Εύλαμπας των άίϊελφών μαρτυρ.
Σί. Φιλιπίδου χοΰ Αποστόλου καϊ Θεοφ. τοΰ γραπτοΰ.
Κυ. ΙΙρόβου, Τοράχου καί Άνίρονίκου των μαρτύρων.
Δέ. Κοίρπου, Παπΰλου χαί Άγ«6ον!κης μίρτνρος.
Τρ. Ναζαρ. καί των συν αύτω μαρτ. Κοσμά τ. ποιητοϋ.
Τε. Λουκιανοΰ μάρτυρος.
Πέ. Λογγίνου τοΰ έ/ΐατοντίίρχου.
Πά. Ίίσηέ τοΰ· προφ. κοϊ Άνίρεου τοΰ όσιομάρτυρος.
Σά. Λουκί τοΰ Εΰαγγελιυτοΰ.
Κυ. Ίωήλ τοΰ προφήτου καϊ Οΐιαρίου μόρτυροί.
λοέμβριος.
Δέ. Άρτεμίου μάρτυρος, Γερασίμου τοΰ όσίου καί τής
όσίας Ματρώνης τί,ς Χ;ουπολίτι5ος.
Τρ. Ίλαρίωνος τοΰ μεγ. καϊ Σωκράτου; πρεσβυτέρου.
Τε. Άβιρχίου τοΰ θαυματουργοΰ καϊ των έν Ήρέσω 7
παίίων.
Πέ. Ίακώβου τοΰ Άίελφοθέου και Αποστόλου.
Πά. Άρέθΐ μάρτυρος χα' των συν αδιω.
Σά. Μαρκιβνοΰ χα'ι Μαρτυρίου των Νοταρίων.
Κυ. Δημητρίου μεναλομάρτυρος καϊ μυροβλητου.
Δέ. Νέττοροί μάρτυρος.
Τρ. Στεφάνου τοΰ Σαβαίτοι» καϊ Τίρβ'/τίου μάρτυρος.
Τε. Άναστασίας τής 'Ρωμαίας καϊ Άβραμίου τοΰ όσ.
Πέ. Ζηνοβίου χαϊ Ζηνοβίας των άίελφών μαρτύρων.
Πά. Στάχιος χαϊ των συν αύτω χαϊ Επιμάχου μάρτ.
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ
"Εχων ημέρας 30 'Η ήμίρα ίχει ώρας 10 χαί ή νΰζώρας 14.
Ό ή λ ι ο ο είο τόν Τοίότην.
Ν. Π.
13 1 Σά. Κοσμά καί Δαμ'.ανοΰ των θαυματουργ. Άναργύρ.
-|- 14 2 Κυ. 'Ακινδύνου καί των ούν αύτοι 70 μαρτύρων.
15 3 Δέ. 'Λχεψιμα μάρτυρος.
16 4 Τρ. Ίωαννιχ'ου μεγαλομ., Νικάνίρου, Ερμαίου ίερομ.
17 5 Τε. Γαλακτίωνος καί Έπιο-τημης των μαρτύρων.
18 6 Πέ. Οαύλου τού όμολογητοΰ άρχ'.επισχόπ. Κ)πόλεως.
19 7 Πά. Των έν Μελιτινγ) 33 μαρτ. Λαζάρου τοΰ θαυματ.
-}- 20 8 Σά. 'Η σύναξις Μιχαήλ τού Άρχιστρατήγου χαί των
λοιπών Άσωμάτων Δυνάμεων. Άργία.
■]- 21 9 Κυ. Όνησιφόρου, Πορφυρ. μάρ. καί Ματρώνης τής όσ.
22 10 Δέ. Έράστου καί των συν αύτω Άποστόλων.
23 11 Τρ. Μηνα, Βίκτωρος χαί Βικεντίου των μαρτύρων.
24 1 2 Τέ. Ιωάννου τοϋ 'Ελεήμονος καί Νείλου τοΰ όσίου.
25 1 3 Πέ. Ιωάν. τοΰ Χρυσοστόμ. άρχιεπ Κ)πόλεως. Άργία.
26 14 Πα.Φιλίππου τοΰ Αποστόλου. Άργία. (Την αύτην
ημέραν τελεΐται καί ή μν. τοΰ ν μάρτ. Κωνστ.
τοΰ ΊΓίραίου τοΰ μαρτυρήσ. έν 'Ρόίω έν ε. 1300.
27 15 Σά. Γουρίσ, Σαμωνα καί Άβίβου μαρτύρων.
4- 28 16 Κυ. Ματθαίου τοΰ Αποστόλου καί Εύαγγελιστοϋ.
29 17 Δέ. Γρηγορίουτοϋ θαυματουργοΰ έπισκ. Νεοχαισαρείας.
30 18 Τρ. Πλάτωνος καί Ρωμανοΰ των μαρτύρων.
Λικίμβριος.
19 Τε. Άβδιοΰ τοΰ προφήτου καί Βαρλααμ μάρτυρος.
2 20 Πέ. Γρηγ. τοΰ Δεκαπολίτ. χαί Πρόκλου άρχ. Κ)πόλεως.
3 21 Πά. Τα εΐσόδια τ?,ς θεοτόκου. Άργία.
4 22 Σά. Φιλημονος καί των συν αύτφ καί Κιλ'.κίας μάρτ.
ο 23 Κυ. Γρηγ. επ. Άκραγαντίνων καί Άμφιλοχίου μάρτ.
6 24 Δέ. Κλήμίντος Πάπα Ρώμης καί Πέτρου Άλεξανίρ.
·· 7 25 Τρ. Αικατερίνης μεγαλομ. καί Μερχουρ. μάρ. Άργία.
8 26 Τε. Άγυπίου τοΰ Κιονίτου χαί Νίχωνος μαρτύρων.
9 27 Πε. Ίαχώβου Πέρσου τοθ μ«γαλομάρτυρο.
10 28 Πά. Στεφάνου τοΰ Νέου χαί Ε'ιρηνάρχου μάρτυρος.
11 29 Σά. Παραμόνου καί Φιλομένου των μαρτύρων.
-}- 12 30 Κυ. Άνίρίου τοΰ Πρωτοκλήτου Αποστόλου. Άργία.
ί
13
ΚΟΝΕΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ
"Εχων ημέρας 31. Ή ήμέρα εχει ώρας 9 χα'ι ή νύξ ώρας 15.
Ό ηλιος εΐζ τόν Αίγόκαιρων.
κ. π.
43 1 Δ«. Ναούμ τοΰ προφήτου. - ι ,
44 2 Τρ. Άββακούμ χοΰ προφήτου. *Ι |-
4 5 3 Τε. Σοφονίου τοΰ προφήτου. "'
46 4 ΙΙέ. Βαρβάρας τής μεγαλομ. καί Ιωάν. τοΰ Δαμασκ.
ί17 δ Πά. Σάββα τού θεοφόρου καί ήγιασμίνου. Άργία.
18 6 Σά. Νικολάου έπισκ. Μύρων τής Λυχίας. Άργία.
19 7 Κυ. Άμβροσίου Ιπισκ. Μίδιολάνων.
20 8 Δέ, Παταπίου τοΰ όσίου.
+ 21 9 Τρ. Ή σύλληψις τής θϊοπρομητορος Άννης. Άργία.
22 10 Τε. Μηνα, Έρμογένους καί Εύγράφου μαρτύρων.
"2.3 11 Πί. Δανιήλ τοΰ Στυλίτου.
+ 24 12 Πά. —πυρίδωνος τοΰ θαυματουργοΰ. Άργία. χ
25 13 Σά. Εδστρατίου χαί των βιν αύχψ μαρτύρων. , ,·>
+ 26 14 Κυ. θώροου καί των συν αύτω μαρτύρων. ίΐν
27 15 Δέ. Ελευθερίου ίερομίίρτυρος. '
28 16 Τρ. Άγγαίου τοΰ προφήτου καί Μαρίνου μάρτυρος.
29 47 Τι. Δανιήλ τοΰ προφήτου καί των τριών παίδων χαί
Διον. άρχιεπ. Αίγίνης τοΰ έ/, τής νήσου Ζακύν.
30 18 Πέ.Σεβχστιανοϋ, Ζωής καί των συν αύτοΓς μαρτύρων.
34 49 Πα.Βονιφατίου μάρτυρος. ■ ,
Ίανουάριος.
■Ι 20 Σά, Προεόρτια των Χριστουγένων καί Ίγν. θεοφόρου.
+ 2 21 Κυ. Ίουλιανής μάρτυρθί.
3 22 Δέ. Άνυτασίας μίρτυρος τής φαρμακολυτρίας.
4 23 Τρ. Των Ιν Κρτ,τί) 3έκ« μαρτύρων.
δ 24 Τε. Παραμονή των Χριστουγένων καί Εύγεν'ας όσ.
+ 6 2θ Πί. Ή χατααα'ρχα ΓΕΝΧΙΙ51Ϊ τοΰ Κυρ'ουήμών Ίησοΰ
Χριστοΰ.Άργίατριημεροί, κατάλυσις είς-κάντα.
7 26 Πα.Ή σύναξις τής θεοτόκου χαί Εϋθυμίου
ξ ή μο ϊρομίρτ.
8 27 Σά. Στεφάνου άρχιο καί πρωτομ. χαί Θεοδ. Γοαπτοΰ.
9 ί8 Κυ.Τών έν Νιχομηοεία χαέντων δυσμυρίων μαρτύρων.
10 29 Δέ. Των έ» Βηθλεέμ άναιρεθέντων 14 χιλ. ντ,π'ων.
1 Ι 30 Τρ, Άνυαίας τής ϊερομα'ρτυροί.
* 3 Τ«. Μίλάνηί ό»(«ς χαί άπάδο»-.ς των Χριστουγέννων.
Ο ΑΛΑΝΘΑΣΤΟΣ ΚΑΙ ΑΨΕΥΔΗΣ
ΚΑΖΑΜΙΑΣ
τοτ 1886
Μή έκττλαγήτε άν, περισκοπών τ6 στερέωμα, στρέφ^ αντι¬
θέτως τό τηλεσκόπιον πρόί τα κάτω.
Τα άνω, κάτω· καΙ τα κάτω, άνω· τούτέστιν άνάκατα
ϊ/α, Ιδού τό πνεϋμα τής συγχρόνου έπο/ης
Έ> τδ ^ρό^ω τα πά /τα παρ' ημίν εισίν άνεστραιιμένα καΐ
ά > ά πόδα· καθ" δν τα νήττια των δ/)μοτικώ./ σχολείων γίνον-
; ται ΰτΐθϋργοΙ τής Παιδείας, ό δέ κ. Δαμαλας λύει τα προ-
β//|ματα τ?)ς φοσικ?]ς καΐ τ/]ί ^ημείας διά των ρ^τών τ/|ΰ
Πίλαιας Γρα^ης" έν ω χρίνω ττολεμοϋμεν κατά τ'5/ Βουλ-
γάρων άπό τού ίυλΐνου προμα^ώνος τής πλατείαι τοθ Συν-
τάγυατος άντιτσσσοντες στίχους καΐ ψηφΐσματα καΙ ίητωκραυ-
15
■*
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
γάς είς τούί έΕοπλισμούς έκεΐνων, οί δέ Άσκληπιάδαι ουδέ¬
ποτε κατηγγέλθησαν επί άνθρωποκτονία, καίτοι διαπρατ-
τομένη καθ" δλους τούς τύπους τής επιστήμας· καθ" δν χρόνον
άγορεύομεν έν τί) Βουλή διά των γρόνθων καΐ των ποδών,
σκεπτόμεθα διά τής κοιλίας, καί τρέχομεν είς την πρόοδον
ίρποντες, τα δέ άστυνοΐιικά δργανα, άστεϊζόμενα, ίητοϋσι νά
οιαχωρΐσωσι τα δρια τής τιμής καί τής «τιμίας, νή τα κάρ-
δαμα, δέν βλέπω διατί νά μή έρευνήσω κάγώ τόν ουρανόν ί.ττΙ
τού γηίνου έδάφους, στρέ^ων τα νώτα δπου ώφειλον νά στρέψω
τα δμματο.
*
"Αλλως τε τόσα ελ/) λιμνάίουσιν είιτυχώς επί των λάκκων
των άθηναϊκών δδών, άκίνητα, ώς δημάρχου έγκέφαλος ή ώς
γλώσσϊ βουλευτού συμπολιτευομένου, ώστε επί τής ύελώδους
επιφανείας των άντικατοπτρίζεται θαυμασίως 6 ούρανός μετά
των αστέρων καί των πλανητών τού.
Ιδού λοιπόν έρευνώ τό στερέωμα άπό σπόντα βυθίζων
τό βλέμμα είς τό βαθος τού άπείρου. .. βορβόρου.
"Επειτα άφοϋ αί δδοΙ τού δήμαρχον ΆθηναΙων, ήραιωμέ-
ναι είς λεπτήν κόνιν μετεωρίίονται άνιπτάμεναι επί πτερΰ-
γων άνέμων είς τα &ψη, διά τ! τάχα νά μή καταβιβάσωμεν
άμοιοαΐως καί ημείς τόν ουρανόν μέ τούς άστέρας τού έντός
τοθ βορβόρου των όδών, έν ω έπάνω-κάτω κυλιόμεθα καί
λιπαινόμεθα δλοι, εξαιρέσει των χοΐρων καί τού κυρίου επί
τώ ν εσωτερικώ ν, παρά τάς αξιώσεις τής όμοιοπαθητικής
τού κ. Πύρλα, κραυγάίοντος δίπιίΐίβ δίπιΐΐίΐιυβ.
"Έπειτα τα εύωδέστερα άνθη πρέπει νά κοπρΐίωνται δα-
ψιλώς, διά νά φουντώνουν, 6 δέ κύριος άρχικηπουρός τού δή-
μου έφαρμόίει λαμπρά τή ν μέθοδον αύτην τρέφων τούς κυρίους
έκλογεΐς τού διά τού θρεπτικωτέρου λιπάσματος.
Δέν βλέπετε τουλάχιστον δτι6 βασιλικός θάλλει καί
εΰωδιά διά τής κόπρου ;
* *
Δύει λοιπόν τό ετος 1885-----δηλαδή δέν εδυσεν άκόμη,
διότι ίχομεν ήδη Σεπτέμβριον καί άπαιτοϋνται τέσσαρες £τι
μήνες, άλλ' αδιάφορον, ίδυσε διά τούς έκδοτας των Ή μ ε-
ρολογΐων, οΐτινες διασκελίίοντες τέσσαρας ή πέντε ολο¬
κλήρους μήνας, ύποδέχονται προώρω. τό νέον Ιτος, πρίν Λ
άκόμη λή£η τ6 πολαιάν,καθιστώντες αύτό έφταμηνήτικον-
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Εϊθε μάλιστα νά Ιδυε τόαψ ενωρίς καί διά τούς έκδάτας εφη¬
μερίδων καΐ νά άνενεοϋτο ή έτησία συνδρομή κατά 6κτώ μήνας.
Βεβαίως διαμαρτύρονται είς την βλασφημίαν ταύτην αί
καλλίσφυροι καΐ δροσεραΐ άτθίδες τής 6δοΟ Σταδίου, δι' ά'ς
κατ' εξαίρεσιν, τό ετος περιέχει 24 η1 καί 48 ένΐοτε — κατά την
άδιακρισίαν έκάστης—μήνας, καΙ,τό περίεργον, μέ αίωνίαν άνοι-
£ιν καί δίχως θέρος, δηλ. χωρίί τ ά κ α λ ο κ α ί ρ ι α, είς
πεΤσμα των πελατών το3 ΚεντρικοΟ Ταμείου διαμαρτυρομένων
καί άπορούντων πως ό μην δέν σύγκειται υόνον άπό ΐο τό
ΐτολύ }μίρας. καί άπό πενταττλασΐας τουλάχιστον νΰκτας.
Είνε δμως τ6 αύτί.
ΑύναοΒε. δηλ. νά θεωρήσητε κα'ι ώς λή£αν τ6 ετος 1885
μέχρι τού Σεπτεμβρίου, διότι καί ο! ϋπολειπίμενοι τρείς μή-
νες Εσονται £ηρά άντιγραφή των παρελθόντων' έννέα—άρκεΤ
■ νά άντιστρέψητε τοΰς δρους—τουτέστιν άντΙ τοϋ κονιορτού,
των ούρητηρίων καί των ϋπαιθρίων θεαμάτων τού θέρους, νά
φαντασθήτε την λάσπην καί τάς κοινοβουλευτικάς παραστά-
σεις τοϋ χειμώνος, άντΙ δέ τοθ άσματος των χελιδόνων καί
των κούκων τής άνοίίεως, τό έωθινόν κελάδημα των σαλεπ-
τ σ ή δ ω ν τού φθινοπώρου, καί των κούκων τής Βουλής.
Άλλη μεταβολή ού&εμΐα γενησεται, έκτός,—έννοεΐται—των
άπαραιτήτων.. .διδασκαλικών υπό τού ϋπουργεΐου.
Τό πολΰ—πολΰ ενδεχόμενον νά μεταβληθοΰν καί τα δρια
τού ελληνισμόν, κατερχομένων των Βουλγάρων καί των Αύ-
στριακών είς την Φιλιππούπολιν κα'ι την Θεσσαλονίκην, καθ'
δν χρόνον ακριβώς θά άγορεύη ό κ. Σιγάλας καί ό κ. Βλασ-
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΕΚΟΚΟΥ
σοπουλος περΐ τού μεγαλείου τής Ελλάδος είς τάς όδούο κα'ι
θά καΐωνται βεγγαλικά διά την απελευθέρωσιν τού .... κα-
πνού άπό των πακέτων, τό 3έ θέατρον τοθ πολέμου θά £χει
μετε-νεχθή έκ τής Θράκης καΙ τής Μακεδονίας είς τώ θέα¬
τρον τίν Όλυμπίων, δπου ή όρχήστρα θά άνακρούΐ'ΐ τό
πολεμικόν έμβατήριον καΐ ό λαός θά ένθουσιά είς χον διαδρα-
ματι£όμενον υπέρ τής πατρίδος πόλεμον, πρωταγωνι -
ζομένων των κ. Ταβουλάρη καίΛεκατσα καί φονευόντων τα
στίφη των έχθρών επί τού πεδίου τής . . . σκήνής.
Άλλά την μεταβολιΊν ταύτΐ-|ν δύνασθε νά θεωρήσητε καί άπό
τούδε ώς βεόαΐαν. Τουλάχιστον ή κυβέρνησις τού κ. Δελ/)-
γχάννη δέν άνησυχεΐ ποσώς περ'ι τού έναντΐου, απορούσα μά-
λιστα πώς ή μεταβολή αυτή δέν εγένετο μάλλον εγκαίρως άπο
τής έβδόυης Απριλίου, 'ινα συνουασθώσιν έν τή αυτή
ήμέρα — ώς ίν τω αύτω πλαισίω — δύω ϊ£οχα γεγονότα τής
συγ/ρονου ίστορΐας , ήτοι ή ϋπ6 των Βούλγαρον πανηγυρική
κατάληψις τής Φιλιππουπόλεαις καί ή υπό τού κ. Δεληγιάννη
θριαμβευτική κατάληψις τού . . . ύπουργείου.
* *
Έν τούτοις τό £τος 1885 εβυθίσθη είς τό /άος τής αίωνιό-
τκ)τος, ώς θά £γοαφε ρωμαντικάς τις καί οίστρήλατος ποιητής,
πάνοπλον δέ τό νέον 1886 εΐσέάλλει, φορτωυένον δώρα, ελπί¬
δας, βασιλόπιτ|ττας, δνειρα, τράπουλαις χαρτιών, μειδιάματα,
γέλωτας, χαράν, τρέλλαν, φαιδρότητα.
Τί άλαλαγμός 1 τ( βοιί! τί σύγχυσις επί τής όδοϋ Έρμοΰ ώς
νά ήτο συνεδρίασις έλλήνων βουλευτών μετ" αύταπαρνήσεωε
γρονθοκοπουμένων υπέρ τού έθνους.
Τα πλήβη συμπεπυκνωμένα σχηματίίουσι τεραστίαν άν9ρω-
πόμαίαν, συρΐίουοαν, βοώσαν, ώρυομένην, έκβεβακχευμένην,
στρηνιώσαν.
ΤΙ κόσμοςπαράδοίος ! Χαί'ρει, έπιόοά ένθουσιών, άγάλλεται,
μαΐνεται διότι άπώλεσεν '£ν έτοςτής ίωής τού, διότι προσήγγι-
σεν εν βήμαείς τόν τάφον, ώσεΐ μή ή"ρκει πρός τούτο ή θα-
νατηφόρος εύτυ/ώς έπιστιΊιι/ι τ7>« ίί Ρ.'- ■ - ■
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ϊθόνει νά παίζη πρόσωπον, δπερ δέν τφ άνήκει, διά^ορον τοΰ
Ιπραγματικοΰ.
Καί τό περίεργον, δτι είς την τρελλήν αυτήν πανήγυριν
Ιπαίίει τόν σπουδαιότερον ρόλον καΙ τό ωραίον φύλον,
Ιλησμονοϋν δτι διά τού χρόνου £εφυλλι£όμενον μεταβάλλεται
ι είς άσχημον, καί δτι έκαστον Ετος παρερχόμενον προατί-
ΐθησι καί μίαν ρυτΐδα είς τα ρ"όδα τοΰ προσώπου των, άφαιρεΐ
[δέ κα'ι ενα όδόντα ή ενα βόστρυχον έκ τής ωραίας κάμης των
|ί] καΙ, £στω, έκ τής ωραίας κα'ι φιλοκάλου . . . φενάκης των.
Καί χαίρουσιν έν τούτοις αί γυναΤκες διότι ό ρέων χρόνος
|μαρο:(νει τα άνθη τής ανοίξεως άπό τής μορφής των καί ρορ-
I
τόνει επί τής ράχεώς των τάς χιόνας, τοΰς πάγους κα'ι τούς
ιρευματισμοΰς τοϋ χειμώνος.
ι Άλλά, συγγνώμην, ώραΤαί μου αναγνώστριαι, έλησμόνησα
'δτι ό χρόνος έπενεργεΐ αντιθέτως επί τοϋ ΰμετέρου λεπτο-
οϋς διοργανισμοϋ, καθιστών υμάς άπό £τους είς ετος δρο-
ισερωτέρας κα'ι νεαρωτέρας, καί δτι πρό πολλοϋ τό γή-
ρας, τό Ιμπλεων όυτΐδων καί σιέλων καί νύστας καί νερου-
λιάσματος, κατηργήθη διά τάς γυναίκας, ή τουλάχιστον κατηρ-
Ιγήθ/) άπό τό μυροοόλον λείιλόγιόν σας. Κα'ι δτι γήρας δι'ϋμάς,
Ιάειθαλεΐς μου αναγνώστριαι, δέν υφίσταται, έπικαλοΰμαι μάρ-
Ιτυρας άίιοπΐστους πάσας τής ΰφηλίου τάς . . . γυναίκας !
Έν τούτοις όφεΐλω νά άποκαλύψω όπωσδήποτε τόν αληθή
αζαμΓαν τοΰ 1886. ΚαΙ Ιδού άρχομαι άπό των σημείον έκεί-
|"νων τού χρόνου, είς ά αταίΧΛΤΟ. άναπαυομένη, ώς είς σταθμόν,
Ιή Ιίτορία τής )/ίωτίρχα ελληνικάς κοινωνίας.
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
ΕΠΟΧΑΙ
Άπο κτίσεως χόσμου χβτα τον χ. Δαμαλαν............. 7895
» κτίσεως .... 'Ακαδημίας ..................... 20
β τοϋ κατακλυσμοΰ των .... εφημερίδων........... 7
■ της Πυργοτεθίΐας τοΰ . . . έλληνΐκοΰ κοινοβούλιον .... 42
» της έποχης, χαθ' ην ανεκαλύφθησαν τα κ α β ο ύ ρ : α
χαΐ ό κ. Δε'/ηγ,ιάννης, ετη 75 ήτοι είς τα....... 1812
» της εφευρέσεως των άστυνομικών κλητήρων καΐ της με-
θόδου .... τοϋ πορτοφόλιον ................ 5
• της άναβάσεως και καταβάσεως των . . . Χρυσοκανβάρων 7
V,
» της άλώσεως της αιθούσης τοΰ Κο'.νοβουλΐου υπο τού χ.
ΧοΙδα................................... 9
* της εφευρέσεως τοΰ χ. Σούτσου χαι της άρχαιολογιχης
ανασχαφής των οδώ·1
του των Γχαζοχωριτων...................... — 5/«
• της απελευθερώσεως τοΰ ίλληνικοϋ έ'θνους........... 64
« της απελευθερώσεως τοΰ καπνοΰ άπο των άλύσεων των
πακέτων............................^..... — '/«
• τη; βεμελιώβεως τοΰ Δρομοχαϊτείου ίδρύματο; ατυχώς
μ6νον.............·..................... 3
• της θραύσεως τοΰ ένίις σχέλους τοΰ . . . προϋπολογισμόν. 4697
• της χ οε,χ α λ ώσ ε ω ς των μεσιτών τοΰ Χρημοτιστηρ. 2
«λ
Παοχάλοον τοΰ Ετους 1886
Μετά την απώλειαν τού ίσοζυγίου κσΐ την κατάλκιψιν τή£
Φιλιππουπόλεωί υπό των Βουλγαριαν έχάσαρεν δλοι τα . . ·
Κυριεύων πλανήττ,ς το55
1886
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Ανατολή ϊ ί λ ή ν η ς
Ή Σελήνη λάμπει δι' δλου τού ετους πλησιφαής έν τώ ...
καταλόγω τη"ς Δημαρνίας. Έπΐσης διά τούς νεονύμφους άκτι-
νοβολεΐ επί ενα ολόκληρον μήνα ή σεληνη . . . τού μέλιτος,
κατά οέ τους υπολοίπους ε'νδεκα μένει είς τό τελευταίον
τέταρτον λαμβάνουσα σχήμα δρεπάνου, ή, άκριβέστερον
ειπείν .... κέρστος.
ΕΚΛΕΙΨΕΙΣ
^Κατά τό £τος 1886 θέλει σ,ιμβη όλική Εκλειψκ τοϋ . . .
Ηλίου » κα! τού « Φοίβου » όρατή μίνον είς τούς . . . παν¬
τοπώλας.
η γενησεται &λική Εκλειψΐί τού « φοοταερίου », όρατή
είς δλους τοΰς κατοΐκους των Αθηνών, άόρατος δέ μόνον είς
τόν δήυαρχον καΙ τούς δημοτικούς συμόούλους.
ΈορταΙ χαθ' άς δίν ΐργάζονται είς τί δημοσία γραφιϊα
Τα δημοσία γραφεΐα άργοϋσι . . . δι'δλου τού Ετους, έκτός
τοΰ κεντρικοϋ ταμείον, τό οποίον έργά£εται την τελευταίαν
εκάστου μηνός, οσάκις δέν έργά£ονται έν αύτω οί ποντικοΐ καΙ
αί άραχναι. _^^,
ΑΙετίωρολογικαΙ παρατηρήοεις
Γνωστόν δτι, άκριβέστερον τϋν βαρομέτρ'αΐν, των ϋγρομέ-
τρων καΐ των θερμομέτρων, προμαντεύουσι τάς μεταβολάς τού
καιροϋ τα ζώα, τα τε τετράποδα, κα'ι τα δΐποδα.
Όταν οί άλέκτορες ψάλλωσι συχνά κα! άτάκτως, οί δέ φίλοι
τής ά/τιπολιτεύσεως κοκορεύονται, σημαΐνει μεταλλαγήν
καιροϋ καΐ . . . κυβερνήσεως.
Εάν νυστάίωσιν αί γαλαΤ καί οί φανο'ι τοϋ άεριόφωτος, οί
δέ άστυνομικοΐ κλητη"ρες κοιμίνται δρθιοι καθ' οδόν, τότε αφεύ¬
κτως παρακολουθοϋσι τρικυμΐα, σκότος καί ... νυκτοκλοπαί.
• Εάν συμπέση νά γαογίίωσιν αυτομάτως οί κϋνες καί αί
συμπολιτευόμεναι έφημερίδες, νά γκρινιάίωσι δέ α! γαλαΐ
καί αί σύίυγοι των κυβερνητικών βουλευτών, τότε προμηνύε-
ται σεισμός... τού ΰπουργείου.
■ κονετ. φ. Σκοκογ
Όταν κρώίουσιν οί κόρακες οί δέ βάτραχοι καΐ αί άο
των παριλισσίων θεάτρων κοάζωσιν, προμηνύεται ύγρός
ττνιγηρός καιρός.
άοιδοΙ
καΐ
·*»■
Όταν ή σαΰρα χώνεται βαθύτερον είς τάς όπάς καΐ ή κυ-
ρΙα'Ροίοϋ είς τό έπανωφώ'ριόν της, προμ/)νύει ψϋχος καΙ ρ'ίγη·
Τουναντίον δταν δ κ. Δεληγχάννης πΐνει σουμάδαν οί ϊέ
^(λοι τού συντάττουσιν άρΒρα πολιτικά, προφανές τίτε δτι θά
Εχωμεν καιρόν χλιαρόν.
Οί ογκηθμοΙ των δνων καΐ των ύπαιθρίων ρ'ητόρων εΕσί με-
λωοικώτεροι τοϋ συνήθουι: δταν επίκειται βροχή.
"Οταν οί δημοκρατικαί βουλευταί βροντώσιν είς τ6 κοινο¬
βούλιον , ττροτάσσοντες τοΰΰ γρ6νθου^, τάς ράβδους καΙ τα
όεβόλόερ, ό δέ στρατος έίοπλΐίεται καΙ συρρέει είς τα μεθό-
ριακαΙοΙ έργολάβοι τώνέθνικών ίητημάτων πα-
ραφέρονται Οττό ττολεμικοΰ ένθουσιασμοθ, τότε νά ησθε βεβαιοί
δτι ίίάπαντοΰ θά έχωμεν γαλήνην καΙ μττουνάτσαν.
"Οταν ο! κώνωπεί βομβοϋσι καί τα έοώδιμα τ7ο άγοράΰ
άρ^ΐίουν νά σήπωνται, έίατμίζωνται δέ αί ύπάνομοι κα'ι οΐέγ-
κέφαλοι των διοικητικών άρχών, αφεύκτως τότε θέλομεν Ε/ει
(έ στ ην καί άποπνιγμοΰς ίί άσ^υίΐας.
Συνέχιια «αί τελος
Τίττοτε άλλο φέτοί.
Εύχομαι μόνον νά διέλθητε τόνέον έτοί: ολιγώτερον άθλίως
ί| δσον ϋπί)ρ£ε τό λχ)£αν.
Έπίσηο εΰ/ομαι δλίγην εντροπήν είς τοΐ/ς πατέρο«ς τού
ίθνουε, ολίγον συνείδησιν είς τοΰς ίατρούς καί είς τούς δημο-
τικοϋς άρχοντας κ«Ι ολίγον άνθρωπισμδν είς τοΰς άίιοΰντας
δτι εΐσΐν δνθρωποι.
Τΐποτε αλλο' καί άσπαζόμενος τρυφερώτατα τού; τε ανα¬
γνώστας καΙ Ιδιαιτέρως τάς ωραίας άναγνωστρίας μου — μηδέ.
των μή ώραΐων έίαιρουμένων —
Ενχομαι. χα.Ιητ εκτάμωσ^ μετά
«V
Ηος
Σατανας
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
ΑΣΜΑ ΤΡΟΒΑΔΟΥΡΟΥ
Κοργιοί, κουνούπια, σκνΤπες, ψύλλοι καΐ μερμήγκοι,
Νά σε τσιμποϋν φρικτά καΐ νά σε διαολίίουν,
Ή βρώμα νά σε πνΐγη μέσα 'στό λαρύγγι,
Τα ούρητήρια νσ σε άρωματΐίουν,
Ή ίέστη νά σε λυώνη 'σίυ τ6 άγιοκέρι,
Αύτό θά 'π/) μέσ' 'ζ την Άθήνα καλοκαιρι !
Νά πελαγών^ είς τό δρόμο άπ'τή σκάνη,
Λ(γο άγέρι σάν φυσά, νά σε στραβόνη·
'Στή λπσπη νά βαπτίί,εσαι, σέ κάθε βημα,
Νά χάσκη έμπρόΰ σου κ'ϊναε λάκκοί, λές 'σάν μνήμα,
Νά πέφτηε καί νά σπ« τό πίδΐ σου, τό χέρι,
Αΰτό θά 'πή μέσ' 'ζ την Άθήνα καλοκαΤρι1
Σβυστά φανάρια, ήγουν γκάζ μέ τα λουμΐνχα ,
Κοτρώνια μέσ' 'στοΰε δρόμους, ί.ύλ3, κόπρια, ^Ι
Κλητήρεΰ,'βρώμαΐί, λωποούταΐί, άστυνόμοι,
Άπόπατοι χ^ίνοχ 'δώ κ'έκεΤ άκόμη,
Άρρώστια δπου κι' άν στα97|ί σ' δλα τπ μέρη
Αύτό θά 'π~Ϋ μέσ"ε την Άθήνα καλοκαΤρι !
23
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΪ
Νά σοΰ χαλοϋν τόν ΰπνο σου ο! κανταδόροι,
Τ'αυτιά σου ίελαρύγγωται έοώ τενέροι-
Ό καροτσέρηΰ παρα 'κεΐ νά σε ηλακόνι^,
Νά παίίουνε τταλιάτσοι 'στ'«Άντρο ι> την «Μόν»]»
Ό Νικηφόροί 'στή σκηνή μέ τό μα^αΤρι,
Όλαι αΰτά έδώ τα λένε: καλοκαϊρι !
Νά μή τολμάε νά ίεμυτίσης 'στό παζάρι
Μην ή γολΐρα καλ δ διάολοί σέ πάρη,
Α'ψατα, γάτακ, ψάρια βρώμικα, σαπίλα,
Ψοφήμ|3 άταψα, σκουληκ]ασμένα ΐρθλλα,
Όλα αύτά νά σου κρατοϋν παντοθ καρτέρι,
Φυχή μου! τ! λαμπρά περναΰ τάκαλοκαΐρι!
'Σ,τό τέλθί; καΐ δ δήμαρνος νά κοροιδεύιη,
Τό (ατροσυνέδριον νά ταέειοεύν],
ΓχατροΙ καί νεκροθάφταΐί νίϊ^ουν έταιρία,
Νά τό γλεντδ 'στό Φάληρο ή Άστυνομία,
Νά σ'άπειλ?| ό θάνΐτοε σ'δλα τα μέρη,
Φυχή μου! φώς μοο! τί ώραΐο καλοκ
η,
καΐρι!
ΟθΜΓΕ-8θΟ€
ΓΕΔΟΙΟΓΊΆΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑΙ ΕΠΑΡΧΙΩΤΟΥ
ΔΡΑΜΑ ΚΩΜΙΚΟΤΡΑΓΙΚΟΝ
ΕΙΕ ΣΚΗΝΑΣ ΡΞ
;>&·"-« Γ
Π Ρ Ο Σ Ω Π Α ' ,
«Είς λωποδύτης.—ΕΪς άστυνομικχος χλητήρ

ΣΚΗΝΗ Α'. — Άποθαυμασμός πρό τής Άκαδημίας.

ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΪ
—ΚΗΝΗ β'.-·Ενώπιο,
ιυπιον τοϋ ναβΰ τοΰ Άγίου Γεωργίου
πλησίον ττ,ς Άστυν"·-:-'
υνομιας.
ΣΚΗΝΗ Γ'.—Άνατροχή των βρων τής καταγγελίας.
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
2-ΚΗΝΗ Δ'. — "Εκδοσις καί εκτέλεσις αΰτοσχεδίου αποφάσεως·
ΣΚΗΝΗ Ε'.— Είς το ύπόγειον τής Άστυνομίας.
ΣΚΗΝΗ ζ'__'Η διανομή των λαΐρύρων.
Τίλθ; το
ί'Ετ:ο·-τα[ 50,000 ^
27·
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
Η ΠΕΡΙ
ΑΝΘΡΩΠΟΓΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
ΜΥθΟΛΟΓΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ
Λέγουν ότι τό απέραντον σχέϊ,ον τής
"> *Η
5ϋ1Μ1ϋ
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Μάτην οί ύφιστάμενΐι θεοί, ό Έρμής, ό "Ηφαιστος, οί άρ-
•/άγγελοι Μιχαήλ κα'ι Γαβριήλ, ό Γανυμήδης, τα Σεραφείμ,
έπειρώντο νά διασκεδάσωΐί την άνίαν τοϋ Ιεχωβα Διός. Ή άθα-
νασία τω ένεποίίΐ αηδίαν καί έχασματο έν μέσω των ήλίων τού
νωθρότερον βουλευτού σ^χολιτευομίνου έν τί] βουλή.
Ούδεμία ποικιλία, ούϊεμία ένασχόλησις ιδιαιτέρα, διότι δέν
είχεν ετι συλλάβει την έπίνοιαν των πρωτοπλάστων, τοΰ Αδαμ
καί τής Εΰας.
Μία παρέ·θεσις.
Οί κ. κ. Μεσολωρας καί Κοφινιώτης ίσχυρίζονται ότι ό Αδαμ
κατεσκευάσθη έκ πηλοΰ, ώ; αί λάγηνοι είς τα χ ι θ α ρ ά δ ι κ α
των Αθηνών, τεθε'ις υπό τοΰ Φΐν—Ήφαίστΐυ έντός κλιδάνου
δίκην τσουβεκίου, ή άχοίςηρανθείς διά τής ξηραντικής με-
θόδου τού κ. Δαμασκηνοΰ.
Άν άληθώς ό Άϊάμ, ό προχάτωρ τούτέστι τοϋ κ. Πατ:α-
μιχαλο-ούλου έπλάσθη έκ πηλοΰ ή βορβόρου, δέν έπιμένομεν
καί πολΰ—πολΰ.
"Ο,τι άμως φαίνεται ημίν τερατωδώς απίστευτον, είναι ή
γελ:ία άςίωσις ότι πρός κατασκευήν τής Ευα;, τοϋ άριστΐτε-
χνή;α.ατος τής Δημιουργίαν, έχρειάσθη δήθεν ή πλευρά τοΰ άρ -
χετύπου άνδρας ώς πρώτη ζύμη.
Φαντασθήτε ο'ι'α βλασφημία! Έκ τής πλευρας αίφνης τοϋ κ.
ΚλάΒου τ, τοΰ κ. Λημητρακάκη μεταζυμωθεϊσαι αί καλλίπυγοι
άτθίϊες τής Όδοΰ Σταδίου.
Κα'ι ίσχ-ιρίζονται μ?ν οί μισογΰναι θεολίγοι ό'τι εντεύθεν έπε-
/ράτησεν ή φράσις επί τν) θέα ωραίας γυναικός:
— ΤΊ κ α λ ό κ ο μ μ ά τ ι!, φράσιν ήν συχνά άναμηρυκώνται
υπο τα σιελώδη χείλη των οί καλόγηροι, Ίνα πιστΐποιώσιν ότι
ή γυνή τάχα είνε έν τεμάχιον τοΰ άνδρας, κα'ι τίποτε άλλο.
Άλλά τότε κατ' αναλογίαν Ιπρεττε νά καλήται οχΐ πλέον
τό ωραίον ήμισυ, άλλά τ3 ωραίον τέταρτον τοΰ
ά-ίδρός.
29
ΚΟΝΕΤ. Φ. ΕΚΟΚΟΥ
Άκοϋτ' έκεΤ! τουλάχιστον άν Ιλεγον τεμάχιον έκ πΐυτίγκας
ή* φραντσόλας !
Τον μϋθον τούτον έπενίησαν άναμΐιβόλως οί άναφαλαντίαι
^Βΐςοηί, ών ά χαλαρωθέντες όδόντες δέν ηδύναντο πλεΌν νά
τρωγαλίσωσι τ ό μήλον τήςγνώσεως, θέλοντες ούτωσεί,
οί χα'.ρέκακοι. νά ύποτιμήσωσι την καλλιτεχνικήν άβρότητα τής
γυναικός.
Άλλά κ,αί ύποτιθεμέ/ου ότι ή γυνή υπήρξε κλασμα _ εύώ ?βς
πάντΐτε— τού άνϊρός, πάλιν ή τιμή άνήκει είς αυτήν.
Ό Πραξ'.τίλης χρίν η πλάσγι καλλιμάρμαρΐν την Άΐροδί-
την τού κατεσκϊύασε -ρότίρον τε πρόπλασμα αυτή; έκ χηλοΰ.
Ό Αδαμ λοιζόν ύ-ήρξε τό πρόπλασμα τή; Εΰας.
Πριηγήθη ή ίδέα έν τω πηλω καί είτα άνέλβμψε τό καλλι-
τεχνη,/,α επί τ:ϋ χρυσ;ϋ η τοΰ άλαβάστρου, διότι άληθώς ή γυνή
είναι το έρατειν:τερ;ν άριστοτέχνημα τού Υψίστου, τού Φειδίου
τής Δημιουργίας, ά~ό τή; ωραίας Ελένη; τοϋ Μενελάο^ μΞχ.ρι
τής κυρίας Ροζοϋς, κϊί άπό τής Κορνηλίας μίχρι τή; κυρία;
ϊροσερας Ί~οτάμ:υ, τής εσχάτως συμπερ-.ληφθείσης 5ΐς
τό άγελΐδοτροφεϊον τού κ Καμπα. ..
Κλείϊΐ ή παρένθεσι:.
Πρωίαν τινά ηγέρθη ό Ζίύς βαρύθυμος καί άνιών, έςεΛών
βλασφημίες καί άράς, άς βραδύτερον ειχε συλλέξει είς τ: Κο-
ράνι;ν αυτού ό Μωάμεθ.
_ Μάτην ό κ. Χατσή-Έρμής—διότι άληθώς ό Έρμής ήτο ό
εμ~:τ5υτιχώτερο; ΰπασπισΐής τίϋ Διός—μάτην έμόχθει διά
τής ε υ τ ρ α τ. ε λ ί α ς τού νά διαΐκεδβσϊ) την φιλΐσο^ αήν πλί-
ξιν τού 'Υψίΐτου. ' ' '
Ό Ζεύς ην τρΐμερός έν τ9) μελαγχολία τού. 'Εκτςτε γρ:-
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
νολογοϋνται αί άστραπαί, προε7»θοΰσαι έκ τ£ν αγρίως λαμπυριζόν-
των ομμάτων τού, καί αί βρονταί έκ των ώρυγων τού.
Ή *Ηρα, τολμήσασα νά τόν περιβάλλγ) διά τής λατρείας καί
τδν τρυφερώντηςπεριπτύξεων, εδέχθη ισχυρόν ρ'άπισμα 6~ό τοΰ
Διός, ώς νά ειχε κατενεχθΫί διά χειρός Διευθυντού Αστυνομικάς,
αίμοφυρτος δέ σχεδόν μετεκομίσθη υπό τής Νυκτός επί ζοφερ:ΰ
άρματΐς είς τό παρά την Ριζάρειον σχολήν νοσοκομεΤίν τού
Εΰ αγγελισμοΰ χρός νοσηλείαν....
Ό Ήφαιστος, άποπειραθείς νά τω ψελλίση παραμυθητικούς
λόγους έςεσφενδονίσθη όΥ έν:ς λακτίσματος εις τίνα γωνίαν
τοΰ Όλυμπου, ολολΰζων έκ των «λγηδόνων τοΰ θραυσθέντος
ποδές τού, όστις έκινδύνεασε νά χάθγι γάγγραιναν, ώς νά ύπέστγ)
άνατομικήν εγχείρησιν υπό των έξ Εΰρώπη; έπιϊραμόντων ν ε ά¬
ρων χ=ιροΰργων.
Ό θίασος των Χερουβείυ. εζήτησε νά μέλψΛ/ μελ.φδίαν
τινά έκ τ?[ς Τραβιάτας, πρός κατα-ράϋνσιν τής θλίψεως τοϋ
Διός, όστις όμως άγα-ιακτήσας έκρήμνισβν έκ τοΰ "Ολύμπου
αυτόν κάτω καί πρός τιμωρίαν τόν παρέϊωκεν είς την κοιλίαν
τού Λαμπρϊΰνα καί είς τάς χείρας τοΰ κ. Τσίχα.
Αίφνης έν μέσω τής οτυγνής μελαγχολίας φωτεινή ίδέα
άπ-ήστραψεν έν τ»ί περιϊινουμένη κεφαλίί τ:ϋ Διός.
Πάραυτα καλεΐ τόν Ερμήν, τ:ν Ήφαιστον, την Νεμεσιν
τόν Βεελζεδοΰλ καί τόν κ. Χάλδεν, οΐτινες έ'δραμον έν άκαρεΐ
ένώττιόν τΐυ.
— Φέρετέ μοί τόν κατάλογον των αστέρων. Έρμή, σΰ εχεις
τό ομμα όξύ. Ίδέ, έκεΤ κάτω είς τάς άδύσσΐυς των οΰρανών
•κώς καλείται ό άδιίρατος έκεΐνος μικροϊκοπικΐς κόκκος, τό
άμαδρ'ον έκεΐνο σημείον μεταςύ των πλανητών;
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
Καί ό Έρμής έλαβε τό τηλεσκόπιο·» κα'ι κατεσκόπει τό ά¬
πειρον.
— Μεγαλειότατε, είνε ή Γή. Υπό τοιούτον όνομα αναγρά-
φεται είς τό μητρωον των αστέρων.
«— Περίεργον! την είχον λησμονήσει. Έκεΐ κάτω λοιπον
καταδήτε ό'λοι. Άναζητήσατε μίαν γωνίαν έπ' αυτής καί πλά-
σατε κατ'είκόνα καί καθ" ομοίωσιν μθυ μερικά άν-
δρείκελλα. Κατόπιν 6ά σάς στείλω λεπτομερεστέρας διαταγάς.
Ό 'Ήφαιστος, ό Έρμής, ή Νέμεσις, ό Βεελζεδοϋλ καί Ό
κ. Χόλδεν κατήλθΐν επί τής Γής μετ" άστραπιαίας ταχύτητος,
έκτελοΰντες την παραγγελίαν τής ΑΟτοϋ Μεγαλειότητος Διός
τού Α'.
Περιήλθον όλην την ϋδρόγειον καί είτα εστάθησαν είς τι ση¬
μείον ε-' αυτής.
— Έδώ, έφώνησεν ή Νέμεσι:, νά πλάσωμεν τα νευρίσπαστα
τοΰ Ίεχωδα. Τό ίδαγος είνε κατάλληλον καί τό χώμα πολ¬
λαί εΐοών. ΙΙρέχει τα άνδρεΐκελλα νά πλασθώσι ποικίλα.
— Εύγε! άνεφώνησαν οί λοιποί θεοί. Έμπρός, είς τό έργον.
Ό "Ηίαιστος ήτοίμαΐε την κάμινόν τού, είς ήν εθηκε πΰρ. Ό
Βεελζεβούλ κα'ι ό Έρμής συνέλεγον την ζύμην έκ τοΰ έδά-
φους, ό κ. Χόλδεν διά τής γλυφίδος τού έπλαστούργει έξ αυτής
τα είδώλια τοϋ "Υψίστου, «αραδίδων είτα αύτά είς τόν κλίβα-
νον τοϋ Ήφαίΐτου, είς τα όποΐα ένεφύσα τελευταίον ή Νέμεσις
καί τοίς έδιδε πνοήν ζωσαν.
Λέγεται όμως ότι ή Νέμεσις, διαλαθοϋσα την προσοχήν των
λοιπών θεΰν, ϋπέκλεψέ τίνα έκ των άνϊρεικέλλων, παραχώσασα
αΰτά είς κρύπτην τινά υπό τό εδαΐος. Καί ούτω μετά χιλιά-
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΚ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
δας έτών άνεφάνησαν αίφνης έκ των καταχθονίων οί ν ε μ ε σ η-
τικοί, γενόμενοι είς τούς μεταγενέστερον χρόνους Εισαγ¬
γελεύς τοΰ Κράτους.
Καί ό κ. Χάλδεν έδημιοΰργει ολοέν. Ελάμβανε πηλόν έξη-
ραμμένον και κατεσκεύαζεν ύπουργούς καί βουλευτάς. Ό κο-
νιορτός καί ή ρευστή λάσπη μετεμορφούτο διά των πλαστικών
τού χειρών είς δημάρχους καί δημοτικους σσμδοΰλους. Έκ τής
ίλύος τοΰ Γκαζοχωρίου έφιλοτέχνησε τούς χοίρους και τούς έμο-
γενεΐς, εκ δέ των έλων τού Φαλήρου έμορΐοποίησε τούς μίσί-
τας καί τούς χαβϊαροχανίτας χρηματισταί. "Ολίγη κόνις καρ¬
βούνων τω έχρειάσθη πρό; άνθρωποποίησιν των δασκάλων, των
καλογήρων καί των ήθοποιών. Έξ άγγλικοΰ άλατος επλασε
τοΰς ρήτορας των ΰπαιθρίων διαδηλώσεων καί έκ φλόμου τα
άστυνομικά ζωόφυτα. Καί έπειϊή τό χωμα είχεν έξαντληθτ),
έχρησιμοποίησεν ολίγα άχυρα, έκεΐ που εύρεθέντα, καί κατε-
σκεύασεν έξ αυτών ολίγους ΰπουργοΰς τής Άπαιδευσίας.
Ό Έρμής όμως είχεν εμπιστευτικήν εντολήν τζαρ'τ. τοΰ Διός,
καθ" ην έκλίξας την εύγενεστέραν ΰ'λην έκ τού γηίνου έδάφους,
ήτοι άσβεστον καί άλάβαστρον, ένετείλατο τω κ. Χόλδεν νά
πλάση τα θήλεα νευρόσπαστα. Ή ά'σβεστος ελήφθη έκ των λα-
τομείων τής Πνυκός τού κ. Τοτόμη. Καί δι' αύτό Ικτοτε ή
ώραία άτθίς φλέγεται άλλά δέν κατακαίεται. Καΐ δι" αύτό άκίμη
Ιχει άεικίνητον την γλώσσαν, διότι ή Πνϋξ έχρησίμευε διά
την γλωσσαλγίαν των άρχαίων.
Ό Ζεύς κατώπτευεν άπό τοΰ υψους τοΰ άπείρου τα άπό των
χειρών τοΰ 6εο3 Χόλδεν άναπηδώντα ό μ ο ι ώ μ α τ ά τού καί
έξεκαρδίζετο γελών καί καγχάζο)ν.
ΚΩΝΕΤ. Φ. ΕΚΟΚΟΥ
Άντήχ:υν οί ούρανοί έχ των βρΐντωδών γελώτων τού ιδίως,
ό'ταν διευθύνων τό τηλεσκόπιον ό Ζεύς πρός την πρότυπον -/ώ¬
ραν των νευροσχάστων τού έβλεπεν ότι αύτά έφωνάσκουν και
έκινοΰντ:, ένήργο^ν εκλογάς κα'ι όΊαδηλώσεις" ότι ε κ ο ρ ό ϊ-
δ ε υ ε ν ά'λληλα έν ονόματι τού θεοϋ" ότι έχ,οκορεύοντο ότι τάχα
κάτι ήσαν καί αύτά' ότι τέλος έ'καμ.ναν τόσας ωραίας κα'ι χα-
ριε-τάτας άνοησία:, είς τάς οποίας έδιδον όνίματα μεγάλα άπο-
καλοτίτα αύτάς νόμους, ηθικήν, μεγάλην ιδέαν,
κα'ι τόία άλλα ζερίεργα κ»ί γε7>όϊα πράγματα.
Κα'ι ό Ζεϋς έλησμόνει την αθανασίαν τού έντρυΐών είς τ'ΐ
μικροσκοπικόν αύτό θίαμα.
Ένίοτε έγκαταλείπων τα ούράνια ένδιαιτήματα κατήρχετο
υπό διαφόρους μορΐάς ν.αί ποικίλα σχήματα είς τάς κλεινάς τ:υ
Αθήνας, ότε μέν μεταμςρφούμενΐς είς χρυσή ν βροχήν καί
είσδύων είς τοΰς κοιτώνας των άριστοκρατικών άνδρειχέλλων
τού, ώσει ήτο χρυσοκάνθαρος άπλοθς, ότε δέ είς κερασφόρον
ταϋριν — ϊιά νά έκλαμβάνηται δήθεν ώς σύζυγο; — καί έτέλει
οϊιτω-ει ίηοο^ηίΐο ερωτας άποκρΰφους, ούς τω -αρεσκεύαζεν ό
Έρμή:, όστις χάριν εΰν.ολίας έγκατέΐτη όρ'.στιν.ως Ί5ρύσας ώς
κάτοικον τού μέγαρον μυστηριώδες, όπερ έκάλει χρηματι¬
στήριον, ένεργών έν αύτω τάς αγοραπωλησίας των έρώτων
τού Α;ός.
Ιδία ομως ό Ζεΰ; ηρέσκετο νά κατέρχηται καί ένϊιατρίβγ,
είς Κηφίσσίαν μετα6αλλό;λενος είς β;ϋν ή είς διπλωμάτην νραμ-
ματέα πρεσβείας, κατά τάς περιστάσεις, -/.αί ούτωσεί τ ο έ-
γ λ έ ν τ α ζερίφημα.
Λέγεται μάλιστα ότι δα νά γελάση Ιτι μάλλον, Ινεδύθη
«οτέ σκήπτρον κα'ι πορφύραν, κατήλθεν έ-ί τής γής, Ιφαγεν,
?πιεν, έμέθυσεν, έκυλίσθη ώς χ:ΐρος εί; ερωτας, ηδςησε τόν
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
πληθυσμόν των νευροσχάστων τού, καί πρίν ή φθάση νά εννοηθή
υπ'αυτων, τό Ιστριψίν είς την Ευρώπην κατά συμβουλήν τοΰ
ϋπασπιστοΰ τού Χατζή-Έρμού.
Ούτω παρήρχοντΐ οί ένιαυτοί, ό δέ Ζεύς έλησμόνει την φρί-
κην τής αθανασίας ϊιαΐ/.εοάζω»1 φαιδρότατα μέ τα περιεργότατα
άνθρωχάκχα τού.
Άλλ' ό'ταν βραδύτερον ειίεν ότι είχον άφηνιάσγι τα νε,ιρά-
σπαστά τού βαθμηδόν, έχχίέπεσε πάλιν είς την προτέραν αη¬
δίαν -/.αί πλήξΐν.
Κυκεών καί σύγχυσις !
Διότι τα νε,ιρόσπαστα, χαλαρωθεντα καί ξεδιϊωθέντα, είχον
μετατοησθϊϊ έκ τής οίκείας έκαστον θέσεως. Ό Δαμαλας καί
ό Μακράκης εζήτουν νά μάθωσι την κατοικίαν τού υπερτάτου
Διός, άνακζλύπτοντες αυτόν είς τα κρόμμυα καί τό αύγοτάρα-
χον τής τεσσαρακοστής. Οί "/ α σ ά π ι δ ε ς εγίνοντο ίατροϊ καί
οί χωροφύλακες ουνεταττον καλλιτεχνικάς μελέτας. Οί καπ/ο-
πώλαι έλάμδανον ένεργϊν μερος είς τα λαθρεμπόρια καί είς τα
ΰπουργι/.ά συμβούλια τοΰ Κράτους, τα δέ νήπια τ:υ ζυκείου
τοϋ κ. Κουτούζη κα'ι Πα-αγεωργίου έςωτιλίζδντο διά νά έκ-
στρατεύΐο>σι κατά των ΒοΆγάρων.
Καί ό Ζευς έφρύαττε καί έλύσσα.
Καί Ιδλεπεν ότι οί διΐάσκαλοι συνέγραφον περί εύζρειτϊίας
καί καθαριότητος, οί καλίγηροι έλάλουν περ'ι άνθρωπισμοΰ καί
οί άεργοι των καφφενϊίων έφορτόνοντο είς την ρ'άχιν των τα
έθνικζ ζητήματα, προκαλούντες πολεμικάς Βιαδηλώσϊΐς είς τάς
πλατείας τής πόλεως, οί δέ ποιηταί έςεσφενϊδνιζον στίχους καί
υβρείς καί άναθέματα κα'ι έμπνεύσεις ποιητικας εναντίον -ών
ΧΟΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΪ
έχθρών τού ελληνισμοΰ εΐσδαλλόντων είς την Θράκην κα'ι την
Μβκεδονίαν.
Κ αί ό Ζεΰς έμαίνετο έξ άγανακτήσεως.
Καί έβλεπεν ότι οί κύριοι Κοκοραίαι είχον άναλάβει νά ήθι-
κοιΐοιήσωσι δημοσυγραφούντες την κοινωνίαν, ένώ αί φυλακαί
δέν ήσαν εντελώς πλήρεις, ώστε νά μή έπαρκέσωσι καί είς τούς
άστυνομικους κλητήρας, φλυαρούντας περί ήθικής καί τάξεως.
Καί υ-έχρι μέν τινος ό Ζεύς συν*κράτει τούς κεραυνοϋς τής
λΰσσης τού.
Διενοήθη μάλυτα ν' αποστείλη προφήτας, καί έ"πεμψεν τόν
Ίιρεμίχν, τόν Ίεζεκιήλ, τόν Καχετάνον, τόν Μπαστίναν, τόν
Σώμερβιλ, τόν Μωάμεθ καί την Ιεράν Κατήχησιν τοΰ
κ. Κοφινιώτου, άλλ'είς μάτην· τα νευρόσπαστά τού είχον έκ-
ν ε υ ρ ι σ β τι εντελώς.
Καί όταν «λέον εΐϊβν ότι οί νεκρο'ι δ'ις άπέθνησκον ϊιά των
νεκρολογιών τοϋ Άρσένη, καί έστεροϋντο των π ο ρ θ μ ε ί ω ν
διά τόν χορθμέα τοϋ "ΛοΌυ Χάρωνα, διότι εφορολογούντο καί
ΰιΛ την πλακα τοϋ τάφον των άκόμη υπό τής «Ποικίλης Στοάς»"
8ταν είϊεν οτ: οί βουλβυταί Ιλυον τα νομοθετικά ζητήματα διά
γρόνθων καί λακτισμάτων, δ δέ κ. Χοϊδας εζήτει νά ιδρύση την
δημοκρατίαν τής αδελφότητος διά τοϋ ρεβόλβερ κα'ι των μαρ¬
τύρων τής μονομαχίας· βταν επί τέλΐυς Ιμαθεν "ότι ό Δελη-
γιάννης έγινεν άρχηγός των νευροσχάστων τού κα'ι οί μαθηταί
τοϋ Σχολαρχβίου, 'Γπουργοϊ τής Παιδείας, ένώ οί χερΐαΐοι
άμανΤται μετεμορφοϋντο είς ύπ:υργοϋς τής Θαλάσσης, καίτοι
λιζοθυμοθντες ίχ τίϊ θεα τοϋ ύδατος" δταν είδεν ότι τα έκ τοϋ
χυδαιοτίρου φυράματος χλαστουργηθέντα άνδρείκελλα, άντ'ι νά
"3β
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
τεθώσιν έντός μαστέλλων φανικοϋ οξέος, ή νά χρησιμοποιηθώ¬
σι-/ ώς ούρητήρια, τουναντίον έλάμβανον μέτρα περί καθαριό¬
τητος επί των εσωτερικώ ν, οί δέ αξιωματικόν τού στρα-
τοΰ Ιχαπτον τα γαλόνια έντός των Σολωνείων ώς νά ήσαν χου-
τίγκαι, αί Ι τότε πλέον έξεμάνη ό άθάνατος Ζεΰς, ό έπινεύων
επι την γήν καΐ χ ο ι ώ ν αυτήν τ ρ έ μ 6 ι ν
. . χαι χυ«νέτ)σιν ίπ' όφρΰνι νεΰσε Κρονίων
αμβρόσιαι δ* αρα χαΓται επερρωσαντο αναχτος
χραΐδ; άπ' άθανάτοιο, μέγαν δ* ίλίλιξίν Όλυμκον.
Καί συνελαδε την τρομεράν απόφασιν νά έξολοθρεύστ) το γέ-
•νος κα'ι την χώραν των νευροσπάστων καί νά πλάση νέον έξ
άλλης ζΰμης.
Εκάλεσεν είς σομδούλιον τοϋς θεοϋς κα'ι ανεκοίνωσε τό σχέ¬
διον τού, ένετείλατο 3' αύτοΤς νά καταδώσιν επί τής γής καί νά
έκτελέσωσιν ώς τάχιστα, ώμίτερ;-; δ-.καστικοδ κλητήρος, την
άνέκκλητον ά-ίφασιν τή; εξαφανίσεώς των Αθηνών.
Ό Έρμής ικέτευσεν ιδιαιτέρως τόν Δία όπως έκ τού γενη-
σομέν:υ κατακλυσμοΰ οεισθί) τοΰ Δηλιγιάννη, τοΰ ΙΙα-αμιχ?-
λοπούλου κα'ι τοΰ κ. Αομβάροου διά νά μή χαθίϊ τόσο ϊ κατά
την δευτέραν άνθρωπογονίαν των Αθηνών, άλλ' ό Ζεΰς ότ(α^α-
χτήσας έκρήμνισεν αυτόν τής Έδέμ κα'ι τόν κατεδίκασε νά μέντι
ώς φάσμα έντός τής έρημίας τοΰ χρηματιστήριον, γυ-
μνϊς καί ζειναλέος.
Οί θεοί -/.ατήλθον έ«ί τής γής. Ό Ποσειδων απεπειράθη νά
άναστρέψγ) τα ϋϊατχ τού λεκανοχεδίου Αθηνών κβί νά κατακλύσ1»)
την πόλιν των νευροσπάστων, αλλ' ατυχώς ούδαμοϋ εΰρεν ύδωρ,
"3*7"
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
διότι ό'λα τα ν ε ρ ά τοΰ δήμου είχε καταλάίει ό κ. Καΐσαβέτης
καί ό κ. Μελάς διά τα έν Κηφισσία λουτρά
"Αλλως τε ό κ. Δαμασκηνίς, ό δυνάμενος νά ανελκύση την φα-
ληρικήν θάλασσαν πρός τουτο, άπο,ισίαζεν είς την Πελοπόννησον
διά τάς άμαρτία; τής ιτολυκλαύστου σταφίδος.
Τί νά πράξωΐιν ; Άνήλθον είς τους οΰρανούς κα'ι έγνωστοποίη-
σαν τάς ενεργείας των είς τόν Δία.
Δεύτερον συμβουλιον των θεων.
Καί έπειδή ό διά κατακλυσμόν ϊλεθρος των Άθηναϊκών νευ-
ρ:σπάστων απέβαινον άίύνατος, ή Νέμεσις έπρότεινε νά μετέλθω-
σιν άλλο μέσον, αποτελεσματικωτέρα καί ταχύτερον, νά στεί-
λωσι τούτέστι δύο ύ-οχθονίους Θεάς, την άθάνατον Εύλογΐ^ν
καί την Χολέραν, άλλ' ό Βεε).ζεβοΟλ παρετήρησεν ότι αυται κατά
διαταγήν τοΰ Άρχισατα/5 ήσχολοθντο κατ' εκείνον τόν χρόνον έν
τω βασιλείω τοϋ Άδου πρός σύνταξιν των δημοτικών καταλίγων-
Ά-εφασίσθη λοιπόν νά προαποστείλωσιν τόν Δήμαρχον Άθη-
ναίων, τόν Διευθυντήν τής Αστυνομίαν, τό ίατροσ,ινέδριον, καί
τόν κ. Παπαμιχαλόπουλον, ό~ως προπαρασκευάσωσι τα τής ύ-ο-
δοχής τής Χολέρας καί τής Εύλογϊας, οίτινες πρός τουτο ί'δρυταν
τα λοιμοκαθαρτήρια, την Νέαν Αγοράν καί άποπάτους έντό; μαν-
δρών, άναμένοντες άπό στιγμής είς στιγμήν την μεγαλοπρεπεστέ-
ραν εμφάνισιν των δύο επισήμων θεοτήτων.
Ό Ζεύς απεσύρθη είς τ:ν έ'βδομον ουρανόν κα'ι άναμένει την
καταστροφήν των φθαρέντων νευροσπάστων τοα, διά νά διατάξγ,
δευτέραν αυτών έκδοσιν, έπηυξημένην καί έπιδιωρ-
θωμίνην. . . .
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦ1ΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Ι ο μήΛον τής εριόος.
Ο ΚΥΡΙΟΣ ΠΕΤΣΩΜΑΤΑΣ
Ό κύριος Πετσωματας, όπλαρχηγος είρήνης,
'στον τελευταίον πόλεμον /ζαλάσας τρείς καπόταις,
φαγών ολίγα χρήματα τής Έ θ ν ι κ ή ς Αμύνης,
πρό πάντων δέ δ'ακριθείς είς τό σουφρδνειν κόταις,
'στούς καφφενέδες σκυθρωπϊς καί μόνος έχλανατο,
καί 'στά τραπέζχα κάποτε ησύχως εκοιμάτο.
ΚΟΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
Καί τότε ώνειρεύετο υπό πλατάνους δεΐπνα
μέ κόταις δούλων άδελιρων, μέ δάφνας /.αί μυρσίν*:,
άλλ' όταν έκ τοΰ εΰτυχούς ληθάργου τού έςύπνα,
μετά ϊακρύων έ'δλεπε πώς είναι είς Αθήνας.
Καί δίδων πέντε φάσκελα τό έ'θνος κατηροίτο,
καί πάλιν Ιξεθύμωνε καί πάλιν έκ;ιματο.
Έδίψα μάχας κΐ' αί'ματα τής Ιποχής έκείνης,
άλλά τό Ιθνος δυστυχώς μετά μακρους χολέμους
έτρύγα τού; γλυκείς καρπΐύς τής ζοθητής εΐρήνης,
μοιραίως πελαγοδρομοΰν 'στους τέσσαρας άνέμους.
Κΐ' έκείνος εκινδύνευε τής πείνας ν' αποθάνη,
ν-ΐ έσκέτττετο νυχθημερόν τί δΐάβολο νά κάν>).
Άλλ' ό θεός, ό πώποτε πεινωντα μή άφίνων
ουδέ αύτά τα πετεινά, ώς λέγουν, τούρανοα,
πρ: πάντων δέ οί^τρηλατών τού; κλε'πτας των Έλλήνων,
και τ:ύ ττωχοθ Πετσωματα έφώτισε τΐν ν;ϋ"
κ! ώς μόνην τίϋ ένέπνευσε παρήγορον έλπίδα
νά βάλη κάλπην βουλευτού κϊ' έκεϊνος 'στήν πατρίδα.
Αϋτό τ: πρδγμα δύσκολον πολύ δέν τοϋ εφάνη. . .
είς την ϊατρίδα εχαιρεν ύπόληψιν μεγάλην,
καθόσον ήτο γέννημα ενός άρχιτσοχάνη,
ϊιακριθέντβς άλλοτε στήν Τ-υρκομάχον πάλην.
Άλλά κχ' αϋτός ό ί'διος μετά τοσούτον χρόνον
σκνε'χισε τα τρόπαια των πατρικών άγώνων.
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Λο.ιπόν;. . . τής Κυβερνήσεως λαβών την συνδρομήν,
τα Ιξοδα τής /.άλζης τού κ' ολίγας παραινέσεις,
ά~ήλθ=ν είς την πάτριον άναύλως πρός τιμήν,
είς ολους ΰποσχόμενος διορισμοΰς καί θέσεις.
Κχ'έπέτυχεν ;. . . επέτυχε καί πρώτος παρ' έλπίδα,
καί κάθε φίλος Ιβγαλε γΐ' αυτόν εφημερίδα.
Καί άχό τότε δέχεται, χωρίς νά δίδη, δώρα,
έλέγχει άδυσώ7τητος των ΰπουργών τάς χράξεις,
φορεΤ καί γάντια κά'ποτε κα'ι πάντοτε ώς τώρα
είς τής συμχολιτεύσεως ευρίσκεται τάς τάξεις.
Καί ό'ταν πατριώτη τού κανένα διορίζη,
τό ήμισυ τουλάχιστον έκ τοΰ μισθοΰ κερδίζει.
Ουδέ 'στό βήμα ομιλεί, άλλ' οΰτ' ιδιαιτέρως,
καί μόνον ό'ταν πρόκηται γερόν νά ζέση ξύλον,
τότε σηκόνετ' έν σπουδή κχ' ευθύς λαμβάνει μέρος,
διά τα δικαιώματα μαχόμενος των φίλων.
Είς πασάν άλλην ήρεμον περίστασιν χαζεύει,
κϊ' ήδυπαθως τούς ρ'ώθωνας τής μύτης τού θωπεΰει.
Κί,' είς τούς χορ:ύς τοϋ Παλατχοΰ ώς βουλευτάς πηγαίνει,
άλλά τάς συνηθείας τού δέν λησμονεϊ τάς πρώτας,
καί πάντοτε τοΰ Παλατίοϋ την σκάλαν κατεβαίνει
μ* ολίγα κρΰα λείψανα καλοψημένης κότας.
Τοιούτος άντιπρόσωπος πολύτιμος εφάνη
ό κύριος Πετσωματας ό γόνος τοΰ τσοπάνη.
ΣθΥΡΗΣ
ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ
ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ ΑΙΩΝΙΟΝ
Τθ ΕΘΝΟΣ ΑΝΕΘΗΚΕΝ
ΤΟ ΛΑΧΕΙΟΝ
ΔΡΑΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΝ ΕΙΣ ΠΡΑΕΕΙΣ ΤΡΕΙΣ
(παριστανόμενον χατα πασάν έχχύβευσιν).
Πράξις π ρ ώ τ η.
Δΰο ώραι μετά μεσημβρίαν ό φλογερος ήλιος τού" Αύγού-
στου πυρακτώνει τό εϊαφος τής οδοί, έφ'ής τό πτώμα γαλής
αναπέμπε: είς οΰρανίύς άναθυμιάσεις έν είδει αΐνων, υπέρ των
έπιμελουμένων τής καθαριότητος τής πόλεως άρχών. Αί μυΤαι
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
βΐμβοΰσι πενθίμως' το ΐίδωρ τής κρήνης σΐύζε; μονοτόνω; έκ-
φεΰγον διά τής άνοικτής στρόΐιγγος τοΰ κρουνοϋ. Πάντα τα
παράθυρα των ΐΐκιών μιας των παρίϊων τής ιδού Προαστείου
είνε κεκλεισμένα. "Εν μόν;ν είνε ανοικτόν, καί είς αύτο προ¬
βαίνει ό κύριος Ά/α.·*.ρέ(ύΊ Καλαναπάθης μέ τό μακρόν τού νυ-
κτικόν ύποκάμισον. Μόνΐς αύτός δέν άπΐλαϋει τής άνίτςυ μα-
καριότητος τού μεσημβρινοϋ ίίζνου. Είς την κλίνην ό'που /.ατε-
κλίθη πρό όλίγου δέν ευρεν άνά-αυσιν, έπειοή τ:ν Ιδακνον λυσ-
σωδώς άφ' ενός ή σκέψις ότι άπελυθη πρό ένΐς μηνός ήδη άπό
τής θέσεως έκτάκτου γραφέως έν τίϊ Έ^ορία καί άφ' ετέρου οί
τρισχίλιοι κορίοι οίτινες πατροπαραδίτως χαίρΐυσι τι απαρά¬
γραπτον δικαίωμα νά ρο^ωσι τό α^μα των ένοικιαΐτών το3 δω-
ματ!ο^.
Μονόλογος το3 κ. Άναχρέοντος: «θέλω λέγειν Άτρείδα:...
θέλω νά ιταραλάβω τό πανταλόνι μου αύριον άπό τόν ράπτην...
θέλω οέ Κάδμον αδειν ... θίλω νά δώσω τό υπόλοιπον τοΰ ένοι-
κίΐυ είς την κερά Μιχάλαινα ... άλλά μέ τί παράϊες ;... Έμένα
εΰρην.ε νά παύστ) α!;τό τι κ... ύπ:υργε"?ον ! ... Ναΐσκε ! ... με
τΫίς έςήντα τέσσαρε; ψωροδραχμαϊς πού μού εδινε θά κατορθώση
το ίσοζύγιο-^!... Δεν πάει νά κΐυρεύεται κι' αϋτό ! ...»
Μικρος λοΰστρος άναφαίνεται είς την έσχατιάν τής όδΐΰ -λα'ι
φωνάζει μέ οξυτάτην λαλιάν ...
— ΙΙάρτε, κύριοι, λαχεΤα!... έϊώ είνε τα τυχερά λαχεΐα!..·
Ό κ. Άνακρέων έςακολουθεΐ: — « Άμ' έκεΤναις ή 36,40
ποΰ εχω γραμμένα είς τό βιβλίον τού ξενοδοχείου ;... Θά μοϋ
δώίΤ) νά φάγω τό βράδο ό κύρ Μανώλης;... Καί ώς τ:σον ό
χαλές, ό βουλευτής μο^ μέ κοροϊϊεΰει τώρα δυο *6δομάδες καί
σήμίρα πάλιν μ' άφησε νά περιμένω σά χάχας είς τόν Κήπον
τοΰ Κλαυθμών:ς ! Τόν παλγ,άνθρω-ον ! ... Μά δέν θάρθςυν
εκλογαί;...
"Ο λοϋστρος προχωρών :
— Πάρτε, κΰριοι, λαχΐΤα!... τρία φράγκα κ" έν α φράγκο!...
Αυριον τάς δέκα ή ώρα βγαίνει!...
Ό κ. Άνακρέων συνεχίζων τόν μονόλογέν τού : «Κϊί τό
συνάλλαγμα των 65 Βραχμων, τό συνάλλαγμα ! ... ά-/, δυστυ-
ΚΟΝΖΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΪ
χία μου! "Εληξε πρό πολλοΰ καί τό διεμαρτύρησε. Καί "Ο νά
κάμη συγκατάβασιν έκεΤνος ό σκύλος ό τςκογλΰφος ! ...
Ό λίϋστρος πλησιάσας ήδη υπό τό παράθυρον :
— Τρία φράγκα κ' έ'να φράγκο !... Έμπρός, κύριοι, τα τυ-
χε?ά λαχεΐα ! ... __ , , ,
Ό κ. Άναχρέων άποσύρεται έκ τοΰ παράθυρον απομάσσει τΐν
ίδρώτα, ξύεται, σκέπτεται καί Ιπειτα κάμνει κίνημα ώςνάή'θελε
νά ειΊςτι : "Γπαγε οπίσω μου Σατανα !
Ό λουστρο; σταματα παρά την κρήνην, πίνει νερόν καί μετά
ταυτα άνα^ωνεΐ μέ όξυτέραν λαλιάν:
— Αυριον τάς δέκα ή ώρα βγαίνουν ! ... Πάρτε, κύριοι, τα
τυχερά λαχεϊα !... δυό μοΰ έμειναν ! ...
Ό κ. Άνακρέων προβαίνει πάλιν είς τό παράθυρον.
Ό λοϋστρΐς κάτωθεν ά-οτεινόμεν:ς . πρός αυτόν :
— Άφεντικό!... πάρ' έ'να λαχεΤο ! αυριον τάς δε'κα ή ώρα
βγαίνει ...
Ό κ. Άνακρέων τόν κυττάζει βλοσυρώς κατ'αρχάς, άφηρη-
μένΐς κατόπιν καί τίλος μειδιών:
— Έλ' απάνω ! ...
Ό λοΰστρος άνε'ρχεται προθύμως. Ό κ. Άνακρέων έξάγει
έκ τού βάθΐυς τοϋ σαθροϋ κιβωτίου τού κύλινδρον τρι&ι δραχ-
μών είς πεντάρας καϊ άγοράσας τό γραμματιον κρύπτίΐ αΰτό είς
τό κιβώτιον, έν ώ ό λοΰστρος άπερχεται φαιδρός καί λέγων πρός
τόν ΆνακρεΌντα:
— θά σ:ΰ πέση, άφεντικό ! ... μά τό Σταυρό σοΰ λέω ! ...
Ιχω γΐϋρι! ...
ς δευτέρα.
Η επαύριον" τρεΤς ώραι μετά μεσημβρίαν* τρία ή τέσσαρα
παράίυζχ άνοικτά είς την αύτην οδόν, έν άς καί τό τής οικίας
ό'ικυ κατοικεΐ ή οίκ:γένεια τβΰ άντι/.ρυνοϋ μπακάλη, είς τό οποίον
έπιφαίνεται έκ ϊιαλειμμάτων ή μορφή εύσάρχου νεάνιδος.
Ό κ. Άνακρέων είς τό ιδικόν τού παράθυρον κα'ι μέ την
'^οκαμι'σαν ρεμίάζει: «Τίποτε πάλιν σήμερα !... καλά τα
ε«α έγώ πΰς μέ —ριγβλα ό φαθλος! ... ά'χ, μωρέ!... καί νά
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ϊιαλυότουνε ή βουλή νά τού δείξω ! ... Φαγί σήμερα τίποτε ...
ό χ,υρ Μανώλης έχθίς μοϊκοψε τό βήχα!... τί;ς τελευταΐαις
τρείς δραχμαίς ττ.ς Ιδωσα γΐά τό λαχεΐο Ι... Άμ ποΰ νά μέ θυ¬
μηθή έμένα ή τύχη μέσα σέ τόσαις χιλιάδες ! . . . Εκατόν χι-
λιάδες φράγκα είς χρυσόν ! ... άφαίρεσε 5 ο]ο, έννενήντα πέ"ντε
χιλιάδες ... άφαίρεσε καί δύο χιλιάδας γ^ά την προεξόφλησιν,
έννενήντα τρείς χιλιάδες!... Ψυχή μου!... Ένα οίκόχεϊο
άμέσως τότ.ε ... οχι οίκόπεδο, σπίτι ... η καλλίτερα Ινα καΐε-
νεΐο είς την οδόν Σταδίου, μέ καθρέφταις, μέ λοθσο!... Μούν-
τζωσε της θέσες τότε ! πέντε φάΐκελα στό βουλευτή μου ! ...
"Ενα γκράν τραπέζι άμε'σως άμΐσως είς τοΰς φίλους.., ΐαντά-
σου, νά προσκαλέσω καί τον κύριον Έφορο, ποΰ μ'Ιδλεπε σάν
ψωρόσκυλο ί'σα μέ τα χθε'ς !... "Επειτα μ^ά καλή προΐκα ... την
μπακαλοχοθλα την άντικρυνή, τή Μελπομένη... Έχει τριάντα
πέντε της ! ... τριανταπέντε χιλιάδες ! ... Καί τί κομμάτι, αί';...
Ακούεται ή φωνή μικροΰ έφημεριδοπώλου :
— Ή Πααα... λιγγενεσίααα!... καί οί άριθμοί τοΰ λαχείου!..,
Δύο τρείς κεφαλαί προβάλλουσιν άπο τα άνΐικτά παράθυρα
καί προακαλοϋΐι τον εφημεριδοπώλην. Ό κ. Άνακρέων έρευνα
είς τα θυλάκιά τού καί άνευρίσκει 36ο μονάς καί ΐρφανάς πεν-
"ζίρΛς, προωρισμένας διά τον απαραίτητον μεταμΐσημβρινόν καφέν.
Μετά στεναγμοϋ όδυνηροΰ αποφασίζει νά θ,ισιάση την μίαν πεν¬
τάραν καί χροσκαλων τον παΐδα άγοράζει την Παλιγγενεσίαν.
Μέ χεΐροΐ τρέμουσαν κρατών τό φύλλον, ρίπτει τό βλέμμα
συγκεκινημένος επι των δημοσιευομένων αριθμών των κληρω-
θεισών όμο,λογιών καί άναγινώΐκει :
«Τον πρώτον λαχνόν έξ 100,000 δραχμων έκέρδησεν ή
ύπ* αριθ. 75,846 όμολογία...»
Όρμα είς τό κιβώτιον τού, έρευνα, έξάγει τό γραμμάτιον καί
χαρατηρεΐ... 75,537.
Ρίπτει Ιπειτα τό βλέμμα πρός τους κατόπιν κληρωθέντας
άριθμούς... Πάντες ύπερδαίνουσι την έκατοντάδα τής χΐλιάδος.
' Επανέρχεται είς τόν χρώτον αριθμόν, παρατηρεϊ πάλιν τϊ
μάτιόν τού, εκτελεί νοερώς την άφαίρεσιν καί ψιθυρίζει θλιδίρ
— Τί κακοτυχία ! άπό 309 άριθμοΰς ! ...
4Β §
Φ. ΣΚΟΚΟΥ
Π ρ α ξ ι ι τ ρ Ι τ η.
(Μίτά δύο ώρας). Πά-ηα σχεδόν τα παράθυρα είνε άνοικτά.
Ό κ. Ά^>α-*.ρέ(ύ·ί μίνει άκ:μη είς τό ίϊικόν τού. Ό μεταμεσημ-
βρινός κα^ές εγένετο άγαθόν ανοικτόν μετά την αγοράν τής
Π α λ ι γ γ ε ν ε σ ί α ς" ή ύπολειζομένη πεντάρα θά "/ρησιμεΰση
εί: αγοράν μιας κΐυλούρας ήτις θά χρησιμ,εύση ώς δείπνον την
έσπε:αν. Άναγινώοχων μηχανιχως ρίπτει ένίοτε τό βλέμμα έ-'ι
τοϋ άντιχρ,ινίΰ χΐραβύρου όπου Ίσταται ή θυγάτηρ τςϋ μπα-
κάλη ήτις στϊνοχωρβυμβνη επί τέλοος άπο-ύρίτα: μετ" όργής
ρι'—ο.σα ν.εραυνοβόλον βλέμ;χα ίτά τού ταλαιζώρου έραστοϋ.
Ό κ. Άνανρέων προσδάλλίται καί μονολογεΤ:
— Ά"/! τί νά σΐϋ κάμω1... Ιχεις δίκτ;ο. "Εττρεπε νά μοϋ
πεσνι καί θά σουδειχνα έγώ, σαρϊελλοββρελο ! Άπό 309 αριθ—
μούς, γΐά συλλογίσου!... πΐθ νά ήταν άρά γε ό άριθμός 75537
ο'ταν Ιδαζε τό κοριτσάχ,ι τό χέρι ^υ;... φαντάσου νά ήταν έκεϊ
σιμά, νά τού ξεφύγνι ό πρώτος λα-χνός κα'ι νά πιάσΥ) τον ϊιν.όν
μοο'... Έκατό χιλιάδες φράγκα!·., αϊντε βρέ παιδία! ..
διακόσια φράγκα μ,παςίσι άμίσως στό κοριτσβκι!... "Υστερα
άμαξάδα καί στ:ΰ Φίΐερ ;^έ ολη την παρέα... Θά τ' άφήτω
8λα είς την Τραπέζα παρα/.αταθήκ(; μέ τίκο 6 ο]ο... 6X9=54...
5400 φράγκα το χρόνο είσόδημα' ... ψυχή μου στά Πατήσιαί...
Την άλλη 'δδομάδα άμέσως έ'να ταςειδάκι στό Παρίσι!... μέ
τό Φραισινέ ! ο-/: με τό Μεσαζερί καλλίτερα... "Ε-ειτα όταν
γυρίσω ψηλό κα-έλλο, γαντια, γαλλικά, παραδες!
Ένω μονϊλ:γεΤ τοι:υτοτρ:πως φαίνεται έρχ:μεν;ς έκ τοΰ
άκρου τής όδοΰ άνόρ τ·.ς 3ρα/ύσωμος, ΐσχνός, ώχρός, μέ γέ-
νειον άραιίν, κρατών μαγκούραν καί ^:αρακολο^θ5ύμενος υπό
δύο έτέρων μορΐής ήΛ'.θίου καί ΰπόπτθϋ καί ενός άστυν:μ:κού
λ Ό ά υό ό ά
ρ μρή ς μ
κλητήρος. Ό άγνωστος σταματα υπό τό παράθ^ρον καί έρωτα :
— Έδώ κάθεται ενας κάποιος... Άνακρέων Καλαναπάθης ;
Ό κ. Άνακρέων ώς ν' άο^νίζετο α'φνης βλε-εί μέ απο¬
ρίαν καί άπαντα:
— Μάλιστα, έίώ. .
— Τοϋ λόγο,ι σ9^ εισαι ;
•46
ΓΕΛΟΙΟΤΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
— Ναί ... τί άγαπδτε, παρακαλώ;
— Όρίστε κάτω.
Ό κ. Άνακρέων ένδ^όμενΐς έν σπουδή κατέρχεται ώχρός
κα'ι τεταραγμένος, ένω είς την οδόν άνοίγονται όσα παράθυρα
έχουσι μείνει τυχόν κϊκλεισμένα κα'ι έξ αυτών προβαίνουσι οί
γείτονες.
— Ειμαι δικαστιχΐς κλητήρ, λέγει ό άγνωστος έκ τού συ-
στάδην πρός τόν άτυχή Άνακρέοντα καταβάντα, καί ηλθα νά
έκτελέσω μίαν άπόφαβιν.
— Μά... τί απόφασιν; έρωτα ό Άνακρέων πελιδνος καί
τραυλίζων.
— "Ενα συνάλλαγμα 65 δραχμάς ... μέ τα εςο8α είνε 84.95.
— "Α !... άναδοα ό Άνακρέων οπτεγνωσμένος.
— "Εχεις νά πληρώΐτις; έρωτα αποτόμως ό κλητήρ.
— "Οχι... άλλα μίαν μικράν πρΐθεσμίαν...
— Δεν Ιχει προθεσμίαν· ή ν α πληρώσιτ,ς ή νά ίλθης μαζ!μ:υ.
— Που ;...
— Είς τού Τριγγέτα ! ...
Είς τοϋ Τριγγέτα ! ... είς τάς φυλακάς ! ... Άπό των Πα¬
ρισίων είς τοϋ Τριγγέτα ! ή απόστασις όμολογουμένως ήτο άρ-
κετά μεγάλη!...
— Μά πώς! Ιτσι καλά καί σώνει στή φυλακή ; ... άναφωνεΐ
ό Άνακρέων Ιςαλλος' 3έν περιμένετε τουλάχιστον μίά ήμέρα,
δυό ημέραις!.-.
— "Ελα τώρα, μην κάνουμε ταδατούριο;! άπαντα ό άδυσώ-
■πητΐς ν.λητήρ αύθαϊώς' έλα μέ τό κάλι, ή άλλέως, κύτταςε!
εχω τόν κλητήρα μαζί μου.
Τί χοιητέον ; ό κ. Άνακρέων περιστρέφει τό βλέμμα καί δέν
βλέπει οΰδαμόθϊν βοήθειαν. Βλέπει μίνον την κόρην τού μτα-
κάλη είς τό παράθυρον μίιϊιώ-αΜ χαιρεκάκως.
Καταβεδ'λημ.ένος, ά'πελπις, πείθεται καί άκολουθεΐ τόν κλη¬
τήρ* μέ βήμα άσταθές, ένω έςάπισθεν τής συνοδίας τρέχει καί
σκιρτα σμήνος παίδων.
Έν τοσούτω ή σκηνή έφελκυει την προσοχήν των γειτόνων
καί ομιλος συγκροτεΤται καρά την θύραν τής οικίας ένθα κατφ-
47"
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΪ
κει ό Άνακρέων. "Εχει τόν λόγον ή κυρά Μιχάλαινα, ή ίίκο-
δέσποινα ήτις συνταράσσεται ώργισμένη.
— Τόν κβσσίδη! άνακράζει" κ' Ικανε κα'ι τόν καμπόσο! .. .
συναλλάγματα μοϋ εϊχε ό κύριος ! ... πανε καί ή 17 δραχμιαίς
ποΰ μοϋ χρωστα... Μ' ά'φησε δα τα κουρέλια τοο άμανάτι!...
— Ξεμ^αλισμένος ά'νθρωζος! λέγει άποφθεγματικώς έκ τής
θύρας τού ό μπακάλης.
— Καί πώς τόν Ιλεγαν, κ,ιρά, τό νοικάρη σοο ; έρωτα ή γει-
τόνισσα καρά Σταυρούλα,
— Σά'ματις ξέρω καλά ;... Ένα παράξενο ό'νομα ... Καλα-
ναπάθη, θαρρω, τϊν ελεγα.
)ί χαρεστώτες καγχάζουσιν.
— Καλαναπάθη ;... λέγει ή κορά Σταυροΰλα ή έχουσα άνε-
γνωρισμένον τό προνόμιον τής εΰφυίας έν τί) συνοικία, καλά νά
πάθη λοιπόν!.,
- ΧΑΡ. ΑΝΝΙΝΟΣ
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΣΥΓΧΡΟΝΟΙ ΜΗΤΕΡΕΣ
Ότε είμεθα βάρβαρο: ει'τέτ;, κα: δέν ■/.ατελαμο'άνομεν ότι ;ί
χόϊες μας πρέπει νά φέρωσι κάλους όπως φαίνωνται ότι έ'χουσι
κάλλη, καί ή οσ^ύς των ά6ροσώ;.ιων νεανίδων μας νχ ή ξηρά
ώς σανίς όπως φαίνηται δακτυλι δένια, έκτός τώ;
άλλων τής βαρ6αρ:τητ:ς συμπτωμάτων είχομεν καί την μη-
τρικήν στοργήν, μεθ' ής αί έλληνίίες μητέρες επέτιζον τα
άνθη τής καρδίας των καί ϊί'Κΐνον αΰτά θάλλοντα άχμαΐα καί
εΐχροα. Και δέν ήτο δυνατόν νά πράξωσιν άλλως' τα άγνα
αυτών στήθη πολύ ■—ρο τοΰ γάλακτος τζαρ^οι φυσολογικδ;
την στοργήν" τό ίδεωίες τής εΰϊαιμονίας ά~ίτελε!το ίι' αύτάς
υπό ζωηρών βοστρυχωϊών κεφαλών καί μειδιαμάτων -χερουδείμ
καί χαχουλών βραχιόνων σχαρταρώντων ώς διά νά πετάξωτι'
Ίΐώς ήτο δυνοιτόν νά μή τρελλαίνωνται διά τάς στρογγυλοχρ:-
σώ-ους -λαί ροδοπαρεί;υς μικροσ/.οπικάς έκίίνας ΰπάρξεις άς ό
ΚΟΝΕΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
Ιρως είχεν έξαγάγει έκ των πτυχών τής τιμίας κλίνης των ;
μή-ω: είχον διέλθει διά τοΰ σώματος αυτών απλώς ώς δι' ό~ής
χωρίς νά συμπαραλάβωσι μεθ' έαυτών μέρος τής μητρικής
υπάρξεως;
"Ω ή καρδία αυτών έξεχείλιΓεν άπο μητρικήν αγάπην,
ήτις, κατά την μεγαλοφυα έκφρασιν τοΰ Ούγγώ, είνε διανεμη-
μένη έξ ·'σοι> είς όλα τα τέκνα καί έν τούτοις έκαστον εχει
αυτήν ολόκληρον" οί πόθ:ι αυτών δέν έςετείνοντο πέραν ενός
φαιδροϋ λίκνου' Ιζων έντός τ:ϋ σώματος των τέχ.νων τω-/ ή
ιΐυχή των ήτο δ'.ανεμημένη είς τρείς ή τέσσαρας ΰπάρξεις" ήσαν
μητέοες· τουτο ήρκει όπως ώσιν εύτυχεΐς.
Τώρα έντός των γυναικίίων καρδιών στιβάζονται σεσωρευ;Λενα
τόσα ιτράγματα" βελοΰδα κα'ι μεταξωτά καί τρίχαπτα καί
πτερά καί κλειδοκύμβαλα καί έμπορικά όλέκληρα ώστε δέν
ΰπολείπεται πλέον '/β>ροζ διά την στοργήν τό ταλαί-ωρον
νήπιον δέν χωρεΐ καί άφίεται εξω τής θύρας" άφίεται Ιξω ρ'.γοϋν
ές άοιαφορίας ώς έ'κθετίν δέν χργ-,σιμοτοιεΐται ή άγάπη τού
οΰτε κϊν πρός τήρησιν τής τιμής' δέν θέτ:υΐιν αύτό ούδε φρου-
ρθν κάν τής πύλης άφ' ής εξήλθεν . . .
Άλλ' εΐδατε πόσον νόστιμα είνε τα μικρά; είτε γατάκία είνε
κα'ι στολίζουν μέ φουντίτσαις τα αύτάκια των κα'ι κορδέλαις τ;ν
λαιμόν των, είτε κυνάρια καί τα φέρ;υν άπό άγκάλης εί;
άγχάλην καί άπό χειλέων είς χείλη, είτε παιδάκια προκαλοΰντα
φιλήματα διά των ψελλισμάτων αυτών καί περιπτΰξεις διά των
άγγελικών μειδιαμ,άτων κα'ι των γοητευτικών έκπλήςεών των ;
Α; τοιαύται μητέρες τό ενδιαφέρον όπερ κινοΰσι τα μικρά των
προσζαθοϋν νά τό εκμεταλλευθούν ϋ-^έρ έαυτών.
Τα ένδύουν λοιπόν μέ κατ: ζωηρά χρώματα κτυπώντα είς
τού; οφθαλμούς καί σχηματίζβυν κομψάς πλαγγόνας μέ σκούφιας
ίδίοτρόπους, μέ φουστανάκια Ιχοντα σκωτικάς πτυχάς, μέ κνή-
μας γυμνάς κα'ι γυμνου; βραχίονας, μέ ταινίας άγνοώ πΰς
περιερραμμένας' καταδάλλουσι δέ διά ^άντα ταύτα την πυρε-
ρώδη μέριμναν φιλαρεσκείας άκβρέστου· διότι τό παιδίΐν καταντα
συμχλήρωμα τής ένδυμασίας των, ζωντανή ταινία συρΐμένη
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
όπισθεν τής θύρας των, ανθρώπινον κόσμημα έπιτεϊνον την
έπιγινομένην εντύπωσιν, καί καταπίνουσι μετά τής αυτής ήδονής
πασάν επιφωνησιν θα^ασμοθ δι'αύτό ώς πάσαν άλλην διά τϊ
•πτερΐν τοθ πίλου των.
Ή νέα δέ αυτή απόλαυσις, ό νέος ούτος τής επιδείξεως
γαργαλισμό; τάς καθιστα άπανθρώπους' οπου καί αν ύπάγωσι
τα συρΐυσι μαζί των" δέν τα λησμονοΰσιν όπως δέν λησμονοίσι
τα ριπίδιά των εκθέτουσιν αΰτά έν ταίς αιθούσαις, έν τοίς χερι-
■πάτοις, επί των ξυλίνων Ιδωλίων των Όλυμιτίων η τού Φαλή-
ρου, όπου τα ταλαίπωρα ήττώμενα υπό τού ύ'πνου κλείουσι τα
ματάκια των καί άποκ:ιμώνται υπό την ύπαίθριον τής νυκτός
ϋγρασίαν μέχρι τοΰ μεσονυκτίου, όνειρευόμενα ί'σως είς τα
άόριστα δνειρά των φοβεράς καί άποτροπαίους στρίγλας βασανι-
ϊούσας τα μικρά παιδία καί προΐκολλώσας βδελυρά χείλη επι
τού μικρού των στόματος δπως άπορροφήσωσι την ψυχήν των...
*
"Οσα δ' επιζήσωσι καί δέν γεμίσωσι διά τ;ΰ σωματιδίου των
έ'να λακκίσκον τοΰ νεΛροταφείου __ πόσον θλιδεροί είναι των
νηπίων οί τάφ:ι ! — δίδοντα είς την μητέρα των νά επιδείξη όλα
τα θέλγητρά της, έντϊς των μαύρων τοΰ πένθους της, οφείλουσι
ν* άναλάβωσιν άλλο πρόσωπον. Πρέζε'. νά είνε ζωηρά, σερπετά,
διαδολάκια' νά είνε Ιςυπνα, άντί ττάσης θϋΐίας, διά νά κάμουν
εντύπωσιν" νά λέγωσι πολλά μετά προπετείας' και τα ύποβάλ-
λ^^ν είς γυμνάσια πως νά στέκο,ιν, -ώς νά βαδίζωσι, πώς νά
βλέπωσι, πώς νά κινώνται, πώς νά χαίρωσι, ^ώς νά λυπώνται'
πώς ό ψιττακός νά έπαναλαμβάν/) λέςεις' πώς ό πίθηκος νά
ν.ίχ·>Γ, πηδήματα" χώ; ό ήθοχΐιός νά χειροκροτήται.
Καί καταπνίγουβι πάσας τάς έμφΰτους τοΰ παιδός όρμάς,
•πάσας τάς έκδηλώσεις τής Θ;ρυ6ώδ:υς παιδικής ήλικίας, ήν
ιτιέ,Όυσίν έντός τοϋ σιδηρού των καλουπίου ώς κινεζικόν πόδα.
Οΰ'τω δέ σχηματίζονται έκτρώματά τίνα περιπλόκου μορφο-
γονίας, τίρατα άνε^ ήλικία;, μέ αίσθήματα έκτραπέντα τού ρίΰ
αυτών, γεροντικαί ύπάρςεις ^αϊίζουσαι επί παιδικών ποδών ώς
«πί καλοβάθρων . . .
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
θά μεγαλώσουν τα αρρενα θ' άπ;κτή-ουν μύστακα, τα θή-
λεα στήθος καί θα έκφράζωσι τα έχρίμ,ματα τοϋ έγκε-?άλβυ
αυτών είς γαλλικήν ή άλλην γλώσσαν—διότι δυνατόν νά είνε
τις ήλίθιΐς είς πολλάς γλώσσας—πληροΰντα τάς πλατείας καί
τοΰς περιπάτους μέ τα χειρίχτιά τιον, τα μύρα των καί τάς ώς
νευροσπάστων κινήσεις των.
Λάβετε τώρα εν ζεϋγος τοιούτων ϊντων και πρίν τα συζεύ-
ξητε πρός διαιώνισιν τοΰ γένους των, μικροσκοπήσατέ τα"
παρατηρήσατε τί θά εΰρητε έν τη κεφαλη αυτών καί τί έν τί;
καρδία, καί είς ποίαν κατάστασιν έκ τής τοιαύτης άτμοσφαίρας
ήν έκ νηπιακής άναπνέουσιν ήλικίας, καί όσοι άγαιτατε την Έλ-
λάδα, και όνειροπολεΐτε τό μέλλον της χύσατε πύρινα δάκρυα...
Μηϊείς είπη ότι ταυτα είνε ύπερβολαί' υπάρχουσι τοιαύται
μητέρες παρ' ημίν* εύτυχώς αί πλείσται των έλληνίϊων έχουσιν
άκόμη τόπον έν τί) χαρδία των διά τα τέκνα των" δέν έξεπολι-
τίσθησαν τόσον πολύ' άλλά πολλά φεσια κα'ι τσεμπέρια καθαι-
ρούνται κατ' Ιτος άχό των κεφαλών καί άνυψοθνται έπ' αυτών
τ'% πτερά των στρουβοκαμήλων' χολλά ελευθέρα στήθη σφίγγει
κατ' Ιτος ό χορσές, ώς διά νά τα συνθλίψν) καί έξαγάγη άπ' αυ¬
τών παν γενναΐον αίσθημα . . .
Δέν γενικεΰομεν δ εν καταδικάζομεν συλλήβδην πάσας τάς
έλληνίδας μητέρα;" αί καλαί πράττουσιν άπλθς τό καθήκον
των δέν ϋπαινιττόμεθα αύτάς* ό ίατρϊς δέν μεριμνα περ'ι των
ΐτευθώσι
*αί τό νίσημα νά μή μεταδΐθγ;.
Α. Π. Κοϊρτιδησ
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Χάριν ταχυτέρας συνεννοήσεως.
ΘΕΡΙΝΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
Έν Κηφισαίβ, Ιούλιος, 1888.
Φίλτατέ μοί Γ*
ρμϊ'. έδώ, είς τό εΐϊυλλιακόν καί χαριέστατον τής Άτ-
τικής χωρίον, κατά?υτον κα'ι περίρρυτον, πλούσιον είς άπέφεις
θαυμασίας, είς χρώματα φανταστικα καί γραμμάς αμιμήτους έν
τω βάθίΐ τού ορίζοντος.
Έλθέ καί σύ. Ό ναΰλος τοϋ σιϊηροδρόμΐυ είνε έλάχιστος.
Εάν δέν σε ληστευθή;) Ό άτ-αξηλάτης άπό τής οικίας σου μέχρι
Κ0Ν1Τ. Φ. ΕΚΟΚΟΥ
τοϋ σιδηρ:ϊρομικίΰ σταθμοΰ, τότε— πίστευσόν μοί—ή μέχρις
έδώ μετάβασις σου θά κοστίσ») πολΰ εύθηνότερον ή όσον ή απ
Αθηνών μέχρι Λαρίσσης.
Μή λησμονήση; ό'μως νά φορέσγις τό φ ρ ά κ χαί τόν ύψηλίν-
«υ πΐλον, μή τυχόν έκληφθΫίς ώς γελοϊος καί άνάγωγος υπό-
των ενταύθα εύπατριδών.
* ·
ΑΠ φίλε μου, ή Κηφισσία Ικαμε προόδους !
Δέν είνε πλέον ή ά'ξεστος καί άνεπίπλαστος παρθένος τοδ
Πβντελικοΰ, μ! τό χυδαΐον χρώμα τής ύγεία; εί; τάς ζαρειϊς
καί την βλακώδη ειλικρίνειάν είς τό βλέμμα.
Ή φιλόγελως Άμαρυλλίς μετεβλήθη είς κομψευομένην τού"
συρμιοΰ ϊεσποινίδα, περικλείσασα την καρδίαν Ιντος στηθοδέσμων,
τήνκόμη; έντός τεχνητών ανθέων, την γλώσσαν έντος γαλλι-
κών φράσεων, παραλλάσσ:υσα εαυτήν εκάστοτε πρ:ς τα τελευ¬
ταία ϋποδϊίγματα τοΰ Μοάβ Ι11ιι$Ιγθ καί άκκιζομένη έρωτοτρό-
πως, ώς ή κυρία Ταδΐυλάρη έπ'ι τής σκηνής.
*
Έδώ, φίλε μου, συνέρρευσεν άπό τινος τό άφρόγαλα τής
άθηναϊκής άριστοκρατίας, ή προνομιοϋχο; δηλαδή έκϊίνη τάςις
των θνητών, ή έχουσα τϊ προνόμιον νά τρώγη χωρίς νά έργά-
ζηται, νά κοιμαται άπό πρωίας μέχρι ϊα-έραζ *αΐ νά τέλη τα
Έλευσίνεια τής νυκτός.
^Α ! ή νύξ! κρύπτεί τόσα θελκτικά μυστήρια κα'ι μαγείας,
καί μέχρι λιποθυμίας ήδυπαθεϊς ά-ολαύΐεις, ώστε πΐλύ εϋλόγως
οί εΰπατρίδαι άνέστρεψαν τούς ό'ρους ζώντες υπό τα τεχνητά
φώτα τής νυκτός κα'ι κοιμώμενοι μακαρίως καθ' 'ό·> χρόνον ό άλ-
λος κόσμος, ό βάναυσος και μωρός, έξυχνα, κινέϊται, δρδ, ζίϊ
υπό τ= φώς τής ημέρας.
* *
Καί τί θαυματουργικαί χεϊρες α>χχ των γηγενών εύπατρι-
8ών, ώσει ηταν χεϊρες ταχυδακτυλουργών ή επιτροπών τής έν
Τήνω Εύαγγελιστρίας. ΟΊ άγρο: καί α! χέρσοι των χωρι/.ών
εγένοντο οίκόπεδα είς τάς χείρας των. Τουλάχιστον οί
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
χωρικοί μένουσι -/άϊκΐντες άκόμη χρό τοΰ θαΰματος τούτου. ..
Παοά τάς χενιχράς καλύβας των άγροτών ΰψοΰνται τα πο-
λυτελή μέγαΐα των πολυταλάντων τιμαριούχων τή; Κηφισσίας,
ώς άλλοτε έν τί) άρχαία Κορίνθω παρά τόν άσημ,ον τάφον τοΰ
Διογίνους ήγείρετο καλλιμάρμαρος ό τάφος τής μεταξΰ των
έταιρών άριστοκράτιδ:ς Λαίδος, διά νά πιστοποιηθϊ) ότι καί έν
τί) ζ(ο9ί καί έν τω θανάτω συνανταται ένίοτε ή ά'γαν άλθλϊσία
παρα την όκραν λιτότητα.
*
Άλλά μή ζητεί την γενεαλογίαν των γηγενών εΰπατριδών.
Μή ερεύνας τ; άγνωστον, όπερ μόνον ώς τοιούτον θέλγει.
Τα ρ'όδα έςελίσσονται έκ τής κόπρου κατά τ:ν νόμον τϊ;ς
συναλλαγής τής ϋ'λη; *αί οί σκώληκες ζωοπΐΐοϋνται εκ τή; σή-
ψεως μεταμορφοΰμενοι είς χρυσαλλίδας.
Τίς ομως εσκέφθη νά μή είτπνεύση τό άρωμα των ρ'όδων
επί τω λόγω ότι τα άδρά των πέταλα προήλθον, κατϊ την
θίωρίαν τοΰ Δαρδίνου, άπο κυτταρα τεριττωμάτων ;
Ή εξέλιξις σήμερον, ιδού τό παν, φίλε μου ! Μεταδαλ-
λΐΐ τόν βίρδ:ρον εί; Ιντομα, την κόπρον είς άνθη, τα έρπετά
είς δίποδα, τοΰς τενεν.ίϊες είς παράσημα καί τοΰ; μπακάλιδες
είς όμογενεΐς!
Εάν ή έπιστολή μου φθάση είς Αθήνας μετά πέντε ημέρας
— έκτός εάν περιζέΐη είς ξένας — τότε έλθέ την πρ;σίχί|
Κυριακήν.
Έλθέ ν ά ίδτ,ς πως ή τέχνη ύπέταςε την φύσιν.
Άλλά γνωρίζω τάς ό-ισθοϊρομικά; σ:υ ίδέας. θέλεις την
φύσιν αγρίαν έν τί) ρ'ωμαντικότητι αυτής. Σύ έννοεΤς φητί στή
σοΰβλα, υπό τα Ιλατα καί τας π=ύκας, εί; ανοικτόν όρίζοντα ■
καί μέ οτ/οικτήν την καρδίαν, έν μέσω γελώτων καί άσμάτων
άγαπητών φίλων.
ΆγνοεΤς λειπόν ότι ό πει:ολιτισμίν:ς κόσμος σήμερον έφεί-
λει νά διασκεδάζη σιωπών καί "/ασμώμενος;
κωνστ. φ. σκοκου
Ή τ«-/νη ένίκη;ε καί έξηυτελισε την φύσιν. Ή τέχνη σήμε¬
ρον ϊί?ει όδίντας είς τοος νωϊούς, ωραίαν χόμην είς τάς άπε-
ψιλωμίνας κεφαλάς, καμ-υλότερα σχήματα είς τα έπίπεδα
στήθη, ρ'αδινόν έρυθρωμα είς τάς κοιλάς παρειάς καί αίμα βΐβιι
βίς τάς διαφανεΐς φλέδας των άριστοκρατικών γυναίων, διότι τό
κόκκ.νον αίμα κυκλοφορεΐ μόνον είς τοΰς βαναΰσοας όργανισμούς,
καΐ δχι είς τα λεπτεπίλεπτα σαρκία των δεσποινίδων τής ΰψηλής
τάξεως, τα όποΤα θά έπλάσθησαν άναμφιδόλως έκ κηροΰ ή σι-
χύου ή άλλης—ϊέν είςεΰρω -οίας—εΰγενοθς ζύμης, όπως δια-
κρίνωνται ά-ό τάς γυναίκας των κατωτέρων κοινωνικών τάξεων.
Ή γλώσΐά των είνε ευστροφο; καί αίμύλη, δ.ότι ουδέποτε
τραχύνίται διά τής βαρβαροήχου έλλην.κής διαλέκτου.
ΙΙρέ^ει νά ί'ϊγις τό ώραΤον ήμισυ τής άριστοκρατία:, καί νά
θαυμάσης την σύγχρονον γυναΐκα, έκλεπτυνθεϊσαν διά τής τέ¬
χνην, καλλιτίχνικωτέραν κα'ι αυτών άκόμη των κηροπλάστων
πλαγγώνων τοΰ Μάϊφαρτ.
Άλλοτε ό κόσμος ήτο μύωψ η παραδλώψ, ΐπισθοδρΐμικώ-
τερος /αί δημάρχου άκόμη, διότι έτΐποθέτει την γυναΐκα παρά
την ήλακάτην καί τό λίκνον τ:ΰ τέκνου της καί παρά τόν άχα-
ριν ννκτικόν σζ.;ϋ^ον τοϋ συζύγου ! Οί'α πεζότης !
Ηδη όμως, νή την Πάνδημον, δέον νά ώμεν εύγνώμονες είς
τόν νεώτερον πολιτισμόν, όστις προήγαγε—χωρίς έν τούτοις νά
έπαγγέλλεται τ:ν πρΐαγωγϊν— χροήγαγε την γυναΐκα, το καλ-
λιτεχνικιότερον άληθώς των ζωων είς την ανωτέραν βαθμίδα
τής ζφολογικής κλίμακος, άναγαγών σανάμα καί τόν άνδρα—
έννοώ την όμοταςίαν των συζΰγων—είς την χεριωπήν των βου-
δάλων
*
Οί 2ρ-χαΐοι μάλιστα, οί κακϊντρεχεΐς, ηθέλησαν νά έ ξ ; υ δ ε-
τερώσωσι την άςίαν τής γυναικός, έκλαβόντες αυτήν ώς
σκεϋος απαλλοτριούμενον, ένεχυριαζόμενον, έκχωρουμενον ώς
νά ήτο άγελάς ή πίθτ,κος,
Οί βλακες ! Καί ήκο^έ τις είς τούς άρχαίους χρόνους τάς
εξής διαπραγματ;ύσεις:
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
— Μοί δανείζεις μίαν νύκτα τό Φάνιον ;
— Τό παρεχώρησα είς τόν Λυσίμαχον. Σοί πωλω τό Νάννιον.
— Ο!1φ Ι τό νωθρόν. Ούδ οΐντί πλακοϋντος άνταλλάσσω αύτό.
Ό Πτολεμαΐος υπεσχέθη νά μοί πέμψϊ) περικαλλές τι γύ-ίαιον
«κ των λαφΰρων τής Συρίας.
Έννοεΐς ότι αύτά συνέβαινον έν τν] άρχαία Κορίνθω καί ούχι
έν τη σημερινίί Κηφισσία, πρός Θεού Ι μή συγχύση; τάς επο¬
χάς καί τα χράγματα 1
Σήμερον ή γυνή δέν πωλέϊται—σέ βεδαιώ,—τουναντίον πω-
λεΐ, πωλεΐ ό,τι Ιχει καί ό',τι δέν έ'χει άκόμη, άλλά δέν χω-
λεΐται.
Άν άλλοτε εχρησίμευεν ώς ύπόδημα τοΰ άνδρός, σήμερον
εύΐυχώς χρησιμεύει ώς στέμμα άκτινοβολοϋν περί τό μέτωπον
τοΰ συζύγου.
Άλλοτε ήτο όν άπρίσωπον. Σήμερον τύχη άγαθίί κέκτηται
πλείονα τοΰ ενός πρίσωπα, 3ν λάβης μάλιστα ύπ' όψιν καί το
θαυματουργικόν χημεϊον . . . τοϋ καλλυντηρίου τη;.
Ήτο δηλαδή μΰρον ή άνθΐσμίας τής Κύπρου ΙγκαΘεφγ-
μένος έντός φιάλης.
Ό νεώτερος πολιτισμός Ιξεπωμάτισε την φιάλην καί οϋ'τω
ή εΰωδία καί ή μέθη έξεχείλισεν άπό τής όδοϋ Σταδίου μέχρ·.
Κηφισσίας.
Ή γυνή σήμερον είνε ελευθέρα. Δύναται νά άνήκγ) είς
εαυτήν, είς όλον τόν κόσμον καί είς αυτόν ένίοτε τόν . . .
σύζυγον της.
"Ο,τι μ' έκπλήττει είνε «ώς δύνανται νά κοιμωνται νήϊυμον
δι' ό'λης τής ημέρας, ένω τα πτηνά κατά σμήνη φλυαροΰσιν επί
των δένδρων. Δέν ένθ^μεΐσαι τουλάχιστον ότι ή καλαισθησία
των νεωτέρων Άθηναίων εξερρίζωσε τάς ύπερηφάνους λεύκας
τής όδοΰ Σταδίου, επι τω λόγω ό'τι τό κελάΒημα των χελι-
δόνων διέκοπτε τα έωθινά ϊνειρα των παροδίων Συβαριτών;
Έλπίζω όμως ότι οί εΰπατρίδαι θά έΐεύρωσι κανέν μέσον
ΚΟΝΕΤ. Φ. ΕΚΟΚΟΥ
κυός έξολίθρευσιν των πτηνών, όπως διασώσωσι την μακαριό-
τητα τοΰ ϋ'πνου των «πό τό έχληρον ασμα τού σπίνου κα'ι τής
άκανθυλλίδος.
"Επί τοΰ παρόντος έ-ενόησαν την εξολόθρευσιν των περι-
στερών, καθ" ών σκοποβολοΰσι κΐί φονεύουσιν αί άβραί δίΐποι-
νίίες, λόγω άθώα; παιδιας.
Οί ΣυβαρΤται άλλοτε άπηγόρίυσαν την έν τί) πόλει ύπαρξιν
άλεκτρυόνων, όπως μή ή όςεΐα τούτων ωνή διαταράττη τόν
ύπνον τής πρωίας.
Άλλά καί οί ΚηφισσεΤς εύ-ατρίδαι ά-εδίωξαν τούς άλε-
κτρυόνας, έννοώ τού; πτερωτούς, διότι οί δίποδες ά'πτεροι εισίν
άρκΐτοί. Τουλάχιστον τώρα έπικρατεΐ σπάνις πετεινών, έαν
κρίνω έκ τοϋ ότι δι" εν μικρόν κοτόπουλο έπλήρω^α πρό
μικροϋ είς τό Ξενοδοχείον φράγκα δέκα, αριθ. 10.
*
Πρό παντός θέλεις θαυμάσει τό πολυτελές οΐκοδάμη;χα των
λουτρων, όπερ άληθώς ήτο άναγκαιότατον, διότι καθαρίζουν καί
θεραπεύουν πασάν νόσ:ν χα'ι άχαθαρσίαν. Εύγε τής προνοη-
τικότητός των '
Δέκα ή δεκαπέντε εί'ίη λουτρών ϋπάρχουσιν έν αύτω.
Ύ-άρχει λΐυτρϊν διά τούς νευρΐπαθεΐς, ά'λλο διά τοϋς έκνε-
τ·.κώ; είς τους εύπατρΒας. Άλλο διά τούς ραχητικ:ΰς,
ό οποίον λούουΐι τα τέκνα των. Καί έν γένει δι' έκά:
νόσον καί ιδιαίτερον λουτρόν
ικά καί ροκκέταί
Την προσέχη Κυριακήν θά καώσΐ βεγγαλικ ρ
καί πολυπ:ίκιλα π-ιροτεχνήματα, τα όζοΐα έλκύουσιν όπωσδή-
ποτε κόσμον, όπως ή λάμψ-.ς τής φλογός τα; χρυσαλλίδας.
Έλθέ λοιπόν δέν ΐοβεΤσαι νά χέσης υπό τα σκωπτικά βλέμ-
ματα των εΰπατριδων, διότι αύτοι δέν κατίρχονται είς την υπό
την πλάτανον πλατείαν ό'ταν σ^ρρί^ Ό ά'λλο; κόσμος.
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Ού συγχρώνται Ίουδαΐοι Σαμαρείταις.
"Ελα τέλος πάντων, νά γελάυγις. Σέ βεβαιώ, 6ά γελάσης.
Σέ άναμένω καί
Σέ φιλω
Σ α τ α ν ά ς
Υ. Γ. Φεϋ ! αδύνατον νά σο'ι αποστείλω ταχυδρομικώς την
επιστολήν μο^ι, διότι τό άπό τινος ίδρυθέν ενταύθα ταχυδρομειον
λαμβάνει μόνον έξ Αθηνών φακέλλους, άλλά δέν αποστείλει,
διότι άφ' ής συνέστη έλησμίνησεν ή Γεν. Διεύθυνσις νά απο¬
στείλη καί . . . γραμματόσημα.
Διά Τίΰτο την επιστολήν μου θά σ:ι Ιγχειρίση -/ωρικός τις,
όν άποστέλλω έπίτηδες.
»Ο αύτός
ΚΟΝΕΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
Τύποι κυτηγώτ έτ
ΤΟ ΚΑΤΩ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ
Άγαθέ μοί χύριε Κ. Φ. Σχόχε,
Πρώτον, άντιγρά^ω σδς αυτόν, Ιπιστείλαντά μοί τάέχόμενα:
«Προτίθεμαι επί τω προσεχεΐ νέω ϊτει 1886 νά δώσω κά'τι
»τι νέον είς τό ελληνικόν δημόσιον, ήτοι Γελοιογραφικόν
»καί Σ α τ υ ρ ι κ ό ν Ημερολόγιον, ένφ νά σ^γκεντρώσω
»τάς λεπτΐτέρας *αί αττικωτέρας εΰφυίας των παρ' ήμΤν δημο-
«σιολόγων. Θά μοί άρνηθήτε άρά γε την συνδρομήν σας... κτλ.»
Την συνδρομήν μου, τί γε νυν έχον, δέν θά σας άρνηθώ, -ρο-
θυμούμενος Γνα προσθέσω κάγώ μεταςύ των λεπτοτέρων
καί ά τ τ»κ ω τ έ ρ ω ν εύφυϊών τα περαιτέρω, καί ουδόλως συ-
στελλίμενος μηΒέ φοδίύμενος μή διά την αξίωσιν ταύτην έξε-
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
λεγχθώ ώς καχ,ός οίηματίας' τολμώ δέ μάλιστα νά χροκαλέσω
τάς έπικρίσεις οιουδήποτε άρνηθησομένου τυχόν έν αυτοίς τάς
άρετάς, άς περιζητεϊτε διά τό ΰμέτερον Ημερολόγιον.
Είνε σειρά ποιηματίων, έπιγραμμάτων μάλλον, διστίχων ή1
τετραστίχων των πλείστων, βριθόντων, άν δϊν απατώμαι, γνη-
σίας άστειότητος, λεπτής εΰφυ'ίας, φιλοπατρίας τε καί εύβουλίας·
Ιστι δ' όπου κροταλίζει κα'ι ή σατυριχή ύ'σπληγξ, καθ' ά άπεκ-
δέχεται ό άναγνώστη; είκάζων έκ τού τίτλον τής ύμετέρας
βίβλου.
Γινώσκομεν τί λέγεται Μβηα υπό των γαλλιζοντων επί γευ-
μάτων καί συμποσίων, ό'πρυ πολλχ καί ποικίλα τα παρατεθησό-
μενα οψα* άλλως, δ Άθήναιος θά μας τό έξήγει (συγγνώμην
διά τόν αναχρονισμόν) ώς γνωστόν καί είς τοΰς άρχαίους "Ελ¬
ληνας, λέγων ότι «εθο; ην έν τοίς δείπνοις παραδίδ^σθαι γραμ-
ματίδιόν τι, περιέχον άναγραφήν των παρεσκευασμένων, έφ' φ
είδέναι ό',τι μέλλοι ό'ψον φέρειν ό μάγεφος.»—(Έ ν Δ ε ι π ν ο-
οοφισταΐς, βιβλ. Β', χωρ. 33). Λοιπόν δύνασθε, κύριέ μου,
νά σημειώσητε άπό τούδε έν τί) άναγραφί) των παντοίων καί έκ-
λεκτών έδεσμάτων τής υφ' υμών παρασκευαζομένης καλής παν-
δαισίας, ότι θά ?χητε καί έξ έμοϋ έπιδόρχιόν τι «Τό κάτω τής
γραφής» καλούμενον.
Μόνον παρακαλω, μή μ:υ έλέγξητε την οίησιν, μηδ' έκ των
προτέρων /.ατειρωνευθήτε χαρακτηρίζων με έκ των ήδη λελεγ-
μένων ώς υπερφιάλως περιαυτολόγον" γεΰσασθε καί "ίετε' άφοΰ
δέ άποπίητε ύμεΤς τε καί οί προσ/εκλημένοι μέχρις έσχάτης
σταγίνος, τότε καί μόνον τότε εύαρεστήθητε καί νά ζητήσητε
επί τής φιάλης, ήν υμίν προσφέρω, τό ί'νομα τοΰ κατασκευαστοΰ"
πιστεύω ότι άπρόοπτον θά έκπλήξη υμάς τε καί τούς συνδαιτυ-
μόνας άνεξαιρέτω;.
Πολύ πλανασαι, "Ελλην,
εάν τό άπαγγέλλειν
την δόξαν των προγόνων
νομίζης ευτυχίαν*
κωνστ. φ. γκοκου
θά ευτυχήσης μόνον,
άν σύ ώς την αρχαίαν
εκείνην ιστορίαν
δημιουργήση νέαν.
Όστις ένδίξως τελευτα
Ιζησεν ήδη άρκετά.
"Οστις είς α3τόν τίν βίον
χρήσιμος δέν ηδυνήθη
νά γεν») είς τ':ν πλησίον,
κατά λάθος εγεννήθη.
Όταν εΰτυχής 'στό σκότος
τί χρειάζεσαι τό φώς;
άμαθής, κ' είς δλα πρώτος'—
τυφλοίς ναχ/) ό σ;φός.
Όταν ό γέρων πλΐύσιος εδιοε την ευχήν τού
λέγων είς τό παιδί τού
«Έγώ ειργάσθην άρκετά έχί ζωής μου, άρα
» σύ άναπαύσου», έ'διδεν άντί εΐιχής κ&τάρα .
Είς 6ν τίνα δι* αυριον διήνυσε τςν βίον τ:υ,
τρείς λέξεις τό μνημΐΐόν τού
άν Ιφερε, θά "φθανε'
«Χωρίς νά ζήση πέθανε».
(Είς νεογνόν.)
Έρχεσ' έν τω κόσμφ κλαίων
ένω γύρφ σ:υ γελοϋν
εΓθε νά γελάς έκπνέων
καί οί άλλοι νά θρηνοΰν.
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Ο πανδαμ,άτωρ χρόνος
ο αν άνθή μαραίνει'
— Ναί, άλλ' αΰτός καί μόνος
πασάν πληγήν ίαίνει.
Σεμνον απήτει τάφον,
ίσως διότι ήγειρε ζών διά των ΐδι'ων
χειρών τού μαυσωλεΐον,
εί; στήλας των εύεργετών τό ονομά τού γράφων
Σφάλλει οποίος καμαρώση
'μέρα πρίν καλονυκτώσϊ),
κ' ευτυχή πρίν τα τσιτώστρ.
Διά τα μεγάλα βάσανα, διά τα μεγάλα βάρη
έπλάσθησαν οί βασιλείς κ' οί ίυστυχεϊς γαίδάροι.
(Φριδερΐκος ό μέγας
(Πρώς την σύζυγον.)
Αύτούς τούς τόπους δέν ταραιτοϋμεν;
Δέν έβαρΰνθης τ-ήν ξενιτεια;
Ξένοι 'στά ξένα θά κατοικοϋμϊν
καί είς αΰτά μας τα γηρατειά;
Άς έπανέλθωμίν 'στήν πατρίδα'
μας ελκεί μ'όλα της τα δεινά'
'γύρισα κόσμον και πλείστα είδα,
πλήν σάν τον τόπον μας πουθενά.
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
Λυττυχισμίνος όστις τό δώμα
των πρ:πατόρων τού παραιτα
κα'ι είς το γήρας τρέχει άκόμα
διά ν' απαντήση τα περιττά.
Δ=ν μΙ μέλει τί γνωρίζει;·
'πέ μου τί 'μπορεΐς καί κάμνεις νά ΐδώ τι τι άξίίεις.
Τί παράδοξον 'στήν Ρωμη !
σχεδόν δλοι της οί δρίμοι
ώς στολίδι άράδ' άράδα
εχουν άΐίό μιά κ ....
Σ' ελεγαν τό πάλαι 'Ρ ώ μ α"
άς σέ λέγουν τώρα βρόμα.
ΑΙΝΙΓΜΑΤΑ
Πως όνομάζουν ;
Ποίον σκούφον βάζουν,
άντί τό βράδυ, κάθε πουρνό,
καί τό κεφάλι
ά φού τόν βάλη
δέν φέρει σκοϋφΐν, μένει γυμνό;
(Ή φεν άκη.)
Σ' αΐγιαλοΰς ελληνικάς σχεδόν λησμονημένη,
άπό σκληρούς Όθωμαν:ύς κεΐμ' ήρωίς σφαγμέντ;.
Μή μ' άναγραμματίσης,
διότι μα6ρη γίνομαι καί δύσμοιρος έζίσης.
( Ή νήσος Ψ α ρ ά.
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Φίλε κύριε Σκόκε,
Ουδέν Ιχω νά προσθέσω είς ταυτα, ή ολίγους τινάς « φθόγ-
γους άλύρους» Ιτι έξ εμού, ότι τα Ιπη ταυτα συνέλεςα πρό
πολλοΰ έξ αΰτογράφου τού ποιητοΰ αυτών ούτος δέ ήν ό μα-
καρία τί) λήξει φίλος μοί βασίλειος μελασ, περί ου ώς ποιη-
τοϋ, βεβαίως ουδείς είχε μέχρι τούδε ύποψίαν, πολλοί δ' "σως
ουδέ περί τής εύγενείας των αϊσθημάτων αύτοΰ, οί'α έμφαίνε-
ται είς τα ολίγα ταυτα Ιπη, γραφέντα ουχί Ίνα δημοσιε-ιθώσι
πώποτε" καί μόνον λοιπόν είς μαρτυρίαν, ότι τό αντίγραφον
μου είνε ίσον καί απαράλλακτον τω χρωτοτύπω ϋποφαίνομαι
Ιω. ΊσιδωρΙδης ϊχυλίοοης
Έν Άβήνβις, χβτ' Αυγουστον τοϋ 1885.
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΕΚΟΚΟΪ
ΜΩΣ ΑΙΚΟΝ
Έν τώ εβωτι, ή γυνή όμοιάζει μέ κλειδοκύμδαλΐν, τό ό-
πβΤον παράγει μελωδίαν μόνον δι* εκείνον όστις είςεύρει νά τό
χαίζη καλώς.
Ή ύποδοχή είνε είδίς θερμομέτρου δεικνύοντος τούς βαθμοΰς
τί[ς χεριουσίας' κατα6αίνει ϋχό τό μη8ενικ;ν άπέναντι άνθρώπου
χωρίς πεντάραν.
Ή φιλαρέ,βκεια είνε τό όρεκτικόν τοδ Ιρωτος.
Μόνον τα ώραΐα πρά-,'ματα είναι παρΐδικά" ή καλλονή χα-
ρέρχεται, ένω ή άσχημία δέν παρέρχεται.
*
Τί άγκούρια τίώγονται άωρα, αί γυναΐκες ώριμοι, τα μέ-
οτιλιϊ περασμένα.
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Αί μεγαλείτερβι δυνάμεις τής Εΰρώπης είνε ή Ρωσσία, Γερ-
μανία, Γαλλία, Αγγλία, Αυστρία, Ιταλία καί . . . . ή γυνή.
Εάν δέν υπήρχον ίατροί θά άπέθνησκον τής πείνης οί πα-
πάδες.
*
Ό Άϊάμ καί ή Ευα ηλβαν έξάπαντος μεγάλαι είς τόν κό-
ιχμον διότι δέν ειχαν κανένα νά τούς βυζάξτ).
Το μόνον πραγμα τό οποίον παράγουν μερικαί χεφαλαί είνε
ή . ... πιτυρίδα.
Όταν μία κόρη πλησιάζη είς την ήδην όσον άναβαΐνει τό
άνάστημάτης τόσον καταβαίνει τό φουστάνι της.
Άγαπώ τόν πάγον εντός λεμονάδας οΐλλχ τόν άποστρέφομαι
επί των χειλέων τής γυναικός ήν λατρεύω.
Όλοι οί άνθρωποι είνε "σοι ενώπιον τού χβίνοντος τάφου καί
τοϋ χαίνοντος ούροδοχείου των.
*
Ό φίλος ϊίδει δ,τι τοΰ περισσεΰει' ή φίλη δίδει ό,τι έ"χει.
Μερικοί όμογενεΐς φέρουν είς τό στήθος την ά'λυβιν άντ'ι νά
την φέρουν είς τούς πόδας.
*
Μοϋ άρέσκει πολύ ό Σαρωνικός κόλπος, άλλά ·κϊρισσότερον
4 .... γυναικεϊος.
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
Ό έπιτηδειότερος καλλιτέχνης πρός έξεικόνισιν τής έρω-
μίνης είνε ή φαντασία το3 Ιραστοΰ.
Τα νίστιμώτερα γλυκύσματα είνε ή πουτίγκα, τό καταί'φι καί
τό .... φίλημα τής έρωμε'νης μας.
Ύο φίλανθρωπικότερον έπινόημα υπέρ των άνικάνων είνε οί
διαγωνισμο'ι έν Ελλάδι.
Νομίζω ό'τι έ'πρεπε νά έξαιρώνται τής υποχρεώσεως τοϋ φό-
ρου τοϋ αί'ματος προ πάντων οί .... άναιμικοί.
Ά π 6 μ α χ ο ς
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦ1Κ0Ν ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΚΑΤΙ ΤΙ ΤΟ ΟΠΟΙΟΝ ΔΕΝ ΕΓΡΑΦΗ
Ιδού,φίλτατέ μοί συνωνυμε πχρ'χ σϊγμα,—ώς Οά ελέγομεν
παρά τρίχα—εν θέμα τό οποίον, άφ' ής ημέρας ε'χες την κα¬
λωσύνην νά ζητήσας κα'ι παρ'έμοΰ ολίγας γραμμάς πρός συμ¬
πλήρωσιν τού* ήμερολογίου σου, μέ απασχολεΐ, άλλά τό όποΤον
δέν δύναμαι νά έξεύρω όσον καί αν βασανίζω τόν εγκέφαλον μου.
ΚατΐτιτόόποΤον δέν έγράφη! άλλά τί μέχρΐ
τούδε δέν έγράφη πρός θεών, άΐοϋ ό'λοι περί όλων εν Ελλάδι
γράφουσι;
Περιστρέψωμεν έν τούτοις άκόμη την κεφαλήν μας, ώς ό
ταχυδακτυλουργός την θαυματοποιόν αύτοΰ φιάλην, έξ ής ποι-
κίλα την γευσιν καί τόν σχηματισμόν έξάγονται ρευστά κα'ι
ί'δωμεν μήπως καί έκ ταύτης παραχθή τι καινόν. .. Πλήν μά¬
την Ι Ουδέν καινόν προάγεται είς φώς, καί τουναντίον πολλά
κενά έν αύτη διαφαίνονται. . .
— Άλλά πώς, ί'σως άνακράςΊρς, δέν διασώζεται λοιχον ουδείς
κόκκος πρωτοτυπίας . ..
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
— Κ ό κ κ ο ς να{, πρωτοτυπίας δχι!
Έξ ενός κόκκου, τόν οποίον ώς βλέπεις διεκδικοϋμεν, τί δύ¬
ναται γεννβΐον νά χαραχθί) άφοϋ άπαιτοΰνται τουλάχιστον 20
κόκχοι... κινίνου πρός καταστολήν τοΰ έλαφροτέρου πυρετοϋ !
Καί ιδού ότι τό άθώόν μου αΰτό λογοπαίγνιον μέ φέρει
«κοντα είς την πυρέσσΐυσαν εκείνην εποχήν τού Γκαζοχωρίου
*ερί ής τοσαϋτα εγράφησαν, ώστε αν ή κινίνη κα'ι τα λοιπά
ααρμακευτικά ειδή αποτελούσι τό ΛαδεΤν τής έπαράτου έπι-
δημίας, Θέλομεν έχει χρεώστην κατά πολύ τό αντίστοιχον αΰ-
τοΰ... Δ ο ύ ν ε ι ν !
Καί^ δμως εγώ ΙΘηκα ώς έπικεφαλίδα των γραμμών τού¬
των κάτι τι τό οποίον δέν έγράφη...
*
Τόσην άποστροφήν αίσθάνομαι χρος τα μαθηματικά, ώστε
πρώτην φοράν σήμερον έπεθόμησα νά ήμην Άρχιμήδης! Εύ¬
ρον, εύρον! θά άνεφώνουν ώς έκεΤνος, αδιάφορον άν
θα εύρισκον ή μή, %κε( ότι θά ήμην Άρχιμήδης. Διότι δέν
δυνασαι να μ. άρνηθης δ'τι σήμερον χλειότεροι ύπάρχουσιν
εφβυρέται ή ^ Αρχιμήδαι.. . . άρχεΤ νά ρίψγ)ς Ιν βλέμμα είς τα
αποςηραντικβ τής σταφίδος με~τρα ! ..
'Αλλά καί πάλιν λεληθότως έρρίφθην ώς Άγγλος περιη-
γητης η ώς Έλλην πυργίτης έν μέσω τού γνωστοτάτου έλλην.
προι^οντος, έν φ έν άρχή ύπεσχέθην, ώς ένθυμεϊσαι, κάτι τι τό
οποίον δεν εγράφη.
Τί είνε έν τούτοις τα λεγόμβνα δαιμόνια πνευματα! Εάν
εν εξ αυτών συγκατετίθετο νά ένοικήση καί πρός στ-,γμήν έστω
εντος τού κρανίου μΐυ καί έγώ θά άπηλλατσόμην τοσούτων έγκε-
φαλικων βατανων, καί τό ήμερολόγιόν σου θά άνήρχετο είς
ίυσβεωρητον «εριωπήν, άφοϋ θά *ερΐελάμ6ανεν έν ταίς σελίσιν
αυτού το όν:μα μου !..
"Οσον άφορα την χρωτοτυπίαν τού θέματος ... "Ε, αύτη
θα περιέκλειε™ εν τώ ονόματι μου.
*
Καί δμως πρέπει νά φέρω είς πέρας ή τούλάχ(στον ν* άρ-
χίσω την αναγραφεΐσαν άρχήθεν ύπόσ-/εσίν μου, άφοϋ χολλά
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
μέχρι τοϋδε έγραψα χωρίς νά θίξω ούδε πόρρωθεν άκόμη τό
κάτι τί μου ό'χερ δέν «γράφη. Κατά τουτο όμολόγησον ότι
όμοιάζω τούς "Ελληνας πολιτευτάς, οίτινες ουδέν χράττουσιν
έξ ό'σων ΰπόσχονται ο'ίτε πρός επίτευξιν τουλάχιστον τού ίσο-
ζυγίου.
Καί τώρα τό ίσοζΰγιον αϋτό δέν ήςεύρω πώς μέ ένθυμ.!ζει
την γνωστήν ξυλίνην αΐώραν, συνισταμένη·; έκ μιας δοκοΰ έφα-
πτομένης μονοξυλου, επι των ά'κρων τής οποίας κάδηνται δΰί
χαΐδες καί άμοιβαίως α'.ωροϋνται. 'Αλλ' δταν τό έτερον τούτων
αιφνιδίως άποσυρθί), ή άκρα εφ' ής έκάθητο άνατινάσσεται είς
δυσθέατονΰψος, ύπείκουσα είς το βάρος τοϋ επί τής ετέρας
άκρας τής δοκοϋ καθημένου ετέρου παιδό:. Την ιταιδικήν ταύ¬
την αίώραν μοί ένθυμίζει τό ελληνικόν ίσοζΰγιον, οπόταν ό
Έλλην πολιτευτής άνέρχεται είς τα πράγματα άποτυρομένου
τοΰ άντιπάλου τού....
Άλλά καί πάλιν, ώς όρας φίλε μου, άπ-εμακρΰνθην παρα-
σάγγας πολλάς τοϋ θέματίς μ:υ, διότι είνε «ασίδηλον ότι ό
"Ελλην πολιτευόμενος είνε πλειότερον γνωστός διά· τής τελευ¬
ταίας ή διά τής έλληνικής αύτοΰ ιδιότητος!..
Άπεμακρΰνθην λοιπόν πολύ- τό βλέπω κι' έγώ- % μάλλον
δέν βλέπω πλέον ώς εκ τής αποστάσεως τόν τίτλον τοϋ θέ-
ματός μου, άλλά και τόσην Ιφεσιν αίσθάνομαι τού ν' άπομα-
κρυνθώ άκόμη, ώστε μόνον ή υπογραφή μου δύναται ν' άνα-
χαιτίση τόν ρ'οδν τή; άπεραντολογίας μου.
Πρό τούτου όμως ρ'ίψον και συ έν βλέμμα είς τα ανωτέρω
καί θέλεις όμολογήσει ό'τι άν δέν κατώρθωσα νά φέρω είς πέρας
τό κάτι τί μου όπερ δέν Ιγραψα, κατώρθωσα ό'μως
νά γράψω κάτιτί... και υπό την Ιποψιν α!ιτήν ή έπικεϊαλίς
μ:υ, νομΐζω, δέν μ: διαψεΰδει.
Κοκ
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΪ
ΚΑΤΙ ΤΙ ΤΟ ΟΠΟΙΟΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΓΡΑΦΗι
30Ο0 τώ 000
νά ομολογήση, φίλτατε συν σίγμα συνώνυμε,
Ρί' °ς ΧΟΧκ0ί' β?τια ^νω« ^Υάλαάποτελέ-
Έκ
^
Ρί ς 0ί' β?τια ^νω« ^Υάλαάποτε
-ωσις λ χ. ενός μήλου απεκάλυψε την κίνη«ν τή-ς
Τίς, χ« η πτωσις τοϋ κ. Τρίκούπη την α κ ι ν η σ ι α ν τού χ.
ΖΓ^ Π°λλάχΐς ή ν>1στεί' ά είρηνοδικειακόν
λθξ,ς των καφ-
. 1^ς Ι ίί6^ τίί« «λ.™* καί
,έ ^ « ϊ ϊ ^ λ μ α τ ο ς. Πάσοί Ιρωτες πα-
γραμμών
Ι
οποίον
νωδ αν
τοΐτο ς τ
ά
μόλ,ς
θέλει ΤϋΓ'. ??β?ον —^ λησμονίίς Οτι ή γραμματική τό
ξβνΧσΙ^ώ "-Χ°ν ~ 7° δίαλ«θάνον διαδολάκ,Γτο όποϊον
οποίον έΓίοτΓ* - · ?- ^^ αρ^ν τοδ έπωνύμου σου, τό
2 ΐ
· ?- ^^ αρ^ν τοδ έπωνύμου σου, τό
Ρ«*™ « »«χ4ν μου διδτ, ΐάμνε, μ ο-
»^λακήν τού βαπτ(στίκ5ο μου, «ύτό έν
^ '^Τ^ **** νά
όπο^ϊ
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Μίαν ημέραν μέ'άπαντα γελαστός-γελαστός ό γραμματοκο-
μιστής τού ταχυδρομείου.
— Είσθε ό κύριος ςςςςΚόκ;
— Μάλιστα.
— "Εχετε έ'να γροΰπον άπό λίραις είς τό ταχυδρομειον. Πε¬
ράσετε νά ύπογράψητε καί νά τόν παραλάβητε.
— Τί λέγεις άδελφέ ! Γροΰπον μέ λίρες ! Είσαι βέβαιος;
— Μάλιστα Ι Διευθύνεται είς τό ονομά σας. Τόν ειδα μέ τα
'μάτια μου !
Ένόμισα ότι δ=ν ήτο φρόνιμον ν' άμφιβάλλω. Άλλως τε οί
ταχυδρομικοί ΰπάλληλοι, ώς γνωρίζεις, ουτε ψευδη λέγουν ουτε
είς λάθη περιπίπτουν.
— Τίς οίδεν Ι είπον έν έμοί. Καμμιά κληρονομία, καμμιά
δωρεά . .. τίς οίδεν ! Ή τύχη ένίοτε.. .
Καί Ιδραμον ασθμαίνων πρός τόν ταχυδρομιον ϋπάλληλον,
όστις μοί έξεσφενδόνισε την κεραυνΐβόλον απάντησιν:
— Τόν γροΰπον, κύριε, υπέγραψε καί παρέλαβε πρό όλίγου
ο αδελφάς σας, νομίζω, κύριος ς ς ς ς ς ς Κόκ.
Εσκέφθην νά μείνω έμδρόντητος ! Άλλ' ήτο πραγμα τό
οποίον δέν έδικαιούμην νά πάθω, καίκάτι τι τ ό οποίον
πρέπει νά γ ρ α φ τ)!
*
Είχον ό'μω; δίκαιον να πνέω μένεα εναντίον σου. Καί άληθώς
σ'έξεδικήθην.
Μοΰ ή'ρπασες τόν γροΰπόν σου άπό τα χέρχα μου, σοΰ ήρ-
πασα κΐ' έγώ |έ'ν εκλεκτόν πρόγευμα καί ολίγα.... συγχαρη-
τήρια, δι" ών πρό μικροΰ μ' έφιλοδώρηΐε καλοκαγαθος μου φ£-
λος σου.
— Σέ συγχαίρω" διά τό ωραίον ποίημα περ'ι Μ α κ ε δ ο-
νί άς.. . .
Ειπε καί με κατέκλυσε δι* άσπασμων καί περιπτΰξεων.
— Ποίον ποίημα Ι, νομίζω....
— "Ελα, Ιλα ! Αιωνίως άστεΐα ! σ'Ιδλεχα μέσ"στά 'μάτΐα
γεμάτος συγκίνησι 'σάν τό άπήγγελλες! Παμε νά σου κάμω τό
γεΰμα!
ΚΟΝΧΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
Βλέπεις ότι χαΐ πάλιν δέν μ' έσύμφερε νά μείνω έμβρόντητος
ϊιά την οξυδέ'ρκειάν τού.
Καί μαντεύεις, ύποθέτω, ότι κατελόγισα μέν είς βάρος σου
τα συγχαρητήρια, έπέρασα δμως είς την μερίδα μου
έκλεκτάς τινάς μερίδας τοδ ΓβδΙαυχΗηΙ ά'ΑΙΙιδηβδ.
Άλλά τό χρόγευμ* έκεΐνο έκινδύνευσε νά μοϋ 'βγίί άπό την
μύτη, διότι ένω μετέβαινον οΓκαδε α'φνης περιπίπτω είς την Ινε-
δραν κλωστομύστακος δικαστικοΰ κλητήρος, ό όποϊίς μοΰ ε κ α-
μνε καρτέρι Ιξω τής θύρας μου.
— Τί τρέχει, κύριε ;
— Σοΰ κατάσχει ό άντίδικος τα οΐκόπεδά σου!. . .
— Μά κΰριε, έγώ δέν Ιλαβα ·ποτέ την τιμήν νά κλέψω
οίκόπεδα τοΰ δημοσίου . . .
— Αΰτά δέν τ' άκούω 'γώ ! *Η ΰπογράφεις τό έπιδοτή-
ριον ή τό τοιχοκολλώ μέ δύο μάρτυρας στή πόρτα σου !
Έδώ πλέον ή*μην ύπόχρεως νά μείνω έμβρόντητος ! ή* του¬
λάχιστον νά τόν στείλω είς έντάμωσίν σου.
Άλλά μή τρομάξης, ώς έγώ. Επρόκειτο περί ενός τρίτου
Σωτίου μας, ό οποίος μας Ιχει καί τβύς δύο στό χέρι, διότι
εχει τ' ονομά μου καί τό έπώνιιμόν σου.
"Ωστε ίΐα-Γσα βλέχεις ότι είνε κατι τι τ ό οποίον,
πρ:ς ησυχίαν σου, «ρέχει νά γραφί).
+
Προχθές λαμβάνω εύωδιώντα φάκελλον άπό μέρους ωραίας
αγνώστου — διότι όλαι «ι ά' γ ν ω σ τ ο ι είνε ώραϊαι χάντοτε.
Ποίον άρά γε παράδεισον άπολαυσεων περιεΐχεν ή άρωμα-
τώδης έκείνη έπΐστολή ; — διενοήθην.
Καί ό'μως ό άνύποπτος έκεΐνος περιειλιγμένος χάρτης περι-
έχλειε
« τον χεραυνόν είς φάκελλον εΰώδη κεκλεισμένον ! »
Διότι, οίκειοποιηθόίς άλλότρι» τρυφερά δικαιώματα —
τί Ιπταια έγώ άφοΰ προσεκαλούμην ρητώς είς την μίαν μ
και
μετά
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
τό μεσονύκτιον; — ολίγον ϊλειψε νά γίνω ήρως κωμφδίας, ή
όχοία ώς γνωρίζεις, καταλήγει συνήθως είς τό ξ ύ λ ο.
Έννοεΐς ότι τό πραγμα μΐνει μυστήριον, διότι είνε κ ά τ ι
τι τ ό οποίον δέν πρέπει νά γραφτί·
Παραλείπω άλλα έπεισόδια καί σκηνάς κατά τό μάλλον
κα'ι ήττον κωμικοτραγικάς, καί — 8πβρ σπουδαιότερον — ημέ¬
ραν τινά Ιμεινα νήστις, διότι ό μικρός έψοπώλης τής άγορας
είχε την καλωσύνην νά διευθύνη αλλαχού"-----γνωρίζεις ποϋ ; —
τό έρεκτικόν φορτίον τού.
Έν τούτοις έγώ, έκτός ενός γεύματος τό οποίον εφαγον διά
λογαριασμόν σου, κα'ι ένό; ξύλου, τό οποίον ϊέν έπρόβθασα
νά φάγω διά λογαριασμόν σου, σοΰ έπέστρεψα τόν γροϋπον,
τα συγχαρητήρια καί τα άρώματα τής πολυποθήτίυ έκείνης
έπιστολής.
ΤΑρά γε συ δέν μοί όφείλεις τίποτε; Έρεύνησον τα κατά-
στιχά σου, διότι, νομίζω, έχί τής άπορίας μου ταύτης κάτι τι
πρέπει νά γραφγ.
Αθηναι, Σεπτέμβριος το« 1885.
Σκοκ.
ΚΟΚΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
Κατα την μέθοδον των ύηριοτρόρων.
ΤΟ ΞΓΛΟΝ ΤΗΣ ΓΝΩΣΕΩΣ
« Τόσα πολλά λέγουσιν αί παλαιά! ίστορι'αι περ'ι τού άπηγο-
ρευμένου κβρποϋ, καί τόσον είνε άντίθετα τα μέν πρός τα δέ,
ώστε νομίζω ότι κάθε φρόνιμος ά'νθρωπος είνε ύποχρεωι-ιένος
όχι μόνον νά μην πιστεύση τίποτε έξ δλων αυτών, άλλά κα:
νά σκεφθή μόνος τού διά νά μορφώση ιδίαν γνώμην περί τού
λίαν ένδιαφέροντος τούτου ζητήματος.
Εσκέφθην λοιπόν καί έγώ κα'ι κατώρθωσε νά σχηματισω
μίαν γνώμην. Πιθανόν ή γνώμη «ΰτη νά μή είνε όρθή, πιθα-
νώτε^ον δέ νά είνε κα'ι παντελώς άνόητος. Αί πιθανότητες ομως
αυται αντί να π-«'ξωσι την γνώμην μου εν τγ γενέσει της μέ
πείθουΐίν ά-' εναντίας ότι είνε άναγκαία ή δημοσίευσις της διά
τους εξής χαρηγορητικούς λόγους.
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Πρώτον διότι άν ευρεθή τις φιλοτιμούμενος νά γνωματεύσϊ)
καί αΰτός, ί'σως ή γνώμη τού δέν θά είνε φρονιμωτέρα τής ιδικής
μου. Καί δεύτερον διότι αν εύρεθί) τις νά μέ άντικροΰστ], οΰ-
τος βεβαίως έσεται κατά «ολύ άνοητότερος τής γνώμης μου.
Καί πρώτον θεωρώ καθήκον μου νά δηλώσω, ότι είνε άνα-
κριδής ό ίσχυρισμος τής Ίερϋζ ίστορίας" διότι ό θεός καί απλούς
πολίτης εάν ήτο, πάλιν άφοϋ χάριν τοΰ Αδαμ εγένετο κηπουρός
καί έφΰτευσε τόν παράδεισον, δέν θά τώ άπηγόρευε νά έγγίση
τί δένδρον τής γνώσεως.
Φαντασθής πώς θά σας εφαίνετο νά ζητήσετε άχό έ'να φίλον
σας τό κλειδί τής έςοχικής τού οικίας διά νά περάσητε έκεϊ ολί¬
γας ημέρας, πώς θά σας εφαίνετο νά σας τό στείλη παραχω-
ρών μέν την οικίαν καί τόν κήπον, άλλά άπαγορεύων νά έγγί-
σητε την λεμονιάν ή την άμυγδαλιάν τού.
Κα'ι πάλιν δέν είνε κατάλληλος ή χαρομοίωσις διότι θά
παρεκαλεΐτε νά σας δοθγ), ένώ ό Αδαμ δέν παρεκάλεσε ποσώς.
Τώ έστάλη δέ ή κλείς τοϋ παραϊείσου αυθορμήτως τοϋθ' όπερ
σημαίνει ότι θά ήτο Ιλλειψις άβροφροσύνης πλέον καί ή ελα¬
χίστη παρατήρησις. Καί πρός τιμήν τού ΐδιοκτήτου τοΰ παρα-
δείσου έπαναλαμβάνω ότι είναι άνακριβής ό ίσχυρισμΐς τής Ίερας
ίΐτορίας.
ΙΙρίν ανακαλυφθή ό ίπποτιβμος καί αί ύποκλίσεις, οί ά'νδρες
ήσαν άνώτεροι άπό τάς "{ΐ>νχΐ·λας καί υπάρχουσι χολλά παρα-
ϊείγματα αποδεικνύοντα ότι κατ' έκείνους τοϋς εΰτυχεΐς χρόνους
αί γυναΤκες Ιφοβοϋντο τοίις άνδρας των.
Είς την εποχήν μας, καθ" ήν ό'λοι οί κοινωνικον ό'ροι άντε-
στράφησαν, τό τοιούτον θεωρεΐται βεβαίως μυθολογική τις χί-
μαιρα καί αμφιβαλλομεν άν υπάρχη μία τουλάχιστον γυνή μή
μορφάσασα σκωπτικώς καθ' ην στιγμήν ό Ιερεύς τελών τό μυ¬
στήριον τοΰ γάμου τίθησιν ώς άκρογωνιαΤον αύτοϋ λίθον την ευ¬
χήν «Ή δέ γυνή νά φοβείται τόν άνδρα.»
Είς οσους γάμους καί αν παρεστάθην, καί δέν παρεστάθην
είς ολίγους, άφ' ότου μάλιστα συνεδέθην διά φιλι'ας πρός τίνα
77
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΪ
αιώνιον ύποψήφιον καί αιώνιον χουμπάρον, μετ' άγωνίας προσ-
εδόκων την στιγμήν καθ" ήν έκ τής ρινός τού ίερέως θά
/εξέλθη ή έν λόγω εύχή.
Έν τω ά'μα περιέδαλλον δι' έξεταστικοΰ βλε'μματος όσας
ηδυνάμην περισσοτέρας γυναικείας μορφάς κ«ί έφωτογράφουν
ούτως ειπείν τάς διαδηλώσεις των φυσιογνωμιών των. Ώς χό—
ρισμα δέ τής έξετάσεως ταύτης εξήγαγον την ιδέαν ότι τό ίκΐ
μακροίις αΰ»ναζ ΰχήκοον καί δοϋλον φϋλον άποσεΐσαν άπαξ
τόν ζυγόν, ού μόνον δέν φοβείται πλέον τοΰς άρχαίους δεσπό-
τας τού, άλλά καγχάζει είς τό ακουσμα τοΰ συμβόλου τής
πάλαι οουλείας κα'ι κινεΐ έμπαικτικως την κεφαλήν ώς νά έΤ,εγε
γε «Πώς κατώρθουν αί προμήτορές μας νά τάς πιστεύωΐιν
αύτάς τάς άνοησία; ! »
Ό θεός πλάσας τ:ν άνθρωπον απόλυτον μονάρχην τής γής,
μετενόησεν άμεσως διά την γενναιοδωριαν μεθ' ής τόν έπροι'-
κιΐε, προδλέπων τα μέλλοντα γενέσθαι. Απεφάσισε δέ νά τΐν
μεταδάλη άμέσως είς συνταγματικόν βασιλέα καί τώ έπέ-
δαλεν άντί περιοριστικοΰ συντάγματος την .... Εδαν! Πρό
τοΰ συντάγματος ό'μως είχε κατασκευάσει έν σκήπτρον διά τόν
μονάρχην, καί τό σκήπτρον αύτό ήτο το άντίδοτον τοϋ συντάγ¬
ματος. Τί νά κάμη λοιπόν ; Έςέίωκε μίαν διάταξιν άπαγο-
ρεόθϋσαν ρ'ητώς είς τόν Αδαμ νά έγγίση τό σκήπτρον όπερ
δι' αυτόν ήτο «ρ;ωρισμένον, διότι τουτο, άν ήτο άναγκαΐον διά
τ:ν απόλυτον μονάρχην, ήτο όλως περιττόν διά τόν συνταγμα-
τικόν βασιλέχ Έν επιλόγω δέ τής άπαγορευτικής διατάξεως
άνεκοινοΰτο τώ Αδαμ ό'τι ήχειλεΐτο δι" εκθρονίσεως αν εγί¬
νετο παραίάτης. Καί βεβαίως άφοΰ τω έδωκε τό φαρμακερόν
σΰνταγμα, δέν τώ σ^νέφ6ρε νά τω δώση καί τό άντιφάρμακον
8περ έπιχαλεΐται ξύλον τί|ς γνώσεως.

Κα'ι ό άτυχής βασιλεύς ΰφίστατο όλας τάς ίδιοτροπίας, τα
παράπονα, τάς μεμψιμοιρίας, τα σκώμματα, τάς απειλάς, τα
δάκρυα, τάς λιποθυμίας καί ολα τα λοιπά φοδερά ούσιαστικά
ό'σα ευρίσκονται είς τό λεξικΐν τής γυναικείας τυραννίας. Καί
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
εγνώριζεν ό άτυχής ότι ύπάρχει εν ιατρικόν δι' δ'λα' ταυτα, ότι
ηδύνατο νά κατασιγάση όλην την καταιγίδα τής άςιοτίμου κυ-
ρίας τού μόλις λαμβάνων είς χείρας τό μαγικόν έκεΤνο σκή-
πτρον, τό ξύλον τής γνώσεως, ό'τι θά εγίνετο μάλιστα προσφι-
λέστερος, άλλά τφ εδενε τάς χείρας ή φοδερά, ή άπαισία, ή
τυραννική απαγόρευσις.

Μίαν ημέραν ό Αδαμ εθύμωσε πολύ. Την αιτίαν τοϋ θυμοΰ
τού αφίνομεν είς τοΰς άρεσκομένους νά λέγωσι καί νά έπανα-
λαμδάνωσι κ α κ ά λ ό γ ι α.
Έθύμωσε όσον δέν ειχε ποτέ θυμώσει' τό αίμά τού άνέδη
είς την κεφαλήν τού, οίόφθαλμοί τού έκοκκίνισαν, εγινε θηρίον
τέλος πάντων.
Νά έκραγίί εί; υβρείς καί «ωνάς δέν ηδύνατο διότι ήγνόει
πασάν γλώσσαν μή έξαιρίυμένης καί τής Έλληνικής. Πινά-
κια, ποτήρια δέν ειχε νά σπάση. Καπνόν νά πίϊ) Γνα δι' αΰτοΰ
διαλύση την οργήν τού δέν είχε, ή μάλλον δέν εϊχε σιγαρόχαρ-
τον Ιστω καί άφορολόγητον. Καφέν είχεν έπίσης άλλά ού'τε
ζάχαριν ουτε . . . καμινέτο.
"Εστρεψεν έ§ώ, έστρεψεν έκεΐζητών βοήθειαν ή ύπομονή τού
είχεν έξαντληθή άλλ' ή όργή τού έπετείνετο. Αίφνης βλέπει
πάλιν την Εϋαν. Τότε ή όργή τού εκορυφώθη, έλησμόνησβ
κα'ι άπαγόρευσιν καί σΰνταγμα καί μετά έν δευτερόλεπτον —
κατά τόν ήλιακόν τού παραδείσου — μεγάλη καί σεδαστή ρ'ά-
6δος άνήρχετο καί κατήρχετο επι τής ετέρας των χλευρών
τού. .. τής Εΰας. Καί αυτή ή ράδδος ήτο τό σκήπτρον τοδ
τέως μονάρχου Αδαμ, αυτή ή ^άδδος ήτο τό άντιφάρμακον τοΰ
συντάγματός τού, αυτή ή ρ'άδδος ήτο καί είνε τό ξύλον τής
γνώσεως.
*
Αυτή λοιπόν είνε ή γνώμη μου ότι τό ξϋλον τής γνώσεως
είνε τό ξ ώ λ ο ν, όπερ μετά τόσους αίώνας άπό τής έγκαινίσεώς
τού δέν άχώλεσεν άκόμη "ουδέ τό όνομα ουδέ τάς θαυματουρ-
γοΰς ίϊιότητάς τού.
ΚΟΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
Ό θεός τό απηγόρευσε διά νά μή δώση πολλήν δύναμιν
είς τόν Αδαμ ουδέ . . . πολλήν αδυναμίαν είς την Εό'αν.
"Ισως δμως καί διά νά μην άκούτ) καί αΰτός τοός κλαυθμούς
κα'ι όδυρμούς τής Ε3ας, διότι έν τί) άπείρω αύτοΰ σόφια θά
προεΐίε βεβαίως ότι πολ!» ταχέως αυτή θά έ'διδε τω συμβίω της
αίτίβς προκαλούσας την κινητοποίησιν τοΰ ξύλευ τής γνώσεως.
*
Μόλις ταίς Ιφαγεν ή Ευα εγένετο ά7.λη έξ άΤ,λης. Δύο
μεγάλα καί ώρα'α δάκρυα ώς λέγουσιν οί ποιηταί έκυλίσθησαν
επι των δροσερών παρειών της" μειδίαμα άνεκλαλήτου ήδύτη-
τος έκόσμησε την όψιν της καί τείνουσα τάς άγκάλας περιΐ-
βαλε δι' αυτών τ=ν λαιμόν τοΰ συζύγου της. Ή δέ τε'ως βωβή
καί ά'φωνος, έπιθέσασα τα χείλη επί τοΰ στόματίς τού, έψιθύ-
ριαε δυο λέξεις μαγευτικάς:
— Σ' άγαπδ !
Τάς δΰο πρώτας λέξεις, αίτινες εγένοντο αί βάσεις όλων των
γλωσσών καϊ δλων των διαλέκτων !
Τί λέγουΐιν ότι ό Αδαμ απώλεσε τόν Παράδεισον μεταχει¬
ρισθείς τό ξύλον τής γνωσεως; Άπ' έναντίβς απώλεσε την κό-
λασιν τής γοναικείας δεσποτείας καί έκέρδησε τόν πραγματι¬
κόν παράδεισον, άπό τόν οποίον έβγήκε τ ό ξΰλο, ώς έττα-
νχλαμβάνει Ιλτοτε ό λαός.
"Επί μακροίις δέ αΐώνας οί «πόγονοι τού Αδαμ μιμοΰμενοι
το παράδίΐγμα τοΰ χροπάτορός των έτήρουν αγαθάς τάς πρός
την γυναΐκα σχέσεις των διά τού ξΰλουτής γνώσεως.
Αί δέ γ,^ναΐκες ώς ύψιστον δεϊγμα άφοσιώσεως εθεώρουν τό
ξΰλον καί διά τής άψευδοϋς των παροιμιών γλώσσης έξεδήλο,ιν
τό ύγιές φρόνημά των έπαναλαμβάνοοσαι έν ελλείψει αύτοΰ
την εξής μετά καραπάνου καί θλίψεως:
• Δέν μ* άγακά & άντρας μου, γιατί 2εν μ' έματσαύχωσε ! »
Είς πολλά μέρη τοΰ κόσμου εΰδαίμονα καί ζηλωτά, έξακο-
λουθεΐ Ιτι ίσχύον τό ωραίον τούτο ΙΒιμον, ό'περ ή κατάπτωσις
τοϋ άνδρος συμπαρεσυρε καί χατήργησεν.
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Άλλά π&ρ' ημίν δυστυχίας ουδέ ί'χνος άπέμεινε πλέον. Ό
κακώς έννοούμενος πίλιτισμ'ΐς διαδιδόμεν:ς άφαιρεΐ άπό των
χειρών τού άνδρός τό ξύλον τής γνώσεως κα'ι άντί νά τό ρίπτη
είς τό πΰρ, τό παραδίδει οί'μοι ! είς τάς χείρας τής γυναικός.
Άντί νά επανέλθωμεν τουλάχιστον είς τό πρό τής παρακοής
καθεστώς γινόμεθα ΰπήκοοι των ύπηκόων μας.
Καί ταίς παραδίδομεν τό σκήπτρον χωρί: κϊν νά εχωμεν
έλπΒα ότι θά τό μεταχειρισθώσι συγκαταβατικώς καί έπιεικώς
όπως ημείς.
Άνέγνω;χεν χοτέ τόν εξής έτοικοδομητικώτατον καί ψυχω-
φελέστατον άφορισμόν. «Αί γυναΤκες όμοιάζ:υσι πρός τάς κοτο-
λέτας· όσον χερισσότερίν κτυ^ςΰνται τόσω άπαλώτεραι καίν:-
στιμώτεραι γίνονται.»
Δέν θέλετε λοιπόν σεΤς νά είνε άπαλαί και νόστιμοι αί γυ-
ναΐκες σας; Ό έρως των δέν είνε ό μόνος σας πόθος; Καί δέν
θέλουσι αύται αί ιδιαι νά στολίζωνται ΰχό πλειοτέρων θελγή-
τρων, νά λάμπωσι, νά γοητεύωσι; Διατί λοιπόν έγκαταλείπετε
τό ωραίον φάρμακον, δ'ζερ τόσα ϊτιαΆζ ό προμηθεύς Αδαμ Ίνα
•/.λέψη καί σας παραδώση;
Διατί παρορατε την μεγάλην καί θαυματουργόν τοΰ ξύλου δύ¬
ναμιν ;
Άνδρες Ι τό φϋλον μας κινδ,ινεΰει. Καταστρεφόμεθα! Ποϋ
θά αφήσωμεν τάς . . . γυναίκας μας ;
Έν Άλβανία αί δαιρόμεναι γυναΐκες θεωρΐΰσι τό ξύλον τής
γνώσεως ώς άλάνθαστον δεΐγμα τής συζογικής άγάπης. Έν
Ρωσσία δέ θρηνούτι καί χαραπονοϋνται αί γυναΐκες δταν ϊέν ξ^-
λίζωνται.
Καί Ιχουσι δίκαιον θεωροθσαι την έλλειψιν ταύτην ώς έλ¬
λειψιν άγάπης, αίσθήματο:, ένθουσιασμΐΰ.
Μην άκοΰετε τάς ιδικάς μας γυναίκας.
Μην άκούετε την υπό τοΰ διαδόλου έμπνευσθεΐσαν αϋταϊς
παροιμίαν:
"Οποίος δέρνει ιή γυνχΓχά τού δέρνεΐ τί) χεφάλι τού.
κονχτ. φ. εκοκογ
Μην άκούετε τού; θηλυδρίας έκείνους οίτινες διπλοθνται είς
δύο πρό των γυναικών' καταργήσατε τόν ίπποτισμόν, καταργή-
σατε τάς ύποκλίσεις.
Καί έν σ^νθηαα άς ήχήσ») πανταχοθ άπό άκρου είς άκρον :
ΞνΛοτ'. "':
γνναΐχας Ι ·
Όλα αϋτά ό'σα άνέγνωτε, προσφιλεΐς κυρίαι καί δεσποινίδες,
περιέχονται έντός χειρογράφοιι, όπερ έξαίφνης άνεκάλυψα έντϊς
τοΰ χαρτοφυλακίου μου.
Δέν γνωρίζω τί νά ΰποθίσω. Πώς νά ευρέθη αρά γε αΰτό το
ύποδολιμαΐον χειρόγραφον έκεΤ ; Ποίος τό Ιγραψε καί διατί;
Ηρώτησα Ινα φίλον μου, άκριδές αντίγραφον τοΰ πειρασμοϋ,
καί μ;Ί είπεν ήμικλείων έμιταικτικώς τόν έ'να όφθαλμάν :
— θά είνε κανείς έχθρός σου όστις παρενέθΐσε τάς άνοησίας
τού είς τα χειρόγραφά σου διά νά σέ εκθέση οταν. . . άποθάνης:
Αυτόν τόν εχθρόν μου καταγγέλλων λοιπον καί έγώ δημοσιεύω
διά λογαριασμόν τού τάς άνοησίας τού, ίνα μή τόν άφήσω νά
χλαστογραφήσιτ, τάς ίδέας μου κα'ι άμαυρώστ), χαρά ταίς χ.υρίαι
τουλάχιστον, την μετά θάνατον δόξαν μου !
Ίμδ. .
82
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Τηι Μ. . .
θυμαβαΓ ώρκισθήκαμε μιά 'μέρα
Νά άγαπώμαστε οί δυώ αίώνια,
Άλλά έσένα 'πήρ' ό νούς σου άέρα,
Σάν νά σου μπήκαν μέσα τα δαιμόνια,
Καί σ' Ινα νειό, ποϋ κάθ:υνταν κοντά σου
Τοΰ Ιϊωκες τόν ν;ϋ καί την καρδ>ά σου.
θά ιτΫίς πώς ίχ,ανα κ' έγώ τα "δια
ΚΓ ότι μέ μιά μικρή έξετρελλάθηκα
Μέ στίχους, μέ τραγούδια, μέ παιγνίδια
Καί μέσα σέ ριχά νερά έχάβηκα,
Μ' αΰτά ρ&ΓθΙβ (1'ΗοηηβιΐΓ ηταν γινάτια!
Σοϋ τό όρκίζομαι 'στά !υό σου μάτια.
Τώρα άς μείνουν ολα ςεχασμίνα,
Άφ:ϋ έγώ μ' έκείνηνε τα χάλασα
Κ' έσύ τοϋ Ιχεις δώσει τα βρεμμένα
Κ' Ιτσ' ή άγάπαις μας γινήκιν ^άΐααβχ.
"Ελα λοιπον μεσα σ' αυτή τή ζάλη
Νά άγαπήσουμεν οί δυό μας κάλι.
Θ. Βελλιανιτηε
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
Ής ίίάος χορτοχάΛΜοτ.
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ
Μετά πολλής περιεργείας παρακολουθώ άχό τινος τόν έν
ταίς εφημερ,σ! καί τοις περιοδικοϊς δ.εξαγομενον πόλεμον με-
«ξυ των γλωσαολόγων μας. Τής πνευματικής ταύτης τρο^ής
■ Τ ε"πεπτ°ν .δέν ^ ^ά^" ν« βεδαώσω ο2τε νά
ησα, «»μ«ως κ« είς αλλους ν' ακολουθήσωσι τό χαρά-
Μ^^^!είλω ^γνωμόνως να όμολογήσω ότι δία
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
τούτο πληρέστατα μέ αποζημιόνει τό έξ αυτής κέρδος. Ούτως,
έκτός πολλών αλλων χρησψ,ωτάτων πραγμάτων, των οποίων
δύσκολος θά ήτο ή άπαρίθμησις, καρά μέν τού κ. Χατζιδάκη
διδάσκομαι άπαξ τής "Εβδομάδος τακτικώς ό'τι είνε δυνατόν
νά παθαίνεταί τις υπέρ άπλής καί άσχήμου πολλάκις λέξεως
όσον σχεδον καί υπέρ ωραίας γυναικός ή πως δύναται τις νά
μεταφέρη έν φιλολογικ,ί) συζητήσει συνηγορών αίφνης υπέρ τής
χρήσεως τού" ρ'ινομάκτρου ώς κυριολεκτικωτέ'ρου άντ! τού
μανδυλίου, η τού τονισμοϋ καλαθόπωλις άντί κα-
λαθοπωλις, αΰτίτατον τό υιός των πολιτικών εφημερίδων
μας οσάκις έρίζουσιν υπέρ τής μεταθέσεως ενός είρηνοδίκΐυ ή
τή; παύσεως ενός τελωνοφύλακος. Ό έν τω μεταξύ παρεντε-
βείς κ. 'Ροΐδης άνατρέπει πάσας τάς περί όρθΐΰ λδγου έπικρα-
τούσας καί γνωστάς μοί μέχρι σήμερον ΐδέας παρέχον τό θέαμα
Οίνθρώπου κατά πάντα τα άλλα έχίφρονος καί εύφυεστάτου,
παραδεχομένου δ' έν τούτοις κα'ι αΰτοΰ την παραδοξωτάτην
γνώμην τού διά φυλλαδίων καί διατριβών δυνατοΰ τής διορθώ-
σεως καί μεταδολής των γλωσσών. Ό δέ κ. Βερναρδάκης μοί
■παρίσταται άνά πασάν Νέαν Ημέραν έκπληκτικώτατον
παράδειγμα άξιΐθαυμάστου ΰπομΐνής καί ματαιοχονίας άγωνι-
ζόμενος νά μεταπείση στενοκεφάλους σχολαστικούς ή' νά συζη¬
τήση λογικώς πρός τ^λώττοντας γραμματοδιδασκάλους. Είς
την έρθήν προφοράν, σύνταξιν ή έτυμολογίαν άπειρίας λέξεων,
άς μέχρι τούδε σολοίκω:, εσφαλμένως ή άναιτίως μετεχειριζό-
μην, μέ μ,ισταγωγοϋσιν αί ΓλωσσικαίΠαρατηρήσεις
τού κ. Κόντου" οσάκις δέ άναγκασθω νά καταφύγω είς τό λεξι-
κόν τοϋ κ. Σακελλαρίου τίσον ακριβώς καί βαθίως πληροφο-
ροϋμαι τάς άποκρύφους σχέσει; καί τοΰ έλαχίστου μονοσυλλά-
6ου συνδέσμου πρό; τοΰς άναλόγους τής σανσκριτική; ή τής
ζενϊικής, ώστε θά ηδυνάμην νά συντάξω αμέσως τό γενεαλο-
γικόν αΰτ:ϋ δένδρον μετά πλείονος ευκολίας ή τοΰ πρώτου τυ-
χόντος άθηναίου εΰ-ατρίδου των κίΐνωνικών διαφόρων τής
«Νέας Έΐημερίδο;». Άλλά προκειμένου νά έξαχθνϊ πρακτι-
κόν τι συμπέρασμα έκ τούτων καί ό όρισμός τοΰ τί τέλος
πάντων «ροτείν:υ3ΐν οί σοφοί ούτοι κα'ι αξιίτιμοι ά'νθρωποι ώς
ΚΟΝΕΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
πόρισμα των συζητήσεων καί των έρίδων των, κατάδηλος παρί-
σταται ή στασιμότης τοΰ αΐωνίοο αΰτοΰ καί εΰλογημένου γλωσ-
σίλογικοΰ ζητήματο; άπό τής μακαριας έποχής τοΰ μεταξυ
Δίΰκα καί Κοραή λεξιλογικών μαχών μεχρι τής συνεχείας
αυτών σήμερον υπό των -λ. κ. Χατζιδάκη καί Βερναρδάκη.
Νομιζω δέ ότι ανώτερον πάσης αμφισβητήσεως πρέπει νά θεω¬
ρηθή ότι :ύδέ εΤς των μετά τοσαύτης λυσσης συζητούντων θά
ηδύνατο άν ήρωτατο ν* άποκριθί) σαφώς καί μετ" ακριβείας
ποίαν των αναριθμήτων αυτών νεοελληνικων ϊιαλέκτων, άς
ύποστηρίζουσι, κρίνει κατάλληλον καϊ αξίαν όπως γείνη δε-
κτή ώς γλώσσα τού έλληνικοΰ Ιθνους Θέλετε την δημοτικήν ;
"Ολον τό ήλιθιώτατον γε'νο; των άσπαλάκων των λεξικων θά
κατεβόα. θέλετε την καθωμιλημένην, ήτις είνε άλλη χαρχ την
δημΐτικήν, μΐςοπάρθενον τέρας αποτελούμενον έκ τής δημοτι-
τικής, έκ τής άρχαίας, έκ τής γαλλικής, έκ τής ιταλικάς,
έκ τής τουρκικής, έξ ό'λων των γνωστών γλωτσών καί πολ-
λών άλλων άκόμη; Θέλετε την ψυχροτάτην έν τω πεζω
λ£γω, παγερωτάτην δ* έν τη ποιήσει μούμιαν καθαρεύοοσαν,
ήν πάντες γράφομεν κζί ουδείς τολμα ν' άπολακτίστ] ; Θέλετε
-ήν αττικήν τού κ. Κάντου η την γλώσσαν τοϋ Λασκαράτου ;
Ηέλετε μίαν γλώσσαν ψητήν ή ξίρχσττ^ ; Σκίτος πλήρες"
χάος αδιεξίτητον. Καί υπεράνω τοθ σκάτους κα'ι τοϋ χάους
τούτου πλανάται ή άπαισία σκιά τοϋ κατηραμένου άρχιτε'κτονος
τής νε'ας ταύτης Βαβελ, τοϋ πρώτου στρεβλόνου γραμματικοϋ
τ:ΰ ρίψαντο; τόν σπόρον τής διχον:ίας κα'ι ΰπεγείραντος τό
γλωσσικόν τουτο λεγόμενον ζήτημα.
Είς τό σκότος καί τό χάος αύτό βεβαίως δέν Ιχω τόν 'όρε-
;ιν νά περιπλακω' άλλ' ανεξαρτήτως πάσης φιλολβγικής άξιώ-
επεΐγον περί αυτής μέτρον θά ήτο νά βραί(υνθ9) διά παντός
τρόπου ολίγον. Γ
Τής άνάγκης ταύτης τό καταφανές καί αναπόφευκτον θεωρω
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
δυνάμενον νά περιφρονήσ·») οιανδήποτε άντιλογίαν. Σήμερον
ό'μως ιδίως πρςσέλαβε τόν τύπον εγχειρίσεως έπιβαλλομέ'νης
τάχιστα πρός έξάλειψιν φυσικού έλαττοίματος ίσχύοντος όπως
μόνον αύτό καθιστα άφανή καί άχρηστα τόσα πλεονεκτήματ».
Διότι άνέκαθεν «δικος υπήρξεν ή συνήθεια νά κακολογώμεν
άπαύστως το πτωχόν αΰτό νεοελληνικ;ν Ιθνος. Ή φύσις οέν
Ιφειδωλεΰθη των πρός αύτό παροχων της. Εγεννήθη κατά
πάντα άρτιμελΐς καί βιώσιμον καί τα μέλη αυτού ήσαν καλώς
συμπεπηγμένα καί επί τοΰ πρόσωπον τού Ιφερε τα χρώματα
τής ΰγεία;. Μόνΐν οί βραχίονες αΰτοΰ ήσαν υπέρ τό δέιν κον-
τοί καί ή γλώσσα μακροτάτη.
Έκτοτε ήρχισε καί υφίσταται τό θαυμάσιον τουτο φαινό¬
μενον Ιθνους κάλλιστα μέν έχοντος καί σχεδον άξιοζηλεύτου
έκ πολλών, μή δυναμένου δμως νά κινηθγί επαρκώς ή νά πράξη
τι άπαιτοΰν βραχιόνων έκτασιν ή ρ'ώμην, πάσχοντος δέ όσην
άδράνειαν χειρών τόσην άφόρητον γλωσσαλγιαν.
Ή ίστορία, καθ" όσον γνωρίζομεν, δέν άναφέρει ομοιον παρά-
δειγμα' ή δέ αίτία τού νοσήματος τούτου είνε όλως ίδιοφυής,
φαίνεται, κα'ι ά'γνωστος, μή δυναμένη οΰ'τε είς κληρονομ.ικούς
λίγους ν' αποδοθή" διότι μεθ' 'όσα καί άν λέγωνται περί τής
όμιιλητικότητος καί των αρχαίον Έλλήνων έπίσης, έν τΐύτΐις
άρχαΐος "Ελλην ήτο ό Ήσίοδος, ποιητής γράψας ολόκληρον
επος φέρον ώς τίτλον Εργα και Ημέραι" άν Ιζη ό'μως κατά
την σημερινήν εποχήν δέν θά ετόλμα βεβαίως νά θέσγι είς τό
βιβλίον τού τοιαύτην όλω; άνόητον καί άπρόσφορον καί διά την
χώραν κα'ι διά τους συμπολίτας τ:υ επιγραφήν.
♦ *
Το δέ λυπηρότατον κιί άλλίκοτον είνε ό'τι το κακόν έπιτεί-
νεται ακριβώς κατά τάς εποχάς, καθ1 άς είνε ιδίως άναγκαία
καί αίσθητή των βρα-χιόνων ή ύπαρξις κα'ι ή χρήσις. Αί τελευ¬
ταίαι δ" έν τί) Άνατολνί περιπλοκαί είνε πρόχειρος καί έπιση-
μοτάτη άπόδειξιί, διότι κατ' αυτάς προσέλαβε τόν όξύτατον
αυτού χαρακτήρ4 Άπορεϊ τις όμολογουμίνως καί έξίτταται
ποΰ κα'ι πότε άναφαίνονται αΓφνης ώς δι' ύπογείου έκρήςεως
τόσοι βρα-χύφωνει Γαμβέτται, τόσοι άναλφάβητοι Καστελάρ,
ΚΟΝΕΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΪ
τότοι διπλωμάται τού καφενείου καί τοΰ ζυθοπωλείου, τόσοι
Μόλτκε των σταυρίδρομίων καί Βίσμαρκ των πλατειών, κβ'ι
θαυμάζει Ιπειτα πως τόσον φωνάζοντες δέν άνενεώσαμεν Ιτι
ώς πρός τοΰς άντιπάλου; μας τό θαΰμα τής διά τού ήχου των
σαλπίγγων καταστροφής των τειχών τής Ίεριχοθς. Τουτο του¬
λάχιστον έττιχειροθμεν έν πάση περιστάσει. Καί είς παν
μέγα πολιτικόν γεγον:ς, όπερ δημιουργεΐ ή δύναμις καί ή τόλμη
των άλλων λαών, ακούονται άντιτασΐόμεναι αί παράχορδοι
ημών κραυγαί, αί ύλακαί των έκ ζηλοτυπίας έξαγριουμένων
άνίυ άπΐτελε'σματος σκΰλων επί ττ^ θέα των έσθιόντων τό κόκ-
καλον συναδίλφων των. Μίαν επαρχίαν ά Βοΰλγαροι; 'Ένα
σύλλογον ημείς. Οί Βούλγαρι είς τϊν Αίμον ; Τόν Γεννάδιον
έμπρός! Βαδίζουν επί την Φιλιππούπολιν ; Ευθύς τόν Συνο-
δΐνόν ! Έφθασαν είς την Άδριανίΰπολιν ; Αι τόρα πλέον, μέτρβ
σοβαρά! Επί τα πρόσω τό βαρύ χυροδ^λικόν Ι Φόρα τόν
Παράσχον !
Κ«τά τής είδεχθεστάτης ταύτης νόσου ϊύνασθε νά κάμετε
τίποτε κύριε Χατζιδάκη; Πρός περικΐπήν τής γλώσσης μας
άρκοίσ; τα φώτά σας καί αί γνώσει; σας ; Έν τοιαύτη περι¬
πτώσει εΓμεθα £τοιμοι νά σας ανακηρύξωμεν εθνικόν εύεργέτην.
Καί αν είς τοΰτ: θά συνέτεινε κατά τι καί ή όλιγόστε'οσις των
κενών λεςιδίων, δι* α τόσοιις αγώνας καταναλίσκετε καί τό¬
σον χάρτην μαυρίζετε, τις θά ευρεθή ό άληθώς σοφός κιί φι-
λό-ατρις γραμματικόί, οο-τις μίΐών την άπεφάριθμον στρατιίν
θ' ά^νι-εί ά-ό τΐΰ στόματός μα; τα μέσα τής φλυαρίας;
"/?^σής ό'μως ταύτη; έπιθιιμίας ή πραγματοποίησις δέν
λΰ άέ ϋ όί έ' ό
? η μς ή ργμη
φαίνεται πολΰ άπέ·/:υσα τοϋ όνείρου έφ' όσον τοόλάχυτον ή
πατρίς ημών έςαχ,ολουθεΐ ίίκ:υμένη ΰπ; των σημερινων αυτής
κατοίκων. Τό δέ περίεργον είνε ό'τι έν τούτοις ή διάθεσις πρός
ολιγώτερα λίγια καί περισσότερα ?ργα άπό κανέν* δέν λείχει'
άλλ' ό συνήθης τρόπος τής εκδηλώσεως αυτής είνε ό έ*όμεν:ς
ώς διετυπώθη κάλλιστα καί έκ^ραστικώτατα ε'ν φλογερωτάτω
καί φιλοχολέμω άρθρω δημοσιευθέντι εσχάτως" τό άξιομνημό-
νευτον τουτο κείμενον ήρχιζε διά των έξη; θαυμαστικών:
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
«Κάτω οί μακροι καί ανωφελεΤς λόγοι ! Καιρός νά παύσωμβν
φλυαροϋντες ! » κατελάμδανε δέ τέσσαρας ήμισυ στήλας τής
μεγαλειτέρας των αθηναϊκον εφημερίδων.
28 Σεπτεμβρίου 1885.
Μιχαήλ Μητσακηε
ΔΥΟ ΑΣΜΑΤΙΑ
Α'.
Σύ φταίεις, κι' ό'που κι' άν σταθώ κι' ό'που κι' άν πάω νυστάζω,
κι' άπ' τό πρω; τόν ούρανό άν βράδυασε κυττάζω... .
Σιν δέν σέ βλέπω πουθενά σέ βλέπω στ' όνειρό μου,
καί ύπναρας κατήντησα γιά νάσαι στό πλευρό μου !
Μά τί κατάρα ειν' αυτή, καί τί κακό σ' έμένα,
νά σέ κυτταζω πάντοτε μέ 'μάτΐα... . σφαλισμενα.
Β-
Άν ειμ' έγώ άμαρτωλός, σίι εϊσαι ή αΐτία. . .
Σΰ μ' Ικαμες καί αΐησα την πρώτη μου θρησκεία'
κι' άφοΰ %ρώτα μ' άνάγχασες καί σ' Ικαμα θεό μου
μέ έμποδιζεις ΰστερα νά κάμω τόν Σταυρό μου. . .
καί δέν μ' άΐίνεις, είδωλο, να γονατίσω "μπρός σου,
κα'ι σάν πιστός ν' άνασχασθώ τόν κάτασπρο λαιμό σου.
Άμαρτωλός
κονστ. φ. εκοκογ
Ο ΦΟΡΟΣ ΤΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ
(Άναμνήσιις τής «««,βτρα,τιίας ιοϋ 1881).
"Οταν έκλήθην ν' άποτίσω κ' έγώ τΐν φόρον τού αί'ματες
τόσον έμέθυσα άπό ενθουσιασμόν — διότι ήσθανόμην ότι ή πα¬
τρίς ό'λη έκυκλοφόρει ώ; καμπανίτης είς τάς φλέδας μου —
ώστε κα'ι αυτή άκόμη ή φυσιογνωμία τού χωροφύλακος καί τού
ενωμοτάρχου μοί εφάνη συμπαθής καί άξιέραστος.
Θά μέ χλευάσετε ί'ϊως" άλλά τί νά γίνη Ι Ημείς οί βπαρ-
χιωται εχομεν, βλέπετε, την άνοητίαν ένίοτε νά ήλεκτριζώμεθα
είς την λέξιν : πατρίς-
Ό δήμαρχός μας — καλή τού ώρα ! — πρακτικΊς καί φρό-
νιμος ανθρωπος, επρότεινεν είς την μητέρχ μου νά μ' εξαιρέσει,
διότι — ώς ισχυρίζετο — είχε τα μέσα μ! την κυβέρνησιν, ή
όποία τού Ιχρεώστει δΰω βουλευτάς ίδικούς τού. Άλλ' Ιγώ
εθεώρησα ώς ίίδριν την καλοκάγαθον προσφοράν τού.
'Εξάπαντο; θά μί έξέλαδεν ώς τρελλόν η ηλίθιον.
Άφήκα την μελέτην μου, έζήτησα την εϋλογίαν της μη¬
τρός μου, κατεφίληΐα τα μικρά μου άδέλφια, καί μέ τό πρώ¬
τον ατμόπλοιον άνεχώρησα πετών εί; "Αθήνας.
— Μπρέ ! πώ; 'δρέθηκες έϊώ; μοΰ λέγει ό βουλευτής τί}ς
επαρχίας συναντήσας με εί; την αΰλήν τοϋ Φρουραρχείου.
'Υπερήφανος καί δακρύων άπό συγκίνησιν τω απήντησα ό'τί
ήλθον νά χΰσω τό αί;α.ά μου διά την πατρίδα !
Μέ ήτένιβε μειδιών κα'ι μέ Ισυρεν εΓς τίνα γωνίαν τής αύλής:
— θέλεις νά σ' έξαιρέσω καί σένα; Ή έπιτροπή είνε 'δική
μ«ς. Ναί μέν είΐαι όλοστρόγγυλος άπό ύγεία, άλλ' εννοΐα σου !
Ήές κώς «άσχεις άπό ίσχίασιν" είνε νίσημα ποΰ δέν φαί-
νεται.
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
— Καλέ τί λέγει;; άστείζεσαι ; έγώ άνίκανος ποΰ αίσθά-
νομχι τόση ι^λόγα καί ζωή στά στήθη μου ;
— Άμε νά χαθτϊς, βλακα ! μου εΐπε καί μο3 ίστρεψε τα
νώτα ....
Ένεγράφην είς τό πεζικόν.
Ό έπιλοχίας μέ παρέλαβε μετ* άλλων είς την αποθήκην
τού τάγματος διά νά μας ένϊύση την στολήν τού στρατιώτου.
Μέ έχωσαν έντός πολυχτύχων σάκκων, μοϋ" έφίρτωσαν εν
ζεϋγος άρβυλών είς τούς χόδας, ζυγίζον υπέρ την οκάν, κα'ι έπέ-
θηκαν μετέωρον εν πιλίκιον επί τής κεφαλής μου.
_ Ιδού ή στολή σου ! μοί είπον.
Στολή, επί τη θέα τής οποίας 6α ηΰτοκτόνει βεβαίως ό κ.
Λαμχίκης.
— Κύριε λο-χία. . . . —άπεπειράθην νά παρατηρήσω.
— Σούτ ! τσιμουοδά Ι αΰτό θά 'χνί στρατιώτης ! νά δα ή
ώρα νά σοϋ πάρωμε καί μέτρο ! Καλό - κακί, σί» δέν εχεις
δικαίωμα νά έξετάσης !
Ειχε δίκαιον.
Άπό τής στιγμής έκείνης έδιδασκόμην ότι ό πολίτη; ά'μα
σαβανωθγ) έντός τής στρατιωτικής στολής, παΰει νά ψε πρό¬
σωπον κα'ι γίνεται Ιπιπλο, διά νά μή είπω κολοκϋθι!
Έγώ τουλάχιστον ήμην — άν οχι μηδενικόν — ό αριθμό;
47 τοΰ λόχου.
— Άριθμός 47 !
— Παρών ! — επρεπϊ νά φωνάξω.
Ό κυριος λο-χίας είχε τόν στρογγόλον καί εΰώδη αριθμόν
100, πολυ δικαίως, διότι—πρέπει νά τό όμολογήσω — ποτέ
δέν μας Ιδερνε κατά τό μάθημα τής θεωρίας.
♦ ♦
Είς τόν στρατώνα, ό'που τό εσπέρας Ιπεσα νά κοιμηθώ,
φαίνεται ό'τί δέν έστρατωνίζετο μόνον τό τάγμα μου, άλλά και
άπειρα άλλα τάγματα κα': συντάγματα . . . κορέων αίμοδιψών.
"Εν σύνταγμα τουλάχιστον κατηυλίσθη όλην την νύκτα έ*ί
τοΰ σώματός μου.
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
— Κύριε έπιλοχία, αύτοι οί κοργϊοί....
— Σκασμός ! Δέν ήλθες διά νά χύσης τό αΓμά σου γχά την
«ατρίδα; πρέπϊΐ νά συνειθίσγις άπό τώρχ Ι
Ειχε δίκαιον. Δέν επρόκειτο ζερί τοϋ φίρου τού α Γμα τος ;
Κατά το μάθημα της θεωρίας.
> Ευτυχως τα γυμνάσια τού λόχου είχον τελειώσει χρίν μας
«ποτε_λειωσγι ό λοχίας στό τρές(μο υπό τόν ζέοντα ήλιον,
δστις μας βρρεΛτοτβίει τόσον, ώστε ό φίρος τού «ί'ματος εκιν¬
δύνευε να προεςοφληθη διά τού φόρου τοϋ ... ιδρώτος.
. π ^ω?α,πλέον θ" μ-έ 7.Ρη«μοποιήση διά τάς ανάγκας της
η Πατρίς ! εσκέφθην έν έμοί.
_Αλλά πρό τούτου Ισχον την τιμήν νά -/ρησιμίποηθώ υπό
τού κυριοϋ λοχιου, δστ.ς μοί ένεπιστεύετο τό "λουστράρισμα των
υποδηματων το., καί την μεταφοράν τής κουραμάνας είς τής
εξ αδελφής τού, τέω; παχυσάρκου παραμάνας έκ τή-ς πο-
λυγύναικος Ανδρου. * Γ '
τ Πρωίαν τινά άνακαλύπτω 8τι*δ ύπολοχαγός τοϋ λόχου μου
Στ^ατ " Επ'στάτης Τ"ν κτγ:ΐΑάτων ^οδ πατρός μου, ό
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
"Οταν ήμην μικρό τρελλούτσικο, μ' Ιπερνε στά γόνατά τού
καί μέ διεσκέδαζε. "Ενθυμούμαι μίαν φοράν "ότι μέ είχε παρα-
καλέσει νά μεσιτεύσω είς τόν πατερα μου νά μή τϊν διώξνι.
— Καλέ τί κάμνεις, κύριε Στρατή, Ιπειτα άπό τόσα χρόν^α !
— Βρέ, ποίος σοΰϊωκε τό δικαίωμα νά μιλίίς Ιτσι στούς
άξιωματικους ; Αί*! Δέκα 'μ^ραι? κράτησι ! νά σοθ δείξω έγώ
κοΰτσουρο !
Καθήκοττα τής ήμιρας
Κατα διαταγήν τοϋ χυρΐου λοχαγοϋ.
Εϊχι δίκαιον. Έπρεπε νά γνωρίζω ότι ή στρατιωτική έπι-
στήμη Ιχει ύπερφυσικήν δύναμιν, μεταδάλλουσα τα κούτσουρα
εί; ανθρώπους χαί τους άνθρωπον είς κούτσουρα !
Παρητήθην τής κουραμάναςμου. Άλλ' όφείλω νά ό,^ολογήΐω
ότι είς αποζημίωσιν είχον ένίοτε άδειαν διανυκτερεύσίως__
Ό καιρός έν τούτοις παρήρχετο κ' έγώ δέν Ιβλεπα πέτε ν'
ΚΟΝΣΤ. φ. ΣΚΟΚΟΥ
άνάψτι τό τουφέκι στή Θεσσαλία, νά χυθώ είς τας φλίγας τού"
πολέμου, και νά ύπηρετήσω τάς ανάγκας τής πατρίδος.
Άλλ'ειχα κάμει τόν λογαριασμόν χωρϊς τόν ξενοδόχον, χωρίς
δηλαδή νά ϋχοπτευθώ ότι, αν είχεν ή πατρίς ανάγκην των βρα-
χιίνων μου, έπίσης δμως είχεν ανάγκην των χειρών και των πο¬
δών μοο κα'ι ή. . .κυρία λοχαγοΰ, ή όπ:ία μού είχεν άναθέσει τα
Καθήχοντα τΐ)^ γυχΐός
Κατ« διαταγήν ττ,4 χυρίας λοχαγοϋ.
καθήκοντα τής ε σ ω τ ε ρ κ ή ς ΰ π η ρ ε σ ί α ς, είς τόν νεροχυτην,
είς την μπουγάίαν, είς τα ψώνια τής άγορας και είς την χαιδα-
γώγησιν των δύο χαριεστάτων μικρών... διάβολον της, τα όποΐα
είγαινα 'στ;ν «ερίπατον κα'ι μοϋ Ιβγαινον άμοιβαίως την πίστι!
Ό κύριος λοχαγος ε?χε πράγματ: στρατιωτικήν εΰπείθειαν
είς την κυρίαν λοχαγοϋ, προ τής οποίας Ιτρεμεν άπό.. .σε'δας.
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Αυτή έδιδε τα χροστάγματα είς τό σπήτι. Μίαν ημέραν διο-
λιθήσας Ιθραυυα εν πινάκιον. Ή κυρία έθεώρησε καλόν εί; έςό-
φλησιν νά μου θραΰστ; την κεφαλήν διά τής σιδηρας έσχάρας ήν
έκράτει την στιγμήν εκείνην, καί ιδού, μετά τοΰς αίμοχαρεϊς
κοργιούς, άπέτινον ήδη δευτέραν φοράν τόν φόρον τοϋ α Γ¬
μα τ ο ς.
Έντώμεταξΰ φθάνει καί ό ύφιστάμενος τήςκυρίας, είς εν δια-
τάσσει Ιφοδον κατ' έμοΰ.
Ό κύριος λοχαγός μετά προθυμίας ήκόνισε τό ξίφος τού επί
τής ράχεώςμου μέ καμποσες διπλαριάΐς.
— Ά! μά κΰρΐϊ λοχαγέ ! αύτό πλέον είνε άπάνθρωπον !
Έγώ ηλθα νά προσφέρω την ζωήν μου είς τό έίθνος καί οχι νά
μέ σκοτώσετε στό ξΰλο !
— Τώρα σοϋ δείχνω έγώ, κοπρόσκυλο!
Καί μεταδαίνει είς τόν διοικητήν τοθ τάγματος έπιδίϊων κατ'
έμοΰ μήνυσιν επί εξυβρίσει καί β ι ο π ρ α γ ί α κατ'
ό ν ο) τ € ρ ο υ έν καιρώ υπηρεσίας.
Είνε άνάγκη αρά γε νά σας βΓπω ότι έρρίφθην είς τάς φυ¬
λακάς τοΰ φρουραρχείου;
"Εμεινα έπτά μήν»ς έ'ως ου περαιωθΫΐ ή άνάκρισις καί είσα-
χθώ είς δίκην.
Έν τω μεταξΐι ή μήτηρ μου άφίνει τα δύο μικρά κλαίοντα μέ
την άδελφήν μου, δανείζεται ολίγα χρήματα, καταφθάνει άσθμαί-
νουσα είς Αθήνας, καί ϋίπτει είς τα γόνατα τού βουλευτού μας :
— Γίά τό θεό, κύριε βςυλευτή, άπΐ τό θεό καί στά χέρια σου !
— Τό παληόπαιδο ! καλά τα παθαίνει ! Μήπως δέν τοΰ
είπα έγώ νά τόν έξαιρέσω άπ'ο την άρχή ; "Εννοιά σου όμως" θά
προσπαθήσω νά άθωωθτί.
Καί πράγματι ενήργησε μετά ζέσεως. Τό δέ Στρατοδικείον
σ κ ε φ θ έ ν κατά τόν νόμον, ι δ ό ν τα άρθρα—δέν ενθυμούμαι
ιτςΐα, — ώ ! εάν εβλεπε και την αίματηράν σκηνήν τής έσχά¬
ρας— άκοΰσαν. . . διεξελθον την δ'.κ;γραφίαν, ά-ε^ά-
σισε μετά έπτά μηνων πολυστε'νακτον προφυλάκισιν νά μέ κη-
ΚΟΚΖΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΪ
ρύξηάθώον! 'Σ πολλά 'τη Ι Κΐ' αύτό μεγάλη τού κα¬
λωσύνη !
Καί ό πόλεμος; ό φόρος τοΰ αί'ματος;
Ειχον άναβληθ·ή έπ' άόριστον.
"Εκτοτε επέρασαν πέντε «ερίπου Ιτη, χώρίς ό'μως νά μ'ου
περάσουν καί οί ρϊυματισμΐί, παρέμειναν δέ μόνον αί άναμνή-
σεις κα'ι τα Γχνη των επί τοΰ κρανίου μου ούλων τής έσχάρας.
Πρό ολίγων ημερών μέ εκάλεσε πάλιν ή πατρί; είς τα δ'πλα
διϊ τόν φόρον τού αί'ματος.
Εύρίσκω τόν βουλευτήν μας:
— Σέ παρακαλώ νά ενεργήσας νά έξαιρεθώ' τώρα ύπάρχει
«ραγματικός λόγο; έξαιρέσεως. Μέ καλοΰν διά τόν φόρον τοδ
αί'ματος ένώ έγώ «πό την πρώτη έπιστρϊτεία μέ κατήντησαν
όλως διόλου άναιμικόν ! . . .
Αθηναι, τυ· 29 Σε~εμ6ρ!ου, 1885
Όδυσσεύς Θερμοκέφαλος.
το άχριβες τής άττιγραφής.
ΓΕΑΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΤΗΝΙΑΣ
ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΑΠΕΛΠΙΣΤΙΚΗ ΜΕΧΡΙ ΤΡΕΛΛΑΪ
(Κατά- τό ποίημα « Πρό τής Παναγίας » τοϋ κυρίου
Άχιλ. Παρ^σχου).
Α'.
Άΐϊδ τού" Ατμοπλοίου ίν -ιθΐ άνυπάοχτιιι λιμι'νι τ||ς Τήνου.
Στή 'ξακουστή σου ερχομαι κχί πάλι εκκλησία
Νά ΐδώ τοϋ κόσμου τούς τρελλοΰς, καλή μου ΙΙαναγία.
Άλλά. . . φουοκόν* ή θάλασσα, τα κΰματ' άγριεύουν
Καί νά μας πνίξουνε Ιμπρός 'στή χάρι σου γυρεΰουν.
Άχ ! πρόφθασε, ή ε'ικόνα σου τό θαΰμά της άς κάνη ,
Μή τύχ·/) καί φουντάρωμε έδώ είς τό λιμάνι !
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΪ
Β'.
ΈιΛ τϊ[ς Αποίαβρας ως ιχ βα..ίΐατα;.
Έδγήκα Ιςω μούτκευμα, χρυσή μο.> Παναγία,
Λυω;α.ένος άπ' τόν τρόμο μου καί τή ψυχρολουσία.
Τί θόρυδος ' κα'; τί βοή ' Λυπήσου Δέσποινα μονι!
Έχασα τό μταοϋλο μου. . . 'πανε τα πράγματά μου.
Μ' άπό τα χέρία σώσέ με έδώ ενός βαρκάρτ,
Ποΰ τό 'χο-ικάμισο ζητεί γχά ναϋλο νά μοΰ πάρη !
Γ'·
Έ. τί] Α£θ> 5ι& μΐσου τοΐ ιτληθους·
Άχ ' Παναγίά μου ή χάρι σο^ έδώ άς με γλυτωσν)
Τ' άίθρωΐΐ3στοι'6αγμα αΰτό κοντεύει νά με λυώση.
Κο,ιτβοί, στραδοί, κουλοί, ζουρλεί, μοϋ πέρνο.ινε τ' α!ιτχά μου !
Νά, νά, μέ έξενΰχϊασαν! . . . Θά χάυω τα μυαλά μοο '. .
Βοηθεία ! . . μέ πλαλό;οϋνε κασέλλαις, ροΰχα, μπόγοι. . .
Καΐ μ,έσ' 'στή σύγχυσι αυτή μου κλε6ουν τό 'ρωλόγι ! . .
ΡΑΨ9ΔΙΑ. Α'.
Εί; τ& χίρια τωκ ίκιτροΐϊ«ν τβϋ *αοσ
Αχ ! Παναγ;ά μου τίσα θαΰματά σου κάνεις,
Κολλοίς χοδάρϊα, χέρχα, μύταις των άνθρώπων.
Μά τό καλλίτερο σου θαϋ,λα μην ξεχάντ,ς,
Κόφε τα χέρϊα κα'ι τα δυό των Επιτροπών,
Ριατί, νάξέρης! μί 'μισό αν με£νουν χέρι,
Στό λέω παστρικά, δέν σε σϋμφέρει!.. .
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΡΑΨζϊΔΙΑ Ε'.
ΈιΛ τοΒ Ατμοπλοίου Λΐϊοπλίοντος τϊ{ς Τήνοίι.
Φεΰγω 'γδυμένο;, νηστικός, μέ τό ψυχή στό στόμα!
Θαϋμα, πώς δέν τρελλάθηκα μοΰ φαίνεται άκόμα!
ΚΓ' αϋτό καλό ! Σ' εύγνωμονώ λοιπόν τό κάτω-κάτω
Καί.. .Δέσποινα μου, Ιχε γειά! αάιϋο (ϊβΐ ρ388ειΙο!
Σέ έξορκίζω, Παναγχά, κα'ι σκλάδοςσου νά γίνω,
Άξίωσέ μ' άλλη φορά νά ... μην έλθώ στή Τήνο !!
Μάρτιον 25.
Σατανάς
ΚΟΝΙΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
Η ΠΝΎΞ και ο ΚΥΡΙΟΣ ΤΟΤΟΜΗΣ
Κωμψδία ραντ«στι*οτρ«γι*ή.
Δημοϊθενηϊ, Περικληγ, Αισχινηε
έχ τοΰ άρχαίου κόσμον.
Ο Κ. ΚθΝΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ Ο Κ. ΤθΤΟΜΗΣ
έχ τού νεώτερον κόσμον.
ο Πλούτον και ο Χαρων
έχ τον νποχβονίον κόσμον.
Ή ττρώτη καί τελευταία σκηνή έν τφ Άδη. Αί δέ λοιπαί
σύγχρονοι έν Άθήναιο
ΣΚΗΝΗ Α'.
[Έν τω "Αδγι· Τα ζοφερά βασίλεια τοΰ Πλούτωνος. Μαχρόθεν
φαίνεται ή Άχερονο-ϊα λ'μνη καί τα ΰδατα τής Στυγός. Άντι-
παρέρχονται ώς φάσματα αί ψ'-ιχαϊ των νεκρών. Άπωτερω ό
Χάρων δΊαπορθμεύων νεχροΰς επί μέλανος άκατίου, άποβιοάζει
είς την ένδοτέραν ίίχθην καΐ τόν χ. Κοντόπουλον.]
ΧΑΡΩΝ πρός τον χ. Κοντόπονλον.
Άπόδος, ώ κατάρατε, τα χορθμεΐα !
Ο Κ. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ
Σοϋ ε'πα, κυριε, ότι δέν μοΰ έμεινε λεπτόν. Έδαπάνησα καί
τον Ισχατον οβολόν είς τάς δημοσιευσεις στηλιτεΰων την πρός
τα άρχαΐα ασέβειαν των σημερινών Άθ/;ναίων.
ΧΑΡΟΝ
'Αε'ι μέν, μάλιστα δέ νυν, εϋκαιρον ειπείν δ'τι οί νεώτεροι
ΓΈΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΆβηναΊΌι κατέρχεσθε ές'Αδου άπένταροι.Άρτι έτερος Άθη-
ναϊος ήτιατο απορίαν κερμάτων, διετελεσε γάρ, Ιφη, μέτοχος
τής «Κωπαΐδος» καί τοΰ «Άρχαγγίλου».. ..
[Προσέρχονται αί ψυχαί τοϋ Περιχλέου;, τοΰ Αΐσχίνους, τοϋ Δη-
μοσθένους καΐ των άρχαίων «ρογόνων.]
ΠΕΡΙΚΛΗΣ κρός τον χ. Κοντ&πουλον.
"Ηκουσα τό όνομα των Αθηνών. Εκείθεν κατέρχεσαι;
Ο Κ. ΚΟΝΤΟΠΟΪΛΟΣ
Μάλιστα ! Άλλ' οί νεώτεροι Άθηναΐοι τ:αρε^ρΙίΊψΛ/. Μετέ-
6αλον τον ναόν τοΰ Θησέως είς άπόπατον" έκ των μαρμ.άρων
τοΰ Παρθενώνος κατασκευάζουν ούρητήρια καί μέγαρα" ΰπονο-
μεύθ-ιν τόν Λυκαδητόν καί λιθοτομοΰν τα μνημεϊα τής αρχαιό¬
τητος. Διεμαρτυρήθη** κατά τής άσεδείας καί μέ είπον τρελλόν.
Άλλ' οταν είδον ότι μεταδάλλουν είς άσδέστην την Πνύκα,
άπηλπίσθην, άηδίασα, έ'λαδον εν ρ'εδόλδϊρ, ηύτοκτόνησα διά νά
μή βλέπω πλέον την ίεροσυλίαν. Καί ιδού, κΰριοι, χωρίς λεπτόν
καί χωρίς έλπίδα κατήλθον έδώ νεκρός μετά νεκρών.
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ώσύ έμδρόντητος.
Τί λέγεις, άγαθί; Έξορώττονισι την Πνύκα ; Μή παρα-
φρονεΐς ;
ΑΙΣΧΙΝΗΣ ώσει χερβυν&πληχτος.
Εΰφήμει! τοιαύτην καθ" ημών υβριν οί άπόγονοι!
ΠΕΡΙΚΛΗΣ ώσεΐ ένεός.
Καί βεδηλοϋσι τα μάρμαρα τής Άκροπόλεως; Μαίνονται
λοιπόν οί Άθηναΐοι άνωθι επι τής γής ;
Ο Κ. ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΣ
Δέν ήξεΰρω τί κάμνουν. Ήξεύρω μόνον ότι Ιχουν ύπουργούς
τον κ. Ζυγομαλαν καί τόν κ. Παπαμιχαλόπουλον.
ΠΕΡΙΚΛΗΕ
Δημόσθενες, άνερχίμεθα έκ νίου είς τή) ζωήν; Θέλω νά
ΚΟΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΪ
εχισχεΐθώ τό άστυ τής Παλλάϊος. Δίν άκουεις ότι εξέδραμον
σατράπαι έκ τής Περσίας;
ΑΙΣΧΙΝΗΣ πρός τον
Αδύνατον ! Νεκρΐί τίνες νεήλυδες, οίκοΰντες προ μικροΰ
εν Αθήναις παρά τό αρχαίον Δίπυλον, είπον μοί χθές κατελ-
θόντες ενταύθα ότι ό λοιμός, ύφ* ου άπέθανες Περίκλεις, λ1--
μαίνεται ετι τάς Αθήνας.
ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Άς άποθάνω δ'ις υπό τοΰ λοιμοθ! Έλθετε καν νά περισώ-
σωμεν την Πνύκα.
ΑΗΜΟΣΘΕΝΗΣ ΚΑΙ ΑΙΕΧΙΝΗε
"Αγωμεν 1 Ό ψυχοπομπός Έρμής ϊέν θ' άρνη^Τ) νά οδη¬
γήση ημάς είς Αθήνας !
[Άφανίζονται πάντες είς τό χάος τοϋ "Α8ου. Ό κ. Κοντόπουλος
χινεΓ περιλύπως την κεφαλήν ε'ις έκφρασιν οΐχχον καί συγχέε-
ται είτα μετά των ψυχών χωρών είς το βάθος.]
ΣΚΗΝΗΒ'.
[Έν'Αθήναις. Ό Δημο,θένης καί ό Αίσχίνης άνέρχονται διά τής
ιΐλατειας τού Θησειου την όπισθεν τής Άκροπόλεως οδόν περι-
εργαζίμενοι τα πέριξ μετ' εκπλήξεως. Ασθμαίνων καί βαθέως
αναπνεων ίσταται δ
ΔΗΜΟΙΘΕΝΗΣ
( Βαίαί! Είνε λοιπόν χοΐρος αύτός ό νεώτερος πολιτισμός
αφου κυλιεται τρέφεται καί ζή 8ιά τοϋ βαρβάρου ; ΜικροΟ 8εΤν
απέθανον εξ ασφυξία;. Γ Γ
ΑΙΣΧΙΝΗΐ:
Φοδοϋμαί μή Ό αλ^παίγμων Έρμής άπεπλάνητεν ήμ5?ς είς
την χώραν των Κάφρων.
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦ1ΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
δημοεθενησ ιτεριβάλλων δι' έταστιχοϋ
βλέμμ,ατος ττν πόλιν.
Δέν βλέπω ή απέραντον άπόπατον πρό εμού. Περίεργον Ι
Ειχον μάθει ότι ήρκει πρός τουτο ή «Νέα Άγορά».
ΑΙΕΧΙΝΗΣ
Τίς οίδεν ! Έκτοτε μετεδλήθη ό κόσμος. Ίσως ή ε!ιγλωτ-
τία σήμερον 8 ι α ρ ρ έ ε ι έκ των όπισθεν....
ΣΚΗΝΗ Γ.
[Φαίνεται κατερχομενος τής Άκροΐϊόλεως 6 Περικλής σύνοφρυς.]
ΔΗΜΟΧΘΕΝΗΕ
Τί καινόν, Περίκλεις ;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Είδον βέδηλον άΐτον άποξέοντα τάς γλυΐάς τοΰ Παρθενώ-
νος. Εζήτει νά μοί πωλήση τεμάχια γλυπτων λίθων άντί μνας.
ΑΙΕΧΙΝΗΣ
Κα'ι δέν κατεκρήμνισας αΰτΐν κατά των βράχων ;
ΠΕΡΙΚΛΗΧ
"Οχι, διότι ήτο στενός ΐίλος τοϋ έφόρου των άρχαιοτήτων.
ΔΗΜΟΧΘΕΝΗΕ
"Εμαθες κίν τό δνομα τού συλοΰντος την Πνΰκα ημών;
ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Γραώδης νεανίσκος, όν ηρώτησα, μοί είπεν ότι καλείται
τομεύς, λατόμος, τοτόμης, δέν ένθυμ,οΰμαι καλώς.
ΑΐεΧΙΝΗΣ
Εύγε! τό όνομα άντάξιον τής πράςεως.
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ
Είνε έθ,λην λοιπόν ; ΤΩ Ζεΰ καί Άπολλον! Έγώ ένόμιζον
ό'τι ήτο ΓΙέρση: η Λυϊός.
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
ΠΕΡΙΚΛΗΣ
Γηγενής, εΰπατρίδης Άθηναΐος !
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ
Ή νεβρά γραΰς έψεΰσθη σοι, Περίκλεις. ΑΰΥος ό τ ο μ ε υ ς
άνήρ έκ τοΰ δήμου Ι Εύφήμει!
ΠΕΡΙΚΛΗΣ στρέφων πίθ εαυτόν χαι
τεΐνων τό ούς.
Σιγή Ι άχοΰω κρότον ϋπόγειον. Βαίνωμεν. "Ισως συλλάδω-
μεν τόν συλητήν.
[Προχωροϋσι πάντες εις το βάθος.]
ΣΚΗΝΗ Δ'.
[Ακούονται ύπίκωφοι γδΌΰποι. Ό κύριος Τοτόμης δι* εΰμεγέθο1·^
μοχλοϋ εξορύττει λίίους έκ τής Ννυχος ούς μεταφέρει έπ' ώμων
καί ρίπτει έγγΰς πεπυρακτωμένων άσβεστοκαμινων. Πλττ|σιά-
ζουσι πάντες ό>κ?ω τώ ποδΐ. Ό Δημοσθένης συλλαμβάνει άφνω
έχ τοϋ ώτος τ!>ν κύριον Τοτόμην, όστις άνατινάσσεται εντρομος.]
ΤΟΤΟΜΗΕ
ΑΓ! Άοι! ώ ω ω ! Βοηθεία ! . . Λωποδΰται;, κλέφταις!. .
Βοηθεία!...
ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ
Οίμώςεις, κέπφε ! Τί —οιεΤς ενταύθα ; Σύ λοιχ;ν είσαι ό
λατόμος τής Πνιικός;
ΤΟΤΟΜΗΕ συνερχ6μ.ενθς βαθμηίόν
Βέδηος ! τοϋ λόγου μου είμαι ό Τοτδμης, άμ' πώς Οαρ-
ρεύεις δα!
ΠΕΡΙΚΛΗΕ πρός τοΰς αλλους.
Φθέγγεται έλληνιστ'ι ή μή ό Ξέρξης κατίκτησε τάς Αθή¬
νας ;
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
λΙΣΧΙΝΗΣ
"Ακΐυσον, ώ 'γαθέ ! Δέν άγορεύουσι πλέον οί ρήτορες ήμδν
των επιγενεστέρων άχό τοΰ άθανάτου τούτου βήματος;
ΔΗΜΟΕΘΕΚΗΣ
Άφ' ου εκηρύχθη τό ευαγγέλιον τής δημοκρατίας καί τής
ελευθερίας των λαών . . .
ΤΟΤΟΜΗΕ
Βρέ, χριστιανοί μου, ξεφορτωθήτέ μου νά συχωρεθΐΰν τα χε-
θαμμένα σας, κ' Ιγώ έγγλέζικα δέν καταλαδαίνω. ( Σταυροχο-
πούμ,ενος) 'Πίσω μου σ' Ιχω Σατανα!
Συλεΐς τό δφθιτον σέμνωμα τής δόξης ημών....
ΑΙΣΧΙΝΗΣ
Καταστρέφεις τόν βράχον αυτόν, όστις άντηχεϊ άκόμη είς
τούς αίώνας την αρχαίαν ευκλειαν. . .
ΔΗΜΟΕΘΕΝΗΕ
Δέν τρέμεις μή οί Όλΰμπιοι καταρρίψωσιν επί σοδ τοΰς κε-
ραυνούς....
τοτομησ:
Βρέ, άϊντε νά κουρεύεσθε άπ' έδώ, τενεκέδες, πίϋ θά κοροϊ-
δεΰΐετε σεΤς Ιμένα ! Όρίστε μοϋτρα ! Έδώ, κοτζαμ ε'ρηνοδί-
κης Ι6γαλε άπόφασι γΐά τό νταμάρι αΰτό, χοΰ είνε ίδιοκτησία
μου, κα'ι κοτζαμ Δήμαρχος καί ύπουργός δέν μΐΰπανε γρΰ, κα'ι
ήρθϊτε σεΤς, διαόλου μπαγαπόντιδες, νά μοϋ κάμετε τάχατες
τόν καμχόσο. "Ελα ! μάρς ! νά μή πάρω τή μαναβέλλα.
ΠΕΡΙΚΛΗΕ
ΆγνοεΤς την αξίαν τοΰ μνημείου τούτου ;
τοτομηε
Τί αξίαν, ρέ γαΐϊΐΰρι! Έδώ ιτρώτα Ιρριχνε ή Δημαρχία
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
τα ψοφήμΐα καΐ τα σκΐυπίϊια. Πέτραις είνε καί τίίς κάνω
άσβέστη.
ΠΕΗΚΛΗΣ
Ι Ιέτρα εΓσαι σίι δι" άσδέστην χρήσιμος. Βοηθεϊτέ" με, άνδρες.
[Ό Περικλής, ί Δημοσθένης καί δ Αίσχίνης δένουσι διά των ζώ-
στρων των τόν κύριον Τοτίμην καί τον ρΐπτουσιν όλολύζοντα εν-
τϊς της φλεγούσης καμίνου·]
"Αγωμεν ές "Αδ:υ νυν. Άλλ' ϊΰδέ θέλω ποτέ άνέλθτ; είς
τό βάρβαρ:ν άΐτυ των Αθηνών.
ΔΗΜΟΣΘΕΚΗΣ
"Αγωμεν' θά πίω ΰ'ϊωρ τής λήθι;ς όπως μή άναμιμνήσκω-
μαι των νυν Αθηνών.
ΑΙΕΧΙΝΗΕ
Έρρετωσαν τοιαύται Αθήναι μετά τοιούτων Άθηναίων.
Βαίνωμεν.
('-Αφανίζονται πάντες είς τί) σκότος1.
5ΚΗΝΗ Ε'.
[Ή σκηνή έν τω "Αδν). Τα πλήίη των νεκρων συνωστίζονταί
προ τής πύλης έρωτώντα τοΰς Περικλήν, ΑΊσνΐνην καί Δημο-
σθένην. Φάσματα καί σχιαί περιπολούσιν ι'ις τό βάβος. Μετα
μικρόν ακούεται ύποχθίνιος δονισμος καί φαίνίται μακρόθεν 6
Έρμής έδηγών την ψυχήν τοϋ Τοτόμη τσιτσιρίζουσαν ετι έκ
των φλογών τής καμίνου.]
ΕΡΜΗΕ
Παραδίδω είς τό βασίλαον χοθ "Αδου τόν λατόμ:ν τής
ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ πάντες έν άλαλαγμω
Δέν θέλομεν αυτόν μεταϊύ ημών. Άπάγαγε αυτόν, Έρμή,
μακράν είς τάς άδΰσσους.
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
(Άναφαίνεται αίφνης φρικαλέος την ό*ψιν ό
ΠΛΟΥΤΟΝ πρός τόν Ερμήν
Οί νϊκροί έξανίστανται δικαίως. Όδήγησον τόν Τοτόμην
είς τα Τάρταρα.
[Άνοίγεται άβυσσος φρί'Ίης καί σκότο^ς. Ό Έρμής περιστρέ;ρων
τ'ον Τοτόμην δίκην σΐιενδόνης διά της δεξιας έκτινάσσει αυτόν
εις τα Τάρταρα. . . .]
ι, Άπ(ίΛιο: 1885.
Σατανάς
ΚΟΝΕΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
Κηπευταϊ ονάχανθαι.
ΑΤΤΙΚΟΙ ΚΩΜΟΙ
Όλι'γον ένδιαφερδμεθα περί τής ίστορίας των κωμών άρκεϊ
δτι αυτή ή λέξις, άπαλλάσσουσα ήμα; τήςκατά τό σύνηθεςέξελ-
1Ο8
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ληνίσεως τής ΒβΐτβΠΕάβ είς α ε ρ ε ν ά δ α ν, μας διαβεβαιοί εξ
άλλου ότι καί οί πολυθρύλλητοι πρόγονοί μας έξελαρυγγίζοντο
επίσης υπο τα παράθυρα χροσφιλών ύπάρςεων, άναμένοντες, ούχι
βεβαίως τό δειλόν ά'νοιγμα τοΰ παραθΰρου η την καταδάμασιν τής
σκληρότητος Εΰας τινος, άλλ' άπλοΰστατα τό ά'νοιγμα τής θύ¬
ρας καί την δεξίωσιν αυτών χαρ'άβροσάρκου Λαίδος. Ά! ήσαν
πρακτικοί άνθρωποι οί μακαρΤται έκεΤνοι. Κεκορεσμένΐι άπό δα-
ψιλοϋς συμπόσιον καί πλήρη καπνών έχοντες την κεφαλήν άπό
τοϋ άθανάτου έπΐϋ τής σταφυλής, έξεδίδοντο καθ" όμάδας είς
τάς όδούς καί διέτρεχον τάς συνοικίας καί έ'μελπον υπό τα παρά¬
θυρα των φιλτάτων. Καί δέν άναφέρουσι μέν τα σεμνά ίστορή-
ματα τόν σκανδαλισμόν των ζ/)λοτυπων συζΰγων, την επανά¬
στασιν των δεσποινών καί των παιδισκών, ουδέ τους άμΐιβόλους
κατακλυσμους επί τής κεφαλής των κανταδόρων, ουδέ την
γ κ ρ ί ν ΐα των εχόντων ανάγκην ύ'πνου καί αναπαύσεως, άλλ'
ουδείς άπαγορεΰει ημίν νά φαντασθώμεν πάντα ταυτα έν τοίς κω-
μικωτέροις έπεισοδί;ις. Δέν βλέπομεν έν τούτοις την ανάγκην νά
παρακολουθήσωμεν την ιστορίαν των κωμών, ουδέ νοοϋμεν τί
ένδ'.αφερει τόν άνεκτικον άναγνώστην ή ϊστορία των αρχαίων κω-
μαστών ή των άθανάτων τροβα δοΰρων, των περιφήμων αί¬
φνης νϊάίΐ, των ΒβΓΐΓΒΐκΙ άβ ΒθΓηβ, των ϋαηϊβΐ κα'ι τόσων άλ-
λων άφεντανθροίπων, οίτινες κατώρθωσαν ν'άπαθανατί-
σωσι τα όνόματά των, διατρέχίντες την Φλωρεντίαν, την Το-
λούζην, τό Αίξ, την Προβηγγίαν καί άπό πύργου είς πύργον
ψάλλοντες τόν Ιρωτα καί τόν ίπποτισμόν. Δέν άγαπώμ,εν, μά
τόν κ. Παππαρηγόπουλον, τάς ανασκαφάς τής ίστιρίας' άλλως
τί μέλλει ημίν περΐ των χαρελθόντων; Δύναται ή Σαπφώ νά
ψάλλη ό'σω θέλει:
Δίδυκέ μέν ά Σελάνα
Κα'ι Πλειάοες μέσαι θε
Νύκτεί..........
καί δύναται νά συνθέτγ) όσας δήποτε δβττβηαάβδ ό ΒεΓ/όβεν, ή
ό Μόζαρ έν τω Δόν Ζ ο υ ά ν τού, άλλ' Ιχομεν καί ημείς σή¬
μερον κα'ι άντηχεΐ άνά τάς όδούς τοΰ ά'στεως τό :
1Ο9
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΕΚΟΚΟΪ
Σαν ίεν ήξευρε; να βρίστκ μακαρόνια
Όπλα ! ο'πλα 1 !
Τί χον ηθελες χον άν5ρα χωρίς δίντια
Όπλα ! ίπλα ! !
ή τό περιπαθέστερον :
Έσί) κοιμάσαι 'ςτή χουνουπιέρα
Κ' ίγώ γυρίζω νύκτα χα μερά,
Ινθα ό τρυ?ερ;ς κωμαστής, μετά ώριμον σκέψιν, κρίνει φρόνιμον
να παραληφθή κμ αΐτος ΰ-ό τ' α'ραχνοϋφή χαραπετάσματα παρ-
θενικής κλίνης, άντ! νά περιφέρειαι τουρτουρίζων έν τί)
οδώ.
* *
Την φύσιν των παρ* ήμϊν κωμών καί των κ ω μ α σ τ ώ ν
ουδείς βεβαίως «γνίεΤ. Έν τούτοις θά ^το άναγκαία μικρά τις
διακρισις. Πρόκειται πρώτον περί των εύθύμων έκείνων άνθρώ-
πων, οΓτινες κατό™ μακαρίου πότου έν όπογείφ οίνοπωλείφ,
διατρέχουσι τας 02ους συμπεπλεγμένοι χαριέντως,' παραπαι'-.ντες
και ωρ^3μ5νοι, χωρίς νά διανοηθώΐι νά σταματήσωσιν υπό τα
«αραβϋρα σ κ λ η ρ « ς τινος, διότι θά έδ^σκολεύοντο καί τής ιδίας
των οικίας τα παράθϋρα ν' άνεύρω-ι, καί των άλλων ε-ειτα των
χομψώί πολλάκις έρωτολήπτων, των τρυφερών φοιτητών, των
οποίων αί Αθήναι συνήθως κλέ^τουσι την καρδίαν καί έκμυζώσι
τον εγκέφαλον, χαρίζΐυσαι είς αυτού; άντί τ:ύ:ων εν διδακτο:ικον
δίχλωμα, η τίτλον ίσοβίου τεΛειοίΟίΤου. Οί πρώτοι άφ'ου σπεί-
σω-ι τω Ββκχω καί έγκυκλοφορήσωσιν είς τάς φλέδας των τϊν
θεσπεσιον ρ^τινίτην, έκχύνονται εδθυμοι άνά τάς συνοικίας καί
συμπΛεγδην διατρέχοντες τάς όδούς ώ:ύονται άγρίως καί αί &-
ναρθροι αυτών φωναί συνέρχονται ένίοτε καί σχηματίζονται είς
ακανονιστον ?σμα, ίνα κ«αλήξω,, -/.αί πάλιν είς'άνάρθρους έπι-
φωνηΐεις, παρακεΑεύΐεις, στεναγμού,-, βρ,χηθμού;, βήχας, άπο-
χρ-μνεις και την λοιπήν συναυλίαν των άηδών έκείνων ήχων,
των εκφαινοντων τας ποικ(λωτέρας έπαναστάσεις τοϋ νευρικοϋ
11Ο Ι
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
συστήματος. Οί δε,ιτεροι πάλιν, άφ'ου έρωτολογήσωσι καθ* όληδ
τή; ήμ'ραν έν τον; καφφ:νείΐις η το'ς κον σαΛέοις θρακοις τον
Πανε~ιστημ ο.), άϊ'ο' έξοα,ολογηθώσιν άλλήλο ς τη/ σκληρό-
τητα τής μ ε λ α γ χ ρ ο ι ν ή ς έκε νη; ή τής γ α Λ α ν ο μ μ α τ α ς,
τής ούλοτριχου ξανθής ή τής εχούσας έδένινον την κ;μην, σ,,,χ-
Φωνοϋσιν ε'τα, χαραλαμδάνουΐι μίαν κθάραν ο είς καί εν βιβ¬
λίον ό αλλος, κατά το·
"Επαρ8 σύ τή λύρα νού
Κ' β^ω τον ταμπουρά μου..
κα! πορεόονται ου'τω, νήΐοντες συνήθως καί μελαγχολικθ' υπο
τα παραθ^α -ρώτον τή. μιας, ένθα ό ένδιαΐερομενος ν;ανιας
λαμίαν; την δραματικωτ:ραν στάσιν υπο τη> σελη/ην ή δίδει
τον περ ταθέστερο ι τόνο ι εις τη ι οωνήν τού, έν ώ οί αλλοι βοη-
θΐΰΐΐ —ερίεργοι ι; γελωσ Λαθ 'ζαυτο^ζ δια τ-ί πάθη τοΰ συνα-
δέλΦου των. Τότε ακοϋ-ται έν£;τε τριγμΐς παραθύρίυ ανο γ:μέ-
νου, σημε"ον ότι άκοοει ΐπισθεν αύτο3 ή κόρη των όν^ιρων το.ι
δυ^τ^χοΰς έραστοΰ, ί; πρΐβαλλει αύθαϊώς γηραιά μϊρφη, έν
τίί άνΐλ.στέρα άτημελησ'α, ζητοΰΐα ν' αναγνωρίση τινά των αΰ-
θαϊών κωμαστών, ή χρακτΐλωτερον καοος διαφόρων χί;μικών -νώ
σ_ω; κε/οΰται έτι τάς ~υρ-σσο^ας /εανικ/ς κεΐαλα; Ούτως
άπηλπισΛένοι ή εύελπ'δ.ς, μ:λαγχο/ικ:ί ή σοβαροί βεβρεγ.ιέ'-
νοι υπό κατακλυυμού άηδώ> ϋγρών ή βεβρεγμίνοι έν τοΰ
φοδου, καταλε'πουσ'ν θ' κωμασταιτό ε; πεζοδρόμιον ϊιάνάμετα-
βώσ'ν :ΐς τό άλλο καί διαλυθώσι /ατόπιν, μακαρ'ζΐντ:ς τον εύ-
τυ/έ'ττερον κα' άποδιδο'τες τ; άτ^ημα ί'ι άτυχεστεροι ε'ς τό α-
χόρδ'στιν τής κιθάρας ή τη; νωθρΐτητα τοΰ βαρ,ιτόνυ ή τοΰύ^ι-
φώνοο έκ τής ~αρ ε α ς.
Και έν τούτοις πόσω ϊιάφορο' ε;νε αί έντοπώσεις τάς ί-θ''ας
χροξενο3ΐι; αί κορ.>βαντιώδεις οίμωγαί, ή τα μ:λαγχολΐΛά τα^τα
ασματα, τα δ'αταρασσοντα την σ'ω^ήν τήςν^τός καί διαταραΐ-
σοντα τάς σκέψε'ς τοθ έ; άυπηα κατακειμςνου επί τής κλ'νης
το^, ι; τον υπ^ον τοΰ άρρώΐτςυ, όστις μολις κατώρθωσε να κλείση
ΚΩΝΖΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
τα βεβαρυμένα βλέφαρά τού, ή τα παρηγοροϋντα τόν άνιώντα έν
τ-ξ μονώσει τοϋ δωματίου τού καί ττ) πεζότητι τή; μελέτης,
τ' άναγεννώντα δυσαρέστους ή εύαρέστους άναμνήσεις, τα συγ-
κινοΰντα την τρυφεράν χαρθένον, τ' άναμιμνήσκοντα στιγμάς
I-
ρωτος είς τόν ϋποπίλιον γέροντα, τ' άφυπνίζοντα κοιμηθέντα Ιν-
στικτα έν τω άποκλήρω των ήδονών, τα ύπομ'.μνήσκοντα επί
τέλους την τυρβαζουσαν ζωήν έν τνί θανατώδει σιγί) τής νυκτός.
' Εξηπλωμένος έν τί) κλίνϊ), υπό τό θάλπος των χειμερινών κα-
λυμμάτων μου κα'ι έν τώ μυστηριώδει σκιόφωτι τοΰ κανδυλίου
μου ήκουσα πάντοτε υπό διαφόρους έντυπώσεις τούς νυκτίους κώ-
μους. Καί άλλοτε μέν άοΊαφίρως Ιστρεψα επι τό αντίθετον πλευ¬
ρόν ■ άλλοτε έδλασφήμισα τούς έπαναφέροντάς με είς την έγρή-
γορσιν κα'ι την αίσθησιν των ά/ηλεών δηγμάτων των κωνώπων,
και άλλοτε πάλιν έπρόβαλα την κεφαλήν έκ των καλυμμάτων
καί ετεινα τό ούς πρ;ς την περητάθειαν των τόνων καί έδαυκα-
λίσθην υπό των ύγρών ή"χων τής κιθάρας καί άνεπόλησα εΰδαί-
μονας χρόνους καί ίρωτχς. Άλλοτε είς ηχΐς μ:ί άνέμνησε φαι-
ϊράν τίνα εποχήν, άλλοτε εν αΐμα μ.οί άνέμ,νησε λησμ;νηθεϊσαν
φίλην, άπό των χειλέων τής οποίας τό είχον ακούση κατά πρώ¬
τον. Την ήδεΐαν ταύτην ήδονήν γνωρίζουσα ό'σοι την ησθάνθησαν,
—,ριέγραψε δέ αύτην τόσω τρυΐερώς ό ΜύΙΙβΓ έν τω Γερμα-
νικωτου "Ερωτι. Κα'ι ότε άπεμχκρύνοντο οί κωμασταί καί
διέλειπε κατά μικρόν τό ασμα, διετίθετο έν τρυφερω πάθει ή ψυχή
μου καί κλείων τοΰς οφθαλμούς προσεζάθουν νά συλλάβω έν τώ
σκότει τ' άχοπτάντα ΐνειρα τής εΰτυχίας. Πάντοτε ό'μως εί'τε κύ-
πτοντα επί τό βιβλίον, είτε έςηπλωμένον έπ'ι τής κλίνης μέ κα¬
τέλαβεν ό κώμος υπό τα παράθυρά μου, πάντοτε ήσθάνθην άηϊές
τι αΓσθημα. Έλησμόνουν τοϋς κωμαστάς καί μοί έφαίνοντο αΰ-
τόματο;, μακρόθεν ερχόμενοι οί ήχοι.
Άείχοτε ό'μως συνεπάθησα τούςεΰσυνειδήτους τούλάχιστΐν έκεί-
νους κωμαστάς, τ:ϋς μή έπαναστατοϋντας κατά των άκουστικών
νόμων, όσον άντεπάθησα τούς βρυχωμένους έχείνους κορύβαντας ή
τούς λαρυγγίζοντας ένύπερδολικω έρωτισμφΣατύρου;.Ούτως ήγά-
πησα πάντοτε τϊν συμπα6ή γρύλλον, τον άναδίδοντα τό άρμονι-
κώς μονότΐνον αύτοϋ άσμα έν ταΤς θερμαΐς νυξ'ι τοΰ πρΐσφιλοΰς
112
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Ιουλίου κα'ι έμίσησα καί άπηχθέβθην την άποκσίως λαρυγγίζου-
σαν γλαϋκα.
Αλλ' ΰπάρχουσιν έν τούτοις καί «νθρωχοι, γέρο-πες αύτοι
ιδίως, κατ' αρχήν καί άδιακρίτως τρέφοντες άδιάλλακτον μΐσος
πρός τοΰς κωμαστάς. Όχι διότι τό ασμα τοίς διαταράβσει την
μακαριότητα χαννυχίου ΰ'πνου, οχι διότι άποσπα αύτούς σοδαρων
μαθηματικων ΰπολογισμών, άχι διότι φοβοϋνται μή νοθευθϊ) άπο
των άσμάτων ή άγνεία των παρθενικήν όνείρων τής γ ε ρ ο ν τ ο-
κ ό ρ η ς των, όχι διότι φοβοΰνται παθολογικήν τίνα διέγερσιν τοΰ
νευρικοΰ συστήματος τής κυρίας ή τής υπηρετρίας των—πράγ-
ματα έπίφοδα διά την ηλικίαν των—όχι διότι τοίς έτάραξε τό
ούς ή κακοφωνία, άλλά διά τόν απλούστατον λόγον ότι μισοΰσι
τοΰς κωμαστάς. Ό μέγας Άγγλος κριτικός Η&ζΙίΙΙ δύναται νά
μας εξηγήση τό φαινόμενον τουτο, αύτός ό τίσω σοφώς γράψας
τΐερί τής τέρψεως τοϋ μισεΐν' ημείς έν τ:ΰτοις, εη 3ΐΙβη(33ηΙ, θέ¬
λομεν νά παραδεχθώμεν ότι ζηλοτυποΰσιν, ούχι βεβαίως τό τρυ-
φερόν ήμισυ των, άλλά τοΰς άναμιμνήσκοντας αΰτΐΐς χαιρεκά-
κως την άποπτασαν νεότητα. Τίς οίδε ! ΟΊ τοιούτοι συνήθως,
οσάκις άκοΰσωσιν υπό τα παράθυρά των τΌ προανάκρουσμα ν.ςΡ~
ϊιζομένης κιθάρας ή αϊσθανθώσι προσεγγίζον τό άσμα, αϊσθά-
νονται άσυνήθη ταραχήν. Βήχουσΐ, ξηροδήχουσιν, άνεγείρονται τής
κλίνης, τοποθετοϋσι τόν απαίσιον νυκτικόν σκοϋφόντων, κατορ-
θοιϊσι νά διαφύγωσιν ευσχήμως την παρά τό χλεορόν των αη5ώς
έξηχλωμένην καί ρογχαλίζουσαν σύζυγον, άνοίγΐυσι βιαίως τό
χαράθιιρ:ν κ,αί:
— Ντροπής, ντροπής, άλήθεια κι' ά-' άλήθεια, έκφωνοΰαι
βραχνθς. ΘαρρεΤτε πώς έχομε την όρεςί σας νά σας άκοΰμε νά
γχαρίζετε; Νισάφι πειά. Δέν άφίνετε άνθρωιιο νά κοιμηθτΐ. Μά
κο^χαστε κι' άλλη μ;ά φορά.....
—Μέσα, γέρω, μέσα.....
Βρο-χηδόν Ιρ-/ονται έκ των κάτω αί φωναί καί ό γέρων βλα-
σφημών κλείει έρμητικώς τό παράθυρον, διά ν'άκουσθτ^ παρά τής
τρυφερας συμδίας καί φαννί ούτω κηδόμενος τής τιμής τής οι¬
κογενείας τού. Αλλοίμονον δ' άν κα'ι είς τάς σπαρακτκώ;
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
κραυγάς τού δέν άφυπνίσθη ή συμδία. Έπανέρχεται είς την κλί-
νην θορ,ιδωδέστατα καί ό'ταν άφυπνισθί) έκείνη καί άνασύρη μη-
χανικώς επί τοϋ μετώπου τόν λιπαρόν κεφαλόδεσμον καί ερω¬
τήση περιπαθώς καί περίεργος επί τη έκτάκτω ζωηρότητι τοΰ
συζύγου:
— Τί είνε, άνδρα;
— Δέν άκοΰς γυναΤκα, ύπολαμδάνει ΙκεΤνος. Μδς ξεκοΰφα-
ναν οί χασομέριδες. Μά τούς έ'δωκα καί κατάλαβαν πθ,.ός εΐν'ό
Κωτταντής ό Ταμπάκης.
— "Ελα δα, πάντοτες ήσουνα ζηλιάρης, έπαναλαμβάνει έν
άηδεϊ έρωτοτρο-ία ή τρυφερά έςηκοντοΰτις καί οΰ'τως αί γερον-
τικαί τρυφερότητες άκολΐυθοΰσι την άπό των κωμών ανησυχίαν,
καθ" ήν στιγμήν ή μέν ϋπηρέτρια άπολαμβάνει των θωπειών τοΰ
προσφιλοΰς πυροσβεστου ή δέ δεσποινίς Ούρανία Ταμπάκη θρη-
νεΐ τόν άχοπεμφθέντα οικτρώς άνθυπολοχαγόν, τον τόσω περιπα-
θώς ψάλλοντα υπό τα χαράθυρά.της.
Ή φιλολογία των παρ' ημίν έχικωμίων άσμάτων δέν παρου-
σιάζει ολιγώτερα χαράδοξα. "Εάν έξαιρεσγ) τις χεριπαθεϊς τινάς
στροφάς των Παράσ/ων, τονισθείσας πρός κώμον, καί άσμάτιά
τίνα τοΰ Σολωμοϋ, τοΰ Τυπάλδου, τοΰ Βαλαωρίτου, καί δημ.ο-
τικά τίνα δίστιχα απαραμίλλου χάριτος, εύφυία; καί γλυκύτητος
—άτινα ατυχώς σπανίως ακούονται, τα λοιπά έπικώμ,ια ασματα
άποτελοϋνται έξ έζητημένων κα'ι κακοτεύκτων στιχαρίων, έν
τοίς όττοίοις διαβλέπει τις καί άηδή δι' έξελληνισμοϋ έκΐαύλισιν
γλυκυτάτων δημοτικών στίχων, συμφΐράν την οποίαν ϋ-έστησαν
κα'ι τα λυρικώτερα τεμάχια τού λυρικωτά:ου Έρωτοκρίτου. Τήι'
άηδία/ των στίχων τούτων μόλις καταπνίγει ή γλυκύτης τού
μέλους καί κατορδούμεν οϋ'τω ν'άκ;ύωμεν υπό τα χαράθυρά μας
ούχι καί μετά πΐλλής άηδία; στίχους, οί όποΐοι άπαγγελλόμενο;,
θα μας έτάρατΐον οΰ-/ί πλέον τα ώτα, άλλά καί τόν άτυχη" στό¬
μαχον. Δέν εχομεν την άςίωσιν ν' ακούωμεν είς την γλυκείαν
μουσικήν τού Μόζαρ τοΰς περιπαθεΐς στίχους τοΰ Λ1ίΐ·β(1 άβ
ΜαδΒβΙ :
114
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Κ^ρρβΐβ—Ιοϊ σ,υ&ηα. 8ου.81α ίϊοίο,β Ιβττβ
Μοη οοβυχ ΙΐΜββ ροαΓ Ιοτ^οαΐ'β
Κδρρβΐΐβ—Ιοϊ σ,ικιηα. 13 ίΙβιΐΓ
8ιιγ τηοη ΙοηιΙιβΕΐυ άουοβηιβηΐ β'ουνΐΊΓβ.
Τα ηβ ΐηβ νβττίΐδ ρΐιιβ ; ηααΐδ τηοη δτηβ ϊτητηοΐΊεΙΙβ
ΚβνίβηάΓ& ρτ-ββ άβ Ιοϊ :οπιΐηβ υηβ βοβιιγ ϊίάβΐβ.
Εοουτβ ά&ηβ 1α ηιιίΐ
ΙΙηβ νοΐχ ςαϊ ςβπιϊΐ:
ΚβρρβΗβ—Ιοί.
δέν εχομεν τοιαύτας άπαιτήσεις, άλλά, πρός θεοϋ! άςητοδ,ινα-
τόν ν' ακούωμεν καλοΰς στίχους, φρόνιμ,α ν:ήματα, είλικρινεστέ-
ρας όμοιοκαταληίςίας. Ή παρ' ημίν λυρική Χίίησις άφθίνεϊ είς
ώραίους καί περιπαθεστάτους στίχους δοκίμων πσιητών. Δέν είνε
δυνατόν οί στίχοι ούτοι ν' αντικαταστήσωσι ταμουσα συνονθΛεύ-
ματα, τα όποΤα άπαρτίζουσι παρ' ημίν την έπικώμιον ποίησιν ;
*
Θέλετε έν τούτοις, τελευτων την κωμ,ωλογίαν μου, νά σας
έξομολογη'ΐώ καί την άμαρτίαν μου ; Τί) άληθεία άρέσκομαι
βαυκαλιζόμενος έν τί) κλίντι μ;υ υπό τής γλυκύτητος νυκτίου
φτματος, άλλ' άγνοω διατί ή διατράνωσις τού Ιρωτο; ύζό τα
χαράθυρα, έστω καί διά περιπαβεττέρων άσμάτων, μοί φαί-
νεται ένέχουσά τι τό κωμ'.κόν. Άγνοω άν τό μονοτόνως εν
τί) νυκτί κροτοΰν βήμά μ:υ, υπό τα παράθυρα της έρωμέ/ης
μου, Ιίθασέ ποτε μ-έχρι τής γλυκείας κόρης καθ" ήν στιγμήν,
«γρυτΓ»5ϋσα κλίνη ρεμβή υπό τό φώς τής φβινούτης λαμπάδος
της επί βιβλίον τινός, ή ?χ/ι είς γλυν.ΰν ίίπνον τα καστανά ϊμ-
ματάτης, άλλά νομίζω ότι Ό βωδός έκεΐνος ήχ:ς, βωδό; ώς στε-
ναγμος άγωνιώτος, είνε ή ειλικρινεστέρα έν τ9, μυστικότητί της
καί μελωδικωτέρα Ββιτβηβάβ.
Ίουλίω 1885.
Πίτρο; Κ. Αποστολίδης.
κουετ. φ. εκοκου
ΕΠΙ ΤΩΐ ΘΑΝΑΤΩΐ ΤΗΣ ΛΙΛΗΣ.....
• Γχα 'ίες χαΐρι πον 'ίιάΛεΕεν δ χάρθζ τα, τηγ πάρη ! »
Μοϋ τρώγ' ή λύπη την χαρδιά χαί 8έν παρηγοροΰμαι ·
Ήμέρα- νύκτα πάντοτε παντοϋ σέ ένθυμοθμαι.
"Ο, ποΓος πόνος, τί χαυμος μαραίνει την ψυχή μου
Άπό την ώβα την πικρή, πού σ' εχασα, Λιλή μου Ι
Ό κόσμος είνε κόλασις, τα «άντα βλέπω μαΰρα·
Μέ πνίγουνε οί στεναγμοϊ χαΐ τής καρδίας ή λαύρα
Καϊ πάντα χάμνω, σάν τρελλή,
Γιά σέν' άγάϊτη μου Λιλή!
Β'.
Τή μαύρη μου τή συμοορά άχ, πώς νά λησμονήσω !
Τρελλαϊνομαι, ποϋ σ' εχασα, φοβοΰμαι δεν θά ζήσω·
"Άχ, τώρα πλέον εχασα τον ΰπνο μου γιά σένα !
Γυρίζω πάντοτε παντοϋ τα μίίτια δαχρυσμένα
Καΐ δέν σέ βλέπω πουθενά χαί δέν σ' αχούω, χρΤμα !
Αλλοίμονον, είς τό σκληρΌ βαρυκοιμάσαι μνήμα
Κ' ή λύπη μου είνε πολλή,
Χαριτωμένη μου Λιλή!
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Γ'.
Τί νοφοΰ πρωτοθυμηθώ χαι τί νά πρωτοχλάψω !
Δέν τώ "λπιζα δέν τέ "λεγα νά ζήσω νά σέ βάψω!
Σέ ενθυμούμαι κ' ή χαρδια μοϋ γίνεται χομμάτια.
Πότε καί ιτοΰ θα ξαναϊδω νά μαϋρα σου τα μ^τια,
Τί) εύμορφα σο» τό κορμί, τα κατσαρά μαλλιά σου,
Τα χάδια σου, τϊ-,ς τρέλλαις σου καί τα γλυκά φιλιά σου,
Καί νά χορεύ7|ς, σάν πουλί,
Άγαπημένη μου Λιλήΐ
—ν'.
5!έ ποίον νά 'πώ τόν πόνον μου, σέ ποιένε τόν Χαϋμο μου!
Μοΰ 'κρύωσβ;, μ' άρρώστησες κ' έχτίκιασες, χρυσό μου.
Δέν σ' έπροφβάσαν' οί γιατροί, έκάλπαζεν ή φθίσις'
ΕΊ; μάτην τα ίχδόρια χαΐ αί περιποιήσειςΐ
ΕΊ; μάτην τόσαι μου εϋχαΐ καί Ορήνοι χάθε ώρα'
Τοϋ τελευταίου χωρισμοϋ έσήμανεν ή ώρα·
Μέ χο 'στερνί σου τό φιλΐ
Μοΰ έξεψύχησες, Λιλή!
Ε'.
Είς τάφον, έρημον, μικρόν, προχθές έθρήνει τόσω
Τό δύσμοιρον σκυλόκι της ή βεία μου ή Φρίσω.
"Αχ, πόσον ητον ευμορφο καί πώς το αγχποθσε !
Γι' αύτό δέν 'ξεύρω χ' εγώ τί νά δώση ειμπορούσε !
Της 'πέθανε παρ»καιρα, τον πόνο πώς νά σβύσττ;;
"Ω, εΓθε πλέον δ θεος νά την παρηγορήσγι,
Γ^ατί 'μαρίζωσε
Γΐά την ώραία της Λιλή 1
// Σεπτέμβριον 1885.
ΤΙΜΩΝ
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
ΦΙΛΟΞΕΝΟΥΜΕΝΑ
Εζητήθη ή συνεργασία τοϋ καθηγητού κ. Μ*** διά τό άνά
χεΤρας γελοιογραφικον Ημερολόγιον.
^ Μά'ξεΰρεις, έγώ μόνον σπουϊαΤα γράφω, ένω 'σύ θέλεις
καπως γελοΤα...
τΙσα, ίσα. Διά νά ηνε γελοΐα χρέπει νά γράψης σοβαρά !
Ή σκηνή έν Αθήναις.
^ Ό μικρός Τοτός κλαίει καί ίδύρεται, διότι ίέν θέλει νά ϋ*άγη
εις τό σχολείον.
Ο πατήρ καί ό ϊιδάσκαλΐς προ—αθοΰν νά τόν πείσουν.
, ~ ?^' ποι^")ιί |*ο»» πρέπει νά μάδτ;ς γράμματα, γ;ατί χω-
ρις αυτα είνε χαΊένχς ζώον σήμερον. Τί έπάγγελμα θά κάμνις
χωριςγροτμματα; Ουτε χατ.ας δέν 'μπορεΤς νά γίννις !
Και όμικρός Τοτός κλαίων πάντοτε :
— Νά, θά γίνω δάσκαλος !...
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Πρόκειται χερ'ι τυποκλοπίας έν τώ χλημμελειοδικβίω Πατρών.
Οί κατηγοροΰμενοι ΐσχυρίζονται ότι δέν Ικλεψαν ξένην πνευμα¬
τικήν εργασίαν, διότι, λέγουν, τό άλφαδητάριον τοϋ κ. Σκορδίλη
8ίν είνε έργον διανοίας.
Καί δ κύ,ριος προεδρεΰων πρός τόν μηνυτήν:
— Είσθε βέδαιΐς ότι εν άπλοθν άλφαδητάριον είνε ι ρ γ ο ν
διανοίας;
— Είμαι βέδαιος, κΰριε πρόεδρε, δτι δέν είνε Ιργον κ ο ι λ ί α ς!
Ό κ. Άγαθέπουλος άίήκε το διδασκαλίαν τού έπάγγελμα
καί εγινε συνεργάτης εφημερίδος
Ό άρχισυντάκτης ρίπτει τυ-χαίως βλέμμα επί των χειρογρά-
ΐων τοΰ κ. Άγαθοχεΰλου, γρά^οντος είδησιν Ιχουσαν ούτω «...
τ ό πλοΐον εβυθίσθη αυτανδρο ν...
— Όχι αΰτανδρον ! εσώθη είς—τώ παρατηρεϊ.
— Εσώθη; τί δυστυχία ! Θά σόύσω την καλλιτέρα λέξιν.
Κρΐμα νά μή πνιγνΐ αύτανδρον!
Ό Ιεροκήρυξ κ. Σταματιάδης ΙξηγεΤ τό ευαγγέλιον έπ' άμ¬
βωνος έν τω να$ τής Άγίας Εΐρήνης.
Οί ένορΐται κλαίουν έκ συγκινήσεω:, πλήν ενός, ό'στις άκροα-
ται μειδιών.
— Διατί δέν κλαίεις συ; τόν Ιρωτα είς.
__ Έγώ ειμαι άπό άλλη ένορία!
Ό κ. Άγαθόπουλος μεταδαίνει μετά τής κυρία; τού είς τό
Άστεροσκοπεΐον διά νά Γϊουν την Ικλειψιν τής σελήνης, ολίγον
άργά ό'μως.
— Τί θέλετε; τόν έρωτα ό θυρωρός.
— Νά ιδούμε την Ικλειψιν.
— Τώρα; ή Ικλειψις Ιγεινεν άπό τόση ώρα...
— Άϊιάφορον. Ό Κοκκίδης είνε φίλος μου καί πρός χάριν
μου θά έπαναλάβτ) το πείραμα !
ΚΟΝΧΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
Ό σΰζκγος έτοιμάζεται νά ξεκινήση μέ τό σωμα των έθελον-
τών είς την Μακεδονίρς.
— Γΐά κου άγάπη μου ; τόν έρωτα τρνγΐρ&ζ ή κυρία.
— Πά τϊν πόλεμο.
— Αι! μά τότε φόρεσε τα παληά σου ροθχα, γίατ'ι "μ*οΡε'·
φδςμου, νά σέ σκοτώθΌυν!...
Ό κ. Παράςενος ευρίσκεται είς στιγμάς μισανθρωπίας καί
άχελπισμοΰ. Τον σννχντα; είς φίλος.
— Σέ βδβαιώ, έβαρέθηκα τή ζωή! Μοΰ Ιρχεται νά αΰτοκτο-
νή^ω, άλλά δέν είξεύρω μέ τί μέσον άσφαλέστερον.
— Απλούστατον ! Δέν Ιχεις κχρα νά προσκαλέ'σ»ις εν» γΐ,α-
τρΌ οποίον θελεις, κ' έ*ννοχα σου. 'Ησυχάζεις γχά πάντα !...
Ό κ. Άγαθίχουλος έρωτάται Ιν τινι συναναστροφνϊ έΐν γ]θελε
νά γνωρίζΐ) τό μέλλον τού.
— Δέν βαρύνεσθε! δ'λο τό Γδιο εινί. Το μέλλον είνε ομοιον
μέ τό παρελθόν.
Ό κ. Άγάθος Άγαθδπουλος έπιστρέφεί ενωρίτερον τοϋ συ-
νήθους είς την οικίαν, κ«8' ην στιγμήν ή κυρία Άγαθοπούλου
είς τό σκότος τοϋ διάδρομον άναμένει χάντα άλλον έκτός αΰτοΰ.
Αίφνης ό κ. Άγαθίπουλος ευρίσκεται είς τάς άγκάλας της
ό
ρμ
— Πώς αργησβς, Άριατείϊη μου ;
— Καλέ γυναΐκα, εξέχατες τ' όνομά μόν ;
— Ά Ι έσύ εΐσαι, Άγάθο μου; Δέν α' εγνώριζα στά σκοτεινά!
Μεταξύ ίύο καθ" οδόν.
— Ποΰ 'χας Γιάννη ;
— Είς τό σήπτι. Πάω νά κάμω αυντροφΐά τίΐς γυναίκας μου
γΐατί λείπει ή Μαρία. Καί σΰ;
— Έγώ πάω νά κάμω συντροφΐά τή*ς Μαρίας γίατ'ι λείπει
ή γυναΐκά μου! _
ΓΕΛΟΙΟΓΡΛΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Ή δεσποινίς Ελένη εχει κεφαλαλγίαν.
— Τί νά κάμω νά μου περάσττ) ; έρωτα τόν σύζυγον τής φί-
λης της, παρούσης καί αυτής.
— Νά ΰπανδρευθήτε !
— Καί περνα τότε ό πονοχέφ*λος ;
— Βεβαιότατα! φεΰγει άπό σβζ καί μεταδαίνει οριστικώς είς
τό κεφάλι τοΰ συζύγοιι σας !...
ΛΟΠΟΔΥΤΗΕ.
ΚΟΝίΤ. Φ. ΕΚΟΚΟΪ
Τα εΰχβριστήριί μου
'ς τ6 καινουργΐο φόρεμα μο
Καλό μου οόρεμ' άγαπημενο
8έν ?ιι5ρ«ις ποσο α' «ύχαριστώ,
την τόση πουχαμα χβες «ρυγοΰρα
σ« σίνα δλη την χρεωστώ.
"θΐοτό σχέπτομαι, χαμαρώνω.
τόσο μοϋ Ιρχεται ι'ις τ6 νοΰ
ότι μ£ χόπθΐο χρυφή μαγίία
ή χυρα ράΐρτρα ή Μαριανοΰ
μενά 'ζ ταίς σαυφραις ιου θά '/ύ, χρΰψει
χανένα πράγμα σιν χαϊμαλί
ποΰ «ίνί άξιον νανιχιίβγι
χά'θΐ καρίοθλα χαΐ χκραλη.
Με'σα νέ τέτοιο μεγάλο ττλήθος
υέ μίνα στράΐρηχ' ή προσοχη.
"Ω τί μεγάλαι; τιμαΐ« ποΰ *ΤχαΙ
περιποίησις, δποίοχη 1
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
'Η οΐχοίί»πο«να ίσηχώθη
μόλις μέ εΤ,ίι ιίς την στιγμη';
ΧαΙ 'ί την μΐγάλη την πολυθρονα
χοντά της μί '(3αλ«. Τί τιμήΙ
"θλα τα μάτια μενά χυττάζαν
χι' έμειόΊοΰναν ά^ο χαρά.
Καθ: μου γνώμη σαφίΐ ηταν,
χάθ( μου γνώμη ηβο ρϊυβ υ1(Γ3.
"θλοι μ* ββαύαβζαν μ* έτιμοϋπχν
δ,τι χι' αν ίΤπα ηταν βωστίΐ
Κβλό μου ρορμ' άγαπημίνθ
ίέν ξιύρΐις πό»ο (' εύχβριητώ 1
Τί ευτυχία, θεέ, αιγάλη
ίίώ να ζοΰμΐ 'ί αύτην την γή
ποϋ ενα "φασμα μας δοξάζι·.
χαΐ ' την βοφία μϊς ό5ηγ«ϊ.
Έ3ώ χο φόριμα μονον χρίνιι
χαι τα προσόντα μα( άριθμιΐ-
όμως ό ίνθρωπος 'ς ίλλα μίρη
ίίίιι 'ς τί) φορεμα την τιμη.
Έδώ τα δίνίρο οέν τό τιμοϋνι
άπο τβ ίνθη άπ' τόν χαρκό,
μθν' τό τιμοΰνε άπο την φλοϋοα
ναί, άπ' την «ρλοΰοα ! δς τό ιίπώ.
ΦΛΩΡΙΣ
ΚΟΝΕΤ. Φ. ΧΚΟΚΟΪ
Έντός ραηχον όζέος.
ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟΝ ΕΤΟΣ 1885
ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ
, ΈΜ?1 ί,«Ι*6ολήμου έν τώΉμερολογίφ τοΰ σωτηρίου
ϊτους 1886, και εζητήθη ή συμβολή αύτη ούχι δ(ά τι ά ν ώ δ υ-
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
νόν πνευματικόν προΐον έξ έκείνων, άτινα ούδε τα νεθρα ταράτ-
σουσιν, οϊΐτε την κριτικήν επασχολοΰσι, πρό των οποίων έχθροί
καΐ φίλοι άδιαφόρως χαρέρχονταί, τα όποΐα θαυμάζει ή έλληνική
κριτική, έν τοΤς διαφόροις των εφημερίδων διότι ουδέν λέγουσι καί
ουδέν εννοούσιν, ή κριτική, ή ϋ*' αυτών των κρ'.νομένων συνήθως
γραφομένη τ) ύχαγορευομένη.
Μοί υπεδείχθη υπό τής εκδόσεως ή σύνταξις άρθρου πολι-κοθ
πβρί το3 ϊτους 1885.
Άπολλον άποτρόπαιε! Δέν έκορε'σθη λοιπον τό πεφωτισμέ-
νον τής Ελλάδος δημόσιον έκ τής τροφής, την οποίαν καθ' ε¬
κάστην λαμδάνει παρά τοσούτων εφημερίδων, παντός γένους,
πάσης ήθικής άποχρώσεως, πάσης πνευματικής βαθμίδος, πά¬
σης ήθικής κλίμακος, άλλά χρε'πει νά προσέλθη είς εχικουρίαν
καί τό "Ημερολόγιον, ίνακορέση τόν άκόρεστον αΰτοΰ στόμαχον ;
Έν τφ μέσω τοσούτων διελέξεων χερΐ ειρηνικων θεμάτων τίς ό
ό λόγος τής ιταραφωνίας διά πολιτικοϋ άρθρου, τό οποίον δυνα¬
τόν ν* ταράξη κατά χασάν πιθανότητα την κανονικήν χώνευσιν
έν τω στομάχω τού αναγνώστου, είτε τάς πρώτας σελίδας, είτε
τάς τελευταίας τού" βιδλίου καταλάβγ); Το πολιτικόν τουτο ζώον,
τό καλοΰμενον "Ελλην, είς οιανδήποτε μ=ρίδα καί άν ανήκη,
άγαπα κατ' εξοχήν τα πολιτικά, περισσότερον κα'ι άχό οιονδήποτε
άπηγορευμε'νον καρπόν. Τούτου τοϋ λόγου ένεκα θά διακόψη ή ρω-
μαντική κόρη την ανάγνωσιν -εριπαθεστάτης έρίοτικής σελίδος
τής Νανας, ό έπιμελής σπουδαστής θά λησμονήση την ώραν τής
παραδόσεως, ό καθηγητής την ώραν τοΰ μαθήματος, ό ίατρός τή*
ώραν τής επισκέψεως κα'ι ό δικηγόρος την τού δικαστηρίου, ό
μάγειρος επί τέλους θά άμελήση τα χαρά την έστίαν καθήκ:ντά
τού, επί κινδυνω άποπομπής, μόνον καί μόνον διά την αποπεράτω¬
σιν τής αναγνώσεως ενός πολιτικοΰ αρθρου οίας ϊήχοτε εφημερί¬
δος, η την ακρόασιν τής αγορεύσεως τούτου ή έκείνου τοΰ ρήτο-
ρος, κοινοβουλευτικοΰ ή ύπαιθρίου, κωμικού ή τραγικοΰ.
Δέν άμφιβάλλω ότι τοιοΰτςι λόγοι παρεκίνησαν τϊν έκδίτην
τοϋ Ήμερολογίου νά ζητήση την συμβολήν μου πρός σύνταξιν
πολιτικής επιθεωρήσεως τεϋ Ιτους 1585.
4Ι31-»
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΓΚΟΚΟΥ
"Αν ήτο τουλάχιστον φιλολογική επιθεώρησις ϊστω κα'ι των
τής έλληνικής κεφαλής πρ;ϊόνΐων; Ήθελον δανεισθτί μερικάς
γνωστάς καί στερεοτύπους φράσεις, κοινούς τινάς τόπους, κενάς
καί άορίστους περιποιήσεις, πάντα ταυτα άπό τής πρώτης εφη¬
μερίδος ή άπό τοϋ πρώτου χεριοδικοϋ, έβδομαδ'.αίου η μηνιαίου,
καί δι' αυτών ποικίλως περικοσμήσει την έζιδληθεΤσάν μοί υπο¬
χρέωσιν πρός Ικδίΐιν τού Ημερολόγιον. Τίς άμφιβάλλει τότε,
ότι ήθελον εΰχαριστήσει όλον τόν κόσμον, εύχαριστούμενος καί
έγώ επί τέλους ; Ένω σήμερον.... άναλαμβάνων νά γράψω την
πολιτικήν επιθεώρησιν τοϋ 1885, πιθανόν ότι θέλω παρασυρθή υπό
τού κομματισμοΰ, μάλλον θέλω δυσαρεστήσει η εΰχαριστήσει,
καί θέλω στερήσει ίσως τό Ήμερΐλόγιον μερικών αναγνωστών,
περιορίζων τα Ισοδα αΰτοΰ, εί καί δέν άνήκω είς την χολ'.τικήν
σχολήν τ:ΰ προ>θυ-ουργοΰ τής έβδόμης Απριλίου.
Πολιτική άνευ κομματισμοϋ όμοιάζει μέ ά'νθος άνευ εύωδίας,
μέ μουσικήν άνευ άρμονίας, μέ τόν άττικόν όρίζοντα ά'νευ π;ι-
κιλίας καί χάριτος. Ό κομματισμός είνε τό αλας τοϋ λέγου.
Είσαι καταχραστή;, λωπΐδΰτης, κακοήθης, άνίκανος, πρώην
κατάΐικος; Ουδέν τούτων διά τόν όπαδόν τοΰ κόμματος, είς ο
Ιχεις την τιμήν ν' άνήκγις Τα χρονικ* των δικαστηρίων μ.αρ-
τυροΰσιν ό'τι κατεϊικάΐθιτ,ς είς τριετή, πενταίτή, έπταετη είρ-
κτήν επί νου^ίσει δημοσίων χρημάτων. Ήδικήθηΐ, έγένεσο θϋμ,α
τής κοινωνικής μοχθηρίας. ΚρΤμα, ότι δέν ευρέθη Βίλταΐρόςτις
*ρ:ς έπανόρθωσιν τής προσωπικής τιμής τού νέου Κάλα. Άλλ'
ευρίσκεται ύπουργός, όστις δέν διττάζει διά τοΰ κύρους τής έμ-
πιστοσύνης τού νά σοί αναθ-ση σπουδαίον εργασίαν πρός έπα¬
νόρθωσιν τή; άϊίκως στιγματισθείσης υπολήψεως σου, έπιτροπή
ίέ τοΰ Κοινοβούλιον, επί των χ ραγμάτων καλοιιμένη, νά
επικαλεσθή) τα φώτά σ:υ καί την αύστηρότητα το3 χαρ^'
κτήρό; σου πρός έξέλεγξιν φανταιστικών καταχρήσεων.
Μετά ταύτα χάντα, έννοεΤς, κύριε Ικδίτα, ότι το Ιργον, τό ο¬
ποίον ανέλαβον, δέν είνε τ;σοΰτ5ν εύχερϊς, διον φρονεϊς. Τί νά
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
στάσίως; Κα'ι ό'μως ηδυνάμην ν' άπαλλαγώ πασών τούτων των
δυσαρεσκειών καί ένοχλήσεων, άρνούμενος νά δεχθώ τόν πρόσ¬
κλησιν σου, η ρίπτων καί έγώ μετά τοσούτων αλλων, όλίγην
μελάνην επί τοΰ λευκοΰ χάρτου, κατά τό εΐωθός, περί άνέμων
καί υδάτων, ά β οπιηϊΐιΐδ Γβΐχιβ βΐ ο,ιΐϊΐιΐΐδ α,απι
3. Π ι β......
Τό πολιτικόν ?τος 18 8 5 θέλει μείνει άξιομνημόνε,ιτον έν
τί) έλληνικτί ίστορία.
Υπάρχουσι πολιτικαί περίοδοι έν τνί ίστορία των λαών, ση-
μαινόμεναι ϊιά τινος λέξεω:, φράσεως έρμηνευούτης την φύ¬
σιν κα: τον χαρακτήρα τής περιόδου ταύτης, τή; τελεσθείση; ή
τελουμένης εργασίας. Άναγέννησις, μεταρρύθμισις,
στρατιωτικαί, οικονομικαί, έκπαιδε υ τικα ι πα¬
ρασκευαι, έπιατημονική, γραμματολογική, θρη-
σ κ ε υ τ ι κ ή κ ί ν η σ ι ς, κα'ι τόσα ά'λλα. Ό μέλλων συγγραφεύς
της Ελλάδος θέλει έπιγράψε: τό κεφάλαιον τοΰ ΐττορικοΰ αύτοΰ
?ργου, τό χραγματευόμενον περι τής Ελλάδος κατά τό 1885
καί των κατ' αΰτό τελεσθέντων πολιτικών γεγονότων — Ά-ο
κολοκύνθωσις.
Την λέξιν ταύτην μετεχεΐρίσθ/; ώς γνωστόν ό Ρωμαΐος φιλόσο-
Σενέκας, χαρακτηρίζων την βασιλείαν τοΰ αΰτοκράτορος Κλαυ-
δίου. Άς μοί επιτραπή νά χαρακτηρίσω τοιουτοτρόχως την βα-
σιλείαν τοΰ σημερινοΰ χροέϊρου τής έλληνικής κυβερνήσεως. Δέν
έ-ιθυμώ κατά την στιγμήν ταύτην νά έξετάσω, άν ύπάρχευΐι
κοινά συγγενείας σημεΐα μεταςυ των δύο τούτων έςόχων άνδρων,
■διότι δέν άρέσκομαι είς τάς ίστορικάς συγγενείας καί άναλογίας.
Άλλως ηδυνάμην νά καταφύγω είς τον Συετώνιον καί τον Προ-
κόπιον, άν έ-εχείρουν επαξίως νά σκιαγραφήσω τόν σημερινόν
•κρόεδρον τής κυβερνήσεως, λαμβάνων ούχ' ήττον το πρΐσή/.ΐν
μέρος χαρά των έν μακαρία τ·/) λήξει Ρωμαίων Ίουδενάλη,
Περσίου, ή Μαρτιάλη.
Άλλ' άς αφήσωμεν τάς ρωμαϊχάς καί τάς λατινικάς αια-
μνήσεις.
ΚΟΝΕΤ. Φ. ΕΚΟΚΟΪ
Πρόχειται πβρί τοϋ πολιτικοΰ Ιτους 1885.
Ή "Ελλάς είχεν άπό τριετίας κυβέρνησιν, έχουσα συνείδησιν
τϊ|ς αποστολάς της, εννοούσαν νά εργασθή κα'ι έργαζομένην, όσον
οΰϊεμία «λλη των προκατόχων της άπό τής έποχής τοϋ Καπο-
ϊιστρίου. Έν βραχυτάτψ χρόνω ή κυβέρνησις αυτή εΐσήγαγε τολ-
μηροτάτας μεταρρυθμίσειςκαθ' ό'λους τοΰς κλάδους της διοικήσεως.
Εδρε προσκόμματα έν τίΐ έργασία αυτής, άλλ' άπέναντι ουδενός
αυτών ώχισθοχώρησε, διότι σιδηρούς άνήρ προίστατο των πραγ-
μάτων. Ή Ελλάς είσήρχετο πράγματι είς την χορείαν των
εύρωπαϊκδν πολιτικόν. Πνεϋμα μεταρρυθμιστικόν έχαρακτήριζε
πάσας τας πράξεις τής κυβερνήσεως Ή διοίκησις διοργανώθη,
δσον ήτο δυνατόν, έν τω βραχεΤ τούτω χρονικω διαστήματι και
υπό τάς άρχούσας πολιτειακάς καί κοινωνικάς συνθήκας εν τφ
βΐω τού τόπου' ή δημοτική έκχαίδευσις ούσιωδώς μετερρυθμίσθη
καί εβελτιώθη, έπίσης δέ καίή μέση καί ή ανωτέρα" διά τής μονο-
ετοϋς στρατιωττκής θητείας έσκοχεΐτο ή δ'σον τΌ δυνατόν ταχυτέρα
έςάσκησις των στρατιωτικών δυνάμεων τ:ϋ Ιθνους. Τουτο δέ καί
ήρξατο έπιτυγχανόμενον" οΰχ' ζττον δέ σπουδαΤαι εγένοντο προ-
ΊΓαρασκευα'ι πρός την σκοχιμωτέ'ραν, συμφώνως πρός τάς ανάγ¬
κας καί τάς άπαιτήσβις των νεωτερων χρόνων, ναυτικήν οργάνω¬
σιν τοΰ τόπου. Τα ξύλινα τείχη της δελφικί]ς Πυθίας
ήσαν καί Ισονται άείποτβ διά την Έλλάδα τό άριστον ϊροττύργιον
τής σωτηρίας τοϋ Ιθνους, άλλά συγχρόνως καί τό άσφαλέστατον
μέσον των έπτυχιών αυτού έν κρισίμω στιγμΫί. Βεβαίως μεγάλα
Ιργα εγένοντο διά τοϋ κατά ξηράν στρατοϋ έν 'ΙΙλλάϊι άπό των
πρώτων ημερών τής ίστορίας της μέχρι των τελΐυταίων ημερών.
Οί ούρανοί διηγοΰνται δόξαν Θεοϋ, τα ορη δέ καί αί τλ-
διάδες τής Ελλάδος διά μυρίων στομάτων την δόςαν αυτής διη-
γούνται. Άλλ' έν τνϊ θαλάσνι; Έ^αΰ^α κατ' εξοχήν ό "Ελλην
υπήρξε μέγας, εςοχος, θίοεΐδής. Υπάρχουσι σταθμο'ι τής παγ¬
κοσμίου ίστορίας, χρονολογούμενοι άπό τινος ύπερανθρώπου χα-
τορθώματος έπίτίΚ θαλάσσης τής έλληνικής δυνάμεως. Οία2τ,~
ποτε δέ κυβέρνησις ύποχρεοϋται νά μή φεισθΫ) πάσης θυσίας πρό;
ανάπτυξιν καί διοργάνωσιν των ναυτικών δυνάμεων τοΰ τόπον.
"Ω, άν ήναι γεγραμμένον έν ταίς μυστικαΐς δέλτοις τοϋ έλλτ)-
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
νικοϋ μέλλοντος νά καταγάγη ή Ελλάς, έν τώ υπέρ τής έθνι-
κή; αυτής παλιγγενεσίας καί ένότητος άγώνι, μεγάλην νίκην,
ή νίκη αΰ'τη άναμφιβόλως θέλει προέλθει άπό τής θαλάσσης.
'Ω-/ρά, λυσίκομος παρθίνος των βασιλείων τοθ Ποσειδώνος, θέλει
στέψει τόν νικητήν εκείνον έξ αμαράντων ανθέων, δραπέντων άχ;
τινος μαγικοϋ θαλασσίου κήπου, καί ό άμάραντος ούτος στέφα¬
νος είναι τό σύμβολον τής ίστορικής αθανασίας, τής αίωνιότητος
τής Ελλάδος.
Άλλ' ό',τι ιδίως έχέσυρε την προσοχήν τής κυβερνήσεως έκεί-
νης, την όχοίαν ό ελληνικάς λαός κατεδίκασε 2ιά τής ψήφ;υ τού
κατά την έδδόμην Απριλίου, ήτο τό ζήτημα τής συγκοινωνίας. Ή
Ελλάς αξιοί ότι βαδίζει πρός τ';ν πολιτισμόν, καί ότι άντιπρο-
σωπεύει αυτόν έν τν) Ανατολή. Έχει έν τη χρωτευούσγ) αυτής
ακαδημείας, πενεπιστήμια, μουσεϊα, μεγαλοπρε-ή πάσης φύσεως
καί χάσης άποστολής μέγαρα, καί έν τούτοις ουδεμίαν ειχε συγ¬
κοινωνίαν. Ό χωρικός ά-έτινε τακτικώς κατά τό μάλλον καί
ήττον τούς φόρους τού είς τό ελληνικόν δημόσιον, άλλά στερού-
μενος παντός μέσου συγκοινωνίας, ηναγκάζετο νά ζίϊ τρωγλοδυ-
τικώς, άποκεκλεισμένο; πάσης σχέσεως πρός τοΰς όμϊφύλους
τού. Ό ήθικός καί οιανοητικός όρίζων τού άγρότου έν Έλλάϊι
δέν έκτείνετει έπέκεινα το3 κωδωνοστασίου τού χωρίου τού, ζ·?ί
καθ' ολοκληρίαν ώς φυτΐν, ελλείψει συγκοινωνίας, τουτέστι φυ-
σική; κα'ι ήθικής κινήσεως καί ενεργείας. Δέν ενθυμούμαι ποΤες
συγγραφεύς λέγει, ότι έξ ολων των άνθρωτίνων έφευρέσεων, μετά
την γραφήν καί την τυπογραφίαν, ώς μάλλον συντελέσασαι
είς τ:ν πολιτισμΐν καί την έςηαέρωσιν τ;ϋ ανθρωπίνου γένους,
είναι αί έφευρέσεις αί βραχύνουσαι τάς άποστάσεις. Αί έφευρέ"-
σεις αύται καί ήθικώς κα'ι ύλικώ; ώφελοϋσι τάς κοινωνίας: ήθι-
κώς μέν, κα9' οίον εΰχερέστερον άνταλλάσσονται αί ΐίέαι καί
άναπτύσσονται αί γνώσεις, ΰλικώς δέ, καθ" όσον άνταλλάσσονται
τα πρίϊόντα τής γεωργίας, λαμβάνει αφορμήν εκδηλώσεως ή
έργασία καί ή άπ' αυτής άτζορρέονια βιομηχανία. Ούτω; ό έθνι-
κός πλοΰτος, ού μόνον αύξάνει διά της συγκοινωνίας, άλλά καί
ϊιανέμεται αναλόγως καθ1 όλην την έκτασιν τής χώρας. Υπό
ΚΩΝΕΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
τοιαύτας συνθήκας μόνον άνεπτύχθησαν Ικπαλαι καί έξεπολιτί-
οθησαν τα Ιθνη. Έν δέ τω σημερινω σ ι δ η ρ ω αίώνι τής τέχνης
καί τής βιομηχανίας ή συγκοινωνία είναι ό σπουδαιότατυς των
«αραγόντων τής έθνιχής προόδΐυ καί εύημερίας.
"Οταν λαός τις λαμδάνει τοιαΰτα δώρα παρά τής κυβερνή¬
σεως τού, παρά τής πολιτείας, Ιχει καί ούτος πρός αυτήν άνα-
λόγους ύπο·/ρεώσεις. 'Υπάρχει συναλλαγή μεταζΐι λαοϋ χαί
κυβερνήσεως, ούχι συναλλαγή ώς έκείνη, ήν ηΰλόγησεν ό έφε-
τεινός βααιλικός λίγος, άλλά συναλλαγή έ'ντιμος, ήθική, ύγιής.
"Οταν μία κυβέρνησις άναλαμδάνει την εκτέλεσιν καί πραγμα¬
τοποίησιν μιγάλων έργων, γενναίας ύποσχομένων ωφελείας είς
τόν τόπον, διχαιοΰται, υποχρεοϋται μάλιστα, νά είπη είς τόν
λαόν : Σοι παρέγω πάντα τα ήθικά καί ύλιχά μέσα πρός την πρό¬
οδον σου, πριις την εΰι-,μερίαν σου. Θέλεις διοίκησιν; θέλεις
σύστημα συγκοινωνίας, όδούς σιδηρας καί μή, τηλεγράφους, τα-
χυδρομεΤα, παν ό',τι εν γένει προβιβάζει την ανθρωπίνην γνώ¬
σιν καί καθιστα μακρότερον τον βίον καί των άτίμων καί των
λαών ; Θέλεις στρατιωτικήν καί ναυτικήν οργάνωσιν, ικανήν νά
σέ καταταστήστ) ημέραν τινά άςΊον νά καταλάβιρς την έν τίί
ίστορία πρέπουσάν σοι θέσιν; Θέλεις εκπαίδευσιν κα'ι διανοητι-
κον φωτισμόν, ώστε οταν προσέρ-χησαι είς την κάλπην τής έθνι-
κής έτυμηγορίας ζρός εκλογήν των άντιπροσώπων σου, νά μή
χαθίστασαι παίγνιον καί έ'ρμαιον τής δημαγωγίας, άλλά νά ψη-
φοφορής έν γνώσει τελεία των καθηκόντων καί ϊικαιωμάτων σου,
τής καταστάσεως τής πατρίδος σου, τού ~οιοΰ των άνθρώπων,
είς ούς έμπιστεΰεΐαι τό ύψιστον, τό ίερώτατον των έν τίί χολιτεία
ύπουργη;Λάτων, την αντιπροσωπείαν σου ; Όφείλεις νά ύποδληθίϊς
είς ύποχρεώΐεις, νά προσενέγκης είς την πολιτείαν τό άναλο-
γοΰν σοι μέρος πρός συντήρησιν αυτής καί επίτευξιν των μεγά-
λων σκοπών, οίτινες πρός χάριν σοΰ έπιδιώκονται. Οί καταδαλ-
λόμενοι υπό σοϋ φόροι άποδλέπουσιν είς την ωφέλειαν σου, είς
την σωτηρίαν σου" έπιστρέφουσιν πάλιν μετά των τόκων αυ¬
τών είς τό ταμείον σου.
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Ή κυβέρνησις Τρικούπη εΐπε τοιαϋτα είς τόν ελληνικόν λαόν
καί «πό τού βήματος τής βουλής κα'ι ά*ό τοϋ βήματος τού τύχου.
Άλλά δέν χεριωρίζετο μόνον είς λόγους, ήρξατο χα'ι δι" έργων,
άποδεικνύουσα ό'τι δέν ψευΒετα;. Παν ό',τι ήτο χρήσιμον είς την
ανάπτυξιν καί την πρόοδον τοΰ τόπου επεχείρησε, καί έν δια-
σττ,ματι βραχυτάτου χρίνου απέδειξεν ό'τι δύναται καί ή Ελ¬
λάς νά παραγάγη κυβέρνησιν, οίαν ηύχοντο οί {ίλοι, επί τη ελ¬
λείψει τής όχοίας πλέον ή άπας διεκρίθη καί προεπηλακίσθη
υπό των χολεμίων.
Όταν τοιαύται χυδερνήσεις παρουσιάζονται έν τή* ίστςρία μέ
νία προγράμματα, μέ νέας έγγυήσεις, μέπασιΐανή εργασίαν, βε¬
βαίως δέν κατΐχτώσιν, άχό τής χρώτης ημέρας τής ενάρξεως
τής εργασίας των, την ψήφον τής έμπιστοσύνης, την δάφνην τής
επιτυχίας. Έν τω κόσμω τούτω παλαίουσι κατ' αλλήλων χοι-
κίλα έλατήρια, ήθικάκα'ιμή, συγγνωστά καί μή, συμφέροντα καί
πάθη. Ή κοινωνία είνε πανδαιμόνιον αγαθών καί φαύλων προ-
6=σεων, εύφυι'ας καίμωρίας, άρετής και κακίας, δικαιοσύνι;ςκαί
άδικία:. Ό κ. Δηλιγιάννης, δ"ν καί άν έχη φαλακρόν ώς τό
κρανίον εγκέφαλον, το ένόησε, καί ένω έτελοΰντο τόσον σπου-
δαΐαι μεταρρύθμισις έπ' άγαθώ τοΰ έλληνιχοϋ λαϊϋ, δέν εδί¬
στασε νά τάς πολεμήσγ), νά δημοκοπήστ) κατ' αυτών.
*
Δέν γνωρίζω άν ό πρωθυπουργός τής Ιδϊόμης Απριλίου Ιχη
ήμίσειαν τουλάχιστον καθαρϊν ιδέαν έν τη κεφαλί) τού, βέβαιον
ό'μ.ως είνε ότι επέτυχε ίχ ιείΐη τό ήμισυ τοΰ έλληνιχοϋ λαου,
ότι είναι Ίχανός άνθρωπος — νά σώσΐί) την χατρίδα.
Όταν γραφνί ή σύγχρονος ίστορία, θά κηρυχθή ό μίγαλή-
τερος άνθρωπος τής έποχής. Πως οχι ; Νά διέΧΘ— δι" όλων
των βαθμίδων τή; υπηρεσίας καί τοϋ κωμικοΰ, νά μή διαχριθί)
επί τεσσαράχοντα έτη δι' ουδέν άλλο, καρά διά τό άχροιιν καί
ίιά την συντηρητικότητα των φρονημάτων τού, ανευ τής οποίας
δέν θά ήτο «αρά τμηματάρχης, προαχθείς -άντοτε ώς εΰνοού-
μ ε ν ο ς, περί δέ την δυσιν τοΰ βίου τού νά φορέστ, τόν φρύγιον
οκΐϋφον τής δημοκρατίας ό χθές καί κρώην περιλειχόμενος έν
τοΤς θαλάμοις χαί τοίς μαγειρείοις τής αΰλή*ς καί των χομμά-
ΚΟΝΣΤ. Φ. ΪΚΟΚΟΥ
των, νά δημηγίρνϊ πρός τόν λαόν έξ άμάξης τ; άπό τού εξώ¬
στου, απειλών την βασιλείαν καί τούς άνεμομυλους, αύτός, ό
Δηλιγιάννης, ό ζητών μέν πάντοτε την πρωθυπουργόν, άλλχ
δ·.' αΰτό τΐΰτ: κατεχλευαζάμενος ώ; ό δ^τυχής έκεΐνος φιλό-
δοξος τοϋ άρχαίου Πειραιώς, ό νομίζων ίδικα τού πάντα τα είς
τόν λιμένα είσ-λέΐντα πλοΐα, γινόμενος επί τέλους πρωθ,/πουργός.
"Ω ναί, θά κηρυχθή ό μεγαλήτερος άνθρωπος τής έποχής, έστω
καί "/ωρ'ις νά ιιπη ή ίστορία είς ποίον γέ/ος άνήκεν. . . Τό πολύ,
«ολύ μόνον θά έπγράψ»] άόρατος χείρ μυστηριωδως υπό τό ονομα
Δηλιγιάννης: Τα μωρα τού κάσμου ό θεός έ ξ ε λ ε¬
ξ α τ ο, ί'να τοϋς ίσχυροΰς καταισχύνν).
Τί σημαίνΐ! τουτο; "Οτι οί λαΐί έχουσι πολλάκις στιγμάς
άκατανοήτων διαθέσεων Εΐσαι Άγαμέμνων, Άχιλλβΰς, Όδυσ-
σεύς. Υπάρχουσι πολλάκις περίστασις, καθ' ο'ύς τουτο κου-
ράζει, δ,ισαρεστεΐτούςλαοΐις—καί τοΰς έχδρούς καί τούς φίλους.
Καταλαμδάνοντΐι τ;τε υπό ανεξήγητον πείσμϊτος, υπό όρέξεως
καταχθΐνιου. Θέλουσι νά σέ καταβάλωσι, διότι δέν σέ άνέχοντα'.
τόσον ΰψηλά. Έπειδή δέ δέν δύνανται νά πράξωσι τουτο Ιά
τϊϋ σοίαροό, τό πραττίυσι διά τοΰ γελίίοο. Εύτυχής ό θερΐίτης,
ό'στις δέν διατάζει νά προσφέρη τόν εαυτόν τού—αρχηγόν.
Ζήτω ό θερσίτηςΙ ζήτω τό γελοϊον, άφΐύ έκ:οράσθημεν άπό
τους σοβαροΰς καί τΐύς άγελά^το^ς...
Άξιομνημόνε,ιτοι θά μείνωσιν έν τί) ίστορία τοϋ κοινοδολί:υ
οί ρ'ητορικοί λόγοι τού άρχόμεν:! συνήθως ώς εξής :
« Επιτρίφατί μοί νά φρονώ, κΰριΐίμοι, ότι μοί είνε επιτε¬
τραμμένον...» καί τα λοιπά, διότι θά ήτο σκληρά δοκΐμασία διά
τόν άναγνώστην τού -Ημερολόγιον» ή παράθεσις δμοίων ρη-
τθϋκών ανθέων.
'Δλλ' άχεπλανήθην.
Ό κ. Δηλιγιάννης ανελάμβανε νά «ολεμήση την κυδέρνησιν
ίιά πασάν αυτής επιτυχίαν έν τω εξωτερικώ, διά πασάν έθνω-
«ραςιν έν τώ εσωτερικώ. Οί φρίν.μοι ήγανάκτου^, οί ά-
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
στβΤοι έγέλων, οί δέ μοχθηοοί έχθροί τής κείερνήσβως εχαιρε-
κάκουν. Δέν ευρίσκεται καταλληλίτερο; νά ύποσκελίσϊί τόν Τρι-
κού-ην, έ'ΐτω καΐ επί ολίγους μήνας. Μετά πολλάς αποπείρας
κωμικάς, ό κ. Δηλιγιβννης άνηγορεύθη άρχηγός τής αντιπολι¬
τεύσεως.
Ήσαν απόκρεω. Ημέραι εύθυμία;, γέλωτος, άλλά κΐί έω-
λΐκραΐία;. Ενθυμείται τό κοινόν των Αθηνών την καθημερινήν
α~Ό τ;ϋ Β:υλευτηρίου εςοδον θιάσων— ούχι μετημΐιετμένων —
έ-ί κεφαλής τώνόχΐίων ήγεΐτο ό π:λυτόθητβς άρχηγ:ς τής άντι-
■πολιτεύσεως.
Τήνέ-αύριονή «Πρω?α»καίό «Σΰνδεσμος» άνήγγελλον μετά
ο:ίαρίτητο; είς το Πανελλήνιον την μεγάλην τ;0 λαοΰ των
Αθηνών διαδήλωσιν πρός τιμήν τού" άρχηγοΰ της έθνι κης
αντιπολιτεύσεως.
Αί απόκρεω παρήλθον έν εύθυμία. Άλλ'ή εύθυμ!3: τ;ΰ λα:ύ
τής πρωτευούσης διήρκεσε καί κατά την τεσσαρακοττήν, μέχρ:
τού Πάσχα. Κατά τάς ημέρας έκείνας ό ελληνικάς λαΊς εκα¬
λείτο υπό τοΰ βασιλέως νά τελέση τα κυριαρχικά αΰτοϋ δικαιώ-
ματα, νά έκλέςη νέ:υς άντιζροσιό-ΐυς, ί'ν' άποφανθώσι «ερί τής
Γολιτικής τής κυβερνήσεως. Ό κ. Δηλιγιάνντ,ς δέν ε'χε λόγους
να μή ένθαρρύνη την υφισταμένην άπό -ών απόκρεω ΐλαρότητα
έν Αθήναι;, ?νθα τότον ϊ'.έ'πρεψεν, άναγνωρισθ-ίς ύχ: τής εΰ-
Ουμούσης χρωτευΐύσης ώς σωτήρ τής πατρίδος. Μετέίη ε"ς τίνα;
έταρχία; τής Πελοπΐννήσου, ϊρέψας παρομοίας δάφνα;. Ζήτω
ή παραλυσία ! ζήτω καί ό άργηγ;;, άνίκραςαν οί διατελούν¬
τες ετ! ϋχο την έ-ίϊρασιν των άθανάτων απόκρεω.
— Κάτω οί φόρθί! κάτω ή κατΐναγχ,αστική ε'σπραξις των
καθυΐτερουμένων είς το δημόσιον! Μαΰρο είς την κυβέρνησιν καί
είς τόν μέγαν Πετρέλαιον, 5 ό~οΤο; Ικα;*ε νά τ:ΐΛ^τχ'. τό τε-
τρέλαιον άπ'ο μίαν δραχμήν την οκάν εί; ογδοήκοντα λεπτά.
Ά-τ:ρο εί; τ:ύς ύποσν,ομένους την κατάργησιν τώ·/ ίόρων πρός
σωτηρίαν τής πατρίδος.
* *
Την Ιβϊίμην Απριλίου εγένετο τό μέγα θαΰμα τή; καθο/.ι-
χής ψηφοφορίας. Ό έλληνικό; Λα:ς -ροίήλθεν είς την κάλπην.
ΚΟΝΕΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
Διότΐ( φωνή >αοΰ φωνή θεοΰ. Άλλ' ό Θεός τοιαύτην ημέραν
πίνει σ ά ν θεός.. .ρητινίτην, άσπρο, μαΰρο κρασ'ι, ό',τι τύχτ,,
ό',τι τοϋ προσφέρουσι. Κατά τοιαύτας ημέρας ό λαός δέν πλη-
ρόνει, ^είναι άσίδοτος' ήϊη μάλιστα. όπίτε έμελλε νά ψηφοφο-
ρήση υπέρ τής άσιδοσίας. Καί έρριψε την ψήφον τού έντός τής
κάλπη: υπό την επιρροήν μιίς φιάλη; ρητινίτου, επί χροσδ:κία
—ί'σως—ετέρας. Ό δυστυχής! ήγνέει τί έπραττεν. Ήτο ζαλι-
σμένος'^ τω είπον ότι ή κυβέρνησις έσκόπευε νά βάλη φόρΐυς
νέους, όλους τους γνωπούς καί άγνώστους, νά φορολϊγήστ, τ'ο
ύδωρ τό όποΤον πίν:μεν, τόν άέρα τόν οποίον άναπνέομεν..! Τό
έπίστευσε, κ»ί έρριψε μαύρον κατά των φίλων τής κυβερνήσεως.
Ό δυστυχής· ήγνίει ότι τΌ μέλαν έκεΐνο σφαιρ ίδιον Ιπληττε
καιρίως τα στήθη τής πατρίδ;ς. . .
*
Μετ" ολίγας ημέρας εσχηματίσθη νέα κυβέρνησις ύπότήνπροε-
δρίαν^τοθ κ. Δηλιγιαννη. _ Έξ αυτής ελειπε καί ό Δημητρακά-
κη:. "Οταν συνήλθον οί άντιπρόσωποι τοΰ Ιθνοιις έν Αθήναις,
ό'ταν ή Βουλή κατηρτίσθη, ή'ρξατο ή συνέχεια τής πολιτικάς ά-
κρασίας ή όποία εξεδηλώθη ϊϊίως κατά τάς απόκρεω, ή όποία
εστεφανώθη υπό τοϋ έλληνικοϋ λαοϋ κατά την έβϊόμην Άιτρι-
λιου. Ο έν τη κυβερνήσει δημαγωγός έκήρυςε διά τοϋ βασιλι-
κου λόγου πολιτικάς προγραφάς κατά των αντίπαλον τού έν τν)
Βο^λη, τάς οποίας εξετέλεσαν πιστότατα οί Μαμελοϋκοι τής
πλειονοψηφίας. Μετά ταυτα, υπό τάς υβρείς, υπό τάς άμοιβαίας
επιθέσεις κα'ι τα ξυλοκοπήματα έν τοίς κ;λττ;ις τής πλειΐνο-
ψηφίας, κατηργήθησαν ά φέρο:, μεταξύ ϊέ των άλλων καί ό τοΰ
σιγαροχάρτου, ίνα, κατά τόν κ. πρωθυπουργόν, «ίκανοποιηθώ-
οιν αί έπιθυμίαι των κα-;ιζόντων.»
Τό δημόσιον ταμείον στερεΐται τοιουτοτρόπως δέκα ίκατομ-
μύρια εκ τής καταργήσεως των φόρων. Άλλ' αδιάφορον ή κυ¬
βέρνησις τό υπεσχέθη ώς αντιπολίτευσις,ό δέ πρωθυπουργός, όστις
ουδέποτε έψεύαθη, δέν ένόησε νά παραβί) τας ύποσχέσεις τού.
Αλλ' εί κακόδίυλοιλέγουσιν, ότι αί θύραι" τ;ΰ δημοσίου ταμείον
Ε!!ίΐ ^(νΎί':%%ί!>ζ κεκλεισμέναι, δυστυχώς ουχί καί αί θύραι τής
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
γαστρός των πτωχών δηλοσίων ύπαλλήλω* καί των συνταςιού-
χων—πεινώντων.
Πασά ναυτική προπαρασκευή εγκατελείφθη* ό στρατός δ'.αΧύε-
ται καθ" ην στιγμή; καταλαμβάνϊυσι τή* Φιλιππούπολιν και
άναχηρύττΐυσι θαττΐν ή βράδιον την μεγάλην Βουλγαρίαν, περι-
λαμδάνο-ισαν τή/ΘράκΓ,ν κα'ι την Μακϊδ;νίαν.
Αδιάφορον δι* δλα ταυτα. Τό πρΐγραμμα τής πρώην αντι¬
πολιτεύσεως έξετελίσθη" ή ψήφος τού έλληηκοΰ χ:ν ίκανοποι-
ήθη Οί μο-χθ/ιροί καί οί ά-τεΐίι έχειροκρΐτησαν έν τη έπελθούϊη
καταστρΐφί), έπιφωνοΰντες Άχοκολοκύνθωσις!
Άλλχ' έγώ, ενώπιον τ;ϋ τραγικου καί άπελπιστικοΰ τούτου
φαίνομένου, άπΐσυρό,^ενος είς εμαυτόν κα'ι οίκτείρων τή ι κατά¬
στασιν των πραγμάτων καί την ματαίωσιν των έθνικών όνείρων,
έπαναλέγω τό μυριάκις έπαναληφθεν : Έκαστος λαός είνε
αξιος τής τΰχης το υ—κ αί τής κυβερνήσεως τού.
ΆΙί|ν>[, Ζιΐτφβ;ιι>{. 1885.
Ινοοονιτο.
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΪ
τοϋ μεΛοάραματ. θιάσου των «ΌΑυμπίύντ>.
ΠΕΡΙΗΓΗΣΙΣ
Πανταχοϋ την τροφήν καί ευτυχίαν τού εζήτησεν ό άνθρωπον
διότι η μέν τρέίβ τό σώμα, ή δέ την ψυχήν, άν καί τίνες οε'ν
■αρασίχονται ότι ΰχάρχε- ψ^χή, άλλ' ότι αύτη δέν είναι αλλο
τι η φωσφορικη τις αναλαμπή τού καλώς τρεφομένου σώματος.
«-αι ως πρ:ςτ:;ΰτο μοίφαίνεται,ότι καπως Ιχουσι δίκαιον, διότι
χαι σϋ ωραια αναγνώστρια, μόνον ό'ταν φάγης καλώς, ό'ταν έν-
δυθγ,ς ναπ^ τελευταίον συρμον των Παρισίων, ό'ταν νι'Φης τό
αδρον σου σωμα με σάζωνα τοΰ θρίδακος άρωματώδη, ό'ταν κα-
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
μαρώσνις την μέσην σου είς τΐν καθρέπτην, τότε μόνον θά απο¬
φασίση νά αναγνώση τον Βαλζάκ ή ποιητήν τίνα ρ'ωμαντικόν,
θά κρούστ,ς έχί τοϋ κλει?οχ.υκ6άλου περιπαθεΐς τόνους τοϋ Δο-
νιζέτη η μεθυστικοΰς χορούς τοΰ Στράους" τότε μόνον πλέον
άρχίζεις νά αίσθάνησα: ότι δέν εϊσαι κ ο ΰκ λ α άλλά όλη ψυχή,
ψυχή άξία λατρείας μυρίων έρώτων. Τότε είσαι πράγματι εΰτυ-
'/τ,ς, άν κα'ι πρός συμπλήρωσιν τής εύτυχίίς σου αίσθάνεσαι ότι
σοΰ λείπει μυστακοτόρος τις ίππότης, εάν άγαπας τα χρυσα
ένδΰματα κα'ι τοΰς χοροΰς των άνακτόρων ή ώχρόςτις ποιητής,
εάν ήσαι φίλη τοΰ ρ'ομαντισμοΰ.
Περί τή"ς εύτυχίας ό'μω; οί άνθρωποι, ό'-ως καί περί τής ύ-
πανδρείας, έχουσι διαφόρους ίδέας άναλόγουςτής άναπτΰςεώ; των,
τής άτμοσφαιρικής καί οικονομικάς καταστάσεως καί των άνα-
γκών, αίτινες τούς περιστοιχίζουσι. Σύ λόγου χάριν ί'σως νομί-
ζεις, δτί δΰνασαι νά εΰ'ρης την ευτυχίαν εις τάς άγκάλας με-
λαγχρίνοϋ τινος λοχαχοΰ, τον οποίον έγώ άπεχθάνομαι όταν
καταλαμδάνω ότι δέν εχει καμμίαν πνευματικήν ανάπτυξιν.
Ο "Ελλην ευρίσκει την εύτυ-χίαν τού είς την εξάσκησιν των
ιιολιτικών τού δικαιωμάτων, ό Ιταλός είς μίαν μελωδίαν τοΰ
Βελλίνη, ό Γερμανός έντϊς ενός τ:οτηρίου ζύθου, ό "Αγγλος έν
τί) μέθη καί ό Τοΰρκος είς τό οπιον" άν αφήσωμεν δέ τβς έθνι-
κότητας κατά μέρος καί συλλάβωμίν έκ τοϋ ώτός τα ά'τομα βλέ-
■πομ,εν, ότι ή πάσχουσα σύζυγος ευρίσκει την ευτυχίαν είς τα
λουτρά των Μεθανων, ό άπατηθείς έραστής είς την μέθτ,ν χαί
τό χαρτοπαίγιον, ό έν κακοΐς γηράσας είς την θέαν των κορα-
βίδων καί ό αΐσθανόμενος πλήςιν καί άνίαν τοΰ βίου είς τάς -ερι-
ηγήσεις καί τα ταςείΐΊα. Την ανάγκην μάλιστα των ταςειδίων
αίσθάνεσαι, ώραία άναγνώστρια, πολύ χερισσότερον ό'ταν ήσαι
ή Άγγλικής χατατκευής /; κάτοικος των χλασικών Αθηνών
κατά τό κονιορτώδες καί καυστικόν θέρος, κατά τό οποίον ό
βίος άποδαίνει καταδίκη. Τότε έπιθυμεϊς Γσως νά εύρίσκεσο
είς την ωραίαν Ιταλίαν ή είς τάς άρωματώϊεις Άλπεις ή είς
τα Ήλύσια, ούχι των άρχαίων άλλά των Παρισίων. "Ολα ό'μως
αύτά είναι ζητήματα χράνου καί χρημάτων καί σεΤς αί γυναΐκες
δυστυχώς δέν γνωρίζετε πώ; άποκτώνται τα χρήματα. Άλλά
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΪ
μή λυπεϊσθε, κυρίαι μου. Τάχα τί σημαίνει εάν δέν ίδητε την
πραγματικήν Ιταλίαν καί την ίδητε χαρτίνην είς την σκηνήν
των Όλυμπίων. Έλθετε νά ΰπάγωμεν είς την παράστασιν τής
Ι,οαϋΓβϋίΐ Βοι·£ΐα καί σας βεδαιώ, ότι έν διαστήματι ϊύο ώρών
Θά περ'.ηγηγώμεν ολόκληρον την Φερράραν καί την Βενετίαν"
θά τραγουγήσωμεν έντός μιας γόνδ^λας τό ναυτικόν άσμα Ο !
ΎβηβΙίβ ! ΙιβηβάβΙΙίΐ 1» Γβ^ίηα 8βί άβΐ τηατ. Ψυχή μου ρομάν-
τσα ! Ή μήπως θέλετε νά ίδητε τό Παρίσι; τότε άς ύπάγωμεν
είς την παράστασιν τοΰ γερω-Μαρτέν ή των δύο όρφανών.
Μήπως θέλετε νά ίδητε την Α'γυ-τίν ; τότε άς ύπάγωμεν είς την
παράστασιν τής Άίδας, άν δμως θέλετε νά ίδητε τόν Βεσούδιον
άς ύπάγωμεν είς την παράσιασιν τής Ίίνης. Άλλά βλέπω, ώ-
ραία άναγνώστρια, ότι σιγατε, μήχως θέλετε άραγε νά ύπάγητε
είς τούς ούρανοΰς; Τίς ήξευρε·, είσθε γυνή κα'ι πιθανόν κα'ι τουτο
νά ηναι μία των ίόιοτροπιών σας, άλλ' επί τέλους ί'σως εχετε δί¬
καιον, διότι έκεΐ άνήκετε. Τίτε άς ύπάγωμεν κατά πρώτον εις
την παράστασιν τού1 Φάίυστ, δια νά ί'δωμεν την άκοθέωσιν τής
Μαργαρίτας. "Ηδη λάβετε τόν βρα-χίονά μου καί σας ύπόσχομαι
έντό; δΰο μηνών τού Άθηναϊκοΰ θέρους νά -εριηγηθήτε σχεδον
ολόκληρον την ΰφήλιον. Όρίσατε είς τό τραμβάύ' θά σταμ.ατό-
σωμεν είς τα Όλΰμπια, οχου παίζεται ό Φάουστ.
Μή λησμονείτε, ότι ευρισκόμεθα είς την Γερμανίαν καί μ.ά-
λιστα είς μικρόν χωρίον αυτής, ό'που ή ξανθή Μαργαρίτα στρέ-
φει την ήλακάτην της, άδουσα αρχαίον τευτονικον άσμα. θέλετε
τώρα, ω άναγνώστρια, να μάθητε καί την υπόθεσιν τοϋ Φάουστ;
Αυτήν βεβαίως θά την γνωρίζετε, διότι πρόκειται περί νείτητος,
γυναικός καί διαβάλο.) καί αϋτά τα τρία πράγματα φαίνεται Ετι
έχουσι μεγάλην σχέσιν μετζξύ των. Άρκεΐ λοιπΌν ότι είσθε γυνή
κα'ι μάλιστα άνεπτυγμένΛ,. Άν έρωτατε τώρα καί διά τα χρό-
σωζα τοϋ θιάσΐυ, κανείς δέν κάμνει τίποτε ΐ'-ίτε αΰτός ό Μεφι-
στοφελής, διά την ύποκρινομένην δέ την Μαργαρίταν δετποινίδα
ΜοηΙί είναι χολΰ βαρύ τό μέρος τουτο, άφ:Ο μάλιττα Ιχει φωνήν
γατίου, ώστε μόνςν ώς Μαργαρίτα μεταςύ των γάτων δύναται
νά χρησιμεΰσγι καί νά ονομασθή Άσπρούλα.
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Κρίμα, ότι τόν αδελφόν τής Μαργαρίτας δέν ύπεκρίνετο ό
Δεζόρζιος ! άλλά τέλο; πάντων ό Όλύμπιος αύτϊς Ζεύς πρέ-ει
χ*ί νά άναπαΐιθή ολίγον διότι έκοπίασε μέχρι τΐϋδε ζολύ καί μό¬
νον ένεκα αυτού 'ίσως διατηρεΐται καί δ όλυμπιακός κόσμος, άλ¬
λως ό κ. Λαμπρούνας καί όλοι τού οί θεοί θά έπήγαιναν κατά ϊια-
βόλΐυ.
— Καί ό Φάουστ Έλίας πώς σαςφαίνεται;
— Μοΰ φαίνεται ότι ό Μεφιστοφελής άπ': ό'λα τα γεράματα
τ:3 άφ·?,κε την βραχνίλα κατά την μεταμόρφωσί.
— "Ω τί ώραία, τί ώραία !
— Τί ουμβαίνβι;
— Νά ή άποθέωσις.
— Κ' εμέ άλλας θεΊς μέ κατέλαβεν ό παντοδΰναμος Μορφϊύς.
Λθ'.πόν αυριον είς τό ελληνικόν.
*
— Όρίστε είς τό τραμβάϋ, φιλτάιη άναγνώστρια.
— Ποΰ θά ΰπάγωμεν ;
— Είς τα Όλύμπια, άλλά είς τό ελληνικόν, την Γαλάτεαν
τοϋ Βασιλειάϊου.
— Άςείσέλθωμεν.
Τό θέατρον δέν είναι πλήρες· δέν είναι πλήρες, διότι δεν τ,α-
ριστάνονται οί Φυγάϊες, ουτε οί Πειραταί, κα'ι έπομένω; δέν θά
πέσουν φουρνελα, οΰτε τΐυφεκιαίς" δέν είναι πλήρες, διότι δέν
πρόκειται περί πληρονομίας τής Εϋας Μοραλές, οΰτε περί ό'-
φεων καί τίγρεων καί ποταμών καί τεράτων καί λοιπών.,.δέν πρό¬
κειται περί τοΰ Θωμά τ:ΰ ιταλνιοκαφενέ, οΰτε περί ίνό"ών καί
έγγλέζων, άλλά περί λεπτότητος αίίθημάτων, περ'ι ύψηλών ίδίών
καί περί των εύγενών τής καρδίας τταλμών. Πρόκειται περί
I-
ρωτος υψηλού, περί πάλης τόσων αίσθί;μάτων κα'ι περί κΐτα-
δίκης τής άχαριστίας. Κα'ι, άς το εί'~ωμεν μεταξύ μας, φιλ-
τάτη άναγνώΐτρια, φαίνεται ότι τό Άθηνχϊκόν κοινόν δέν Ιχει τό¬
σω λεπτόν στόμαχον διά νά χωνεύση ολα αΰτά τα ίαγητά, οΰτε
τόσω λεπτά ώτα διά νά αΐσθανθγ) την μελωδίαν ύψηλών ίδεών.
Ίδοί) διατί άπόψϊ δέν είναι πολός κόσμο;· παρα-.ήρησε μάλιστα
ότι ?έν χειροκροτοδνται τα ωραιοτέρα μέρ/;, άλλά μόνον αί κραυ-
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΕΚΟΚΟΥ
γαί κα"' οωνασκίαι. "Ισω. τώρα λογιωτατός τις θά μας Ιλ;γε
ότι πτα οον οί ήθοπθ'οι, ΐ'ι ό—οΤοι καΛοσιινειθιζο,,ν τι κοιν;ν, μη
άναβιβαζοντες συχίά επί σ*ονή; έργα κ/ασικ« καί ΰψηλά. Είς
τ:ν βαρ,ιν όμως παρατηρητήν απαντώμεν ότι τοτε ολΐι οί θεαται
θα τρέξΐυν χατα προτίμησιν είς τη -αντομ'μαν καί ό δυστϋχης
Ταδο,ιλάρης θε) εί μείνει μετά τίύ θιά-ου το.) /.αρφω,»ιέν2ς έκ
τής χεν/;ς είς τοΰς τί£-/;υς τή; σκηνής ώς ά^ρων τ>ς "/ρυ-
σαλλ'ις υπό άσπλάγχίο^ έντο,οολογου. Ζήτω λοιπον 'η Ε^α Μ;-
ραλΐς η όποια έδωκεν είς τ:ΰς ήθΐποιοΰς έκ τή; κληρΐν:μίας
της σ/ε3όν τό ήμ>συ, ζήτω κα' τού ίσπανοΰ Ρ.βείροο πο3 το3
τον πηρα^ε, ίήτω καί τού Ανδρέα τού σκοπευτοΰ, ποΰ τ:ν έ-
σχοτωσε κ' έγλύτωσε ο κόσμος άπό τέτοιον άτιμον κακούργον,
ζί,τω καί τού Θωμά τοϋ Παληοκαφενε '
— Καί τούτων ούτως εχόντων φεύγω,λεν κ' ήμε~ς , δεν βλε-
πε'ς ότι όλοι Ιφυγο; άπό το μέσον τού δραματος,
— Ώς βλέπω ένυσταξατί, ώρα·'α μου, / οιπόν άς φύγωμεν
φα'νε-αι ότι σ5ς άρέσκουν περισσότερον οί Πειραταί γυνα'κες
κα' χειραταί σ^μρωνο^^ν /.αλλιστα διότι καί οί δ^ο είναι αρπα-
κτικά θηρια Λοιπόν αυριον είς τόν Άπόλλωνα.
*
— Όρίσατε είς τό τραμβάυ, φιλτάτι; άναγνώστρια, διΐτι Οα
ύπάγωμεν είς τόν Άπόλλωνα.
— Καί τί είναι άποΐ/ε ;
— Ο Περι-τλανώμενος Ίουδαΐος.
— Καί αΰριο /;
— Ο Περι-λανώμεΌ;
— Καί μεθαΰρ όν ,
— Ο Περιπλανωμενΐς.
— ΚαΊ έπειτα ,
— Ο Περιπλανώμενος.
— "Ω θεέ" μου ' λοιπόν αύτος ο Ι;υδαΐο; θά καρφώσ/ι
τόσους χριστιανους επι τόσας νυκτας είς τα ξΛχ τοΰ Απόλ¬
λωνος ' '
— Ναι άλλ' Ιχει τό δράμα τουτο τόσας περιπετεία?, τοτας
σκηνά:, ώστε θά διασκεδάσωμεν" άλλως τε κα'ι ο Άλεξιάδη;
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
είνε άμίμητος ώς γέρων άπόμαχος Δαγοβέρτης, θά ίδωμεν
καί τον χορόν καί τίσα καί τόσα αλλα. Ιδού άνοίγεται ή αύ-
λαία κα'ι άρ-/ίζει δ χρόλογος. Πόσαι μεταλλαγαί σκηνών ! Νά
καί ;έ γέρων Δαγοβίρτης, ό κύριος Άλεξιάδος καί μοΰ φαί-
νεται πως καί αύτος έρχεται διά καμμίαν χληρονομίαν, ήτις
έπεσεν είς τάς χεΤρας των καλογήρων, Ιπειδή αί έπίγίΐοι κλη-
ρονΐμίαι είνε ί'σως προτιμωτεραι άπό την κληρονομίαν των οΰ-
ρανων.
Τό δραμα είνε καλόν διά την σύνδεσιν, πρό πάντων δι* έκεί-
νους οίτινες δέν ανέγνωσαν τό μυθιστόρημα. ΉμεΤ; ό'μως οίτι¬
νες τό ανεγνώσαμε·/·, φεΰγομϊν την τετραέσπερον ύγρασίαν τον
Απόλλωνος, χειρΐκροτοθντες τόν μηχανικόν τής σκηνή; ϊιά
τοΰς κόπους τού.
Άλλο 8έν μας μένει ταρ'χ ή παντομίμα κα'ι ό Βόλπης μέ
τα ζίία τού. Άς είσε'λθωμεν πρώτον είς την παντομίμαν. Ιδού
ή Γενοβέφα, ή όποία διά νά ϊώσϊ) φωνήν είς δλα τα μελη τοϋ
σώματός της, ένω τό στόμα της κατεδίκασεν είί σιγήν, κινεΐ
τ;υς βραχίονας έρρόθμως ώς κώπας βασΐλικής λέμβου. Άλλ'
ό'μως ή γυνή αύτη είνε ώραία καί την δμιλίαν της αναπληροί
ή έκφραστιχότης των μελών της. "Αμποτε ή γυνή καθ" όλον
τόν βίον της νά πΐρίστανε παντομίμαν κα'ι ουδέποτε νά ώμίλει'
αύτό δχι μόνον Οά Ιθελγε τόν ά'νδρα άλλά θά ήτο κα'ι πρός
όφελό; της διότι πολλά θά έγλΰτωνε ξυλοκοπήματα. Πλήν
ήξεύρετε, ώραία άναγνώστρια, πόθεν προήλθεν ά'ραγε ή γέννη¬
σίς τής παντομίμας ; Πώς ό ανθρωπος ήθέλησεν, ένω είνε όμι-
λητικόν ζώον, νά γείνΥ] επί σκηνής αφωνος ίχθϋ; ! ! Ά ! βλέ-
πω, ότι σιγατε καί διά παντομίμας μοί άποχρίνεσθε 'άγι' τό
άναγινώσκω είς τάς ωραίας όφρυς σας. Έγώ λοιπόν νά σας
λύσω την απορίαν....
Ή παντομίμα έ*λα6ε την αρχήν της άπό τάς ωραίας γυναί¬
κας, αίτινες ώς επί τό πλείστον είνε καί άνόητοι (σεΐς άνήκετε
μόνον είς την πρώτην τάξιν,) κα'ι αί οποίαι δταν κΜοδνται μό¬
νον, δταν έκφράζω-ί τι διά τοϋ βλβμματος, χωρίς νά θέτωσ;
την γλώσσαν των είς ενέργειαν, παριστάνουν κάτι τι άγγε)ι·
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
κίν κατ' αυτήν την Ιποφιν ή παντομί.χα εχει καί τα καλά
της /.αί μόνον τοιαύτην έγώ την χροτιμώ. . . . Άλλ' ιδέτε
πόσον κΐί τό κοινόν μένει αφωνον έκ χροσοχής ! ! Θαρρεϊ τις,
ότι σιωπα διά νά μή χάση καμμίαν λέξιν τινός ααντομιμιτζή.
Έν τούτοις κάποτε ακούονται καί τίνες ^ωναί άπό σκηνή; αί¬
τινες είνε φωναί μάλλον ζώων ή άνθρώ-ων, διά τούτο ή παν-
τομίμα σχετικώς πρός τι κοι/ον σημαίνει αποκτήνωσιν.
Τό περίεργον ε'νε, ότι μεταξύ των θεατων οί πλεΐστοι ανή-
κουν είς την άνεχτυγμένΛ,ν λίγομένην τάξιν, προσεχοντες έν
κατανυκτικτ) σιγί) καί έν ρετιγγότα περιβεβλημένοι.
— Αί καί τί σημαίνει τουτο; τί ήθελες τάχα εΐπεΐ εάν Ιδλε-
πες εν ζώον τού Βόλπη μέ ρεδιγγίτα καί φαδορίτας, όμοιάζον
άπαράλλακτα ενός πολιτικοΰ;
— Έτσι α"; λοιπόν άς ύπάγω;χεν εις τοΰ Βόλπη.
*
Ιδού ό κΰριος Βόλχη; θιασάρχηο, τ;ν οποίον ήθελε ζηλεύ-
σει κΐί ό Άλεξιάδης διά την εύπείθειαν τού θιασου τ:υ.
Όμιλεΐ πρός τα ζώά τού διά τής γλώσσης κα'ι τής μάστι-
γος μέ τίνα ζωώΒη γρυλλισμόν, ώς νά προσπαθή τοιουτοτρόπως
νά γείνη καταληπτός πρός τούς άρτίστας τοο. Βλέχω τόν Ινθουν
Κοκόν τόσον λαμπρόν καί προσεκτικήν μάγειρον, ώστε παίζειτό
μέρος πολυ καλλίτερα άπό κωμικοΰς τινάς τοΰ Ελληνικόν θιά-
σου, οίτινες δέν ξεύρουν τί λέγουν επί τής σκηνής. Ώς τρζς
αύτό είνε άξιέπαινος ό Εικός, διότι προτέ-χει νά μή χαλάσνι την
σοθπαν τοΰ θιασάρχου τού.
"Οταν δέ σκεφθή τις είς ποίαν ανάπτυξιν δύνανται νά φθάσουν
τα ζωα καί εί; ποίαν αποκτήνωσιν ό ά'νθρωπος, θά καταλήξη
είς τό σ^μπέρασμα, ότι ό θίασος τού Βίλπη είνε παραπολΰ μι-
κρός καί ό'τι πρέπει νά αυξήση διά τής προσλήψεως τινών
προσώπω ν, ούτως ώστε νά μή βλέπομεν μόνον τα μαγει-
ρεΰματα τοϋ Κοκοϋ κα'ι την Αραβικήν Ιχποδρομίαν εί; τοϋ Β:λ-
χη άλλά καί βουλήν καί δικαστήριον καί παράστασις ελληνικάς
καί διαδηλώσεις αντιπολιτευομένων, άφοίϋ μάλιστα ό Βόλπης κά¬
μνει μεγάλην χρήσιν σου,λάδας καί φαδορίτας, υψηλού καπέλ-
λου καί ρ'ετιγκότας.
142!
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
— Άλλά τι νόστιμος είνε έκεΤνος ο -ιθηκος ποΰ κράτει εν
φαναρι όπισθεν τής κυριας, ηΐ'ς εϊιε σκΰλλα ' ' .
— Καί ποίος πιθηκΐς το3 πολιτισμΐϋ δΐν χ.ρατε~ σημερον
εν ΐανάρι όπισθεν μιας κυρίας Σκύλλα;;
— Ώς πρός αύτό κρϋβε λογια, φιλτατε αναγνώστα, -ρός
χάριν τή, άναγνωστρίας
Καί μηπως τα αΰτά παιχνιδια δεν δύ/ανται νά κάμουν καί
τοσοι άλλοι, Διατί τάχα να Οαυμασω την κατσίκα ι, ήτις στη-
ρ ζεται διά μίαν μο ον στιγμήν είς τα γείλη μιας μποτ λλιας,
ένώ ό τάδε κρασοπατέρας τα^ματαρχης έστήριξεν ολόκληρον
την ϋωη;του είς τα χειλη μιας μποτ'/λιας ' καί ό κ Γ επάνω
είς μίαν τράπουλαν παιγνιοχάρτων;' Πως νά θαομάσω τόν -ι-
θηλον με τό υψηλόν καπέλλον, άΐοθ τοσοι νεανισκοι τελειο-
ποιησαντες έντος έξαμήνοο τάς σπο^δας των έν Παρισίοις,
έ-ανέρχονται ύψηλοκάπελλΐι, διά νά μη ε'πω υψηλοι-κα-
πηλοι ! Πώς νά θαυμασω την άρκτϊν, ήτις περιπατεΤ εχι
μιας Ό) οκλήρου σφαίρα^, άφοϊ» ό συμπατριώτης της πανσλαυΐ-
σμός πλησιάζει να καταλαδτ-, ολόκληρον τη; ύφηλιο; '
Άλλά βλέτ-ω ότι έπεσαμε; πάλιν είς την πολιτικην κα'- θά
σομπεσϊ) έκ νέου ό λόγος περί ζφων, οαβοριτας καί ρ'ετιγ-
γότας .....
Λοιπον, ώ αναγνώστα μου καί ώρα'α άναγνώστρια, σας ει-
δοποιω ότι ή περιοδεια μου ήτο μέ/ρι των Ιώων, τα όχοΐα
μονο/ άπαξ πρέπει τις να βλέπη διότι άλλως έπέρχ^ται άπο-
γοητευσις.
Σας έγκαταλειπω λοιπον καί πιστευω τοΰ χρονου
πλέον να σας έ·τανι?ω.
Καλήν νύκτα σας '
Αύγουστος, 1885
Ιωάννης Δ Νικολαραε
§*>
ΚΟΝΓ.Τ. Φ. ΓΚΟΚΟΥ
ΦΛΥΑΡΙΑ
Έχάθη τό ίδανικόν" ό Φοΐδος πάει, πάει'
Τό πεζικόν τόν Ιφαγε κ' ή γλώσσα σου, Μανώλη'
Λύρα κατάχλωμος κράτει κι' αύτϊά ψωμοζητάει,
Μά φεύγουν — σιν σέ δράματα Άντωνιάδου — ολοι.
Κ' ή Μούσαις; — μακαρία τους, εΰλογτ,μένη &ρα' —
'Αφοϋ τα πάντα Ιψαλλαν κι' αύταΐς ταίς ψάλλουν τώρα'
Ψάλτης είς -ό κεφάλι τΐυς « Δεΰτε είς ό'λους κράζει,
Τον τελευταίον άσπασμόν» πλήν άδικα βραχνειάζει.
Άφίληταις πηγαίνοανε ώσάν Μιστριώτου στόμα ....
Λίγο καιρόν ό Παρνασσός θά καμαρώνν) άκόμα"
Σιδηροδρόμους τί ψηλα'ις κορφαίς τού θά ίδοθνε,
Κάρα μέ λειβαδίτικα μπαμπάκια νά περνουνε. . .
Τα ιδία καί ό Έλικών νά πάθη δέν θ' άργήσϊ)"
Χρηματιστήριον κ' έκεΐ κανείς μας θενά κτιση!
Τα πάντ' άλλάζουν κα'ι περνοϋν" έτσι τό θέλ' ή μοΤρα"
'Όταν ή λ ί ρα τραγουδεΤ, βο^βαίνϊται ή λ ύ ρ α. . .
Έ, κα'ι νά έδουδαίνετο, μωρέ παιϊιά καϋμένα,
Κα'ι τού Δεμάθα ή ψευτί,ά καί τοϋ Γιαννά/." ή πεννα !
Έχάθη τό ΐδανιχόν είς τούς σοφοΰς μας -/ρόνους,
Ό κίσμΐς μέ τον Πήγασσο δέν σπέρνει στόν αιθέρα
Καί μέ τα ποδαράκ^ά τ:υ βαδίζε; ή μέ ό'νους . .'.
Πλήν βάζει στά καπούλια τους σιτάρι, οχι άγέρα.
Φώς έπυτήμης έΤ,αμψεν" ό κόσμος έλυτρώθη
Άπό τής Μούσας τή γενιά καί τα φρενοκομεΤα'
Άπό προλήψεις καί θεό καί ρ'άσα έλευθερώθη'
Πάει ό Γέ'ρο - Σαβαώθ νά βρή τό Γέρο Δία !
Έμούχλιαζε τό γάνχασμ.α στΐν άφαντό τού θρόνο"
Τ' άλλαςε όλα ό συρμός εξω άπ' εκείνον μόνο'
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦ1ΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Είχε κηρΰξει τό μηδέν ό ά'νθρωπος θεό τού,
Πλήν τέλος χειροτόνητε τόν ί'διο έαυτό τού. . .
Ή έπιστήμ' είνε θε'ος σ' όλο τόν κόσμο, μάνη"
Σέ λίγο θά λησμονηθοϋν άκόμα κα'ι οί 6ρόνοι
Σάν τό τραγοΰδι π' άφινε, στήν Αίγυπτον ό Μέδων'
"Οπως ξεχάσθη ό Καμπας στό Πταισματοδικεΐον,
Έμπρός στόν φοβερόν Καμ-αν τοσοΰτων οΐκοπέδων,
Έμπρος στον δορυκτήτορα γαιών καί χωραφίων. . .
Άλλά τί Ιλεγα; θαρρώ διά τϊν -ρώην Πλάστην"
Καιρός τό «-ρφην» καί αυτόν νά τόν τιτλοφορήση
Ώς ρεΰ ! συχνά τιτλοΐΐρεΐ καί άλλους καθ' εκάστην.. .
Ώς οί Μεγαλειότατοι ! κι' αύτος άς λησμΐνήσγ;.
"Αλλως άς ρ'ίψη κεραυνούς' άλλά κι' αύτό άν κάνγι,
Τό άλεςικεραΰνιον σάν ποντικούς τούς πιάνΐΐ. . .
Τα παραμύθια τε'ρασαν άν γράφ' ή Παλαιά τού
Πως ό Θεός είνε θεΐς κ' έαεΐ; έκείνου φλέδα,
Τό γράφει κι' ό σημερινάς αΐών είς τα παληά τΐυ !
Ά, ό κακόμοιρΐς Ά3άμ καί ή Κυρία Ευα
Δέν έ'χουν διόλου τόν τιμήν νά ηνε πρόγονοί μας'
Οί συκο^άγοι παντελώ: δέν είνε ή άρχή μας. . .
— "Ο τι κι' αν γράφη ή Παλαιά είνε ψευτιά κα'ι κλάνη-
Έχομεν την τιμήν ημείς — ειν' ίίφος Δεληγιάννη —
Νά σφΰζη είς τάς φλέδας μας αΓμα πιστων προγόνων"
Γορίλλοι είν' οί πρόπαππςι ημών, Γορίλλοι μόνον.
Προπάτορας έτΰχαμεν πολΰ εύγενεστέρςυς,
Ή κάν άπ' τόν θϊό/ουτον Αδαμ έςυπνωτέρους. ..
Μπορεΐ κ' ή Παλαιά Γράφη ψευτιας νά ηνε βρόχι,
Ψεύματα λέγει ό Θεός, άλλά ό Δάρβιν όχι!
Έχάθη τό ίδανικόν' τ:ϋ τίναςαν τή ράχι
Ό πήχυς καί τό νοΰ;α.ερο' μ' άγέρι δέν δειπνίΰμε*
"Οταν άϊειάζει ή καρδιά γεμίζει τό στομαχι·
Τ6ρα στόν τά?ο μ' άδΞ-ανή κοιλιά δέν θενά μποθμε,
Ουτε θενά στεναζωμε γΐά μΐά π^ϋ μας άρέσγ).
Την όρεξι σου άνοιςε ; την πιάνεις άχ' τή μέση
ιο
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
Καί δί-χως δάκρυ, «σ' άγαπώ καί θά πεθάνω, φώς μου,»
Χωρίς νά την παρακαλτϊς, χωρίς άκροστιχίδα,
Στήν άγκΛλιά σου χαίρεσαι την εύμΐρφιά τοΰ κόσμου
Κ' Ινα μικρό διάδοχο άφίνεις στήν Πατρίδα.
Νά Ιρωτας' κ' ά νέοι μα; άκόμα καί οί όνοι,
Έτσι γνωρίζουν ή δουλειά αυτή πώς τελειώνει.
Λ
Κάτω τΐϋ γάμο,ι τα βαρεία δεσ,,ιά, τα σιδερένια,
Των έλαΐιών τα μέτωπα, ή ζήλιαις καί ή εννςια'
Την ευτυχίαν καί ημείς των ζώων θά χαρώμεν,
Χωρίς πρόληψις, φ,ισικά, Ιλεΰθεροι θά ζώμεν.
Ζωα δέν ήμεθα κ' ημείς καί μάλιστα τα τρώτα ;
Γιατί λοιπόν γυρίζω,χεν είς την χαρζ τα νώτα ;
Γιατί τόσο θυμόνωμε άνίΐως ή χλευρά μας
Δίνει καί χέρν' εν* ΐιλί άπό τό γείτονά μας;
Ε!νε τα κέρατα βαρεία ; ρ'ωτΓ,σετε τόν Δεϊνα'
— Τό ό'νομά τυ περιττόν — /.αι θά σας άπ^ντήσγι,
Πώς οΰτε τα αίσθάνεται* έ'χει γ^αΐκα φίνα"
Πΐτέ δέν τό έννόησε .... καί τί άν τό 'νοήσιτ,;
Αΰτο δέν τον κΐυράζει,
Τό κορωνάτί μέτωτ:ο μπορεϊ καί τ' άνεδάζει.
Ακόμη χθές μϊΰ Ιλεγε μία γνωστή κυρία,
«Πώς μέ συνθήκαις ή τιμή εϊν' ϊντι;χος μωρία.»
"Αν άτιμία την τιμήν χ~' την άρχή έ/.αλοΰσαν,
Ώς άτιμαις ή τίμιαις γ^ναΐκες θά περνοΰσαν.
Β
ΕΤμεθα τόρα στήν άρχή' πλήν ή ήμέρα φθάνει,
Ποΰ τή ζωή όλόχαρος κανείς θ' άχολαμδάνγι
Καί ϊίχως οΐκογένεια θά ζώμεν καί θρησλεία,
Χωρίς παπάδες κα'ι ψευτιά κα'ι φλύαρα βιδλία.
Μίνο την άριθμΛ,τική θά 'δρίυκη τυπωμένα,
Τούς λίγοϋς τούς βασιλικούς μέ Δηλιγιάννη πέννα. .
Δέν θενά ήνε πο,ιθενά είρκταΤς καί λαιμητόμος"
Θά ην' ή φύσις βασιλεύς, τό ρ'εμχελΐό ό νόμος.
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
θά ηνε ή γυναΐκα μας των (υ[λπατριωτών μας
Καί έκείνη ίδική μ.ας.
Κάθε παιδί ποϋ γεννηθή θά ηνε καί δικό μας,
Γιατί δέν θά γνωρίζωμε ποΐρ είνε τό παιδί μας. . .
Καί τότε ή καρδί* μας γιά ό'λους θενά πάλλγι
Καί ολοι θ' άγαπώαεθα μ' άγάπη πχό μεγάλη"
Ό έ'νας θά αίσθάνεται διά τόν άλλ:ν πόνον1
Δέν θάνε ή άγάπη μ.ας φιλάργυρη καί μόνο
Γιά δύο- τρείς! έγωισμοΰ λουλοΟΒι δέν θά οζει,
'Ωσάν την διαθήκη σου, άείμνηστε Δεκόζη. . .
Άπό τής μάνας τό κακό θά έλευθερωθοΰμε
Κι' άπ' τα φιλιά της τ" άνοστα" μιά θαναι ή μητέρα,
Ή γή πΐΰ γεννηΟοΰ,Αε,
Κ' έ'να δέν θϊνά έχωμε μονάκριβο τζα-έρα.. .
Πέφτει κι' ή μητρική στοργή, τό βάρβαρον καθήκον,
Τό φίλτρΐν τό άνίητον, τού γάμΐυ ή βλακεία"
Θά τρώμιε άτιμώρητοι βκ τής συκής τό σΰκον'
Θά λείψ' ή οΐχ.ογένεια, θά λείψ' ή τύραννα,
Έμπρός" (ό, κουλουβάχατα ό κόσμος θενά γίνη'
Τέλος θά ευτυχήσωμεν κ' Ιμεΐ; ώσάν τα κτήν). . .
θρί;σκεία, μάννα, σΰ^υγοι, άδέλφια, παραμύθια,
Πηγαίν;^ν είς τό άνάθεμα κι' άρχίζει ή άλήθεια.
Ό γάμος ό έλίύθερος στόν κάμ,πο, στό γρασίδ:,
Καί ϊίχως ψάλτγ, καί ζαπά έλεύθερη κ^δεία"
Τό καλοχαΐρι θαχωμε τή γΰ,λνωΐι στολίδι,
Γυμνο'ι θά σ'.ργίανίζωμε κι' αύτό οίκον5μία. . .
Την «δελφή σου θ' άγα-ας ν.αί θά καλοκαρϊίζης
Άκόμα καί την κόοη σου χωρίς να τό γνωρίζιρς. . .
Κι' άν τό γνωρίζνις τάχα -.{; βλάπτεις μ' αύτό κανένα ;
Δέν ταχε με τή/ κόρη τού ό Βόργια; ψημμίνα;
Ήτον έκεΐνος άνθρωπος, Ιόλεπε καί χΐρέκει·
Άπ' τής σαι'τας τόν καιρΌ ττροϊδε τό τουφέκι. ..
—Έϊώ άκούω «/^νισμός» κα'ι ιιβδελυρΐν» άκόμα"
Ά, βγαίνει άπό χοιητοΰ ό λίγος οΰτος στάμα.
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
—"Ε, πειητά μου' εύτυχως δέν μοιάζεις μέ κανένα'
Σΰ θέλει ς κόρηαρρωστη, σχεδόν άγέρα, σκόνη.
Άχ, μέ την πΐύλια τή χλωμή, θαρρώ, τά'χεις ψημμένα
Γιατί είνε άρρωστηάρικη... ό ήλιος σέ θαμβώνει!
Όμως έμεΤς ταίς θέλουμε γεραΐς σάν τα ραπάνια,
Γεμάταις αΓμα καί ^ωτιά καί. . . ϊίχως περιφάνεια.
Κι' αν συγγενεύωμ.ε μ' αΰταίς κιμμάτι δέν πειράζει'
Ώ, δέν λεπτολογεΐ κανείς τό αίμα δταν βράζη.
Την ποίησι ν.αί τή ψευτιά άλήθεια ξερριζώνει.
Πάνε οί χρίνοι τής σκιάς, τού ηλίου ηλθαν χρόνοι'
Ιΐρώτα βασίλευε ή καρδιά σ' ό'λη τή γή, μονάχη,
θά βασιλεΰσγι σήμερα κα'ι τό γερο στομάχι.
Τή σκε*ασμένη ήδο-;ή χαρά θά ξεσκεπάση
Κι' ή ανθρωπότης ή πτωχή μέ θάρρος θά γελάσν).
Στά χρίνια τ;ϋτα τα πεζά κι' ό "Ομηρος άν ζοιΐσε
Τοΰ κύρ Βαρνάδα μάγειρας νά γίν/] θά ζητοθσε'
Μπριζόλαις θενά Ιψηνε μέ τα ποιήματά τού,
Καί θενά ητον πάντοτε γεμάτη ή κοιλιά τού,
Ό Άρ7_ιμήδί;ς μ;ναν.ά θενά καλοπερνούσε. . .
Ό Θουκυϊίδης τοΰ Σ,;γγρ:ϋ θενά παρακαλοασε
Νά πάρϊ) τα κατάστιχα, καί μετά προσπαθείας
Ό ήρως των Θερμοπυλών, ό τής Ελλάδος στήλος,
Θά ήτο τό «λύ πολϋ κανείς έπιλοχίας,
Καί κηρυξ θά εγίνετο ό φωνακλας Αϊσχΰλος!
Σάν τον Γιαννάκη σήμερα μέ τ;ΰς ΰχαστυνόμους
Τιν Εΰριπίδη θάβλεπες μέ τόν Κριεζή άντάμα,
Τον Σοφοκλή νά περπαττϊ μέ σάκκον είς τοΰς ώμους
Κι' είς σένα θενά αφινε, Κουτούβαλη, τό δραμα! .
Στά χρδνι' αύτά τα φωτεινά ή πίίησις καί πλάνη,
Τό πνεϋμα παραδίδει'
Καί μόνο ό Λουκιανός μέ τόν Άριστοφάνη,
Χάριν θά εύρισκον — εάν έχέτρεπες 'Ροίίη.——
Α. Π.
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΠΗΛΕΝΙΑ ΠΕΘΕΡΑ
Σκώμμα
Π Ρ Ο Σ Ω Π Α
Τασσοσ Μαγκανοε Σπύρος Τζαμασ
ΑχθΟΦΟΡΟΣ ΣτϊΛΙΑΝΗ
*ΙΙ σκκινή σύγχρονον έν Αθήναις.
Δωμάτιον εύρύχωρον γυμνον έπΐπλων σχεδόν. θύραι τοϋ δωματΐου
έχατέρωθεν. βύρ» είς το βάθος* χαΐ δεξιά μέν τής θύρας τβυτης ψάθί·
νόν άνάκλιντρον άριστερα δέ τραπέζα έφ' ής υάλινον αδειαν πλήρβς
δδ έ έ έ ΐθϋ Εί ί ίύ
δδα
στ
ρ ρρ ρ φ ή δ ρ
ατος, έν ω πλέουσιν έρυθροι ΐχθϋς. Επί των τοίχων είχύνες παρι-
ώσαι σχηνάς τής Έλληνιχής ίπαναστάσεως. Έδώλια ψάβινα.
ΣΚΗΝΗ Α'
Μαγκακοσ εϊβερχέμενος άριστερόθεν, ΤζΑΜΑΣ
εΐσερχ6μενος δ; ι -ής μεσαίας θύρας.
ΤΖΑΜΑΕ
Καλημέρα.
ΜΑΓΚΑΝΟε
Καλώς τον.
ΤΖΑΜΑΕ
Μ' έγύρευες, εμαθα.
ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Ναί, ήθελα κατι νά σοΰ είχώ. Κάθησε.
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΐ
ΤΖΑΜΑΣ χββημενος
Συννεφιασμένο σέ βλέπω' τί τρέχει;
ΜΑΓΚΑΝΟΣ χαβήμενος παρ' αύτω
Νά. . . ή Στυλιανή. . .
ΤΖΑΜΑΣ
Τί Ιπαθε ;
ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Ζέρω κ' έγώ ;. . . ελεγα νά την Ιπερνες σπίτι σου...
ΤΖΑΜΑΣ έγειρόμενος
Σπίτι μου ;
ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Γιά λίγον καιρό μονάχα. . . οχι γιά πάντα. . .
ΤΖΑΜΑΣ
Μά τί Ιτρεξε ;
ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Είμαστε πέντε μήνους παντρεμμένοι. . .τί λέω 'γώ, . . πεντε
καί παν" έ'ξη. . .σ' αύτΐϋς τοΰς έ'ξί; μήνους μέσα έναν κακό λόγο
ϊέν άλλάΞαμε. Καλή, φρόνιμη, νοικοκυρά, είνε χβριτωμένη γυ-
ναΤκα ή Στυλιανή μου. . . μά είνε τώρα καμποσαις 'μέραις πο3
2έν κάνει αλλη δουλειά παρά νά κλαίιτι άπΌ τό πρωϊ ίσα μέ "Λ
βράδυ.
ΤΖΑΜΑΕ ϊχπληχτος
Κλαίίΐ;
ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Καί τί κλάμμα !
ΤΖΑΜΑΣ χαθήμενβς
Μήπως Ιχει τίποτε; Δέν την 'ρώτηΐες;
ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Μιά καί δυό φοραϊς; Κάθϊ στιγμή τή 'ρωτώ. . . μήπως λέει
καΐ τί*οτε;. . . Τίποτε... Δέ βγάζει μιλιά άπ' τό στόμα της
καί νά τα δάκρυα ?σα μέ τα πόδια ττ,ς.
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΤΖΑΜΑ):
Μπα!
ΜΑΓΚΑΝΟΕ
Είχα κ' έγώ νά σέ παρακαλέσω νά την πάρης γιά μεριχαΐς
'μέραις 'ς το σπίτισου, σάν άϊερφή σου ποΰ είνε, 'ίσως καί σας
επεθύμησε, ξίρω %' έγώ;
ΤΖΑΜΑΕ
Τί νά κάνη 'ς τό σπίτι; Πέντε άδέρφια χωρ'ις μάνα, χωρίς %οι-
τέρα, καθένας μέ τή δουλειά τού Ιξω άπ' τό σπίτι όλη την ή-
μέρα, τί νά κάνγι σ' έμας ;
ΜΑΓΚΑΝΟΕ
Νά ξανοίξη ή καρδιάτης. ..ξέρω κ'έγώ;
ΤΖΑΜΑΕ
Ά, μπα! κολοκύθια' Φώναξες τό γιατρό;
ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Τρείς γιατροϋς τής εχω φέρει *σα μέ τώρα.
ΤΖΑΜΑΣ
Αί', τί είπαν;
ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Κανένας δέν 'μπόρεΐε νά καταλάδϊ) τί Ιχει.
ΤΖΑΜΑΕ
Ποϋ είνε ; παμε ·ίά την ίϊω.
ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Νά την ερ-χεται. . . Κΰτταςέ την, πάλι κλαμμένη είνε Δέν
την 'ρωτας έσύ τί Ιχει, τί θέλει; ίσως έσέ/α σοϋ είπτϊ τ:ν πόνο
της.
ΤΖΑΜΑΣ
θά την 'ρωτήσω' ά'φησέ με μονάχΐ μαζή της.
ΚΟΝΣΤ. Φ. ΓΚΟΚΟΪ
ΣΚΗΝΗ Β'
Οί αμπέρο ΣΤΥΛΙΑΝΗ
ι
ΣΤΥΛΙΑΝΗ μελαγχολικώς.
Καλημέρα, Σπϋρο, πώς άπό 'δώ;
ΤΖΑΜΛΣ
ΑΓ, ήρθα νά ίδώ τί κάνετε.
ΣΤΥΛΙΑΝΗ δαχρύουσα.
Τί κάνουν τ' άδϊ'ρφια μας; πώς δεν ερχουται ; . ... μ' έξε-
χάσατε.
ΜΑΓΚΑΝΟΣ χρυφίως τω Τζίμα
Αύτό είνε ποϋ σοΰ λέω. . σας έπιθύμησε.
ΤΖΑΜΑΣ
Δέ σ' έςέχασε κανε'ις, Στυλιανή μου, μά ή δΐυλειαΐς, βλέΊτεις.
ΜΑΓΚΑΝΟΣ χρυιρίως τω Τζάμ.α
'Ρώτησέ την το λοιπόν, έγο> έδώ είμαι, δέ φεΰγω. [Μεγαλο-
φωνως.] Θέλεις τίποτε, Στυλιανή; πάω ί'σα μέ τό χαζάρι.
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
ΌχΓ εύχαριστώ.
ΜΑΓΚΑΝΟΣ όπερχόμενος ιδία
Τί νά έχη ή καθμένη !
ΣΚΗΝΗ Γ
Οί ανοτερω πλήν το2 ΜΑΓΚΑΝΟΤ
ΤΖΑΜΑΣ
Λοιχόν, Στυλιανή, πως τα παμε ; χ,αλά;
ΓΕΑΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
στϊλιανη
Ά!
ΤΖΑΜΛΣ
Γιατ'ι, γιατί, βαρυαναστε-/άζεις;
ΣΤΪΛΙΑΝΗ
Άμ' είνε ζωή αυτή ;
ΤΖΑΜΑΕ ν
Τί Ιχεις; δέν εισαι εϋτυχισμένη ;
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Εύτυχισμένη λέει; Ποίος έ'χαΐε την ευτυχία γιά νά την ευ'ρω
'γώ;
ΤΖΑΜΑΣ
Τί λές, Στυλιανήμου; εχεις κανένα παράπονο μέ τόν άντρα
σου;
ΣΤΪΛΙΑΝΗ
Ά, ό καύ'μένος ! καλλίτερος ά'ντρας δέν 'μπορεΤ νά γείντ) σ'
αυτόν τ'ον κόσμο.
ΤΖΑΜΑΕ
Λοιχον ; χοΰ είναι ή δ,ιστυχία σου : [Βλέπων αυτήν χλβίουσαν] .
Μά τί κλαΐς ; τί σοΰ λείπει; "Ολα τάχεΐς, άφοί3 καλλίτερος αν-
τρας 3έν 'μπορεϊ νά γείντ, 'ς αυτόν τςν ν.όσμο άπό τόν Τάσσο.
Στό σπίτι §έν είχες τα καλά ποΰ Ιχβις έδω. Είχαμε την άτυ-
χία νά χάσουμε τοΰς γονιούς μα; μικρά παιδία, σας έ;χεγάλωσα
έγώ, σ'έπάντρεψα, ζίΐς εύτυχιαμένη, τί παραπάνω θέλεις;
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Τί θέλω;
ΤΖΑΜΑΕ
Να'ι, πές μου τί σοΰ λείπει νά σοΰ τό δόσουμβ. Άν ίέν 'μ^ο-
ργ Ό άνδρας σου ενας, πέντε άδέρφια είμαστ' έμεΤςκαί ό διάδο-
λος νά σκάσγ) κάτι θά καταφέρΐυμε.
ΣΤΪΛΙΑΝΗ
Οίτε ό αντρας μου, οΰτ' έσεΐς Θά 'μπορέσετϊ—τέ νά μοΰ δώ-
σετε έκεϊνο χοΰ Θέλω καί γι' αύτό θά εΐμαι πάντα δυέ
153
ΚΩΝΣΤ. φ. ΖΚΟΚΟΪ
ΤΖΑΜΑΣ
Τόσο μεγάλο πραμχα είνε; [Βλέπων ότι πάλιν χλαίει.] Πάλι
κλαΤς; Τέλος πάντων πές τί είνε καί ποίος ξέρει αν δέ 'μπο-
ρέσουμε νά κάνουμε τίποτε
ΓΤΎΛΙΑΝΗ όλοφυρομένη
"Άφησε... δέ γίνεται. . .
ΤΖΑΜΑΕ
Μά μην κλαΐς, Στυλιανή μου' γιατί ραγίζεται ή καρδιά μου
νά σέ βλέπω. . . Πές μου τί είνε. . . Έλα Στυλιανή, πές το
τ;ϋ άδερφού σου. Στυλιανή μ;υ. (έναγχαλιζόμενος αύτην.] Μή χαλ-
νας τα ματάκια σου... τί θέλεις ; πές μου τί θέλεις ;
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Ήθελα...
ΤΖΑΜΑΣ
Λέγε λοιπόν... τί ήθελες ;
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Ήθελα μιά πεθερά.
ΤΖλΜΑΣ
Τί χραγμα;
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Μιά πεθερά.
ΤΖΑΜΑΣ
Πεθερά ;
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Ναί.
ΤΖΑΜΑΣ
Τί είνε αύτό ; Ιπιπλο ή ρούχο ;
ΕΤΥΛΙΑΝΗ
Καλέ μιά πεθερά ...πεθερά... πως νά σοδ είπω ;.,..
5 154
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΤΖΑΜΑΣ
Μά μήπως ξέρω έγώ τί θέλετε νά 'χήτε σήμερα μ' αϋτό ; κα-
θώς κατήντησαν ή μόδες ποϋ ξέρω έγώ τί θά είπη πεθερά ;
1ΤΥΛΙΑΝΗ
Άχ. Θεέμου" δέν καταλαβαίνεις. Καλ^ σοΰ λέο> πεθίρά....
νά σά· νά ε'ιχοΰμε μιά μάνα.
ΤΖΑΜΑε έγειρόμ.ενο; βιαίως
Τί; μιά μάνα ; τέτοια πεθερά θέλεις;
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Ναί, τέτοια ήθελα νά'χα, κι' άς ήταν καί πηλένια.
ΤΖΑΜΑΣ 7ΐο ιω ν το σημείον τοΰ σταυροϋ
Μέγας είσαι κόριε κα'ι θαυμαυτά τα Ιργα σ=υ 1 Καί γι' αύτό
κλαΐς ;
ΤΤΥΛΙΑΝΗ χλαίουσα
ΓΓ αύτό.
ΤΖΑΜΑΣ μειοιών
Άμ' δέν είσαι καλά, Στυλιανή μου, καί καλά θά κάνης νάπας
'ς την Τήνο τοίρα ποί3 θ' άρθτ; τό πχνηγυρι.
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Γέλα έσύ, έγώ δμως εΤμ«ι δυστυχισ,λένη.
ΤΖΑΜΑΣ
Γιατ'ι δέν Ι-χεις πεθερά 1 Σώΐον κύριε τόν λαόν σο^ ! Άμ' έδω
οί ά'νθρωποι δίνουν δ τι Ιχουν κα'ι δέν Ιχουν γιά νά μην Ιχουν πε¬
θερά καί σύ κλαϊς γιατί δέν Ιχεις ;
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Άκοΰς, λέει, κλαίγω, πώς να μην κλάψω; λίγο τώχεις;
ΤΖΑΜΑΣ
Αί, καλά, τι νά γείνη τώρα; νά εΤχε ό ά'ντρας σου μητέρα
νά την φέρη νά κάτσγ) μαζή σ;υ' μά πού δέν Ιχει;
ΚΩΝΣΤ, φ. ΣΚΟΚΟΥ
στυλιανή χλαίουσα Ι
Αϋτό είνε χοΰ δέν εχει. . .γιατ'ι νά μην Ιχγ];
ΤΖΑΜΑΣ
Γιατί, γιατί. . .γιατί 'πέθανε.
ΣΤΥΛΙΑΝΗ όλοφυρομένη
Γιατί νά πεθάνη ; . . . .
ΤΖΑΜΛΣ
Αί', μά εϊσαι ντίπ παιδϊ, καύμένη Στυλιανή, κα'ι φταίω έγώ ποΰ
κάθ;υμαι καί 'μιλώ μαζή σου. [Λαμβάνων τον πΓλον αύτοϋ.] Άντίο.
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Φεύγεις;
ΤΖΑΜΑΣ
Άμ' τί νά κανω; μοΰγυρεύεις πεθερά, π:3 νά την είίρω 'γώ
την πεθερά; θέλεις νά την φτειάσω ; Άν ήμουν μαρμαρας να
σοϋφτειανα μιά πηλένια άφοΰ κα'ι τέτοια σου κάνει" μά δέν ει-
μαι μαρμαρας, ε'μαι φούρναρης κ' ύ, πεθεραΐς δέν γίνονται αν
άλεύρι, ό'σο κι' άν τ?ίς
ΣΤΥΛΙΑΝΗ όλοφυρομένη
Καλά. . .αυτή ή λύπη βά μέ πάη 'ς τον τάφο. [Άνερχομένη.]
Άντίο.
ΤΖΑΜΑΣ
Έλβ έϊώ, ποϋ πας ;
στυλιανή άπερχομίνη.
Δυστυχΐα μου !
ΣΚΗΝΗ Δ'
ΤΖΑΜΑΣ χαΊ είτα ΜΑΓΚΔ.ΝΟΣ
ΤΖΑΜΑΣ
Πάει Ιφυγε !.... [χατερχόμενοζ] Δέν είνε καλά ή άϊερφή μου
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
κα'ι πρέπει νά κυτταχτΫί. Άκοΰς έκ=ϊ νά θέλη πεθερά ! Καί
κλαίει γι' αύτό.....Κλαίβι! .. . εμεινε ή μισή άπό τόν καϋμ,ό
της. Μπα, μπα,... μήπως τής 'σάλεψε ;... Δυστυχισμένη Στυ-
λιανή !
μαγκανοσ είσερχδμενος άχροποδητί
Αί'. .. σοϋ εΐπε;
ΤΖΑΜΑΕ
Τί νά σοΰ είπω, Τάσσο μου, είναι μεγάλο τό δυστΰχημα.....
ΜΑΓΚΑΝΟΕ
Τί;
ΤΖΑΜΑΣ
Ναί, μεγάλο είνε
καί χρέπει νά τό πάρουμε άπόφασι.
ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Μή μέ τρομάζης
Σχΰρο.... τί ϊχει;
ΤΖΑΜΑΕ
Τί Ιχει,τί Ιχει..
. . έκεϊνο ποΰ δέν Ιχει.
ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Τί πράμμα;
Δέν έ"χει πεθερά.
Πεθερά !
ΤΖΑΜΑΣ
ΜΑΓΚΑΚΟΕ
ΤΖΑΜΑΧ
Ναί, δλατης τα κλάμματα γι' αϋτό είνε, γιατί δέν έ"χει πε¬
θερά.
ΜΑΓΚΑΝΟΣ
"Ελα τώρα, μή χωρατεύϊΐς άϊερ^έ, κα'ι ιζές μου τί ϊχβι;
ΤΖΑΜΑΣ
Άκουσέ μου ποΰ σοΰ λέω, τί; Οά σέ γελάσω; Αΰτό είνε άρ¬
ρώστια σάν κβθε άρρώστια καϊ πρέπει νά φωνάξουμε τοΰς για-
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
τρούς. Τί μέ χυττάζεις; ή γυναΐκά σου είνε άρρωστη παιδί μου.
Είνε κακό .... μά τί νά γείνη; πρέπει νά τό πάρουμε άπόφασι.
Πάλι μέ κυττάζεις! Νοιώθεις ρωμαίϊκα ή δενοιωθεις; Θέλειπε-
θερά και ό'ταν μιά γυναΤκα σοθ γυρεύει χεθερά καί σοΰ λέει μά-
λιστα ότι καί πηλένια αν είνε δ έν την 'νοιάζει πάει νά χί) πώς
λασκάρισαν ή βίδαις καί σάν φρόνιμοι ά'νθρωποι ποΰ εΐμαστε
νά την στείλουμε 'ς την Τήνο.
ΜΑΓΚΑΝΟΕ έμβρόντητος
'Σ την Τήνο Ι
ΤΖΑΜΑΣ
Άκοϋς έκεΤ πηλένια ! [Τύπτων τϊ) μέτωπον αΰιοΰ.] "Ω !
ΜΑΓΚΑΝΟ2
Τί ϊπαθες;
ΤΖΑΜΑΣ
Μία ΐϊέα !..... περίμενέ με κ' Ιρχουμαι.
ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Πού πας ;
ΤΖΑΜΑΕ έξερχόμενος
Τώρα, τώρα.
ΣΚΗΝΉ Ε'
ΜΑΓΚΑΝΟΣ χαΐ είτα ΣΤΤΛΙΑΝΗ
ΜΑΓΚΑΝΟΕ
Μπδ ! Δέ γίνεται· θά χαράκουσε ό Σπύρος. Πεθερά λέει γυ-
ρεΰει ή γϋναΤκα μου ; τί πεθερά; Δέν εχει καί νόημα. Κά'τι άλλο
6ά τοϋ ειπε καί δέ τό κατάλαδε......
2ΤΪΛΙΑΝΗ
Ήρθες, Τάσσο;
ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Καλέ τί μοίίλεγε ό Σπύρος ;
ΓΕΑΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
ΤΑ, σοϋ τό εΐπε ;
ΜΑΓΚΑΝΟΕ
Ναί, μά κά'τι άλλο θά τΐΰλεγε; έσΰ, κι'αύτός δέν κατάλαβε
κα'ι μοΰλεγε άλλα των άλλών. Πεθερά λέει θέλεις;
ΣΤΥΛΙΑΝΗ κλαίουσα
Καλά έ'λεγα έγώ νά μην τό είπω σέ κανέναν. . . .νά, τώρα. .
γελατε.....
ΜΑΓΚΑΝΟΣ ιδία.
Μπα, μπα τι θά είπί) αΰτό >
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Καί δέν τώχετε γιά τίπ:τε νά μέ χάρετε καί για τρελλή.....
μά τί -/ά κάνω ποϋ δέν τϊ θέλω.... τώχω μέσα 'ς την καρδιά μου
καί μοΰ φαίνεται πως θά πεθάνω γιατ'ι δέν Ιχω χεθερά.
ΜΑΓΚΑΝΟΕ ιδία.
7Ω δυστυχία μου ! δέν είνε 'σ τα καλά της ή Στυλιανή μθυ.
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Άχ, γιατί νά μή ζίί ή μάνα σου Τβΐσο ;ο.ου' θά την άγαποϋσα,
6ά την.....ξέρεις πίσο θά την άγαποΰσα >
ΜΑΓΚΑΝΟΣ ιδία όργί)ω«
Έτσι μοΰ έρχεται νά.......
ΣΤΥΛΙΑΝΗ Χλαίθνβα
Μά 'πέθανε ή καύμένη.
ΜΑΓΚΑΝΟΣ ιδία χατασϊέλλων την οργήν αύτοϋ
Καλλίτερα νά την πάρω μέ τό καλί.
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Κα'ι 'πέθανε χωρίς νά την γνωρίσω.
"Τ59"
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
ΜΛΓΚΑΝΟΕ
Άκουσε νά σοΰ είπω, Στυλιανή μου, αύτόποΰ ζητας θά είχε
νόημα άν ζοϋσε ή μάνα ;/.ου' άλλά καί τότες δέν ξέρω άν θά
ηταν σωστό νά την εΐχες έ?ω.
ΓΤΪΛΙΑΝΗ
Γιατί;
ΜΑΓΚΑΝΟΕ
Ή μάνα μου ήταν καλή γυναΐκα' όσοκαλή ό'μως κι' άν είνε
μιά μάνα, χάντοτες είνε κακή πεθερά, νά τό ξέργ,ς αΰτί. Δέν
τό λέω γιά τή μάνα μου, γιατί έσένα καθώς εισαι καί τόσο καλή
θζ σ' άγαποΰσε σάν τα μάτια της, μά Ιτσι είνε βύτό; ό κόσμος.
Ό γυιό; χάντα είνε γυιό; κ' ή νύιη πάντα νΰφη. Θάρχο-ινταν
μιά 'μί'ρα ποϋ θά τα χαλνούτατε.
ΧΤΥΛΙΑΝΗ
Έγώ νά τα χαλνοϋσα μαζή τη;; χοτέ. 'Σ τα ποΰπ:υλα θα
την είχα" 'ς το κεφάλι μου, σκλάβα της θά 'γενόμουν' έγώ,
έγώ. ... α, μόνον αΰτό δέ θά Ιδλεπες.....
ΜΑΓΚΑΝΟΖ
Σέ χιστεΰω' άλλά τέλος πάντων ή μάνα μου 'ιτέθανε, αν
'ζοϋσε ό πατέρας μου θά τϊν παρακαλοΰσα νά ξαναπαντρευοτουν
γιά νά Ιχγ)ς μιά γσναΤκα κου θάμοιαζε μέ πεθερά. Καί ό πα-
τέρας μο.» δέν ζί), τώρα τ: νά σοΰ κάνω ; Άφησε λοιπόν αύταΐς
τής ίδέαις, άφοϋ αύτη είνε δλη όλη ή λύπη σου, καί Ιλα νά ζή-
σ:υμε εΰτυχισμένοι σάν ττ,ς -ρώτχις 'μέραις. Δέν είνε καλ¬
λίτερα ;
ΕΤΥΛΙΑΝΗ
"Οχι" έγώ θά πεθάνω.
ΜΑΓΚΑΝΟΣ ίίία
'Ά, μά ίέν παίρνεις βλέχω, άπό λόγια___
ΖΤΥΛΙΛΝΗ
Τάοΐο, νά τό ξέρϊΐς θά πάρω φαρμάκι.
***«·&
31ο
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΜΑΓΚΑΝΟΕ
Γιανάσοΰ είπω, γυναΤκα, εΤμαι καλός καλός μά οταν μέ
παρα^ουσκόσουν άνάδω. Τί άνοησίαις είνε αύταΤς ποΰ λές; Κύτ-
ταξε ν' αφήσης αύταΤς ττίς ίϊέ'αις, γιατί αι, δέ θέλω καί πολύ
γιά ν' άνάψω. Έγώ σ' ϊχω κυρά μέν 'ς τό σπίτι μου, τι'ποτε δέ
σοϋ λείπει, σ' άγαπω σάν την πρώτη 'μέρα χοϋ παντρευτήκαμε
κ' έσύ ερχεσαι μ' αύταΤς τ^ς άνοησίαις νά μοΰ χαλάσης ό'λη μου
την ήσυχία ; Κα'ι νά 'γύρευες τίποτε σωστό, 'ς τό διάολο, δέ θά
'μιλοΰσα' μά νά γυρεΰης χεθερά, δταν ξέρτρς πώς πέθανε ή
μάνα μου ; άμ'αν σ' άκοΰσγ) καί κΐνείς τί θά είπίί; θά σέ πάρη
γιά τρελλή.....Νά σού είπω Ινα πράμμα ; ολα κι' ολα, μά τρελ-
λή γυναϊκα δέν την θέλω και ξέρε τ:.
στυλιανη χλαίουσα
Δέ φταΐτε σεΤς, φταίω 'γώ ποΰ τώβγαλ' βχ' τό στό;™ μου ...
ΜΑΓΚΑΝΟΓ
Πάλι;
ΣΤΥΛΙΑΝΗ όλοφυρομ.έη
Άχ, πεθεροϋλα μου, πού είται, πεθερά μβυ ;
ΜΑΓΚΛΝΟΣ όργίλως ι'δία
"Ά, μά Ιχασα πλέον την ΰπομονή καί μοΰ φαίνεται δτ'...~.
ΣΚΗΝΗ ΣΤ'
Οί ανοτερο χαΐ ΤΖΑΜΑΣ
ΤΖΑΜΑΣ
Α7, ποϋ Οά την βάλγ;ς Στολιανή;
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Τί πράμμα;
"'" ιβι__
11
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΕΚΟΚΟΥ
ΤΖΑΜΑΕ
Ποϋ θά την βάλτρς,
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Ποιάν;
ΤΖΑΜΑΕ
Τή πεθερά σου.
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Τί;
ΤΖΑΜΑΕ
Σαΰ ϊγερα μιά....,
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Πεθερά;
ΤΓΑΜΑΣ
Ναί, πεθερά, καϊ κύτταξέτην σου έ'χει κ' έ'να καμάρι.
[Είσέρχεταΐ άχθοφ&ρος φέρων έπ' ωμου γύψΐνον άγαλμα γυναικός αρ-
χαΐας, μετρίου άνασηίματος.]
ΣΤΥΑΙΑΝΗ ϊχπληχτος.
•ΑΙ
ΤΖΑΜΑΣ
Δέ μοϋ εϊπες δτι καί πηλένια άν ήταν θά σοδκανε; νά έγώ,
σοϋΐφερα άκο γΰψο που άςίζει καί παραπανω.
ΕΤΥΛΙΑΝΗ όδηγοϋσα τον όχβοφορον
Έδώ, έδώ φέρ* την.
Ή Στυλιονή λέγει τω άχθοφόρω να τοποθετηοτρ αυτήν χατα γηί, ε'τϊ
θέτει αυτήν επί τινος έδωλίου, κατόπιν μεταφέρεΐ αυτήν είς το όίλλο
άχρον τής σχηνης χα'ι θέτει αυτήν επί τινος τραπέζης. Βλέπουσα ότι
ετοποθετήθη ϋψηλα μεταφέρει αυτήν επί τινος έδωλίου. Ό άχβοφόρος
είς πασάν μεταχίνησιν δεικνύει σημεΓα δυσαρεσχείας· ή Στυλιανή ότε
μέν ευχαριστεΓται διά την τοποβέτησιν, 4τέ δέ δυσαρεστεϊταΐ' περι τί)
τέλος τοϋ δΐαλόγου τό άγαλμα εύρίσχετοιι επί τινος έδωλίου άριστερϊ,
είς το υψος τής Στυλιανής ίσταμένηε, ήτις θωπεΰει καί χατβσπάζεται
αΰτο, έν συγχςνήσεΐ.
ΜΑΓΚΑΝΟΕ
Τί είνε αύτό;
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΤΖΑΜΑΣ μειδιών
Αΰτό ; ή μάνα σου.
ΜΑΓΚΑΝΟΣ
ΑΓ;
ΤΖΑΜΑΣ
Δέν ήθελε μιά πεθερά ή γυναΐκά σου ; ποΰ νά παμε νά ξε-
βάψουμε τή μακαρίτισσα. Θυμήθηκα πώς ό Γιάννης τού Μανώλη
«Ιχε αΰτό τό άγαλμα μέσ' τό ύπόγειό τού καί 'πήγα καί τ' άγό-
ρασα' δέν Ιχει καί άκριβά, πέντε δραχμαΐς μίνάχα, τοΰ λείπεϊ—
έ'να χέρι, μά δέ φαίνεται. Άγαλμα δμως, θεός ! αί;
ΜΑΓΚΑΝΟΕ
Σπΰρο, ή γυναΐκά μου δέν είνε καλά.
ΤΖΑΜΑΕ
Τινος τό λές, έμένα; Ιγώ μέ πρώτης την καταλαβα' νά είσαι
ομως εόχαριστημένος πώς αυτή μονάχα είνε ή άρρώττια της.
Κανένα δέ βλάφτει' πεθερά θέλει" νά, εχει τώρα. Κύτταξέ
την χαρά Ι
ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Σπΰρο, Σπΰρο, δέ μ'άρέσουν αύτά. Κάτι επαθε ή γυναΐκά μοιι.
ΤΖΑΜΑΣ
Τή δουλειά σου' θα τής περάση· θά τή φιλήσ/; μιά, θά τή φι-
λήσγι δύο, θά τή φιλήση τρείς, Ιπειτα θά τή βαρεΰϊ) καί θά
ήσυχάσγ).
ΜΑΓΚΑΝΟΣ ύπόπτως
Καλά.
ΤΖΑΜΑΕ βλέπων τοΊ άχθοφόρον
Τί θέλεις έσύ, τ' άγώγι σου ; Νά καί σΰ, κύρ συμπέθερε.
Δίδει χρήματΐ τω άχβοφόρω όστις χοιρετίζει κα'ι άπέρχετϊι
στϊλιανη περιχαρτ,ς
Άχ, Τάσσο μου, χίλια καλά νάχττ,ς ποϋ μουΐερες ό τι σοδ
'ζήτησα.
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΪ
ΤΖΑΜΑΕ
Α", εισ* εΰχαριστημένη ;
ΕΤΥΛΙΑΝΗ
Άκοΰς, λέβι.
ΤΖΑΜΑΣ
Τόσο τό καλλίτερο.
ΖΤΪΛΙΑΝΗ
Αίίριο νά ΐδ^ς πως θά τή στολίσω' δέ βά τή γνωρίσης.
ΤΖΑΜΑΣ
Μακάρι!
ΜΑΓΚΑΝΟΣ (δία
Μπα, την καϋμένη ! νά μή την καταλάδω τόσον καιρά !
ΤΖΑΜΑΕ
Πάμε τώρα μέσα, γιατί Ιδώ κάνει μιά ζέστη χοΰ σκαζει Ό
τζίτζικας.
ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Έγώ λέω νά παμε γιά τοΰς γιατρούς, γιατί καθώς βλέχω...
ΤΖΑΜΑΣ ώθων αυτόν πρός την θύραν
Βρέ κάνε δουλειά σου καί την ξέρω έγώ την άδερφή μου.
ΣΚΗΝΗ Ζ'.
ΣΤΥΛΙΑΝΗ, (ΐόνη περ:χαρής
Καί τί νά σου πρωτοκάνω, πεθεροθλά μου; Καλέ εχω πε-
θερά, είνε 'δική μου" θά την Ιχω δ'λη την ήμέρα έδώ νά τ?,ς
λέω τίίς χαραΐς μου, τα βάσανά μου. "Αχ, Χϊθεροΰλά μου, μάτια
μου, ευτυχία μου. Στάσου νά σέ στολίσω έγώ ποΰ νά χάνγι τό
ν:ύ τ;υ οποίος σέ βλεπεί. (Άκοβάλλει το περιδέραιον αύτη; χαι πε-
ριβάλλει δι' ουτοϋ τόν λαιμόν τοϋ άγάλματος) Πώς σθΰ παεΐ ! καί
κώς σοΰ πάει ! Στάσου νά σοΰ βάλω καί φακιίλι.... τί; φα-
κ,ιόλι; άμ' δέν εΐσαι σΰ γιά νάααι τλακιώτισα, πεθεροίίλά μου*
164
ΓΕΑΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
βά σοδ βάλω σκούφια έγώ σάν την έγγλέζα τή δασκάλα. Σκού-
φια, σκούφια ! ποΰ ναΰρω σκΐύφια; Άς σοΰ βάλω αυτή την
πόλκα τώρα κ' ?πειτα βρίσκουμε τή σκούφια. (Κοβ' ην στιγμήν
τροτίθεται να ένδνκτιρ τό άγαλμα παρατηρεΓ ότι έλλείπει μία χείρ).
Μπα, ποϋ είνε τό χέρι σου, πεθερά μου ; ΆλλοΤ, φουρτοϋνα ποδ
μούρθε 1 δίχως χέρι; Σοΰ τδκοψαν οί γιατροί; ά'χ, κατακαΰμένη
■πεθεροΰλά μου! (όλοφυρομένη) Πως σοδτυχε τούτο; καί πως θά
σ' έ'χω τώρα ή άμοιρη; κουλή ; Κουλή θά μοΰ είσαι πεθεροί3λά
μου ! άχ, ή άμοιρη έγώ ! (χαβ' ην στιγμήν εύρισχομένη γονυχλινής
•πρό τοΰ άγάλματος έχτελεΓβίαιοτέραν τίνα κίνησιν, το εδώλιον χλονεΓται
χαί τί) ογαλμα πίπτον χκταθραύεται επί της χεφαλης οΰτης.) "Αγΐ
άχ ! άχ Ι (Πίπτουσα λιπόβυμος) Βοηθεία !
ΣΚΗΝΗ Η'.
ΣΤΥΛΙΑΝΗ, ΜΑΓΚΔΝΟΣ, ΤΖΑΜΑΣ
ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Τί τρέχει;
ΤΖΑΜΑΕ
Μπα! Ιΐπασε ήπεθερά; ώ διάδολε, τώρα χρέπει ν'άγο-
ράζουμε άλλη.
ΜΑΓΚΑΝΟΕ
Στυλιανή, τί ?παθες;
ΤΖΑΜΑΕ
Δί'ματα;
ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Είνε σπασμένο τό κεφάλι τ/,ς. Στυλιανή.
ΤΖΑΜΑΕ
Φέρε ολίγο νερό, Ίιγοθύμησε.
ΜΑΓΚΑΚΟΣ τρέχων πρός τό βάβος
Δυστυχία μου !
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
ΤΖΑΜΑΣ
Στυλιανή... δΐν άκούεις ! Στυλιανή !
ΜΑΓΚΑΝΟΣ φέρων δδωρ
Ξελιγίθύμησε ;
ΤΖΑΜΑΣ ραντίζων αυτήν
Τρίφε της τα χέρια. Στυλιανή.
ΜΑΓΚΑΝΟΕ
Άνΐίγει τα μάτια της.
ΤΖΑΜΑΣ
Στυλιανή, σήχω. Στυλιανή μου, τί ίταΰες ;
ΣΤΥΛΙΑΝΗ συνερχομένη
Ποΰ εΤμαι; ποΐοι είστε σεΐς ;
ΤΖΑΜΑΣ
Εμείς εί'μαστε' έγώ, ό Σπύρος ό άδελφός σου καί ό Τάσσος,
ό άνδρας σου.
ΣΤϊΛΙΑΝΗ ΰπεγειρομένη
Τί «αθα;
ΤΖΑΜΑΣ
*Α, τίποΐες... λιποθυμιά σού ηρθί...
ΖΤΪΛΙΑΝΗ κρατοϋσα την κεφαλήν αυτής
"Ω-χ, πώς πονώ έδώ 'ς τό κεφάλι.
ΜΑΓΚΑΝΟΣ
Άμ' πώς 'χτύπησες, Στυλιανή μ:υ ;
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Νά έτούτη ή στρίγκλα, ποθ τής έ'κανα τόσα χάδια, επεσ'
απάνω μου κα'ι μούσ-αΐε τό χεφάλί.
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΤΖΑΜΑΣ
'Η πεθερά σου;
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Πεθερά μου; Κακό χρόνο νάχΐ)! άχ, τό κεφαλάκι μου Ι
τζαμαι:
Δέν πειράζει, Ιννοα σου, έγώ θά σο3 πάρω μιά καλλίτερη>
ποΰ νά μή σπάζϊ) ποτέ'.
ΣΤΥΛΙΑΝΗ
Τί; αλλη; Θεός νά φυλάξη. Πάρτε κι' αΰτά τα κομμάτια
άπ' έδώ νά μην τα ίδώ πληά 'ς τα μάτια μου.
ΜΑΓΚΑΝΟΕ
Τί, δέν την θέλεις πλέον ;
ΤΖΑΜΑΣ
Την πεθερά σου, Στυλιανή μου, έσύ ποΰ εχάλασες τόν κόσμο
γιά ναχγ)ς μιά πεθίρά!
ΣΤΥΛΙΑΝΗ μορφαζουσα
Ώ-/, τό κεφαλάχι μου!
ΤΖΑΜΑΣ
Σοΰ πονεΐ, £; άμ* ποίος σοϋ εΤπε νά ζητας τέτοια πράμματα;
ΣΤΥΛΙΑΝΗ χρατοϋσα την χεφβλήν αύτη;
Μήτε χχλή, μήτε κακιά, μήτε πηλένια πεθερά !
Δημήτριος Α. Κορομηλάς.
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
ΓΕΛΟΙΟΠΆΦΓΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΕΙΣ ΠΛΑΤΩΝ
Πλάτων ελέγετο αύτάς" ονειροπόλος νέος,
Ίδανικος καί ποιητής, ώς Πλάτων ό άρχαϊος.
Κχ' έ κ ε! ν η.... Γσως άγνοεΐ άκόμη τώνομά της.
Την ειδε μόνον κάποτε, ρεμδάζων διαίάτης,
Καί τής καρδίας τού σεισμός έκλόνισε τα βάθη"
Ένθους ό Πλάτων έκτοτε ήγάπησεν — έχάβη.
Ήτο ώραία" άγγελος" άρχαία Καρυατις.
'Υψοϋτο ώς κυπάρισσος τάβρόν «νάττημά της"
Έ*ί των ώμων Ιπιπτον χρυσοΐ οί βόστρυχΐί της,
ΚΌΊέίθαλμοίτης..—πρό χαντός αύτοι οί όφθαλμοί τηςί-
Ποτέ δέν είδον όφθαλμοί καθώς εκείνης άλλοι,
Άκτινοδόλοι, γαλανοί, ΰγροί, γλαροί, μεγάλοι!
*
Πώς την ήγάπησεν ! Ουδείς καθώς αΰτος ησθάνθη
Τα θέλγητρα τοΰ Ιρωτος — τούς όφεις καί τα «νθη. —
Βωμός σεπτός εγένετο ό οικίς της, Παγόδα,
"Οιτου άνήρτα ώς Ίνδός πρΐσκυνητή; της ρ'όδα,
Τα πάντα ένεκα αυτής έμίσησεν, Ιμίσει
Κ αι μόνη πρός τό μΐσός τού ην ή άγάπη Γ—.
ΚΟΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΪ
II
Παρϊ}λθί χρόνος είς—στιγμή ::ά τον νεανίαν —
Χωρίς είς την αγάπην τού νά εΓπν; λέξιν μίαν. ..
Έζη όνειρευόμενος, γράφων ώραίους στίχους,
Δειλΐΰς άφινων κάποτε κ^' άγνούς τρυγόνο; ηχους,
Κλ' ώς κάλυξ τάρωμα, έντός τό αΓ;θημα φυλάττων... .
"Ω, μάτην δέν ελέγετο, δέν εκαλείτο Πλάτων !...
Άλλά τό με'γα αΓσθημα έπλήρωσε τα στήθη
Καί είς τα χείλη φλογερόν μίαν αύγήν έχύθη.
Μέ όΐνΐν άλλοτε ώχράν καί άλλοτε πυρίνην
Έδάδισε μ' άπόίασιν ό Πλάτων πρός εκείνην,
Καί μ' Ιμχνευσιν -ερι~αθή έξέχιισε τό πάθος
"Οπερ άγνόν ένέκρυπτεν είς τής ψυχής τό βάθος.
*
' Ηθελε θρόνον, οΰρανίν, άδάμαντας, άστέρας,
Τό μεγαλείον τής νυκτό:, την λάμψιν τής ημέρας,
Τα άνθη τής ανοίξεως, τα βάθη τή*ς θαλάσσης,
Την δάίνην, το ίιάδημα τής οίκουμένης -άσης
Νά τής ζροσφέργ), ευλαβώς έμπρός της κλινών γίνι»,
Κχ' ό ίρως της νά τω δ;θί) ώς άμοιβή τού μόνη !
Περαίνων την ηρώτησε μετά φωνής άφάτου
—*Ω άντί τίνος ηθελε δεχθή τόν Ιρωτά τού ; —
Παράδοξον μειδίαμα αφήκεν ή νεανις,
Τον εΐδΐ, τόν ήτένισε μετά γλυκείας πλάνης
ΓΗΛΟΙ0ΓΡΑΦ1ΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Κϊί μέ φωνήν άρμονικήν — ουχί βρικτοϋ" ΐνείρ:υ ! —
Απήντησεν άπλοΰστατα :
—.. .Άντ'ι ενός ταλλήρου !
Κραυγήν αφήκε κϊ' Ιφυγεν ό Πλάτων" έτι φεύγει Ι
τ—:
Έκτοτε Ιπη άφθονα πολλάκις έξεβεύγίΐ.
Λέγουν τινές, ότι ό νοΰς τοΰ ϊυστυχοϋς έχάθη,
Καί άλλ:(, ότι έκτοτε ό Πλάτων μας ίάθη. . .
Το άληθές, πώς συναντών ήκίίνην, ή καί άλλας
Κινεΐ σημαντικώς πολύ την κεφαλήν ό τάλα;,
Τάς βλέπει μετά βλέμματος καί γέλωτος σατύρου
Κϊ' άφίνει έ-ωδόν ςηράν:
— Άντί ενός ταλλήρου !
Γεαρποε Α. Ανλετλσοποϊλοε
ΚΩΝΓΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
ΜΕΤΑ ΔΥΟ ΑΙΩΝΑΣ
Είνε ολίγον δύσκολον νά προΐδη τις τί θά γείνη μετά ϊύο
αίώνας καί νά περιγράψτ) τα πράγματα, μεθ' ής ακριβείας οί
Καζαμίαι τής έποχής προαγγέλλουσι τάς μεταβολάς τοθ και-
ροΰ κα'ι των υπουργείων καθ" έκαστον Ιτος.
Δύναται ό'μως, μή είσαχθε'ντος Ιτι φόίου επί των παραβόλων
σκέψεων καί τοϋ ποινικοϋ Νόμου μή χροβλέποντος περί τοιού¬
των έγκλημάτων, νά ΐχεϊιάση διά τής φαντασίας την μετά 200
Ιτη άνθρωχότητα.
Εάν ή γή θά ηνε καί τί τε στρογγύλη γ) αν θχ άλλαξη
σχήμα τουτο βεβαίως είνε ά'ϊηλον' ΰπάρχει δμως μεγίστη πι-
θανότης νά διατηρηθή τό βΐαια α,υο ώς πρός τουτο, είτε όμ:-
φωνοΰ-ης τής Εΰρώπης, είτε ανθισταμένων των τριών αύτοκρα-
τίρων.
Ό ήλιος πιθανόν καί τότε νά άναδύγ; ές άνατολών, Γσως
8μως νά μή είνε τοσούτον θερμός κα'ι νά πυρωθτΐ επί τέλους
κα'ι ή ΰπόψυχρος σελήνη ώΐτε αί άκτΐνες αυτής νά προσπί-
πτωσιν είς την γήν ολίγον τι χλιαραί, άναγκάζουσαι τάς δε-
σποινίδας νά μεταχειρίζωνται καί κατ' αυτών άλεξιτήρια και
τούς κ. άκαδημαϊκούς, διότι τότε θά είνε έν ενεργεια ή έλλη-
νική Άκαδήμεια, νά δημιουργήσωσι νέαν τινά λέξιν ανάλογον
πρός τό άλεξήλιον, χάριν των έν &ρα νυκτός πίριπατούν-
των καί τής έθνικής βιομηχανίας.
Εΐκοΐιτέσσαρες ώραι θά άποτελώσι καί τότε τό ήμερονΰκτιον'
τα ωρολόγια δμως δέν θά περιορίζωνται μόνον μέχρι τής Βωϊϊ-
κάτη; κα'ι τότε τα συντετμημένα πΤ. μΐ. καί μΐ. μϊ. θά κα-
ταργηθώτι διά Β. Διατάγματο; κα'ι θά λέγω,Αεν είνε 16 &ρχ
άντ! νά λέγωμεν 4 μ. μ.
Εάν θά ύ~άρχη διάκρισις ένδυμάτων άνδρών καί γυναικΰν
ϊ) άν θά έζέλθη πλήρης άφεμοίωσις καί περ'ι τούτου δέν δύνα¬
ται τις μετά βεδαιότητος νά άπθίανθί). Είνε όμως πλέον τ)
βέβαιον ότι ό θήλυς πληθυσμός τοΰ Βουλευτηρίου — διότι προ
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
τοϋ ίτους 2085 θά άπολαΰσωσιν αί γυναΐκες το3 δικαιώματος
τοϋ έκλέγειν καί έκλέγεσθαι — θά Ιχη συχνότατα υπέρ αύτοι!
την πλειονοψηφίαν καί θά άναβιίάζγι κιί καταδιβάζη τούς ύπουρ-
γού;, μεθ' ή; ευκολίας φορϊΐ καί «-οβάλλετ τάς χεφίίας τού.
Άν θά μεταλλάσσϊΐ φρονήματα συχνίτερΐν ή ό'ΐ:ν μεταλλάσ-
σει τα πτερά των λοφιοειδών πίλων της ή γυνή βουληφόρο:,
περί τούτου αί κακαί γλώσσαι άπό των αρχαίαν φιλοσίφων μέ-
χρι τοϋ Φραγκίσκον Α' κα': μέχρ; τού1 Ούσαί «ίπον τΐβαΰτα
ώστε καί άν ε?χέ τις την κακΐδουλίαν νά συκοφαντήστ, τό
ωραίον φϋλον, πάλιν δέν θά ε?χέ τι επί πλέον νά προσθέστ;.
Μετά ϊιακίσια ϊτη ! Κρίνω περιττόν νά προ:θέσω καί τό
τετριμμένον —Κύριος οίδε άν θά επιζήση κανείς έκ τής γεν¬
νεάς ταύτης — διότι έπ'ι τέλους ούϊείς έξ ημών Ιχει την αξίω¬
σιν νά ονομασθή Βήτα Άργανθώνιος. — Άλλά μετά 200 ίτη
πόσον θά ηνε παρηλλαγμένα τα πάντα. Περί ημών των σο^ών
τοϋ ΙΘ' αιώνος θά λέγωυιν έπιεικώς έκεϊνοι δτι μόλις έφθάτα-
μεν μέχρι τού Θ τοϋ πολιτισμόν.
Θαυμάζομεν καί έναδρυνόμεθα ϊιά τάς έίε^ρέσεις τής παρού¬
σης έκατονταετηρΒος· άλλ' έφαντάσθητέ ποτε τί είνε δυνατόν
ξτι νά Ιπινοηθί) μέχρι τ:ϋ σωτηρίου Ιτους 2085 ;
Έν πρώτ;ις οί τότε ολίιοι βνητοί θά εχωΐι τηλεγραφικήν
άνταπόκρισιν μετά πάντων των οΰρανίων πλανητών, άφ;ύ κα'ι
σήμερον διατείνονται πολλο! δτι δι' Ιβ^ρας ήλεκτρικής λυχνίας
ηδυνήθησαν νά συνεννοηθώσ·. μετά των άξιοτίμων κατοί/ων τοΰ
Άρεως. Έπίσης καί ή ταχυδρομική έναέρυς ύπηρεσία θά έκ-
τελήται τρ'ις ή τετράκις τής έδδςμάδος διά των πηδαλ'.οφδρων
άεροστάτων. "Ισως ή Γερμανία έγκαταλείπουσα τίς Καρολί-
νας είς την Ισπανίαν άχοικίσει έτερον -λανήτην τοϋ ήμετέρου
ήλΐακου συστήαατος. Κα'ι Ποταγός Β' ί'σως οημοσιεΰσει τότε
τάς περιηγήσεις τού άπό άστέρος είς βστέρα, άνε^ ζαραπομ-ών
είς άλλους συγγραφεΐς, άφοϋ θά ηνί ΐΰτος ό;πρώτ;ς Πα^σί
των Ιναερίων περιηγήσεων.
Πιθανόν τίτε νά εργάζηται καί μοχθή ίλιγώτερΐν ή ανθρω¬
πότης, ϊσάριθ;4.οι ίέ των φυσικών τεχνητοί άνθρωτ:Ττκοι κινού-
μενοι διά τοΰ ήλε/.τρισμΐύ νά άνα^λ·(;ρώσιν επιτυχώς τίϋς
ΚΩΝΣΤ. Φ. ΣΚΟΚΟΥ
άπηυϊηκίτας πλέον άπογόνους τού Αδαμ και τής Εδας % επί
τό έλληνικώτερον τοΰ Δίυκαλίωνος και τής Πύρρας. "Ιυως οί
σείροι χεριιτλακώσιν είς πόλεμ:ν μετά των συρίω; έν τω με-
ταξύ τούτω, ζητοΰντες τόν καθορισμόν τής όροθετικής γραμμή:
διά τοΰ αέρος και ανταποκριταί των εφημερίδων άποτολμήσωσ:
και αΐιτο'ι ν* άναβώσι διά τώ ι άεροστάτωί μέχρ; τής Καΐσιίπης
'ινα παραστώσιν είς τίνα συνέντ^ξιν αΰτοκρατόρων, η ν'άναγκα-
σθώ,α.εν νά προσθέσωμεν χιλιάδας τυάς Ιτι είς τα κονδΛια τού
προυπολογισμοϋ διά τα ίζζ^χ των έ/.ίΐ έ~άνω πρεσβειων.
Είνε παράτολμοι αί σχέψϊ'.ς αυται" είνε ό'μως λογική συνε¬
πεία των προόδων τοΰ νεωτέρου πολιτυμοΰ και κατ' έςοχήν
των βυσκών επιστήμων.
Πιθανόν οί μέλλοντες άθάνατοι τής γλαυκοκοσμήτου Άκα-
δημείας τοϋ Σίνα καί άν έπιχειρισθώσι τής σ^γγρα^ίίς τοΰ λε-
ξικοΰ τω* νά μή σ.>μπληρώσω?ι οϋτε τέσσαρα στοιχεΐα μέχρι
τής έποχής έκείνη; διότι, καί άν μή πάθωσιν έκ συνάγχί;ς διαρ-
Κ5ϋς έντός των μαρμαρίνων έκείνων αίθουσών ένδιαιτώμενοι,
δπω; δήποτε θά πάθωτιν τινές αυτών έκ κεφαλάγχης καί είς
τό έπινοηθέν πάλαι ποτέ υπό το3 κ Κασσιμάτη νοό/ετρον θά
χαραχθί), πρός ζημίαν καί των άλλω> άθανάτων, καί έ'τίρο;
βαθμός άνώτερος ή ά κ α δ η μΐτ ι ς.
Άγνοώ άν θά ύ-άρχωσι καί τότε σιδηΐόδρομοι ·ί) άν θά δια-
τρέχωμεν μετά ταχύτητος άατρα·πτΙ- τηχ^ζρον και α!ιτοϋ τοΰ
λεγομένου ΎτάΊπ ΕοΙβιγ τάς έκτάσεις τής ΰδρογείου σφαίρας
επί ήλεκτρικών ποδηλάτωί κα'ι θά φθάνωμεν έντϊς όλιγίστω*
ημερών άπ' Άθτ,νών είς την Νότιον Καρολίναν, άλλ' άν δια-
τηρηθώσιν οί σιδηρόδοομοι, βεβαίως θά διασχίζωσι τότε κα! τα;
θαλάσσας, έκτός άν έπιν;ηθώσιν ά'λλοι έναέριοι ό5ηγούμεν:ι
υπό άεροΐτάτων.
Πολλά καί άλλ« θά έπιτελεσθώΐι κατά τό διάστη.ι.α τουτο,
άτινα ούδε κ5ν φανταζόμεθα ήχεΤς οί ά*νθρωπ;ι τοϋ Ιθ' αιώνος.
Καί τι ηνε αληθής ή θϊωρία τής μετεμ·^χώσεως καί άν έπ«ν
έλθτ) τις έξ ημών μετά 179 Ιτη δέν θά ηνε πλέον ό άνθρωπος
τοΰ ΙΘ' αιώνος. Θά λησμονήση τα κάντα, διότι καθ" εκάστην
μετεμψύχωσιν θά πίντ) καί νέον ποτήριον έκ τοϋ λεγομένΐυ
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ύδατος τής Ληθή; καί έπΐμένως θά ευρίσκη τα πάντα
ώς οίνβρΐύ'κος τοϋ ΚΑ' αΐών:ς.
ά
ύδατος τής Ληθή; καί έπΐμέν
ώς οίνβρΐύ'κος τοϋ ΚΑ' αΐών:ς.
θά ΰπάρχωσιν ό'μως μετά
μέν)] καΐ
ρΐύκος τοϋ ΚΑ αΐών:ς.
θά ΰπάρχωσιν ό'μως μετά 200 Ιτη χρηματιστήρια ; Άς
αΐ τουτο ώ; άπλή ερώτησις άνευ απαντήσεως.
Κ.Γ.ΞΕΝΟΣ
ΓΕΑΟΙΟΓΡΑΦΪΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΤΟ ΤΕΛΕΙΟΤΑΤΟΝ
ΕΙΣ ΤΟ ΕΙΔΟΣ ΤΟΤ ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ
εχει μετενεχθη άπί> τοϋ παρελθόντος Σεπτεμβρίου κάτωθι
τήςμεγάλης οικίας Άντ. Ζυγομαλϊ, ίτρώην Μχαλάνου, Ίτ
τής όδοϋ Σταδίου.
ΆιταστράπτΕΐ πολυτελές, φιλίχαλον, πλούσιον είς είοη,
είς γοΰστα, είς σχήμβτα, είς ποιότητας, είς πρωτοτυπίας,
εις λεπτότητας τεχνικάς απαραμίλλους.
Είνε τα μόηιτ έν ΈλλάοΊ
ΥΠΟΔΗΜΑΤΟΠΟΙΕΙΟΝ
δπερ ε'τυΥί βραβ»1ωτ είς τάς εκάστοτε
ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ
Οί χύριοι Ζω'ιόπουλα; χά! Βιδάλτ,ς χατώρθωναν να βυν-
δυάσωσι ούω άσυνήθη ετι «ροσόντα παρ' ήμΓν ήτοι
πολυτέλειαν καί εύθηνίαν
καΐ &* αύτό τό μοναδικόν κατχστημά των εΐν* «ροσιτΐν
είς πόδας πάσης φυσιολογικήν ποιχΐλΐας, άπό τοϋ άδρο-
τάτθΜ της άριστοχράτιδος δεσποινίδος μέχρι των >
τυλωών καί χονδρκτάρχων, είς οδς άχομη
δίδ σνήμα κανονιχώτΐτον.
κωνστ. φ. εκοκογ
ΤΟ ΑΣΤΥ
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΕΥΤΡΑΠΕΛΟΣ ΕΒΔΟΜΑΔΙΑΙΑ
Μίτ'ιίχόνων «αί γελοιογραφιων
Πολιτικη-Κοινωνικη-Φιλολοπκη-Καλλιτεχνικη
εκδιδομενη εν" λ.ο33κγαιχ:
Κατα Πασάν ΚΥΡΙΑΚΗΝ και Εκτακτον
Δΐε της Εβδομάδος
ρμ) ετησία: δια ταα Άθηγαΐ και Πειραια δρ. 12
όιά τάς επαρχίαι 15 χαι δια, το εξωτερικόν 20.
Είς τό ΑΣΤΥ συναντώνται φαιδροι-φαιδροι
οί άττικώτεροι και χαριέοτεροΐ κάλαμοι τ^ς συγ¬
χρόνου δημοσιογραφίας.
Πάσα σύστασις παρέλκει, αΦοϋ ΔΥΩ ΑΝΝΙ-
ΝΟΙ εισίν οί ηολιοϋχοι τού ΑΣΤΕΩΣ, ό είς
καλλιτέχνης τού λόγου, κα! ό έτερος άριστο-
τέχνης της γρα^ίδος, ό των γελοιογραφιων τού
« Άσμοδαίου » άπαράμιλλος σ^εδιαστης.
'Εκτός τούτων ουνεισ))έρουσΐν είς έίωράϊσιν
τού ΑΣΤΕΩΣ καΐ πάντες σχεδόν οί τοό άνά χεί¬
ρας «Ήμχρολογίου» συνεργάται.
Χαριτογρα(()ίοι καΐ ναριτολογία, λεπτότηςγραμ-
μων και σκώμματος, καλαισθησία έν πάο, άλας
ευτραπελίας καΐ πνεύματος, ποικιλία μετά ^ιλο—
καλίας, έκλογή ύφους καΐθέματος, ιδού ο,τι αΓτο-
τελεΐ τό μοναδικόν παρ' ήμΤν ΑΣΤΥ.
Οί μή λαψάργως κατατρώγοντες άνά εν ΑΣΤΥ
τούλάνιστον κατά Κυριακήν τεκμηριοΰσΐν έλλει¬
ψιν καλλιτεχνικοϋ αϊοθήματος.
ΤΟ ΑΣΤΥ
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΕΛΛΗΝΙΚΗ
ΑΤΜΟΠΛΟΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ
._. —.
ΐχ Πειραιώς.
Έκαοτ»|ν Δευτέραν ώραν 7 π.μ. Δια Καλαμάχιον χα'ι ΐχ
Κορίνθου χατ' ϊύθεΓαν δι'Α'γιναν, Πάτρα;, Κυλλήνην, Ζάχυνθον,
Κατάχωλον, Γ·!ι9ειον) Λεωνίίιον, Σπέτσας, Ύδραν χαϊ Πειραια.
— Δευτέραν ώρ. 7 π.μ. Δ:' Α'γιναν, Πόρον, "Γβραν, Σπέτσας,
Χέλιον, νΑστρος χαΐ Ναύπλιον.—Τρίτην ώρ. 7 μ.μ. Δια Λβΰ-
ριον, Άλ'βέριον, Χαλχίδχ, Άταλάντην, Στυλίία χαΐ Βώλον.__
Τίτάρτην ώρ. 7 μ. μ. Δι* Α!'γινϊν> Πόρον, Τίρον, Σπίτσας,
Χέλιον χαΐ Νούπλ'.ον. — Παρασχιυήν ώρ. 7 π. μ. Δι* "Τίραν,
Σπέτσας, Λεωνίδιον, Γΰθειον, Καλάμας, Πύλον, Μάραθον, 'Λ-
γίαν Κυριαχήν, Κατάχωλον, Ζάχυνθαν, Κυλλήνην, Πάτρας,
ΑΓγιον, Κόρΐνθον, Καλαμάχιον χά1: Πειραια. — Παραιοχ(>ην
ώρ. 7 μ. μ. Λια Ααύριον, Άλιβέριον, Χαλχίβα, Λίμνην, Άτα¬
λάντην, Στυλίδα, Ώρεοϋ{, 'Λλμυρόν χαΐ Βώλον.— Σάββατον
ώρ. 7 π. μ. Δι' ΛΓγιναν, Πόρον, "Γδραν, Σπίττοκ, Χίλι·ν χαΐ
Ναύπλιον.
Οί θέλοντες, λόγω άναψυχής ιδίως, κα βαλασσοπλοησωαι τόν
Εύβοϊχόν η Άργολιχον χόλπον, η περϊ τας άχτας τής Πελοπον-
νήσου, δέον να προτίμώσι τα ατμόπλοιοι τοΰ χ. Γουδή, οχι διότι
πρός αυτόν όφείλει μεγίστην ευγνωμοσύνην ή χατά θάλασσαν
συγχοινωνία της χώρας, άλλά χα': διότι άπολαμβάνει ίξαιρε-
τιχών περιποιήσίων χά: άπείρων εύχολιών χαταθελγόμίνος έχ
τή; προσηνείας, της γλυχύτητος των τρόιτων χαΐ τής άνυποχρΐ-
του προθυμίας των χοβερνητών, των θαλαμηπόλων χα'ι των δλ-
λων τοΰ πληρώματος άνδρών, παρεχομένης δαψιλώς πρός πάντας.
Ευθήνια, τάξις, άχρίβίΐα, χαβαριότης πρό παντός 81
αρίστη συμπεριφορά χαραχτηρίζουσι την υπηρεσίαν των άτμο-
πλοίων Γουδή.
ΚΟΝΕΤ. Φ. ΖΚΟΚΟΥ
ΓΕΝΙΚΗ ΑΠΟΘΗΚΗ
ΚΑΠΝΩΝ
ΈΛ.Ιηνιχΰγ κ αί ΆγγΛιπΰ>ν
Γενιτσέ, Αγρινίου καΐ Λαμίοχ
ΑΓΤΕΔΙΔΟΥ
Πλουσιωτάτη συλλογή Πουρων
ΤΗΣ ΑΒΑΝΑΣ
18Ο ΕΙΔΛΝ ΚΑΙ ΙΪΟΙΟΤΙΧΤίνΚΓ 18Ο
ΑΠΟΘΗΚΗ ΚΑΠΝΩΝ
Τσιγαρέτα αρίστης ποιότητος καΐ χατασχευής.
Τιμαί λογιχώταται κα'. ευσυνείδητον Ποι/.ιλία γούβτων
καϊ εύθυνία μ&ναδιχή.
Τό χατάστημα κεΓται επί της δδοϋ 'Ερμοϋ παρά την
ιτλατεΓαν τοϋ Συνταγματος αριθ. 4.
Ιδιαιτέρως συν!—ώμεν την ΕΚΛΕΚΤΗΝ ΠΟΙΟΤΗΤΑ
των ΙΙΟΥΡΩΝ κα'ι τάς συγκαταβατικάς αυτών τιμάς μή
ίπιδεχομένας
ουδένα συναγωνισμόν.
Ή άποθτ,κη τοϋ κ. ΆγγελίοΌυ ίκανοπθ'.εΐ όλας
τάς άπαιτήσεις κα,ί τα γοϋστα. των φίλων
τοϋ καπνίσματος.
ΓΕΑΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Α. ΦΕΡΕΤΟΠΟΤΛΟΣ
Όδος Αίόλου, άπίναντι της 'ΑγΙΐς Εΐρήνης.
ΠΔΟΪΣΙΠΤΑΤΑΙ ΣΓΔΛΟΓΑΙ
ΧΕΙΜΕΡΙΝΩΝ ΚΑΙ ΘΕΡ1ΝΟΝ
Είνε ίδιάζουσα ή καλαισβησΐα τού χ. Φερετοπούλου, τοΰ
τέως γνωστοϋ εμπορορράπτου επί τής δδοϋ Σταδίου, μ*8' ής
•περισυλλέγει τα κομψώτερα καί στερεώτερα ϋφάσματα
έκ των καλλιτέρων τής Ευρώπης
έργοστασέων
Ποικιλία χρωματισμών καί γούστου. — Έχλογή αρίστη
ε'ιϊών.— Τιμαί λογικώταται.— Στερεονης ήγγυημένη.
Τσόχαις χαί χασμίρια 8ι' ένίυμασίας, παλτά, παντ»λω-
νίχια, φασονέδες διά ζακέτας χαΐ ρεδιγκότας.
"Απαντα τα ε!?η καί τα ύλικα τής ^>απτιχής, σειρήτια,
βελοθδα, σατέν, φόνοραις, ψαλί&ες διά ράιττας,
χλπ. χλ«. Κ«λ.
ΚΑΤΑ ΤΑΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΠΑΝΤΟΤΕ
ΤΩΝ
ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΝ ΝΕΩΤΕΡΙΣΜΩΝ
ΚΩΝΣΤ. φ. ΕΚΟΚΟΊΤ
Ι. ΛΕΟΝΤΟΠΟΤΛΟΣ
«αί έμπορορρΑπτη;
Όδος όφθαλμιατρείου παραπλεύρως τή; οίχίας
τον ίατροϋ Άρεταίου.
Ή καλλιτεχνική ψαλλΐς τοϋ κ. Λεοντοπούλου
είνε γνωστή ώς θαυματουργος εις την κομψοτέ-
ραν καί άπαιτητικωτέραν νεολαίαν των Αθηνών.
Κατορθώνει νά δίδγι χάριν, έκφρασιν καϊ κανο-
νικίτητα γραμμών καί εις τα μάλλον δυσ-
καμπτα σώματα.
ΑΚΡΙΒΕΙΑ ΑΠΑΡΑΜΙΛΛΟΣ
Ταχύτης ιΐερ: την εκτέλεσιν
των παραγγελιών.
ΣΤΕΡΕΟΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
ΠΟΙΚΙΛΙΑ ΓΟΤΣΤΩΝ ΚΑΙ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ
ΠΡΟ ΠΑΝΤΟΕ ΔΕ
ΕΥΣΥΝΕΙΔΗΣΙΑ
'Ιδοΰ τα χαρακτηρίζοντα τό εξαίρετον άληθώς
κατάστημα τοϋ κ.
_.ΕΟ3~ΓΟ__ΟΥ__Ο"_"
,_
ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ
ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ
ΕΝ ΑΘΗΝΑ.ΙΕ
ΒΙΒΛΙΟΠΟΛΕΙΑ - ΤϊΠΟΓΡΑΦΕΙΛ - ΠΙΕΣΤΗΡΙΑ ΑΤΜΟΚΙΝΗΤΑ
- ΧΥΤΗΡΙΑ ΠΑΝΤΟΣ ΕΙΔΟΥΕ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΟΝ ΣΤΟΙΧΕΙΟΝ -
ΣΤΕΡΕΟΤΪΠΕΙΟΝ-ΒΙΒΛΙΟΔΕΤΕΙΟΝ-ΧΛΡΤΟΠΩΛΕΙΟΝ
κτλ. κτλ. κτλ.
Απαραμίλλου βιβλική τελειότης— ΆκρΙδεια καΙ έντέλεια
τυπογραφική—Ταχίστη εκτέλεσις πάσης παραγγελίας
— ΚαΙ επί πάσι πρωτοφανές διά την Έλλάδα
"Έ κπτωσις των τ ι μ ώ ν
"Ορος κα'ι βάσις των καταστ-ημάτων ετέθη λίαν σοβώς τό
εκ τής μεγαλειτέρας καταναλώσεως κέρδος.
Διά χοϋ·{ο καταπληκτικώς ·ηλαττώθησαν αί τιμαί των εϊ-
8ων καΐ τής εργασίας.
Πρώτην φο,ϋάν 8ιά την 'Ελλάδα εγκαινιζεται «ν τί| βιβλικτ|
βιομηχανϊα έν γένει
ΕΝΤΕΛΕΙΑ ΚΑΙ ΕΪΘΗΜΑ
Έκτυποϋνται βιβλία, αγγελίαι, κατάστιχα, έγκύκλιοι, τρα-
πεζιτικοι π'νακες, ΐΓρογράμματοι καϊ πάν έντυπον.
Ή λειτουργία των ·πιετ~ιρίων ανετέθη είς δύω
άρίστους γερμανονς μηχαηχοΐχ-
καΐ έξαιρέτως ή άπαράμιλλος έκτύπωσις ε'ικίνων καϊ καλ-
λιτεχνημάτων έν γένει.
Άποστέλλονται τιμοκατάλογοι είς τοΰς α'ιττ,σβντας άιτηλ-
λαγμένοι ταχυδρ. τελών.
Δεκτή πάσα «αραγγελία βιβλϊων πρίχ; πώλησιν, αγο¬
ράν, καϊ έ κ τ υ π ω σ ι ν.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
Έορτολογιον, ημερολόγιον. — Ό άΧάνβαστος Καζαμίας τσϋ 1886
(Εποχαί, ΠασχάΛιοτ, Κνριεΰωγ πΑαγήτης, ΆγατβΛη σιΑηνηΐ,
ΈχΛείψειο, ΜετεωροΛθΎΐχαΙ παρατηρήσεις, 'Σνγε'χεια χαι τε-
Λοΐ) υπο ΣΑ.ΤΑΝΑ.— Τ6 ««λοχαΤρι βτήν Ά6ίιν«> ««Ί1» Τρο6α-
δοΰρου υπο 8000.—αεριπΐτεΐ,αι Έπαρχιώτου, δραμα χωμιχοτρα-
■γιχογ είς σχηγάζ εζ χαι γεΛοιογραφιχας εΐχόταξ ϊί, ύτο 80
χιλ. υπογραφήν.—Ή «ίρΐ άνθρωπογονίας των Αθηνών μΜθο-
λογική παραδοαις, υπο 8000.— Ό Κύριος Πετβωματϊς, Γ. Χ.
ΣΟΤΡΗ. — Τ6 Λαχεΐον, ίραμα χοιγΐύηχογ εις πράΐεις τρείς
παριοζαγόμεγοτ χατα πασάν εχχίβενσιγ, ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
ΑΝΝ1ΝΟΥ.— Σύγχρονοι Μτ,τέρες, ΑΡ. Π. ΚΟΥΡΤΙΔΟΤ.—βερι-
ναΐ Άναμνήσεις, ΐχ Κ·ηφισσΙα;, υπο ΣΑ.ΤΑΝΑ.—Το Κ«τω ·ϊ*ΐς
Γραφίΐς, Ι ΙΣΙΔΟΡΙΔΟΐ ΣΚΤΛΙΣΣΗ — ΜωσαΙκόν, υπό ΑΠΟΜΑ-
ΧΟΐ. — Κ«τι τι τα όποΐίον δίν έγραφη, ΔΗΜ. ΚΟΚΚΟΤ. —
Κίτι τι τό όκοΐον πρίπιο ν* γραφ%, 80Ο0 τω 000.— Τ6 ξύλον
της γνώσεως, ΙΩ Μ ΔΑΜΒΕΡΓΗ — *Ίλ* ν' άγαπήσωμί, χίμος
Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΟΤ.—Η ·Ελλ*ινι*η Γλΐσβα, ΜΙΧ. ΜΗΤΣΑΚΗ —
Αύο φβματια, ΑΜΑΡΤΩΛΟΤ.—Ό φόρος τοϋ αΕματος, ά»α·
μγήσεκ: Γ?κ επιστρατείαΓ. τοϊ! 1881, 8000.—Τηνιας, επο-
ποιία άπεΛπιστιχη μέχρι τρεΛΛας, ΣΑΤΑΝΑ—Ή Πνΰξ καιΐ ό
κΰριος Τοτώμης, χωμωίία φαγταστιχοτραγιχη, ΣλΤΑΝΑ.—
ΆττικοΙ κωμοι. Π. Κ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΟΤ. — Ό θίνατος της Αι-
λης, υπο ΤΙΜΩΝΟΣ. — ι ιλοξενούμϊνοι, ΛΟΠΟΔΤΤΟΤ. — ΤΑ
συγχαρητίιριά μόν», στό καινούριο φόρεμά μ.ου, ΰπϊ> της ΦΛΩ-
ΡΙΔΟΣ. — Το πβλιτι«6ν ετος 1888 εν Έλλίδι, ΙΝ0ΟΟΝΙΤΟ.—
ΠερΓ,ηγηαις, θεατριχογ σχαΛάθνρμα, ΙΩΑΝ Δ. ΝΙΚΟΛΑΡΑ—
ΦλυαρΙα, ε'μμετρος σάτνρα, υπο ΑΧ. Π. — ΙΙτ,λίνια Πεθερα,
αχΖμμα, Δ Α. ΚΟΡΟΜΗΛΑ — Είς ΙΙλχτων, Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΤ-
ΛΟΥ —Μετά δύο αΐωνας, Κ. Γ. ΞΕΝΟΤ.— ΕΙδοηοιήβεις.
Λ,
Μέγεθος Γραμματοσειράς