93549 – ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΣΚΟΚΟΥ

Αριθμός τεύχους

Νο.: 19

Χρονική Περίοδος

Ημερομηνία Έκδοσης

1891
i

Αριθμός Σελίδων

454

Φωτογραφίες

Οδηγίες

Κλικάρετε πάνω στην αριστερή εικόνα για να δείτε περισσότερες φωτογραφίες.

Κείμενο

OCR
Σύνολο σελίδων:
Κ ΗΝ ΣΤ Φ ΣΚΟΚΟΥ
ΕΘΝΙΚΟΝ
ΗΜΕΡΟΛΟ
ΧΡ0Ν0ΓΡΑΦΙΚΟΝ. Φ1ΛΟΑΟΓΙΚΟΝ οί ΓΕΛΟΙΟΓΡΑΦΙΚΟΝ
ΤΟΤ ΕΤΟΥΣ
ι 891
ΤΗ. ΣΥΗΕΡΓΑΪΙΑι ΤΩΝ Κλθ' ΗΜΑΣ ΛΟΓΟΓΡΑΦβΝ
[Μετ1 είκόνων]
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΚ ΤΟΐ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΤ ΤΩΝ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ
ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ
1890
ΚΩΝΣΤ. Φ· ΣΚΟΚΟΪ
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΤΟΥ Ι Α^Ν { Ι ΕΤΟΥΓ
*
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
ΕΙ ΤΟΙ ΠΠΟΠΊΦΕΙΟΪ ΤΟΚ ΙΙΤΙΣΤΙΙΙΑΤΟΊ
ΑΝΕΣΤΗ ΚαΝΖΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ
Ι8ίΟ — 2215
Ε Π Ο Χ Α. Ι
ΑΠΟ
κτίσεως χοσμου χατα τούςθ' 7399
• » χατα Λατίνους 5895
» » χαθ' Έ6ραΙους5651
τοϋ Κατακλυσμοΰ 5157
τής Πυργοποιίας 4844
τής έν Μαραθωνι μάχης 2381
τής έν Θερμοπύλαις μάχης2371
τής έν Σαλαμίνι ναυμαχίας2371
τής έν ΠλαταιαΓς κα τής έν
Μυκάλη μάχης 2644
κτίσεως 'Ρώ'μης 2369
τοϋ Πελοποννησ. πολέμου 2322
τοϋ θανάτου τοϋ Περιχλέους 2320
τής έν 'Αργινούσαις χατα·
στροφής τοΰ Πελοποννησ.
στολου υπό των Άθηναίων2297
τής έν Αίγός ποταμοΓς χατα-
στροφής τοΰ 'ΑθηναΙχοΰ στό-
λου υπό τοϋ Λυσάνδρου 2297
τής καταλύσεως των 30 Τυ-
ράννων χαι τής παλινορβώ-
σεως τής 'ΑβηναΙχής δημο¬
κρατίας υπό ©ρασυβοΰλου2245
τής άναβάσεως χαι χατα-
6άσεως των Μυρΐων 2291
τοΰ βανάτου τοϋ Σωχράτους 2290
τής έν Λεύχτροι; μάχης ϊ
τής των ©ηβαίων ήγεμονίας 2263
τής έν Μαντινεία μάχης 2254
τής έν Γρανιχω μάχης 2225
τής έν Χαΐρωνεία μάχης 2229
κτίσεως 'Αλεζανδρείας 2223
βανάτου Αλεξάνδρου Μεγάλ. 2214
τής άλώσεως των Αθηνών
υπο Σύλλα 1977
τής έν ΦΛίπποις μάχης 1933
τής έν 'Αχτίω ναυμαχίας 1922
τής χαταστροφής τής Ίερου-
σαλήμ υπό Τίτου 1821
τής μεταθέσεως τοΰ ουτοχρα-
ταριχοΰ θρόνου έχ 'Ρώμης είς
ΑΠΟ
Βυζάντιον υπό Κωνσταντί¬
νου τοΰ Μεγάλου 1561
χτίσεως "Ενετίας 1470
τής Μοναρχίας των Γάλλων 1460
κτίσεως τής Άγίας Σοφίας
επι Ίουστινιανοϋ 1349
Μωάμεθ κατ' Όθωμανούς 1309
τοΰ αΰτοϋ καθ1 ημάς 1269
τοϋ χωρισμοϋ των 8ύο Έχ-
κλησιών επι Λέοντος Θ' Πά¬
πα 'Ρώμης χαι Μιχαήλ Κη-
ρουλαρίου Πατριάρχου Κων¬
σταντινουπόλεως 839
τής άλώσεως τής Κωνσταντι¬
νουπόλεως υπό των Λατίνων 687
τής εΰρέσεως τής τυπογραφ. 451
τής άλώσεως τής Κωνσταν¬
τινουπόλεως υπό Μωάμεθ τοϋ
Β' τω 1453 χατα Μάϊον 438
τής ανακαλύψεως τοΰ Ευέλ-
πιδος άκρωτηρίου 405
τής άνακαλύψ. τής 'Αμεριχής 399
τοΰ Γρηγοριανοΰ Ήμερολογ. 309
τής συυτάσεως των Όμο-
σπόνδων Πολιτειων τής Βο-
ρείου 'Αμεριχής 104
τής Γαλλ. Έπαναστάσεως 102
τής Έλληνιχής · 70
τής πτώσεως τής Ένετιχής
Δημοκρατίας 94
τής χατασκευής άτμοπλοίων 76
"Οθωνος Α' Βασιλέως τής 58
Έλλάίος
Γεωργίου τοΰ Α' Βασιλέως
των Έλλήνων 28
τής ενώσεως τής Έπτανή-
σου μετα τής Έλλάϊος 27
τής άνιδρύσεως τής Γερμα-
νιχής Λύτοχρατορίας 20
τής χαταλήψεως τοΰ Βώλου
υπό τοΰ Έλληνικοϋ Στρατοϋ 9
ΕΚΔΕΙΨΕΙΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 1891
Κοτά τό ίτος τουτο 6α συμβώσι 3 Ικλείψεις, 1 τοϋ Ηλίου
«αί 2 της Σελήνης.
»') "Έλλειψις τού Ηλίου μεριχή την 25/6 Ίουνίου όρατή
είς τον Βόρειον Πόλον.
6') "Εχλειψις της Σελήνης όλιχή την 11/23 Μαίονι άόρα-
τος έν Ευρώπΐ], όρατη είς τας Ίνδίας.
γ') "Έχλειψις της Σελήνης όλιχή την 4/16 Νοεμβριού ό¬
ρατή εις την Ίρλανδίαν.
Όθωμανικοΐ μήνες
Τζεμαζ'ι-έλ-άχίρ χτιν 11 Ίανουαρίου 1307
Ρετζέμπ....... „ 9 Φεβρουαρίου ,,
Σαμπάν....... ,, 11 Μορτίονι ,,
Ραμιιζάν...... „ 9 Απριλίου ,,
Σεβάλ......... ,, 9 Μαίου ,,
Ζίλ-καδέ...... ,, 7 Ίουνίου ,,
Ζίλ-χχτζέ...... „ 7 Ιουλίου ,,
Μουχαρεμ..... ,, 5 Αύγουστον ,,
Τζαφέρ........ ,, 4 Σεπτεμβρίου ,,
Ρεμπί-ούλ-έ6έλ ,, 3 Όκτωβρίου ,,
Ρεμττϊ-ούλ-άχίρ ., 2 Νοεμβριού „
Τζεμαζί-έλ-έ6έλ ,, 1 Δεκεμβριού ,,
Τζεμαζι-ελ-άχιρ „ 31 » . „
ΕΟ Ι> Χ Λ. Χ
'ΕθνΐΚή. — Ή 'Ανεξαρτησία της Ελλάδος Μαρτίου 25.
Θρηόκευτικαί (χαθ'αςδέν έργόζονται τα Δημοσία γραφεΓα):
1) Νέον ίτος.—2) Θεοφάνεια. —3) Εΰαγγελισμός.— 4) Μεγάλη
Παρασχευη και Σάββατον.— 5) Κυριαχή χα Δευτέρα τοϋ Πά-
σχα.— 6) Πεντηκοστή. — 7) Άγιος Γεώργιος.—8) 'Ανάληψις.—
9) Αγ. 'Απόστολοι. — 10) Κοίμησις της Θεοτόκου.— 11) "Αγ.
Δημήτριος. —12) Αί δύο ημέραι των Χριστουγέννων.
Βασιλικαί.—Ή έορτή τοϋ όνόματος τοΰ Βασιλέως.
ΠΑΣΧΑΛΙΟΝ ΤΟΥ ΕΤΟΓΣ 1891
π
,Ινίικτιωνος δ — 4
Ηλίου χύκλοι ζ'—7
Σελήνης χύχλοι η' — 8.
Σελήνης ©εμέλιον α' — 1.
Κρεωφαγίας ημέραι ξβ' — 62.
Τί) Τριωδιον άρχεται Φεβρ. ι'-10
Έωθινόν ε'. 'Ηχος πλ. α'.
Ή "Απόκρεω, Φεβρουαρ. χδ'-24
Ό Εΰαγγελισμος τ^ Δευτέρα της
δ' εβδομάδος.
Νομικόν Φάσκα, 'Απριλ. ιε' —15
Λατίν. Πάσχα Μαρτίου ιζ'—17.
Το αγ. πασχα 'Απριλ. κα'—21.
Ή 'Ανάληψις Μαίου λ' —30. ;
Η Πεντηκοστή Ίουνίου ί'—9. )
Κυριακή των ΆγΙων Πάντων
Ιουλίου ις·' —16.
Ή νηστεία των 'Αγίων Άποστό-
λων ημέραι ιβ' —12.
Ή μνήμη αυτών ήμέραΣαββάτω.
Παραμονή των Χριστουγέννων
ήμέρα Τρίτη.
ΩΡΑΙ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 1891
ν ·
•ι Το "Εαρ άρχεται την 8/20 Μαρτίου 5 ώρ. 8' π. μ.
> Το Θέρος „ ,, 9/21 Ίουνίου 1 ,, 26' π. μ.
( Τό Φθχνόπωρον ,, ,, 11/23 Σ[6ρίου 6
ΐ|'ΟΧειμών ,, ,, 9/21 Λαρίου 10
( Ίσημερίαΐ: 9 Μαρτίου χαι 9 Σεπτεμβρίου.
} Ή?ιΙθθ"τήσΐα. Χειμερινί>ν χαι αύξησις των ημερών τϊ) 9 Δεχεμβρ.
> ,, ,, Έαρινόν χαι σμίχρυνσις των ημερών τη 8 Ίουνίου.
28' μ. μ.
ΙΟ' μ. μ.
©οοοοοοαχ:
ΣΕΑΗΝΟΔΡΟΜΙΟΝ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ 1891
Η
Κ. Π· ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΓ
16 4 Παρ. Πρώτον Κ όν
24 12 Σαβ. Πανσέληνος
1 20 Κυρ. Τελευτ. 4ον
Γ) 8 27 Κυρ. Νέα Σελήνη
Λ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΝ
Ί 14 2 Σαβ. Πρώτον 4ον
^ 22 10 Κυρ. Πανσέληνος
2 18 Δεϋτ Τελευτ. 4ον
9 25 Δευτ. Νέα Σελήνη
μαρτιοσ
Ο 16 4 Δευτ. Πρώτον 4ον
1 24 12 Τρίτ. Πανσέληνος
1 20 Τετ. Τελευτ. 4ον
7 26 Τρίτ. Νέα Σελήνη
ΑΠΡΙΛΙΟΣ
15 3 Τετ. Πρώτον 4ον
23 11 Πέμ Πανσέληνος
30 18 Πέμ. Τελευτ. 4ον
7 25 Πέμ. Νέα Σελήνη
ΜΑΙΟΣ
14 2 Πέμ. Πρώτον 4ον
Ω 22 10 Παρ Πανσέληνος
Ο 29 17 Πάρ. Τελευτ. 4ον
β 5 24 Παρ. Νέα Σελήνη
ΙΟΥΝΙΟΣ

13 1 Σαβ. Πρώτον 4ον
21» 9 Κυρ. Πανσέληνος
27 15 Σαβ. Τελευτ 4ον
5 23 Κυρ. Νέα Σελήνη
Ν. π. ΙΟΥΛΙΟΣ
13 1 Δευτ Πρώτον 4ον
20 8 Δευτ. Πανσέληνος
27 15 Δευτ. Τελευτ. 4ον
3 22 Δευτ. Νέα Σελήνη
11 30 Τρίτ. Πρώτον 4ον
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
18 6 Τρίτ. Πανσέληνος
25 13 Τρίτ. Τελευτ. 4ον
2 21 Τετ. Νέα Σελήνη
10 29 Πέμ. Πρώτον 4ον
*"' σεπτεμβριοσ'
17 5 Πέμ. Πανσέληνος
23 11 Τετ. Τελευτ. 4ον
2 20 Παρ. Νέα Σελήνη
9 27 Παρ Πρώτον 4ον
ΟΚΤΩΒΡ1ΟΕ
16 4 Παρ. Πανσέληνο;
23 11 Παρ. Τελευτ. 4ον
31 19 Σαβ Νέα Σελήνη
8 27 Κυρ. Πρώτον 4ον
ΝΟΕΜΒΡΙΟΎ
15 3 Κυρ. Πανσέληνος
22 10 Κυρ. Τελευτ 4ον
30 18 Δευτ. Νέα Σελήνη
7 25 Δευτ. Πρώτον 4ον
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΎ
14 2 Δευτ. Πανσέληνος
22 10 Τρίτ. Τελευτ. 4ον
30 18 Τετ. Νέα Σελήνη
6 25 Τετ. Πρώτον 4ον
ο
Ο
Ο
ι
___?,___
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΝ
"Εχων ημέραι; 31. Ή ήμέρα εχει ώρ. 10 κα'ι ή νυζ ώρ. 14.
Ό "Ηλιος· είς τόν Τδροχόον.
Τ
+
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
τ
Τ
Τ
Τρ-
Τε.
Πε.
Πά.
Σα.
Κυ.
Δέ.
Τρ-
Τε.
Πε.
Πά.
Σα.
Κυ.
Δέ.
Τρ-
Τε.
Πε.
Πά.
Σα.
Κυ.
Δέ.
Τρ.
Τε.
Πε.
Πά.
Σα.
Κυ.
Δέ.
Τρ·
Τε.
2 31 Πε.
*Η χατα. βαρκα περιτομή τοϋ Κυρίου ημών Ίησοϋ
Χριστοΰ, μνηυ.η Βασιλείου τοϋ Μεγάλου. Άργία.
Προεόρτια Θεοφανείων, Σιλβέστρου πάπα 'Ρώμη;.
Μαλαχϊου τού Προφήτου καί Γορδίου μάρτυρος.
Ή συναψις των 70 άποστ. χχί Θεοκτίστου όσίου.
Θεοπέμπτου χαί Θεωνά των ααρ. κα'ι Συγλητικής
τί|ς όσίας. Παραμονή των Θεϋφανείων. Νϊ)στεία.
Τ* "Αγια θεαφάνίΐ*. Άργία.
Ή Σύναξις τοϋ προφήτου Προ8ρό,αου καί Βαπτι-
στοΰ Ιωάννου. 'Λργία καί ίχθύος κατάλυσι;.
Δομνίκης τής όσίας, Γεωργίου τοΰ Χοζεβίτου.
Πολυεύκτου αάρτυρος.
Γρηγορίου έπισ. Νύσιτης, Δομετιανοϋ Μελιτινής.
. Θεοδοσίου τοΰ Κοινοβιάρ/ου.
ΤίατιανΫίς μάρτυρο;.
Έρμύλου καί Στρατονίχου μχρτύρων.
Των έν Ραιθώ κιί Σινα αναιρεθέντων πχτέρων
χαί απόδοσις τής εορτής των Θεοφανείων.
Παύλου τοϋ Θτιβαί'/υ χαί Ίωάνν&υ τοΰ Καλυβ.
Προσχ. τής τιμίας άλύσεως τοϋ αποστ. Πετρβυ.
Άντωνίου τοΰ Μεγάλου. Άργία.
Άθανασίου χαί Κυρίλλου άρχιεπ Αλεξ. Άργία.
Μακαρίτου τοΰ Α'ιγυπτίου χαί Άρσενίου Κερκύρας.
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ
Εύθυμίου τοΰ μεγάλου Άργία.
Μαξίμου τοϋ δμολογητοϋ καί Νεοφύτου μαρτύρων.
Τιμοθέου τοϋ άποσ. χαί Αναστασίου τοΰ Πέρσου.
Κλήμεντος Άγκυρας καί Άγαθαγγέλου υαρτύρ.
Ξένη; όσίας.
Γρηγορίου τοΰ Θεολ έπισχ. Κ]πόλεως. Άργια
Ξενοφώντος τοΰ όσίοιι χαί τής συνοδίίας αυτοΰ.
Άναχομιδή τοϋ λειψάνου Ιωάν. τοΰ Χρυσοστόμ.
Έφραίμ όσίου τοΰ Εύρον.
Άνακομιδή τοΰ λειψάνου Ίγνατίου τοΰ Θεοφόρου.
Των Τριών Ίϊροιρχων, Βασ. τοϋ Μεγάλ. Γρτ,γο-
ρίου τοΰ Θεολ. καί Ιωάν. Χρυσοστόαου. Άργία.
Κύρου καί Ιωάν. των Οαυαατουργών Άναργύρ.
10
ί
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ
"Εχων ημέρας 28. Ή ήμ,έρα εχει ώρ. 11 καΐ ή νϋζ ώρ. 13.
Ό 'Ήλιος είς τοΐ/ς Ίχθϋς.
1-
Κ. Π·
1
2

Πά. Προεόρτια Ύπαπαντής Τρύφωνος μάρτυρος.
Σα. Ύπαπαντή τοΰ Κυρίου ημών Ί. Χ;ιστοϋ. Άργία.
Κυ. Συμεών τού Θεοδάχου καί "Άννης τής Προφήτιδος.
Δέ. Ίσιδώρου τοϋ Πηλουσιώτου.
Τρ. Άγάπης μάρτυρος
Τε. Βουκόλου τοθ όσιον έπισκόπου Σαύρνης.
Πε. Παρθενίου χαί Λουκα τοϋ όσίου.
Πά. Θεοδώρου Στρατηλάτου χα'ι Ζαχαρίου όσίου.
Σα. Νικηφόρου μάρτυρο;.
"Αρχεται, τα Τριώδιον.
Κυ. Χαραλάμπους ίερομάρτυρος. Άρνα.
Δέ. Βλασίου Ίεροαάρτυρο; κα'ι Θεοδώρας τής Αΰγούσ.
Τρ. Μελετίου ά.;-/ιεπισκότϋου Άντιογείας.
Τε. Μαρτινιανοϋ τοϋ όσίου.
Πε. Αΰξεντίου τοϋ 6σίου. ι
Πά. Οίχονόμου τοΰ αποστόλου.
Σα. Παμφίλου αάρτυιο; καί των συν αύτω.
ΜΑΡΤΙΟΕ
17 Κυ. Τοΰ ·Ασώτο>. Γρηγορίου τοϋ Παλαμα καί Θεο-
δώρου τοΰ Τύρωνο;.
Δέ. Αέοντοζ Πάπα Ρώαης
Τρ. Άρνίππου τοϋ αποστόλου.
Τε. Λέοντ-ς έπΐσχόπου Κατάνης.
Πε. Τι^οθέου τοΰ έν Συμβόλ. χαί Εύσταθίου έπι-
σχόπου Άντιοχείας.
Πά. Ή ευρε-;ις των λεΐψάνων των έν Εΰγενίοι; μάρτρ.
Σα. Ψ«χοοί66ατον. Πολυκάρπου ίερομάρτυρος επι-
σχόπου Σμύρνης
Κυ Τής Απόκρεω. Ή α' χαί β'. εΰρετις τής τιμίας
χεφαλής τοΰ Προδρό;ου.
9 25 Δέ. Ταρασίου άρ/·.επισχόπου Κωνσταντινουπόλεως.
10 26 Τρ. Πορφυ;ίου έ~ισχόπου Γάζης.
11|27 Τε. Προχοπίου τοΰ δικαπολίτου
12,28 Πε. Βασιλείου τοΰ όμολογητοϋ.
ΜΑΡΤΙΟΣ
"Εχων ημέρας 31. Ή ήμέρ* εχει ώρ. 12 και ή νύζ ώρ. 12.
Ό 'Ήλιος είς τόν Κριόν.
Ν.
π.
13
1
14
2
τ
15
3
16
4
17
5
18
6
19
7
20
8
τ
21
9
1"
22
10
23
11
24
12
25
13
26
14
27
15
28
16
τ
20
17
30
18
31
10
1
20
2
21
3
22
4
23
τ
5
24
τ
0
25
7
26
8
27
9
28
1*1
29
11
30
1-
12
31
Πά.
Σα.
Κυ.
Δέ.
Τρ·
Τε.
Πε.
Πά.
Σα.
Κυ.
Δέ.
τρ·
Τε.
Πε.
Πά.
Σα. Σ.
Κυ.
Δέ.
Τρ
Τε.
Πε.
Πά.
Σα.
Κυ.
Λε.
Τρ.
Τε.
Πε.
Πά.
Σα.
Κυ
Εύ3οχ!α; τής όσιομάρτυρος.
Ήσυχίου ιχάρτυρος.
Τϊ^ς Τ*ροφ4γο>. Εύτροπ.Κλεον χαί Βασΐλίσχου μ.
Άρχεται ή Μεγαλη ΊΈασαραχοατή.
Καθαρα Δευτέρα Γερασίαου όσίου τοΰ έν Ίορδ.
Κόνωνος ιιαρτυρος.
Των έν Άμορίω 42 μαρτύρων.
Καπίτωνος καί των συν αύτω.
Θεοφυλάκτου επισκόπου Νικο|/.γ,δειας.
Των "Αγίων Θεοδώρων. Των έν Σεβαστ. 40 μαρ¬
τύρων. 'Αργία.
Τ?ίς Όρθοδοξίας. Κοδράτου μ. καί των συν αύτω.
Σωφρονίου άρχιεπισκόπου Ίεροσολύμων.
Θεοφάνους τοΰ ό.αολογητοϋ.
Άνακομ. λειψ. Νικηφόρου Κωνσταντινουπόλεως.
Βενεδίκτου τοΰ όσίου.
Άγαπίου χαί των συν αύτω 7 μαρτύρων.
Ιίνου μάρτ. καί Χριστοδούλου.
Β'. Των Ν»ιστίΐών. Αλεξίου τοΰ όσίου τοΰ άν-
θρώ'ου τοΰ Θεοΰ.
Κυρίλλου άρ/ιεπισχίπου Ίεροσολύμων.
Χρυσάνθου καί Δαρείας ;χαρτύρων.
ΛΠΡΙΛΙΟΕ
Των έν τη μβνγί τοϋ Άγίθυ Σάββα πχτέρων.
Ίαχώβου τοΰ ό.υ.ολογΥ|τοΰ
Βασιλείου ίερομ.άρτυρος·
Νίκωνος όσιομάρτ. χαί των 199 μαθητών αύτοϋ.
Γ'. Των Ν*ισι:ίΐων. Της ϊταν>ρο«ροοκυνήβε·»ς.
Ζαχαρίου τοϋ όσίου.
Ό Εΰαγγελισμός τής θεοτόκου χαί άειπαρθένοι»
Μαρίας. 'Αργία
Σύναξις τοϋ άρ/αγγέλου Γαβριτ,λ.
Ματρώνης τή; όσία:.
Ίλαρίωνος τοΰ νέου.
Μάρκου έπισκ. Άρεθουσίων, Κυρίλλου διαχόνου.
Ιωάννου τοϋ συγγραφέως τής χλίααχος.
Α'. Των Νηστιιων. Τπατίου ίερ. έπισ. Γαγγρών
12
13
1
14
2
15
3
16
4
17
5
18
6
19
7
20
8
ΑΠΡΙΛΙΟΝ
Εχων ημέρας 30. Ή ήμέρα εχει ωρ. 13 και ή νύξ ώρ. 11.
Ό Ήλχος είς τόν Ταϋρον.
- ~ _
Μαρίας όσίας τής Α'ιγυπτίχς
Τίτου όσίου τοΰ βαυματουργοΰ.
Τοΰ Μεγαλαυ Κανόνος. Νιιήτα τοΰ όσίου πατ.
καί Ιωσηφ τοΰ ύμνογράφου
Γεωρνίου τοΰ όιίου τοϋ έν Μα/εω
Τοϋ Άχαθίατου. Κλαυδίου, Θεοδ. καί ϊλ. 5 μαρ.
Εΰτυνίου αρνιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως.
■}■ 19 7 Κυ. Ε'. Των Νηστίΐων. Καλλιοπίου μάρτυρος, Γεωρ-
γίου επισκ. Μυτιλήνης.
ΉρωΒίωνος, Άγάθου, Ρούφου, Άσυγκρίτου, Φλέ¬
γοντος, Έρμοΰ των Άποστόλων έκ των 70.
Ιϊύτυχίου μάρτυρος.
Τερεντίου Πθ[ΑπΤ|ΐ'ου καί των συν αυτοίς.
Άντίπα ίερομάρτυρος επισκόπου Περγάμου.
Βασιλείου τοΰ όμολογΎτον έπισκοπου Παρίου.
Τοϋ Ααζαρου. Μαρτίνου τοΰ δμολ. Πάπα Ρώμης.
Των Βαΐων. Άριστάρ.Πούίγι καί Τροφ. έκ των 70.
Κρήσκίντος μάρτυρος.
Άγάπης, Ρίρήνης καί Χιονίας των αΰταδέλφων.
Συαεών ίερομάρτυρος τοΰ εν Περσίοι.
Ιωάννου, μαθητοΰ Γρηγορίου τοΰ Δεκαπολίτου.
μ α ι ο σ
Παφνουτίου ίερο,υιάρτυρος.
Θεοδώρου όσίου τοϋ Τριχινά.
ΤΟ ΆΓΙΟΝ ΠΛΣΧΛ. 'Αργία καϊ κατάλυσις είς
πάντα καθ' όλην την έβδομάδα τής Διακαινησί-
μου. Ίανουαρίου ίερομάρ. χαί τής συνοδείας αύτοϋ
®εοΖύίρου τοΰ Συκεώτου.
Γεωργίου μεγαλοιχάρτ. τοΰ Τροπαιοφό:ου. 'Αργία.
Έλισάβετ τής όσίας καί θαυματουργοΰ.
Μάρκου τοΰ αποστόλου.
Τ9); Ζωοδόχου Ηηγης Βασιλέω, ίερομάρτυρος
επισκόπου 'Αμασίας.
Συμεών ίερομάρτυρος.
·}- 10 28 Κυ. Τοδ βωμδ. Των έν Κυζίκω 9 μαρτύρων
' " "Λ * Ίάσωνος καί ΣωΤ'.πάτρου των άποστόλων
Ίακώβου τοΰ άζοστ άδελφοϋ Ιωάν. τοΰ Θεολόγου.
Τ
Τ
Δέ.
Τρ-
Τε.
Πε.
Πά.
Σα.
Κυ.
Δέ.
Τρ-
Τε.
Πε.
Πά.
Σα.
Κυ.
Δέ.
Τρ·
Τε.
Πε.
Πά.
Σα.
Κυ.
Δέ.
Τρ.
Τε.
Πε
Πά.
Σα.
Κυ.
Δέ.
Τρ-
ΜΑΙΟΣ
"Εχων ήμέρος 31. 'Η ημέραι έ'χει ώρ. 14 χαΐ ή νϊιξ ώρ. 10.
Ό Ήλιος είς τους Δϊδύυ.ους.
Τ
Τ
Τ
τ
Ν.
13
π.
1
14
2
15
3
16
4
17
5
18
6
19
7
20
8
21
9
22
10
23
11
24
12
25
13
26
14
27
15
28
16
29
17
30
18
31
19
1
20
2
21
3
22
4
23
5
24
6
25
7
26
8
27
9
28
10
29
11
30
12
31
Τε.
Πε.
Πά.
Σα.
Κυ.
Δέ.
Τρ.
Τε.
Πε.
Πά.
Σα.
Κυ.
Δέ.
Τρ.
Τε.
Πε.
Πά.
Σα
Κυ.
Δέ.
τρ
Τε.
Πε.
Πά.
Σα.
Κυ.
Λε.
Τρ.
Τε.
Πε
Πά.
Ίερειιιίου τοϋ προφήτου.
Άνακοαιδή λειψάνου Άθανασίου τοϋ Μεγάλον.
Τιμοθέου καί Μαύρης μαρτύρων.
Πελαγίας μάρτυρος.
Των Μυροφόρων. Ειρήνη; αίγαλομαρτυρος.
Ίώβ τοΰ 2ικαίθυ καί πολυάθλου.
Άνάμνησις τοϋ έν οΰρανω φανέντος σημείοο τοΰ
Σταυροΰ έν Ίερουσ. χαί Άκακ. τοϋ Κορδ. μαρ.
Ίωάνου τοΰ &ίοό·(θΐ) καί Εϋαγγελιστοϋ καί Άρ-
σενίου τοΰ Μεγάλου. Άργία.
Ήσαι'ου τοϋ προφήτου καί Χριστοφόρου μαρτυρος.
Σίμωνος Αποστόλου τοΰ Ζηλωτοΰ.
Μωκίου ίερομάρτυρος.
Τοδ ΟαραλντοΜ. Έπιφανίου έπισκόπου Κύπρου
καί ΓερΐΛανοϋ άρχιεπισκόπου Κων]πόλεως.
Των έν Νιχαία 318 πατέρων Γλυχερίας μαρτ.
Ίσιίώρου τοΰ έν Χίω μαρτυρος.
Τ»ις Μίβο«*ντ»ιχοστ»ις. Παχωμίου τοΰ Μεγάλ.
καί Άχιλλίου άρχιεπισκόπου Λαρίσσης.
Θεοδώρου Ήγιασμένου, μαθητοΰ τοΰ Παχωμίου.
Άνδρονίκου τοΰ αποστόλου καί Ίουνίας.
Πέτρου, Διονυσίου καί των συν αϋτοΓς μαρτύρων.
Της Σαμαρείτιδο;. Πατρικίου Ίεροιι.. έπισχοπο»
Προύσης χαί των συν αυτώ.
ΙΟΥΝΙΟΕ
Θαλλαλαίου «.άρτυρος.
Κωνσταντίνου χαί'Ελένης μεγάλων βασιλέων.Άργ.
Βασιλίσκου μαρτυρος.
Μιχαήλ τοΰ (ιΐίθλογητον έπισκόπου Συνάδων.
Συμεών τοΰ έν τω θαυμαστω 2ρει.
Τρίτη εΰρεσις τής τιμίας κεφαλής τοΰ Προδρομου.
Τοΰ Τυφλοΰ. Κάρπου τοΰ αποστόλου έκ των 70.
Έλλαδίου ΣεροΐΑάρτυρος.
Εΰτυχοΰς ίερομάρτυρος.
Θεοδοσίας ίερομάρτυρος.
της Άναλήψϊως. Ίσααχίουήγ. τής Μόν. Δαλμάτ.
Έρμείου μαρτυρος.
"Εχων ημέρας 30.
ΙΟΥΝΙΟΣ
'Η ί,μέρα Ι'χει ώρ.
15 χαι ή νυξ ώρ. 9.
Ό 'Ήλιος είς τόν Καρκϊνον.
ΐ
Τ
Τ
30
Χ
18
19
20
21
22
23
6124
7
8
9
10
Σα.
Κυ
Δέ.
Τρ.
Τε.
Πε
Πά
Σα.
Κυ.
Δέ.
Τρ.
Τε.
Πε.
Πά.
Σα.
Κυ.
Δέ.
Τρ
Τε.
Πε.
Πά.
Σα.
Κυ
Δέ.
Τρ.
Τε.
Πϊ.
Πά.
Σα.
Κυ.
Ίουστίνου μ.ίρτνροζ τοΰ φιλοσόφου.
Νικηφόρου άρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλως.
Λουχιλλιανοΰ μάρτυρος.
Μητροφάνου; άρχιεπισχόιτου Κωνσταντινουπόλεως
Δωροθέου ίερομάρτυρΐς έπισκόπου Τυρού.
Ίλαρίωνος τοϋ νέου ήγουμένου Μονής Δαλμάτων.
θεοΜτου ίερομάρτυρος έπισχόπου Άγκυρας.
Των Κεκοιμ,ημ,ένων. 'Η άναχομιδή τοΰ λειψ.
Θεοδώρου Στρατηλάτου.
Της Πεντ*)κοοτϊ)ς Κυρίλλου αρχιεπ. Άλεξαν§.
Τοϋ *Αγίο» Πνεύματος Άλεζ. χαί Άντων. μαρ.
Βαρθολομαίου χαί Βαρνάβα των άποστόλων.
Όνουφρίου χαί Πέτρου τοϋ έν "Αθω.
Άχυλίντ,ς μάρτυρος.
Έλ.σσαίου προφ. χαί Μεθοδ. άρχιειτ. Κ]πόλεως.
Άαώς τοϋ πο^ιρήτου·
Των Άγίων Πάντων. Τύχωνος έπισχ. Άμαθ.
("Λρχίχαι ή Ντιατε(α των Άγίων · Αηοστόλων).
Ίσαύρου μάρτυρος, χαί των συν αύτω, Μανουήλ,
Σαβέλ χαί Ισμαήλ μαρτύρων.
Λεοντίου μάρτυρος.
ΙΟΥΛΙΟΣ
Ίούδα τοΰ αποστόλου.
Μεθοδίου ίερομάρτυρος έπισχόπου Παταρων.
Ίουλιανοΰ μάρτυρος τοΰ Ταρσέως
Εύσεβίου ίερομάρτυρος.
Άγριππίνη; μάρτυρο:.
Τα γενέθλια τοΰ προφήτου Προδροιχου καί Βαπτ.
Ιωάννου. Άργία.
Φεβρωνίας δσιομάρτυρος.
Δαβίδ τοΰ όσίου τοΰ έν Θεσσαλονίκγι-
Σαμψών όσίου τοΰ Εενοδόχου.
'Η άναχομιδή των λειψάνων Κύρου καί Ιωάννου
των Άναργύρων.
Πέτρου καί Παύλου των χορυφαίων αΐϊοστόλων
Άργία καί Ίχθύος κατάλυσις.
'Η Σύναξις των 12 Άποστόλων Άργία.
ΙΟΥΛΙΟΣ
"Εχων ημέρας 31. Ή τ,μέρα έ'χει ώρ. 14 και ή νϋξ ώρ. 10.
Ό Ήλιος είς τόν Λέοντα.
ΐ
Τ
ί
ί
1 Δέ.
2 Τρ.
" Τε.
Πε.
Πά.
Σα.
Κυ.
Δέ.
Τρ·
Τε.
Πε.
Πά.
Σα.
Κυ.
Δέ.
Τρ.
Τε
Πε.
Πά.
20 Σα.
21 Κυ.
22ΙΔε.
53 Τρ.
24
Τε.
Πε.
Πά.
Σα.
Κυ
Δέ.
Τρ-
Τε.
Κοσμά καί Δαμιχνοΰ των Άναργύρων. Άργία.
Ή έν Βλαχέρναις κατάθ. τής έσθήτ. τής Θεοτόκ.
Ύακίνθου μάρτ. κα! Άνατολίου άρχιεπ. Κ]πόλεως.
Άνδρέου Κρήτης τοϋ Ίεροσολυμίτου.
Άθανασίου τού έν "Αθω, Λαμπα8. θαυμχτουργ.
Σισώη τοϋ μεγάλου.
βωμα τοϋ έ ■ Μαλεώ, Κυριακής τής μογαλομρτ.
Προκοπίου μεγαλομαρτυροζ.
Παγχρατίου ίερομάρτυρος έπισχόπου Ταυρομενίας.
Των έν Νιχν;πόλει 45 μαρτύρων.
Εΰφηαίας τής μεγαλομάρτυρος ·
Πρόκλου καί 'ίλαρίου των μαρτύρων.
"Η συναψις τοΰ 'Αρχαγγέλου Γαβριήλ καί Στε¬
φάνου τοϋ Σαβαΐτου.
Άχύλα τοΰ αποστόλου χαϊ Ιωσήφ Θεσσαλονίκης.
Κηρύχου χχί Ίουλίττης των μαρτύρων.
Άθηνογένους Ίερομάρτυρος.
Μαρίνης τής μεγαλομάρτυρος
Α'ιμιλιανοΰ τοϋ μεγαλομάρτυρος
Μαχρίνης αδελφής τοΰ Μαγάλου Βχσιλείου χαί
Δίου των όσίων.
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
Τοΰ προφήτου Ήλιοΰ τοΰ Θεσβίτου. Άργίχ.
Συμεών τοΰ διά Χριστόν Σαλοΰ χαί Ιωάννου τοΰ
συνασχητοΰ.
Μαρίας τή; Μαγδαληνής τής Μυροφόρου.
Φωκά ίερομάρτυρος χαί Ίεζεχιήλ τοϋ προφήτου.
Χριστίνης τής μεγαλομάρτυρος.
Ή κοίμησις τής αγ. "Αννης μήτρος τής θεοτόκ.
'Ερμολάου ίερομι καί Παρασκευής όσιομάρτυρος.
Παντελεήμονος τοϋμεγάλ. καί Ίαματικοϋ. Άργΐα
Προχόρου, Νικάνορος, Παρμενά, άποστόλων.
Καλλινίκου καί Θεοδότης των (λαρτύρων.
Σύλα, Συλουανοΰ, Κρήσχεντος, έχ των 70 άιτοστ
Εΰδοχίου δικαίου καί προεόρτια τοϋ Τια. Σταυροΰ
ΐ6
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ
"Εχων ημέρας 31. Ή τ,μέρα εχει ώρ. 13 κοΛ ή νϊιξ ώρ. 11.
Ό 'Ήλιος είς την ΙΙαρθένον.
ν. π.
13 1 Πε.
1!)
20
21
22
+ 23
24
25
Τ
Τ
Τ
Τ
12 31
Πά.
Σα.
Κυ.
Δέ.
Τρ·
Τε.
Πε.
Πά.
Σα.
Κυ.
Δέ.
Τρ-
Τε.
Πε
Πά.
Σα.
Κυ.
Δέ.
Τρ·
Τε.
Πε.
Πά.
Σα.
Κυ.
Δέ.
Τρ·
Τε.
Πε.
Πά
Σα
Ή πρόοδος τοϋ τΐμίου Σταυροϋ καί των 7 παίδ.
των Μακαβαίων, Σολομονής καΐ 'Ελεαζάροο.
Ή άνακομιδή των λειψ. Στεφάνου πρωτομάρτ.
Ίσαακίου. Δαλμάτου καΐ Φαύστου των δσίων.
Των έν Έφέσω έπτά άγίων παίδων.
Εΰσυγνίου μάρτυρος.
Ή μεταμόρφωσις τοϋ Κυρίου καί Σωτήρος ημών
Ιησοΰ Χριστου. Άργία.
Δομετίου ίερομάρτυρος ■
Αΐμιλιανοϋ τοΰ όμολογητοϋ έπισκόπου Κυζίκου.
Ματβία τοϋ αποστόλου.
Λβυρεντίου μάρτυρος καί άρνιδιακόνου.
Κυπλου τοϋ διακόνου καί μαρτυρος.
Φωτίου καΐ Άνικήτου των μαρτύρων.
Μαξίμου τοϋ όμολογητοΰ, καΐ απόδοσις της εορ¬
τής τής Μεταμορφώσεως.
Μιχαίου τοΰ προφήτου.
Ή Κοίμησις τή; Θεοτόκου. Άργία.
Ή άνακομιδή τής εικόνος τοϋ Ίησοϋ Χριστοϋ,
καΐ Διομήοους μάρτυρος.
Μύρωνος μάρτυρος
Φλώρου καί Λαύρου των μαρτύρων.
Άνδρέου τοϋ Στρατηλάτου καΐ των 2593 μαρτύρ.
ΓΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ
Σαμουήλ τοΰ προφήτου.
Θαδδαίου τοϋ αποστόλου καΐ Βάσσης μάρτυρος.
Άγαθονίκου μάρτυρος.
ΑοΰτζθΌ μάρτ. καί απόδοσις τής έορτ. τής θεοτόκ
Εΰτυχοϋς ίεΐομάρτυρος μαθ-ητοϋ 'Ιωάν. τοϋ^θεολ.
Ή" επάνοδος τοΰ λειψ. Βαρθολομαίου τοϋ άποστ.
Άδριανοΰ καί Ναταλίας μαρτύρων.
Ποιμένος τοΰ δσίου
Μωϋσέως τοΰ Α'ιδίοπο;.
Ή άποτοαή τής κεφ. Ιωάννου τοϋ Προδρ.ΝηστεΙα.
Αλεξάνδρου, Ιωάννου καί Παύλου τοϋ νέου άρ-
νιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως.
Ή κατάθεσις τής τιμίας ζώνης τή; θεοτόκου.
Ε. Χατζηπετροε
2ΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ
"Εχων ημέρας 30. 'Η ήμέρα έ'χει ώρας 12 κ«ι ή νυξ ώρας 12.
Ό ηλιος είς τόν Ζυγόν
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
10
11
12!
21
Κυρ. 'Η σύναξις τής Θεοτόκου καί μνήμη Συμεών τοϋ
Στυλίτου καί Ίησοΰ τοϋ Ναυή.
Δέ. Μάμαντος μάρτυρος καί Ιωάννου τοΰ νηστευτοΰ.
Τρ. Άνβίμου ίερομάρτυρος καί Θεοκτίστου τοϋ 6σίου
Τε. Βαβύλα ίερομάρτυρος χαί Μωύσέω; τοΰ προφήτου
Πε. Ζαχαρίου τοΰ Προφήτου πατρός τοϋ Προδρόμου.
Πά. 'Η ανάμνησις τοΰ θαύματος Μιχαήλ τοϋ αρχι-
στρατήγου.
Σα. Προεόρτια τής γεννήσεως τής Θεοτόκου καί Σώ-
Ϊ μάρτυρος.
Κυ. Τα γενέβλια τής Θεοτόκου.Άργ. χαί ίχθύος καταλ.
Δέ. Ίωακείμ καί "Άννης, κα'ι Σεβηριανοΰ των μαρτ.
Τρ. Μηνοδώρας, Μητροδώρας καί Νυμφοοώρας μαρτ.
Τε. Θεοδώρας τής όιίας.
Πε. Αύτονόμου ίερομάρτυρος, καί απόδοσις των γενε-
θλίων τής Θεοτόκου.
Πά. Τα έγκαϊ'νια τοΰ ναοΰ τής Άναστάσεως χαί Κορ
νηλίου τοϋ έκατοντάρχοο.
Σα. 'Η (ίι'-ωοκ τον τίμιον Ζτη νροΡ.Άργ Ααί ντ^στεία.
Κυ. Νικήτα μάρτυρος.
Δέ. Εΰφημίας τής Μεγαλομάρτυρος.
Τρ. Σοφίας μάρτυρος καί των τριών αυτής θυγατέρων.
Τε. Εϋμενίου τοΰ βϊυματουργοΰ έπισκόπου Γορτύνης.
ΟΚΤΩΒΡΙΟΝ
Πε 'Γροφίαου Σαββατίου καί Δορυμέδοντος μαρτύρων.
Πά. Εΰσταθίου ιιεΐλαλοαάρτ. συμβίας καί των δύο αΰ-
τοΰ υίών.
Σα. Κοδράτου τοΰ αποστόλου καί Ιωνά τοΰ προφήτου.
Κυ. Φωκά ίερομάρτυρος.
Δέ. 'Η σύλληψις τοΰ προδρόμ χαί Βαπτιστοΰ "Ιωάννου.
Τρ. Θέκλη: τής πρωτοαάρτυρος.
25 Τε. Εΰφροσύνης τής όσίας.
Πε. 'Η μετάστασις Ιωάννου τοϋ Θεολόγου Άργία.
Πά. Καλλιστράτου καί των συν αΰτφ 44 μαρτύρων.
Σα. Χαρίτωνος δμολογγ|τοΰ καί Βαροΰχ τοΰ προφήτου.
Κυ. Κυριαχοϋ τοϋ αναχωρητον.
Δέ. Γρ-ηγορίου έπισχόπου Μεγάλης Άριιϊνίας.
ΐ8
ρΚΤΩΒΡΙΟΣ
"Εχων ημέρας 31. Ή ήμέρα έ'χίΐ ώρ. 11 χα ή νύξ ώρ. 13.
Ό "Ηλιος είς τύν Σκοοπίον.
ν. π·
13
ι14
116
17
18
1!)
20
21
22
23
|24
10
11
12
13
Το Άνανίου τοΰ αποστόλου καί Ρωμανου ^Λω6ου.
Τε' Κυπριανοϋ ίερομάρτ. καί Ίουστ,νης της παρθένου.
Πε. Διονυσίου ίερομάρτυρος Άρειοπαγιτου
Πά. Ίεροθέου έπισκόπου Αθηνών.
Σα. Χαριτίνης μάρτυρος.
Κυ. Θωμά τοΰ Αποστόλου.
Δέ Σεργίου καί Βάκχου των μαρτύρων.
26
27
28
29
30
31
τ ι
14
15
16
17
18
19
., Εί καί τ^ συν αύτω μαρτύρων, καί Κο-
σμα τοΰ ποιητοΰ.
ποιητοΰ
ινοΰ μάρτυρος
ί
10
11
21'
22
23
24
25
26
27
28
Λε.
και
7 παίδ?ων.
Σα. Δημητρίου τοΰ
Κυ. Νέστορο; μάρτυρος.
Λ* ,
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ
"Ιί/.ων ημέρας 30· Ή ημέραι εχει ώρ. 10 κ αι ή ννιξ ώρ. 14.
Ό "Ηλχος ε;ΐς τόν Τοξότην.
Τ
Τ
Τ
ί
τ
13
π
1
Πά
14
2
Σα
15
3
Κυ
16
4
Δέ
17
5
Τρ
18
6
Τε.
19
7
Πε
20
8
Πά
21
9
Σα
22
10
Κυ
23
11
Δέ.
•24
12
Τρ.
•25
13
Τε.
26
14
Πε
27
15
Πά
28
16
Σα
29
17
Κυ
30
18
Δέ.
1
19
Τρ·
2
20
Τε.
3
21
Πε
4
22
Πά
5
23
Σχ.
6
24
Κυ.
7
25
Δέ.
8
26
Τρ·
9
27
Τε.
10
28
Πε.
11
29
Πά
12
30
Σα.
. Κοσιιά καί Δαιιιαναΰ των θαυματουρ. Άναργύρων
. Άχινουνου καί των συν αύτω μαρτύρων.
. Άκεψιμά μάρτυρος, κατάθεσις τοϋ λειψάνου
Γεωργίου τοϋ μεγαλομάρτυρος.
Ίωαννίχου μεγαλομάρ.Νικάνδρου, Έρμαίου ίερομ
Γαλακτίωνο; καί Έπιστήυ.ης των μαρτύρων.
Παύλου τοΰ όυ,ολογττιτοϋ αρνιεπισ' Κων]πόλίως.
Των έν Μελιτινγι 33 μαρτ. Λαζάρουτοϋ θαυματουρ.
. Ή σύναξι; Μιχαήλ τοϋ Άρχιστρατήγου καί των
Άσωμάσων Δυναμεων. Ά;γία.
. Όνησιφόρου,Πορφυρίου μαρτ. κα'ι Ματρώνας όσίας.
. Όλυμπδί καί των συν αύτω. Όρέστου αάρτυρος.
Μηνόί, Βίκτωρος καί Βικεντίου μαρτύρων.
. Ιωάννου τοϋ 'Ελεήμονος καί Νείλου τοϋ δσίου.
Ιωάννου τοϋ Χριστο^όρου άρχιεπ.Κ]πόλεως.Άργ.
Φιλίππου τοΰ αποστόλου. Άργία κα'ι Ί)ίθ. καταλ.
. Γουρία, Σα^ωνα καϊ Άβίδου των μαρτύρων.
Ματθαίου τοϋ αποστόλου καί Εΰαγγελιστοϋ.
. Γρηγο;ίου τοΰ θαυματουρ. έπισκ. Νεοκαισαρεία;.
Πλάτωνος καί Ρωαανοΰ των μαρτύρων,
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΕ
Άβδιοΰ τοΰ προφήτου καί Βαρλαάμ μάρτυρος.
Γρτιγορίου τοΰ Δεκαπολίτου κα'ι Πρόκλου αρχιε-
πισχότιου Κωνσταντινουπόλεως.
Τα είσόδια τής Θεοτόκου. Άργία.
Φιλήμονος χαί των συν αύτω αποστόλων καί Κι-
λιχίας μάρτυρος
Γρτ,γορ άρχιεπισκόπου Άκραγαντ:νω· καί Άμ-
φιλοχίου έπισκόπου Ικονίου.
Κλήμεντοςπάπα Ρωμη; καί Πέτρου Άλεξανδρείας.
. Αικατερίνης μεγαλοα.. χαί Μερχθνριου αάρτ.Άργία.
Άλυπίου καί Νίχωνος των όσίων καί μνημη τοΰ
6σίου πατρός ημών ΐτυλιανοΰ τοΰ Παφλαγόνος.
Ίακώβου Πέρσου μεγαλομάρτυρος.
Στεφάνου τιΰ Νέου καί ΕΊρϊινάρχου μάρτυρος.
Παραμόνου χαί Φιλουμέναυ μαρτύρων.
Άνξρέου τοϋ ·πρωτοχλήτου. Άργία.
20
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΎ
Έχων ημέρας 31. Ή ήμέρα εχει ώρ. 9 χα'ι ή ν>ζ ώρ. 15.
Ό 'Ήλιος είς1 τόν Αίγόκερι.ο.
Τ
13
14
1
16
17
18
19
20
21
2?
23
24
25
26
27
28
29
30
31
Τ
τ
8
9
10
11
12
13
14
15
16
17
18
19
20
10
11
12
1 Κυ. Ναουά τοϋ προφήτου.
Δέ. Άβακουα τοϋ προφήτου.
Τρ. Σοφονίου τοΰ προφήτου
Τε. Βαρβάρας.αεγαλου..καί Ιωάννου τοΰ Δαμασκ·ηνοϋ.
Πε Σάββα τοϋ θεοφόρου καί ήγιασμένου. Άργία.
Πά. Νικολάου έπισκο'-ου Μύρων τής Λυκίας. Άργία.
Σία. Αμβροσίου έπισχόπου Μεδιολάνων.
Κυ. Ποταπίου τοΰ όσίου.
Δέ. Ή σύλλτ,ψις τής Θεομήτορος ΑννΥ|;. 'Λργία.
Τρ. Μτ|νά, Έρμογένου; καϊ Εΰγράφου μαρτύρων.
Τε. Δανιήλ τοϋ στυλίτου.
Πε. Σπυρίδωνο; τοΰ θαυματουργοΰ. Άργία.
Πά. Εΰστρατίου καί των συν αύτω μαρτύρων
Σα. Θύρσου καί των συν αύτω μαρτύρων.
Κυ. Έλευθίρίου ΊεροΐΛάρτυρος.
Δέ. Άγγαίου τοϋ προφήτου καί Μϊρίνου μαρτυρος.
Τρ. Δανιήλ τοΰ προφήτου καί των 3 παίδων. Διονυ¬
σίου άργιε-ιδκ. Α'ιγίνης,τοϋ έκ -.ής Ζϊκύνθου.
Τε. Σεβαστιανοϋ, Ζωής κχί των συν αΰτοΓς μαρτύρων.
Πε. Βονιφατίου μάρτυρο;.
ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΝ
Πά. Προεόρτια των Χρι^τουγέννων καί μνήυιη Ίγνα-
τίου τοϋ Θεοφόρου.
Σα. Ίουλιανής μαρτυρος
Κυ. Άναστασίας μαρτυρος τής ΦαρΐΑακολυτρίας.
Δέ. Των έν Κρήτττ| 10 μαρτύρων.
Τρ. Παραμονή Χριστουγέννων καί Εύγενίας όσιοιιάρτ.
Τε '// χατά Σάρχα Γ^νηαΐ ΐοο Ίησοΐί Αρΐστοδ
ρ ρμ ργ
Τε '// χατά Σάρχα Γ^νηαΐ ΐοο Ίησοΐί
Άργία τριήμερος καί κατάλυσις είς πάντα μέχρί
τής παραμονής των Θεθΐανείων.
Πε. Ή σύναξις τής θεοτόχ,θΜ καί Ευθύμου ίερομαρ.
Πά. Στεφάνου άρχιδιακ. καί πρωτμ.θεοδώρουΓραπτοϋ.
Σα. Των έν Νικοιχηδεία δΐΐαυρΐων μαρτύρων.
Κυ. Των έν Βτ,βλεέα άναφεθέντων 14 χιλ. νηιτίων.
Δέ. Άνυσίας τής όσιομάρτυρος.
Τρ. Μελάνης τής όσίας καί απόδοσις τής εορτής των
Χριστουγέννων.
ΟΙ ΒΡΥΚΟΔΑΚΕΣ ΤΟΥ ΜΕΣΑΙΠΝΟΣ
ΥΠΟ
δ. . —οΐ_*ο-"
Κ ΑΓ
ΊΆ την τΊλιενή περίιτο
χυοφορίαν τοΰ νεωτέρου πολιπ-
οάζο
- ^^| "μ0", κίν ονομάζομεν αεσχιώνχ,
Γ* Ι^Η 3' άνεξήγΐ'ΐτοι τής φύσεως λει-
** ^Η τουργίχι, τα χχί σηιιερο·/ άχόμγ,
%. ^ 3^|| σχοτεινά φχινόμενα τοΰ ήλεχτρι-
χοΰ ρευστοϋ χαί τοΰ μχγνήτου.
•πρό πάντων δέ, τχ ενεχχ τή;
χχχοπχθείχς χχί τής μονχττ;-
χής άργίχς έπιπολάζοντχ νοσή-
μχτα των νεύρα,ν χχί τοϋ έγχε-
οχλου έπλήθυνχν πχρά τ^ϊς τότε
ανθρώποι; την υπό ποιχίλα όνό-
αχτχ έπιφοίττισιν πχντοίων δή-
θεν ΰπερφυσιχών όντων. Τα αό-
;·.7τχ σ/ήα,χτχ, χτινχ τό βλέααα
-'-!~ί έχϊτχτιχοΰ εοίωχε ιιετχς.1
των νεοών, ώνοιιατθγ,Ίχν συλ-
φ ! ο ε ;. οί έχ τή; φλογ'ος ίνα-
πγ,δώντες σπι>6ήρες ·η 5ι ύττεράνω τοθ ελους πλχώ;χεναι λάμ-
ψεις σ α λ χμ άν ο ρ α '., αί άνχβυιχιάσείς των πεδιάίων μετά την
βροχήν χ6ονο? α ί μόν ες ((Πΐοΐηβϊ) χχϊ οΰτο) χχθ-ξής Τχΰτι
ήσαν ώς επι το πολΰ χλ-ηροδοτήμιτχ τής πρίν ττολυθει'ας, /χ-
ρίίντα πλάσαχτχ τής ήβώσης των άρ/χ!ων ^αντΐ7;7.ς, άτινα
• Πια-. Φ»»}ο ίχί· Ί·ο-,«. . -. » τ - , ...
■ ΣΗΜ. —Ώς γνωστόν, έν τώ Ή μ ε ρ ο λ α γ ι ω τοϋ !Κ"ι9, ίτ.;
κραχτιχοΐ ό)ως πνεύματο; κροαγομέντ. ή ΔιεΰΐΙνινσι; αύτοϋ, έβεώρτ,βΐ
βχόπιμον να παρϊβέσιτ) έν άρχ^ ιιάίτ,ς οχεπκτ,ς διΐτριβής χαι ττ,'
«ροςωπογρα?ίχν ενός εκάστου ϊχ των συνεργάτην ο —./ε; ϊ)>ως τι,
ήσπάζετο μειδιών καί αύτ'ος ό Σωκρά,τη;, ά,νάξ'.ον νομίζων φι-
λοφ^ου νά πολεμήστ) αΰτά διά σχολαστικήν τινος καί άγροίκου,
ώς ελεγε, σοφίας*. 'Λλλ' οί ίΐρςκ,ράτα'. εφάνησαν ήττον έπιεκεΓς
τοϋ "Ελληνος φιλοσόφου πρός τάς δ-η,Λώδεις προλήψεις. Τάς
άβωα; των δυνάμεων τής φύσεως προσωποποιήσεις [ΑετεΐΛΟρφωσαν
εις πραγματικοΰς κερατοφόρους δα-μονάς· τοΰς δέ κχτεχο-
αενους δήθεν ύπ' αυτών κατεδ'.ωξαν δι' ανχθεαάτων, πυρ'ος καί
τιο'ήρου. 'Η άγρία αύτη καταδροαή ϊδωκε πλείονα υπόστασιν εις
τα όνείρατα, ταυτα· τα δέ χειροήθη των άρ/αίων ©χντάσματα,
προικισθεντα υπο τΐ,ς ΈκκλΤ|σίχς δι' αγνώστου πρότερον πρός το
κακοποιείν δυνάμεως, έπέ/υ^αν την κατήφειαν καί τον τρόμον
τιμώντες χαι προικίζοντες εκάστοτε το ήιιέτερον έργον, έχπροςωποΰσΐ
προςέτι '*αι την σύγχρονον έν Ελλάδι λογοτεχνίχν, ής είκόνα έν σμι-
κρω παρέχει κατ'έτος τί» 'Η μ ε ρ ο λ ό γ ι ο ν συγχεντροϋν τό τε ΰφος,
■τον χαρακτηρϊ κα το 7ΐνεϊμ.α της έτησϊϊ; παρ' ήμΐν φιλολογικης
παραγωγης. 'Η χαινοτομία αίτη, καίπερ το πρώτον τότε είςαχθεΓσα
υφ' ημών. έπεκροτήθη έν τούτοις και εύηρέστηηε τα μάλιστα είς τούς
άπανταχον και ιδίως τους εν τί·, αλλοδαπί) πολυτϊληϋεΓς φίλους και
αναγνώστας τοΰ Ημερολόγιον, διότι οιϊ τοΰ είκονογραφημένο>
έχείνου λευκώμ·ατος παρείχετο εύκαιρία να γνωρίσωσι και την φυσιο¬
γνωμίαν των διαπρεπεστέρων συγχρόνων έν 'Ελλάο1! λογογράφων καε
ποιητων, ών και τό δνομα χα τα εργα πάντως ήσαν γνωστα αυτοίς.
Ατυχώς ομως αν ώς ίδέα ΰπηρζεν επιτυχης ό νεωτερισμο; οΰτος, ώς
εκτέλεσις ομως καθυστέρητεν ίν πολλοΓς διότι ένεκεν των παρ' ημίν
πενιχρών και Ολω; άνεπαρκών τεχνικών μέσων, αί εϊκόνες έκεΐναι
κατασκευασθεΓσαι ενταύθα, δεν ήτο δυνατόν να καλλιτε/νηθώσιν, ώς
έδει χαι να άποδώσωσι πιστήν την έκφρασιν και την όμοιότητα. Την
έλλειψιν ταύτην άπεφασίσαμεν να άναπληρώσωμεν βαθμηδόν δια της
εκάστοτε άναδημοσιεύσεως έκλεκτών και έν Εύρώπη φιλοτεχνουμένων
οΙνΊ.Ϊϊ:* κα εχείνων εκ των αξιοτίμων συνεργατών, ών αί εικονες δεν
απέβησαν έπιτυχεϊς, κα'ι οσων παρελείφθησαν έκ τοϋ λευχώματος τοϋ
Ημερολόγιον τοϋ 1889. Ούτω δέ βαθμηδόν τό είκονογραφημέ-
νον λεύκωμα των συνεργατών τοϋ Ήμερολογίου συμπληρωβήσεται χα
ανανεωθη-ϊεται καλιτεχνικωτατον, ώς μαρτυρούσιν αί εν τω ανα χεΓρας
τόμω χαταχωριζόμεναι είχόνες, πάσαι άνεξοιρέτως χατασκευ-
ασθεΓσαι εις τα έν Παρισίοις χα Λειψίϊ όνομαστότερα έργοστασια.
Επι τη εύκαιρία δέ της ωδε αναδημοσιεύσεως έντελεστέρας προςωπο-
γραφίας τοϋ έπιφανοΰς κριτΐκοΰ «αι δημοσιολόγου κ. Έμμ- Δ. Ροίδου,
καταχωρίζομεν την πλήρη σπινθηριζούσης εύφυίας και άττικοϋ άλα¬
τος διατριβήν αυτού ΟϊΒρυκόλα«εςτοϋΜεσαιώνος, ήτις,
δγνωστος άλλως τε έν πολλοϊς, έσμέ· βεβαιοί ό-ι ά.αγνωσβήσεται
ϊπλήστως και πβρα των μή είδότων χϊΊ παρ' όσω·ί ένετρύφησαν
άλλοτε έν τη ά-ναγνώσει αυτής. Κ- Φ· Σκ·
τικών δυνάμεων καί διηνεκώς τοϋ νευρικοϋ συστήματος έρεθισμός
καθίστων τοΰς τότε ανθρώπους δειλούς, άντ,σύχους καί εΰπίατ&υς
ώ; παιδία. Άλλά καί οί νεκροί αύτοι, καταληφθέντες ύτ.ο τής
έπιδημικής ταύτη; ανησυχίας, ?ϊν ηδύναντο νά ήσυχάσωσιν έν
τω τάφω· παράπονα καί στενα,γμοί άντήνουν την νύχτα έν τοΓς
κοιιχηττ,ρίοις- τάς δέ νεκρικάς σινδόνας έκηλίδουν πολλάκις βερ-
|λοΟ αΐιχατος σταγόνες. Ουδείς έστοχάσβη τότε ν' αποδώση τα
φανόα,ενα ταυτα εις προώρους έντχφιάσεις νεχρ'.φανών άλλ' εις
τόν φόβον των Βαιμόνων προσετέθη καί ό τρόμος των βρυχ. ο-
λ ά κ ω ν .
Την τελευταίαν ταύτν)ν 3εισιδ%ιμονίαν συγγραφεΓς τίνες άντί ν*
αποδώσωσιν εις την αιιάθειαν των τότε άνθρώπων, ύποδαλπομέ-
νην υπό τής άπληατίας τοΰ κλήρου, άπέδωχαν είς αϋτό τό πνεϋμια
τοϋ χριστιανισιχοΰ, το διδάσκον την καί πέρα τοϋ τάφου πχράτα-
σιν τγ,ς ζωής. Άλλ' ή αορφή αυτή, είς τοιούτον σφενδονιζομένη
ϋψος, πίπτει άφ' έχυτής. Τό Εόγμα τής αθανασίας γ,το προγε-
νέστερον τοϋ •/ριστιανισμοΰ· τα δ= φάσαατα, ή νεκροαχντείχ καί
των ψυ/ών αί ξραπετεύαεις, καί παρά τοίς λαοΓς τή; Άνατολής
χαί παρ' "Ελλησι καί έν τή Σκχνδιναυική [Λυθολογία απαντώντος.
Τάς δεισιδαι;Αθνίας όαως ταύτας ού αόνον δέν ύποσττ,ρίζει, άλλά
καί διά σαφών χωρίων φαίνεταν άποδοκικάζον τό Ευαγγέλιον.
Ούτως ό Άγιος Λουκάς παριστα τόν Άβραάα. λέγοντα τώ κακώ
ττλουσίω, όστις εζήτει την αποστολήν τοϋ ■■'ε'κ.ροϋ τοΰ Λαζάρου
εις τΌν κόσμον πρός αποτροπήν των πέντε ά?ελα>ών του,άπό
τής όδοϋ τής απωλείας :
«Επί πάσι τούτοις μεταξϋ ημών χαϊ ύαών /άσ;χα μέγα έιτή-
χρικται, όπως '.ί θέλοντϊς διαβήναί εντέυθεν πρός ύ;χά; αή ού-
«νωνται, μηδέ οί έχεϊΌεν πρός ημάς δ'.απερώτιν'».
Όπερ σημαίνει, άν δεν άπατώαεθα, ότι έκαστος νεχρός πρέπει
νά μέν/) έκεΓ, όπου εταζεν αυτόν ή Οεία. δικαιοσύνη. Κατωτέοω
3έ ό αϋτός Άβρχάμ θέλων ν' άποδεί;τ| ού μόνον αδύνατον την
είς τόν κόσμον έπίνιηον των νεχρών, άλλά χαί άνωφελή πρός
σωτηρίαν των ζώντων, οΐτινες αόνχ πρός τουτο αέσα 1/ονβι τα
παραγγέλιχατα τής θρΤ|σκείας, προσθέτει έν τω τέλει τοΰ αύτοϋ
έδαφίου:
«ΕΊ Μωσέως καί των ττροφητών ούκ άκούουσιν, ουδέ εάν τις
«των νεχρών αναστή, πεισθησονται».
■ κ.·:» ν.„/-;. ::·. η
_____24____
Τα έδάφια ταυτα άρκοΰΐι, νο«.ίζθί*«ν, ν' άπίδείςωσι τόν άαιγή
τερατικών ρύπων χριστιανισμόν πληρέστατα άποδε70.«ενον τό
αμετακίνητον των νόαων τής φύσεως, οΐτινες την πλάκα τοΰ
τάφου σφραγίζουσιν ακραδάντως. Αί υπό τοϋ Σωτήρος ένεργηθεΓ-
σα: νεκραναστάσεις ουδόλως αντιβαίνουσι κατ' θυσίαν είς τόν
θεμελιώδη τούτον νόμον δΐο'τι-κα! έν οβΰταίς παρατηρούμεν, ότι
ψυχή, άπεκδυθεΓσα τό σωμα, δέν δύναται άλλως νά επανέλθη
εί; την γήν, ειμή μόνον αναλαμβάνουσα κα'ι πάλιν τό επίγειον
αυτής Ινδυιια. 'Αλλ' ή τοιαύτη σαρκική ανάστασις ουδέν εχει
κοίνον προί τάζ μεσαιωνικάς _ δραπετεύσει; άσωιιάτων ψυ/ών,
χά! τας σηαερον αχομη πιστευομένας παρά πολλών έπιφοιτή-
σεις πνευαάτων είς τα χείλη π'.νακίου η- τοΰς πόδας μαγνητι-
σθείστ,ς τραπέζ-ής.
Άλλά καί έν αύτω τώ σκότει τής .(/.εσαίωνίχής άιχαθείας δ=ν
ελειψαν έκ δΐα/'εΐ[/.μ-/των λογικώτεροι όπωσοΰν θεολόγοι διοά-
σχοντες, ότι οί τεθνεώτες ι/,ένουσιν αιωνίως έν τή όρκτθείττ,
αΰτοΓς κατά τα έργα των κατοικία' τα -δέ ύπακούοντα είς τάς
έπικλήσειι; των μάγων φαντάσΐΑατα οΰδΐν άλλο ήσαν, ειμή αύτός
ό Διάβολος, όστι; ελάμβανε κατ' άρέσκειαν την μοργτιν οιουδήποτε
προσκαλουμένου νεκροΰ, ϊνχ εξαπατήση τοΰς οφθαλμούς καί την
συνείδησιν των ανθρώπων, παρί/ων αϋτοΓς την μικράν ελπίδα,
ότι δύνανται τή βοηθείαι των μαύρων πτερύγων τ',υ νά υπερβώσι
τό χάσχα, όπερ έστήριξεν ό Θεός αεταςΰ τής ζωής χαί τοΰ θα-
νάτου. Οί ίίρεΓς ουχο λέγουσιν έν άλληγοριχή γλώσστΊ τα αύτά
περίπου, δσα ό όρθός λόγος κα! ή Έπιστήαη κηρύττουσι καθ"
έκαστην ανευ περιφράτεων "Αν δέ υποθέσωμεν, ότι μεταχειριζό-
μενο'. την λέξιν ι&£ολο ς ώ; άπλοΰν ρητορικόν σχή«.α, ουδέν
άλλο έσχόπουν η νά προσωποποιήσωσι δι' αυτή; την μωρίαν καί
την σκοτοδίνην τοΰ νεκροαάντεως, απατωαένο» υπο των φασμα-
των τής νοσούσης κεφαλής τού, τότε δυνάμεθα νά τείνωαεν
άνενδοιάστως την /εΓρα είς τοίις καλοΰς τούτου: θεολόγους, άνα-
γορεύοντες αύτοΐις αξίους ύπερυιάχους τής τ.ροόοΌυ καί τής επ;- ·
στήαης.
Δυστυχώς ομως ό Διάβολος, όστις χαχά την επο/ην εκείνην
■ήτο κοσαοκράτωρ, είχεν, ώς πάντες οί μεγάλοι βασιλεΓς, πληθιιν
άνακτορων " Ενησμενίζετο μ;ν ένίοτε νά χαταλύη έν τή κεφαλή
των νεχρομάντεων, άλλά τό προΐφιλέστερον αϋτοϋ έν?ιαίτ·/)α.α
ήτο ή σιινείδησις των κακών !ε:έων, ούς παρεκίνει ν' ανανέωσιν^
έν τοΓς τοϋ Ί-ησοΟ ναοΓς τάς άγυρτείας των άρχαίων θυσίαττη-
ρίων. Άν πάλιν φωσφορώδει; λάμψεις έπλανώντο υπεράνω τοΰ
ελου:, αί λάαψεις αδται ήσαν αί λεγό·χενα'. ψυχαί, ώ/ ή ο;ψα
25
Ιπρεπε νά σβεσδή δι' ήγιασαένου ϋοατος,τοΰ όπο'ιοϋ ή πώλησις
επέτρεπον είς τόν ίερέα, αεθύοντα έν τοΓς παρά πάσγι τότε Έκ¬
κλησις πεπηγμένοις καπηλείοις, ν' άνανεώσγι το εΰαγγελιχόν
θαϋμα τής μετατοοπή; τοϋ ύδατος είς οίνον.
'Λλλα ταυτα ήσαν, φαίνεται, τα έλάχιστα άμαρτήματα, ών οί
νεκροί παρεϊχον αφορμήν-ΐίς ζώντας.'Κατά τού; αξ'.οπιστοτέρους
των νρονογράφων πλήθος εγκληυιατων οιεπράττοντο χαθ' εκά¬
στην υπο των βρυκολάκων, η τοΰλά/ιττον απεδίδοντο είς {χύτούς.
Έλγ)στεύοντο τα(ϊεΐα, νιτιυιάζοντο γυναίκες, έπυρπολοΰντίί δάσ"Λ|,
άνθρωποι ευρίσκοντο έν τί) χλίνγι των νεκροί, ή έξύπνουν ήχρω-
τηρίασμένοι. Τό δέ περιεργότερον είναι, ότι οί έχ τοϋ αλλ^υ
κόσιχου ούτοι κακοϋργοι αόνους τοίις είς την δυσαένειαν τοΰ χλή-
ρου Οποπεϊόντας έκαχοποίουν. Ή άποκλείστικάτϊ|ς αύτη των
βρυκολάκων εδω**.ν α.γορμ·ϊν πολλών λήρων καί τβλαηρών υπο
θέσεων είς κακεντρεχεΓς τινάς ίστοριογραφους. Πρέπει όιχως καί
νά ό,οιολογήσωιχεν, ότι, αφοϋ τό Ευαγγέλιον άπαγορεύει ρητώ;
νά πιστεύων-βν είς βρυχβλαχας, οί ταλαίπωροι ίϊτοριχοί, εϋαγγε-
λιχώς σκεπτόμενοι, είχον χαί ολίγον δίκαιον νά καταφεύγωσιν
έν τϊ) ά[λΥ|χανία τω» είς ύποβέσεις. Άλλ', αφίνοντε; έκαστον
όπως βούλεται ν' αποφασίση μεταξίι ίερέων χαί Εύαγγελίου,
■περιοριζόιχεθα νά παραθέσωμίν ώς άπλοΰν ο-Γγμα τή; καχοηθείας
των τότε βρυχολάκων την ιστορίαν τοϋ τότε αρνιερέως Οΰοοιι,
ην μέχρι σήαερον δ'.ηγοϋνται μετά φρίκης οί χάτοικοι της Σα-
ξωνίας.
Ό χαλός ούτος έπίιχίπος τοϋ Μαγδεβούργου ήτο πραο;, έλεή-
μων, σώφρων, πολυιχαθής, άληβής ποιμήν, η μάλλον πατήρ των
πνευματικαί αύτοΰ τέκνων. Άλλά πάντα τα προτερήματα ταυτα
7|σ^Υ)!χίζοντο υπο ίιο&εροϋ τινος δι' ίερέα ττ,ς έποχής έκείνη;
ίλαττώματος. Ό θύδος, αή άρχούΐΛενος ν' άσχί) ό ιδιο; πάσα;
τας χριστι».νιχά; άρετάς, απήτει την άσχησιν αυτών καί παρά
των υπό τάς διαταγάς τού ρασοφόρων. Βλέπων δέ αετά λύπη;
είς οίον $όρ&ορο> κΐκοηίείας έκυλίετο ό τότε κλήρος, διενοήθν,
νά μεταχειρισθί) κατά μί,/ησιν τής 'Ανατολ:ή; 'Εχχλτ,σία;
τόν γά.ιχον ώ; αντιφάραακον χατά τής αχολασίας των χληριχών.
Άρνόμενο; λοιπον άπό έαυτοθ τής μεταρρυθαίσεως, ό χαλός άρ-
χιερεός, χαί τοι έβδοΐΛ,ηχοντούτΥ!; !;δη καί χΐταβεβλτ,μένο;
ύπϊ τής σκληραγωγίας καί τής ιχελέτης, εξήγαγεν έκ γειτονίχοΰ
μ.οναστηρίου 6;/.ήλικά τίνα σχεδον ήγουαένην, ην ένιιμφεύθη
■δημοσία, προτρέπων τους μη δυναμένου; νά ττ,ρήσωΐ: την άγ-
νίτητα είς μίαησιν τοΰ παραδείγαατός -:ου. 'Η προαίρεσι; τοΰ
γίροντος έπισχόπου ήτο Γτως καλή, άλλ' ή ώρα τής μεταρρυί-
26____
μίσεω; δέν είνε σημάνει ακόμη· ώστε σχώμυ.ατα μόν^ν καί μίση
έπίσώρευσε κατά τή; πολιάς κεφαλής τού ό πρόδροαος ούτος τοϋ
Λουθήρου «κ [λέρους των ίερέων, προτιυιώντων νά καταπατώσι
καθ1 εκάστη-; την έβδό[/.ην εντολήν τοϋ Θεοϋ μάλλον, ή νά πα-
ραβώσι τοΰς κανόνας της Δυτιχής Έκχλησίας.
Εις τοιαύτην ευρίσκοντο τα πράγματα κατάστασιν, ότε πρωίαν
τινά ό Άρχιερευς Ουδος ευρέθη νεκρός έν μέσω τοϋ νάρθηκος
τής μητροπόλεως. Ή άποκεκομμένη κεφαλή έμάρφαζεν έντός
Ιλου; πεπηγμένου αΐαατος, τό δέ σώμα έκαλύπτετο διά μόνου
τοΰ νυκτικοΰ χιτώνος. Ό έπίσκοπος, άρπαγείς προφανώς απο
τής κλίνης τού, είχε μεταχομισθή εις την Εκκλησίαν, δποι>
έκαρατομήθη. Άλλά τίνες ηιαν οί δήμιοΐ ή μάλλον οί ίϊολοφό-
νοι ; *Η εν τώ δωαατίω τοΰ έπισκόπου κο:|Αω«.ένϊ| γυνή οιτ|γήθη
τρέφουσα, ότι μεσούσης -η3ττ| τή; νυκτός, αφυπνίσθττ) υπο άπαισίας
τινός οωνής ψαλι/,ωοούσγις :
0β$8» άβ 1α1ο
8&ΙΪ5 ΙαθίβΙί, ϋιΐο·.
Είτα, ανοιχδείσνι; τής θύρας, ε'ισώρμη'-αν είς τόν κοιτώνα μαΰ-
ραί τίνες μορφαί. αΐτινες, άρπάιασαι τόν επίσκοπον έκ τής κλί¬
νης, άπήγαγον αυτόν πρός την εκκλησίαν, ή δέ γυνή έλιπο-
θύαησεν
Έν τή επΐΐκοπϊ) έφιλοξ.νεϊτο τότε έφημέριός τις ονόματι
Φρε'.ΒερΓκος, δ^τις έπεδίωκε δι' α κητικής διαίτης τόν τίτλον τοϋ
Άγίου Ό ιερεύς όντος ει/ζ διέλθει την άποφρχδα έχεί*ην νύκτα
έν τή έχκληηία, δεόιχενος τω Ύψίστω νά έκδιώξγι τους δχίμο-
νας, τάς ·προοδευτιχάς δτ/αδή Ίδέας, αΐτινες κατεϊχον τόν Ουδον.
Ό ναός ήτο ϊρ-ψίθΐ;, - ή νϋξ άιέληνος, κα'ι ό πτωχός έφημέριος
ετρεμεν έν τω σκότει, ότε φοβερα'ι κραυγαί αετα θρηνων μεμιγ-
«.έναι άντήνησαν έν τω σκευοφυλακε·ω, εκ τοϋ οποίον εξελθών
αετ' ολιγον ανήρ λευγείαων καί πελωρίους πτέρυγας φερων επί
των νώτο>ν έσπευσε ν' άνάψτ) τί χηρίχ τοΰ θυ^ιαστη^ίου. Ό
ΦρειδερΓκος ε'.δε τότε άνθρωπον ήιχίγυμνον, τόν οποίον δαιιχονό-
σ/ηιια φάσματα εχ.ρίτουν δεδευ.ένον άλλ' ή προΐοχή αΰτοϋ
προσηλώθή καί πάλιν είς την θύοαν τοΰ σχευοφυλαχείου, οι' ής
ε'ισήργετο πρωτοφανής καί καταπληκτική τις λιτανεία
Επί κεφαλής εβ/διζοι οί άγιοι προστάται τής Μαγ?εβθυργεΌΐ>
Έχκλησίας, διακρινό,υιενοι έ/, των υπό τής παραδόσεως άποδι-
δομένων αΰτοΓς παρασήυ,ων υ,ετά τούτους εισήλθον άγγελοι λευ-
κοφόροι, ήγούμενί/ΐ γυναικός, ήν έκ τοΰ νρυσοϋ στεφάνου καί
κυανοΰ πέπλου πάς τις ηδύνατο ευκόλως νά γνωρίστ ώς την
Παναγίαν. Τούτοις εΐποντο ετέροι άγγελοι ένδεδυμένοι έρυθροιχέ-
λανας μανδύας, έν οίς διεκρίνετο ό άγιος Μιχαήλ, πάλλων την
•πλατυσίδτιροκ ρομφαίαν τού. Τελευταίος δέ εισήλθεν έν μέσψ
κηροφόρων ανήο φέρων ακάνθινον στέφανον καί βαρίιν επί των
ώμων σται/ρόν. "Απας ό ϋπεράνθρωπος ούτος κλήρος ετοποθετήθη
επί των στασειδίων ό δέ "Ιησούς, έκεΐνος τουλάχιστον, όστις
εφερε τα έμβλήματα τοΰ Γολγοθά, έκάθησεν έπ' αύτοϋ τοθ άρ-
χιερατικοΰ θρόνου. Οί δαίαονες ηρχισαν τότε κατηγοροΰντες τόν
επίσκοπον, ου καί αύτό τό στόμα έχράτουν στερεώς δεδεμένον.
Ό κατηγορούμενος, προσκληθείς ν' απολογηθή, δέν ήδυνήθγ) ν'
άπαντήσγι ούδε γρθ, είτε συΜαισθανόμενος τ'ο βίρος των άμαρτιών
τού, ίίτε στενοχωρούαενο; υπο τοϋ φιαώτρου. Ή ευσπλαγχνος
Παναγία έπειραθη τότε να [Λεσιτεύσγι υπέρ αΰτοϋ, γονυπετήΐασα
πρό τοϋ Σωτήρος άλλ' ότε ηχουσεν οποίον άσελγείας τέρας-
ήτο ό γέρων έπίσκοπος, τολαήσας νά νυιχφευθή γυναΓκα μίιχνη-
στευμένην τω υ'ιω της, ευθύς απεσύρθη ή Θεοτόχος, χαλύπτουσα
διά των χειρών το ίρυΰρ'ον υπό τής α'ιδοΰς πρόσωπον της. Ό
Ιησούς ενευσε τότε τω Άγγέλω Μιχαήλ, τοϋ όποίου ή μά/αιρα
■ηστραψε καί κατέπεσεν είτα δέ έσβέσθ'/σαν αί λ;ιμπάδες, καί
τό πάν ήφαησθη έν τω σκότει.
Ό άφωνος μάρτυς τής σκηνή; ταύτης, νομίζων ότι ήπατατο
υπό όπτασίας νυκτερινής, προεχώρΊΐσε μετα δειλίας πρός τό θυ-
σιαστήριον, άλλά προσχόψας κατ' άψύχου ό*γκου κατελήφθη
υπό τρό,α,ου, καί ετ:εξε οροιχαΐος νά κλε'.σθγί έν τί! κελλείω τού.
Τϊ,ν δέ έπιοϋσαν οί ύπΤ|θέται τής έχκλησίας εΰ:ον παρά τοίις
πόδας τοΰ θυσιαστγιρίου τί) άχέφαλον σώυια τοΰ έπισκόπου. Τό
κατηραμένον λείψανον έρρίφθΐ) εις τοίς "/ύκους, καί αί αίμοβα-
φεϊς πλάκε; άφέθ'ησαν ασπόγγιστοι, χαλυφθεΓσαι μόνον διά «.ικροϋ
τάπητος. Κατά πασάν 8' έκτοτε νειροτονίαν έκαστος νέος έπί-
σκοπος Μαγδεβούργου εφέρετο εκεΓ επισήμως υπό τοϋ συνηγ-
μένου κλήρου, καί, άφαιρουαένου τοΰ τάπητος, έδεικνύοντο αύτω
τα ερυθρά ΐ'ννν; τής τιμωρίας τοΰ ΙεροαΐΑοΐ).
Την ιστορίαν ταύτην έξελεξάα.·ην μεταξίι μυρίων τοιούτων (5ν
βρίθουσιν οί γρονογράφοι χαί τα μεσαιωνικά συναξάρια, ώς υπέρ
■πάσαν άλλην άποδεικνύουσαν ού μόνον είς ποίον βαθμόν έςα-
χρειώσεως Ιφθασϊν δ τότε κλήρος, άλλά καί πόσον συγγενεύει
μετά τής άσεβείας ή δεισιδαίαονία ουδέν τω όντι βδελυρώτερον
χαί ένταυτω άσεβέστερον τής είς τόν Ίησοϋν άποδιδομένης
ταύτης οολοφονίας. "Αν τό χ,άσαα, τό /ωρίζον ημάς άπό των
νεχρών, δέν ήτο άνυπέρβατο·», άν αΰτός ό Σωτήρ ηδύνατο, δίχως
νά διαταράξη τοΰς κε:μένους νόαου;, νά έπανέρχηται -ρός ήαάς
__ 28
υπό άλλην μορφήν, πλήν τή« μεταλήψεως, άντί τοϋ Οϋδου βε-
βαίωί ηθελε πατάξει τοΰς αΰτουργοίις τής α'ισχράς έκείνης κω·
μωδίας, τον δέ δυστυχή επίσκοπον ήθελεν «νεγείρει, λέγων αυτώ
ώς τί] μοιχαλίδι «ΰπαγε καί [χ·ηκέτι άαάρτανε». Άν τα έν οΰρα-
νω μακάρια πνεύματα ηδύναντο νά όπλισβώσι δι' αίσθητής
ρομφαίας πρός τιμωρίαν των «πί τής γής κακουργούντων, ουτε
οί ίεροεξετασταί ήθελον προφθάσει τοσούτον^ νά καύσωσιν άν-
βρώνουζ, οδτε ή άγία Ειρήνη νά τυφλώστ) τόν υϊόν, οΰδ' ό Άλέ-
ζανδρο; Βοργία; νά φαρμακεύση τοΰζ ύπηκόους τού διά τοϋ
άρτβυ τής Ευχαριστίας. Άλλά ιο θανατόνειν δέδοται εί; μόνους
τοίις άνθρώπους, τάς νόσους κα'ι τό γήρας. Ό δέ Θεός είναι
μένη; τής ζωής ό ύπέρτατος διανομεύς, καί ουτε είς τους άγγέ-
λους έπιτάσσει εργα δηαίων, ουτε παρά των ίερέων τού άπαιτεΓ
να στέλλωσιν άι/θρώπους είς την κόλασιν δι' άναθεμάτων.
^|μμ. Δ. ^
ΜΩΣΑΙΚΟΝ
Δια να βαδίζν] τις ησύχως την οίον τή; ζωή;, δέν πρέπει
νά εχγι πολΰ όξεΓαν την δρασιν.
*
Ό υιός πλουτίσαντος δι' ατιαίας ημπορεί να τ,νε τίμιος
άνθρωπος. Άλλ'ό γαμβρός τού, ·ποτέ!
Ή χαρδίχ τής γυναικός όμοιάζει αέ την χιόνα' άμα ολί¬
γον ρυπανθή, μεταβάλλεται είς βόρβορον.
*
Οί περισσότεροι ίνθρωτζοι έπαινοϋν ενθουσιωδώ; τα ώραΓχ βι-
βλία, άποφεύγουν δμως την ανάγνωσιν αυτών
*
Βίος εΰτυνήί δέν ύπάρχει. 'Τπάρ/ουσι "όνον ημέραι ευτυχεις.
*
Είς την άριθμητικήν ενα κ' ενα κάμνουν δύο. Είς τόν εοωτα
όμως ενα κ* ενα κάανουν . . ενα !
ΤΟ ΣΗΜΑΝΤΡΟ ΤΟΥ ΙΟΝΛΣΤΗΡΙΟΥ
κοιμοΰνται. Φοβερή της νύκτας ή μανρίλα
■καί γη θκεπάζει κ ι" ούρανό,
κχ' οντ' άγεράια μαλακό
δέν παίζετ μέ τα φύλλα.
Λές κι' άναπαΐτεται 'ς τό παν το πνεϋμα τοϋ Κνρίου.
"Ω τί γαλήνη νεκ'ρική !
Μόνο τό ΰήμαντρο λαλεΐ
μοναστηρίου.
Ά Θε μόν, αύτο τό όήμαντρο, ηοϋ ήχεϊ 'ς την έρημία.
πώς είνε πάντα λυπηρό '
Ώσάν παράπονο πτκρό
μιλεΐ μές την καρδία
Άλλά ·κα'ι τό παράπονο ξελάφρωσι χαρίζει
'ς τοϋ πονεμένου την ^'υχή,
γιατί, 'ς τό κλάμα την κινεϊ,
ποϋ ταίς πληγαις δροσίζει.
Ξένος είς δλα ό δυστυχής τόν πόνο τού άγαπάει,
αν είς τοΰ νοϋ τού την έρμιά
κάποιαν ένθύμησι γλυκεια
ζηλότυπος φυλάει.
Καί τ' άκριβα χρυθόνειοα της νετότης τα χαμένα,
οχι, δέν τάσδνσ' ό -και,ρός·
δλα 'ς τό ■κϋμα τοϋ Παντός
θά μείνουν χαραγμένα.
Τώοα ποϋ είς τόση σκοτεινιά δέν έχω τι νά έλπίσιο
και βάρος Εγεινα της γης,
πρώτα μόν χρόντα τίϊς ζωης,
μόνο μέ σας θά ζήσω.
"Ω πόσοι νέοχ, τιοϋ ζοϋν έκεΐ 'ς την μοναξιά κλειόμένοι,
αυτόν τόν ηχο χατρετοϋν
καί τόν θεόν ύμνολογοΰν
άδελφικά ένωμένοι !
Καμμιά 'ς έκείνους συμφορά. την πίότχ δέν Οαλενει.
μήτ' ευτυχία τούς ένοχλεϊ.
"Ενας θεός είς την άγνη
^ή τους
"Ηθελα 'κεΐ να 'πήγαινα ταίς μέρατς να περάόω
είς την ειρήνη τοϋ Ναοϋ,
κι' αϋτοΰ τού κόσμον τοϋ σκληρόν;
τον δρόμο να χον χ4όω.
Να φέρω έ,κεϊ τόν πονο μόν να τον άηοκοιμίοΊχ
ίτ μυΰτική μου στροσευχή.
Μόνον η Πίστις ημπορεί
τον άθλιο νά φωτίση.
"Ημουν πατδί χωρις ναιμο — μέ πίκρα το θυμοΰματ —
κι' άπο τής μάνας τα φιλια
ίτρεχα 'δώ νύκτα δαθεια,
με πόθο να λνποϋμαν.
Και το πικρο το σήμαντρο τα σπλάχνα μου 'περνονοε,
θαν να αΐσθανότονν ή ι^υχή
ποϋ να μέ κάμη δυότυχή
ό πόνος δέν θ' άργοϋόε !
Γ. (^Μ.αρτινϊ4λησ
Η ΙΑΕΑ ΤΟΥ ΚΑΑΟΥ
ΠΑΡΑ ΠΛΑΤΩΝΙ*
ΙΓΕΤΑΤΙΟΥ ΪΛ Ο Ζ Χ-Λ. ΚΙ
ΖΛεΝ παρήλθεν εισέτι όλοιχε-
ρώς ή έπο/ή, καθ" ήν δ άφόρητος
καύσων έξαναγκάζει πολλοΰς νά
έγκαταλίπωσι την πόλιν ημών
καί ν' αναπνεύσωσι την ζωογό¬
νον αυραν είτε τής θαλάσσης
είτε χατασκίων καί χλοερών τό-
πων. "Οσάκις δέ κάγώ κατά την
εποχήν ταύτην άπέρχομαι των
Αθηνών χάριν άναψυχής, ώς
τόπον διαμονής έκλέγω συνήθως
τάς νήσους τοΰ Α'ιγαίου· διότι
γνωστόν είνε, όποιαν τρέφουσι
■πρός την θάλασσαν συμπάθειαν
έκεΐνοι, οΐτινες ήλθον είς τον κό¬
σμον τούτον καϊ ·ήτένισαν τό
πρώτον τοϋ ηλίου τό ρώς, τΐεριε-
στοινισμ,ένοι υπό θαλάσσης. Άλ-
λα πλήν τού γοήτρου, όπερ αι-
σθανονται οί εκ των νήσων καταγόμενοι έπαναβλέποντες την
ιτροσφιλή ο-.ύτοϊ'ς θάλασσαν, καί έτερον α'ισθάνονται ού μικρόν
γόητρον, λαμβάνοντες αφορμήν ν' αναπολήσωσιν είς την μνή¬
μην τους παιδικους αυτών χρόνους. Πόσον τω ό"ντι είνε ωραίον
να εξέρχεταί τις πρός στιγμήν τής τύρβης καί των μεριμνών
τής καθεστηκυίας ήλικίας καί νά έπανέρχηται είς τάς άνα-
μνήσεις τής ήλικίας έκείνης, καθ" ήν ό άνθρωπος έν τω μέσω
Α ΣΐΜΟΠΟΥΛΟΣ
τής παιδική: άθωότητος καί ά,αεριμνησίχς βλέπει τα πάντα πλήρη
εΰωδών ανθέων καί γλυκέα ό'νειρα πληροϋσι διαρκώς την φαντα¬
σίαν αυτοϋ καί μέλλον εΰρυ καί εΰτυ^ές διακρίνει άνελκΓσόμενον
προ αύτοϋ ! Ό Γκαΐτε παριστάνιι που τόν Φάουστ έν τώ μέσω
των περιπετειών τοϊί βίου ακούοντα τόν κώδωνα τής έκκλησίας
/.αί μετά δαχρύων συγκινήσεως άναπολοϋντα είς την μνήμην
τους αθώους καί εύτυχεΓς τής παιδικής ήλιχίας ^ρόνους, οίτινες
ανεπιστρεπτεί -παρέρχονται. Τί άλλο ή δάκρυα συγκινήσεως έχ-
κρεουσΐ καί εκ των όφθαλμιών έκείνου, όστις μετά μακράν άπου-
?ίαν πατεί τΌ εδαφος τής γεννήσεως αΰτοϋ, επί τοϋ όιτοίου άνά
πάν βήμα ή/οϋσιν οί κώδωνες των παιδικών άναα,νήσεων των
ευτυχών εκείνων χρόνων, οΐτινες αντιπαρέρχονται προ ήμ,ών ώς
ίναρ, ώς σκιά !
Έπεσκέφθην ττρο μικροϋ ι^.ίαν των ώραιοτέρων, ή μάλλον την
ώραιοτάτην των νήσων τού Α'ιγαίου, την Άνδρον. Έπάτησα επί
εδάφους ο'ικειοτάτου' ήσθάνθην ένταϋθα τάς αύτάς συγκινήσεις,
άς α'ισθάνομαι καί έν τω τόπω τής γεννήσεως μου- διότι καί ή
φύσις καί τό κλίιχα καί 5 βίος καί ό γλυκίι; των κατοίκων χα-
ρακτήρ, τα πάντα έν γένει παρουσιάζουσι τ'ον αυτόν τύπον καί
τάς αύτάς παράγουσιν έντυπώ-ε·.ς εις απάσας τάς νήσους.Άλλ'
εθαύμασα πρό πάντων τας ωραίας, τάς αληθώς [Ααγευτικας τής
"Ανδρου φυσικάς καλλονάς, αΐτινες άνευ ύπερβολής δύναται τις
νά Ίσχυρισβνί, ότι άναδεικνύουσιν αυτήν μικράν Έλβετίαν. Δέν
θά έκθέσω ενταύθα λεπτομερέστερον τάς περί τής "Ανδρ ου έντυ-
-ώσεις μου, θά προτίμησιν νά μεταφέρω Ομάς διά. τή; φαντα-
σίας είς έπονήν άπωτάτην, είς τους κλασιχους τής ίστορίας ήιχών
χρόνους, καί ν' άπασχολήσω έπ' ολίγον την προσοχήν υμών είς
ζήτημά τι έκ τής ίστορίας τής αίσθητιχής, ήτοι νά έκθέσω ενώ¬
πιον υμών συντόμως τί έδίδαςε περί τοϋ καλοϋ ή τοΰ ώραίου εις
των χορυφαίων τής έλληνικής φιλοσοφίας αντιπροσώπων, 6
Πλάτων. ΙΙερί τής ίδέας λοιπόν τοΰ καλοϋ παρά
Πλάτωνι θά είπω πρό; υμάς ολίγα τινά. "Ινα δέ χάλλιον νοήσω-
μεν την περί τοΰ καλοΰ θεωρίαν τοϋ Πλάτωνος, αναγκη να προ-
τάξωμεν ολίγα τινά περί των Ίδεών καθόλου παρ' αύτω, διότι ή
περί τοϋ καλοΰ θεωρία τοϋ Πλάτωνος συνδέεται στενάτατα πρός
την θεωρίαν αύτοϋ περίιδεών.
Ό Πλάτων διαχρίνει καθόλου δύο τάξεις δντων, οντα ό ρ ατά
καί δντα ν ο η τ ά. Διά των α'ισθήσεων αντιλαμβανόμεθα των
όρατών, άτινα καλούμεν χαλά, άγαθά, δίκαια κτλ. άλλά το
κάλλος, την άγαθότητα καί την δικαιοσύνην των όρατών όντων
δέν δυνάμεθα νά νοήσωυ,εν άλλως η διότι διά τοΰ νοΰ βλέπομεν
Φ ΣΚΟΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΤΟΥ 10
τό καλόν, τό άγαθόν χαί τό δίκαιον, άτινα υπάρχουσι καθ* έαυ-
τά' κα'ι τα δρατά ταυτα όντα είνε τοιαΰτα, ήτοι καλά, άγαθά
καί δίκαια, διότι μετέχουσι τοΰ καλοΰ, τοΰ άγαθοΰ καί τοΰ δι¬
καίου, άτινα υπάρχουσι καθ" έαυτά. Ύπάρχει λοιπόν κόσμος
δρατός καί κόσμος νοη τος. Υπάρχουσι πολλά δντα καλά,
άγαθά, καί δίκαια, άλλ' ύπάρχει καί αΰτό τό άγαθόν, τό καλόν,
τό δίκαιον, τα δρατα δέ οντα αναφέρονται έκαστον είς μίαν ιδέαν
καί κατ' αύτην όνομαζονται. Καί τα μέν όρατά βλέπομεν απλώς
διά των αίσθήσεων, άλλά δέν νοοϋμεν αύτά- τα; δέ ίδέας νοοΐί-
μεν, αλλά δέν βλέπομεν. Παραβάλλων δέ δ Πλάτων τόν δρατόν
κόσμον πρός τόν νοητόν λέγει ότι δ ήλιος είνε ό βασιλεύς των
δρατών, τό δέ άγαθόν δ βασιλεύς τοΰ νοττοϋ κόσμου- δ νοητός
λοιπόν κόσμος είνε δ κόσμος των ίδεών, καί ή πρώτη των ίδεών
είνε ή ίδέα τοΰ αγαθοΰ.
Ή ίδέα λοιπόν παρά Πλάτωνι δέν σημαίνει ό.τι νυν έν τή ψυ-
χολογία άλλά σημαίνει τό παράδειγμα, τό πρότυπον, τόν αρχι-
κόν τύπον τοΰ δντος. Ή ίδέα είνε τι, τό οποίον ϋπάρχει τω οντι
Είνε όν αιώνιον, αμετάβλητον, μένον πάντοτε τό αύτό. Είνε τό
δν τό διαρκές, έν αντιθέσει πρός τα δρατά, τα δποΓα διηνεκώς
μεταβάλλονται καί άλλοιοΰνται. Μοναι αί ιδέαι μετά τοΰ Θεοΰ
ύπάρχουσιν άληθώ;, ένω τα δρατά γεννώνται διηνεκώς κιί ΐρθεί-
ρονται καί ύφίστανται καθόσον μετένουσι των ιδεών.
Αί ιδέαι είνε, ώς ελέχθη, οί άμετάολητοι καί α'ιώνιοι τύποι των
οντων καί έπειδή πά^τα εγένοντο κατά Ίδέας, πρέπει νά ύπάρ-
νωσιν Ιδέαι πάντων των οντων. Δέν υπάρχουσι λοιπόν ιδέαι μό¬
νον τοΰ καλοΰ, τοΰ άγαθοΰ καί τοΰ δικαίου, των οποίων ατελεϊς
είχόνες καί όμοιώματα είνε τα καλά, τα άγαθά χαί τα δίκαια·
άλλ' ύπάρ/ουσιν ιδέαι καί των γενών καί των είδών καί των
αριθμών χαί των γεωμετρικών τύπων καί τοΰ φωτός καί τοΰ
νρώματος καί τής σφαίρας καί τής τραπέζης καί πάντων ανε-
ςαιρέτως των οντων. Κατά Πλάτωνα ύπάρχει μεταξυ των ιδεών
τάξις καί ίεραρνία αληθής· ύπάρχουσιν ιδέαι άνώτεραι κα'ι ιδέαι
κατωτέρα!, ών αί κατώτεραι έξαρτώνται καί έξηγοΰνται διά των
ανωτέρων. Πάσαι αί ιδέαι συνέχονται πρός μίαν ύψίστην ιδέαν,
ή δποία άρνει τοΰ νοΎ^τοη χόσμου' οϋτω υπεράνω των Ιδεών τοΰ
γένους καί εΐδους καί των ίχαθηματικαΝ τύπων ύπάρχουσιν αι
ιδέαι τοΰ δικαίου, τοΰ καλοΰ καί τοΰ άληθοΰς, καί υπεράνω των
ίδεών τούτων ύπάρχει ή ίδέα τοΰ άγαθοΰ, ήίδέα των ίδεών
είς την δποίαν καταλήγουσι καί άναοέρονται πάσαι αί λοιπαί
Ιδέαι Ή ίδέα αυτή είνε ή καθολική αρχή, δ ήλιος τοΰ νοτ^οϊί
κόσμου' καί ώς έν τω δρατω κόσμω ττάσα λάμψις προερ/εται
35
«κ τοΰ ηλίου, οϋτω έν τω νοτ|τ.ω κόσμω πάσα νότ,σι; προέρχετα'.
•έκ τής ίδέα; τοϋ άγαθοΰ Ή ίδέα τοΰ άγαθοΰ είνε ή άξία πάση;
γνώσεω;, επιστήμας καί αληθείας. Είνε ή άρχή καί ή πηγή τοΰ
νο·ητοΰ κόσμου.
"Αν ύπάρχουσιν αί ιδέαι καθ" εαυτάς ·η έν Θεώ, περί τούτον
■δέν έκφράζεται σαφώς ό Πλάτων εντέυθεν ή περ'ι τούτου διαφω-
νία παρά τοΓς σοροΓς. 'Αναιχφίβολον οιχως είνε, ότι ό Πλάτων
ίθεώρησε τάς Ίδέας έν γένει ώ; προερχομένας έκ Θεοΰ. 'Αβοϋ ό
Πλάτων έξαρτα πάσας τάς ίδεας έχ της ίδέας τοϋ άγαθοϋ, την
όποιαν όνομάζει αιτίαν τής έπιστήμη; χαί τής αληθείας, την δέ
ιδέαν τοΰ αγαθοΰ συνταυτίζει ιιετά τής ίδέας τοΰ Θεοΰ, τοϋ
ποιητοΰ χά: πατρός πάντων, τής ύψιστης α'ιτίας παντός δ,τΐ
καλόν, άγαθόν χαί άρ,ιχονικόν, επόμενον είνε ότι αί 'ιδέα, έζαρ-
τώνται έκ τοϋ Θεοΰ, δέν ύπάρνουσιν έχτος τοΰ Θεΐΰ, άλλ' έν
τω Θεώ. "Ι· λθωαεν νυν είς την θεωρίαν τοϋ Πλάτωνος περί τής
ίδέας τοΰ χαλοΰ.
Κατά τόν Πλάτωνα τό χαλόν είνε 'ιδέα νοητή ώ; το δίκαιον
καϊ τό άγαθόν άρα οέν πρέπει νά συγχέηται πρός άντικείμβνα
όρατά καί αίσθ·ητά. Ή 'ιδέα τοΰ χαλοΰ άνήχει εί; τόν νοητόν καί
■θείον κόσμον, 'θ αίσθητό: χόσμος περιέ/ει πληθίιν καλών χαί
ώραίων άντιχε'.μένων, άλλά τα αντικείμενα ταυτα, πολλαπλϊ.
όντα χαί διάφορα, είνε μόνον ώρχΓα καθόσον είνε αντίτυπα κα:
είχόνε; τοΰ ενός απολύτου κα'ι άμεταβλήτου χαλοΰ, τοΰ οποίον
μετέ/ουσιν έν αέτρω τινί. Είνε ε'ικόνες άτελεΓς, έν ταίς οποίαι;
τό καλόν δέν ύπάρχει ·πλήρε; κα! τέλειον, αλλά αναμε^ιγιχένον
αετά τοΰ δυτεΐδοΰς. Οί άνθρωποι οί ϊττάαενο; εις τα ώραΓα αν-
τιχείαενα, ιιΤι άνυφούαενοι δέ μέ/ρι τοΰ ωρχίου η καλοΰ καθ"
εαυτο πλανώνται, διότι την ομοιοτητα αντιχεΐϋ-ενου τινος εχΑαΐχ-
€άνουσιν άντ1 αΰτοΰ τοϋ άντιχει;α.ένου. Οί άνθρωποι, των 6ποίων
άπασα ή προσο/ή είνε πΕριωρισαέν-η εί; τοϋ; όφθαλΐλθϋ; χαί εί;
τα ώτα, ά:έσκοντα; ν' άκούωσιν ωραίας φωνάς, ""ά βλέπωσιν
ωραίας είχόνας, ώραΓα /ρώιχατα καί παν χαθό'ου ώραΓον αντι¬
κείμενον, άλλ' ή διάνοια αυτών δέν δύναται ν' άνυψωθή είς αύτό
τό καλόν, είς αΰτό τό ωραίον. ΔιατελεΓ έν πλάνγι, όνειοώττε:
έχείνος, ό όποΓος γινώσκει ;^έν χαλά κα'ι ώραΓα άντικείμενα.
άλλ' άγνοεΓ αύτό τό καλόν χά; ώραΓον χαί άδυνατεΓ ν' χκολον-
^ήσγι τοΰς ίδηγούντα; αυτόν είς την γνώσιν τοΰ χαλοΰ.
Λυστυ/ώ;, λέγει ό Πλάτων, δέν είνε σπάνιοι οί τοιούτοι
άνθρωπιι Ό Πλάτων περιγράβει έν τω Συμποσίω αύτοΰ τόν
■τρότζον, δι' ού ανυψούται τι; μένρι τής θεωρίας τοΰ υπερτάτου
χά! τελείου καλοϋ. Ή θέα, λέγει, τοΰ αίσθητοΰ καί όβατοϋ κα-
3'
λοϋ πρέπε: νά διεγείρτ) έν ήυ.Γν την Ιδέαν κα'ι την αγάπην τοϋ.
-ίαλοΰ τό α'ισθϊιτόν καί όρατόν κάλλος πρέπει νά οδηγή ήυ.άς
είς την αγάπην τοΰ ψυχΐχοΰ χάλλου;, άπό τής θεωρίας των -,ό-
αων, των τεχνών καί επιστήμων πρέπει ν' ανερχώμεθα εις το
καλόν καθ" έαυτό, τοΰ δποίοι» άμυδράν μόνον εικόνα παρεχουσι
πάντα τα οντα χαί τό δποΓον διά τοΰ α'ισθητοΰ κόσιιου άποκαλύ-
πτεται ήμΐν καί μεταβάλλει χαί άνυψοΓ ήυ.ας οι' ής έ«.πνέε! ήαΓν-
άγάπης (Συμπ. 210)
Ότε δ Πλάτων, διελθών πάσας τάς βαθμίδας τής κλίμακος
τοΰ α'ισθητοΰ καί πεπερασμένου καλοΰ, φθάνει είς τό υπερτάτου
καί τέλειον καλόν, καταλαμβάνεταί αίφνης υπό ίεροΰ ένθου-
κτιασιχοΰ καί λέγει : «όστις διά των α'ισθητών καλών φθζ-
ιει είς τό ύψιστον καλόν Ιίλέπει αίφνης πρό αϋτοΰ θαυιιαστόν τε
Χ/λόν, καλόν αιώνιον καί αμετάβλητον, καλόν, όπερ δέν είνε
ποΰ μέν καλόν, ποΰ δέ δυσειδέί, όπερ δέν είνε καλόν μέν ε
τούτω τω χρόνω χαί τόπω, ουσειδές δέ έν εκείνω τω χρόνω καε
τόπω, όπερ δ;ν είνε καλόν μέν είς τούτον^, δυσειδές δέ εις έκεί-
νους, καλόν, όπερ δέν εχει οδτε πρόσωπον, οΰτε χεΓρας, οΰτε
σωματικόν τι ή αΐσθητόν, οΰδ' ύπόκειτα; είς τέχνην η έπισττιμην,
ούδε ύπάρχει έν άλλω τινί, οίον έν ζώω ή έν γ-η ή έν ουρανω,
αλλ' ύπάρχει αύτό καθ έαυτό καί αμετάβλητον καλόν, τοΰ οποίον
πάντα τα άλλα καλά αετέχουσΐ χωρί; ή γέννησίς καί ή φθορά
αυτών νά έπαναφέ;·/) ή έπΐφέρν] εί: αύτό την ελαχίστην αύξη¬
σιν 7| ελάττωσιν Μόνον ή θέα τοΰ α'ιωνίου καλοΰ δύναται να
παρασχ,τ) γόητρόν -ι είς τόν βίον τούτον. Πόσον ευτυχή; είνε
εκεΓνος, όστις δυνηθή νά ίδγι τό καλόν ε'ιλικρινές, καθα-
ρόν, άμικτον, [Λη περιβεβλημένον σάρκας ανθρωπίνου:, '/ρώ-
ματα ή άλλα θνητά άντικείμενα άλλ' αύτό τό θεΓον κα¬
λόν. Ό βεώμενος τό καλόν τούτο παράγει ού/ί είδωλα άρετής,
άλλ' αυτήν την αληθή αρετήν, ό τοιούτος είνε πλέον παντός
αλλου προσφιλής τω Θεώ· ό τοιοΰτος άναδείκνυται πλέον παντός
αλλου άθάνατος» (Συμπ 210).
Ώραία αληθως καί μεγαλοπρεπώς περιγραφή τοΰ ύπερτάτοο
χαί τελείου καλοΰ τής πηγής καί α'ιτίας παντός ό,τι καλόν κ?ί
ώραϊΌν ύπάρχει είς τόν άτελή καί -ε^ερασαένον κόσμον. Καί
τό έξαίσιον ταΰτο καί άνέκφραστον καλόν ταυτίζει δ Πλάτων
αετά τοΰ τελιίου άγαδοΰ. «Πάν αγαθήν καί καλόν,» λέγει που.
'Επειδή δέ ή_ Ίδέα τοΰ άγαθοϋ είνε ό Θεός, άρα Ίδέα τοϋ καλοϋ
ούδίν άλλο είνε η αΰτός ό Θεάς. ^β βίβη κ
, ρ
η ς ΐάβίΐΐ ο'ββΐ Οίβα Ιιιί-
ιηβτηβ, λέγει δ Ι,βνβηιιβ έν τω βιβλίω αύτοΰ ίθ δθΐβηοβ (Ιιι
Ββ»α.'Αλλά τό τελείαν καλόν δέν είνε τι απλώς άφγιρηαένον καί
Ιοεώδες, άλλ' όν ζώ; κχί κινούμενον χχί ύπάρ/ον Ό Πλάτων
δεν εννοεΓ τό απόλυτον καλόν ανευ ζωή;, άνευ δυνάμεως διχ-
νοητιχ-ης, έν ρυθΐΛώ κα! τάξει ένεΐγούτης Ουδέν καλόν άνευ
άραονίχς /.αί ένοτητος ό θεός εί/ε α'ιτί* νοητή, κα'ι ή α'ιτία
αυτή ή καλλίστνι καί τιμιωτάτη φύσις ύττάο/ει έν
αύτω 8 α σ ΐλ ι κ ή ψ υ χ ή /. αίβασιλιχό; ν ο ϋ ς Τό κα¬
λόν, κατά Πλάτωνα, είνε /αρακτήρ ΐίιάζων τής ψυχής, έκδη-
λούΐιενος υπό ΐΑορφάς α'ισθτ|τάς. "Ωστε ούδαυ.οΰ τοϋ αΐσθητοΰ
κόσυ,ου ύπαρνι, κυρίω; ε'ιπεϊν, χϊλον πλήν εν τν] ψυ/^ Τό κα¬
λόν καθ" έχυτό είνε άρα ψ"/ή. έν τί) όποία ή ζωή εινϊ ά^ειρος.
Είνε αιτία εΕό/ω; νοτ(τή. Ή α'ιτίχ αύτΤ| ζέρει την ΐφ;αγΓ5α
τής ένοτΤ|τος έν τή ποικιλία, τού ουθαοϋ, τής άρμονίχς, τής τά-
ξ·ως, ών άνευ οεν δύναται νά ύπάρξν) καλόν.
Ό χ,ίσιχοί ώς έργον τής θείας σοφίας είνε καλος χαί ώραΓος,
διότι έπίΐήθη άαο·.κ τω Θεώ Ό Θεός έποίησε, χατά Πλάτωνα,
ίνα μό.ον κόσμον, ίνα ό χόΐαος ή καλός καί τέλειος Ή ένότης
ΐίνε ούΐΐώδες γνώρισαα τοϋ χαλοϋ ή ένότης πρι—ιθεμένγ, εί;
την ποικιλίαν παράγει την άρμονίαν καί τάξιν.
Κα! ό ά,^ρω-πο^ είνε εικών τής θείας ίδέας, αρα αύτοΰ τοΖ
Φεοϋ. Ό άνθρωττο: εχε· ψυ/ήν καί ιωυ,χ, πριπει δέ νο ύπάρ/γ,
Ι ί^εταξΰ αυτών ά:υ.ονία καϊ συααετρία Όταν σώιχα μικρόν καί
ασθενές βερ-/) ψυνήν μεγάλγ,ν κα! ίσ/υράν, η ψυχή μικ:α κα'ι
ασβενής ύ-άρχγι εν σώματι ίσ/υρώ κα'ι αεγάλω, ό ανθρωπος ϊτε-
«εΓται κάλλου;, διότι έλλείπε; αυτώ ή άρμονία τουναντίον, ότε
αμφότερα καί σώαα καί ψυ/ή είνε μ.εγάλα καί ίσχυρά, ύπάρ/ει
, άοαονία χαί ΐι ίΐ'Λονία καβιστα τόν ίνΰρωΐζον ώ;αΓον καί έπί-
|·/αριν Ή αυτή άραονια ζρεπει να ύπαΐ/τ, και εν τω σωαχτΐ
ι χαί έν τή ψυχί). Ή άρετή είνε τό κάλλος καί ή ύγεία τής ψυ-
Ι^ϊ'- Τουναντίον ή χαχία είνε ή δυταορφία χαί άιθένεια αυτής.
^Ένταΰθα προφανε^τατα ταύτίζε: ό Πλάτων τό άγαθόν αετά τοϋ
χαλοϋ.
Ό Πλάτων λθ'.πόν ταυτίζει τό καλόν αετά τοΰ ανα6οΰ' καί
ί«ϋδόλω; παράδοςον τουτο Οί "Ελληνες έλάτρευον χαθόλου τό
[.καλόν τ( τό ωραίον Έν τώ ένθουτιώδει αυτών θαυυιασ;χω πρός
»τό καλόν εχρι-ιον συνήθως τόν ναραχτήρα χαί τάς ΐδιότητα; των
ι άνθρώπων κατά την μορφήν χαϊ τό σώαα αυτών. Ρήτωρ ώραΓος.
|ί/ων σγήυιατα κανονικά χαί στάσιν σύιιμετρον, ήτο Τ|δ·>) χατα
τό ήυιισυ εύφραδής. Νεανίΐς η νεϊνις, έχοντες ιχοζγήν γλυχεΓαν
χαί λεπτήν, έβεωροΰντο συνήβως '/οτ^ατοι καί ενάρετοι· τουναντίον
τό χαχόν παρίστανον δι* έξωτεριχή; μορηϊ^ ειδε/θοϋς. Ό τύζος
ίτοϋ άνάνδρου' παρ' Όιχήίω, ό θ£ρσίτης, εινι ό δυσειδέστατο;
απάντων των Έλλήνων. Εντέυθεν ή συνταύτισις τής άρετής
αετά τοΰ ώραίου, τής καχίας μετά τής δυσμορφίας. Ό Πλάτων
πανταχοΰ των έργων αΰτοΰ έκφράζει την Ιδέαν ταύτην. Τό κα¬
λόν δύναται νά ύπάρχν) έν ταΓς πράξεσι τοΰ άνθρώπου χαί ταίς
έκουσίαις χαί ταΓς άκουσίαις. Τό φυσικόν θάρρος είνε καλόν, διότι
είνε τελειίτης, άρετή. Τό έκούσιον καί περιεσκεμμένον θάρρο;
είνε ετι ώραιότερον. Τα αίσθήματα είνε καλά καί ώραΓα, δταν
αναφερονται είς τι ευγενές αντικείμενον οίον είς την Πατρίδα,
την αρετήν, την επιστήμην. ΑΊ γνώσεις είνε καλαί καί ώραΓαι,
όταν δδηγώσιν είς την αλήθειαν Ό ορθώς άποκρινόμενος είνε
καλός χάγαθός. Τό ορθώς συλλογίζεσθαι, ή έπιστήαη καί τ'άπο-
τελέσματα αυτή; είνε καλά κάγαθά. Ή κτήσις των Ίδεών, επί
τής οποίας πάσα στηρίζεται άλήθεια, άποτελεΓ τό κάλλος τοΰ
νοΰ, διότι τελειοποιεΓ αυτόν. Καλόν άρα χαί άγαθόν είνε συνώ-
νυμα παρά Πλάτωνι- άλλά μή χαί παρ' ήαΓν τοΓς νεωτέροις
"Ελλησιν ή λέξις καλόν, ήτις εσήμαινε παρά τοΓς αρχαίοις τό
ώραΓον, δ-ν μετέπεσ·ν είς την σημασίαν τοΰ άγαθοϋ ; Λέγοντες
δέ γην», ί,.,0,., 5__-ι^ ......λ ?" .- . _._ ! ..»;.. »..»._ *
την
γονοι
. Λ !**λλον ότι τό κάλλος τής ψυνής άποτυιτοϋται συνήθως
είς την έκφρασιν τής μορφής ;
ΟΙΑ Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΙΛΔΒ ΚΑΙ Η ΨΤΧΗ
"Ιοιαύτη έν ίυντόμω ή πε;ί τοΰ κϊλοϋ θεωρία τοΰ Πλάτωνος.
Πρίν ή δ· χαταπαύσω τόν λόγον, δέν δύναμαι νά μή έπιστήσω
ιδία τήν^προσοχήν υμών εις την ίΐοχον άληθώς τοΰ Πλάτωνος
ιδέαν, ότι τό κυρίως καλόν είνε -/αρακτήο ίδιάζων τής ψυχήί,
τος καλοΰ, είς τόν Θεόν. Ναί, τό καθ" αύτό καλόν δέν είνε τό
σωματικόν χαί αίσθητον έχεΓνο κάλλος· όπερ ποΰ μέν είνε καλόν,
που οε^ δυσειδές, δπίο είς τούτους μέν φαίνεται ώραΓον, είς έκεί-
νους δέ μ.·η ώραΓον,^δπερ ι^ερον ύπάρχει αυριον δέ άφανίζεται.
Ιοχαθ'αύτό, τό άληίιές καλόν είνε τό ψυ-/ικόν κάλλος, δπερ
παραμενει διαρκές χαί αμετάβλητον, ώς αυτή ή ψυ/ή καί τ'ο-
πνεϋμα. Να|- ψυχή εΰγενής καί ένάρετος είνε τωόντι 'εξοχόν τι
καλόν καί ώραΓον, δπερ δύναται καί αυτήν την ε'ιοενθή σωματι¬
κήν μορφήν ν' άναδείξγι άληθώς θαυμαστήν καί ώρ'αίαν. Ψυχή.
τουναντίον αγενής καί διεστραμμένη είνε τι ε'ιοε/θές καί άπο-
τρόπαιον, όπερ δύναται καΐ την ώραιοτάτην σωματικήν μορφήν
ν' άναδείξγι άληθώς είδεχθή καϊ αποτρόπαιον.
ΑΊ καλαί η ώραΓα: τέχναι είνε προωρισμέναι διά τής χαλλι-
εργείας τοΰ καλοΰ να έζευγενίζωσι την ψυνήν, ανυψοϋσαι αύτην
εις την πηγήν παντός καλοϋ· άλλ' άποτυγχάνουσι τοϋ εύγενοϋς
αυτών προορισμοΰ' δταν οί καλλιεργοϋντες τάς ώ:αίας τέχνας
προσχολλώνται δουλικώς είς τό αίσθητόν καλόν χαϊ οϊονεί λα-
τρεύουσιν αΐιτό λησμονοΰντες ότι υπεράνω αυτών ύπάρ^ εί τό ό*ν-
τως καλόν, είς τό οποίον αί ώραΐαι τέχναι τρέπει νά όδηγώσιν.
Αί γνώσει; καί αί επιστήμαι είνε τι αληθώ; εξογοι καλόν, άλλ'
άποτυγχάνουσι τοΰ εΰγενοϋς αυτών προορισμόν», δταν οί χαλλιερ-
γοϋντες τα; επιστήμας προσχολλώνται δουλιχώ; είς αύτάς χα'ι
οϊονεί προσφέρουσιν αύταϊς λατρείαν, λ·η7μονοϋντες ότι δια των
επιστήμων κα'ι των γνώσεων πρέπει νά όδηγώαεβα είς την αι¬
τίαν καί πηγήν πάσης γνώσεως καί σοφίας, είς τόν Θεόν. Τοι¬
αύτην βαθείαν έννοιαν ?χει ή συνταύτισι; τοϋ *αλοϋ πρό; τό
άγαθόν. 'Επλάσθη.Μεν υπό τοΰ Δημιουργοϋ τοιοΰτοι, ώστ* να
θαυαάζωμεν τό χαλόν χα'ι ώραΤον χαί νά έλχυώμεθχ ύπ' αΰτοϋ,
όπουδήποτε χαί υπό οΐανδήποτε μορφήν χαί τύπον αν ίδωμεν
αύτό· άλλά μή λησμονώμεν ότι σχοπιμώτατα ετέθη εί; ημάς υπό
τοΰ δτ|ΐ»ιουργοΰ τό αίσθημα τοϋ θαυμασαοΰ χαί ττ,ς αγάπ·ης
πρός τό καλόν χαί ωραίον, ίνα βλέποντες τό αεριχόν χαί άτελές
χαλόν προβιβαζώιχεθα εί; τό γενικόν χαί τέλειον καλόν ίνα βλέ¬
ποντες τό θαοααστόν χαί έ;ΐίσιον τουτο άριντοτέχνημα, δπιρ
ονομάζομεν σύμπαν η κόσμον, άποχαλύπτωαεν ι» σεβαιιχω την
κεφαλήν, ώς ό Νεύτων, πρό τοΰ πανσόφου ξτιαιουργοΰ καί άνα-
Φωνώΐχεν πρός αυτόν μετά τοΰ Δαυίδ ι «Ώ; θαυμαστά τα εογα
σου, Κΰριε πάντα έν σόφια εποίησας»
,ΙΓΝΑΤΙΟΣ "5Μ1ΟΣΧΑ.ΚΗΣ
Συζυγιχαί τρυφερόττ,τες.
— Εΐμαι βέβαιος, χαϋμένΤΓ|, πώ; άν άπέθνησχα, ήμποροϋσες'
νά ύπανδρευθίίς χαί αυτόν τόν Σατανάν, μόνον κα'ι αό/ον διά νά
ϊδτ,ς άν θά τόν ύποτάςγις είς την θέλησίν σου.
— θά τό εχαανα βεβαίως, χύριέ μου, εάν ό νόαος έπέτριπ»
νά νυνιφεύεται ή γυνή τόν πίτερα τοΰ πρωην συζύγου της.
ΠΑΛΗΟ ΤΡΑΓΟΤΔΙ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΙΡΟΥ
ΥΠΟ
ΚΩΣΤΗ ΠΑΛΑΜΑ
ΜΕΣΑ εί; τάς Κονταμ-
π.ΐασι'ογ τοϋ Βίκτορος Ουγ¬
κώ, το- μέγα «οιτομον έργον,
το τελειότερον ΰστερα ά π έ
την Παράόοσικ των Αϊώ-
νων, δπου Ϋι φαντασία τοϋ
ποινιτοϋ γεμίζει μέ λαμ,ψεις
καί ρυθμους ολα τριγύρω
της ά—ο των άπλουστέρων
τ'ός γΐς μέχρι των ύψ——
λοτίρων τοϋ ούρανοϋ, α,έσα
έ/.εϊ, εί: την σειράν τοΰ
ίτρώτου τόμ.ου,Ϋι όποία φί-
ρει το ό'νομα Αύγη καΐ πε-
ριλαμβανει τάς συγκινγ,σεις
και τάς άναμ,ντ,σεις τϊίς
πρώτης τ,λικίας, εύρίσκω τέ «Παλγ,οτραγοϋο'ι τοϋ νέου
/.αιροϋ. »
_ Ιί είνε αύτό τέ «Παλγ,οτραγοϋιϊι τοϋ νέου καιροϋ ;»
Είνε, ά-λούστατα, ποιηματάχι ά-ό έννία μικρά τετρά-
ιτιχα, άπλοϋν, χαριτωμένον, καμωμένον σ*ι' όλον τέν
κόσν-ον άλλά -οηηματάκι άπό έκεΐνα τα όποΐα νομίζετε
ότι οέν τα ε"γραψε ποιηττ,ς ωρισμένου χρόνου κα'ι τό-
•που, τούτου η έκείνου τού είοΌυς, άνηκ,ων είς την μίαν
Τι τ-ην άλλην σχολήν, άρχαϊος ι, νεώτερος, κλασικός τ,
ρομ.αντικός, άλλά νομιζετε ότι τα εχάραξεν επί μαρμά-
ρου άνεξαλειπτκ αύτη ή αΐων.α ποίησι;. "Οσοι ίέν
έ'τυχε νά τό 5Ίαβα;ουν, κ» ι ο—οί Οέλ&υν νά τό ά—ολαύ-
σουν είς όλην τού την χαριν άς τα ζητησουν μ.έσα είς
τον πρώτον τό[Λον των Κοΐταμπ.ΐασών. "Οσοι ιϊέν έ'χουν
•πρόχειρον τον τόμον η (ϊυσκολεύοντϋΐ νά τό κκταλά-
οουν είς τό πρωτότυπον άς άρκεσθοϋν — τί νά γίνττι; —
είς την ίίικήν μ,ου προχείρον μεταφρααιν- ίιά νά την
κά(Λω όσον το «ϊυνατόν πιστοτέραν ίέν έφύλαζα είς αύ¬
την τάς χρυσάς ομοιοκαταληςίας τού πρωτοτύπου κα'ι
ην ομοειίη αϋστηρότητα τοϋ αέτρου.
Δέν την έσυλλογίίομουν τή Ρό£α,
Κ' ηρθε μαί( υου αύτη 'ί τό δάοοί.
Θυμοθμαι, λέγαμε γιά κάτι τι,
Μά δέ θ,;μοϋμαι πλίο^ γιατί.
"Ημουνα κρύο μάρμαρο,
Κ' έπερπατοϋσ' άφκ)ρημένοί,
Μιλσϋσα γιά τα δένορα κα'ι γιά τάνθη,
Μ' έκύτταίε σά νά μοί λέη", ο Αί! κ' ϋπειτα ;»
Σκορποθσεν ή δροαιά μαργαριτίρΐα,
Τή σκέπη τουε έίάπλωναν οί κλώνοι,
Καί προχωροΰσα κ' άκο^ τα κοτσύφια,
Κ' ή Ρόζα τ' άΓ|δο/άκια.
"Ημουν άνόρεχτοί, κ' /[ιιουν δεκάίι χρό/οιν
Είκοσι έκείνη, κ' ίλαμπαν τα μάτρ τηί
Τ' άηδόνια έτραγουδούοανε τή Ρό£α,
Κ' έσφύριζαν έμένα τα κοτσύφια.
Ή Ρό£α δλάρδη άπάνου 'ο τό κορμί τη^
Έσήκωσε τρεμουλιαστό ώραΤο χέρι,
Τό σήκωσε νά κόψ/) ίνα μοϋρο'
ΚαΙ δέν τό ειδα τό λευκό τη: χέρι.
"Ενα ρυάκι όλόδροσο βαθύ
'Σ. τή βελουδένια χλόη κυλοΰ^ε
Κ' ή φύσκ ή έρωτική κοιμώταν
Μέσ' τό μεγάλο τό βαρύκοο δάσοε.
Ή Ρόίο λύνει τα υποδήματα τι^
Κα! μέ τής άθωότητοο τόν άέρα
Βάίει τό πόΐι τ^ς μέσ' τό νερό'
ΚαΙ οέν τό εΤδα τό γυμνό της πόδι.
Δέν ήίευρα τί νά τήο 'πώ,
Μέσα 'ς τ6 δάσος την ακολουθούσα,
Πέτε την ϊόλεπα ν' αναστενάξη,
ΚαΙ ττότε νά χαιιογελα.
Δέν εΐδα πίσον ήταν εΰμορφη
Παρά δταν βγήκαμεν άπ' τό βαρύκοο δάσος.
«"Αο είνε" έεχασμένα πιά . . . κ μοΰ λέεΐ"
Κα'ι άπό τότε &'/ο τα συλλογίίομαι.
Τό ποίτιρ.α είνε τόσον ωραίον άπό τα περιενόμενα
μέσα είς τούς ούο έκείνους τόμ,ους ο^έ·» ένθυρ.οϋμαι νά
μ.οϋ έπροςέντισεν άλλο γλυκυτέραν εντύπωσιν, καί ομ,ως
•ή λύρα τοϋ Ουγκώ περιέχει τόνους πολύ πλέον βαθεϊς
____43.......
κ,αί πολύ (Αουσικωτέρους έκείνου. Ή μαγεί« -την όποιαν
ίιαχυνει τί) ποίημα τουτο προέρχεται πραγματικώς έκ.
της δυνάμεως μόνγις των στίχων τού η μ-ήπως ή εντύ¬
πωσις την οποίαν μού —ροξενεΐ συνο'εεται μέ μίαν μ«-
κ,ρυνην ανάμνησιν περασμένων ήμ,ερών ; η ριγιπως ·«
'Ρόζα, τι φεγγοβολοϋσα μίσα είς τού; στίχ,ους τοϋ με-
γάλου ποιητοϋ, μοϋ ένθυμ,ίζει μίαν άλ'λην Ρόζα,Γ, ή
διτοΐα γλυκοκ,οιμάται (/.Ισα είς τα βάθη —της μνήμϊΐς μ.οι>
άλλά όιά νά Ιξυπντισγι τΐΐς φθάνει έ'να κελά^ημα, ώς τό
«Παλγιό τραγοϋοΊ τοϋ νέου καιροϋ ;» Μηπω; ή άνέκφρα-
στος χάρις τοΰ στίχου τούτου εχει την πτΐγήν της όχι
είς την ε"μ.πνευσιν τού ποιτΐ'Τθϋ, άλλά μεσα είς την καρ-
σ"ίαν μ,ου ;
"Ο,τι καί άν είνε, ε"χω κ' έγώ κρυμμένον μΐσα είς τα
βάθη της μνημγ)ς μου έ'να α Παληό τραγοϋοΊ τοϋ νέο»
κ-αιροϋ.» Σάς τό άποκαλύπτω τώρα ώς έςομολόγησιν,
οχι ίιά νά τό συγκρίνετε με τό ποίημα τοϋ Ουγκώ —-
τοιαύτη σύγκρισις θά τό έθανατωνε —- άλλ' απλώς διά
νά κρίνετε καί διά νά λύσετε την απορίαν ρου.
Ήμουν θΈκαές έτών, έζοϋσα είς την επαρχίαν, έσ—ού-
£αζα είς τό Γυμνασιον, ο'ηλαο'-ίι ίέν έσπούσΊχζα τίποτε,
■/.' έπερνούσα τάς ώρας μου πότε τρίβων τα υποδήματα
μου είς άργούς περιπατους άνά τα καλσΊρίμιχ της πό¬
λεως μετά τρελλών η άνοήτων συντρόφων, καί πότε
μέσα είς τό σπίτι μου φιλολογών τό[Αους Πανάώρας.
"Ημουν ίειλός, άίέςιος, όνειροπόλος, έ"τρ*φα βαθείαν
στοργήν πρός τόν ζενγιτευμένον αδελφόν μου, άοΊαφορίαν
πρός πάν δ,τι μ.έ περιεστοίγιζε, -/(.αταφρόνησιν πρός τού;
ίιίασκαλους (Αθυ, καί ίέν ήίυνάαην νά συγκρατήσω
τό πεΐσμα τό οποίον μού ένέπνεον έκ,εΐνοι, μέσα είς τό
σπίτι των οποίων έζοϋσα. Οί κ,αλοί έκεϊνοι άνθρωποι
σ*έν ήςευραν βεβαία πώς άνατρεφονται τα παιοιά' την
τροφήν την όποιαν παρεϊγον, την άπεκ,ά'λουν μέ αυτάρ-
____44___
κειαν, όπως συμ,βχίνει ουνηθως, ανατροφήν. Άλλά κ,αί
άν τυχόν είχον την αξίωσιν νά [λ'άναθρεψουν πράγματι,
^έν θκ εϋρ'.τ/.ο·/1 είς ίαΐ τόν >'.χτάλληλον οΊά νά έφαρμό-
ϊθυν -ά; ίίεας των κ,αί τάς αρχάς των, άν δύνανται
■νκ όνομασθώιιν ίίέαι /.αί άρχκί προλήψίΐς /.αί πλάναι
κα'ι ύιτοχονιϊρικι άττο γενεάς είς γενεάν κληρονομ,ι/.ώς έξε-
λισσόμεναι. Διά τόν απλούστατον λόγον ότι τό 'κϊικόν
μ ο υ ~νεϋι/.α,ώ;έκ. περιέργου τινός άταβιημοϋ,άνεπτύστετο
έκτοτε κ.α'ι πκρεγέμιζε ιο.έ "ρυλήψεις, πλάνας, 7.(χλ ύποχον-
ίϊρίας, όλως άντιθέτους πρός τους «υνοίκου; (/.ου, άλλά
ττάντοτε, ώς έλπιζω, ολιγώτερον των Ίοικών των στε¬
νάς, άντιφυσικάς καί μωράς. Τοιουτοτρόπως μ.ίσα είς τό
7πίτι τό μέγα έ"γκ.λγ)μ3£ είς τό οποίον -ηδύναντο νκ ύποπέ-
σουν οί νίοι της Ϋιλικίας μ,ου γ;τον 6 έρως πρός τα ώραΐα
κορχσια ττ,ς γιλικίας των. Καί τϋς ΊοΊκης.ΐΛθυ ζωής τό
|/.ονον κστρον, ϋ, μόνη θεραχεία, ή μόνγ) «"κστασις, Υ)
απόλαυσις, γ) ευτυχία, ήτον ό έρως.Έρως, όπως τόν αί-
βθάνονται τα πκιο'ίκ, άλλ' έ'ρως πάντοτε.
Καί τίυ-θυν ίεκαέξ έτών. Άπεναντι τοϋ σπιτιοϋ μ,ας
έκ,ατοικ,οϋσε (λία φιλίαν) οίκογένεια;. Είς τάς επαρχίας
οχι μόνον τα συγγενικετ, τα οιλικ,ά, άλλά κ,αί απλώς
τα γνώριμ,χ σπίτιζ «ϊιατελοϋσιν άπό πρωίας (Λ.έχρι νυ -
κτός είς δι αρκή κίνησιν άλληλοβοηθείας "Ο,τι ίεν έ'χει
τό εν σπίτι τό «^ανειζεται άπό τό ιδλλο' τόν μύλον τοϋ
καφί, το τηγάνι, τό σκ.αφί'ίι, νερόν, πιάτα, ζάχαριν,
επανωφόρια, καπέλλα, ό,τι Οέλετε, άπό των εύτελε-
στερων (λέν_ρι των μάλλον ούσιαστικ,ών. Πρός τουτο γυ-
ναΐκ,ες, ίέσττοινα·. κα'ι ο>εσ·ποινίο>ες, κυρίαι κ,αί ΰπηρέ-
τριαι, άσχολοϋνται είς ^ιαρκές τρίζιμ,ον καί άνεβοκ,κταί-
βασμζ άπό τό εν εί: τό ζλλο π~ίτι. Εις τό ίσΥ/.ον ιο.ας
χίντε καί ες φορά; την ήμ,έραν ενεφανίζετο (ϊιά καθε
λογης θελτ,μ,ατα ή Χρυσοϋλζ.
Ή Χρυσοϋλα ήτον ή ψυγοκόρνι της άπέναντι φιλι-
/.ής οικογενείας· έ'νας βαθμός παραπάνω άπό υπηρέτριαν,
ενας βαθμός ■παραχ.ατω άπί νοι/.ο/.υρχν. Ή ψυχοκόρη
κάμνει κάθε οΌυλειαν τού σπιτιού, 6~ω; /.αί ή ύπηρέ-
τρια' άλλά ^έν εϊνεμισθωτή, έξέρ^/εται ο"έ είς τόν —ερί—
πατον επιμελώς στολισμενη καί παντοτε είς τ ό πλευρόν
ττ,ς κυριζς τ, όποία ϋπονρεοΰται άργά Υ) γργ,γορα ·νά τίς
είίρτ, ένα /.αλόν άνσ'ρα, νά ττ,ν άττοκαταστ-Λ^ττ,. Άλλ'
αδιάφορον 6,τι /.αί άν τ,τον ήΧρυσοϋλα· δ,τι μ,'ένίιέ,φερεν·
τ,τον ή ε";οχος άκιο.γ) ττίς ώρας αύτη;, των ίεκ,απίντε της
έτών τό μεθυστικόν άρωμα,το πρόσωπον χορφυραυγές,
οί όφθαλμοί άπαστράπτοντες, τί) (?ώμα μαρρ.άρινον προ-
κλητι/.ώ; όγκούμενον κατά τό στί,θος, ν) μόλις ύπο-
φαινθι,'ίνγ) λευκ.7) στρογγυλόττ,; των κντ,μών, τ; φακϊρό-
της ν; πλτ,ρτ,; γελώτων, τ, πλήρτ,ς κινγ;σεως ΰγεια, ολο:
αΰτά τα όχοϊα ττ,ν έφανίρωνον γνησίαν κόρτιν των βου-
νών ττί: Ρού|Λίλης, άπο τα όποΐα κατήγετο καί των
οποίων τόν άέρα εϊχε, νωρίς νά εγ·(ΐ τίποτε κοινόν ~ρός
τάς άθγιναιζούσας άργοντο—ούλας τού τοπου, αί άποϊαι
παρτιγγελλον τα (ρορίυ.ατα των είς τ·/)ν πρωτεύουσαν
ίιά νά τυλινθοϋν μ,ίσα των ώς μούμιαι. Ή ζωη κ.αί ο·
ρυθμός τοϋ σώματο; έκί'.νου κζτώρθωνον νά έζευγενίζουν
•/.αί τάς βανζυσοτίρας εργασία; αί οποίαι την άπϊΐσχό-
7.ουν. Ενώπιον μου τ, Χρυσούλα ενεφανίζετο ώς τ, όπτα-
σία τίς νεότ-/ιτος έν μέσω τν,ς άναιμικί;, άσκτ,-.ι/.τ,ς,
άλλά /.αί ύποκριτικ,τ,ς άτμοιφαίρας τ, ό~οία μέ πίριε-
βαλ/ε. Κχ'ι την κατετρωγα μέ τα ματ)α μου παντοΓ>
όπου την έ"βλεπα,/.αί οσάκις ή'ργ:τοεί; τό σπίτι, ε'.ρεν«
νά εύρεθώ ίμ.7:ροιτά τη; ίιά νά μέ χαιρετίσ-Λ,, ίιά νά
της όΐΛΐλήσω οΊά νά νορτασω μ.έ τό ά/.ουσυ.α της φω-
νης της /.αί μέ τό θίαμα των ίλευθίρων έκείνων σαρ-
/.ών, των οποίων μόλις συνείνε τό σφριγος, αΰςάνουσχ
τό γόητρον, ή άτηαελήτως οερομένη έιθής. Καί είμεθ
φίλοι, καί εφέρετο πρός εμέ οίκ.ειότατα.Άλλά τόσον [
θα
■νόν τ, ταρζχη είς την όποιαν υ.έ ένέβαλλεν ή παρου-
σία της, έκ,ράτυνε την απειρίαν κ' έπλήθυνε την δει¬
λίαν ρ.ου.
Έν άπόγευμ,α, γλυ^υ ίειλινόν φθινοπώρου, ΰστερα
άπό βροχην, ότε ή φύσις λαμπει κατάχλωρος, γεΐλάττ,
άπό εύωο^ίες καί ή ψυχη κ,ατένεται υπό της ίιψης τοϋ
αγνώστου, ώς ουδέποτε ζλλοτε, κ,αί οί πόθοι ίελεάζουν
νλυίΐύτατα,κ,αί οίερωτες άόρατοι περι'ίπτανται πρός θήραν
καρσΊών, ενα τοιούτον άπόγευυ.α τ,λθεν είς τό σπίτι ύ
Χρυσούλα. Ποτέ ίέν την είχα 'ίιϊει τόσον ωραίαν καί
τόσον προκλΤ|τικγ·,ν εκόπησαν τα γόνατά μου, 'ίλιγγος
μ,έ κατέλαβεν. Ένώ έκ.είνη άνήρχετο την σκάλαν, έγώ
κατέβην είς την αυλην χαί την επερίμενα κ,ολλημένος
εί; την γωνίαν τής Ιξώπορτας. Μετ" ολίγον κατηλθε /.αί
αύτη ' εϊ(Αε6κ μόνοι μας· μ,έ είοεν, ώχρίασεν, έστάθγι,
κατέπιε μέ αγωνίαν, μ,ισάνοιζε τόν θύραν, ετοποθετήθη
είς τό μισανοιγαα της θύρκ; ώς μέσα είς πλαίσιον, κ,αί
|Αθΰ είπε σιγα :
— Κυρ Κωστη, εχω ενα παραπονο άπό σένα.
— Τί παραπονο.
— Εϊπες γιά μένκ έναν κακ,ό λόγο.
— Τινος ;
— Τοΰ Σπύρου.
Ό Σπύρος ήτο συμμ.αθητης καί φίλος μ,ου.
— Έγώ νά είπω λόγο γιά σένα ! οέν ζέρω τί μοϋ
λές· καί τί είπα ;
— Ντρέπομαι νά 'ς τό πώ · τό εϊπες ναί · κ,αί νά
ςέρης θά το είπω τ' άφεντικ,οϋ μ,ου.
— Μά πές μ,ου επί τέλου; τί εί—α ;
— Νά ! τοϋ είπες . . . πώς . . μ,' άγαπά;. Άλή·
■θεια είνε ;
Καί τα μάτια της έφωσφόριζον κ,αί ύπέφρισσον τα
/είλη, καί τα οτήθη άνεκινοΰντο, κ,αί προέκυπτον αί
____47____
κνίίμαι, καί το νέρι τγις ετρεμε στν,ριζόμενον επί τοϋ μή-
λου της θύρας. Καί γ) ίοΊκγ; μου ταραχγ-,, καί τί) ΊοΊκόν
μου θάμ,βος πώς έζεσΎιλώθιη, νομίζετε ; Κα'ι τί απήν¬
τησα είς τί) τ,αΌνικ,όν έκεϊνο «Νά ! τοϋ είπες πώς μ," ά-
άλήθεια είνε ;» ΊσΌύ τί απήντησα :
Ψέμματα σοϋ είπεν ό Σπύρος1 έγώ ο'έν τοΰ είπα
τίποτε γιά σένα· ψέμματα.
Καί τίποτε άλλο· άπέμεινα άλαλος ενώπιον της καί
τ,λίθιος. Άλλά ■}) κόργ) τοϋ [Ιουνού ττ,ς Ρούμελης ο'έν
έννοοϋσεν άπό τοιαύτας άπαντ-Λ,σεις καί τοιαϋτα άργο-
λογτιματα. Έω; ότου συνελθω, 6"κ.λ6ΐσεν όρρ.7)τικώς την
έξώπορτα—ο'έν είχαμεν /.αί καιρόν είς την διάθεσιν μας
—καί έζηφανίσθνι.
Έκτοτε πολλάκις επανήλθεν είς τό σπίτι,άλλά ποτέ
ο'έν ·Λατεο"ένθγι νά ρίψγ, τό βλίαμα της επάνω μου, νά
δώίΥ) την παραμικράν προσοχήν είς εμέ.Καί είχε ο"ίκαιον.
Δέν εχω δίκαιον καί έγώ νά συγκινοϋμαι τόβον άπό τό
αΠαλγ)ό τραγοϋοΊ τού νέου καιροϋ», έκεϊνο τό τραγοϋσι
το δποϊον έ/άραξεν επί μ,αρ[/.άρου Ι άθάνατος ποιητνις ;
,Κ,ΩΣΤΗΣ ΠαΛΑΜΑΣ
-----------.-----. * · · _——-----—
ΣΚΟΡΠΙΑ ΦΥΛΑΑ
Ό ιΛοΰτος ήτο ό μοχλός, δν εζήτει ό 'Αρχιμήδης, χαι ίι' ου 80-
ναταί τις να χινηστ^ τόν χόομον
*
Ή αι'ίως χρέπει να ύπΕρασπίζτ; τα χάλλο;, ώ; ή άχανβα τα (348ον.
*
Είς μωρός θχ εϋρτ, κάντοτε ένα μωρότερον όστι; τόν θΐυμάζίι.
*
"Ομίλιι κρός τό βλέμμα, άν Οέλγ;ς να χινήβτ) τοϋ ίλλου την χαροίαν.
*
"Ολη ή ευτυχία της ζωης ίγχκται χυρίω; είς τό μετριάζΕΐν τας έ
τ&ίν πόνων εντυπωοχις.
*
ΟΙ κλούαιοι Ιχουν χόλαχας χαϊ οί πτωχοί φίλου;.
ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΙΣΑΝΒΡΩΠΟΥ
ανθρωπος δέν έπροικίσθη έκ φύσεως μέ τό αΐσθημα
'τής άρετής. , Κατορθώνει δέ νά συνοικειωθη μετ"
^£1 αυτής — ό'ταν τό κβτορθώνη! — κατόπιν διά μα¬
κράς ήθικής όρθοπεδίας, άναλόγου πρός την έν χρήσει ίατρικώς
διά την ΐασιν των ραιδών σκελών καί των στρεδλών ποδών.
Επί τό γοργότερον ηδύνατο τις νά είπη συνοφίζων την ιδέαν
ταύτην : Καί ή συνείδησις Ιχει ανάγκην κ ορ σέ.
Πολύ βεβαιοί περί τής γνησιότητος τής καταγωγής των πρέ-
πει νά είνε οί δημοσιογράφοι, οί όποΐοι ύδρίζουν τούς αντιφρο-
νοϋντας συναδέλφους των «άνθρώχους αγνώστου χροελεύσεως».
Δέν ϋχάρχει καταλληλότερος τρόπος διά νά γείνη κβνείς
φιλάργυρος άπό τό ν' αποκτήση χρήματα.
|Έν «υνίογασίίχ ]«ιτ4 τοϊ Λΐ-Λίι-ΠαλΊ;)
Νά ειμβι ευχάριστος είς τούς αλλους — εύρίσκω τό πραγμα
πολύ δύσκολον καί παραιτοΰμαι. Νά μή τοΰς ειμαι δυσάρε-
στος — το 6εωρω καθήκον απαραίτητον καί δέν συγχωρώ εις
κανένα νά το ποφβμελη.
Αί αρχαί όμοιάζουν μέ τάς άποσκευάς. Όσον όλιγωτέ-
ρΧζ Ιχει κανείς, τόσον εΰκολώτερα ταξειδεΰει. Μέ την δια-
Ι. λκΤΏΚΙΛΔΗΣ
49
φοράν ότι καί είς την μίαν καί είς την άλλην περίστασιν όλί-
γην έμπνέει εμπιστοσύνην είς τοΰς συνεπιδάτας τού.
Δέν ΰπάρχει άστειότερον πρόΐγμα άπό την αντίθεσιν με-
ταξύ τής λύσσης, μέ την οποίαν Ιξω τής έξουσίας τα κόμματα
πολεμοϋν τάς καταχρήσεις τής κυβερνήσεως, καί τής προ-
θυμίας μέ την οποίαν έρχόμενα είς την εξουσίαν υίοθετοΰν
αύτάς. Νομίζει κανείς ότι έκτός τής άρχής καταλαμδάνονται
άπό ιεράν αγανάκτησιν διότι παρανομοΰν άλλοι άντ" αυτών.
Έκεΐνο, τό οποίον δίδει πολύ μεγάλην ιδέαν περί τής νοη-
μοσύνης των άνθρώπων, είνε ότι άπό καταδολής κόσμου όλοι
οί άγΰρται τούς έξαπατοΰν μέ τα ίδια μέσα.
Δ. ,Κακλαμανοσ
ΑΦΙΑΗΤΗ
τίΐί νέας ί^λΆογής «Άμαοα
/αΝΤΙ νάρθήί νυφοΐτ?να ζωντανή
'Σ την έκ·κλησιά τή μοΰχομυρισμένη,
Τί κρίμα ! ε'ίκοϋι χρόνων πρχν γεν^-
Τη φέρνουνε νιτφοϋλα πεθαμένη.
Την τριγυρνοϋν οί ά,λλοι χριστιανοΊ
Καά τή φιλοϋνε γνώριμοι καί. ξένοι,
Καί μόνον 8νας ποΰ πονεΐ, πονεϊ,
Άσάλευτος σέ μιά γωνιά προσμένει.
Μέ 2ζείλη ά,μαρτοιλά κα κολαομένα
Δέν θέλει νά φιλήσι^ την παρθένα
Καθώς προστάζει ή γλώσσα τοθ παπά,
'Αφίλητη κι' δταν έζοϋσε άκόμα,
'Αφίλητη ·κι" δταν χαθι^ 'ς τό χώμα,
Τέτοια την κλαίει καί την άγαπα. ·
Γεωργιος Δροσινησ
Κ. * ΣΚΟΚΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΤΟΥ 12
. ΤΑ ΕΞΟΔΑ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ »
ΥΠΟ
χ ι ΜοΑεοκττοχ: α « πεδα
ΕχΟΪΣΙΝ αί λέξεις την ιστο¬
ρίαν των χαι αί χοινότεραι των
έν χρήσει φράσεων την μελέτην
των, δίδουσαι πολλάκις νύξεις εις
χρίσεις χαϊ άποχαλύψεις ποικίλας.
Λόγιός τις έχ των βαβυνουστέρων
έδημοσίευσε τόμον όλόχληρον περι
της ίστορίας μιόίς λέξεως χοινοτα-
της, της λέξεως " τραγουδώ », λα¬
βών έχ ταύτης αφορμήν είς έχτε-
ταμένην φιλολογιχήν χαι έβνολογι-
χήν μελέτην περί τοϋ έλληνιχοΰ
λαοϋ. Περ πάσης λέξεως δύνανται
να γραφώσιν πολλά" άλλα δέν εν-
νοώ μόνον τα χριτιχα χαι έτυμο-
λογιχα των σχολιαστών χα γραμ-
ματιχών , οίτινες δύνανται περΐ
έχάστης αυτών να όρμαθιάσωσι σειράν παραπομιΐών χα'ι χρίσεων
Γν' άποδείξωσι φερ' είπεΓν ότι ή σημερινή λέμβος δέν είνε βηλυχϊιν αλλ'
άρσενιχόν (ό λέμβος), ότι τί) λα6ος περισπαται η ότι 6 χόνιχλος είνε
ό των ρωμαίων χονίχουλος χα ό τοΰ Στράβωνος γεωρύχος λαγιδευς,
ίξ ου ωνομάσβτ,σαν αί ύπόνομοι (οοηίου1υί>) παρα λατίνοις χαι τα
• λαγούμια. «αρ' ήμΓν. Έν τούτοις χαι έχ των χριτιχών αυτών παρα-
τηρήσεων μανθάνομεν την ιστορίαν πολλών λέξεων,πώς δηλαδη 6 χ ο
X-
χων των άρχαίων μετεμψυχώθη κατόπιν είς «βτρόβιλον. χαΐ ό «στρό
βιλος» εί; τα σημερινον «χουχουνάριον» χαί ποία ή ίστορία τη; λέξεως
«Πατριώτης·, ότι δηλαδή παν αλλο εσήμαινε, ή ό,τι σημαίνει σήμε¬
ρον, διότι ·πατριώται» ίλέγοντο οί γεννημένοι έν "Αθήναις ίχ βαρβά¬
ρου η δούλου, ήτοι ότι πατριώται η^ν οί ·δοϋλοι Έλλήνων, χατά
Φώτιον, πολίται δέ οί έλεύθεροι», ότι πατριώται έλέγοντο χα'ι οί εν¬
τόπιοι Γπποι >λπ. Εί; πάσας λοιπόν άποχαλύψεις χα'ι συμπεράσματα
δύναται νά φθάση ένίοτε ό άνατέμνων χαι σχολιάζων χα'ι τάς χοινοτέ-
ρας των λέξεων χαι φράσεων, ό προτέρων η γράφων ταύτας χαθ' εχά-
στην χωρις νά χινήται έχ περιεργείας ν' άναγινώσχη ένίοτε μεταξυ
των γραμμών, η νά διαβλέπη μεταξύ των χοινοτάτων φράσεων χάτι
κλειότερον τής δι' αυτών εκφραζομένης έννοίας. Οί διχασταί, φερ' εΐ-
«εΓν, οί χαβ' έχάστην άπαγγέλλοντες χα'ι ύπογράφοντες πληβυν ποι-
νιχών άποφάσεων, δι'ών έπΐβάλλονται «τα εξοδα είς βάρος τοϋ Δημο¬
σίου», πάσα δύνανται νά οχεφβώσιν, άναγινώσχοντες τα μεταξυ των
ίί τούτων έν μεγίστγ) χρήσει λέζεων, χαι ψυχολογοΰντες περ'ι των
ήθών χαι τάβεων τοϋ χαθ' ημάς λαοϋ, ού έτάχβηααν χριταί, η περ'ι
τής άνοχής τοΰ λεγομένου Δημοσίου, εις την ράχιν τοΰ όποίου φορτώ-
νονται αδιαλείπτως χαι έχ πάσης γής χαί γωνίας Ελλάδος τα Εξοοα
των πολυαρίθμων Σινών. 'Η άπλουστάτη αυτή χα'ι χοινοτάτη φράσις
ή διά την ταχεΓαν των άποφάσεων άντιγραφήν χαΐ την εύχολίαν των
βιχαστιχών ϋπογραμματέων τετυπωμένη είς τους τύπους των άβωωτι-
χών άποφάσεων, εχ»ι την ιστορίαν της, την μελέτην της. Δύναται νά
εΰρη ώς αί άλλαι λίξεις χαϊ φράσεις,τούς σχολιαστχς χα'ι χριτιχουςτης
χα'ι ή περ'ι αυτής συζήτησις δύναται νά θεωρηθή ουχί ζένη πρός τό
άναχινηβέν έπ'έβχάτων ζήτημα τής έν Ελλάδι έγχληματιχότητος, περ'ι
ής μάλιντα χα'ι διαγωνισμός έχηρύχθη υπό εφημερίδος, ά λεγομένας
«έγχληματολόγο; ;»
• Τα εξοδα είς βάρος τοΰ Δημοσίου!· Τίποτε ό/ι-
γώτερον, τίκοτε περισσότερον. Κα'ι την αναγραφουσιν στερεοτύπως εις
πληθύν άποφάσεων χα'ι την άπαγγέλουσιν οί πρόεδροι μισοτρέχοντες
καπατρενηδόν ένίοτε αυτήν χαι συμπεραΐνουσιν ισως εχ τοΰ
άχροατηρίου πολλο'ι ότι άτλάντειος βεβαίως είνε ή ευρύτης των ωμων
τοϋ εΐρημένου Δημοσίου, είς βάρος τοϋ όποίου φορτώνονται, ή μάλλον,
διά νά μεταχειρισΦωμεν την περ'ι των Δαναίδων χοινοτοπίαν, νομίζου-
σιν ότι τουτο εχει πίθον τίνα ουδέποτε χενούμενον.
Το δέ συμπέρχσμα των πραχτιχωτέρων έχ τοϋ άχροατηρίου είνε ότι
4*
ν.; τας δίκας των Σινών τιμωροϋνται ούχι οί καταμηνυθέντες, η
έξ έπαγγέλματος καταδιωχθέντες, άλλά τό πτωχόν Δημόσιον, άφοΰ είς
τουτο έπιβάλλονται τα εξοδα της δίκης, τα εξοδα των κληθέντων μαρ¬
τύρων, των ίατροδικαστικών έχθέσεων κλπ. χλπ.
Τίς είνε λοιπόν αύτός ό άκούραστος "Ατλας, είς βάρο; τοϋ όποίου
πίπτουσιν βροχηδόν τα εξοδα των δικών, και ποίον αποστολήν έχουσι
οί άχθοφορικοί ώμοι τοϋ λεγομένου Δημοσίου, άναλαμβάνοντος τό βά-
ρος των σφαιρών κα τα εξοδα της πυρίτιδος, μεθ' ής έπλήρωσαν τα
όπλα των οί παλληκαράδες,οί κουτσαβάκηδες, οί βλάμηδε;, οί αενναως
συμπλεχόμενοι η εν μέθη και μέ καννιβαλικας παννυχιδας αναστα-
τοΰντες τάς ιοστεφάνους Αθήνας, η τί) άπλοΐκον χωρίον, η την ηρεμ,ον
χωμόπολιν ;
'Ακουσατε ολίγιστα έκ των μυριοπληθών. Είνε κυριακτ;" εις το οινο-
πω>εΓον τοϋ δεΓνα συμποσιάζουσι τέσσαρες κουτσουβάχηδες, έχοντες
λελυμένην την ζώνην των δ:α τόν λεγόμενον καυγαν. Είς τούτων ρίπτει
τό ποτήριον είς τούς πόδας η την κεφαλήν τοϋ παρακαθημένου· ούτος
άρπάζει τί) κάθισμα, ό πλησίον τού έζάγει μάχαιραν ό τό κάθισμα
Οψωμενον κρατών νομίζει ότι πρόκειται να δεχθή τό κτυπημα, προ-
σπαθεϊ να κάμ-Γ, χρήσιν και τοϊ περιστρόφου τού· τουτο τυχαίως, η
προχληθέν, έχπυρσοκροτεΓ- πίπτει είς νεχρός η τραυματίας έχ των
παρακαθημένων ουδετέρων. 'Αμέσως είς κίνησιν άστυνομία, μοιραρ-
χία, άνακριται χαί είσαγγϊλεΓς· άρχίζει ή διαμοιβή των εγγράφων, ό
ποταμός τής μελάνης, τα διχαστικα συμβούλια, τα βουλεύματα, αί
παραπομπαί, οί μάρτυρες και έπ'ι τέλους τό κα»ουργοδικεΓον έκεΓ
άνελίσσονται υπό των συνηγόρων όλαι αί περ'ι προσωπικής ελευθερίας
χαι αμύνης αρχαί, αί περ'ι άναιτίου συγχύσεως ένεκα μέθης θεωρίαι
κλπ. καΛι επι τέλους ό προϊστάμενος των ένόρκων άναγγέλει ότι οί
ενορκοι εκρινον ότι έτραυμάτισε μέν, η άπέκτεινε τόν άλλον, άλλ' εν
καταστάσει νομίμου αμύνης, η πλήρους συγχύσεως τοΰ νοός, καθ* ην
δεν ηδύνατο να ε'χ/; συνείδησιν τοϋ άξιποίνου των πράζεων του,η και
ότι δεν συνέβη τίποτε, τό δέ δικαστήριον των συνέδρων πέμπει τόν
ογκωδη φακελλον τής διχογραφίας είς τας θήκας τοϋ 'Αρχειοφυλακείου
καϊ ·επιβάλλει τα εξοδα τής δίκης είς βάρος τοϋ δημοσίου» όπερ έν
τούτοις δεν έλαβε κανέν μερίς είς την έν τω οίνοπωλείω κρασοποσίαν
και διασκεδασιν των μα/αιροφόρων και ρεβολβεροφόρων !
"Αλλο- ή πεντηκοντούτίς Κερατζίτζα ΔεΓνα τα εχει πάντοτε μέ την
γειτόνισσάν της Τάδε,κατά δέκα έ'τη νεωτέραν χαι δέκα οκάδας ψιμ-
μυβίου ολιγώτερον δαπανώσαν κατ' ετος· καθ" εκάστην διαμείβουσι
τρυφερωτατας υβρείς* επι τέλους μίαν ημέραν τα χονδραίνουν άπειλεΐ
δέ ή γειτόνισσα ότι θά την σύρη είς τό δικαστήριον τίποτε ευκολώ¬
τερον τούτου ε'ν φύλλον λευκοϋ χάρτου άρκεΓδιάνά γράφη ή μήνυσις·
άλλά καΐ αύτό άν λείψη, εχομεν τας άνεζόδους προφοριχάς έχθέσεις
μηνύσεων. 'Αρχίζει το γράψιμον κα'ι ή ενεργεια των αρμοδίων, ήτις
επι τέλους φέρει είς τας εδρας των πέντε π>ημμελίΐοοίκας, οΐτινες
μανθάνοντες άπο τού; μάρτυρας ότι αί υβρείς ήσαν άμοιβαΐαι και ότι
δέν έφερον χαραχτηρα βαρύτερον τοΰ πταίσματος,τάς συμψηφίζουν, χη-
ρύσσοντες αθώαν την πϊντηκοντουτιδα, αλλ' ΐΐέπιβ^λλουν τα εξοδα £ΐς
βάρος τοϋ δημοσίου·, όπερ οϋτω πληρόνει δια τάς μικρορραδιουργίχ;
και τα χερατζίσμασα των φΐλονείκων γειτονισσων ι
"Αλλο· ό νεανΓσχος Τάσος, άγαπών έμμανως η χτηνωδως την βο-
«τχοποϋλαν Μαρίαν, την ζητεΓ είς γάμον δέν τοϋ την δίτουν η μάλλον
χωρις να την ζητήση, μίαν εσπέραν την άπάγει είς τα όίρη. Άμέσως
μήνυσις επι βιαία άπαγωγτί' είς χίνησιν οί άρμόδιοι- άρχίζει ή σειρα
των άναχριτικών έχθέσεων, των βουλευμάτων, οί κατάλογοι των μαρ¬
τύρων χλπ. επι τέλους τό χακουργιοδιχΐίον άλλ' οί ένορχοι μετα
είχοσιτετράωρον συζήτησιν πεισβέντες ότι ή Μαρία τί>ν ήθελεν διά σύ¬
ζυγον, παραδίδουν έτυμηγορίαν, ήτις αναγχάζει τους συνέδρους ν' άπο-
λύσουν τον κηρυχθέντα άθώον άπαγωγέα, >να επιβάλωσι δέ τα £ξοδα
είς βζρος τοΰ δημοσίου* και τουτο δέχεται εις τους ωμους τού το ου¬
χί εύχαταφρόνητον ποσόν των έζόδων, πληρώνον τα εζοδα των γά.
μων τοϋ χτηνώδους βοβχοϋ, η τοΰ πεΐσματος τοΰ πενθεροΰ, όστις
δέν έδιδε την κόρην τού Ιχουσΐως είς αυτόν.
"Αλλο" ό μικροκομματάρχης ΔεΓνα, έχων αφορμάς νά χανδαχώστ,
τόν αντίπαλον τού Τάδε, δράττεται μιας ευχαιρίας, τοϋ χαβίζει είς
την ράχιν μίαν καταμηνυσιν, αρχΐζει ή ίστορία των αναχρισεων μαρ¬
τύρων, οΓτινες ·3έν είδον., άλλά «ηχουσαν. χλπ. έρχεται ή ήμέοα
τής δίχης, άναβάλλεται διά την άπουσίαν τίνων μαρτύρων, μετά Τίνα
χρόνον έπανέρχεται ή υπόθεσις, ευρίσκεται τις Ελλειψις είς τάς πρώτας
άνακριτιχάς ενεργείας, διατάσσονται κρείττονες άποδείζεις, έπανέρχε¬
ται τρίτην φοράν, άλλ' έγερθεισών άμφιβολιων πιρι τής πράξεως, αίω-
οΰται ό μηνυβείς- άλλ' έν τούτοις «ίπιβάλλονται τα εξοδα είς βάρος
τοΰ δημοσίου»· όπερ έν τούτοις δέν είχε κανέν μέρος είς τα φατρια-
____,54......
Γ.τικα συμφέροντα η έλατήρια, άτινα ώθησαν την χεΓρα τοΰ μηνυτου
ί''; την σύνταξιν της άνεξόδου μηνυσεως.
Έκ των όλιγίστων τούτων δύναται τις νά φαντασθη άπειροπληθή
τοιαΰτα άπασχολοΰντα ΕίσαγγελεΓς, άνακριτάς, συμβούλια, δικαστάς,
γραμματεΓς κα χλητήρας, άπολήγοντα δέ πολλάκις είς την ει'ς τα
εξοδα χαταδίχην τοΰ μή χαταμηνυθέντος άθώου, ήτοι τοΰ δημοσίου,
ύποχρέου είς τουτο δια την θεωρίαν της διώξεως των έγχληματουντων
ένεκα της δομοσίας τάξεως !
ΚαΊ τί ύπολείπεται είς τόν μηνυθέντα άστόν, 8ν εσυραν είς τα δι-
καστήρια, ειμή τό είς άχρηστίαν σχεδον πιριελθόν 27 άρθρον τοΰ περί
έξυβρίσεως νόμου -,
Κα αΰτός £ν φύλλον άπλοϋ χάρτου θα δαπανήο-η όπως τόν χαταγ-
γείλη έπΊ ψευδεΓ χαταμηνύσει μέ την διαφοράν ότι πρέπει ν' αποδει-
χβ^ ότι >ν γνώσει τής άθωότητός τού κατεμηνύθη υπο τοΰ ηδη μη-
νυομένου. 'Αλλ' αί σπανίως γενόμεναι τοιαύται μηνύσεις διχαιουν το
άτίλές τής ΰποδεικνυομένης υπο τοΰ Νόμου" θεραπείας. Όλίγισται δέ
των μηνύσεων άπορρίπτονται δια προβουλευμάτων των αρμοδίων.
Πώς λοιπόν θ' άνακουφισθώσιν οί ώμοι τοϋ δημοσίου έκ των έξόδων ,
άτινα φορτώνουσιν αδιακόπως έπ' αϋτοΰ ; Περι τούτου εγένετο άλλο¬
τε άπόπειρά τις έν τω κοινοβουλίω, χατα τό 1874, υπεβλήθη μαλιστα
καΐ σχέδιον δρακοντείου νόμου, δι' ου, έν περιπτώσει αθωωσεως,
χατεδικάζετο άμέσως ό μηνυτής είς ποινας σοβαράς χα άποζημιωσεις.
'Αλλ', άν καλώς ενθυμούμαι, έπολεμήθη κατ' αρχήν ού μόνον τουτο
άλλα χαι αυτή ή επί χαρτοσήμου δραχμής ύποβολή τής μηνυσεως, ε»
φόβου μή οί τυχόν αδικούμενοι άλλα στερούμενοι τής δραχμής, απο-
φΐύγωσι τας μηνύσεις, συντελοΰντες είς την άτιμωρησίαν των τυχόν
ένόχων.
Άλλα και ή προταθεΓσα οίτω θεραπεία δέν ήτο έκ των ήρωΐκων
λεγομένων φαρμάχων* ή δραχμή τοΰ χαρτοσήμου τής μηνυσεως οεν
ήτο οΰτε σταγών τοϋ πίθου των Δανα'δων, πρός δ παρέβαλον το δη¬
μόσιον, τό δέ ζήτημα δεν είνε έκ αών λυομένων δι' ολίγων γραμμων
ελαφρών, οΐαι αί ανωτέρω, δι'ών θίγων αΰτα ήθελον απλώς να απο-
δίίξω είς ποίας σκέψειε χαλι μελέτας δύνανται να όδηγήσωσι τον
παρατηρητήν των ήθών και έθίμων τοϋ χαθ'ήμας λαοΰ αί εις πλείστα»
των ποινικών άποφάο*εων άναγραφόμεναι ολίγαι λέξεις πε^ι των εςο-
δων των είς βάρο; τοΰ δημοσίου έπιβαλλομένων.
_____5-5____
Είς τό άναχινηθΐν εσχάτως ζήτημα τί) λεγόμενον έγχλημβτολογιχθν,
ίίν (ϊνί δσχετος ή π>ηθύς των μηνύσεων «ν συνδυασμώ πρός την
πληθυν των αποφάσεων, αίτινες επιβάλλουσι τα Ιξοδα την δίχης είς
βάρος τοϋ δημοσίου. Με άλλους Άόγους, πώς είνε δυνατόν νά ίχωμιν
όλιγωτέρας μηνύσεις άλλά χαΐ όλιγωτέρας άποφάσεις επιβα/"/ούσας
τα ϊξοδα εις βάρος τοϋ δημοσίου η μάλλον μηνύσεις ίσας περίπου
πρός τας χαταδιχαστιχάς άποφάσεις χαΐ έλαφρύνωμεν τούς ώμαυς τοΰ
δημοσίου ;
Έν διατριβτ) έλαφρα, προωρισμένη δια τό ΊίμεροΛόγιθτ τοϋ ίτους
τούτου, δέν τολμώ να θίζοι τό ζήτημα υπό την ιδίως νομιχην ϊποψιν,
φοβούμενος μηπως γράφων περι των είς βάρο; τοϋ δημοσίου έξόδων χα-
λογίσω είς βάρος των τυχόν μή νομιχων αναγνωστών γραμμάς ηχιστα
έλοφράς. Διό δίδω είς αυτάς πέρας δια συντομωτάτης ΰπομνήσΐως
των διδαγμάτων, α χατέλιπον οί άρχαΓοι νομοθέταΐ, μάλιστα δέ οί των
Αθηνών, οΐτινες είχον λάβει εγκαίρως τα μέτρα των εναντίον των
χουτσαβάχιδων χα παλληχαρίων χαι συχοφαντών χαι των δια ψύλλου
πηδημα η έχ μιχρων έχδιχησεων μηνυόντων. Και φέρω ώς παράδειγ-
μα τόν φθονερόν τοϋ περιχλεοϋς Περιχλέους εχθρόν, τόν Θέωνα, όστις
βέλων ν' άντιπολιτευβ^ η πιχράνν) τ.ν δημοχράτην έχεΓνον βασιλέα,
δια της χαταδίχης των φίλων τού, ιδία τοϋ Φειδίου, έσχέφθη μέν νά
χαταγγ,ί'λη Τόν μέγαν καλλιτέχνην,ώς ύπεξαιρέσαντα μέρος τοϋ χρυσοϋ
τοϋ προωρισμένου διά τό άγαλμα της Αθήνας , ολλ' ίτρεμε πρό των
συνεπειών της δίχης,έν τ, περιπτώσει δεν άπεδειχνύετο βάσιμος ή μή¬
νυσις, ήτοι δεν έλάμβανεν υπέρ αύτοϋ τό πέμπτον των ψήφων των
βιχαστων ούδε ετόλμησε νά τόν χαταμηνύσ/), ειμή όταν Ελαβεν παρά
τοΰ λαοϋ υπόσχεσιν ν' απαλλαγή των συνεπειών τούτων. Ησ»·» δι
δραχόντειαι α( ποιναί των άβασίμους μηνύσεις γραφόντων- διότι ίχτός
της χαταβαλλομένης χρηματιχη; ποσότητος |χαλουμένης χαραστάσεως
η παραχαταβολη;,) έχτός τοϋ προστΐμου των χιλίων δραχμων, εί; $
ΰκεβάλλετο ό μή έμ^ανιζόμενος όπως ύποσ-ηρίζη την μήνυσιν η ήτ-
τάμενος έν αύτ^ ήτοι μή άποδειχνΰων τό βάσιμον αυτής έτιμωρεΓτο,
είς σπουδαιοτέρας περιστάσεις, μέ'θάνατον ό χαταμηνύων, άλλά μή
άποδειχνύων συνωμοσίας η έπαναστάσεις ένδιαφερούσας την πατρίδα.
Εάν συνετάσσοντο χαταστατιχβι πληροφορίαι χατα τους χρόνους
έχιίνου;, άμφιβάλλω εάν υπό τοιούτου; νόμου; θά άνευρίσχομει απο¬
φάσει; επιβάλλουσα; >τά ΐξοδα τή; δίχης είς βάρος τοϋ δημοσίου
ϊχείνου;» έν ω σήμερον μέ την τελειότητα των νόμων κα'ι τας μυριά-
8ας των βιβλίων χαι θεωριων, άμφιβάλλω αν παρέρχηται ήμέρα χωρΗ
νά έπιβάλωσι τα ποινικα διχαστήρια, ού μόνον της Ελλάδος άλλα χα
τοϋ αλλου πεπολιτισμένου χόσμου, τα έ'ξοδα πολλών, άν μΑ των πλεί¬
στων δικών είς βάρος τού Άτλαντος Δημοσίου· άλλ' ή περαιτέρω
έξέτασις τοΰ ζητήματος διαφευιει τα ορια των ελαφρών τούτων γραμ-
μ,ων, δι' ών απλώς δίδεται νύζις χαι άφορμή είς σχέψεις σπουδαιοτέρας
περι μετριασμοΰ τοΰ περ'ι ου ό λόγος «βάρους τοϋ Δημοσίου.» χλπ.
Έν ΚΕθχύρκ, 9 Ίου/ίοιι 18110
^ΓΐΜΟΛΕΩΝ
ΕΙΣ ΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ»
(δοηηβΙΙο)
ό Ενθοικ Βάρδοί Σου, ώραΐα Ιταλία,
την άτολμόν σου καλλςυ/ήν άη& ψυχής έθρήνει
καΐ κατηρατο των σκληρών τυράννων σου τα σμήνη
άτινα σέ συνέττνιγον έν στυγερα δουλεΐο;,
"Ισως εύοίωνον χρησμον ή ττάτριος ΓΙυθία
τω έψιθύριί' ε^ τδ ούο δτι ποτέ θά γίνη
ή νωχελήε Κυθήρεισ άρήϊος Άθήνη
καΙ δτι πάλιν θ' άνσστ^ ή νύμφη Γοϋ Άδρία.
Καΐ ήδιτ) πλέο^σι παντοΰ οί κραταιοί σου στόλοι
κα'ι κλΐνουσιν ϋπόοουλοι τ?^ 'Αφρική^ οί χώραι
ένω σέ χαιρετι^ουσιν αμφότεροι ο! ττόλοι.
ΕΙααι ώραία κ' ΐσχυρά την γήν πλήν των Πλατώνων,
Ενθα πλανώνται αί σεμναΙ τ?]ς Μνημοαυνηΰ κόραι,
τό πνεΰμα καΙ ή γλώσσά σου την συγκινοόσι μοναι
(Πειοαιιίς, 1890)
Γ. ^ ΣΤΡΑΤΗΓΗΣ
ΑΝΑΗ.ΝΗΣΕ1Σ ΕΚ ΤΗ Ι ΘΑΛΑΣΣΗΣ
ΕΜΜΑΜΟΥΗΛ Σ. ΛΪΚΟΪΔΗ
ΟΑΔΙΖΩΝ πρωίαν τινά επί
τής όδοΰ Πατγ,σίων άνελογι-
ζόιιην τίνι.τρόπω ηδυνάμην νά
άνταποχριθώ είς την εύμενή
πρόσκλησιν τοϋ χγαπητοΰ έχ-
δότ&υ τοϋ άνά χείρας 'Ε θ ν ι-
κοΰ Ήμερολογίου κ.
Σχόχου,περί τινος άντιχεωένου
νά γράψω, ότε σχτ^ή τις συμ-
βάσα είς τίνα ειιππον ϊερέα
ερχόμενον έχ της έξο·/ής μοί
έπανέφερεν είς την ανήαην
γλυχείας αλλ αορίστους χαί
:υγχε)(υμένοις άναμνήσεις έκ
τής θαλάσσΤ|ς. Των άναμνή-
σεων τούτων τινάς άπεοάσισα
να ρΐγω επι τού χάρτου, ϋιΐχον
ηδη την εκλογήν τού θέματος.
Βεβαίως ό ε'ιρμός των Ί2εών
μου δέν θέλει φανή είς τ'ον άνα-
γνώστΥ|ν άψογο:. Μεταξίι έφίππου Ίερέως καί θαλισσίων ανα-
μνήσεων δεν φαίνεται έχ πρώτης 3ψεως ή ένωτιχή γραμμή. Έν
τούτοις προβαίνω εις την αφήγησιν μου.
Τον Ίερέχ τούτον συνήντησα χατά τό μέσον τής οδοΰ, όθεν
στοοφή πρός δεξιά αγει είς τό πεδίον τοϋ Άρεω; Το σώαα τού
άνεδύετο, ώ; άπό των χυμάτων ή Άφροδ τν,, έχ ιχέσ'.υ πλαισίου
χαλάθων όπωρών. δι" ών είνε περιβάλει τον δύσμοιρον ίππον.
θϊχτον βαθυν ένέπνεε τοθ ίππου τούτου ή θέα. Μέ την κί-
φαλήν σχεδόν προσψαύουσαν την γήν, τοΰς οφθαλμούς έσβεσιιέ-
νους, λιπόσαρκος, μέ τάς πλευράς μετρουμένας υπό τό δέρμα,
ώς νομεΓς διερρηγμένου τζλοίου, εσυρε ουσπνοών μετά ρόγχου τοΰς
τρέχοντας πόδας τού, άδιάφορος πρός τα περί αυτόν, άναίσθητος
πρός τα σκληρα κτυπήματα, άτινα ρυθμικώς κατήγε δια της
όζώδους ράβδου επί τοϋ τραχήλου τού, έπ' αυτής τής τα-
λαιπώρου κεφαλής τού ό ίερός άναβάτης τού ήτο άποτετυπω-
μένη επι της μορφής τοϋ δυσμοίρου ζώου άδρανης εγκαρτέρ·ησις,
■ην παρατηρεΓ τις καϊ επί των άνθρώπων εκείνων, οίτινες έπαυ¬
σαν ζώντες πολΰ πρίν άποθάνωσιν.
Αίφνης μακρόθεν έκ τοϋ βάθους τοϋ πεδίου ήκούσθησαν η/οι
στρατιωτικόν σαλπίσματος. ΉσχεΓτο έχεΓ μία ίππαρχία. Ή σάλ-
πιγς εσήμαινε προσβολήν, ή δέ πυκνή φάλαγξ ώς εν σώμα εβαι-
νεν ακάθεχτος.
Ό κατεσκληχώς ίππος έστήλωσεν άαέσω; τοΰς πόδας· άιιορ-
φοι ε'ιχόνες, αναμνήσεις άόριστοι περιεδινοΰντο την στιγμής
εκείνην προ τής κεχμηχυίας μνήμης' τού. Παρευθίις αί'γλη τις
σφρίγους χαί στρατιωτικοϋ μένοιις διεχύθη επί τής έσβεσμένη
μορφή: τοι>· υψωσε την κεφαλήν, Ικαμψεν ύπερηφάνως τον αΰ-
χένα, ώσφράνδη διά των μυκτήρων τόν άέρα, τανύσας δέ τοΰς
πόδας ερρηξε παρατεταμένον χρεμετισμόν καί ώς βέλος ώρμησε
πρός την πεδιαδα χωρίς ό άναβάτης τού να δυνηθή νά τον συγ-
κρατήσ·/|. Δεν ήτο χρεμετισμος έκεΓνος, 8/ΐ' ήτο χραυγή όδύνης
καί χαρμόσυνος μουσιχή έν ταυτώ, θρήνος καί λυγμός παραμυ-
θίας δακρύγελως Τόν είδον επειτα λαμβάνοντα θέσιν είς το άρι-
στιροΜ τής φάλαγγος, ύπερήφανον, σφριγώντα καί μετεγοντα
μετά σθένοας τοΰ φρενητιώδους καλπασμοΰ. — Ό μοναχος κατ'
εκείνην την στιγμήν εϊχε διωρίσθη ακουσίως υπό τοϋ ίππου τοι>
ιερεύς τοΰ Συντάγματες
'Εγέλων ο: παρεστώτες διά το πάθημα τοΰ ίερέως, έμοΰ δέ,
όμολογώ τουτο μεθ'όλον τόν άσφαλή κίνδυνον τοΰ -(εοΊου, έπλη-
ρώθησαιι δαχρύων οί όφθαλμοί διά τόν γέροντα ί'ππον.
Ταλαίπωρος άπόααχος! "Επί μακρά ετϊ) διήγαγε μετά των
συντρόφων τού τον εύθυμον έν κοινω βίον τοΰ στρατώνος, των
στρατιωτικών πορειών, των τερπνών καταυλισμών τής εσπέρας,
ότε αί τρυφεραί θωπεΓαι τοΰ στρατιώτου τόν α7Τεζ7)ΐ/.ίουν δαψι-
λώς διά τοΰς μόχθου; των άσκήσεων καί των πορειών. Μάχας
8έν ηύτύχησε νά ΐδγ^ Τόν έμέθυον έν τούτοις επί μακρόν τής
σπάθης ή κλαγγή, τα άριπρεπή σαλπίσματα. Όταν δέ τα εττ,
έβάρυναν έπ' αΰτοΰ, όταν κατέστΤ| άχρηστος, δέν εσχον τόσον
πρός αυτόν οϊκτον, ώστε να ουτεύσωσιν είς τό εντιμον ΐώαα τού
ολίγας σφαίρας, άλλ' άφοϋ διά πεπυραχτωμένου σιδήρου ένεχό-
λαψαν επί τοϋ σώματος αύτοϋ τό στιγμαί τής άχρτιστίας, άδικον
στρατιωτικόν καθαίρεσιν είς τόν τίμιον στρατιώτην, τόν παρίδω-
καν είς την σφύραν τής δημοπρασίας, ήτις μετέβαλεν αυτόν είς
αχθοφόρον έξαγοράζοντα δια σκληρών μόχθων τό υπόλοιπον των
ημερών τού, μέχρις ου μεταπωληθη διά μόνον τό δέρμα τού.
Το σπαραχτικον επεισόδιον τοΰ 'αιτίομίγου τούτου ίππου ιιοί
άνέμνησε τοΰς άπουιάχους τής θαλάσσης,τά Ιαψυχα ναυάγια, τα
συντρίμμιοςτα ταυτα τοΰ ναυτικοΰ βίου, άτινα έξεαεί το πέλαγος
είς ολους τοΰς ναυτικοΰς λιμένας Προσόμοιος είναι ό έπίλογος
τής ζωής χαί τούτων.
Ζώντα έρείπια, φέροντα τα ράχϊ) των ναυτικαι1/ ένθυαάτων των,
τα ράκη τής ζωής, ήν αί πιχρίαι τοϋ ναυτιχοΰ βίου κατέσχισαν
ώς τόν άρτέμονα τοΰ ■ποίοι> των αί καταιγίδε;. μορφαί χεραμό-
γροες, άς Ιψγ|σεν δ ήλιος χαί ή αχτινοβολία των θαλασσώ^,
αγωνίζο·ται εισέτι άπω; χρησιαοποιώσιν εν τϊ) υπηρεσίαι τής θα¬
λάσσης τάς άποστεωθείσχς, τάς όζώδεις, τάς τρεμούσα; ν«Γρας
τοΰ γήρατος.
Δέν δύνανται νά άποσπασθώσιν άπό τής βαλάσσης άλλ' ά-
νίκανοι νά άντιμετωπίσωσι τα πελάγη, υιόλις χατορθοϋντες νά σύ-
ρωσιν έπιπόνως έλαφράν χώπην, λίΐ/ουσι τάς ακτάς επί σαπρών
μιχρών έφολχίων, έπαιτοϋντες παρά τοϋ α'ιγιαλοϋ των λιμενων
όκτάποδα τίνα, οστραχα, σεσηπότα σχοινία, απορρίματα εν γέ¬
νει των πόλεων, αύτοι οΐτινες έξεαεταλλίύοντο τα πελάγη, τοΰς
ώκεανού;.
Τήχει την χαρδίαν ή θέα των ήττημένων τούτων έν τί) χατά
τοϋ χύματος πάλγ), των οϊχτρών τοϋ θαλασσίου βίου ναυαγίων.
Καί όιχ,ως όπόση άρρητος στοργή, οιος άπειρος έρως ελχβι τάς
χαταπεπονΤ|ΐιένας ταύτας ΰπάρζεις πρός την θάλασσαν. Τοΰς βλέ-
πει τις βυθίζοντας ρεμβόν, πλήρες άπέλπιδος στοργής τό βλέαμα
πρός τα πελάγη, α·φνη; δέ έαψυνουμένους, σφριγώντΐς επί τή
θέα δρόιχωνος όστις ίτλησίστιος διέρχεται έν άπόπτω, ή χομψής
πλαγιοδρομούσης ήμΐολίας. Τό έσβεσμένον Βλέιχαα των δινείζε-
ται τότε ζωήν παροδιχήν, νομίζει τις ότι άνήβησαν πρός στιγ¬
μήν, χαί ότι έν τή έχστάσει των βά ριβθώσιν έν τω πελάγει όπως
συναντήσωσι τα προσφιλή των σχάφτ,, άνίλθωσιν έιΐί των περι-
τόνων, άναρριχηθώσιν επί των Ίστών αε/ρι τής κίραίας τοΰ φό-
σωνος τ^ τοΰ σιπάρου χαΐ έπιζτ,τήσωσιν έχεΓ έν τγ, χατζ τής τοι-
χυμίας πάλη τάς τυγΛΐνΤιΐε'.ς έσαεί οΐ/βμένων νρόνων.
"Εχεται άδ'.ασείστως της θαλάσσης ό ταλαίπωρο; ναύτης· ή
πρός αύτην λατρεία τού εί αι απειρος ώς ό παντός, κατέχει ολό¬
κληρον την καρδίαν τού.
Ή βάλοσσά ναι ή μάννα μου, τό κύμα ή άδελφή μου,
κα( τα Ίιαρακια τού γυαλοΰ, ή αγαπητική μου.
Ή πρός την θάλασσαν προσήλωσίς τού είναι ί'ση πρός τάς πι-
κρίας τας άρρήτους δι' ών έπότισεν αυτόν, πρός τα δάκρυα άτινα
εχυσεν έπ' αυτής ένω δέ λέγει πρός αυτήν
Θάλασσα που ολα τα νερα καΐ τα ποτάμια πίνεις
Πίνε χα'ι μοΰ τα δϊχρυα μου πλατύτερη να γείντ,ς,
την περιβάλλίΐ έν τούτοις δι' άνεκφράστου στοργης, διότι έχεται
τις μετά περιπαθέστερα; στοργή; έκείνων των ύπάρξεων, ών
ένεκα πλε>ότε;ον ύπέφερε
Δια τουτο τοϋ έλληνικοϋ λαοϋ ή ύψιπέτις ποίησις, ένω έκ-
τραγωδε!" τοϋ ναύτου τας συμφοράς, έν αντιθέσει έξόγου καλαι-
σθιτιτιχής ρώμϊιί παριστα τοϋτον απαρνούμενον καί αυτήν την εν
τψ ναώ ταφην, κα'ι ζν]τοϋντα νά τόν θάψωσι παρά τόν α'ιγιαλόν,
διά νά βαυκαλα τόν αιώνιον ίΐπνον τού τοϋ ναύτου τό μελαγ^ο
λιχόν άσμα
Ό ναύτη; ό βαρειόμετρο; ό χαχοπαβημένος
κ' αν μαγερέψττ) δεν δειπνα, κ' αν στρώαιρ δεν χοιμαται.
Κρΐμα στον νιόν τόν αρρωστο, στοΰ χαραβιοϋ την πλώρη
Μάνα δέν έ'χει νά τόν δή κόρη να τόν λυπήται
Τόν ναύχληρο παραχαλώ και τόν χαραβοκύρη,
να μη μέ θαψουν σ' έκκλησϊά, μηδέ σέ μοναστηρΓ
μόνο στήν ακρη τοϋ γΐαλοϋ, στόν άμμον άπο κίτω,
έκεΓοί ναϋτεζ νβρχωνται νάκούω τη φωνή του·
εχετε γεια συντρόφοι μου και συ χαραβοχυρη
και σΰ έ'α λέσσα μου γλυχό, γλυχύτερο εα μόλα.
Έν τί| διτ,νεκεΓ χατα {των χινδύνων πάλγι έσπούδασε να μά-
χητα: παϊζων πρός τον θάνατον ό ναύτης· έν τ·/) άγρία σχολγί
τοΰ ναυτιχοΰ βίου έδιοάχθη νά άαύνηται χατά πάσαν στιγμήν
κατά τοΰ μένους των στοιχείων. Τόν έλίχνισε των κυμάτων ή
δίνη. Ή μυκωα.ένη κραυγή τί]ς θυέλλγ|ς τόν έβαυκάλησε διά των
γλυκυτέρων μελωδιών άφροντις αφέθη είς τής καταιγίδο; την

δίωξιν, εί; τή; γαλήνη; την νάρκην, ούδ' έρωτα ούδε γνωρίζιι ποϋ
ή όργή τής θαλάσσης θά τόν ρίψγι· Προσδέ/εται εΰφροσύνως τάς
•παλιντρόπους διαθέσεις της.
8οίΙ ςιι' ίΐ βϊΙ ά ΙϊβηοΜι· αη άέΙΐ-οίΊ δίηυ.«ηχ
δοίΐ ηαβ ραι· ιιη Ιίβειιι Ιβΐηρδ Γ Οοβίΐη πιοηδΐηιβιιχ
Ο_ιιΐ βήδβ ({ικιγκΙ ΐΐ νβιιΐ Ιβδ ιόοβ βΐ Ιβδ
Ι_,β Ιθΐχβ τηοΐΐβπιβηΐ 5ΐιι· οβκ 1αι-§
8οίΙ ηηβ Γ οΓβ^β ηοίι· βηνοΐβ (Ιοιΐδ 1β8
^β ))ΆίΙβ Ά 0ΟΙΐρ8 ρΓβδδβδ (Ιβ 5ΟΠ Εΐΐβ ά' βθ
Άναγ^άσατε μετά τοιούτον βίον τόν άπό/ανον εργάτην τής θα¬
λάσσης νά ζήσγΊ έν τ-"^ ξτηρα' στερήσατε τ'ο εύρυ στήθ?)ς τού τή;
ιι^υράς ε'ιστνοής των έχ τής θαλάσσης αναφερομένων άλυκών
άνα6υμ'.ϊσεων χαί θέλετε ΐ'δει την ζωήν αφιπταμένην άπ' αΰτοϋ
ώς από τοϋ Ίχθύο; όν ανειλκύιατε εκ τοϋ στοιχείου τού. Διά
τουτο προκρίνουσι τής θαλάσσης οί όπτόιιιΐχοι νά θνήσκωσι τής
πείνης μάλλον παρα ■τονζ α'ιγιαλοΰς, ή νά μακρυνθώσιν αυτών
Άλλ" ύπάρνουσι καί υεταξΰ των δυύττυνών τοκηων οί ίίλβιοι,
της αοιρχς οί προνομιούχον οιοτι τα παντα είνε σχετικαί εν τ>)
άτελευτήτω κλίμακι τής ανθρωπίνης άθλιόττ,τος. Ουτ'.ι είναι οί
άντί τεσσαρακονταδράνΐΛου αισθοθ επιτυγ/άνοντε; θέσιν φύλχχο;
έν τή ύπηρεσία των φάρων χαί φανών.
Είναι τουτο τ'ο ϊδανιχόν τής εΰδαιμονίας τοΰ αποιχά/ου των
θαλασσών. "Επί έρήαου, κυματοπλήχτου νησίδο;, διέρχεται την
ημέραν όλην προσβλέπων τό πέλαγος, συντρόφους τής μονώσεω;
αύτοϋ έχων τοίις περιιπτααένου; Χίζους χαϊ την χρυσόπτερον
άλκυόνΐ, πτερυγίζουσαν εΰθύΐΑω; περί τόν αίγιαλ'ον έν ντ,νεμία,
ή ρηγνύουσαν τάς μονοσυλλάβους, τάς διατόρους έχείνας κραυ¬
γάς τή; άπογνώσεως έν μέτω των μαινομένων χυμάτων, ασυγ¬
κρίτως θρηνωδεστέρα; των νυχτίων κραυγών τοϋ βύθυ επιχα-
θημένου των ερειπίων.
ΈχεΓ ό ναύτη; άνακεφαλαιοΓ τόν τριχυΐΛΐώοη διον τού, ού αί
γλυ/ΐύπικροι άναυ.νήσεις έν άτελευτήτω γραααγ, πα:ελαύνοοσι
πρό τής ανήιιτ,ς τού. Όταν δέ πυρϊντι, αλαμπής ή ήλιαχη σφαίρα
χαταδύεται ήρέμα, όταν έν ίΛεται/μίω τοϋ φωτός χα'ι τοΰ σκό-
____62____
ανέρχεται επί τοΰ πύργου τοϋ φάρου κα'ι φρουρε τό σωστικόν
αΰτοϋ φώς, όδγ(γόν κα'ι παραμυθίαν των ναυτιλλοαένων.
Δέν είμαι ναύτης, άλλ' είμαι. άν μοί έπιτρέπηται ή έκφρα¬
σις, έρασιτέχνης τή; θαλάσσης. "Ισω; αίτία τούτου είναι ό άτα-
βισμός, Γσακ καί αί τής πρώτης ήλιχίαί έξεις. Δω5εκαετής ηδη
7]σθανόμην αφατον χαράν αφαιρούμενος επί ώρας επί άπορρώγος
βράχου καί έπισκοπών τό πέλαγος, άλιεύων παρά την ακτήν
διά καλαμίδος, έχλύων τα πρυμνήαια των λέμβων καί πλανώμε-
νο; έν τω λιμένι ή νηχόμενος επί ώρας. Άλλ' εϊμαι είς των ανα¬
ριθμήτων άτυχών, οΐτινες άπεπλανήθησαν έν τγ, έκλογή της
άτραποΰ τοϋ βίου.— Άντί των άλυκών άναθυμιάσεων τοϋ πόν-
του άναπνέω τόν άσφυκτικόν άέρα των διχαστικών γραφείων τό
πέλαγος δέ έφ' ου πλέω σήμερον χαλύπτουσι κύματα ρυπαρών
χειρογράφων, φερόντων την σφραγίΒα τοΰ χαρτοσήμου.— Έν τω
[Αθνοτόνω καί ανιαρω τούτω βίω μόνην εύρίσκω οασιν τάς θα-
λασσίας έχδρομάς, Ίοία 8ι' ίστοπλοίας. Μία νίιξ έν τω πελάγεΐ
είναι αΰτόχρημα ανάκλησις είς την ζωήν. Άλλ' άνέκφραστος εί¬
ναι ή γοητεία ηρέμου θαλασσοπλοι'ας, κατά τάς ασελήνου; Ιδίως
νύκτας.
Διότι υπέρ τό δέον ΐ'σω; ύιινήθησαν τα θέλγητρα τοϋ πλοΰ
υπό την Ό.ργνρ5.ν τοϋ συμπαθοΰς πλανήτου λάμψιν. Ό όμοειδής
της σεληνης φωτισμός, ό (χονοτόνως τεφρόχρους, δυνατόν να καλ-
^ύνη έν τή ποικιλία καί τη έναλλαγη των φωτιζομένων άνπκει-
μένων γερσαΐα τοπεΓα Άλλ' έν τω πελάγει αί νύκτες, καθ'ας
κυριαρχεΓ ή σελήνη, ένέχουαι δι' εμέ τι τό πε/θίαως μονότονον
καί ανιαρόν. Ώχρόν, τεφρό/ρουν τό στερέωαα, ώς εττεστρωαένον
8ιά θηραιχής γής, ώχρά καί τεφρόχρους ή τής θαλάσσης έπιφα-
νεια, ώς ττεπηγυία πομπηίανή λάβα. Στιλπ.ώσατε ηδη τό όλον
τουτο δι" έπαργύρου λάμψεως καί εχετε την εικόνα σεληνιαιας
νυκτός έν τω πελάγει.
Άλλ' αί άσέληνοι νύκτες! ώ πώς εκόσμησε ταύτας ό δηιιιουρ-
γός, ιδία υπό τόν ελληνικόν ουρανόν Επί βαθυκυάνου στερεω-
ματος σελαγίζει κατ' αύτάς αόριστον, μυστηριώδες φώς, ώς ερυ-
θρόχρυσος παιπάλη. Τα λευκοκύανα τοΰ Γαλαξείου κύματα δΐα-
γράφουτιν έπ' αΰτοΰ εΰεεΓαν αΰλακα άρρήτου ήδύτητος φωτός. Η
τεφρά τής σεληνης σινδόνη δέν καλύπτει τους αδαμαντας τοΰ
στερεώματος. ών τάς άναπάλσεις, τάς γλυκεράς άκτίνας άντιχα-
τοπτρίζει ό άχανής τοΰ πελάγου; χαθρέπτης διά θλωμένων χρυ-
σών γρααμών, δι' άναρίθμων ψηγμάτων χρυσοΰ, άτινα ύποτρε-
μοντα φχίνοντχι κχτερχόμίνχ πρός τόν πυδμένα Τα βχβυχύχνα
ύΒατα διχαζόαΐνα ύιτο τή; πρώρας περιβάλλουσι τό πλοΓον 8ιά
^ωσφορίζοντος πλχισίου χαταλήγοντος ί'ις αίγλήισσαν όλκήν, ·ί;
εναλιον γαλαςείαν. Τϊ ΰπνώττον χΰαχ σιγ?' ΰποχρούουσι δέ
μόνον αφάτου άραονία; μέλν; των φρισσόντων π»ρί την τρόπιν
υδάτων ό ψίθυρο; χαί οί άτονοι ώς πλχγιχύλου της επί των ιξχρ-
τίων προ—νεούσης αυρχς ν,χοι, ήδύμολπος όρ/ήστρχ άρρήτω;
αρμοζομένη πρός το αΓλινον τοΰ ναύτου ασμχ
Λ·ν είναι έν τούτοις πάντ&τε οΰτω; ήρειχο; χαί ευνβυ; πρός
τοΰς πλέοντΐς ή Άΐχφιτρϊτη. Ή όργή ρυτιδοΓ πολλάχι; την μορ¬
φήν ττ,ς την βυμπαθη* έγείρει τότί οΰρΐνούψη τα χύαατχ ττ(ς,
έςεμεΓ 'αψρούί, αληθής μχινας, ώραΓχ όαω; πάντοτε, ωραιοτέρα
έν τί) παρα^ορα τη; η ότχν ήριαος χαί νω^ιλης φιλΐΓ τοΰς αί-
γιαλούς.
Άλλί των χαλλονών τής ^υχωαένης θιλάιση; ή απολιυσι;
μόνον έχ τοΰ άσφαλοΰ; ίΐναι προσιτή. Ό παλαιών όαως χατά
τής όργή; της, ό άμυνέμενος υπέρ τής Ίοίχ; ύπχρ;*ως άδυνχτιΓ
νά άντιληφ&ί) τοΰ μεγαλείου χύτής, οιότι χΓσθτ,μα άλ/ο, ό τ:χ-
γερός φόδο; χχτχλχμέάνΐ: τότε έν ήμΓν την βέσιν τοΰ θχυ.αϊσαοΰ,
βταν ό Κίνδυνος, άδυσώηητος, χνηλίής, ίφίπτχτχι των μαινοαί-
νων χυαάτων, ώ; δ χκμχτονχρή; χλυδωνοαχντις, ιομπλωτήί
άπχίσιος, προσψχύων 8ια των αίλχνών πτ»ρύγων τού τχ; —ι-
ρειάς μχς.
"Ελαβον πολλάκις τούτου πείραν. Πρωϊχν τίνα τού Σεπτεμ-
€ρίου τοΰ 1884 μιτα τοϋ φίλου Ι. Ζ. επί έλχφρχς λέμβου, τή;
Χ ε λ ι δ ό ν ος μου, ήλιεύομεν διά συρτής όραιχς ί/Οΰς τβϋ
αγρόν Ή άλΐείχ αυτή άπχιτεΓ ίχχνήν τή; λέαβου τχ/ύτν,τχ,
έπΐιδή δέ άσθενεστίττ, επνεεν χυρχ εί; χχτεύθυνσιι Ρορρϊ τ.ζί
απτιλίιώττ,ν βΓχοαιν ανχττεπτχαένχ χχί τόν πρόίοον χχ'ι τον χ;-
τίμονχ, πλέοντες έν άποστχβει τιέντε ιτερίπου μιλλίων ανΐτο-
λιχώς τοΰ μεσ-ηαβρινωτάτου τής Σύρου αχρωτηρίου Βιλο?τχσι.
Ήτο σπχνιχ φθΐνοτωρινή ήμέρχ ή έλχβρχ χυρχ είχεν χκο-
διώξει την λειιχήν πρωϊνήν έαί/λγ,ν, ήτις ϊπεχχ^ητο τοΰ χΐλΐ-
γους χχί ιτιριέβαλλ» τάς περιχχλλΐΐ; τοΰ Α'ιγχίου νύαοχς, ώς δι'
εσβήτο; άρχ^νοθ^άντου, αφ' ής ροδό/ρυσοι άνεξύοντο ύ^^ ττν
επήρειαν των χ;ωϊνών ήλιαχών άχτίνων, ώ; ξχνβχί χΐϋ').:. ϊ;.
χορυφχΐ των όρέων των. Πλτ,θΰς δέ τροχχντήρω», ήΐΛΐολιώ·* χχί
ίλλων πλοίων γ,ΰλχχουν χχβ' όλχς τας'διίυθύνσιι;. έφ' όσον έζ:-
____64____
κνεϊτο ό όφθαλμός, την άκύμαντον τοΰ Α'ιγαίου λεκάνην, ήτις
εφαίνετο, ώς έπεστρω[Λένη διά χυάνου.
Άλλα δέ / διηρκεσεν επί πολΰ ή εικών αυτή της γαλήνης χαί
τής /αράς. Αλλοίμονον είς τϊν παρέ^οντα πίστιν είς τό Α'ι-
γαΓον. Ό Ουγκώ λέγει, ότι ή Μάγχη είνε τό Α'ιγαΓον τής Λύ¬
σεως. Διά τοΰς γνωρίζοντας οίας άπαισίας έκπλήξεις αύτοσχε-
διάζει είς τοΰς ναυτιλλομένους ή Μάγχη, δυνάμεθα να είπωμεν,
αντιστρέφοντες τοΰς οΐους, ότι τό ΑίγαΓον είναι ή Μάγχη τής
Άνατολής
Την ημέραν εκείνην κάλλΐστα ένόησα την πικράν ταύτην
αλήθειαν Διότι έντός όλίγης ώρας ή τέως θυαήρης σκηνή πα-
ρήλλαξεν άπαισίως Ή αΰρα έζέπνευσεν ακαριαίω; Τα ίστία δέ ν
έκολποΰνΓθ πλέον, αλλά κατέπιπτον πλαδαρά, αδρανή. Θερμότης
δυσπνοική περιέβαλεν ημάς νοτιοανατολικώς δέ τάς ακτάς τής
Πάρου έχάλυψε άραΐά το πρώτον όυιίχλη, ήτις κατόπιν εγένετο
[Λθλυβδό/ρους, είτα μ,ελανή, έπεχταθεΓσα χαθ όλας τάς διευθύν-
σεις, χαλύψασα διά ζογώοΌυς σκιάς τόν νοτιοανατολιχόν όρίζοντα
χαί συμφύρασα αυτόν μετά των έσχατιών τής θαλάσσης. Ό
ήλιος ύπερθεν εφαίνετο έρυθρός, άλααπής, ώς χατά την ώραν τής
δύσεως· ένώ δέ οϋδ' ή λεπτοτάτη επνεεν ανέαου ριπή, έν τού¬
τοις ή θάλασσα εφρισσε, το δέ χϋ.υια ΰφίστατο προχυλίνδγιμα, ώς
υπό την επήρειαν άφανοΰς, μυατηριώδους πνοής
ΑΓφνης ύπόκωφος καί παρατεταμένη ϊΐκούσθη Ρρονττ^ ώς συ-
νεχής τυμπανοκρουσία. Ό ζόφος διά ταχύτητος ακαταλήπτου
έχυριάργτ|σε τοϋ όρίζοντοζ' λευκή αστραπή διέσ/ισε αυτόν πρός
μεσημβρίαν, ταυτοχρόνως δέ σ^εδό« έξερράγη ό χεραυνός,ώς συμ-
πυρο*ρότησις έχατον στομάτων πυροβόλων. Ήτο εισέτι πρωια
χαί έν τούτοις ηθελέ τις νομίσει ότι ό αέλχς πέπλος τή; νυκτός
ήπλώθη έτΐί τοϋ στερεώματος Ή βαθεΓα όα.ίχλη, Ό άκάθεκτος
όαβ;ος όστις έξαπίνης έξεγύθη δέρων ήαάς Ίσ/υρώς, έξ ών τα
όργυιάς μόλις τινάς άπέχοντα αντικείιιενα καθίσταντο αδιόρατα,
δέχ επέτρεψαν είς ημάς νά έννοήσω|Λεν εγκαίρως τον τυοώνα,
διτις επέσκηπτε καθ" ημών έκ των νοτιοανατολιχών σημείων το5
ορίζοντος, έγείρων κοχλάζοντα χύματα επί τής επιφανείας τής
θαλάσσης, άτινα μετά καταχθονίου συριγμοϋ έθλάσθησαν επί τής
έλαφρά; λέμβου μας.
Τόσον ολίγων άνεαένομεν τόν αίφνίδιον τοϋτον άνεαον, ώστε
δ:ν εδόθη ήμΓν χρόνος άπω; έχλύσυμεν η κάψωμεν τόν πόδα (σχό-
τα) τοϋ ίστίου. Ή λέμβος αυτοστιγμεί άνετράπη- άλλά τα άνα-
πεπταμένα ίστία, διά τής επί των υδάτων άντοχής των παρεκώ-
λυον την χαταβύθισιν. Ή Θεία Πρόνοια επέτρεψε νά έπιληφθώ-
____6$___
αεν αμφότεροι των δρυφάχτων (πχραπέτχ) έ/ό,αεν.ι σπχσαωδι-
κώ; τής λέμβου, ήν ώς πτώμα άδρανές ίχυλιον άνάγοντα χαί
κα-αρρίπτοντα αύτην τα έπιπίπτοντχ κύματα. Ή ταχύτης των
ην πολΰ μεγαλειτέρα τής ταχύτητος τής Χιλ δόνος αίς, πολ¬
λάκις δέ τό χθμα πλήττον ημάς έκ των νώτων έπίχάλυπτι τάς
κεφχλάς μας Αν οί δάχτυλοί μας πρός στιγμήν ήτόνουν, έχιΤ
θά εληγον τα πάντα.
Ή ψορά τής χιταιγίδος άπώδεΐ ημάς χατά διιύθυνσιν βο-
ριιοδυτιχήν πρός την Χϋροι, άπό των άκτών τής ό^οία; άπείχο-
μεν δύο περίττου μίλλια- αλλά τουτο δέν εσήμαινε σωττ,ρίαν.
Πολλοΰ γε καί δεΓ Πρό ημών ϊσταντο άπαίσιοι, άπειλητιχοί
Βρά^οι πελώριοι οί λεγόιχενοι «τά^ονδρά τής Βάρης»
ανεονόαενοι χαβέτως άπό τής θαλάσσης είς ΰψο; πεντήχοντα
περιποιι μετρων, ενω π;ο αυτών ήσαν εγκατεσπαρ,ιενοι πελω-
αιοΐ μονολί6ων ίγκοι, γίγαντες πεσόντες ίχεΓ έν τή χατά τού χύ-
αατος απ' αίώνων μονομανία Μετά ήαίσείαν ώραν τό πολΰ ήβέ-
λομεν ελθει εις επαφήν πρός την άχτήν ταύτην. 'Αλλ' ή φιλο-
ςενία αΰτήί δέν ύπέσ/ετο βεβχ·.ως ουδέν ευχάριστον
Έν τούτοις ή "Ατροπος δέν ηϋχαίρει φαίνεται ί'ισέτι νά άσχο-
ληθή πίρί ημών. Διότι όπισθεν μας εφάνη αίφνης ι'ισερ^οιχένη έν
αεγάλη ταχύτητι καίτοι ουδέν φέρουσι ιστίον (ξυλάροιενον) μι-
χρϊ έχ Κιμώλου ήα'.ολία. Διήλθε παρά τό πλευρόν μας πλαγΐί-
σασα ολίγον πρός άναχώ/ευσιν μεθ' όλον τόν κίνδυνον, είς όν 6
/ειρισμός ούτος την έ;έθετε, έιρί^^ πρός ήαάς ό σωστιχός χά-
λως χαί μετ" ολίγον άτφαλεΓ; ότι τοί χχταστρώαατος άπελαα-
βάν»μεν πάσης περιθάλψεως. — Εϊνους νά χατΐφιλή την πρύ-
υινγ,ν ύαών ή ζύρζ, ω άγαθοί νησιώται, χαί ή τύ/η νά σόί; μει-
δια πάντοτε άνυπόχριτον μειδίαμα ατορ·(^.
Ίστάιιενος παρά το πηδάλιον έθίώρουν αχκρυνοαένην αφ'ήμών
επσ/εν έχιΓ, έπάλχιεν έγχαταλειφ^εΓσα υφ' ημών, ιτρός τον θά¬
νατον. Ότχν δέ οί ώς πΐλωρίου ίφεως χϋμχτισιχοί τής θχλάσ-
βΎ(ς ίνύψουν αυτήν κχί δ ίστό; της αετχ των έσχισμένων ιστίων
ύπηγείρετο τοξοειδώς επι τοΰ μίλανοϋ ορίζοντος, ένόμιζον, ότι
έτάνυε τάς πτερυγας εί; έπίχλησιν άρωγής, ότι μά; άπεχχιρέτχ
ή αγαπητή μου Χελιδών, ή σύντρ^φος τόσων ϊΰτιινών ώρών ι«ο-
νήρων περΐπλχνήσεων, ήδείας μελαγ/σλίχς. Προσωμοίαζί λάρον
τετρχυΐΛχτισαένον, όστις πλήττΐΐ δια των (χλΐλυμένων τ:τιρύγων
Κ . ΖΚΟΚΟΥ ΜΜΙ^ΟΛΟΓΙΟΜ ΤΟΥ 189Ι 5
τού
ύ έκ σκληρα αγωνία την θάλασσαν, πειρώμενος μάτην να ανε-
γερθή. — Μετ" ολίγον μόνον τ'ο απορρακωθέν Ίστίον, πενιχρον
σάβανον τή; Χελιδόνος μου, διεφαίνετο ετι άαυδρώς έν τω ζο^ερω
έρίζοηι, άόριστον, συγχεόμενον αετά τοΰ άφροΰ των μελανών
κυμάτων, ώς αί λευκαί μακρόθεν -πτέρυγες των κυματοχαρών πτη-
νών. Μετά μικρόν εξηφανίσθη χαί τουτο, ημείς δέ απεβιβαζόμεθα
είς τόν όρμίσκον Άχλάδι τού μικροΰ χωρίου Βάρη, όπου ή ήαιο-
λία εζήτησε καταφύγη.
Καϊ άλλοτε πλειστάκις ό έρως τής θαλάσσης μέ έφερεν εις
στενάς σγέσεις πρός τον κίνδυνον. Θά μοί εί'πητε βεβαίως, ότι
τουτο είναι παραφροσύνη. Δέν λέγω οχι. Άλλ' έν τούτοις δέν
Ικαμον εισέτι την γνωριμίαν τοϋ βυθοΰ, ό δέ άτυχής φίλος υ.ου,
μεθ' ου ύπέστην τα ανωτέρω έκτεθέντα, κοιμαται τον αιώνιον
ύπνον μετά μαρτυρικήν επί τής κλίνης αγωνίαν, έκ νόσου ουδέν
έχούσης τό κοινόν πρός τοίις κινδύνους οδς δημιουργεΓ ό πόθος θα-
λασσίων περιπετειών.
Δέν είναι δέ καί οί μόνοι έκ των τρικυμιών κίνδυνοΐ' αί άνα-
μνήσεις μου μοί φέρουσι πρόχειρον παράδειγμα.
'Εγγΰς των άκτών τής Δήλου τής ίεράς νήσου ήλιεύομεν δια
παραγαδ^οΰ. Ήτο ώρα δεχάτη τής εσπέρας· νίιξ άσέληνος Ερ-
ριπτον εκείνην την ώραν νυχτερινή καλάδα Άφοΰ δλο
κλήρον τό παραγάδι έρρίψθη είς την θάλασσαν, ερριψα καί τό
τελευταίον π ο δ ά ρ ι προσδέσας επί τοΰ άκρου τής καλούαας,
ήτις εδείκνυε βάθος ογδοήκοντα όργυιών, τόν άναγκαΐον σημαν-
τήρα μετά τοΰ κωδωνίσχου, όπως διά τοΰ ήχου τού ανεύρωαεν
εν τω σκότει τό παραγάδι, τό όποΓον επρεπε κατά την τεχνικήν
γλώσσαν νααφήσουμεν νάψαρέψγι περί την ώραν.
"Ημην ιχόνος έν τή λέμβιο ιιετα τοΰ -(έροντο^ λεμβούχου
Μπάρμπα Γεώργη, Ον προετίιχων εις τάς έχδροιιάς ταύτας, αν καί
ειχε η μάλλον, διότι είχε τόν άριττερόν βραχίονα σχεδόν ά/.ρη-
στον εξ αγχυλώσεως, ήν έφιλοδώρησεν αυτώ άλλοτε πτώσις εκ
τής κεραιας τής μεγίστης ((χαίστρας) κατα τίνα πλοΰν εν τω
Βΰξείνω. Εϊχε παρεάσει τάς κώπας ό γέρων καί μοί διηρείτο
σκηνάς τοΰ ναυτικοΰ βίου, ένω ΰπτιος επί τοϋ περ,.τόνου άφιέμτ,ν
έν νωχελεΓ ρέαβγι είς τό έλαφρόν λίκνισμα τής θαλάσσης.
Αίφνης αναπηδα ό μπάρμπα Γεώργης κράζων μετά τρόιιου.
ο Α! Το Σμυρναίικο, αιρεντικό, Ιρνεται όλόϊσα απάνω ιιας.»
Είναι σύνηθες είς τοίις λευ.βούχους τής Σύρου νά βαπτίζωσιν
εκάστοτε τα ατμόπλοια διά τοΰ όνόματος τοϋ τόπου τής προε-
λεύσεω- ή τού τροορίαμ.οϋ των. Επί τοΰ προκε'.μένου λοιπόν τό
σμυρναί'ικο ήτο, καθ1 α έμαθον κατόπιν, τό θΆνη>οάξβ τής έται-
ρίας των γαλλικών θαλασσίων διαπορθμεύσεων κατευθυνόμενος
εις Σμύρνην.
Εστρεψα αμέσως την κεφαλήν καί είδον άντιχρυ της πρώρας
μας δύο άπχισίους λάμποντας οφθαλμούς, ώς έναλίου τέρατο;, τόν
ενα πρασινον, τόν έτερον έρυθρόν, οΐτινες προσέβλεπον ημάς
αγρίως1 ήσαν οί πλοικοί τοϋ ατμοπλοίου φανοί. Την. άφ' ημών
απόστασιν δέν ηδυνάμην ένεκα τοΰ σχότου; νά έκτιμήσω ακρι¬
βώς, διότι μόνον ό δγχος τής ΐλετόπης τοϋ ατμοπλοίου διεφαί-
νετο αορίστως, είς τα πλευρά καί ύπερθεν τής δποίας ελαιχπον
εκατέρωθεν οί ερυθροπράσινοι όφθαλαοί τού.
Άλλ' ή είσπνοή καί ή έκπνοη τοϋ κήτους, τό οποίον διά των
•πλαγίων στομάτων τού έξήμει άτμοΰς καί άφρώδη ΰδατα, ό ρόγ-
χος των αΰλών τής ισχυράς ιτηχανής τού χαί τής Ιλιχος ό ύπό-
χωφος δοϋπος ^χ,ούοντο εύκρινώς. Δεν ήτο δυνατόν νά άπέχν;
άφ' ημών πλέον των έπταχοσίων μέτρων.
— Για τό Θεό, άναψε γλήγωρα τό φανάρι, Γιώργη
— Άχ, άφεντικό μου, τό λησμόντ,σα.
— ο Δυστυ/ία ! Κάργα λοιπόν τα χουπϊά όλο οεξιά.»
Ή όδηγία δέν ήτο άνόητος ήτο αάλιστα «ν θέλετε σύμφωνο;
καί πρός τάς διατάξεις τοΰ διεθνοϋς ναυτιλιαχοΰ χανονισμοΰ.
"Αν τό άτιιόπλοιον έτήρει αμετάβλητον πορείαν, πρό τής συναν¬
τήσεως, ένεκα τής κινήσεως ήαών ταύτης, Ό αριστερός τοΰ ατ¬
μοπλοίου φανός, ό έρυθροΰς ήθελεν άποχρυβή άφ' ήαών, θά διήρ¬
χετο δέ άρίπτερόθεν τής λέμβου μας.
Άλλά πρός μεγίστην μου απόγνωσιν χαί τό ατμόπλοιον, απο-
φεΰγον φαίνεται την γειτνίασιν των αχτών τή; Δηλου εστραφγ,
πρός άριστερά, ώστε ή κίνησις ήαών ού μόνον δέν μας εσωζε,
άλλ' έφερεν ημάς μοιραίως πρός την σπαθωτήν πρώραν τού. Ή
μεταξίι ήαών απόστασις έσμ'.χούνετο. Ό λεαβοϋνος χατέλιπε τα;
κώπας τί νά πράξτ,, οεξιά να χινηθϊ) ή άριστερχ ; Ήτο άσκο¬
πον νά έπαναληφθίί, υπό συνθήκας τόσον ολίγον εΰαρέστους, ή
άστεία έκείνη κίνησις των συναντωαένων επί των πεζο%ρου.Ί(αΊ,
οίτινες, άφοϋ δεχάχις χινηθώσιν αμφότεροι χατά την αύτην διεύ¬
θυνσιν τάτε μόνον κατορθώνουν νά απαλλαγώσιν αλλήλων, όταν
ό διαθέτων μεταξΰ αυτών πλείονα χεφάλαιΐ νοηαοσύνης έννοή-
σγι, ότι -πρέπει νά σταθή άχίνητος. Ήρχίσαμεν νά κραυγάζομεν
μωρία, διότι δταν έν τω μέσω των μυχηθμών τοΰ μεγαθήριο ^
6ά ήτο δυνατόν νά ακουσθή ή φωνή μας, ή σύγκροιιΐις ήτο άνα-
πόφευχτος, οιότι τότε οίοσδήποτε τοΰ άτΐΛθπλοίου ο'ιαχισμό; ήθε-
5'
68
είσθαε
κούση
ανωφελής, τοτιμόνι δένέπρόφθανε ν' ά-
Την στιγμήν εκείνην τοΰ ύ-ερτάτου κίνδυνον σωτήρΐος άχτίς
ελαυ,ψεν εν τ/· διανοία μου.
— «Γιώργη, τα σπίρτα στήν στιγμή.»
'Ααέσως δέ σχίζων φίλα βιβλίου, όπερ είχον μαζύ μου, φάρ¬
μακον κατα τής ανίας των μεσημβρινών ώρών, τα ήναψα επί των
■χειρών μου, χαίων τοος δαχτύλους, ό:«ος επί τοϋ περιτονου ένώ
ο λεμβουχος προίεθετεν ετέρα τροφοδοτών την φλόγα Ό επί τής
*ρω:ας σκοπ,ωρός τοΰ ατμοπλοίου μάς είδεν αυτοστιγμεί τό
*λΟΙον μετ ολιγον δι1 αζοτομου κινήσεως έστράφη πρός αρι-
στε;α μετα τίνα δέ δευτερόλεπτα ή πελωρία πρώρα τού διήλθε
δεξ,οθεν της πρωρας ημών, σχεδόν έφαπτομένη τής λέαβου μας
ήτις ήρξατο περιδινου,αενγ, έν τή αΰλακ- των δινασθέν'των υδά¬
των. Λυσσωδε,ς χατα την στιγμήν εκείνην άραί χαί βλα,φη-
μ... υλακαι τού θαλασσολύκου πλοιάρχου ή τοϋ άξ,ωματιχ 5
της υπηρεσίας αντηχη,α άπο τοϋ ΰψους τής γεφύοας Ή ϊν-
ν α των μοί διεφυγεν ε'ικάζω δμως, ^ θά ησίν «ι εύγλωττό-
' .γΛν*™ ^ -Φπρο^ηθεύσ-^ ή διάλεκτος τής Προβην-
1 ναυτολο-
«εβ, δΤ των ^ · τα^ΖΡ^ως σχεδόν, ένω Ο!ηρχο-
^.^Ϋ^Γ^^ν θυρίδων τής πρωϊνής ή^δεία
επληττε τα ωτα μας Υπό την συνοδείαν τοϋ κλε-δο-
ΓΓ84"ΐρήν Ιψαλλ£ ** «ρ,παβϊΐ δβΓβηβθβ τοϋ
^ πβ?".8ινβύ.«β» έν τή χΟ/λαζούση
ανεν Β«Ζρ,ς ή[Λων · λ^ ^. ^
ΡοβΙβ Ιιι ίαίΐ 1)ϊβη, ροβΐβ αα ίι·ϊ«1β ίιοαΐ
Ιυ ι·ββ8 ρΓββ 1θ& οικΐβδ
ΕΙ 1« ΙΪΓββ άθ5 Π1βΓβ8 1)1611 (1θ8 θΗθδβδ ηΐΐϊ 8ΟΤΐΙ
8θΠ5 1β8 ν8£1165 ρΓθίθΠΐΙβΒ
Αχαταλληλότεΐο' ί,Α »^. ,
εύ=εθώσιν οδτε πο.ητγΓί^ ™?17™" στ!Χ01 «ν ηδύναντο νά
™ητηςημην ουτε ωνειροπόλουν,(ώραία στιγμήδί'
£?___
όνειροπολήσεις,) οδτε καλώς εΐ/α πράξει, 'α,τ.' εναντίας μάλιστα
ει'χα πράξει άνοητότατα πλανόκιενο; έκεΓ άνευ φανού, οϊτε έζ"η—
γον τι έξ έχείνων, άτινα ευρίσκονται υπό τα βαθέα χύιιατα· είναι
αληθες, ότι πρό τίνων ώρών εί/ον έξαγάγει σαργούς τινάς έρυ-
θρίνους καί πέρχας, άλλα κατ' εκείνην την στιγμήν μικροΰ δεΓν
έγώ νά είσα/θώ δουβ 1β8 να^αββ ρι·οΓοη(1β3
Όπως δήποτε ή μεγάλη τοΰ ΠοιητοΟ των οτιαπΐδ άα θΓβραβ-
οιιΐβ καρδία ήθελεν αισθανθή άρρητον χαράν, άν εγνώριζεν, ότι
αί φλόγες, άς -ηναψα επί των σπινθήρων τής διανοίας Τού, εσω-
σαν την ζωήν ενός ταπεΐνοΰ θαυΛαστοΰ Τού κα'ι ενός αναπήρου
απομάχου τής θαλάσσης, καί άρχηγοΰ πενομένης οικογενείας.
"Ω θάλασσα, έπλάσθης αντικείμενον τής αποκλειστικής βχοο-
γής, τοϋ περιπαθοϋς ΐρωτος τόόν λαών, οΐτινες επηςαν την καλιάν
των παρά τα χρασπεδα των α'ιγιαλών σου, προιόμοιοι πρός'τά
ύδατοχαρή πτηνά, άτινα ΐΛ,όνον ίιά σοϋ ζώσι.
Κα'ι δαως δέν είναι ψεύδος, ότι ή πΐκρία των χυιχάτων σου
όχ.είλεται είς τα δάκρυα, τα α'ιώνια δάκρυα άτινα λαίοιαργος
είσδέχεσαι.
ΟΓιλο! ! πόσας συντρί€εις μητριχάς καρδίας. Ποσάκι; άνάλγητος,
αχαρδος άχούεις τής μητρός τό παράπονον, τής αίμασσούσης
ψυχής της την δέησιν όταν σοϋ ζ~Ίτ^ι νά τής φερης πάλιν τό τέ¬
κνον της,τό ξενητεαένο ναυτόπουλο, ένώ σύ, εΓρων τοϋ πόνου της,
χυλινδεΓς άναίσθητος μετά των τροχάλων σου τα λευχά όττά τού.
Δύστυχϊ] μητέρα !
Σαν περδιχοϋλα βλίβεται, ώσαν παππι μαδιέται,
Σαν των χοράκων -α φτερά, εχει τή φορεσιά "^ης,
Στό παραθύρι κάθεται, τό πέλαγο όγναντεύει
Κ' δσα καράβια κ* αν περνουν, δλα τα έρωτάει
Βαρχοϋλες, χαραβάχιΐ μου, χρυσα μου περγαντίνια.
Ή σύντοοοος τοΰ ναύτου ότε μέν έρωτα την ά^ανή τού έκ¬
τασιν σιωπηλή βυθίζουσα τό βλέμμα στυγνϊν πρός τόν πόντον,
ώς εις τάς πενθίαους τοΰ ϋβΐίΐοΐ'θίχ θαλασσογραφίας, άλλοτε δέ
έν τή άσφαλεΓ προβλέψει τής συαφο:άς της [/.αίνεται καί νο.ϋ.ίζει
ότι εκδικεΓται τόν πόνον της κατά τοΰ γίγαντος αυτή ή συντε-
τριμμέντι, λ'.θοβολουσα σε έν τή άκινδύνω ό?γή της, ώς είς τό
περίπαθές δημοτικόν άσμα,
Στό περιγίαλι χαθουνταΐ των ναυτων τ, γυναΓκες,
"Εχουν γουλΐα στόν κόρφο τους, χαλίχΐα στήν ποδιά τους,
Τή θάλοτσσα πετροβολοϋν, τή θάλασσα λιθιάζουν,
©ά)ασσα ποϋν'οί ανδρες μας, αχ ! ποΰνε οί χα)οί μας.
'Η κόρη ρεμβή μάτην άναυ,ένει νά τής αποδώση, ώ θάλασσα,
την λατρείαν της, των ημερών της το χάρμα, μάτην δέεται των
κυμάτων σου καί τής αυρας, ήτις φιλεΓ τάς γαλανάς παρειάς
σου· συντρίβεται εκ των γόων της τοΰ διαβα'νοντος ναύτου η
καρδία, λησμονεΓ τον οίακα καί τα ίστία' σΰ μόνη ιχένεις αναλ-
γητος είς τάς ίκεσίας της σΰ μόνη δέν θά έξαγγείλγις ττοτε τοίς
λόγους τής στοργής, οΰ'ς έμπιστεύεται είς σέ ή συντετριμμένη
καρδία της, τους χαιρετισμοΰς τους τρυφερούς, τους όποίους «ότε
δέν θά ακούση ό δύσμοιρος ναυτίλος.
Κορίτζι αγγελοχάμωτο χ' έρωτοπληγωμένο
Στο παραθυρι τού γιαλοΰεγλυκοτραγουδουσε,
Τα κύματα παρακαλεΓ καί στον αέρα λέγει,
"Οπου κ' αν δοϋν τόν άγαπα να της τον χαιρετανε,
Κ' έκεΓ χαράβι διάβαινε, μέ τα πανια άπλωμένα·
Ναύταις π' άχοΰνε τή φωνή και βλέπουν τέτοια κάλλη,
'Αλησμονοΰνε τα πανιά κ' άφίνουν τή δουλειά τους,
Να ταξιδεψουν δεν 'μπορουν κι* αλλ* ουτε ν' αρμενίο"ουν.
•Σύρτε χαράβια στο καλό, καϊ στήν καλή την ώρα.
Τί εγω δεν ετραγουδισα, για ν«ύταις, για καραβια,
Παρακαλώ τα κύματα, μέ τόν άγέρα κρίνω.
ΚαΙ στέλνω χαιρετίσματα στόν χλέφτη τής άγάπης.
. *
"Αν ήτο δυνατόν ή μορφή σου, ω θάλασσα, νά έξαγγείλγι την
άδυσώπητον σκληρότητά σου, επρεπε πάτοτε νά μαίνεσαι· παν-
τοτε οΰρανούψή, αφρόεντα νά έγείργ)ς τα κύυ-ατά σου, άτινα το-
σακις κρύπτεις ενεδρεύοντα υπό την φι)ομειδή γαλήνην σου, ως
τόν κροταλίαν ή άνθοστεφής πόα, ώς οί /λοάζοντες λειμώνες την
τίγριν έδει, (Λαστιγουμένη υπο τής καταιγίδος, άτελεύτητον να
βρυχάσαι έν άρμονία τοϋ κεραυνοϋ, πλήττουσα τοΰς βράχους,
ών ελκεις έν τοΓς κόλποις σου τα συντρίμυ,ατα Οί τυφώνες, οί
λαίλαπε;, αί άστραπαί, αί βρογνώδεις κραυγαί σου, οί συριγμοι
τής νεμομένης την κονλάζουσαν επιφάνειαν σου θυέλλης, επρεπεν
άχοίμητοι νά Αάλλωσι πάντοτε το στυννόν αεγαλεΐόν σου. Δεν
άρι/,όζει, όχι, είς την παντοδυναΐΛΐαν σου τό ψεύδος, ή γαλήντ) ή
ύποκριτιχή.
Είς ιχόνους τοΰς έρεβώδεις βυθούς σου άρμόζει ή σιγή, ή γα-
λήνη, σιγή των τάφων, γαλήνη τοΰ μηδενισμοϋ, ειρήνη άτέρ;χο-
νος έναλίου κοΐμητηρίου, έπεστρω,αένου δι" ύποστάβμης δακρύων,
δια αωσαΐκοΰ άνθρωπίνων όστών
Σιωπ7|λοί οί έρεβώδεις βυθοί σου είσδέχονται τα ό*νειρα, τους
πόθους, τάς ελπίδας των ανθρώπων. Χωνεύουσι την βορίν των
μαινομένων κυμάτων σου. 'Ενώ δέ επί της επιφανείας σου, ώ
θάλασσα, ή ανθρωπίνη φ,.λοδοξία συγκροτεΓ μυριονεκρους αγώνας,
σίι έν τω βυθω σου τω σκοτεινώ ύφαίνεις επί των όστών των
ήρώων την ζωήν άπειροπληθών εναλίων ύπάρξεων. Τάς ένδίξους
τριήρεις, τας ασπίδας καί τα δόρατα των Σαλαμινομάχων περιέ-
κτισαν ό"στρεα καί μαλάκια, ύπαμειβόμενα έν τ-η ρογ) των α'ιώ-
ων. Τα κύυιατά σου, νεκροθάπται ακάματοι, κατορύττουσιν ατε¬
λεύτητος τοΰς χαίνοντας τάΐρους, τα δέ ζωόφυτα των άνηλίων
άβύσσων σου έγείρουσιν επί των όστων των θυμάτων σου μεγα-
λοπρεπη μαυσωλεΓα, άτινα οίιϋ·ποτε θέλει φωτίσει ή λυχνία τοϋ
πόνου των τεθλιμμένων, ϋ.ντ)μιεΓα απρόσιτα, οΓμοι, είς τό ·ποο7Χ.ύ-
νηαα κα! τό δάκρυ των έπιζώντων
Ε)μμανοτηλ Σ. Λτκοτδησ
ΔΕΝ ΕΙΝΕ . . .
ΓΝΑΙ, δέν είν' έρωτας αύτός ποϋ σοϋ κλονεΐ τα στήθη·
Τα πείσματα, τα δάκρυα, η ζήλεια, οί στεναγμοί σου
Οί πόθοι ποϋ ταράζουνε τό τρυφερό κορμ'ι σου,
Είνε των νεύρων ταραχή' 'ς τ' άμέτρητα τα 6ύθη
Δέν φθάνουν της καρδίας σου, ποϋ αίώνια πλειό, έκοιμήθη·
Παρόμοια 'σάν φρύγανα φρεγάδατς καταπίνει
Τό κϋμα τοϋ άγριου ώκεανοϋ, ή μπόρα σά,ν τό παίρνη,
Κ'ένώ άντά,οα, μανητό τό μέτο^πό τού δέρνει,
Μέσα 'ς τα μαϋρα στιίθια τού αίώνια νύχτα κλείνει
Καί ^αο"ι?.εύει άδιάκοπη, άτέ?νεχωτη γαλήνη.
(Π£1?«.ιύ.-. 18901
Γ. ,Κ Σγρατηγησ
73
τότε προσκλίνεις, ή«.ερτ| τοΰς κλάδους Σου κι' ώραία,
με τον καρπόν αμείβουσα τοΰ νωρικοΰ τοϋ; πόνους.
Πλήν κ' εί; χϊΐαώνα κ' είς βορράν άκμήν Σί» άντιτάττεις
ώς άν εντός Σου την ψυγήν τοϋ Γένου; ;χα; φυλάττγ)ς.
Σέ είδα κ' είς άλία,ενον βραχώδη παραλίαν,
ίν' αποκτήση τόν χυμό* ά,Βρότίρον αχόμα
από τοϋ μαύρου κύιιατος την άλμην τή; δριμεΓΐν,
χ' έκεΓΣέ ε;5' άτάραχον ! κ' εκεΓ, μέ ποΓον ομμϊ,
ό ναύτης, πρός τόν κλύδωνα την πρώραν ένω τρέπει,
μέ τί έλπίδα, στερεά ψυχή τού, Σε προσβέπει !
Σ' έλάτρευσε κι' ό πλούτιος κι' 6 ερημο; κι' ό πένης,
ό ξένος χά! έ γτιγενή;, 6 νέος χΓ ό πρεσβύτγ,ς,
ό τής πατρίδος αου /αός ! διότι Σΰ τοϋ αένεις
εικών τού άπαράλλαχτη. . . άπ' εξω ή τραχύτης,
σκληρία επί γής ξήρας, άλλ* έζ αυτής έκβλύζον
ίίρήνης ελαιον καΐ φώς την πίστιν τού φωτίζον !
Καί, όπως ή τιεριστερά τής Κιβωτοΰ, χλωνίον
«κ Σοΰ λαβούσα, ηγγειλε τω Νώε σωτηρίαν,
καί ώς, όταν τόν ίποοον των αθηναίων βίον
καθήδυν' ή Θεά μέ Σέ ώ; προσφοράν της θιίαν,
καί, όπως εί; τα κΰματα ζελάγους ΐχαινοαένου
γαλήνη έκ τοΰ σ^ϋ ν·υΐΑθϋ άπλοΰται νυνομένου,
Ούτω πιστεύω Σε ορών, άειθαλής Ελαια,
ότι θά σώζετ' ή Ελλάς ένόσω Σε δεικνύει,■
Οά την έαπνέγι πάντοτε ή πίστις ή άρχαία,
είς Σου πυρήν τό μέλλον ττ,ς α'ιώνων θα έγκλείτ,,
καί ότι θά δαμάζηται πας τής ψυν/ής της σάλος,
ένόσω ό Έλαιων έκεΓ άπλοϋται ό αεγάλος !
Έν '4(ΐ,,«ι;, Τί, ι4 'υ«Τω5ίΙυ Ι8!>'1.
£1. .^Κ. ^ΚιΑΜΠΟΤΡΟΓΛΟΣ
ΜΑΝΟΥΗΛ ΚΟΜΝΗΝΟΣ
Ι Μανουήλ Κομνηνός δέν είχε την στρατηγικήν μεγα¬
λοφυΐαν τοϋ Ηρακλείου, ποΧλον γε καϊ δεί"· άλλά
μετα τόν Ηράκλειον, ουδείς των βασιλέων τοϋ με-
σαιωνιχοϋ Ελληνισμόν ανεδείχθη ήρωικώτερος αίι-
τοϋ. Ή δύναμις καί ή έμπειρία τού περί την χρήσιν των δπλων
ήτο τοσαύτη ώστε ό ΡαιΐΛοΰνδος τής Άντιοχείας τόν έποϊον δ
Κίνναμος λέγει «άνδρα ισχύϊ καί ρώ[Λ7) κατά τοίις Ορυου[ΐενουζ
εχείνους ΉρακλεΓς,» δέν ηδυνήθη ν χ μεταχειρισθή τό δόρυ καί
την ασπιδα τοϋ Μανουήλ. Συμμετασνών ποτε περιφήμου τινος
ϊπποτ:κοΰ αγώνος, κατέβαλε διά μιάς δύο ηράιγτιονς οΐτινες έλο-
γίζοντο ώς οί ρωμαλεώτεροι των ίπιτοτών. "Αλλοτε πάλιν πρός
τοΰς Τούρκους άγωνιζόμενος, έκάθισεν ένέδεαν έντός δάσους καΐ
προήλασε χατά των πολεμίων υπό δύο μόνων πιστών άνδρών
παρακολουθούαενος Άπαντήσας δέ κατ' άρνά; έκτωκαίδεκα
Τούρχους ίπιτεΓς, τρέπει αΰτοΰς είς φυγήν ό αριθμός ομως των
έχθρών αΰζάνεΐ' οί σταλέντες είς έπικουρίαν αύτοϋ προέβαινον
νωθρώς, ό δέ Μανουήλ μή περιμείνας την άφιξιν των, διελαύνει
άνά μέσον πεντακοσίων Τούρκων, μηδεμίαν λαβών πληγήν.
Επί τής βασιλείας αΰτοΰ, εγένετο τω 1147 ή δευτέρα σταυ-
ροφορία υπό δύο ήγεμόνας τοΰς Ισχυροτέρους τής Εύρώπης, τόν
βασιλέα τής Γερμανίας Κορράδον Γ' χαί τόν βασιλέα τής Γαλ-
λίας ΛουδοβΓκον Ζ'.
Πρώτος έξεστράτευσεν 6 Κορράδος, συνεπαγόμενος ώς λέγεται
70,000 βαρέως ώπλισιχένων ίπποτών, πολυάριθμον δέ έλαφρόν
ίππιχόν καί πεζικόν Καί αύτός καί ό Λουοο&ΐχος είχον ζητήσει
παρα τοϋ Μανουήλ την αδειαν νά διέλθωσι διά τοΰ κράτους αυ-
τοΰ, την όποιαν οΰτοζ, δέν άπεποιήθη, άπαιτήσας όμωί δύο τίνα·
ότι δέν θέλουσι προξενήσει ζημίας ε!ς τάς -/ώρας δι' ών ειιελλον
νά διέλθωσι, καί ότι θέλουσι καταβάλλει την αξίαν των παρεχο¬
μένου αυτοίς τροφών. Άλλά παρά τού: δοθέντας χερί τούτου όρ-
κους, οί σταυροιόροι έξετραχ·ηλίΐθγ)σαν είς πολλάς χαταχρήσεις·
■έπαυσαν νά πληρώνωσι τα τρόφιμα, λαμβάνοντες αΰτά διά τής
βίας, χαί περιύέριζον τα ίερά καταγώγια. Εντέυθεν ήλθον είς
χεΓρας πρός τε τοΰς κατοίκους καί πρός τόν στρατόν τόν έπιτρα-
■πέντα νά έπιτηρή την διάβασιν των ξένων. Ό Μανουήλ πληρο-
φοριτ|θεΊς ταυτα πάντα, διεμήνυσεν είς τόν Κορράδον νά μή ελθγ)
εις Κωνσταντινούπολιν, αλλα νά περάση άνευ αναβολής είς την
Ασίαν διά τής θρακικής χερσονήσου. Ό βασιλεύς τής Γερμα-
νΐας, χωφεύσας είς την παραίνεΐτιν ταύτην, επαθεν έν τω πεδίω
των Χοιροβάχχων, ενεχα τής πληιχμύρας 8ύο ποταμών, συμφο¬
ράς μεγάλας. Τό δέ παραδοξότερον, αξιών νά δικαιολογήση εαυ¬
τόν επί τοίς πρότερον πεπραγμένοις, είπεν ότι δέν εγένετο αΰτός
αί'τιος τούτων, άλλ' ή τοϋ άγομένου ύπ' αΰτοΰ πλήθους παρά-
λογος όρμή' είς δ ό Μανουήλ απήντ7)σεν, ότι ενόαιζε πάντοτε
τόν ήγεμόνα ΰπεύθυνον των υπό τοΰ στρατοϋ αύτοϋ πραττομένων
ατοπημάτων, νυν δέ διδασχόμενος τα εναντία θέλει επιρρίψει καϊ
αΰτός είς την τοθ πλήθους άλογιστίαν πάντα τα δεινά όσα θέ¬
λουσι πάθει οί σταυροφόροι είς τό εξής. Καί έπειδή ό Κορράδος,
επιμένων ετι είς την ύπεροψίαν αύτοΰ, ΊΤ|ξίωσε νά διαπεραιωθή
είς την χαταντιχρΰ παραλίαν έν πομπή βασιλική, ό Μανουήλ διε-
μήνυσεν αύτω ότι ατ&πα ζητεΓ ώστε ό Κορράδος όστις εν τω
μεταξυ είχε πληροφορηθή ότι ό στρατός τού, θελήσας νά προσ-
βάλη τοΰς ήμετέρους, πολλήν επαθε φβοράν, εσωφρονίσθιτ| τελευ-
ταΓον καί διεπέρασεν είς την Ασίαν επί ταπεινοΰ λεμίαδίου.
Μετ" ολίγον έφθασεν είς τα σύνορα τοϋ κράτους, παρά τόν
"Ιστρον ποταμόν, καί ό ΛουδοβΓκος Ζ'. Ό Μανουηλ επεμψε πρός
τούτον πρέσβεις άπαιτήσαντας όρχου; σαφεΐτέρους των υπό τοϋ
Κορράδου δοθέντων, διότι εζήτησαν νά όμόσωσιν ό τε ΛουδοβΓχος
καί οί περί αυτόν μεγιστάνες όχι μόνον ότι ουδεμίαν θέλουσι χυ-
ριεύσει πόλιν ανήχουσαν είς τό χράτος, αλλα προσέτι ότι θέλου¬
σιν αποδώσει είς τό κράτος πάσας τάς πόλεις όσας άνακτήσω-
σιν από των Τούρκων. Καί την μέν πρώτην υπόσχεσιν είωκαν
5 τε ΛουδοβΓχος χαί οί περί αυτόν, τοΰ δέ δευτέρ-,υ όρου την
διευκρίντ,σιν άνέβαλον μέχρις ου συνεννογ,θώσι μετά τοΰ Κορρά¬
δου. "Οτε δέ άφικομένων αυτών είς τα πέριξ τής Κωνσταντινου¬
πόλεως, ό βασιλεΰ; έπανέλαβε την απαιτήση, είς των παρακο-
λουθούντων τόν γαλλικόν στρατόν αρχιερέων, Ό έπίσκοπος Λάγ-
γρης, άφοΰ πολλάς έξήμεσεν υβρείς χατά των Έλλήνων, δέν
εδίστασε νά προτείνγ) έν τω περί τούτον συγκροττ,θέντΐ συμβου¬
λίω την κχτάκτησιν τής Κωνσταντινουπόλεως Άλλ' έπειδή οί
μέν νρΤΜστάτεροι των σταυροφόρων ϋπέλχβον τό πραγιχα άλλότριον
τοϋ σχοποϋ δι* 'οί έξεστράτευσαν, οί 8έ συνετώτεροι άκατόρθω-
τον, εδέησε πάντες, πρίν διαπερχιωθώτΐν είς Ασίαν, νά όλόσωσι
τους άπαιτηθέντας δρχ,ουζ.
Ό Κορράδος εί/ε προπορευθή επί τω σ/:οπω νά πολιορχήσγι, τό
Ίκόνιον, την πρωτεύουσαν τοϋ εν τή μικρά 'Ασία τουρχικοιΓ
χ.ρά.τους· άλλ' άποπλανηθεΐς τής όδοϋ επαθε τα πάνδεινα, άπέ-
€αλε τα έννέχ δέκχτα τοϋ στρατοϋ χαί επανήλθε ιιετ' ολίγον είς
Νίχαιαν, δπου έν τω (Λεταξϋ αφίκετο καί 6 ΛουδοβΓκος. Ό Κορ-
ράδο; εί καί εύρε τούτον έν Νιχαία μετά στρατοϋ ακεραίου έπελ-
θόντα, δέν επηκολούθησε τόν άγώνα άθυΐΑήσας έκ τού άτυ/ήμα-
τος αύτοϋ, άλλά διε/είΐΛασεν έν Κωνσταντινουπόλει Κατά δέ τό
εαρ τοΰ ακολούθου ετους, απήλθε μέν δια θαλάσσας εί; Παλαι-
στίνην καί μετέσχε τής πολιορκίας τής Δααασκοΰ ή'ν άνέλαβεν ό
εν τω μεταίί) έ.αβαλών είς την Συρίαν βασιλεύς τής Γαλλία.·
άποτυχόντος δαως καί τούτου τοΰ έπιχειρήν.ατος, επέστρεψε το
φθινόπωρον τοϋ 1148 είς τα ιδία, ά-ροΰ επί ματαίω έξήντλησε
τοΰς νόρου^ καί εφθειρε τοϋς μαχητάς τής Γερμχνίας έν τω
απεριικέπτω έκείνω αγών.. Καί οΰ5' ο ΛονδοβΓκος ύπήοξεν εΰ-
τυχέστε,ος ΠολεμούΐΛενος ύττο των Τούρκων εφθασϊ καχώς εγων
είς Άττάλειαν, έξ 'Ατταλείας δέ διεπεραιώθη ε'ς Συρίαν έκεΓ
απέτυχεν, ώς πρό μικροΰ είπομεν, είς την πολιορκίαν τής Λα-
μα^κοϋ, απέτυχεν ωσαύτως είς την πολιορκίαν τοϋ Άσχάλωνος,
κατά δέ τό εαρ τοϋ 1149 επέστρεψε διά θαλάσσης είς Γαλλίαν
άπρακτος Τοιαύτη εγένετο ή ίευτέρα σταυροφορία. ΕΊ καί έστρα-
τήγΤ|σαν αυτής οί δύο Ίσ/υρότατοι βασιλεΓς τής Εΰ:ώπτ|; απέ-
€η όλως Ίϋτελίσψοροζ. Επί τής πρώτης σταυροφορίας οί Δυτικοί
κατώρθωσαν τουλάχιστον νά κυριεύσωσι πόλεις τινά: τής Συρίας
καί νά ίδρύιωσιν αύτόθι χριστιανικόν βζσίλε·.ον. Επί δέ τής προ-
κεΐαένης, ούδεμιάς πόλεως εγίνοντο κύριοι, τό οέ χείριστον, ώς
ορθώς παρατηρεΓ ό Γάλλος ίστοριχός Μίο1ΐ3ΐΐ(1, ή άποτυχία αυ¬
τών υπήρξεν άδοξος δι' ουδενός ήρωϊκοΰ ϊργου κοσμτ,θεΓσα.
Καί τουτο ένω ό Μανουήλ Κομνηνός έξαιρέτω; εκλείσθη δια
των κατά των Τούρχων άγώνων αύτοΰ. 'Κπειδή οί πολέμιοι
ούτοι, μετά την άνα/ώρ-ησιν των στνυροφόρων, έπανα»αβόντες
τάς έχθροπραξία; είχον κυριεύτε; πολλάς πόλεις περί Πόντον καί
έν Καππαδοκία, ό "Ελλην βασιλεύς ενίκησεν αΰτοΰς καί τοΰς
ηνάγκασε νά ε'ιρηνεύσωσί κα'ι νά άποδώσωσιν όλα τα φρούρια
όσα είχον καταλάβει. Τότε ό δοίιξ τής Άντιοχείας 'Ρενάλδος
(Κβηίΐυιΐ άβ ΟΗβΙίΠοη) έδήωσεν άνηλεώς την νήσον Κύπρον
νοήσας όαως μετ" ολίγον ότι ήτο αδύνατον ν' άνθέξτ) είς τόν
Μανουήλ, εδραυ,εν είς Μάμιστραν όπου ήτο κατ' έχεΓνο τοΰ χρό-
νου ό βασιλεύς, καί εζήτησε παρ' αύτοΰ συγγνώμην κα'ι ύπε-
τά/θη είς απάσας αύτοΰ τάς άπαΐτήσεις μιτα πλείστοι; δσου
εξευτελισμοΰ. «Άφαιρεΐται μέν την χαλύπτραντής κεφαλής,λέγει
δ ΚίνναΐΛος, γυανώσας δέ τώ χεϊρε άχρι χαί ές άγώνας αΰτούς,
ανυπόδε.ο; σίιν των μονάχω* πολλοΓς διϊ μέσης τής πόλεως
πορευόμενος έτί βασιλέα παραγίνεται. 'Κ.ξήπτο δέ αύτω τοΰ μέν
τραχήλου καλώδιον, ν;ειρί δέ τγ, ετέρα ξίφος εφέρετο. Ηρτ' ουν
τηνιχαϋτα βήμα λαμπρόν καί 'Ρε'/άλδος αέν άποθέν που τή;
βασιλείου σχγ|νής ίστατο, ώς άν αή θαρρών την είσφοίτΤ|Πΐν, ό
3έ των άμονάν;ων μοναχών ό,υιιλος άσάνδαλοί τε χαί άχαλυφεΓς
χεφαλάς ίΐσγ,εσοτν επί βασιλέα, επί γόνυ τε όχλάσαντίς άπαντες,
δάχρυά τε των όφθαλ,ιιών επεμπον χαί τοςνεΓρας άνέτ£ΐον Βασι¬
λεύς δέ τό μέν πρώτον ανένευε1 παρακληθείς δ' ΰατερον, παρελθόν
τόν πρίγκτ,πα έκέλευσεν Είσελθόντι δέ τρόπω τω εΐρημένω επι·
κα.ΐλφθείς άφήχεν αύτω τό έιχπαροίνημα, δρχοις αλλα τε ιιολλά πι-
στωσανένω, όσα δηλαδή Βασιλεϊ βουλομένω ετύγχανε, κα'ι δή χαί
άρ/ιερέα έκ Ιίυζαντίου είς Άντιό/ειαν κατά εβος π=μιπεσθαι το
ΊΤαλαιόν.ιι Καί ταυτα πάντα εγένοντο επί π?ρουσία των πρέοβίων
πολλών εθνών, νριστιανιχών τε χά! αωαμεθανικών οίτινες εύ-
ρεθέντες τότε παρά τω βασιλεΓ έν Κιλιχία είδον μετά θαυμασμοΰ
τόν έξευτελισμϊν έχεΓνον τοϋ πρίγχηπος τής 'Λντιονείας χα'ι
κατενόησαν εκ τούτου πόσον ΐΛεγάλη ήτο ή δύναμις τοΰ εν Κων
σταντινοιιπόλει ιιονάρχου. «"Οτε δή, έξακολουθεϊ δ Κίννααος,
καί θαϋμα χατεΓχε τοίις όσοι τηνικάδε έτύγχανον πρέσβεις
ένταϋθα παρατυχόντες των χατά την Ασίαν εθνώΛ, Χωρασμιων
τε χαί Σουσίων καί Έκβατάνων, Μηδικής τε τής άπάσης χ»ί
Βαβυλώνος, ών δή τόν άρ-/ον-α μέγαν έχεΓνοι κλεΐ'ζουσι σουλτάν,
Νουραδδίν τε τοϋ Βερ:οια'.ου σατράπου, καί Ίαγουπασάν τοϋ
Περσών φυλάρχου, καί Άβασγών καί Ίβήρων, ετι δέ χα'ι Πα-
λαιστινών καί Άοΐχενίων των έπέκεινα Ίσαύρων.» Ί ο χαρακτη-
ριστικώτατον επι τοΰ προκειιχένου είναι ότι ό ΜϊοΗειικΙ απεσιω-
ιττ,σεν απάσας ταύτας τάς σκηνάς καί όσας μετ" ολίγον θέλομεν
αναφέρεΐ' άλλ' ή άλήβεΐϊ συγκαλύπτεται μέν πολλαχις υπο τοϋ
νέφους των πολιτικών συμφερόντνον, οέ» βραδύνει όμως να επι
τείλγι αύθις λαμπροτάτη. Ό χαλΐς χάγαθός ΙοΜαπιΒβΓ^βΓ γ·-
γονυία τή φωνί] πρό τίνων ΐτών εβεβαίωσεν ότι ό 'Ρεναλδος,
ήμίγυ,ανος καί φέρων καλώδιον περί τΌν τράχηλον, καθικέτευσε
τόν βασιλέα Μανουήλ νά τόν συγχωρήση καί ώμιοσε πίστιν είς
αυτόν.
Έκ των υποχρεώσεων άς τό-.ε άνέλαβεν ό Ρενάλδος μία ήτο,
ώς πρό όλίγου είπομεν, «καί άρχιερέα έκ Βυζαντίου πέμπεσθαι
είς 'Αντιόχειχν κατά εθος τό παλαιόν» αλλά πλήν τούτου συ-
νωμολογήθη ότι ή Άντιόχεια θέλει παρέχει τω βασιλεί ώρισιχέ
νόν τι ποτόν στρατευμάτω*· οσάκις οΰχος τό απήτει. Συγχρόνως
κα! ό ήγεμών των Άρμενίων Τεράζης ώμοσεν όρχον πίστεως
ε'ι; τόν αΰτοκράτορα . Καί τότε, τω 115(5, ό Μανουήλ, κατελθών
εις Συρίαν, ε'ισήλασε τροπαιοΰχος εις την 'Λντιόχειχν. Ό μέν
'Ρενάλδος, πεζϊς παραπορευόμενο:, εκράτίΐ τόν αναβολέα αυτού,
ό δέ βασιλεύς των Ίεροσολύμων Βαλδουίνο; Γ', Ιφιππος μέν,
μακράν δέ άποθεν παρηκολούθει Τό περίεργον είναι ότι ό αϋτο-
κράτωρ ήν ΐϊεριβεβλημένος διττοΰς θώρακας, καί έπανωφόριον
κατάλιθον, τοϋ όποίου τό βάρος δέν ·ητο ολιγώτερον τοϋ βάρους
των δύο θωράκων, κχί στέφος καΐ τάλλα τω βασιλεΓ έξ εθους
Ουδέν ήττον δέ καί ότε έφθασεν είς τΌν ναόν τοΰ άγίου Πέτρου
άπέβη τοϋ ίππου έλαφράτατα, καί ότε εξήλθε τοΰ ναού, α.νί9ορεΊ
αύθις συν άλματι επί τόν ί'ππον, ώσπερ ούδε των ψιλών τις καί
άόπλων. Εις Άντιόχειαν παρέμεινεν όκτώ ήαέρας, καθ" άς οί
κάτοικοι τής πόλεως ταύτης έίικάζοντο ύπ' αΰτοϋ κα'ι ούχι υπό
τοϋ Βαλδουινου.
Ουδέ είς ταυτα περιωρίσθη δ Ορίαμβος τοΰ Μανουήλ. Έξ Άν-
τιονείας ώρμησεν επί την άλωσιν τοΰ Χαλέπ, άλλά χα'ι αΰτός
ό Νουρεδδίν, ό τής πόλεως ταύτης σουλτά,νος, έξητήσατο την
ειρήνην επί τί) άποδό:ει όλων των χριστιανών α'ιχμαλώτων
(16,000 Γάλλων χαί Γερμανών, άθλίων λειψάνων τής δευτέρας
σταυροφορίας) καϊ τή ύποσχέσει ότι θέλει έπεται αύτω εις δλους
τοΰς κατα την Ασίαν πολέμους. Ό Μανουήλ ήξευ.εν ότι ή ϋπό-
σχεσις αυτή δέν θέλει τηΐηθή' έπιθυαών όαω; νά έπιτύχγι την
ελευθερίαν των όμοθρήσκων, συνήνεσε νά ■παραιτηθί) τοϋ έπιχει-
ρήματος.
Επιστρέψας δέ είς Κωνσταντινούπολιν καί θριαμβεύτας, επα-
νέλαβε τω 1157 τον άΕιάκοπον χ;ιτά των Τούρκων τής μικράς
Άσίας πόλεμον, καϊ πολλάκις χατετρόπωσεν αΰτούς, ώστε ό τοϋ
Ίχ.ονίοι σουλτάνος Άζεδδίν προέτεινε τω 1158 νά ε'ιρηνεύσγι επί
τί) άποδόιει δλων των α'ιχμαλώτων, ετι δέ ύποσγόμενος ότι θέλει
παρέχει κατ' ετος τω βασιλεΐ" στρατιωτικόν τι σώαα, ότι δέν θέλει
έπιτρέψει έπιδρομήν τίνα είς τάς /ώρας τοΰ έλληνικοΰ κράτους,
δτι ·πάσ7[ δυνάμει θέλει αντιταχθή ί'ις τάς έ-/θροπραξίας των
όίλλων μουσουλμάνων ήγεμόνω-/, δτι θέλει αποδώσει πάντα τα
φρούρια. δσα εκυρίευσεν απ' άρχής τής τοΰ Μανουήλ βασιλείας
κα'ι δτι θέλει πιστώς έκτελεΓ πάσα; τάς διαταγάς τοϋ αΰτοκρά-
τορος. Κατά δέ τ'ο ακόλουθον ετος αΰτ'ος δ σουλτάνο;, έλθών εις
την βασιλεύουσαν, έπανέλαβεν δλους τούτους τοίις δρκους.
Τοιαύτη εγένετο έν ταΓς κεφαλαιωΒεστέραις αυτής περιπέτειαι;
Ί βασιλεία τοΰ Μανουήλ Κοιχνηνοϋ, τοΰ θανόντος τω 1180.
^Κ. Παπαρρηγοποτλοτ
ΤΩΐ ΑΓΑΠΗΤΩΐ ΜΟΙ Κ. Φ. ΣΚΟΚΩΐ
[επί ττ^ εύκαιρία των γάμων τού]
1 ΟΤ Σολωμοϋ τή γαλονή χι' άφρόπλοβτη μ,ητέρα
'Αγχάλιασες γΐά μόνα σου· τή θέλει; πεθιρά σον
Μιά ζηλευτή της αήμερα σοΰ δίνει βυγατέρα,
Γιά να την χάμης ταϊρι σου, γλυχεια συντρόφισσά σου.
Με μ,ητριχό χαμ6γελο παιδί της σ' όνομαζει,
Κοι σοϋ προσφέρει όλόχαρη γιά προΓχα την χαρδιά της·
Μέ τα λευχά της γιασεμιϊι τα στέφανα έτοιμάζει,
'Απ' τή δροσούλα της ύγρά χι' άπο τα Βάχρυά της.
'Αλλ' είς έμένα πίστεψε άλλο προιχιο χαρίζει-
'Σάν τό 'διχό σου «λονισιο, θαρρω, χα'ΐ τό διχό μου·
Είς τή χαρά σου άπό χαρά ή άγάπη μου δαχρύζεΓ —
'Η Ζάχυνθο τον φίλο μου τον έκαμε άδελφό μου.
Έν /.Μ,Λω, Λ!·/ίμ5?.»,- 1889.
ΑΙ ΘΕΩΡΙΑΙ ΤΟΥ ΦΑΣΟΎΛΗ
πΟΥ ΠΑ ΤΟ 1ΥΝΤΑΓΜΙΑ ΟΜΙΛΕΙ
1 ΙθΛΛΑΚΙΣ σοΰ έξήγησα πώς εϊναχ δηό μερίδες,
δηό κόμματα δχάφορα, δη,υ κράτη, δαό πάτρίδες,
κχ' δταν τό 8να έξ αυτών την εξουσίαν τρώγη
τό ΰ,λλο κόμμα δυνατό άρχίζεχ μοχρολόγχ
καί, κλαίεχ άκατάπαυστα μέ Γ·κρα66αρίτου λιίραν
τό μέλλον μας τό έθ·νι·κόν καΛ την κα·κήν μας μοίραν.
Τώρα λοιπόν έννόησες τό πραγμα πώς συμβαίνει...
τούς μέν χορτό,τους φυσικώς μιοΌΰν οχ πεχναιΐμένοι,
οχ δέ χορτάτοχ, Περχκλη, περχφρονοϋντες τούτους,
πάν άγαθόν φαντάζονταχ καχ άμι,ΌιΊτους πλούτους,
^δζ ό χορταίνων δηλαδτχ άνίερος προδότης,
πας δέ ·νηστεΐΐων, ■κράττστος καχ ποϋρος πατρχώτης,
πας ό χορταίνίον, άναχδής χαχ των Οεσμών άντάρτης,
πας ό νηθτεύων, εύο"χημος καχ της πατρίδος μάρτυς,
πας ό ^ςορταχνων, ήθρησκος καχ λάτρης των εχδώλων,
■κατά τοϋ κράτους τοϋ Χρχστοϋ ύφαίνων πάντα δόλον
πας ό νηστεύων αξχος στέφανον έπχγείων,
της "Αννας τοϋ Ίωακεχμ, καχ πάντων των Άγίων.
"Οπόταν δέ τα κόμματα ίδτίς ν' άλλάξουν τόπον
τότε άλλάζεχ, Περχκλτχ, κχ' η θέσχς των άνθρώπων,
κχ' οχ Έφχάλται γχνονταχ μεγάλοχ πατρχώταχ,
αύτο'χ δέ πάλχν μυθαροχ κχ' άτάσθαλοχ προδόταχ.
Τοχοϋτον τοϋ Συντήγματος τό γράμμα καχ τό πνεϋμα...
εντέυθεν ή αλήθεχα, εκείθεν δέ τό ι|;εϋμα.
[Ά9)[ν«ι, 1890.]
Γ. ΣθΥΡΗΣ
Χλριλαοσ Τρικουπησ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΙΝΑΚΟΘΗΚΗ
τού Ι Ου Ι ετουϊ
ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΤΡΙΚΟΤΠΗΣ
|"Ιίι
Χαρίλαος Τριχούπης υιός τού Σπυρίδων»; Τρικούπη,
ϋ πρώτου πρωθυπουργόν της Συνταγι,ιατίκής βασι-
Όθωνος, εγεννήθη τη 11γ| Ιουλίου 1833 καί
ήεν επί τίνα χρόνον έν "Αθήναις τάς πρώτας
αύτοθ σπουδάς. Μεθ' ο, διορισθέντας τοΰ πατρός αΰτοϋ πρέσβεως
έν Παρισίοις, μετέβη αύτόθι καί ό Χαρίλαος γενόμενος ,«.ετά
μικρόν διδάχτωρ της Νομικής, χαί ασχοληθείς Ιδία είς τάς πο-
λιτειακάς επιστήμας, ών α'ισίαν εφαρμογήν χατήρξατο νεώτατος
ετι, ώς γραμματεύς τής έν Λονδίνω πρεσβείας, διτου μετά τίνα
χρόνον είχεν διορισθή καί ό πατήρ αύτοϋ. Τω 18ϋ2, κατελθόν-
τος τοϋ πατρός τού είς την Έλλάδα, άνέλαδε την διεύθυνσιν τής
πρεσβείας ό Χαρίλαος σταλείς βραδύτερον καί ώς άντιπρόσωπος
των έν Μαγκεστρία όμογενών έν τγ) τακτική συνελεύσει, ήτις
προςεκλήθη μετά την μεταβολήν τοϋ1862. Τω 1864 απεστάλη
είς Λονδίνον ίνα πραγματευθν) τα τής ενώσεως των Ίονίων Νη-
σων μετά τής Ελλάδος. 'Η α.^οητοΐ έκείνη , εις ην αναντιρ-
ρήτως εϊ/ε διαπρέψε·, υπήρξεν ή πρώτ-η άφετηρία τοΰ μέλλοντας
πολιτικοΰ σταδίου τού Τώ 1866 μετέσχε τοϋ ύπουργείου Κου-
μουνδού;ου ώς ύπουργός των Εξωτερικών λίαν εΰΐοκίμως, μο¬
λονότι τα πολιτικά πράγματα διήνυον κρίσιμον περίοδον ένεκεν
τής έν Κ;ήτγι έπανχστάσεως. Άπο;χακρυνθέντος τής έξουσίας
τοϋ ύτζουρ^ε'ίου Ιίουαου^ούρου ό κ. Τρικούπης εξηκολουθεί [*έχ:ι
τοϋ 1870 πολιτευό,ΐχενος ένΜεσολογγίω, ένθα ταχέως είχεν άπο-
κτήσει πολιτικήν δύναμ-ΐν, καίπερ άντιπαλαίων πρός Ίσχυρότατον
πολιτικόν άνδρα, τόν αείμνΤ|στον Έπααινώνδαν Λεληγεώργ·ην,
8ν είνε δηαιουργήσεΐ ή πολιτική μεταβολή τοϋ Όκτωβρίου.
Τώ 1870 τώ προςηνέχθϊ| υπό τοΰ Κουμουνδούρου ή έν Κων-
Κ. Φ ΕΚΟΚΟΤ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΤΟΥ Ιδ
σταντιν&υπόλε; έλληνική πρεσβείχ. 'Αλλ' ό διορ-σαός οΰτο^ δεν
επραγματοποιήθη.
Έν ετει 1872 ιδρύθη τό λεγόμεγον π έ μ π τ ο ν κ ό μ μ α
έν τή Βουλή, άπαρτισθιν έκ φίλων κυρίως τοΰ Κουμουνδίΐύρου
δυςηρεστγιαενων κα! άποστεργόντων την -πολιτικήν αύτοΰ, έν
ο'ς δ' Λομβίρδος, ό Κεχαγιάς, ό Κυβερνήτη; Πετιαεζάς, καί
τίνες Έπτανήσιοι. Καίπερ δέ νεώτερον πάντων ό κ. Τρικούπηί,
άνεγνοκίσθη ώς άρχ/,γός τοϋ κό.κ..αατος τούτου, κληθείς υπο τοΰ
Βασιλέως εις σχηματισμόν ύπουργείου τω 1875, μετα την πτώ¬
σιν τοΰ υπουργείον Βούλγαρη, καθ' ου είχεν έξαγρΐωθή ή κοινή
γνώμΤ;, ώς αύτϊρχικώς κυβερνώντος. Το νέον ύπουργίΐον αν κχ'.
είχε ν' άντιπαλαίστ, πρός τέσσαρα έν τη Βουλγ| Ίσχυρά κόμματα
των Βούλγαρη, Κουαουνίούρου, Δεληγίώργη χαί Ζχιμη, εξήλθεν
ο// ϊ|ττον νικηφόρον έκ τής δυ;γερείας ταύτης, διέλυσε τιην
Βουλήν χαί διέταςε νέας έκλογάς,μίθ'ας συνελθούσης ρής Βουλής
ήνχγκάσβη νά παραιτηθή ώς ϋ.ε!ονοψΐ|5θϋν. Τω 1877 υ.ετέσχε
τοΰ Κΐκονμενικοϋ κληθέντος ύπουργείου υπό τόν ναύχ-χον
Κανάρην, υφ' όν έλαβον ν-εζοζ ώ: ύτου^οϊ καί οί άλλοι ά:/Τ|γο!
των κομμάτων, •πλήν τοΰ Βούλγαρη, ύπείχοντ;; είς την πίεσιν
τής δηαοσίας γνώμης, άξΐούσης την συνεργασίαν όλων των μερίδων
■χαριν των εθ»ίκών ύποθέσεων, άπειλουυιένων υπό τής έν τή
Ανατολή περιπλοκής μετά την έν Έρζεγοβίνγι επανάστασιν καί
τόν εντέυθεν έκραγέντα ρωσσοτουρκικόν πόλεμον. Ώς εικός τό
οίχου;Αενιχόν ύπουργεΓον τουτο, μηδέν δυνάαενον νά πράξν,
υπέρ τώ/ αξιώσεων τοϋ εθνους , άπαρασκεύου όντος εντελώς,
παρητήθη μετά την σϋνθήκϊιν τοΰ Άγίου Στεφάνου , δι' ής ή
Ρωσσία νικηφό-ος Ετιέοαλεν έςευτελΐστικοΰς δοους διά την Τουρ-
-,., , . Δεληγιάννης, ού την
Συνεδρίω έκείνω πολιτικήν έπέκρινεν είτα δριμύτατα
Τρικούπης.
Τω 1880 ό Τριχούπης, μετά την πτώσιν τοΰ Κουαουνδούρου,
ανέλΐβε τόν σχηματισμόν τοΰ νέου ύ-πουρ-γείου χαί' ε'ιςήγαγεν
εις τον οικονομικόν οργανισμόν τοϋ τόπου σπουδαιότατον ιχε-
ταρρύθμισ:ν, την κατάργησιν τής δεκάτης επί των οτ,μητριακών
καρπών κ*ί την αντικατάττασιν αύτη; διά τοΰ επί των άρο-
τριώντων κτηνών ζαρού. Έπίση; έτερον έργον άξιον λόγου τής
■τοτε ύπουργείας τοϋ κ. Τρί/ούπη είνε ή οιατανβεΓτα έπιστρά-
τευσις των στρατιωτικών δυ/άμεων τή; χώρας, άποτέλεσμα τής
οποίας ύπίρςεν ή παραχωρήση υ.ίρονς τής Θεσσαλίας καί Ηπεί¬
ρου είς την Έλλάδα, πραγματοποιηΟεΓσα υπό τοΰ (ιτουργύου
κου>ουνδούρου, διαδεχθέντο; έν τή έξουσίχ μετά τίνα: μήνας τόν
χ. Τριχούΐθ,ν. Άλλ' ένεκεν τής κολοβώ'εω: των υπό τοΰ έν
Βερολίνω Συνεδρίου παραχωρηθέντος τή Ελλάδι ό;ίων τό
■ύπουργεΓον Κουμουνδούρου χατέττη αντιδηαοτικόν, κατΥ|γορΤ|βέν
5τ: δέν ε'ιργάσθη ;χετά τής δεούσης διπλω-Αατικής ίεςιότί,τος έν
τγί περιστάσε: ταύτΛ,. Δ'.' ο αί ΰ~' αϊιτοϋ δ'.εςχ/ΟεΓσα'. έν Ελ¬
λάδι εκλογαί ήκιιτα απέβησαν εύνθ'.χα! διά τό ύζουργεΓον Κου-
«ουνδού:ου, οϋτω δέ ή μεγάλ'η πλειονοψηφίι τοΰ τόπου έίΤ,ρύ/θη
χατ' αϋτοΰ ύποοείξαϊα είς τό Στέμμχ ώς άντιχατιστάτην αϋτοΰ
τόν κ. Τρικούηγ,ν. "Εκτοτε αρχετα; Ό αληθής πολιτικός βίος τοΰ
κ. Τρ:κούπΤ|, παραμείναντος έν τή έϊουτία επί τρία συνεχή
ετη καί τρεΓς ;χήνας κατά την -περ'ίοοΌν ταύτην πρωτοψχνή είς
τα χρονικά τή; συνταγυιατικής βχσιλεία; τοΰ Γεωργίου. Κατά
τό δ'.άστηι/,α ~.ο>ζο ό χ. Τρ'.κούπης προςηλώθη Ίοίω; κα! κατέ-
γινεν είς την διαρρύθαΐί'.ν των οικονομικόν/ τής χώρας άφ' ενός
χαί εις την έν τώ μεταςϋ (ϋαβ.α'.αίαν πΐρασκευήν των έθνΐχών
ουνά;χεων, διότ; αόνον οϋτω ε^ίστευε καί τΐιττεύει ότι τό εθνος
δύναται νά ταρα'ίτή ή'χέΐαν τινά εύπρόςωπον έν ένοεγοαένν, χε-
ταβολή τοΰ έν τή "Ανατολή καθεττώτο;. Πρό; τουτο δέ ένόαισεν
άζαρίίτγ,τον την άνόρθωσιν τής οίκονομική; πίστεω;τι"; Ελλά¬
δος χαί την εντέυθεν ύ^ρθΊγΐ ςένων χεοαλαίων, π;ός χχλλ'.ΐίγε'.χν
των ζλουτολογικών πόρω > αυτής, διά τής κατασχευής οηαΐΐίΐιΐν
εςνων καί ττ^ό ~α''των ο;α τής αναπτύςεως των μείων της
ιυγχοινωνία:. ' ν/λ' όζως ταγίωθή ή δηαοτία πίστις τή; /ώρας
Ιττρεπε νά έττιτύ/η το (.7θζύγ·.ον τοΰ προϋπολογισμοΰ, τοΰθ' δττε;
άζέβαινεν όλως αδύνατον άνευ έπ;βολής ^όρων, είς άντάλλαγαα
των οποίων νά άνοινθώσιν άαοιβαίως εύ:ύτερα στάδια έργατ'.α;
χαί παρχγωγής εί; -οί τόπον. Ή πολιτική όθεν τοΰ κ. Ί'ί'.χούτΐη
χατ' ανάγκην επρεπε νά ή πολιτ;κή των φόρων, ήτις επόμενον
ήτο νά παρεξηγηβή έν τή οιανοία τοΰ λαοΰ χά! νά εξεγείρη
ισχυράν Αντίδρασιν, Εχδγ,λωθεΓσαν κατά τάς εκλογάς τής 7ης
Απριλίου τοΰ 1875, συνεπεία των οποίων, πχραιτηβέντος τοΰ
κ. ΤοικούπΥ), ανέλαβε την διαχείρισιν των κοινών ό κ. Θ. Λε-
λτ,γιάνντ,ς.
Άλλ' ένώ τό νέ;ν ύπουργεΓον ύηέτχετο ΕλάττωΤ'.ν των φόρων
6'
καί ο'ικϋνομίας επί τοΰ προυπολογισμόν , αίφνης ηφ
υπό τής πολιτικάς περιπλοκής, ήν έπήνεγκε τ'ο κατά τόν Σε¬
πτέμβριον τού ετους έκείνου τρχξικόπημα των Βουλγαρων εν
Φ[λ>—ουπόλει, χά] ύπεΓκον είς την εξέγερσιν τοΰ φιλοπολέμους
δί | δέξ η εά
, ] η γρ φ
σίου φ:οντ|ματο; δίέταξε την επιστράτευσιν των στρατιωτι¬
κών δυνάμεων τής χώρας, ήτις μετά έπτά μηνών κυαάνσεις
καΐ άβεβαιόττ|τας κατέληξεν, ώς γνωστόν, είς τόν υπό των ςε-
νων Δυνάιιεων ένεργηίέντα ναυτικόν θΜΓθκλεισΐλόν, συνεπεία τού
όποίου υπήρξεν ή παραιτήση τού ύπουργείου Δεληγιάνν/·| καί ό
σχγαατισιιός προςωρινοΰ άχρόου ύπουργείου υπό τόν κ. Α. Βαλ-
λλά ' ολί ή έ ή Βλή λψί
χ, ρςρ χρ ργ
6γ(ν. 'Αλλά |/.ετ' ολίγον ή έν τή Βθυλή πλειονοψηίρία, τέως
πολεμιωτάτη τω κ. Τριχούπγι, ύποδεικνύει ίν τούτοις αυτόν ε;;
τό Στέαμα ώς τόν μόνον δυνάιχενον νά έξαγάγΤ| τό εθνος καί την
βασιλείαν τής έπισφαλοΰς έχείνης θέσεως. Ούτω 2έ άπό τόν
Μάϊον τοϋ 1876 ανήλθεν έκ νέου είς την εξουσίαν ό κ. Τρικού-
πτ(ς παραμείνας διαρκώς επί τέσσαρα καί ήμισυ ετη, συνεχίζων
την αύτην πολιτικήν τής οίκονομική; . άναδΐοργανώσεως τοΰ
εδνου; χαί τής ,Βαθαιαίας συντάξεως των στοατΐωτικών καί ναυ-
τιχών δυνάαεων τής νώρας. 'ΑναντίρρΤ|το; δέ εστίν ότι ή εσχά¬
τως άναπτυχθεΓίΐα σιδηροδροαική συγκοινωνία διά τοϋ σιϊηρο-
δροαικοθ δικτύου τής Πελο-ποννήσου, τής Θεσσαλίας, καί τής
νυν κατασκευαζομένης γραμ,μής άπ' Αθηνών είς Λάρισσαν,
όφείλεται αποκλειστικώς είς την ϊ·ζίμ.ονον ενέργειαν τοΰ κ. Τρι-
χςυπνΓ :χεΓ να ύπομντ(σωυ.εν ότι, ένφ ότε άνέλαβεν την Ζιοί-
χϊ|σίν των κοινών δέν ελειτούργουν είιιτ 16 μό'Όν χιλΐόυ-ετρα.,
"/|δη έξαπλοΰνται έν τή χώρα υπέρ τα 1800 νιλιόμετρα σιδηρο-
δροιχιχών γραμμών, δι' ών άναντιρρήτως τοιαύτη κίνησις καί
ζωή χυχλοφορεΓ έν ττ, χώρα
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΑΡΑΘΕΟΔΩΡΗΣ
(Ίί.
.V,,
α ϊν *.λ 96)
οικογένεια Καραθεοδωρή είνε μία των έπιφανεστέρων
τής Άδριανουπόλεως. Κωνσταντίνος, δ τοΰ Αλε¬
ξάνδρου πατήρ, ήτο προωρισμένος νά θυσιασθϊί μετά
τοΰ αοΐδίμου συγγενοΰς αΰτοΰ πρωϊιν πατριάρνοα
Κωνσταντινουπόλεως Κυρίλλου καί άλλων προΰχόντων 'Αδριανου-
ττολιτών, άρχομέντ,ς τής 'Ελληνιχής έπαναστάσεως, καί έμελλε
πάντως νά ύ-οστϊ) καί αύτός την των άλλων τύχην, εάν μή.
•προειδοποιεΓτο υπό όθωμο'.νοϋ τινος, αρναίου οίκογενειακοΰ φίλου
χαί εσώζετο δια φυγής έξ Άδριανουπόλεω; τή αύτγ) ήμέρα καθ"
ην εμ3λλε νά άπαγχονισθ·/) όπως άπηγ/ονίσθησαν τόσοι άλλοι
Καταφυγών δέ είς /ωρίον τι τοΰ Αιμου, έμεινεν αύτόθι επί πολλά
ετη κρυπτόμενος έν πολλν) ταλαιπωρία, ότε, των πραγμάτων
βελτιωθέντων, επανήλθεν εί; Άδριανούπολιν, κάχεϊθεν περισυλ-
λίξας την απολεσθείσαν οικογενειακήν περιουσίαν, απήλθεν είς
Παρισίους πρό; εκμάθησιν τής Ίατρικής, ής επί τέλους άνΤ|γο-
ρεύθη δΐδάκτωρ. Επανελθών δ'ε'ις Κωνσταντινούπουλΐν, έφείλχυσε
διά τής έπιστΤ|;Λθνιχής αύτοϋ ΐχανότητο; την κοινήν ϋπόληψιν.
καί τής Ίατρική; αύτοϋ φήμης περιελθούσης είς τα ώτα τοΰ
Σουλτάνου Μχ/μούτ, προσελήφθη ύπ' αύτίθ ώς Ίατρός των ανα-
κτόρων κα'ι πολλίι έλαβεν έκτοτε οείγματϊ έ:αι:έτου ήγε;ί.ονικής
εΰνοίας. Τότε ενυιχφεύθη την Λουκίαν Μαυροκορδάτου, πατρόθεν
αέν το γένο; ελκουσαν ές Αλεξάνδρου Μαυροχορδάτου τοΰ ε
'ϋτορρήτων, μητρόθεν δ' εκ των ήγεμόνων Μβυρούζη χαί γυναΓκα
ϊσως την μάλλον εϋπαίδευτον έχτών Έλληνίδων τής έπο/ής αυτής.
Ό Άλέξανδρο; εγεννήθη έν ετει 183-") έν Κωνσταντΐνουπόλει,
καί τα μέν πρώτα ααθήαατχ έλαβε παρά τής λογίας αύτοΰ μη¬
τρός, είτα δ: έμαθήτευσεν υπο τοΰ; έπιφανεστέρους των τότε
διδασχάλων καΐ Ιδίως υπό τ^ν αείμνηστον Ήλίαν Τανταλίδην.
παρ' ών εδιδάχθη χάλλιστα την άρναίαν έλληνιχήν, ην πεζήν
τε καί εμμετρο» λίαν εΰ/ερώς καί χαριέντω; γράφεΐ' επ' ΐτη;
δ' εδιδάχθη την λατινικήν, τουρκικήν, περσιχήν χαί άραβικήν
υπό αρμοδίων διίασκάλων. Ούτω δέ χαταρτισθείς, απήλθεν είς
Παρισίους, ένθα σπουδάση; περί την νομικήν, ανηγορεύθη δ:δά-
κτωρ αυτής. Επιστρέψας είς ΙνωνσταντινούποΛ!/ καί έχτιμηθεί;
■προσηκόντως υπό τοΰ αναμορφωτού τής Τουρχίας Ρεσητ πασά,
ε'ισή/θη ύπ' αύτοΰ είς τί,ν υπηρεσίαν τής αύτοκρατορίχής κυ-
βερνήιτεω; κχί πλείστα εγγραφα έπίσημα των τότε /ρόνων εισίν
εργα τοΰ Αλεξάνδρου -(ζί^ο^το^ μετα τή; αυτής εύ/ερείας την
τουρκικήν όσον καί την γαλλικήν, πλ;Γσται δέ ουσχερεΓ; απο¬
στολαί ανετέθησαν αύτω, χαί ταύτας μετά πολλής διεςήγαγε
δεςιότητος- διότι ό Ρεσήτ πασάς, βλέπων την εύφυίαν καί μάθη-
σιν τοΰ 'Λλεξανδρ'.υ, έμύγ,σεν αυτόν είς τα: Ζϊ'.νονι τής δ'.πλω-
ματίας, περί α; αύτός γ,το, ώς γνωστόν, έντριβέστατος. Αυτόν
δι εί; έχτάκτους άπο·;τολϊ.ς καί ύπη-.εσίας μετ=χειρίσθησν κα! οί
τοϋ Ι'εσήτ πασά δίάοο/οι Φουάτπασϊς χα'ι'Λαλή πασίς,διεξήγαγε
δέ ταύτας μετά Οαυμαστής έπιδεξ'.ότγ,τοζ- όθεν καί ότε εδέησεν
οί χρΐίτιανο: νά διορισθώσιν εί: ανωτέρας Οίσε.ς. -ρϊοτο^ ό 'Αλέ-
ξανδΐο; ϊιω^ίσθη ύχυπιυργο; ών δημοσίων έργων, ουδενός μέ/ρι
86
τήςέπονής έκείνης /ρΐατιανοϋ εις τοιαύτην ανελθοντο; περιωπην,
όπερ ού σαιχοάν προυκάλεσε χατακραυγήν κατά τού μεγάλον
βεζύρου Μϊνμουτ Νεδήμ πασά. Έν τή ανωτέρα ταύτη θεσει ο
Άλέξανδρος έλαβεν αφορμήν νά έπιοείςτ) πολλήν ΐχανοτητα κχι
αύτάς μετά-τοϋ Σΐφέτ τ.ασά πολλαχώς ειργάσθησαν όπως απο-
τρέψωσι τ'ον πόλεμον, όστι; διά τοΰ; Τούρκου;, αλΛα και ου.
«υ; Έλληνας το'-ις έν Ρουμανία, Βουλγαρία καΙ Ρωμυλια το-
σοθτον όλέθριος ά-έβη. Προαχθεΐς όψιαίτερον είς υπουργόν των
δημοσίου έργων καΐ υψωθεί; είς τ'ον τίτλον μζχι'.ου χαΐ[Αθυ7ΐροι>
ό "'Λλέξανδρος πασάς απεστάλη ώς πρώτος πληρεξβύσιο; της
Τουρχίας εις τ'ο τοϋ Βερολίνου συνέδριον κ>· έχεΓ έν ^μέσω ευ-
νοήτωχ δυσνερειών /.αί παντοειδών άντιιτράξεων προυστχτευσε
αετά πολλής 'δυνάμεω; τα συμφέροντα τής χυβερνήσεω; αυτού,
ούχι άπαξ προκαλέσας τον χόλο* τοϋ σιδηροϋ άρχικαγκελα-
ρίου Μετά την λήξιν τοϋ συνεδρίου απεστάλη είς Βιεννην ·π:ος
διευθέτησιν των Βοσν.ακώ/ πραγμάτων . καΐ είτα πρεσβυ;
επί δύο ήαισυ ετη είς Ιταλίαν, άνακληθείς δέ εις Κωνσταν-
τινούπολιν, απεστάλη γενιχ'ος διοικητής τής πρό ,Λΐχροΰ ειρη-
νευσάσης Κρήτης, ένθα χαί μετά τοϋ 'Λαλήπασά ώς σύμβου-
λος αύτοϋ χατά προγεν:στέραν ανωμαλίαν εΐχε προαποσταλη.
Μικρόν δέ μείνας αύτόθι ώ; γενικάς διοιχητής, άνεχλήθη^ ε:;
Ιν,.^ητΓ.ΜτΐΜηιΊτη'λΐΜ ΐ^.ι Χ3.τϊ/ά6·κ τΐ,ν θέσιν ύποιι:γοΰ των ε:ω-
ινωνοταντινουποΛΐν ινα χ*τ,ικι«-{) τι-,ν νευιν ι/»!»^^ .— .----
τεριχών ϋπά τ'ον μέγαν Βεζύρην ΧαΊρΐδδίν πασά. Τοΰ τ'λευταιο
δέ τούτου (ΑΟλ·.; πρά όλίγου είς Τουοχίϊν έκ Τύνητος ελθόντο
καΐ συνεπώς ουδεμίαν γνώσιν των Τουρκικών πραγ',ιάτων καΐ τή
Τουρκική; διπλωαατίας ν/οντος, ό Άλέξανδρος πασάς ΰπ""5-
ό κύριος μιο/_λά; τής ϋπηρετίας καΐ εργα ούτοϋ εισίν ό)
εγγραφα τα σ/_ετ·ζόαενα πράς την εκκένωσιν τής
/ώρας υπο των Ρωσικών στρατευαχτων Έξηκολούδ
^.ααιων τού τίως Ηγε;λό ος αυτών Κωνσταντ!· ου Λοοσΐοου, οιω-
ρϊσθη χατά Μάϊον τοϋιΚ8Γι Ήγεαών Σάι/Λυ ό 'Λλέξανδρο; Κα-
ραθεοδωρή. καΐ ώς τοιούτος εκτο-ε διατελίί-
Ό Άλέξανδρος Καραθεοδωρή ύπ'ο την εποψιν των έγκυκλο-
πχιδιχών γνώσεων δύναται να θεωρηθή ώς δ σοφώτερο; των όαο-
γενών, ειδικώτερον δέ είνε αριστος νο«.ιχός κα! αριστο; μ,αθη-
[Λΐτικός κχί φυσικάς, ε/ει δέ μνημονικόν ανεξάντλητον ώς γλωσ-
σομαθής δέ άποτελεΓ σπάνιον φαινόμενον, διότι πλήν τή;
Ελληνικάς άρχαίχς τε κχί νεωτέρας χχί λχτινικής, ομιλεί κχί
γράφει λίαν εύχερώς τ-ί,ν γαλλιχήν, αγγλικήν, Ίταλικήν, γε;ΐΛα-
νικήν, ρουιχανικτ,ν, σλαυονιχήν, άραβιχγιν κα'ι τουρκικήν, γινώ¬
σκει δέ την Ί·;πα>/ΐχήν χαϊ την σανσχριτιχήν. Είνε οέ τετιμγ^
αένος δ-.ά των πχραοήαων Όσμανιέ χαί Μετζιτιέ πρώτης τάξεως
τής Τουρκίαν τοϋ Λέοντος καί τοϋ Ηλίου πρώτης τάξεως τής
Κ- ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ
Π*ι ΐ-»ο,« ι. σι/.. 112)
κ Κωνττ Κω νσταντόπου/.ος εγεννήθη έν Τριπόλε
τ'ο 18)2, οιήνυσε τάς σζουδάς αϋτοΰ έν "Αθήναις,
χαί άνηγορεύθγ) διδάχτωρ "τής Νομιχής Σ/ολής τοΰ
Έθνιχοΰ Πανεπισττ,ΐΑίου τ'ο 18ϋ3 τυ/ών τοϋ βϊθμοϋ
«άθ'.στα » Τό Ι854 διωρίσθη Πρωτοδίχης, ύ-Υιρετήτχς ώ; τοιούτος
εις διάφορα δικϊστήρια, χαϊ Ιδίως έν Πάτραις, δΐϊχριθείς δέ άπό
τής ε'ιςόδου τού εις την δΐκαστικήν υπηρεσίαν διά την επιστη¬
μονικήν μόρφωσιν, την φιλοπονίαν χαί τ'ον ακέραιον αύτοΰ /αοα-
κτήρα. "Κνεκχ των προςόντων τούτων Τίζο^^~τ κατα τ'ο 1861
είς τήι θέσιν τοϋ 'Εφέτου έν Πάτραις.
Κατα την εποχήν έχείνγ,ν σφοδρός διενηγ:το αγών μεταςΰ
τοΰ εθ.ους χαϊ τής τότε Δυναστείχς. — Αυτή παραβαίνουσα άτυ-
ττόλως τον πε:: τηρήΐεως τοΰ Συντάγαΐτος όρχον, εί-/ε κατορ-
θώσει διά τής βίας κα; τοΰ δόλου νά ά-οκλείσγ, τ'ο εθνθς 'χτίΌ
■^άί-ης ιιετο/ής είς την δα/είρι-ιν των κοινών, καί νά χατα-
-ττήίΤ| όλως Εΐκονίκήν την λε'.τουργείαν τοΰ ::ολιτεύμχτος Ου¬
δέποτε χαί οϋδααοΰ τοΰ κράτους ένηργεΓτο αληθής έκλογή βου-
λευτών ■?, δηΐΛάρνων, αλλα πάντες ούτοι πεοςοιωρίζοντο εις τό
άναχτορικόν γραφείον, προτιμωμένων πάντοτε των ύποσχομένων
τυφλήν καί δουλικήν ύποταγήν είς τα νεύματα τής έξουσίας,
οί δέ οϋτω διοριζόμενοι άνεχηρύσσοντο τυπικώς υπο των έπιτο-
πίων άρ^ών συνεπεία ε'ικονικών ψηφοφορίαν, επισήμων καλπο-
νοθεύσεων, καί χλαστών διαλογων.— Τί> εθνο; βαρέω: εφερε την
τοιαύτην στέρησιν των πολιτικών αΰτοϋ δκαΐωμάτων, έ;αντλήσαν
δέ τόίσαν υπομονήν, καϊ άποβαλόν πάσαν έλπίδα εννόμου θερα-
■πείας,χαρεσκευάζετο συντ^νως, ίνα άνακτήσγι αΰτά διά τής βίας.
Είς την πάλην ταύτην, είς ην άνεμίχθησαν υπέρ τοϋ εθνους
πάντες οί γενναϊΌί καί ανεξάρτητοι πολίται, οϋσιωδώς συ.οιιχετεσχε
καί ό κ. Κωνσταντόπουλος μετα ζήλου έργασθείς πρός επιτύχη
διεξαγωγήν τής έθνική; ενεργειαι. Ώ; έκ τούχου, δταν, άμα
αο^ίντο^ τού σηαείου έξ Άχαρνανϊας υπό τοϋ αειμνήστου Θ.
Γρίβα, ή έπανάστασις έξερράγη έν Πάτραις την νύκτα τής 8
Όκτωβρίου 1862, ό χ. Κωνσταντόπουλος ανεκηρύχθη παρά
πάντων Νομά:/ης αυτής.
Ηύΐύνησε δέ τότε ό κ Κωνσταντόπουλος νά συντελέση μεγά¬
λως είς την ά-,αίμακτον αποπεράτωσιν τής έπαναστάσεως. Κυ-
βερνητιχό; στρατ':ς άττοσταλείς ές Αθηνών υπό τόν μαχαρίτην
Λαζαρέτον -πρός καταστολήν τής επαναστασεωσ αφιχθη έπ'ι ούο
εμποριχών ατ;χοπλοίων ενώπιον των Πατρών την δείλην τής 1 1
Όχτωμβοί'.υ 1862, χα'ι ηπείλει νά πρ',6^ είς (Ιιαίΐν άπόβασιν.
άλλ'δ λαος των Πατρών χα'ι ό έν τή πόλει στρατός,καταλαβόντες
επίχαιρα σηαεΓλ ήτοιμάσθη^αν είς αντίστασιν, καί ή σύγχρουσις
εϊαΐνετο έπιχειμένη Άλλ'δ χ. Κωνσταντάπουϊος υπό τήν'ιδιότητα
τοϋ Νομάρχου τής έπανΐστάσεως ανήλθεν είς τό φέρον τόν Λα¬
ζαρέτον ατμόπλοιον, παρέστησεν είς τόν στρατόν, ότι ή έπανά-
στασις έξηπλώθη είς όλον τό χ,ρίτοζ χαϊ ότι έχηρύ/θή εχπτωτος
ονόματι
ιτι τή; Πατρίδος νά μή γείνη παραίτιος εμφύλιον πνέμ.0'.
χαϊ προσεχάλεσεν άπαντας νά ασπασθώσ·. τό εθνικόν χίνημα.
Καί δ μέν Λαζαρέτος χαϊ οί άνώτερο·. αξιωματικόν άπέχρουσαν
ψ ρρ ημ ή
επαναστασεω.·, χαϊ άπεβιβάσθη μετ" ολίγον ζητωκραυγάζων
υπέρ αυτής, έν μέσω τής γενιχής συγχινήσεως καϊ άναλλιάσεως,
έχδηλωβίίσης καί διά ■πανδή,.,.'.υ φωταΦίας.
- 3
Ποβών 6 κ. Κωνσταντάπουλος νχ συντελέση εί; συμπλήρωσιν
τού εργου της έπαναστάσεως, έπεζήτησε τότε κχί έπέτυ/ε τας
ψήφους των συμπολιτών αύτοϋ έκλενθείς έχ τής έπχρ/ίχς Μχντι-
νείχς πλτ,ρεξούσιος έντϊ)6θνικί] συνελεύσει,συμμετέσχε δέ επιτυχώς
εις πολλάς των συζητήσεων αυτής, ώ; προχύπτει έχ των έν τοίς
στενογρχφγ|μένοι; πρχκτικοίς άγορεύσεων αϋτοϋ. 'Λλλά τα κχβή-
κοντα τής θέσεως τοϋ Εισαγγελέως των έν Πάτραις Έφετών,είς
ήν υπο τής έπανχστατικής κυβερνήσεως προήγβη, ύπεχρέουν αυ¬
τόν είς μακράς έκ τής Συνελιύσεω: άπουσίας, δέν εΐν/ε δέ κχί
/λίσιν είς τό» πολιτικόν βίον Δι' ο διχλυθείσ·η; τής Συνελεύσεως
ό Κωνσταντόπουλος ένέαεινεν είς την διχαστικήν υπηρεσίαν,
υπηρετήσας το Κΐάτος ώς Εισαγγελεύς Έφετών επ! δέκα έννέχ
όλόκ)ηρα ετη ΐϋτά εϋλαβείας χαί άφοσιώσεως, ώς άποδειχνύε;
ή όαόφων'.ς ιΐερί τούτου γνώαη πάντων των συναδέλ^ων αύτοΰ
κα'ι συμπάσης τής κοινωνίας.
(1ϋ μόνον δέ είς την ίικαστ'.κήν ύπγ|ρεσίχν, αλλά χαί είς την
νοΐΛ'.κήν έτηστή;χΤ|ν έν γένε; πΐρέσνε ■ έχδουλεύτει; 6 κ. Κων-
σταντόπουλος, φιλοπονήσας καί έχίοΰς σπουδαιότατον : «Έραη-
νείαν τής ποινΐκής ήαών διχονομίιςο, ήτις λίχν συνετέλεσεν, χαί
εισέτι συντελεί είς όρ6ή·; -πχρ' ήυ.Γν απονομήν τή; Ποινιχής δι-
ύ
'Αττο τοϋ 1ίί81 Ό χ. Κωνστχντόιΐουλος ίνδοΰς είς την πρό-
σκλησιν ττ/είστων (τυμιτβλιτών αΰτοϋ. απε/ώρτ,σεν τής δικϊττι-
κής ύπγ,ρεσίχς καί ανεμίχθη αύθις εί; την πολιτικήν, έκλε/βεί;
Ικ:οτε 6ουλευτή; δίς έκ τής έπχρχίχς Μχντινείας καί κατόπιν
έκ τοϋ Νο;/.οϋ Άρχχδίχ; 'Λ-ό τής εισόδου τού είς τή» βουλήν
κχτέχρ'.νεν αΰο·τ·ηρώς τϊ έν Ίσ/ύι σόσττ,μχ τής διά των πχρο/ών
τής έξουσίχ; άνχδείξεως των βουλευτών, καί ύπεστήριςε ζωτ,ρώς
την Ίδέχν τής θ'.χχρίιε.ο; των έςουσιών διά τή; επισήμου επί τώ
λόγω τής τιαής των ύποΐγέιεοίς των ύτΓθψηφίων Βουλευτών κχί
διά τής ειόρτι.οιι βεβχιώτεως χΰτών αετα την επιτυχίαν, ότι ουτε
άαέσως οϊίτε έυιιιέσως θέλουσι-, έπιζν^τήσει οίχνδήποτε προΐω-
·πική>- 'κι^η/^ι άπϊ τής έκτελεστιχή: έξουσίας 'Αλλ' ή ίοέχ
αυτή &ϋΒεμίιν εΰρεν δυστυ/ώς αποδοχήν έν τν, 2ουλΫΓ Οεωρη-
θεΓσα ώς όλως ανεπίίεκτο; πρχκτικής εφαρμογής
Άλλά καί είς πάσας τα; έν τχΓ; βουλαίς συζητήσεσιν ένεργ'ον
μέ:ο; έλαβεν ό κ Κωνϊταντόπουλος, δ'.απραγμχτευόμενο; τα
άναφερόαενχ ζγ|τήυ.χτα μετά πολυ/αθίίας, δυνάμεως λόγου, καί
άνεγνω;ιιαένης εϋθύτητος χαί με-ριοπχ9=ίχς, ώ; έκ τούτου δέ
μετά προσο/ής ακούεται πάντοτε ΰπ' αμφοτέρων των έν τή βουλή
μερίδων. Ιδίως μχλιστχ διεκριθη ό κ Κωνστχντόπουλο; εί; τί:
επι¬
ισιν
νοιιοθετικάς εργασίας τής βουλής κατορθώσας πολλάκις νά ε
βάλη την παραδοχήν των γνωι/ών αύτοΰ κατά την έπιψήφ
τώ-' νομοσχεδιον
Είς πολιτικόν; άνδρας τής άξίας χαί τοϋ χαρακτήρος τοϋ κ.
Κωνσταντοπούλου πολλάς καί δικαίας προσδοχίας στηρίζει ή έλ-
λην.κή κοινωνίχ
ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΡΔΕΔΔΑΣ
[' 14, :>«*« ι- »:/.. 192]
ονοιια τοΰ νυν διευθυντού των Μεταλλουργειων
Λαυρίου χ. 'Ανδρέου Κορδέλλα συνδέεται στενότατα
πρός την κατά τάς τελευταίας δύο δεχαετηρίδας
ιδίως μετϊλλευτικήν καί όρυχτολογικήν ανάπτυξιν
τής χώρας. Σχών τα πρώτα έγκύκλια μαθήματα εν Σμύρνγι,
οπόθεν κατήγετο ή μήτηρ αύτοΰ, μετέβη έν ΖίΙΙαα τής Σαξονία:,
ένθα κατήρξατο των συστηματικώς αύτοΰ σπουδών, συΐΛπλτιρώ-
σας αύτάς είτα είς την έν Φραιβέργη Όρυκτολογικήν'Λκαδηι.ι.ίαν,
έν τω Πανεαΐσττ,αίω τής Βόνγ,ς κατίπιν, καί ύστερον έν τω τής
Λιέγης τοϋ Βελγίου, ένθα κατ' εξοχήν διδίσκεται ή πρακτική
γεωλογία. χαί ή βιομτ,χανία τοΰ σιδήρου, τςΰ ψευδαργύ:ου χαί
των λιθανθράκων. Άλ/α πλήν των θεωρητικών μελετών ό κ.
Κορδέλ/α; κατέγινε χαί είς πρακτικά; σπουδας επί δεκαετίαν
όλην έπισκεπτόμενος χα'ι μελετών τα σημαντικώτερα υπό γεω-
λογικήν, ύδραυλιχήν καί βιομτ,χανιχήν εποψιν κέντρα τής Γερ-
/ανίας, Αυστρίας, Βελγίου, "Ολλανδίας, Γαλλίας κΐί Ιταλίας.
Ούτω δέ δι" άσφαλών χαί εύρυτάτων γνώσεων κατήρτισα ένοί
>ατήλθεν είς την Έλλάδα τω 18(10 νεώτατος ετι, μόλις εϊκοσι-
τετραετής, χρτ,σιμοποιτ,θεΐς ά;^έσως υπό ττς Έλληνικής Κυβερ¬
νήσεως εις πλείστας σπουδαίας σχετικάς υπηρεσίας Μετά τοΰ
αειυ,νήιτου 1. Σούτσου καί άλλων ειργάσθη εις την σύνταξιν
τοΰ περί Μεταλλείων Νόμου. έπεφορτίσθη την εξέτασιν των έν
Λαυρίω σκωριών, συνετέλεσε δέ τα ιχάλιστα είς την συυτημα-
έργασιών τής έν Μήλω καί Νάξω εξορύξεως τής
-.-. !-_-^------_~. ι......■__ . _~ »«— ^λείο>ν
δέ αυτών ε;; την εταιρείαν Ροϋ καί Σερχιέρη ε'ιργά-
ι
σθγ, τελεσφόρως εις την ίδρυσιν αυτή; πχρέχων πολυτίμους επι¬
στημονικάς υπηρεσίας είς την αύτόθι αναπτυσσομένη-; εθνικήν
βιομηχανίαν, διηύθυνε δέ επί τριετίαν μένρι τοϋ 1876 τα με-
ταλλεϊχ τής Καμαρίζης. Επεχείρησε πλείστας γεωλογικάς καΐ
βιομγ,'/ανικάς έκδρομάς άνά την Έλλάδα, την Μακεδονίαν κα'ι
την Μ. Ασίαν, όπου τω 1870 ανεκάλυψε τα μεταλλεΐα τής
Βάλλιας καί τοΰ Καραιδ'.νίου. Τώ 187Κ μεταβάς ώς άντιπρόςω
-ος τής Έλλάδο: έν τή ΓΙαγχοτμίω Εκθέσει των Παρισίων,
διωρίσθη έλλανοδίκης τής τάξεως των μεταλλείων, τϊΐχ-ηθείς επί
τούτω κα'ι δι-), τοΰ ·παρασήυ.ου τής Λεγεώνος τής τιμής. Έ8η-
μοσίευσε πλείστας κατά καιροΰς έπιστηυιονικάς διατριβάς, έν αίς
ή περ'ι αοιρ^αίων ;χεταλλείων Λαυρίου,» ή «τΐε-ί των υδάτων
τοϋ λεκανοτχεδίου 'Λθηνών, » τελευταίον δέ την ■πολύκροτον
Χρωματολογίαν τού, άνου.ολογγ|θεΓσαν χοινώς ώ; έςόχου
έπιστγ,αονικής υ,ελέτης καί κρίσεως άδράς πρόιόν, σπάν.ον δέ χα'ι
απα:αίτγιτον βοήθηαα διά πάσαν τάζιν λογίων χαί έπΐ5τηα.όνων.
Έ/ρηυιάτΐσε καθηγητής έν τή στρατ'.ωτικτ) ί,'νολνΐ των Εύ:λ-
πιδων έχδοΰς καί πολύτιμον Αιθογραίρικον έγνειρίδ'.ον γεωλογία;
καί όρυκτολογίας. Πρό τριών χαί έπεκεινα έτών, μετά την πα¬
ραίτησιν τοϋ χ. Φωχίωνος Νέγρη, τό διοιχ·ητικ'ον ;υι/€ούλιον των
Μεταλλουργείων τοΰ Λαυρίου εκάλεσε τον κ. Κορδέλλαν εις την
Γενικήν Διεύθυνσιν των έργων αύτοΰ, διχπιστίυθίΐς εις την ■πεΓ·
ραν χαί την άκατάβλγ,τον κα· σώφρονα δρασ-ηριότΥ|τα αϋτοΰ τα
συ;Αφέροντα τής έταιρίας Ό κ. Κορδέλλας αναλαβών την διεύ¬
θυνσιν έ;γάζεται εχτοτε αετα απαραμίλλου ζήλου πλείστας •προο¬
δευτικάς υ,ίΐ αρρυθυ.ίαεις έφαριχόζων έχάΐτοτε,ών λαυ,πρόν δεΐγμα.
επιτυχίας ε'ιτί τα -?|δΤ| έν Λαυρίω ανεγειρόυ.ενα παιχυ.έγιστα
μεταλλοπλύσιΐ κατά τί σύττηιια τοΰ ϊ'ιδιχωτάτου έν ΕύρώπΥΐ
θεωρου«.έν&υ περί την προπαρασκευήν των υ.εταλ'ευαάτων α-η-
/ανικοΰ χ. Ο ^ϋ11^)2, έξ ών σπουδαΐΊι ωφελεία: προςδοχώνται
-τή έταιρία Ε'·ς τόν χ. Κορδέλλαν έφείλεται καΐ ή τω 1Χϋ9 —
1 .~> 7 0 άναχάλυψΐς των πρώτων στρω«.άτων τή: Καλαυΐ'.νας (ψευ-
δαργύρου) έν τω φρέατι Βερζάχου, ήτις, ώς γνωστόν, συνετέλεσε
μεγάλως είς ανάπτυξιν τής έν Λαυρίω μεταλλικής βιομγ,/ανίας.
Ούτως Ό χ. Κορδέ'λας ύιΐήρξεν έχ των όλιγίστων α/γ,Οών οτ(υιι-
θυργών τής έν Λαυρίω μεγίστης έθνιχής βιομηχϊνίας. δι' ής χυ-
κλοφοροϋσιν έν τή "/ώρα περί τα 10,000 ΟΙ'Ο ορα/μών, καί -/,τις
την πρωΥ|ν αγρίαν καί έρημον γήν τοϋ Λαυρίου μετέβαλεν εις
■πλουσίαν βιομηχανικήν κωμόπολιν αριΐμοϋσαν Εεκακιςχΐλίους
κατοίκους καί εμπορικόν κέντρον σπουδαΓον Δικχίως δ; επί τγί
κατά τό παρελθόν ετος τελεσθείσΥ! «έορτΫ, τής Είχοσ·.πεν?α6τγ,ρί-
60
νίκη:
.ιριας
•προςήνεγχον τω κ Κορδέλλχ χρυσουν μετάλλιον καί λεύχωαα,
τα όποΓα ούτος'έοέ/Οη συγκεκινημένος ώς πολύτιμον 8εΓγμα ύψι¬
στης ήθικής άαο'.βής άντί παντός άλλου διακριτικοϋ παρχσήΜθυ.
Καί εί; μέν τό λεύκωαα άνεγράφοντο τάδε :
«ΑΝΔΡΕΑΐ ΚΟΡΔΕΛΛΑΐ Γενιχω Διεοθυντή των Μετχλ-
«λουργείων, ώ; πολλής εύγνωμοσΰντ,ς ύπέμνημα δι* όσα απο
«τριάχον-α έτών έ'ό/βηϊεν υπέρ τής μ,εταλλευτικής κχι [λεταλ-
«λουργιχής βιοαηχανίζς κα; υπέρ αύξήίεω: των έθνιχών πόρων.»
Επί 8έ τοΰ -/ρυτοϋ |α.ετϊλλίου περΐ κλάδον έλαίαζ ώ; εξής :
«ίδτηρίς, Οί άποτελοΰντε; την Ελληνικήν καί Γαλλικήν έται-
«ρίαν. καί οί κάτοι/.οι Λαυρίου εύγνω;Λθνοϋντ£ς »
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΑΦΕΝΤΟΥΛΗΣ
("Ιίι ι·»»ν» 1/ »:Λ. 141] '
θεόίωρο; Άφεντούλϊ,ς ε·δε τό φώ; έν Ζαγορΐ., τί)
περΐχαλλεΓ χαί χαταφύτω κωαοπόλει τοϋ Πηλίου,
Ηρέζοζ ϊτι λκινισθέν υπό τας παιϊνας χαί τοΰς πο-
λεμΐκου; αρότου^ τοϋ αγώνος. Έν μέσω των καλλο-
νών άμΐαήτου χαί μεγαλοπρεποϋς φύσεως χαί παρά την γιγάν-
τειον εκείνην γενεάν τή; έπχναστάσεως αΰξηθείς καί άνδρωθείς,
ίιεμόρφωσεν ένωρίτατα τί σπάνΐα τής ψυχή; καί τοϋ πνίύματος
υσιχά χΐρίσΐΛατα, τα όποϊα βραδύτερον εαελλον νά οαλάυ.ψωσ·ν
ίστορία τή; νεωτέρας Ελλάδος, έν τούτον, άπείρων έγκυκλοπαι-
Λ( Ρ
. ι πχιοείχς εύαοιρών, διεχρί&Λ, είς πλείστοι»;
■πολλάκις κλάδους τής πνευματικής έν γένει εργασίας Ώς καθη-
γητής τής οχρυχκολογίχς έν τώ πανεπιττηαίω, δίδάξιχς επί τεσ-
σαράκοντα καί έπέχε-.να ϊτη. θέλει κχτχλί'πει' έπο/ήν άςιθΛνη-
αόευτον, διότι ή δ-.δχσχχλίχ αντοϋ ύπήρΐεν άείποτε κχλλίκχρ-
____-93_____
πος, γοητεύουσα άιχα διά τής λεκτικής -χάριτος και τής σαφη-
νίας, χαί συγχρόνως είςδύουσα είς τα βάθη τής έπιστήμης,· κα.!
αναλύουσα κα'ι ΐΛεταδίόουσα τα μυστή,ια αυτή; εί; τοίις άκροα-
τάς. Λιέπρεψεν ώς συγγραφεύς πολλών περισζουδάστων ίατρι-
κών συγγραΐ/αάτων, οίον τής Γε νίκης Ά ν α τ ο μ ι άς, τής
Παθολογικής Ά ν α τ ο μ ι α ς κλπ. 'Αλλ' εξονον θέσιν
κατένει το κράτιστον αύτοΰ σύγγραμυ,α «Περί ούσεως καί δυνά¬
μεως των φαραάκων,» προιόν έυιβριθ^ϋς μελέττ,ς χαί βαθείας
παρατηργ,τιχότητο;. Ώς ίατρός κα'ι έν Πειραιεί", ένθα άπό έτών
■πολλών χατο'.κεΓ, καί έν Αθήναις, απολαύει (Λεγίιτης φήμιης, ή
γνώμγ; δέ αΰτοϋ άποτελεΐ' κϋρος αδιαμφισβήττ,τον. Πλήν όμως
των μεγάλων καί σοβαρών αϋτοϋ άσχολ'.ών κα'ι υποχρεώσεων,
όσας συνεπαγεται τό επάγγελΐλα τοϋ ίατροϋ καί τοϋ καθηγητού,
ό κ. Άφεντούλη; διεκρίθγ| καί έν τή σφαίρα τής λογογραοίας
καί τής -ποιήσεως. Έγκρατής ού μόνον τής άρ-χαίας έλληνικής
α,ιλολογίας καί γλώσσης, άλλά καί τής ξέντ,ς κλασιχής φιλολο-
γίας, είς ήν ένέκυψε υετ' ϊδιάζοντο; ένθουιιασΐΛθΰ, παρήγαγεν
εργα πολλοϋ λόγου άςια, ώς λ. χ. τα Κρητικά, τί) Τ ρ α¬
γ ο ΰ δ ι τ ο ΰ "Ολύμπου, χλ:τ. τα όποΐχ χαραχτηΐίζε·. φλογε-
ρον αίσθηαχ, ύψος φαντασίας καί γλώσσης πλαστιχότης άμίμτιτος·
ίίΖοτο χαλλίστας μεταφράσεις χλασικών έργων ζένων ποιητών,
έν οίς τόν Νάθαν τον Σοφό ν,χαί την Μαρίαν Στούαρτ
ην έχαλλιτέ/νγ,σεν επί λέξίΐ χα'ι εν τω αύτω τοΰ πρωτοτΰπον
μέτρω, έφιλοπόνησε δέ πλείστας έκβέσεις ·ποιγ|τ'.κών διαγωνισΐλών,
ών διετέλεσεν ε'ιστιγητής καί χριτής, εις τάς δποίας διαλάαπουσι
λεπνή αί'σθησις τοϋ καλοϋ, κριτιχη Ίδιοφυι'α κα'ι φράσις άνθηρά
κα! πλουσία.Ώς πανηγυριχός ρήτωρ, εν έπο"/αϊς εθνικών δοκιμα-
■ιών καί κρίσεων, έθαυ;χάσθη πάντοτε διότι κατέχει άπ'ο φύσεως
σιω
εάν ήθελε, νά διαπρέψγ) αί α έργαθΫ) τελεϊφόρως. Άλλ' ό κ.
Άφεντούλτ,ς, ναρακτήρος ανεξαρτήτου, φιλελευθέρου κα'ι εϋδυ-
τάτου, σιδτ,οαχ δέ θελήσεως προκειμιένου περί των πεποιθήσεων
αύτοϋ, άπέστερξε πάντοτε νά είϊέλθτ) είς την κονίστραν των •πο¬
λιτικών χαί δή υπό τάς ιχιχρολόγους συνθήκας, ύφ άς άτυ·/ώς διε-
Εάγονται ε'ιΐέτι οί πολιτικοϊ άγώνες έν Ελλάδι. "Απαξ μόνον
μετέσχεν ένεργώς έν τή πολιτιχή, ώς πλτιρεξούσιος των συμπα-
τριωτών αύτοϋ χατά την έθ-οσυνέλευσιν τοϋ 1863, έν /) κα'ι
άντιπρόεδρος έςελέχθτ) Άζία ιδιαιτέρας έπίσΤ|ς ιχνείας, χαρα-
κτηειστιχής τής μεγάλης καρδίας τοΰ άνδρός, άποβαίνίΐ χαί ή
94
ιιυθώον,ς τ.ο'ο; τχ τΐτηνά λατρείχ τού κα'ι άκρα εϋϊΐσθϊ|τία, πολ-
λάκίς δγΐΜΐοτιεύτχντος χισ'ίηυι.χτιχώτατχ άλλά /.αί πλήρη (ϋΐιυτι/.ής
■ϋ Λχια-,ϋ , Ι τή; Λεγεώνο; τής 1"-ή; κα'ι
ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΑΛΑΙΦΡΟΝΑΣ
μέσω ημών -ών ευγενεστέρων έπιζών ε'ιςέτι δ
ζολίό; βουλευτής Άττική;, ό έκπροίωπών την
αθχνχτον εκείνην γενεάν τής έποποιια; τοϋ 21, ής
πχοχμένει ζώσχ άνάμνησ:; κχί σεπτόν σέανωαα,
οΰτωςί αναποσπάστως πρός την νεωτέραν ελληνικήν
ίττοριαν, ώ;τε δ έπινειρών να ΰποτ^πώτ7| πλήρη την βιογρχφίχν
αύτοθ, 6' αναγκασθη νά άνχγράψϊ) άτελευτήτους αυτή; σελίδας.
'Αλλ' ο5τε δ "/ώρος οίίτε δ σκοπος τής Βιογραφικής
Π ι ν α κ ο 9 ή χ η ς τού ήμετέρου Ή μ ε ρ ο λ ογ ί ο υ έπιτρέϊτουσ'.ν
ήαΓν τουτο,διό θέλομεν προςπαθήίει 8·ά νεν.κών μόνον γρααμών
να παρασχωμεν ααυδραν ε'ιχόνα τοϋ σεβχτμίου -(έροντοζ.
Ή έπανάστχσις τοϋ 21 εΰρεν άχααϊον καί σΐριγώντχ ε'ιχοσαε-
τή νεανίαν τ'ον Καλλιφρονάν, όςτις, ένω δ πατήρ αΰτοϋ εν*
μήνα πρό τοϋ έν 'Αγία Λαύρα έθνΐχοΰ χηρύγματο; διετέλει έγ-
τειών αυτού. Μετα την α-ηοχαταστασίν τοϋ Έλληνιχοΰ βασιλείου
ό νέος Καλλιορΐνχς ύπΤιρέττ,σεν ώς δ'.ο-.Λητικός ύπάλληλος είς
δ'.χφόρου; βέσεις. 'Αλλ' ή ένεονός πολιτιχή τού Εστορία άονετχι
στορια αρ·χετχι
____95_____
από τής ελεύσεως τοΰ "Οθωνος, ότε, όρισθέντων των ό.;ίων, ή
Άττική είςήλθεν υπό την διοίκησιν τής 'Ελλ. Κυβερνήσεως.
Έκδοθέντος τοΰ τ.ε~Λ δήαων νόμου κα'ι ενεργγ,θείσης τής πρώτης
έκλογής "Αθηνών, ό Καλλιφρονας ανεκηρύχθη δημοτικάς συμ-
(ίουλθϊ καί εξελέγη άμα πρόεδρος τοϋ συμβουλίου. Φύσει φιλε¬
λευθέρας κχ! εΰθαρσή; υπήρξεν έκ των σφοδροτέρων αντιπολι¬
τευομένων κατά τής δυναστείας τοΰ "Οθωνος. είς ού την έκθρό-
νίσιν μεγάλως συνετέλεσεν |·.ί; την μεταβολήν τής 3'·; 7βρϊου
διεόραμάτιτεν όμοΰ μετά τοΰ Σκαρβέλη καί Καλλέ;γΥ) σπουδαιό¬
τατον αέρος, διότι είς αυτόν όφίίλεται κυρίως ή εξέγερσις τοΰ
λαοΰ·κατά την ιστορικήν εκείνην νύκτα."Εξελέγη αλληλοδιαδόχως
πληρεξούσιος έν τή Συντακτική Συνελεύσει, μέλος τής επί τής
συντάξεως τοΰ Συντάγ,/.ατος κα'ι τοϋ Έκλογικοΰ Νόαου Έπι:ρο-
πής,:ίτα βουλευτάς είς τάς τό πρώτον ένεργηθ-ίσας εκλογάς κα'ι
άντιπρόεϊοας άπό |Λερους τής Στεριας. Έν τή έπθαέν/| βουλευτική
περιόδω εξελέγη κα'ι αύθις βουλευτής μεθ'δλων των φίλωι τού,
ένεκεν τής υεγιστης έπιρροής ήν εί^εν άποκτήσει παρα τώ λαώ
"Αττκής, έγρηυ-άτ·σε δέ κα'ι ύ-κουρ·(Όί των Ναυτικών υπό τόν
ναύαρχον Κανάρην. Τώ 1801 κατηγορηθείς ώς συνωαότης έκ
των έπιδιωκόντων την εξωτιν τοΰ Όθωνος, έφυλακίσθη μετ'
άλλων πολλών είς τάς φυλακάς τοΰ Μενδρεσέ, καί εκεΓΟεν μετη-
νένθη είς Κύθνον,ενθεν πάλιν,αετά την σφαγήν τοϋ Λεωτσάχου,
Σκαρβέλη κα'ι Μωραιτίνη, ήχθη εις την έν Μυκόνω μονήν τής
Τουΐλιανής. ΈκεΓθεν, νετά τεσσάρων μηνών φυλάκισιν δοθείσης
αυ.νΥ|ττείας. επανήλθεν είς Αθήνας, έπιφοβώτερος ήδη πολέιχίθς
κχτά τής Λΰλής, γενόμενος τα χίιτροΊ των έπαναστατικώ/ κατ'
αυτή; ένεργειών κτι'ι ι,ιεταβαλών τάν οίκον αύτοΰ ε·ς έντευκτήριον
5λης τής όμόφρονος νεολα·ας τής έποχής έκείνης. Την έποαένην
τής 10 Όκτωβρίου. καταργηθείιη: τής βασιλε'ας τοΰ Όθωνος
κα'ι τής άντιβασιλείας τής 'Αααλίας, έλαβε μέρος έν τή έπανα-
στατική κυβερνήσει ώς ϋπουρ^Ό^ των Ναυτικών μετά των χορη-
^.^>,..ι ^,ΧλιΤι, τ-λγ ρ.τΓνΜττητ.·ϊί7£ί.ι;. εττιδους αυτο; υ,αλιστα τώ
ρεξούοιος, πολλάκις δ' έκτοτε προεκλήθη ώς ϋπουργός, έπανει-
λημαένω; έϊελέγη ■πρόεΖρος τής Βουλής χαί άείποτε άνακηρΰσ-
σεται πρώτος βουλευτής έξ Άττιχής.Ό πολιτικάς βίος τοΰ Καλ-
λιφρονά υπήρξε πλή"ί,ς δράσεώς κχ: έργων πάντοτε, ώς δηαο-
τΐχός δέ ά;-/ων, έκ των πρώτων απο τής ιδρύσεως τοΰ Βασίλειον,
εύηργέττ,ιεν άληθώς την πόλιν των Αθηνών, διότι είς αυτόν
όφεϊλεταΐ ή ανέγερσις τή; πρώτης μεγάλη; δηαοτικής Σχολής
των αρρενων, τό Δημοτικόν Νοσοκομείον, τό Α"' Νεκροταφείον,
χαί πλεΓστα άλλα εργα, έφ' οΐς ό δήμος ευγνωμονών άνήρτησε
Γερόν των, ώς τον αποκαλοΰσιν, οιναδειχνυοντες αυτόν παντοτε
πρώτον βουλευτήν. "Οφείλομεν 8ε νά σημειώσωμεν καί τονχο,
ότι καθ'άπαντα τόν δημόσιον αύτοϋ βίον, εξ ολων των ααωμάτων
οι' ών άείποτε έτιμήθη ώς ύπάλληλος διοΐκητικίς, ώς δημοτίκός
άρχων, ώς βουλευτής, ώς ύπουργός κλπ. εξήλθεν άσπιλος, χαί
έν ημέραις αάλιστα πονηρακ, καθ' άς έπολιτεύετο πανίσχυρος,
ασπιλος άληθώ; καϊ μέ λευκάς τάς /εΓρας ώς είνε λευκή ή
■πολιά τού κόαη χαί ή φουστανέλλα τοΰ αγώνος ήν φέρει
έκτοτε.
Κ ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ
[Ί4; ε·τ»,« ι. «./ Ι7Ι.|
)ΝΗΚΩΝ είς μίαν των έπιφανεστέρων χαί πλουσιω-
τέρων ο'ιχογενειών τής Ηπείρου Ό χ. Κωνσταντίνος
Καραπάνος εγεννήθη έν "Αρτγι την Ιην Μαρτίου
τοϋ 1840. Λιανύσας τάς πρώτας έγχκχλίους σπουδάς
έν Ίωαννίνοις χα'ι Κερκύρα μετέβη είτα είς "Αθήνας, ένθα μετ*
ενδελεχείς μελέτας, άνηγορεύθη, (λόλις ε'ιχοσαετής, διοάκτωρ
τής Νομιχής τοΰ Έθνιχοϋ Πανεπιστημίου. Μεθ' ο απήλθε είς
Παρισίους, ένθα επί τριετίαν συνεπλήρωσε την τε επιστημονικήν
χαί έγκυχλοπχ,.διχήν αυτού μόρφωσιν. Πεπροιχισμένος άτΐό φύ¬
σεως δι' έξόχιίυ έπιχειρηματικοϋ χαί τραπεζικοϋ πνεύματος χαί
ενεργητικότητος άκαταβλήτου επεδόθη είς το τραπεζιτιχόν στά¬
διον ου κατήρξατο έν Κωνσταντίνουπόλει τό 18(54, νεώτατος ετι,
ώς Γενικός Γραμματεύς τής τότε ίδρυθείσης Τραπέζης υπο τόν
τίτλον ΐι Γενική Έταιρία τοΰ Όθωμανικοϋ Κράτους ο. Είς
την θέσιν ταύτην διεχρίθη διά τε τό ιΐρακτϊχόν αϋτοΰ πνεΰμα,
την διοικητιχήν^ ίκανότητα χαί την τραπεζιτικήν Ίδιοφυίαν,
προςόντα, άτινα έξησφάλισαν αύτω αρίστην ύπόληψιν παρά τί)
έκλεκτγ, αύτόθι κοινωνί» καί ήνέωξαν στάδιον εύρυτέρου μέλλον'-
τος. Τω 1867 συνΐεθεις ?ιϊ γάμου υεθ' ενός των διασημοτέρων
έλληνικών οΐχων τής Κωνσταντινουπόλεω:, τοϋ Χριστάχη έφέν-
Κ ΚωνστΑΝΤΟΠΟΥΛΟ2
97
τοϋ 1876
είς
καί
Ι. (Γ,-|- "-' !--/„·"
■οΰ 1876, όπότε, παραιτη3ε!ς τούτων, μετέβη καί αποκατέστη
ι; Παρισίους, ποδών νά έ-ιδοθή κα'ι είς ίπηττ)αθνικας ασχολίας
:αί κατ' εξοχήν περί άρ/αΐολογικάς μελέτα:, καθόσον ό χ.
... . Ούχ ήττον _ ____/ _, .._......
σφορως ενδιέτριψε καί περί αλλα'ζητήαατα κατά'τήν έν Κων
σται/τινουπόλίΐ διατριβήν αύτοϋ, είτε περί των έλληνιχών γραμ
ματων , είτε περί των συμφερόντων τοΰ εθνους τω παρεί/ετο
εκάστοτε εύχαιρία, διατελέσας χαί μέλος τοϋ ΈθνιχΌΰ Συμβου-
λίου χαί πρόεΖρος τίΰ αύτόθι Έλληνικοΰ Φιλολογικοΰ Συλλόγοιι.
Τω 1876 ηδυνήθη νά πραγματοποίησιν εν διακαές αύτοΰ όνειρον,
οπζρ διέκαιε τα στήθη τοΰ φ'.λοπάτριδ'ος καί φιλαρχαίου άνδρας,
οςτι: εξ αδιαπτώτου ένθουσιασμοΰ καί αανίας ίερά; πρός τάς
παραδόσεις καί τα κειμήλια τής αρχαιότητος, μετέβη είς "Ηπει¬
ρον καί ιδία δαπάνγι ενεργήσας έπιτυχεΓς ανασκαφάς ανεκάλυψε
τον ναόν τής Δωδώνης έν τή εΰφόρω κοιλάδι τής Τσαρακοβίστης
κα: ήγαγεν εις φώς τα έρείπια τοϋ περιφή«.ου μαντε'Όυ τοΰ Διός,
πλεΓστα δέ όσα άναθήματα, ήτοι άγγεΓα καί λυχνοστάτας έκ χαλ-
"οϋ, τρί7ΐοδας καί στεφάνους, βραχιόνια, ένώτια, κάτοπτρα, δπλα,
κοσμήματα, χαί εν γένει μεγίστην καί περιεργοτάτην συλλογήν
αντικειμενων αναγομένων περί την διακονίαν τοΰ χρηστηρίου τοΰ
Διός, εν οίς αξία ιδιαιτέρας προςο/ής είνε σειρά αιχρών ι/,ολυ-
οοινων πλαχών πζοερχομένων εκ των άρχείων τοΰ ναοΰ, καί έφ'
ών οί προςεργόμενοι καί διαπυνθανόμενοι τό οιαντεΓον ένάραττον
το κείμενον των έρωτήσίων , άς άπηύθυνον πρός τόν θ=όν. Αί
αναχαλΰψεις αυται τοΰ ναοΰ τής Δωδώνης. τοΰ ότζοίου καί αυτή
ή τοποθεσία ήαφιιβητεΓτο πρότερον, πρίν ή έπιχειρήσγι τάς εΰ-
σεοεΓς αύτοΰ ερεύνας ό χ. Καραπάνος, έ'/α:αχτηοίσθησαν ώς
σπουδαιόταται καί εθαυμάσθησαν υπό των σοφών τής Εΰρώπης,
διότι μόνον χάρις είς τα πολύτιμα ταυτα μνηαεΓα ή άρχαιολο-
γική επΐστημη δύναται νά είςχωρήσ·/) ήδη ασφαλέστερον είς τα
παρασχήνια των χρηστηρίων καί νά άνεύργι τόν ένδότερον θρη¬
σκευτικόν βίον, ήτοι την πρώτην κοιτίδα χαί τάς πρώτας έκδη-
λωσεις τής άρχαίας έλληνικής θρησκείας. Περί των άνασκαφών
τούτων ό κ. Καραπάνος έφιλοπόνησεν, έκδοΰς είς την γαλ-
ΓΙΟΝ ΤΟΥ
λιχήν, το γνωστόν περισπούδαστον αύτοϋ σύγγραμ,αχ περί Δω-
δώνης, παραβεί; συν τή επιστημονικαί περιγραφγί και άπει-
κονίσματα' όλων των εν τω ναώ άνακαλυφθέντων μνημείων.
Τό σύγγραμμα τουτο γενόμενον δεκτόν μετ" ένβουσιασμοϋ εις
τοίις χύκλου; των σοφών περιήψε μεγίστην τι;χήν είς τόν κ.
Καραπάνον, περί ού οί σύγχρονοι συγγραφεΓ; ποιοϋνται εύφημο-
τά,την μνείαν. * Ούτω; ο χ. Καραπάνος εγένετο μέλο; αντεπι-
στέλλον τοΰ Γαλλ'.'χοϋ Ίνστιτούτου χαί πλείστων άρχαιολογιχών
έταιριών τή; Γαλλίας, Γερμανίαν, κλπ. Δείγμα τής προ; την αρ-
ναιολογίαν είοΊκής έπιδόσεω; χαί έπιζήλου λατρείας τοΰ άνδρός,
πρόχειται ή πλουσιωτ,ιτη και μοναδιχή, πολύτιΐΛο; δέ υπό πά¬
σαν εποψιν, άρχαιολογική συλλογή τού, ή άποτεθησαυρισμένη
χαί ταξινομηυιένη έ·ν τώ έν Αθήναι; επί της όδοΰ Σταδίου μ.ε-
ΣΗΜ__ΠερΊ των σπουδαιότατον τούτων άνακαλύψεων τοΰ έν Δω-
δώνη ναοΰ υπο τοΰ κ. Καραπάνου, πλήν αλλων, κα ό έπιφανης ΟΙΐ.
ΠίιΊιΙ άφιεροΓολοκλήρους σελίδας έν τω άρτι έ/δοβέντι ονομαστή συγ-
γράμματι αΰτοϋ ϋπί) τόν τίτλον ΕχουΓβίυη» Α Γ ;; Ιι β ι> Ι ο ;; ϊ·
ι) ιι 6 5 οιι Ο Γ β ο β. 'Αλλ' ό χ. Οϊρΐιΐ άναμφιθόλως άρνιεται τας πλη¬
ροφορίας αΰτοΰ χατα το πλεΓστον έξ αΰτοΰ τοΰ περι Δωδώνης πολυ-
κρότου συγγράμματος τοΰ κ. Καραπάνου, πσραλείπει δέ, έξ άγνοίας
βεβαίως, να άναφέρ/] χαι περι όσων, μετα την έκδοσιν αΰτοΰ, περιήλ¬
θον εις την αρχαιολογικήν Συλλογήν τοΰ χ. Καραπάνου έκ των με-
ταγεν.κ:τέρυ'' έρευνών αύτοΰ έν τω ίερω τής Δωδώνης. Σημειοϋμεν
όθεν τα σπουέαιότερα των ύστέρων τούτων εύρημάτων, έξ ών αξια
ιδιαιτέρας μνείας εισί τα όπλα άτινα ό ΙΙύρρος νικήσας τους Ρω-
μαίους έλαβε ^λάφυρα και αφιέρωσεν είς τον ΔωδωναΓον Δία δι1
ιδιαιτέρας έπιγραφής. Τα όπλα ταυτα εισί τα μόνα σωζόμενα έξ ίστο-
ρικής μάχης. 'Αλλ' έκτός των έκ Δωδώνης άποτεθειμένων κειμηλίων έν
τη μοναδιχή Συλλογή τοΰ χ. Καραπάνου,εΰρηνται άποτεθησαυρισμένα
χαι «λεΓστα άλλα άρχαΓα άντιχείμενα, ών ή μνεία κα των κυριωτέ¬
ρων μόνων ηβελεν αποβή λίαν μακρά. Ώς ίδιαζούσης όμως σπουδαιό¬
τητος αναφέρομεν ενταύθα τα πήλινα αγαλμάτια άρχαϊχής τέχνης τα
παριστώντα υπό ποικίλας μορφάς την 'Αρτέμιδα, και άτινα ό χ. Κα.-
ραπανος εύρε χατα τας ϋπ' αύτοΰ ένεργηθείσαο εσχάτως έν Κερκύρα
.___99___
■γάρω τού Θά διέφευγεν εντελώς τα όρια καί τόν σκοπόν τοΰ
βιογραφικοΰ ωδε σηαειώΐΛατο;, εάν έπινει^οϋνεν έστω χαί απλήν
-περιγραφήν τή; σπουδαιοτάτης ταύτη; συλλογής τοϋ κ. Καρα¬
πάνου, ήτιςέστί καί ετται εί; μέν τοΰ; φιλαρχαίους σττάνιον έν-
τρύφημα εί; δέ τοΰς άρχαιολόγου; ιηγή άνε;αντλήτου μελέτης.
Έν Παρισίοις διαμένων δέν επαυσεν εργαζόμενο; ίδιωτιχώς
υπέρ των έθνιχών ϋποθέσεων, σπουδαίας δέ ΰπη:εσίας προςήνεγ-
χεν, όλω; άθορύβως χαί υπό τόν μυνόν τής μετριοφρ&σύνης, είς
την άνώμαλον θέσιν τής Ελλάδος χατά τό έν Βερολίνω Συνέδριον,
επωφελούαενος των ιδιαιτέρα,-/ προσωπικών σχέσεων, ιι'ων συνε-
■δέετο στενότατα ,υιετά τοθ άντιπροσώπου τή; Γαλλία; Βα8ιγ-
κτώνο;, είς οί ώς γνωστόν την πρωτοβουλίαν όφϊίλεται κατά
μέγα νέρος ή συααετοχή τή; Ελλάδος έν τω Συνεδρίω, καί έκ
τής στενής σχέσεως μετϊ τοϋ τή; Αυστρίας κό[Λ·ητο; 'Ανδράσση.
Μετά την άιομοίωσιν δέ των τή Ελλάδι υπό τοϋ Συνεδριον
έπιδΐκασβέντω/ μερών τής Θεσσαλία; /αί 'ίίπείρθί}, έγχατέ-
λιπε τοίς Παρισίους /.αί άποκατέστη εί; 'Αθήνα;, έπιδυμών δέ
νά προςφέργι χαί πρακτιχωτέρας υπηρεσίας είς την πατρίδα απε¬
φάσισε ν' αποδυθή καί είς την ένεργόν πολιτικήν, ούτω δέ άπό
τοϋ 1882 παρακάθηται έν τω έλληνικω κοινοβουλίω ώς βουλευ-
τή; της ιδιαιτέρας πατρίδος τού "Αρτης. Ώ; πολιτ:κό; ά.ήρ £
κ. Καραπάνο; δύναται νά θεωρηθή ώς ύπόδειγμα σώφρονος καί
μετριοπαθοϋς πολιτευομένου, άφατριάστω; καί απο πεποιθήσεως
ακολούθων καί ύποστηρίζων τα; άρ/ά; αύτοϋ, ώ; μαρτυρούσιν αί
■πολλαπλαΓ άγορεύσε:; -ου κατα την τελευταίαν βουλευτικήν
•περίοδον, καθ" ην πολλάκι; έλαβε τόν λόγον επί πάντων των
σχετικών ζητ'Γ|[χάτων, των εκάστοτε συζτ)τΤ|Οέντω' εν τή Βουλή
καί άΐιορώντων είς τα ο'ιχονοαικά τής νώρχς, αναδειχθεί: αείποτε
ϊγχρατής καί τής πολιτιχής καί τής ο'ικονοική; έπΐστήμη; Α:
αγορεύσει; τού αύται, δι* ών είς πλεΓστα ζητήματι έπιχέει ικανόν
φώ; χαί ύποδειχνύει τα πορίσαατα τής Ιδία; πείρα; χαί των
άπείρων γνώσεων αΰτοΰ, έδτ,μοσιεύθ·ησαν εσχάτως εν 15ίω όγχώδει
τόαω, αποτελούσι δέ μνηιχεΐον τής πολιτείας αυτού άξιον ιδιαι¬
τέρας ■κροςογης καί εκτιμήσεως.
7*
100
ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ
Γΐίι ς-χ,νΐ :.. »,λ. 2211
ς, ΣωτιΠΡ|ο? Σωτηρόπουλο; εγεννήθη κατά τό τέλος τοϊ
^ 4^;0 έν Πάτραις, ένθα μετά την αποκατάστασιν
/τ των πραγμάτων δΐακούσας τα έγχύχλια μαθήματχ
* « Χαι *α^ων απολυτήριον ΓυμνασΙου κατετάνθηείς την
ολιχην Σχολήν τού Πανεπιστημίου, ε'νε,.α δμως ασθενείας
ηναγκάσθη να διαχόψτ) τα; σπουδάς τού χαί είς'ήλθεν είς την
Οικονομικήν υπηρεσίαν, έν ί, προαγίμενος από βαθμοϋ είς βαβ-
μρν έφθασεν ανευ δ.οχ-.πής μέχ2. τή; θέσεως τοΰ Γεν. Γρααιια-
««-.. Κϊτα^το ετος 1850 ένυμφεύθτ, έν Τριφυλία ένθα καί απο-
χατϊστα^η έκτοτε συνδεθείς διά σ^ενής συγγενείας ^ετά των
επισηαοτατωΜ τοθ τόπου οίκονε.ειών
Μετάτήν αεταπολίτευσ,ν τοϋ Όκτωβρίου, ότε έμειναν έλεύ-
«Λέ«™ "■'γα'"' 1 ?βΤι πλϊΐΡ«5βώ»« Τρ,φυλίας, Ικτοτε δέ
«λεγ,ται παντοτε βουλευτής χαί είναι ίσως δ μόνός ,τολ.τικος
ανηρ οςτ,ς^ παραχαβνα. δ,αρχώς έν τω Βουλευτηρίω. Όλίγους
^μ"α - Τ'6.Χλ°γΤ'ν ΤΟϋ ^^ηρεξουσίου Ιλαβε αέρος ώς
τ"ν .ΟΐΧ°^^χών ''« ™ υπό τόν ναύαρχον Κανάρην
, εις το οποίον εξήλθον ώ; ύπουργοί ό κίία(.«ν8οϋρος.
^"^ **' * >ν^έας Αόντο; Μ.τλ ταότα εγένετο
^ πά".°τε. ^ Κο^°«-.οΰρον, τού όποίου υπήρξεν
ΐλθςΧαΐσύ"/οΤ^ «ι ό οποίος σφοδρά έλυπε^ο,
«^ Α'ή ήν
«?ο ίΐτ»™,!," "' · χ:'/.ΤΐΤο' των κομμάτων τώ προςέ-
ήγ
™ ? βχνά,ο» τοο χαι Μ.
δέν ηθέλησε νΓ-!Τ > νΛ,αν6?5;- Μετί£ τβν «άνατον αύτοα
τοϋ συστήαάτος τοϋ χ Τ Ρ · υλία; α^ιπολιτευομένων χατά
Περίοδον. *ερ[εστο-^α^ 'ΒγΡΧί ^ ώ
νούν αναγκαίαν τί δπ» Γ ° , Ους, Μ*υτας, οί οποΓΟΙ
Τ αν την υπαρξιν χα{ τρίτοι> χ(5μματος ^,
101
3ίν έθεώρτ,σε συμφέρουσαν την δινοτόμηιιν τή; 'Λντιπολιτιύσιως
καί ύττε/ώρησεν είς τόν :τρώην Πρωθυπουργόν
Ώ; Τιιηυιατάρχης, Γβν. Γραμματεύς χιί "Γπουργός είςήγαγε
•πολλαί βελτιώσεις είς την οίχονοαιχήν υπηρεσίαν καί ιδίως βΐς
τόντελωνιχ/όν χλάδ-,ν. "Εργον χΰτοΰ είνε ό π:ρ'ι άποζηΐΑΐώσεως
Βχσιλείου. Άλλά τό ΪιΌιαχ τού Σωτηιοπούλθυ χχτέιτησχν αγα¬
πητόν κχΐ δημοτικόν χαθ' όλην τή-/ Ελλάδι, ιδίως δέ ίν Ιΐελο-
ιτοννήσω, οί -αρ' αΰτοϋ συντα/θέντβ; χΐί ύποστηριχβέντε; κατά
το 1,171 Νόιιοι περί οιχνο,χής χαί οιΐθέσεω; των έβνιχών γα·ών
χαί έθνικοίδιθ/ΐτήτων ιυτειών. Διά των νό'χυιν τούτων αποκατε¬
στάθη ό Ελληνικάς λαός χαΐ εγειναν Ί8ιο«τήται μυριχδες 'Ελλη-
νιχών Οίκογενειών, αί ίποΓαι τιρότε^ο·! έχχλλιέργουν ώ; ίουλο-
■πάροιχοί την γήν. την όποιαν οί πατί.ι; αύτω·/ είχον έλευβερώσει
διά νύσεως /ει;χάρ:ων αϊαατο; από τοΰς Όθω;χχνού;. Την διά¬
θεσιν τούτων είχον άπο5Ζ7!ΐΐ! αί επί τοϋ ίερ^ΰ αγώνος 'Εβνιχαί
Συνελεύτεις χαΐ ιτ/ον ν/υστήσίΐ όλαι χί ζχόλουΐοι Συνελεύσιι;
χαί Βουλαί, άλλ' εί; τϊν Σωτηρόπουλον έπεφ^λάστετο ^ά ιΰρ>)
τον τρόπον, δι' ού χατωρθώήη νχ πρχγμ.χτο^οι·ηί·/) άνευ ιΰβυνης
τοΰ δηιιοσίου χχί χωρίς νϊ προηγηθώσιν χί πχρ' χλλων άπα-
-χίτητοι Ο'ωρούυιενχ! χχτχμετρήΐει; χχϊ εχχχθχίίσι·.;.
#Ό Σωτηρόπο Αίς, μή ε/ων τέχνχ, ζών δέ ,αι,τχ παραδειγμα-
τικής λιτό:ητο'. χατ:ιχεΓ εν Άθήνϊΐί, διί:χΐτχι δέ τοίι; αήνχς
τοΰ βέρου; έν τινι χτήαχτι, τό οποΐοι ε/ει »ίς τό παρχλιον
τή; Τριφυλίχ;. 'ΚχεΓ ιύριτχόμενο; γιχαχλωτίσθ/) χχτχ τόν
Ιούλιον τοΰ 1866 υπο συιχαορίχ; λ/,'ΐτών κχί έχ^χτήβί, πίριχ-
γόυιενο; άπό 3:ους είς ίοοζ ίπί τριάχοντχ εξ ημέρας, δέν άπε/ύβτ,
4έ ε'ιυιή ά»οΰ έπλήοωσεν ή οΊχογένειϊ τού ΙιΟ,ΟΟΟ 8ρχ/μών εί;
τόχους Τάς περ πετείχς τή; χ'ιχμχλωιίΐ; πιριέγραψεν ό ίδιο;
έν ήαερολογίω, τό όποΓον χαί σήαερον άνχγινώσχεται αετ' ένδιχ-
βέΐοντος "Ενεχχ τής αίχαχλωτίι; τχύττ,ς νχγχχσ6η νά νϊν·/·,
επί υίχν οεχαετίχν Διευθυντή; α·.χρχς άσφχλ'ϊτιχή; 'Εταιρΐχ;,
ί ι τώ ι άιτοδν/ών τής έποίχς χατώρβωΐε νά κτίστ) έν 'Λθήνχι;
ο'ιχίαν. έν ■}, χατοιχεΓ.
Καταγί/ετχι ιδίως ί'ις οίχονομιχάς αίλέτχ;, Βοηβούαίνος χαί
άπό την ανάγνωσιν Γαλλιχ.Τ,ν ϊογγρχοι.υιχτων έχτό; τής μεγχλη;
102
7
>* ««ήμης χά! 8,χ
?'«™Κ>**Τ" Σοθτσον,
ΦΩΚΙΩΝ ΝΕΓΡΗΣ
|"Ι4ι ΐ·«ον« ίν ,α 272]
συντελε-
ϊ ήρ,
.χν,κης νχολής, λαβων
ίΡ "αί οίχογε ε,αχΐ · ' ~ Πε-βιχ,βμίνβς άπό φύσεως
«•Χ·* π*ρ,τγηβητ«2δ π ^^^ §ί- ^'λίψ«ωί ευρεί,; χαί
Ρ·»ί αγνώ
«« -ην Έλλάδα,
^« « την
«.ριώνυμβ¥
ί
μλΐϋσ,ς των
,είΟυτγ1ί ε^ έαυτί] θησαυ-
:^6"5, Δι°. φΛο'δβξών νχ
ι^Ρ*'**, «« τήνπατρίδα,
ρμβ¥ ΐνπ, ,^ΓνΡΤ
αββ Γηίηβ.) έπόβεν ΠΓ '' Σχ°λήν τών Μεταλλ.στώ.
^Τ? 18
•™» οε χά ι εχ τι
τα σπουδαιότε=3
1χήν
ν τ
? 1872
ών Π£?1ελ-
·Αγγλ!ας χαί Γ ;ανία
πλουτου ά
γνώσεων έφωδιασμένος επανήλθεν είς την Ελλάδος τω 1873,
προςληφθείς αμέσω; υπό τοϋ αειμνήστου Δεληγιώίγη, διαγνόντος
καί εκτιμτ)σαντος τα σπάνια προςόντα τοϋ νεαροϋ έπιστήαονος,
ώς γενί,κός εγορος τή; κυβερνήσεως παρά τί} 'Εταιρία των Με-
ταλλουργείων Λαυρίου, είς θέσιν τ^ΰτέστι μεγάλης έυ.π·.7Τθσύ-
νης, ής δ χ. Νέγρης ανεδείχθη άξιος άληθώς, διότι ευθύς έξ άρχής
κατώρθωσε νά σώση τα λαυρεωτικά εργα από τα άσύνννωστχ
χαί όλέθρια λάθη τοϋ άγγλόυ όρυχτολόγου "Ανΐτεδ, ίίν ή Έται-
ρία των Μεταλλουργείων, παρά την συμβουλήν τοΰ κ. Νέγρη,
εΐχε καλέσει έξ "Αγγλίας, χαί των έργων τοϋ όποίου,ιχετά άσχο-
π&ν δι αύτά δαπάνην ενός έχατομιιυρίου, έπελήφθτ, ϊιχει-
λίκτου έλέγχου, χαταδείξας μίαν πρός μίαν τάς πλάνας τοϋ
"Ανστεδ, 2ν έν τέλει ή Έταιρία ηναγκάσθη νά άπολύσν). Ούτω
δέ εσώθησαν άπό άφεύχτου χαταστροφής καί των μετόχων χαί
τοΰ εθνους τα συμφέροντα, έφ' ω το Συ,αβούλιΐν τής 'Εται;ίας,
αναγνωρίζον την έκτακτον ίκανότητα, την θετικήν εύρυαάθίΐαν,
την παρρησίαν, καί τοϋ χαρακτήρος τό ακέραιον, παρεκάλεσε,
ορονίμως σχεφθέν, τόν κ. Νέγρν,ν ν' άναλαβγ) την διεύθυνσιν
αυτής. Καί δέν έψεύσθη των προςδοχιών τού. Διότι ώς Διευθυν¬
τάς τή; 'Εταΐρίας των Μεταλλουργείων Λαυρίαυ 4 χ. Νέγρης,
επί δεκατετραετίαν σχεδόν άπό τοΰ 1874 μέχρι τοΰ 1887 παρα-
μείνας έν αυτή, ϋπή;ξεν ό σωτήρ αΰτόχρημα τής εταιρίαι- Πλήν
των πολλαπλών χαί πολυτίαων ύπηρεσιών άς προ:ήνεγχε, χαί
ών θά άπέβαινεν άδύνατος ή λεπτο,υερής αυτών μνεία είς τα στενά
ωδε 8ρια τής παρούση: βιογραφ·χής σηυιειώσεως, ό κ. Νέγρ·ηί
κατά τό διάστημα τής διευθύνσεως των Λαυρεωτιχών έργων ελυσε
τό ζωτικώτατον διά την Έταΐρίαν ζήτημα τής τήξεως των έχ-
βολάδων, είς την όποιαν είχον άποτύν/ει πάντες οί πρό αΰτοΰ
άσχοληθέντες. ούτω δέ εσωσε την 'Εταιρίαν άπό βεβαίας καϊ
άναποδράστου χαταστροφής. Έπίσης είς τοΰ χ Νέγρη τάς πε-
φωτισαένας χά! άνενδότου; προσπαθείας όφείλεται ή χατασχευή
τοΰ Σιδηροδρομου Άθηνών-Λαυρίου, χαί ή είς τάς χγορα,ί τής
Εΰΐώπης ε'ιςαγωγή των μαγγανιού/ων μεταλλευαάτων σίδηρον
Λαυρίου. ών τοσαύτη έκτοτε καί ά/ρι τοϋ ϋ' γίνεται κατανά¬
λωσις. Ό κ. Νέγρης κατά την παρελθούσαν βουλευτικήν περίο¬
δον επί τέσσαρα ετη άντεπροςώπευτε τόν Νοιιόν Άτπχής χαί
Βοιωτίας ώς βουλευτή;, άναδει/θείς χατά τα; εκλογάς τοΰ 1886
υπό τής άγάπη; καί τής είλί/ρ'.νοΰς εκτιμήσεως των έχλο- έων
ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΓΓΕΡΙΝΟΣ
|"Ι4ι ίΐχονα ϊν σι>. ·>56]
κ Ανδρας Αΰγερινό; ύπε?6άς ήδη τό έςηχοστόν
ΐεμπτον ετο; τής ήλιχίας τού είνε μία των συμ-
Γχβεστερων χαί προςφιλεστέρων φυσι'ογνωμιώ·» τ'οθ
ελΑτ,ν!χοΰ κ-.ινοβουλί·.υ , έν & παραχάθηται επί
ταετ·.αν χαί έπέχεινα συνε/ώς' ώς άνιπρόςωπος
τού επαρχίας Ήλείας, εξ ής
ιτερων χαι
πολ'.τευόμενος
·, -■■—ι ·ι ι—..— ■..|^ καί γρααμα-
-ί αντ-.χρόεορο; τής Βουλής τώ 18Γ>8 καθ"
πσβτισιν τ7. Σκιαδίχά, ϊζνεν'* ' '
θκτωβριχντην
ίτΠών' χ7-νυ?Μ3ε μΕγ.άλως β^«Ρ«« αποτελεσματικώς
Ϊ..*.:Τ ."^.^ν χ» «.α,ήατων ττολ,τευτών Βούλγαρη,
. Κληθείσης δέ είτα τής
ξούσιο; οιϋτής καί νομάργης
.; τ^ν Π.1—Λ ! ^ .Χ.ωττ'" Αύΐ^ «?ι
Ν'ήσους την Γ^λοπόννγ,
. Εχτοτε ών μέλος τής Βουλής
κχθ' όλας σνεο'ον τας βουλευτιχά; περιό5ους [ΐέχρι τής σήμερ
«χρημάτισε δίς ύπουργός επί των Ναυτιχών, δ'ις επί των Έχ-
κλησιαστιχών χχί δίς επί των θ'ιχονομικών. Διχάκις έξίλέγη
Πρόε5ρος τής Βουλής, έν αίς χΐί χατά την Οικουμενικήν Κυ¬
βέρνησιν καί κατά την ΤΓροςίρτγιτΐν τή; Ηπείρου χα'ι θϊσια-
λίας. Ώς ιτρόεοροί τής Βουλής άπολαύει ά;χερίστου συμπαβ«ίας
κΐί ελτιαησεως παρ' αμφοτέρων των πολιτικών αερίθων, έπαζίως
άληθώ;, καθόσον ιΐϊντοτί αέν, αλλά χατά τάς θυιλλώδει; πολ-
λάχι; χαί ανωμάλου; συζητήτ€ΐ. έν τή Βουλή, χατέχει την δύ¬
ναμιν ού μόνον νά οιευθύντ, δεξιώ; αύτάς άλλά χαί νά πραύνγι
τα έξβγηγε:αένΐ πνεύαατχ χά! νά πΐραχάαπτί| τα; ΐυ;/ίρείας
2ιά τής γλυχύτητο; τοϋ Τ|θου; χαί τοΰ ε'ιλΐχρινοϋ; σιβασαοΰ, όν
«>; άτομον ένπνέει εί; τοΰ; συνχξέλι,ους τού. Ό κ Αύγερινό;
ιιλήν τοϋ Άνωτέρου ταξιάργου τή^ Ελλάδος, είνε τετιαη·ιένος
έπ'.τϊ); χαί διά των Μίγαλοσταύρων τής Ιταλίας, "Ισπανία; χαί
Τουρ/ίας.
ΙΩΑΝΝΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ
ΓΙ«.
: Ι. «ύ. 48]
ΙΣ έκ των έν τή άλλοδαπί) τιαώντων τό ελληνικόν
{νουι.ΐ ού αόνον δια τόν ΐΐΧοϋτον, όν ιδία ένεΐγητι-
κότητι άπέκττ,σεν, άλλά χ»! διά την μεγαλοπρέπειαν
ΐο6
ραστο; έν τγ) φιλοπονία αΰτοϋ καί άκρΐβής είς πάσας αΰτο5
τάς σχέσεις καί συναλλαγάς, κατώρθωσεν εν τω ζα>·ηρω και πο-
λυδαιδάλω εμπορικώ έκείνω κέντρω τή; Αιγυπτου νχ αναπτύξη
τα προςόντα αύτοΰ προςλτ,φθείς έν άρν/ή ώ; ύπάλληλος παρά τω
τότε διασήμω ελληνι μεγαλεαπόρω Τζ'ηρω 'Επιδοδείς είτα εις
ιδίας εμπορικάς έπιχειρήσεις χαί έξασφαλίσας διά χρηστής κο.ί
ά,υιίμπτου συμπεριφοράς την πίστιν καί την αμέριστον εκτίμησιν
των έν Αιγύπτω έυιπορευουιένων, των τε ζένων καί δμογενών,
ήδυνήθ-η νά θεσ/) τα πρώτα άσφαλή θεαέλια τής χολοσιαίας
αύτοΰ περιουσίας,νά χαταστή 8έ επί τοσούτον γνωστάς χαί προς-
φιλής παρά τω τότε άντιβασιλεΓ τής Αιγυπτου Σαϊδ-πασσά,
όσον ουδείς άλλος έχ των ήμετέρων 6μογενών ί'σω; 5ε χχί
των λοιπών ζένων Εΰρωπαίων. Ούτω δέ υπό την υψηλήν
ΐυνοιχν τοϋ 'Λντιβασιλέω; ηδρυνε βαθιχηδόν τόν χύχλον των έπι-
χειρήτεων αυτού, άναμιγθείς είς τα αύτόθι δηιχόσια εργα, οίον
σιδηροδρομικάς έπιστρώσεις κλπ. έκτοτε δέ εξηκολουθεί όλονέν
ΐΓρθϊγόιχινος. Ό χ. 'Λντωνιάίη; φτ,μίζεται οιά τοϋ ηθους την
ευγένειαν χαί την μεγαλοπρέπειαν τής ζωήςην δΐάγει, κεκττ,αέ-
νος λαμπρά χαί πολυτελή μέγαρα χαί έν Άλεξανορεία καί έν
Παρισίοις, όπου τό θέρος διατρίβει, χαί αλλαχού, σ^ών την υψη¬
λήν τιμήν νά φιλοξενήσγι χατά διαφόρους και:οϋς πολλοΰς βα
σιλίΐς χαί πρίγχ-ηπας , οίον την αϋτοχράτειραν τής Αυστρίας,
τοΰς ,αίγάλους δοϋχας τής Ρο>σσίας »έργιον χαί Παΰλον κλπ.
Πλήν άλλων άγαθθίργιών, άς δέν παύει έπιτελών, διατηρεΓ έν τί}
ιδιαιτέρα αύτοϋ πατρίδι Λήανωπλήρες ελληνικόν Σ/ολεΐον ΐδί?ι
δαπάνγι. Είς την γενναιοδωρίαν τοϋ κ. Άντωνιάδου όφείλεται ή.
τό -κρότον έχδοθεΓσα Ίστορία τοΰ Έλλην εθνους τοϋ ήμετέρου
σοφοΰ^ Κ. Παπαρεηγοπούλου, οαπανήσαντος πρός τύπωΐιν αυτής
ουχ εΰχαταφρόντ,τον ποσόν Ό χ. 'Λντωνιάδης ειν- τετιαηαένος
διά πολλών ξένων παρασήιιων, διατελεΓ δέ πρόεδρο; τής έν Αι¬
γύπτω Ληιινιαχής Αδελφότητος χαί έκ των πρώτων δηαοτιχών
συμβούλων τής νεωστί συσταθείσης έν Άλεξανδρεί* λιεθνοΰς
Δτ,μαρχίας
,,-ίτν
Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΡΕΤΗ
ΔΙΗΓΗΜΑ
— · . . Δέν [Ιαρειέσαι, ,α,πάρπα-Κοσαά ! διέχοψεν ό Χαρίλαος,
ζωηρός δεχαεπ,ταέτης νεανίας, πρωτοετής φοιτητής τίϋ πανεπι¬
στημίου, σοβαρευόυιενος χαί λαμβάνων ϋφο; δογαατιχόν Ολχ
γίνονται σήμερον -πρός τό ίιαθήναι έγώ τί νά σοΰ 'πώ, δεν πι-
στεύω νά υπάρχη άληθινή ά;ετή 'ς αυτόν τόν χόσαον !
Καί εσυρε τό' χάθισμά τού εγγύτερον πρός την βεριχίστραν,
πέριξ τ-ης δποίας συνεσπειροΰτο συνήθως χατά τά; παγερα; εσπέ¬
ρας τοΰ Δεκεμβριού ή οίχογένεια πάσα, άχροωαένη των α^ε)ών
χαί περιέργων διηγήτεων τοΰ άπλοιχοϋ πρειβύτου, απο ετων
πολλών διατελοΰντος εί; την υπηρεσίαν τοΰ πατρός των, ^ τοι»
χαπετάν Μαρχή Ή συνομιλία διήρχει ζωηρά πά>τοτε ^καί^ εν-
διαφέρουσα, πλήρη; άνεχδότων χαί παροιμιών, μέχρι τής επα-
νόδουτοϋπατρός'δτε έχάθηντ επειτα ευθυαοι δλοι είς τό δείπνον.
—α ι.«υ υΐΑΐΛυυ ι_ητ ιλιλ^ιοι » ^«^ "ι Ι ^^ --------- , „ Γ
έχείνας χα'ι ή μήτηρ, τύπος άγαβής χαί φιλέργου οιχοίεσποινης
χαταγΐνομένη είς τό ένδότερον τού οΓχου χερί την προετοιαασιαν
τοΰ δίίπνου „ .
»υ αίΐπνου .
— Ά! > ά με συμπαθάς, παιδ: μου δέν είνε διολου σωστο
αύτό ποΰ λές'ΐ άπε!ρίθη'ό απάρπα- Κοσ,αάς δίίων αυστηρόν χαι
πως έπιπληχτιχόν τόνον είς την βαρεΓαν χαί ήχη«ν φωνήν τού.
— Οδφ ! καύμένε Χαρίλαε χαί σύ! πάντοτε εισαι το "^"ί1*
τής άντιλογίας ! τω παρετήρησε καί ή μιχρά Νίτσα, ξανβηδβ-
κατετρϊέτις παιδίσχη μΐ τοίι; γαλανοίις σπινθηροβόλους οφβαλ-
μούς -ής χαί την λεπτήν αεταλλιχήν της φωνήν^ ^ ^ _
— "Α ! μά βλέπίΐς, ή εΰγενεία τού άπ'έδώ, επήγε τωρχ «τα
ττανεπιστΫ,μιον χαί τα 'ξεύρει πλέον 6λα· εγινε δα σωΐτο; φιλο-
ΐο8____
σοφΐς! προ:έθηχεν ή μεγ-λειτβ;» άδελφή Χαρίκλεια ύποαει-
διώσα πονήρω; /ωρίς ν' ά εγείργ^ τοΰς όφβζλαου; έκ τίϋ χεντη-
ματο:, εί; δ ένησ/ολείτο. ^ ^
—"Ακουσέ, Χα;ίλαε — εσπευ-ε νά εξακολουθήση ό μπάρπα
Κοσαα; συνδιαλλάσσων τα έξεγειρόμενα πνεύαατα των νεαρών
ουνο.αιλητώ". Έτίι δηλοιδή θές νά 'πϊ)ς πώς πρέπει χανένας νά
κάο-τ, τό καλόν ο·/ι γ-ιά νά το ααθαίνγι χαί τόν παινεύγι δ χό-
σμο.-, άλλά νά τό ξεύ;7] χρυφά μέσα ή ψυχή τού χαί νά
ναίρεται.. . ·
— Μάλιστα, αύτό έννοώ, Κυρία, σίι ποϋ -/ααογελας. ύπέλαβεν
4 Χαρίλαο; αποτεινόαενο; πρό; την Χαρίχλειαν Ή τΐ;χή χαί
ή ά:ετή ε/ει αξίαν μόνον όταν βγαίϊγι [Λέσ' άπο την συνείδησιν
χανενό;, χαί ί/ι όταν γίνεται πρός επίδειξιν. Δέν λέγω. βεβαία,
πώ; δέν ΰπίρ/ιυι χαί ίνθρα.ποι ενάρετοι, άλλά τοΰ;.άρέσει πε¬
ρισσότερον νά έπΐδειχνύου* τό χχλόν τ.οΐί χά[λν»υν παρά νά τό
χρατοϋν χρυφό 'ς την ψυχήν των.
— Μάβε λοιποί, πιιδί μου, εξηκολούθησεν ό γηραιό; ναυτικό;.
πώ; εϊδι ιγώ ανθρώπους νάνε τί;χιοι καί καλοί, ό/ι γιά τα μ.ί
τια τοΰ χόσμου. άπό φόβο η άπό συνήθει*, άλλά γιατί δέν ή·χ-
πο:οΰσαν νά ζησουν δί/ω; τιμή καί αϊσ')τιυια, όπω; δέν 'μ,πορεϊ
χΐνείς νά ζήσ·/) χωρίς φώς κΐ'ι άγέρα.
— Έγώ δέν τό πι-τίύω αΰτό ! Οϊ άνθρωποι είνε τίαιοι καί
καλοί, έπβιίιτ, «ΰτό τοΰ; συαφέρει π.-ρισσότερο» παρά νά ήσαν
χχχοί. Αΰτό παοα?έχο;χαι έ^ώ.
— Λ κουσέ λοιπόν, νά σοΰ δ'.ηγηθώ αιά μ'.χρη ίστορία, καί
θά 'δί;; ζώς ει'σαι άπατηιιένο;, παιδί μζυ.. . .
Καί ό άγαθός γέρων, ϊυνδχυλίζων τό πθρ τής έστίας ήρξατο
ώς εξής :
— ΐι βάνε τιοΐα πολλά χρόν.α περαι;χένα ',·!-:αξειδεύααε τότε
τή ΜΕσόγειο χαί τή Μαυρη Θάλασσα καί χάπο·ι κάπου ξανοί-
γαμε χα'ι τόν Ώκεανό πέρ' άπ'τό Γιβραλτάρι. θυμαααι, τ|μουνα
λουστ;ό;χος 'ς ενα καρίβ·. , τοΖ τό οορτώταμε ξυλεία άπό τ'ο
Βατοΰα γιά τό Τριέστι. 'Ήταν βαρυχειμωνιά, χαλή ώρα 'σάν χαί
σήαερα, Δεχέμβρης αήνας Τα νερά επάνω 'ς τόν Ποτααό τ,σαν
φωτία, ηταν από τοΰ; 'ξακουσαένους ναυτικοΰ; τοϋ νησιοθ μας
Σω7 ό χαλληκάρι, μά γνωστ·.χό καί ορόνιμο 'ςάν χοπέλλα.Ί »λο·
109
οί ναΰτες τον έτρέμαμε, μά καί τό·/ άγαπούσααε χι' δλα, γιατί
μ' δ/αις τ^ς παραξενιαίς τού εί/ε μια χαρδιά μάλαμμα. 'Κμένα
μέ συμπαθοϋσε πολΰ χαί ημιουνα έυιπιστει«.ένος τού. Μά χ' έγώ
δα τόν αγαποΰσα χαλλίτερ' άπό παιδί μου, γ,ιατί βεβαία θά είχα
δέκα - δεκαπέντε χρόνιχ 'ς τή ράχι μου πάρα 'πάνω. Τό καράβι,
ενα άπ' τα ζηλεμμένα βρίκια τοϋ νησιοϋ μας, χαινούργιο, δέν
ηταν 'λίγος καιρός πούχε 'βγί) άπ' τα 'σχαριά, τό 'χε όνοματι-
σμένο 'ς τή γυναΓκα τού, μιά ΐΓανώρ7)α μελαγχροινή, ποΰ την
ειχε στεφανωθί) 'κείνη τή χρονιά 'ς τό νησί. Καϊ την άγάποΐϊ
μέ τόσ·η λανταρα, ποϋ ώαονε 'ς τώνομά της. . . .
— Καί πώς την ε/εγαν ; ήρώτΤ|σεν ή Νίτσα.
—"Α ! δέ θυμαμαι, ετσι νάχω χαλό ! απήντησεν ό μπάΐπα
-Κοσ[;άς ύπεχφεύγων νά ίχανοποιήστ| την ερώτησιν της μικράς
περιέργου. Έεκινήσαμε λοιπόν χατά ποϋ λέτε μέ την εύχή τοϋ
Θεοΰ άπ'τή Μαύρη Θάλασσα, 'περάσαμε τα Δαρδανέλλια, άνοι-
χτηκαμε 'ς το πέλαγο, καί άρμενίζαμιε μιά χαρά γιά τό Τριέστι.
«Έμπρός παιδία ! υ,&ς ελεγε δ καπ;τάνιος -άν βαστάξγι ετσι
πρίαϊ ό καιρός χα'ι 'πάαε γλήγωρα νά προίρθάσουαε να πουλή-
σουμε το πράμμα 'ςέ καλαΓς τιιχαΓς, θά «τάς κάνω ενα καλό
μπουναμά υεθαύ;ιο τή πρωτοχρονιά». Μά τί τα θέτε, παιδία
μου' ή βαλϊσσα είνε άπιστη. Λές καί τόν ά'.ουσε χι' απ' τή
ζήλεια της αρχίνησε ν' άγριεύγι άπ' την ώρα 'κείνη Ό οΰρανος
'ςέ λίγο 'τκοτείνιασε καί μας πιάνει ενα; σιΐόκος δ'.αολεμένος.
Πώ ! πώ! τί θαλασσοφουρτοΰνα ηταν έχείνη ! Δέν θυμάααι άλλη
'ς τή ζωη μου. Τα κύματα εμβαιναν 'σάν βουνά αιΐο την πλώρη
κα'ι σάρωναν το κάσσερο ·ίέρα - πέρα. Τή νύχτα δυνάμωσε ό
άγέρας 'ςέ τέτοιο τρέπο, ποϋ μά; άρπαξε τάριχενα χαί κατά-
κοψε καί 'ξάρτια χαΐ άλμπουρα- άπό τρίχα νά 'πάαε δλοι φοϋντο
μέ τό καράβι. 'Κείνη τή νυ/τΐά-τ!/ συλλογιοΰμαι ακόμα κι'ανα-
τριχιάζω - ε"α κΰαα θεόρατο, μέ την όρμή ποδσκασε, άρπάζει
ενα ναυτόπουλό αας άπ" τή κουπαστή χαί τον ερριξε νά τόν
χαταπιη ή θάλασσα Το άμοιρο παιδί. . . Θεος συχωρέσοι το !. . .
Ήταν γραφτό τού νά ναόν) ετσι. . . .
— "Αχ, τό χαυμένο ! ύπέλαβε χαί αύθις ύπόδαχρυ; ή Νίτσα
διαθρυπτομένη όλονέν έκ τής διηγήσεως.
— Λοιπον νά μή σάς τα πολυλογώ - εξηκολούθησεν δ πολιος
ναυτιχος άπολείβων χαί ούτος εν δάκρυ έκ τοΰ κανθοΰ των όφ-
θαλμών - δύο μ,ερόνυχτα 'παλεύαμε ετσι μέ τα στοιχεΓα. Άπό
στιγμή ';έ στιγμή 'καρτερούσαμε κ' έμεΓ; την ιδία μοΓρα. Ό
χαπετάνιος-χαλή τού ώρα - α ! επρεπε νά τόν βλέπατε τότε να
110
υτο απ το τιαονι.
'οϊ,τι παλληκίρι ιχιά φορά ! δεν ειυγ» μινοϋτ
Διπλωμένος μέσ' 'ς τό χοδ;ό μουσααα τού 'κυβέρναγε μονάχος
τού τό καράβι κ' εδινε 'ς όλους μας κουράγιο ποϋ ταχαμε σαστι-
σαένα. 'Ξέ/ασα νά σα; 'πώ πώς άπ»> τή πρώτη νυχτιά, άφοΰ
«ιδε κι' άποειδε πώς την εί'χααε χαχά, μας έπρόσταξε νά χάνου-
μβ νύσι τό ,/ΐσό οορτϊο 'ς την φορτοΰνα επάνω για νά γλυτώ-
σου,αί τό καράβι χαΐ τή ζωή μα;. Τέλο; πάντων εδωσ' ό Θεό;
χαϊ μπουνατσάρισε κομμάτι, κ' ετσι σώσααε χαί πιάσαμε 'ς τό
Τριέστι, ΐΑΐσοπεβαμ.Άένοι, μέ τή ψυχή '; τό στόαα. Ό χαπετά-
νιος [Αας ητανε πολΰ συχλετκτυιένο;. Πρώτη φορα ττ'.ϋ τον ειδα
νά τό πάργ) ετσι χατάχαρδα. 1ά είχε χαί δίκηο. Χωρία άπ' τή
ζημίχ 'ί τό φορτιο ε«αθε χαί ή άραατωσϊά τοϋ χαραβιοϋ. "Οντας
'πατήσαμε τή στερ^ά, ετρεξε άμέσως '« τή πόλι νά ζητήση
χάνένχ μ:χρό θαλασσοίανειο, γ^ά νά 'ςοίχονοαήστι τή περίστασι.
Μά τοϋ χάχου. Δεν ηύρε πουβενά όθε χι' άν 'πήγε. Ό καπετά-
νιο; μα:, φιλότιαος άνθρωπος, βλέπετε, ηταν νά σχάσιτ) άπ' τή
στενοχώριχ τού. Πρώτη φορα τότε τόν ειδα νά τό ρίςτ) 'ς τό
κονΐάχ χα'ι τό ροϋμι. Πέντ' έξη 'αέραι; ποΰμαστε άραγμένοι 'ς
τό λιαάνι, ουτε όίνντ) τοδβγαζε; άπ' τό στόαα. Τή νύχτα 'γύριζε
άργά 'ς τό χαράοι, άμίλητος η.%: συλλογισμένος. Μ>ά νυχτ^ά
«εοσκότεινη, έχεϊ ποϋ 'γύριζε άπ' εξω, 'ξινοίγει 'ς τό μώλο Ινα
8έ;/.α, ποϋ 'σχόνταψε εςαφνϊ. Σχύβει άπό περιέργεια, τό παίρνει,
τό βίζει 'ς τό χόρφο τού, χωρ'ις να τόν 'δί) χανένας, γιχτ'ι ψυχή
δέν 'φαινότχνε 'ς τό δρόυιο, 'απΐίνει 'ς τη βάρχχ μας, ποϋ τόν
•πβριαέναμε έγώ χι' ενα άλλος ναύτης, χι' άναβαίνουιχε 'ς τό κα-
ράβι. Οί άλλαι ναύται; 'πήγαν νά πλχγιάσοον, χαί έγώ εμεινα
επάνω να φυλάω σχοπό; 'Κατέβηχε χ Γ δ χαπετχνιος νά'συ/άστ)
'ς τή χάιιαρά τού. Ξεδιπλώνει τό 8έμα. χα;. τί νά 'ιξί) ! ενα μάτσο
χαρτβνοοιίσ.υιατα, ·σα μέ δέχα -/ιλιά8ες φιορίνια, δτ,λϊδή ποϋ
λέαε άβάντσο άπό τριάντα ν_·.λΐϊ8ες δραχμαΓς · .»
— "Α/! τί χαλά ! τί χαλά ! έχραύγΐσε περιχαρής χαί εχπλη-
κτο; ή Νίτσα, οΊονΐ'ι άναχουφιζοαένη έχ τής ψυχιχής συντριβής.
^ — Νά, ποϋ χααιιιά φορά ή τύχη 'ξεύρει τί κάμνει ! παρβ-
-ήρησεν ή Χαρίκλεια, ήτις είχεν ήδη καταλίπει τό χέντ-η'/,α χαί
ήχροόίτο μετά προςοχής.
— ΑΓ, μά ηταν χαί δίχηο νάλθουν ετσι τα πράγματα, προςέ-
χε 6 Χαρίλαος.
βηκε 'ιτάνω 'ς τή χουβέρτα. Αές χ' έπατοϋσε 'ς άνανμένχ κάρ-
€ουν* άπ' έκείνη τή στιγμή. Όλη νύχτα 'σουλατσάριζε χωρίς
νά χλείσ7) 'μάτι. Την αύγή μέ προςτάζει νά λύσω τή σχϊ/πα-
4ία, χαί |Λΐά κα'ι δυό βγαίνοαε εξω. Ό καπετάνιο; δέν χάνει
καιρό, τρέχει 'ς την 'Λστυνοιιία, βρίσχει τόν άστυνόαο χαί πα-
ραδίνοντά; τού τί» δέμχ: — «Νά, τοϋ λέει, άστυνουιε, αΰτά ηύρα
'ψέ; βράδυ Είνε ξένο ρΊός, καί δόστε το 'ς αυτόν ποϋ τάχασί ..»
— Ετσι αί'! μά νάνε πράγιχατι αλν,θεια αΰτό 'μπάρπα-Κο-
σμά, ηρώτησε ιχετά προφανοϋ; εκπλήξεως ό Χαρίλαο; ουςπιστών.
— Στάσου να 'δ/)ς χαί τα παραχάτου οΓυρίσαμε 'ς τό χαράβι.
'Εγώ εως έκείνη την ώρα 8έν ήξευρα τίποτε. Καί νά '5ήτε πώς
ετυχε νά τό πάρω χαμπάρι. "Επειτα από 'λίγαις ώραις, βλέ-
πουιιε ζαϊ κοντοζυγό»ει 'ς τό χαράβι μέ αιά βάοχα έ'να; τρανο;
χύριος μέ ι*ιά 'ψηλή χαπελλαδοΰρχ χαί ζητάει τόν χΐπετάν.ο.
"Ητανε δ τραπεζίττις πούχε χάσει τα -/ρήυι.ατα.Άναιβαίνε! επάνω,
σφίγγει τό ^έρι τοϋ χαπετάνιου μας, τοΰ κάνει /ίλιους δυό έπαί-
νού; χ' εΰχ«ριστϊ|σες για την τιαιόττ,τά τού χαί τόν παρεκάλεσε
νά δε/θϊ) γιά ριγάλο τής τρείς νιλιάδε; άπ' τα φιορίνια. Ί'ότι
κ' ένώ, ποΰ,αουνα "μπρός 'ς τή σχηνή έχείνη, έχατάλαβα τί ειχε
συμβή. ..
— "Αν ! εύγε τού! έφώνησεν άχράτητος έκ τής συγκινήσεως
ή Νίτσα.
__«Μά ό χαπετάνιος μας, πα;άξενος ίνβρωποί 'ς τό ζήττιμα
επάνω τή; τιμής, άμα είδε πώ: ήθελε τάχα νά τόν πληρώσγι
γι'αύτό πούχασε, τόν π^άνουν τα νεΰρα τού, αγριευει, στρωνει
'ΐχπροιτά τό χαλό σου τό Τραπεζίτη, καί μόνο ποϋ δέν τόν φουν-
τάρισε 'ς τό γυαλό. Δέν σιιλλογίσθηχε ουτε τή στενοχώριΐ τού,
οΰτε την άπελπισία, ποϋ 'βρισκούτανε.η — Πάρ' τα χρήαατΐ Χρι-
«τιανέ, τοϋ λέει, άμε '; τό καλό, χι' έιιένα δέ ιιοϋ χρειάζεται
•πλτ,ρωΐλή γιά ναμαι τίμιος!»
— "Αλλο~πάλιν αΰτό! ϋπελαβεν ό Χαρίλαος ώςε'ι αμφιβάλλων.
— Βεβαία άν ήσουν έσύ, τω παρετήρησεν ή Χαρίκλεια μετά
τονου ε'ιρωνΐκοϋ, θί τα κρατοΰσε; δλα. Αύτό >έγει ή ίδιχή σοιι
«ριλοσοφία.
__Τί νά σοΰ 'πώ, μπάρπμα-Κοσμά, 'ςάν ψέμματα μοϋ φ^χί-
νεται. ΠοΓος ήτο αΰτός ό άλλόκοτος καπετάνιος σου ; δέν εχει
ίνοαα ; ή μήπως την ώνειρεύβηχες αυτή την ίστορία χαί την
'πήοες γ»' άληθι «ή ;
— Ψέμματα; έφώνγ,σεν 6 άγαθό; γέρων δυσανασχετών καί
•περιβάλλων δι' αΰστηροϋ βλέιχματος τόν μικρόν ΐσχυρογνώμονα.
Ψέμματα, είπες; Θέλει; λβιπόν νά σοΰ 'πώ τό*"θ|Αί τού ; Μα
όρκίσου μί πώς δβ τό βγάλγις ποτέ άπ' τό στόμα τού, γιατί κ
ίγώ πρώτη φ-,ρά είνε ποΰ τό ξεφανερόνω
— Σοϋ όρχίζομαι '; τή ζωή τ-,ϋ πατέρα ιχου !
— Καλά! Σχϋψε λοιπόν νά σοϋ τό 'πώ.....
Την στιγμήν ακριβώς εκείνην ήχούσ'/Ύ,σαν βήματα είς την εΐςο-
δον. Ήτο ό πατήρ, ό χαπετάν Μαρχής, έπανερχόμενος οΐκαδε
διά τό δεϊπν:ν. Ί1 Νίτσα καί ή Χαρίκλεια ήγέρθησαν καί Ιίρα-
μον νά τόν προύπαντήσωτι πρό τής φλιας τής θύρας, ήν είχεν
■ηδη άνοίξεΐ έκεΓνος.
Έν τω μεταζα ό Μ,πάρπα-Κοσμά; κύπτων είς τό ούς τοϋ νεα-
ροϋ πυρρωνιστοΰ:
— Ό χαπετάνιο; έκϊΓνβς, τω ψιθυρίζει, ητανε ό πατέρας σου Γ
Ό Χαρίλαος έρρίγησεν έκ συγχινήσεως. Ήγέρβη άμέιως χαί
δραμών πρό; τόν είςελθόντα /)δη καπεταν Μαρχήν, άνδρα εύστα-
λοϋς χαί αξιοπρεποϋί «αραστήματος :
— "Αχ! πίτερα μου, καλέ αου ττατέρα ! έφώνησεν, ήσπάσθτ^
την χ«Γρα τοο χαί έρρίφθη ενδαχρυ; εί; τάς άγκάλας τομ.
— Α Γ! τί «ινε ; τί τρέχβι; ηρώτησεν 6 καλοχάγαθος ναυτικος
δυρωτών διά τοϋ βλέμματος τοΰς άλλους.
— Καλέ τίποτε δέν τρέχει, χαπετάνιο μου, έσπευσε ·■ άτο—
χριθϊ) 6 μπάρπα-Κοσμας ρίπτων λαθραΓον έχφραστιχόν ρ^έμμα.
πρός τόν Χαρίλαον Κάτι παραμύθιχ 'λέγαμε χαί . ·
— Λ, μα λέω χ'έγώ ! "Α; ην*· 'πάμε τώρα νά δειπνήσουμε,
γιατί εχω αια πεϊνα διαολεμένη, ύπέλαβεν δ πατήρ έφησυχάζων.
Κα'ι ό^εαρός σχεπτιστής έπανεύρισχεν οριστικώς πλέον τό
έσικρας εχεΓνο την έκ των ύλιστικών τάσεων τής έποχής δΐα-
ταραχβεΓσαν γαλήνην τής συνειδήσεως τού.
^Κ. Φ· Σκοκοσ
Η ΠΟΔΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡ1ΩΣ
1 ΙΛΕΝΈΙ ή Μαριώ 'ς "όν κοταμό, πλένίι ταίς φορεσιαίς της,
Κ' η ωφορφιαίς της λάμπουνε, χι' άστράφτουν 'ς τό χορμί της
'Λραο'ες τ* ασημόχουμκ'χ χι' αράδίς τα γιουρντάνια,
Κα'ι 'ς τα χαθάρια τα νερα τα πόδιο της άσπρίζουν
Σαν νόταν μί τριαντάρυλλα χ αι γάλα ζυμωμένα.
Πίρνοϋν έχιίΐε πιστιχοϊ χαΐ χυνηγοΐ διαοαΐνουν,
Κι' άλλοι την λέν 'Λιογέννη—, άλλοι την λέν Νίράΐία.
Πέρασε χ' ίνα; σταυραετός, πίρασΐ απάνω απάνω,
Καΐ σαν νά 'νοιάστηχε χι' αύτος την ώμορφιϊ τής χόρης,
Χαμήλωσΐ ώς 'ς τον κοταμό χι' αρκίζΐι την «οδιά της,
Τη λαχουριά της την «οοια, τη χρυσοχίντημ,ένη,
Ποΰχί (ομκλιάιτιι απάνω της τόν οϋρανό μέ τοστρα,
Και σχούζις ή άμοιρη Μαριώ χαΐ χλαΐει την κοδια της.
Ό σ-ταυραετός μΐσουρανΐς χάβηχε μέσ' 'ς τ» άστίρια.
Σ( *λίγαις 'μίραις ϋ«τ«ρα ταράχθηχιν ή γώρα,
Παγίνα ιτ^ραν τα χωρία τοϋ βασΐλιϊ οί ανβρωΐοι
Κ αί ίίίχνουνί 'ς ταίς λυγιραΐς ποοια γεμάτη άυτίρια,
Καΐ '; όχοιας κιίσΐ) τό χορμί, χαί όχοια την 'ττμ διχή της,
Έχιίνη βα την πάρουνΐ μαζί τους 'ς τα καλατι.
Πέρασαν, χίρασαν χωρία τον βασιλιά οί άνθρωκοι,
Λίίχνοντας την χρυσή ποδιά, χι' οΰτι χι' «ϋρέΐη χόρ
Νο τής ταιριίζη 'ς τό χορμί χαΐ να την 'πη 'διχή της.
Κα 'ς τής Μαριώς παν" τό χωρία χαΐ δείχνουνί 'ς ται;
Άρίδα άράδα την ποδιά, χα'ι την γνωρίζουν όλαι;.
Μέσα 'ς ταίς άλλαι; έρχεται χαΐ τής Μαριώς ή άράδα,
Κα'ι χοχχινίζα άπό χαρχ χαΐ χαίρνιι χα'ι την ζώνει,
Τήνι γνωρΐζουνι μέ μιαί τοϋ βαοιλια οί ονβρωποι,
Καΐ τηνέ παίρνουνι μαζί, την φέρνουν 'ς τό παλάτι.
Παίρνουν αΰτοΐ τό τάμμα τού;, χι' ό βαο-ιλιας την χόρη.
Γ Ε; -ΐΜ.ηίΜ.1
,Κ. ,Κροτσταλλησ
χόρη
η της.
νουνί 'ς ται; χ&ραις
ό
ι
·!>(, *νή«ιι ι!;ΐ' ·ΛγΡοτ,«4. Ίιΐρΐ',. ««λογ);. Τν,.Ιί., Τίϊ «Γ^ΐι»» Ι···».» Ι» τβ
ΦΛιλψ((Μ «*ιΐ)τι>9 Ιι«γν.Ι«)Ε.τι ΐ.7 1890.
κ. ·· ΐχοκοτ ιΐΜΐνο&οποιι τοτ ΐ9> ^
ΤΟ ΝΙΕΛΛΟΝ ΤΩΝ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΙΐαΝ
ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΝ ζήτηιια μεγίστης σημασίας έχτυλίσσε-
ται καθ1 έκαστον φθινόπωρον πρό των ομμάτων των
■παρ' ημίν ενδιαφερομένων περί τής έχπαιδεύσεως.
Λέγω τάς έν τοίς έν "Αθήναις χαί έν Κερκύρα διδα¬
σκαλείον τής Φιλεχ-αιδευτικής Έταιρίας τελουμένα; έξετάσει;
των ύποψηφίων οημοδ'.δασκαλισίών. Δεκάοες νεανίδων, επί έζαε-
τίαν όλην μετά το πέρας των μαθτ,μάτων τοϋ δημοτικοΰ σνο-
λείου έπιδοθεισών είς ανωτέρας μελέτας, προςέργονται όπως τύ-
/ωσι πτυχιου οιοασχαλισσης ενώπιον τής οικειας επιτροπείας, ην
χατά τα καθεστώτα άποτελοΰσιν άναμίξ τινές των διδαξάντων τα
χορίσια καί αντιπρόσωποι τοθ δημοσίου, διοριζόιιβνοι υπο τοϋ
ύπουργείου τής Παιδείας. Καί ή μέν Φιλεκπαιδευτιχή Έταιρία
εφρόντισε φιλοτίμω; επί δεκάδας ήδη έτών νά έκπαιδεύσγι το
γυναιχεΓον "?■?' ήμϊ'ν φϋλον, χαί ανέλαβε την φροντίδα τής μορ-
φώσεως διδασκαλισσών πολίι πρίν ή τό κράτος σχεφθτ) δποίας
τινάς ήθϊλεν αύτάς. Αΰξανομέν-ί|ς δέ όσ·ημέραι τής καθολική;
αναπτύζεως τοΰ εθνους χαί των σχολείων των θηλέων πολλαπλα-
σιαζομένων άνά το χράτος, έπέστησε χαί ή κυβέρνησις άγρυ-
πνότερον τΌ όαμα, διετύπωσεν ωρισμένας άζίώτεις, απ-^τησε
παιδαγωγιχωτέραν την μόρφωσιν έ/.είνων, άς άναγν,,.ρίζουσα ό'.α-
σπείρει είς τό βασίλειον ώς παιδαγωγους των τρυφερών χορασίων
τοϋ έλληνιχοθ λαοΰ. Άποτέλεσμα δέ τής κοινής ταύτης . επι
δεχαετηρίδας συνεργασίας, διότι ούτω πρέπει δικαίως νά την άπο-
καλέσωμεν, τής κυβερνήσεως καί τής Φιλεχπαιδευτικής Έταιρία;
είνε ότι σήμερον εχομεν ή τουλάχιστον είνε κεκαν»νισμένον καί
δυνάμεθα νά εχωμεν διδασκαλίσσας πολΰ καλλιτέρας, πολίι τε-
λειοτέρας ίχείνων, αΐτινες εξήρχοντο έκ των βάθρων τοϋ Άρσα-
κειου ακόμη πρίν ή τουτο κοσμηθγ| διά τοΰ όνόματος τοϋ μεγά-
λου τής Έταιρίας ϊύεργέτου. Γηραιά διδασκάλισσα, φέρουσα πτυ¬
χίον των χρόνων χαθ' οίΐς διηύθυνε τα ιής δημοτικής έχπαιδεύ-
σεως δ μαχαρίτης Κοχχώνης, μοί διηγεϊτο, ότι έφόοΐον πρό; απο¬
λυτήριον εξέτασιν χατά τοΰς χρόνους έχείνους ήσαν ολίγα έλλη-
νικά, περιορίζουσα κυρίοις εί; καλήν ανάγνωσιν, καί αί τέσσα-
ρες -^ράξε'.ς τής άριβμητκή;. Οϋδ' ηδύναντο νά είνε ΐΛεγαλεί-
τεραι αί άπαιτήσεις τής έποχής έκείνης, καθ" ην ού μόνον πεπα;-
βευμέναι δέν /-,σαν αί πλείστα; των έλληνίδων, άλλά καί όλε-
Ορία είς τας γυναίκας εθεωρείτο ή παιΤεία, είς ουδέν άλλο τάνα
χρ·ησ!υιεύουσα ή ίίς ευζ.οθΊ σύνταξιν έρωτιχών ίπιστολών. Καί
τώρα ; Τώρα απαιτοΰσι τα διατάγΐΑατα τοθ κράτους Θουχυδίδ·/|ν
καί Ξενοφώντχ καί ιστορίαν καί γεωγραφίχν καί φυσικόν κχ: /-(γ-
αείαν καί φοσικήν ιστορίαν χαί παιίαγωγικτι'/ καί ψυχολογίαν
καί λογικήν κα! γαλλικα καί ίκχλΥ|ΐ!ϊστ!χήν ίττυοίαν κα! κατή¬
χησιν καί ήθιχήν καί γεωαετρίαν /.αί άριθμητΐκήν χαί γυμνα¬
στικήν καί μιυσιχήν καί Ίχνογραφίαν χαί έργόχειρα καί πρό πάν¬
των ίσχηβιν περί τό διδάιχειν καί εαπραχτον αυτής απόδειξιν.
Είνε μακρά; αλτ|θώς ό κατάλογος, αλλα σύαφωνο; πρό; τόν προο¬
ρισμόν άλγ,βοΰς ο'.δασκαλίισν,ς καί πρός τάς ανάγκας τής χαθ'
-ημάς κοινωνίας
Περί ταύτας τάς μαθήσεις άσχοληθείσαι αί μέλλουσαι διδα-
σκάλισ-αι ΐϊροςέρ/ονται ενώπιον τής επιτροπείας, παρ' ής άνα-
χένουσι τόν βαθαόν δςτις θα χανονίσγι την θέσιν αυτών έν τή ϊε-
ραρχία τής υπηρεσίας, κατά βαθμόν τυγχανουσών καί [χισθοϋ
αναλόγου πρός την τάξιν είς ήν τάσσει αύτάς τό πτυχίον ου ή-
ξ;ώθΤ|Ταν Διά τοϋ·:ο αί ημέραι καθ" άς παρίστανται πρό των έξε-
ταστών »ινε ημέραι συγκινήσεως καί άνυπομονησίας. Δέν πρόκει-
ται μόνον περί ϋ'.λοτιμίΐς. "Ολίγαι, πολίι ολίγαι είνε έκεΓνχι, αΐ¬
τινες μετά την απολυτήριον τοϋ πεμπτου ετους εξέτασιν ΐΛενουσιν
έν τω σχολειό), όπως διακούσωσ·. καί των τής τελευταίας τάξεως
ααθηΐλάτων μόνον χάριν αυξήσεως των γνώσεων καί λάβωσι τό
διδασκαλίαν πτυχίον μόνον χάριν επιδείξεως ή χάριν ευχαρι¬
στήσεως έαυτών καί των γεννητόρων. Τέ/,να γονέων ευπόρωνδ'.α-
κρίνονται ευκόλως άπό των λοιπών συμμαθητριών αί ολίγα!
έκεΓναι εΰνοούαεναι τής τύ/ης, αΐτινες θά λησμονήσωσιν αυριον
τό πτυχίον των είς τα Βάθη τοϋ νυμφιχοΰ των νάρθ·ηκος υπό τα
τρίχαπτα τής φερνής των. Άλλά καί περί των άλλων έκείνων των
όλιγαρ!θ[.ων ύποψηφίων τής μέσης τάξεως δέν πρόκειτα;, των
ιύχόσμων θυγατέρων άπροςδεών ύπαλλήλων, έμπόρϋν καί ρΊομ;|-
χάνων, οΐτινες τό πτυχίον προςποριζουσιν είς τα θυγάτρια ώ;
στόλισμα τής μετρίας προικός των ή σπανιώτερον ώς έφόδιον δ'.'
ενδεχόμενον Γσως ποτέ χαταδρομήν τής τύχης. Ή ιυ.€γίστη συγ¬
κίνησις κατέχει την τάξιν την άριθα«ΰσαν τάς πλείστας των
Οποψηφίων διδασχαλισσών, έχείνχς, δι' α; το πτυχίον έσται άρ-
τος καί ^ίου πορισμός. Δέν είνε πάντοτε εδκολον νά διακρίνη
8'
ιι6
ταύτας ό έςεταστής έχ τής περιβολής "Έμφυτος φιλοκαλία η
έζητηαένη έκ πτωχαλαζονείας έ—ίδειξΐς καθιστώσιν ένίοτε τζοςο-^
μοίαν την έσθήτα τής «ενομένη; πρός την τής εύπορούσης. θϋδ'
έκ τής οψεως καθίσταται ευχερής πάντοτε ή διάχρισις, διότι
πολλάκις τα ρόδα ύγΐείας περισσής έπικαλύπτουσι παρεια;, α;
ήθελεν άλλως χαταστήσει λιποσάρχους ή στέρησις γ, τό σύντονον
τής έν μυρίαις στενοχωρίαις μελέτης.
Ούτω λοιπόν εύσταλεΓς αί πλείσται, ώς εκάστη δύναται η ει-
ξίύρει, κρύπτουσαι κατά τό φαινόμενον την ενδειαν ήτις πολλάκις
περιβάλλει τόν οικον αυτών τόν πατρικόν, προςέρχονται πρό των
έξεταστών Παρ' δλην την κατέχουσαν αύτάς συγκίνησιν είνε
φαιδραί αί πλείσται καί φαίνονται μή άναλογιζόμεναι το μέλλον.
Είνε αί τελευταΓαι ημέραι, καθ" ά; παρακάθηνται είς τα αίιτά
βάθρα μετά των επί ετη ολόκΛηρα ΐυμμαθ·ητριών, φίλων τήί
χθές χαί τής σήμερον καί άντιπάλων Γσως τής αυριον. Αυριον θά
τας νωρίσν) ή άνάγκη τοϋ βίου Αυριον θα λάβωσιν έπ' ώαων
την πήραν των χαί θά σπεύσωσ-.ν, άν μοΓρα χαλή τάς βοηθήση,
ϊ'ις γωνίαν τινά τοΰ χράτους απόκεντρον, όπως μεταδώσωσιν δσα
έδιδά)τθ·ησαν χάριν γλίσχρου μισθαρίου. Πολίι ολίγαι είνε έκεΓναι,
δσαι, αξιούμεναι τοΰ πρώτου βαθαοΰ, 6ά δύνανται να έχωσιν εκα¬
τόν τεσσαράκοντα δραχμάς ή ?ν τισιν όλίγαις πόλεσιν εκατόν
ογδοήκοντα χατά μήνα. Αί άλλαι θά ένωσιν εκατόν, αί πλεΓ-
σται όγ8οήχοτα Καϊ θά χερδήσωσι τον άρτον αυτών έν ίδρώτι
τοΰ προσώπου, πορευόμεναι πολλάκις είς χωρία ανθρώπων αγροί-
κων χαί άφΐλθξένων ή μακράν είς άπροςβάτους τής Μαχε8ονία?
η τής Μικράς Άσίας χώμαο. Μαχ;ά ηδυνάμην να γράψω περΐ
των ταλαιπωριών άς πολλάκις ϋφίίτανται, περί των στενοχωρΐών
υφ' ών περιβάλλονται, περί τής συκοφαντίας ήτις πολλάκις αδϊ-
κως τάς διαέάλλει Έγνώρισα διΒασχαλιΐσαν, ήτις σχεδόν απώ¬
λεσε τα; φρένας εν τινι πολίσματι τής Πελοποννήσου έκ των
κινδύνω·/ ου, οιέτρεξϊ διότι ήτο γυνή καί μόνη. Ύιτάρ/ουσι δέ
ιτολλαί, αΐτινες, αν Ιγραφον τάπομνημονΕύματά των, μή στερού-
μεναι παρρτ,σίας καί καλάμου, ήθελον παράσχει αναγνώστα περί¬
εργον άμα καί διδακτικόν. Είνε δέ άξιον θαυμασμοΰ πώς είνε
τόσον ολίγαι αί άποπλανήσεις όπου είνε τόσον πολλοί οί πειρα-
σμοί, πώς είνε τόσον περισσή ή έγκαρτέρησι; έν μέσω τότων
απογοητεύσεων χαί χινδύνων.
Δέν είνε άληθώς ή μοϊρα άπασών των τυγχανουσών τοΰ 8ι8α-
σχαλιχοΰ πτυχίου τοια9τ·η δποίαν δι' ολίγων γραμμών έξεικό-
νισα αυτήν. Πολίι ανετώτερον ζώσι καί πολίι όλιγωτέεους κινδύ-
νους έχουσι νά διατρέξωσιν δσαι ίύρίσκουσι θέσιν έν ο'ικογενείαις εν
τε τώ κράτει καί έν τώ εξωτερικώ -η έν Ιδιωτικαίς σ/ολείοις ·η
έν παρθεναγωγείοις των Αθηνών κα'ι των άλλων μβγάλων πό¬
λεων καί κωμών τν)ς Ελλάδος καί των Ιςω κοινοτήτων. Άλλά
■πόσαι είνε αί τοιαύται θέσεις ; Πόσαι δ' επί τέλους είνε καί όλαι
αί έν δημοτικοΓς σνολείοις τοϋ κράτους βέσεις διά διδασκαλίσ¬
σας, άφ' ου αΊ^ιιερθ'ΐ, καίπερ πολλών τοΐ'-ύτων σχολείων συστα-
βέντων κατά τα τελευταΓα ετη, ύπάρχουσιν έν δλψ άνά τό χρίτος
μόνον περί τα 250 σχολεΓα θηλέων; "Εμαθον ποτε τούτους τοίις
άριθμοίις οί γονεΓς οί προορίζοντες τα; βυγατέρας αυτών είς τό
έπάγγελμα τής διδασκαλίσσης ;
Είι/.αι βέβαιος, ότι πολλοί, άναλογιζόμενοι τοΰς κινδύνους καί
την στενονωρίαν ην θά ύποστίί ή θυγάτηρ αυτών ώ; διίασκά-
λισσα, βάποτραπώσιν από τής ίδέας να παράσχωσιν εις αυτήν
τοιοϋτον βίου πορισμόν, άν μάθωσιν, ότι αί διδασκάλισσαι ηδγ,
άπό έτών ηρχισαν να ύπερπλεοναζωσι παρ' ήμΓν. Καθ" όσον δέ
το κακόν τουτο αΰξάνει, είνε προφανές, ότι βά συναυξήσωσι κα!
οί κίνδυνοι χαί τό έκ τής διδασκαλίας χίρ&θί θάποβαίνγι ονηνέραι
γλισ/ρότερον χαί είς αυτήν δέ την παιδείαν είνε φόβος ;χή έπέλθτ,
ζγιμία μάλλον άντ! ωφελείας. "Οτι δέ ό άριθιχός των κατ' ετος
α;ιου.υιενων τού πτυ/ιου νεανιοων είνε ου μονον πρός τας ανάγ¬
κας τής έν τώ εθνει γυναιχείας παιδεύσεως δυςανάλογος, αλλά καί
έσημέραι άνώτερο:, τρανότατα άποδεικνύει ό εξής άπογραΐιικός
πίναξ των κατά την τελευταίαν έπταετίαν εκ των έν "Αθήναις
κα'ι έν Κερκύρα διδασκαλείον τής Φιλεκπαΐδευτικής Έταιρία;
βξ«λ6ουσών διδασκαλισσών.
1883 .
■»
. . 57
1884 .
. . 68
. . 68
1885 .
. . 103
... 14 .
. . 117
1886 .
. . 98
. . . 9 .
. . 107
|ί>«; .
. . 90
... 16 .
. 10"
1883 .
. . 93
... 13 .
. . 106
1889 .
. . 132
... 10 .
. . 142
1X90 .
. . 95
...
. . 95
736
798
798 νέαι διδασκάλισσα! έντός όκ"ώ έτών ήτο; υπέρ τας 100
:ω χρατει εις ότ,αοτιχα σν/ολεια τού χράτβυς φοιτ
τμαι Υ,σαν έν όλω τω 1886 περί τάς 21,900 είς £ς δυνά;/ε9α να
προ;(ιέϊωυ.εν ζερί τάς 0000 τό πολυ φοιτώσας εί; τάς άνα-
λόγους υπο διδασκαλισσών οιξχσκοαένας τάξεις τοϋ Άξσα-
χεί;υ χαί είς Ίδιωτικα σχολεϊα θηλέων Κατά τό αύτό δ' ετο:
αί ύπ'ο τοΰ δημοσίου διωριιμέναι διδασκάλισσα! ανήρχοντο εν
δ/ω είς 238.
Προφανέ; λοιπόν είνε. ότι χ:ό; τε το συμφέρον αυτών των δι-
δασκαλιοσών κ*Ί έπ' άγαθω τής έκπαιδεύσεως πρέιτει νά ελατ¬
τωθή ό άριθμός των άξιου,ιιένων τοϋ πτυχίου Μ-ηδέ νοα,ίσγι τις,
ότι δέν θέλει πάθίΐ ή έκπαίδευσις έκ τής πληθώρϊ: των διδα-
σκαλισσών. 'ΑρκεΓνόιναϊ.έρω, ότι, τοσούτου οντοτ τοϋ πλήθους των
επί πτυχίω εις τα διδασκαλείον φοιτωσών, ουτε ή διδασκαλία δύ¬
ναται νά γείν/ι οΐα θά εγίνετο άν ό άριθμός των ξιδασχοαενων
ήτο μιχρότερος, οδτε ή επίβλεψις δύναται νά ύχάρξγι τελεία,
οΰτε ή έξέτασις π;οςΤ|ΧΟντ(>); έν πάσιν άχριβής, εί καί επί δύο
μήνας χαί πλέον ταλανίζει χαί ταλανίζεται ή έν Αθήναις έζετα-
ττιχή έιτιτροπεία Καί επειτα δ β, δταν ύπερπλεονάστ, τό πλή-
θος των διδασχαλΐϊσών, δέν είνε φανερόν, ότι ή μέν περί των δι-
δασχιλιχών θέ·;εων πάλγ, θά λάβη άπελπιστικάς διαστάσεις χαί
ότι ή έν τή αυτή θέσει εΰεργετικτ) διά την παιδείαν είς τό διαρ-
κ'ες δΐίμοντι διδασχαλίσσης τινός θάποβή όλω; προβλγ,ΐΑατιχή, ά
δέ υπέρ υπάρξεως αγών των άτυνών των εχουσών μέν πτυχίον,
άλλά μή εύρισχουσών άρτον θά εχγ| έπακόλουθα θλιβερά ;
"Εγκειται λοΐπόν έν τώ συμφέροντι των ο'ιχογενειών, τής παι-
3εία:, τή; χοινωνίας ή έν τω μέλλοντι παρ' ημίν ελάττωσις των
διδχσχαλισσών. Ουδείς δέ θά τολ«.ήσγι άγυρτευό/ενος νά καλέση
τοιαύτην τινά ττρό-ασ·.ν φωτοσβεστικήν, διότι χατέδειςα, ότι, υπαρ¬
χούσης μεγάλτ,ς δυςαναλογίας μεταξί) των δ'.δασχουσών καί των
διδαιχκοαένων, ό ■περιορισμός των διδασκαλισσών είνε ού μόνον
έκπαιδευτική, άλλά καί κοινωνική ά,νάγχη.
Άλλά πώς θά γείννι ή ελάττωσις ; Αν περΐαένωμεν άπό των
γονέων, τό πραγμα είνε λίαν δυ:χερές. "Ισως οί γονεΐς θά^γή-
σωσι πολί) νά πεισθώσιν, ότι αί θυγατέρες των, οσαι έχουσιν
άνάγκϊ|ν βιοποριστικοΰ τινο; εργου, θά είνε πολΰ εύτυχέστιραι
τρεπόνιενΐι έπ' άλλα μάλλον η επί την σ/ολικήν έδραν Πολλοί
δέ ισως καί διαθρύπτοντϊ'. υπό τής Ίδέας, ότι έντΐ|χότε:ον είνε τό
έργον τή: διδασκαλίσσας άλλων έργων ούν ήττον ττροςηκόντων
66(. 'Αλ)* '.ιως ο: άρΌμο'ι οζτοι είνε μόνον |,,υΐη ,ι,-ι 1 πή
είς την γυναϊκα. Φόζος 8= ύπάρχει, ότι δέν θά πεισθώσι/ ΐ'σΐ Γσα
έκεΓνοι, ών αί θυγατέρες δια πάν άλλο μάλλον έπλάσθησαν ή διά
χά επίπονον καί άλλως υψηλόν έργον τής παιδαγωγοϋ, πρός δ
άπαιτεΐται χαί φύσις δεξια. κα'ι αελέτη μακρά καί καρτερίχ άκοί·
αητός Διά ταυτα λαϊκόν την ελάττωσιν πρέπει νάναλάβν) αυτή
ή κυβέρνησις ώς Οψιστος έιΐόιττης της έχπαιδεύσεως καί της
κοινωνικήν εύεστοΰς. Τό υπουργείον τής Παιδείας πρέπει νά με¬
ριμνήση όπως κατ' ετος έξέρχωνται όλιγώτεραι, αλλ' άμα καί
καλλίτεραι διδασκάλισσα!.
Τουτο δέ θΐ ηδύνατο νά έπιτευ/θή χατά δύο τρόπους. Είς τρό-
πος θά ητ? αϋστηρότης όλως εχτακτος κατά την έκ των διδα-
τ/,αλείων απόλυσιν των προςερχομένων είς πτυχιζκάς έξετάσεις.
Νόιχος τις η διάταγμα κανονίζον τα των εξετάσεων επί βάσεων
ορακοντείων, τοιούτων, ώ;τε μόλις τό ήμισυ η καί ολιγώτερον
των νυν απολυομένων νά τυγγάνγι τοΰ πτ^/ίου, ηδύνατο βεβαίως
νά επιφέρη την σκοπουυιένην ελάττωσιν τοϋ άριθμοϋ των πτυ-
/ιΐύχων. 'Αλλά τοιαύτη λύτις τοϋ ζητήαατος ήθελεν όμοιάζίΐ
ολίγον πρός τόν τρόπον καθ" δν εστητε τ'ο ώ'ον ό Κολόυιβος ή
/.αθ' όν εκοψεν ό Άλέξανδρος τον Γορδιον δεσμόν. Θά είνε δυ¬
νατόν νά εκτελεσθή προςηκόντως καί νά διατηρηθή επί μακρόν
τοιούτος τις νόμος ; Θά είνε ενχ,ολον νά ευρεθή επιτροπεία τοσού¬
τον άνεπιε-.κής χαί άσυμπαθής, εκ χαθήχοντος βύουσα τα ώτα
πρός την φωνήν τής φιλανθρωπίας χα'ι τοίις περί αυτήν λυ-
γιχοϊ»ς, όπως καταδικάση χαθ' ολοκληρίαν Εεχάδας χορασίων, άπο
τοΰ ύστερήματος των γονέων έν μυρίαις στενοχωρίαις επί έξαε-
τίαν όλην παρασκευαζο;χέ>'ΐον διά την ήιιέραν καθ" ην θά λάβωσι
τό πτυχίον κα'ι ρίψν-, τα δύστηνα έκεΓνα καί μέλλοντος έστερη-
αένα πλάσματα εις την δδόν η «.άλλον είς την αγοράν;
Τοιαύτη λύσις τοϋ προβλήαατος τή: ελαττώσεως των διδασκα-
λισσών θά ήτο κατά ταυτα ού μόνον άνέφικτος, άλλά καί πληα-
αελής. Ά/λ' ύπολείπεται ό άλλος τρόπος, πολυ ευκόλως δυνά-
αενος νά εφαρμοσθή χαί πολΰ φΐλανθρωπότερος. Έννοώ την αύ-
ιττηροτάτην είςιτήριον εξέτασιν των έφιεμένων -ά α,ετέλθωσι τ»
ίιίασ/.αλι/.όν έπάγγελμα, συνδεοιχένην πρός όρισμΐν τοΰ άριθμοΰ·
των ε'ιςαγοιιένων επί τούτω είς τα δ'.δατκαλεϊα καθ" έκαστον
Ιτος. Άς ορισθή, ότι αί εξ κατώτεραι τάξεις των παρθεναγω-
γείων ΐϋναποτελοϋσι το αστικόν α/ολεΓον, έν ο; τή α,ετά ταυτα
ανωτέρα γυναικίί» παιδεύσει άς /ωρηθή ίδιον τυ.ήιχα διδασκα-
λείων προωρισμένων διά την παρασκευήν διδασχαλισσών. Άλλ*
άς ορίζηται συν/ρόνως κατ' ετο; ό άριθμό: των ά-ΐ τού άστικοϋ
σ/ολείου δ'.καιουαένων νά ε'ιςα/θώσιν εις τα 2·.δαιϊλεΐα θηλέων,.
120
άριθμός άνάλογΐς πρός τάς εκάστοτε πραγματικάς ανάγκας τής
έχπαιδεύσεως τοϋ γυναικείου παρ' ημίν ρύλου, συμπεριλαμβανο¬
μένων χά! των αρρενων νηπίων. Άς γίνωνται δ' αΰστηραί ειςιτη-
ριοι έξετάσεις, όπως χα'Γ έκαστον Ιτος μόνον αί άρισται των μα-
θητριών λαμβάνωσι τό δικαίω;./.* νά ιιορφωθώσιν ώς διδχσχάλισ-
σαι. Ή πείρα των τοιούτων έξετάσεων επ' είςαγωγγί ωρισμένου
άριθμοϋ μαθητών είς τάς στρατιωτικάς καί ναυτΐκάς σχολάς απο-
δεικνύει ότι τό μέτρον τουτο είνε άριστον. Εφαρμοζόμενον δέ είς
τα διδασκαλείω των θηλέων έσται άναντιρρήτωί πρόξενον πολλών
αγαθών. Δέν θά επιφέρη μόνον την αναγκαίαν ελάττωσιν τοΰ
άριθμοϋ των διδασκαλισσών, ά λ λ α καί θά συντελέση είς την
μόρφωσιν διδασκάλισσα™ τελειοτέρων, διότι μό-ΐ',Ί αί άρισται έκ
■πολλών μαθήτριαι θά γίνωνται δεκταί. Οί δέ γονεϊς των άπο-
χλειομίνων απο τοϋ επιπόνου καί πλήρους κινδύνων καί ευθυνής
διδασχαλικοΰ ΐρ-γου ουδέν θά έχωσι δικαίωμα νά δυςανασχετώσι.
διότι τα κορασια αυτών, είς οσα ή έπιτυχία έν ταΓς ε'ιςιτγ|ρίοις
έξετάσεσι θά φρά;η διά παντός την οδόν τοϋ διδασκαλικοΰ πτυ-
-χιου, θα είνε ακρ·.6ως εχεινα, άτινα υπο τας σημερινάς περίστα¬
σις έπιΐλένοντα είς την απόκτησιν αύτοΰ γίνονται κακαί διδα-
σχάλισσαι, ά;α χα'ι άτυχέστεραι έν τω πραχτικω βίιρ Περί των
τοιούτων χορασίων, εχόντων ηλικίαν νεαράν ενδεχα εως δεκατριών
έτών, θά δύνανται οί γεννήτορες νά σκεφθώσιν ένωρί; καί ώρί-
αως, όπως προςπορίσωσιν εις αΰτά άλλον πόρον ζωής, δςτις πάν¬
τως θά καταστήση αύτά εύτυγέστερα υ, μέτριον διδασκαλ'.κόν
πτυχίον.
Άλλά θά εΓπ7| τις, επί τίνα κα'ι όποΐα λοιπόν εργα νά τρα-
ιιώσι τα χορασια εχεΓνα, όσα ή διά τοιούτων μέτρων έπιτυγχα-
νομένγ) ελάττωσις των διδασχαλισσών θάναγχάσγι νά σχεφθώσιν
άλλως περί τοϋ μέλλοντος ; Τοιαύτη ερώτησις ήθελεν ύπενθυΐλί-
σει εις ημάς τα; ανοήτου; θρη·ωδίας των άυ.αξηλατών όπου
στρωννύονται σ'.δηροδροιιικχΐ οδοί η τροχιαί ίπποσιξηροδρό^ου
ΠοΛΛα τα ίίΐνά χ' ουδέν άγθρώπην όηηΐζερον πέΑει. Ό άν-
ΰρωπο; είνε εΰιιήχανος καί ιτολυ;χήν;ανος ότα- δύναται χαϊ 6έλ·/,
να εργασθή. Είνε τάχα έντιαότερον πτω/ή·τις νέα νά διάγγι βίθ'
έναγώνιον έξαρτω.ΐΛ,ένη άπό τ&ϋ δηαάρχόυ, άπό άξέστων γονέιαν
των είς την διδασκαλίαν αυτής άνατεθειαένων κορασίδων, χωρί;
τωμένης; Λοιπόν νά γείνωσιν όλαι όάπτριχι; Καί δέ
τότε ύπερπλεονασμ,όν των ραπτριών, όσον καί άν είνε τώρα άνϊ-
παρκεΐς ; Καί δέν είνε φωτοσβεστικαί τοιαύται λέζει; ; Πολλοΰ
γε καί 8εϊ. Ουδείς εϋ φρονών δέν θά συνομολ^γήσγι. ότι πολλω
μάλλον αξία εκτιμήσεως είνε εύπαίοευτο; ράπτρια χΐχής διδα¬
σκαλίσσας, βά είνε δέ πάντως καί εύτυχεστέρα. "Επειτα δα δέν
■πρίκειται νά λάβωσιν όλαι εί; χεΓρας την ψχλίδα. 'Τπάρχ'.υσι
•πολλαί Ιντιμοι βιομ-ηχανίαι, έν αίς κοράσια άποπερατώσαντα
'χάλιστα τ'ο αστικόν σχολειον δύνανται ού μόνον νά εΰδοχιιιήσω-
τιν, άλλά καί νά διακριθώσι. Τα έιιπορ·χά καταστήματα τή;
•πρωτευούσης, ποριζόμενα έκ της 'Εσπερίας απειρα εΐδη, άτινα
-ηδύναντο άξιόλογα νά κατασκευάζωνται ενταύθα υπό γυνα'κών,
δύνανται βεβαίως νά ΰποδείξωσι πολίι χαταλληλότερον έ;χοΰ πολ¬
λάς εργασίας είς τάς τοιαύτας περισσάς ή «.άλλον περιττάς δι¬
δασκαλίσσας τοΰ μέλλοντο;. Χάριν παραδείγιχατος ή αβυρματο-
•ποιία,ή τριχαπτοποιία, ή χαρακτιχή, ή βιβλιοδετιχή καί πλαισιο-
•ποιία, ή κενττ)τική καί ποικιλτική, ή κατασχίυή τε/νητών ανθέων
χαί πυξίδων έκ /αρτονίου, ή άνβοδεσία δύνανται βεβαίως να πα-
^ύνωσι ιΐολλάς κόρας άς σήμε:ον ϊσχναίνε1. τό πτυχίον διδασκα¬
λίσσας. "Επειτα δέ διατί έν ταίς πολυανθρωποτέρας πόλεσΐ τής
Ελλάδος νά μή έογάζωνται αί γυναΐκες έν τοΓ; εαποριχοΓς κατχ-
«τήμασι κρατούσαι τα βιβλίϊ των γονέων, άοελφώι ή συζύγων
των -η άλλως νρήσιιιιοι γινόαενα·, ώ; γίνετα; τουτο άπανταχοΰ
τής Εϋρώπη; ; Τέλος δέ καί χύτό τό κράτος ηδύνατο νά /οησι-
μοτοιήσγ τα; αΓκας έν τοΓ; ταχυδ;ομείθ'ς τοΰλάχ'ΐτον κα'ι
τη τα; γυναΓκα; έν τοΓ; ταχυβΐθμείθ'.; τουλάχιστον κα'ι
•τοίς τηλεγραφείοι;, ώς ψαίνεται νά εγεινε σκέψι;. "Αν δέ λάβω¬
μεν πάντα ταυτα ϋπ' όψιν, δυνάμεθα νά πεισθώμεν, ότι δια τή;
ΐλαττώσεως των διδασκάλισσα^ ού μόνον ή παιδεία θέλει ωφε¬
ληθή, άλλά καί πολλαί ένδεεΓς κάρα: θά γείνωιιν εύτυχέστεραι.
Άλλά κα'ι άλλαι σκέψει; έπέρ/ονται περί των παρ' ή;χΓν δι-
5—καλισσών, όπως αΰςάνη κατ' ολίγον ό ώρισ,αένο; αριθαό; των
ά τάς ανωτέρω προτάτεις ε'ι;ακτέων εί; τα διδασχαλεΐα Ά-
Εΐρρήτω;, ώ; είπον ανωτέρω, χ'ι σήμερον άξιούαενχι τοΰ πτυ-
ι είνε άσυγχρίτω; άνώτεραι των παλαιοτέραν δ,.δασκαλισσών.
Άλλ' όμω; πολλά δύνανται χαί πρέπε-. άχόαη νά γείνωσιν. Αί
οιδασχάλισσαι έξέρ/ονται αέν κατηρτισμένχι περί τα μαθήιιΐτα
τάναγεγραμαένα έν τοΓς προγράμαασιν, αλλ' οαως αί ιΐλεΓσται
στεροϋνται γενικωτέρας τινός μορφώσεως, οΐα στολίζε; τα; πλεί¬
στας των έκ τή; Ελβετίας, τής Γαλλία;, τής Γερμανία; αετα-
χαλουμένων παιδαγωγών. Όλίγισται έχουσιν έξ ο'ικογενειιχή;
άνατροοή; ή άπό μελέτης κχί νθΎμ.ονοι αναγνώσεως Ίδιάζουτάν
-τινά ανάπτυξιν, διΐκοίνουσαν αύτάς άπό των συνχδέλφων. Εις
ναντιρρή
^ίου είνε
122
τα δάκτυλα μετ;οϋνται όσαι έχουσι τελείαν γνώσιν ξένης τινος
γλώσσης, ενδιαφέρον περί τής ίστορίας καί των μνημείων τής
ημετέρα; χώρας, ζήλον πρός απαρτισμόν ζωολογικών η βοτανι-
κών συλλογών, αγάπην τής ποιήσεως κα'ι τής (ριλολογίας έν γέ¬
νει, μόρφωσιν ειδικήν «ερί την μουσικήν ή την γυμναστικήν ή
την ζωγραφικήν. Καί ιχεταξΰ αυτών των πρωτοβαθιχίων διδασχα-
λισσών λείπουσ; λοιπόν άληθεΓς παιδαγωγοί κατά την "εΰρεΓαν
σημασίαν τής λέξεως. Κα'ι όμως πόσαι οικογένειαι έλληνιχαί
ενταύθα τε καί έν τω εξωτερικώ έχουσιν ανάγκην τοιούτων οικο-
διδασκάλων ! Είνε καιρος νά γείνη σκέψις πώς διά τής μ',ρφώ-
σεως τοιούτων συμπολιτίδων παιδαγωγών θά γείνη όαημεραι
μά)λον πιριττή ή μετάκλησις ξένων. Εΰρΰ στί^ιον θανοιχθή είς
τάς νεάνιδας τής τατρίδος, ό αν θά εχωμεν ο'/'. μόνον διδασκα¬
λίσσας τής τίχνολογίας, τής άριθμητικής καί τής γεωγραφίας,
άλλά χαί ε'ιδιχας διδασκαλίσσας ξένων γλωσσών, τής ώδικής, τής
μουσΐχής, τής ζωγραφιχής, τή; γυμναστικής, των έργοχείρων καί
έαπιίρου; νηπιαγωγοΰς καί παιδαγωγοΰς είς ά; νά δυνάμεθα θαρ-
ροΰντες να έοιπιστίυθίομεν την χαύόλου παίδευσιν των ήμετέρων
θυγατρίων. Ηδη ηρνισαν εΰτυνώς αναφαίνωνται καί παρ' ήμϊν
ολίγαι τινές τοιαύται. Τα κέρδη άτινα συγκομίζουσι καί ή χοινή
εύλογία ής άξιοϋνται εστωσαν απόδειξις τής υπαρχούσης ανάγ¬
κας τοιούτων παιδαγωγών καί εΐδιχών διδασχαλισσών. "Ηδη δέ
τό ύπουργεΓον τής Ιΐαιδέίας γ,σθάνθη την ανάγκην νά κανονίσγι
δι' ίδίου Βασιλικοΰ δικτάγματος έν ετει 1886 τα προςόντα των
διδασκαλισσών των έργοχείρων. ΕϋχΤ|θώ[Λεν, όπως ταχέως ζαρα-
στή ή άνάγχη άλλων Βασιλιχών διαταγμάτων όριζόντων τα
«ροςόντα άλλων ε'ιδιχοτήτων. Τοιοϋτοι θεσμοί έσονται δεΓγμα αί
λτ,θοΰ; προόδου τής γυναιχείας παρ' ήαΓν -αιϊεύσεως, άλλά χα-
δεΓγμα προόδου τοϋ όλου εβνους, διότι 6 έξευγενισυ.ός τή; γυναι¬
κός είνε ή βάσις τοϋ έξευγενισμοϋ έχείνων ου; αυττ, θά θρέψγ) διά
τοΰ γάλαχτό; της ώς μήτηρ. ' ,
"Ε. Κτ.=ι.·ο 15 ϊ:--,;1ό?·.^ 188!)
Σπύρ. Π. Λαμπροσ
Ίστιρόγροιφοι; ίπιστολή
Φϋι χ. Σχόχί
120
επιτροπεία τής Βίυλής χχί έν τώ τύπω συζητήσεις πιρ! τοϋ Άρ-
σακείου, άς προεχάλεσεν ή είς την Βουλήν ύποβολή των έχπαι-
δευτικών νομοσχεδιον Μή περι,ιιένετε νά μετάσνω χαί έγώ τής
συζητήσεως, θυτε ύμεΓς ενετε χώρον, ουτ' έγω καιρόν. "Ισως
δυνάμεθα νά έπιληφθώμεν τοΰ θέματος τούτου έν τω Ήμερολο-
γίω τού προσεχ-.ϋς ετβυς, άν αντί νόμων περί γυναΐκείας παιδεύ-
σεω; εξακολουθούσιν άχομτι οί λόγοι. Των νομοσχεδίων μή ψη-
φισθέντων ακόαη, μένουσι πολλά τα εχκρεμή, χαί Γϊωζ δύναται
νά συντελέσγ) τό ανωτέρω άρθρβ/ είς έπανόρθωσίν τίνων των κα¬
κώς ενόντων, τόσω μάλλον χαβ' όσον πβρί των πλείστων ζητημά-
των άτινα έπραγ,ιιατεύθτιν έν αύτω δέν φαίνετχι νά εγεινί σχέ-
ψις ,«.έν;ρι τοϋδε. Τό κατ' εμέ έμμένω είς τάς έν τή περυσινή
αου διατριβί) έκφρασθείσας προτάσεις χαί πέποιβα, ότι ή αποδονή
αυτών 6ά συντελέση είς βελτίωσιν τής παρ' ήμΓν γυναιχείχ;
παιδεύσεως. Την δέ όρθότητα των σχεψεώ·/ μου άποδειχνύει καί
αυτή ή εφέτος κατ' άλλον ιρό'κον εκτέλεσις των έζετάσεων των
ύποψηφίων διδασχαλισσών, ών τον αριθμόν προςέίηχα είς τοΰς
έν τω περυσινω μου άρθρω ιτίναχαις. Καί πάλιν έπιμένω φρονών,
ώς χαί πρός τό υπουργείον τής Παιΐείας έοήλωσα -προ τίνων
έβδομάδων δι' εκθέσεως μου μετά τό πέρας των επί πτυχίω ίξ,£-
τάσεων τοΰ ένεστώτος ετους, όπ πάντες διά παντός τρόπου πρέ-
πει νά φροντίσωμεν /άρ'.ν αυτής τής έχπχ'.δεύσεω; όπως έλατ-
τωθώσιν αί διδασχάλ'.σσαι.
ΊΙ. Κτ: ·■! 12 Κ-:,ι-.;Λ ΜίΟ
Σπτρ. Π. Λλμπροσ
ΕΔΩ Κ' ΕΚΕΙ
Μετχξΰ δανειστοΰ χαί όφε:λέτ&υ :
— Μά τέλος πάντων, άδελφέ, θα μοϋ έξοφλήσγ,ς τόν λογα-
ριχβαόν; Δέν ήμπορώ να εονωαα·. χάθε ημέραν νά π γυρεύω.
— Φίλε μου, δέν είνε άναγχτ, νά ερχεσθε χάθι "μερά. Έγώ-
νά σοϋ ιΐροτείνω ίνα τρόπον συμβιβαστικήν Ποίαν ημέραν τής
εβδομάδος εύχαιρίϊτε ;
— Μόνον τό Σάββατον.
— ΑΓ! τότε νά πίρνατε χάθε Σάββατον!
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΔΕΝΙΑ
ι.
~ΝΑ πρωί λυπητερά τα ττό5ια μου γυρμένη
■"Αχνήν άχνήν άπάντησα τοΰ κάμπου μαργαρίτα·
— "Ανθοε φτωχέ, ποία συμφορά τα φύλλα σου μαραίνει ;
— Ζηλεύω Εν ίνθος πλούσιο.
— ΚαΙ πώί τέ λένε ;
- Βΐτα
2.
Είσαι ταιράκι τού Μαγιοϋ καΐ τοό Απριλίου καμάρι,
Τριανταφυλλένια εΐν' δλα σου, πρόσωπο, χρόνια, χίρι,
Τρια/ταφι,λλένια μουσική σκορπίίεται άπδ οένα,
Τριανταφυλλένιου εΐσαι Θεοϋ τριανταφυλλένια γένα.
3.
Στολίίεσαι μέ φόρεμα τριανταφυλλί, κι' άκόμα
'Η νχότ/| σου £χει φόρεμα τριανταφυλλένιο 3ώμα.
ΚαΙ μέσα ς το τραγοϋΒι μου κ' έγώ οέ καμαρώνω
Χάν πεΤ2λοϋ3α ρόδινη μέσα σέ ρόοων κλώνο
4.
Κορμί πού κάθε /ρώμα το^ γλυκύ είνε 'σάν τ ό μέλι,
Κι' άττοθ λαόώνει κάθε τού γραμμή σάν τή σαίτα,
^Ανώτερο κι' άη' την ψυχή, ποϋ δύναται 8,τι θέλει. .
^Ηδη άς σέ κράίουνε κ Γ αί μή σέ 'αναποΰνΐ Βίτα !

Νά γεννηθ^ άν τύχαινε Ίς άρ^αΤο καιρό, στοχά-ου
Ό Πραίιτέληί θάπερνεν από την έμμορφι,ί σου
ΚαΤ θάκανε σέ μάρμαρο την άνθισμένην "Η6ϊ-
Εσένα σούπρεπ'έκκλησιά, κα'ι σπίτι έσένα κρύδεΐ'
6.
ΓυναΤκα ή κόρη θά γεν?(· τ' άνθος κβρπός θά γίν/),
Θά οιώί^ε, ηλιε, την αϋγ^ καί, άέρα, την γαλήνη,
•θάρθ^ καί τ6 φθινόπωρον. . . Άλλ' δμως μή φοόάσαι,
'Σ τό σκοτεινό τραγοΰϊι ιιου ττάντα, δπω^ ιίοαι, θάοχι
Παλαμασ
Η ΣΥΜΒΟΥΛΗ ΤΗΣ ΚΑΜΠΑΝΑΣ
}ΙΑΝ οοράν ηταν ενας νέος κκί είνεν άποφα—
βίσει νά νυ|Αρευθίί. Άλλά σΊά νά έπανα—
παύση την συνείδησιν τού ηθέλησε νά συ(Α-
βουλευθϊ) έ'να φρόνιμον καί πολύπειρον φίλον τού. 'Υπηγε
λοιπον καί τόν ηύρε.
— Άγαπώ μίαν νέαν καί την ΘΙλω γυναϊκα μου.
— Πάρε την, άΐϊοκρίνίται 6 φίλος τού.
— Άλλ' οί γονεϊς μου ιϊέν τ·ί)ν νοβτιμεύοντκι καί σ'έν·
θελω νά τους λυπησω.
— Μί) την παργ,ς.
— "Αν σ'έν την ιταρω Οά ίίι/.αι ίυστυχης ό'ΐϊω ζώ.
— Πάρε την. -
— Το κακόν είνε ότι είμεθα καί οί ίύο τιτου οί καί
όεν τ,ςευρω πως θα την ςησω αν ττ)ν παρω, σιοτι είνε
κ,αλομ,αθημένη.
— ΜΫ; ττ,ν ίΐαρτρς λοιπόν.
— Άλλά μέ άγαπί^ καί την άγαπώ. θά έργκσθώ καί
θά ζήσωιιεν.
— Πάρε την.
— Άν δμως άποκττ,σωμεν οικογένειαν, τί θά γείνιρ.
τότε ; Πώς νά την πάρω χωρίς λεπτόν;
— Μη ττ,ν πάργ,ς.
— Είνε τόσον εΰμορφη καί καλη !
— Παρε τνιν.
126
— Φοβοϋμαι μ.γ)με κατηγορήση ό χ.όσμος άν την πάρω.
— Μη την πάρη;.
— ΙΙάρε την ! Μη την πάρης ! . . . Δός μου μίαν
■συμβουλήν σωστήν. Ε'ιπε μου, τί θά ί'καρες συ είς την
θέσιν μου ;
~ Άκουσε, ©ΐλε' ;ο.ου. "Ο,τι καΐ άν σε συμβουλεύσω
έγώ, ίέν άξίζει. ΊοΌύ τί θά ε'καμνα είς την θίσιν σου.
"Οταν σημαίνη ό εσπερινάς θά έπηγαινα είς τόν αύλό-
γυρον της έκκλησίας κ.αί θά έ'καμ,να ο,τι αοϋ είπη ή
κα;οπάνα
— Άλλ' ή καμπάνα «ϊέν ομιλεί.
■—Ομιλεί είς οποίον ήξεύρει νά την ακούση. Πήγαινε
και όοκίμασε.
Έπλη-τίαζεν ίσα-ΐσα ή ώρα τοϋ έσπερινοϋ. Πηγαίνει
ο ν5Ος πρός την Εκκλησίαν. Άρνίζει νά σ-ψ.αίνη. "Ω
τού θαυματος! Ή καμπανα ομιλεί τωόντι. Τίγ*, 'τόγχ,
τιγ*, να την πάρης, τίγκ, τόγ*, τίγκ, νά την πάρης;
■το.γκ, ^Υ*· ™ϊ* ™ τ*,ν παρ-/,:, νά την πάρης, νά τ*ην
ιταργις ! Γ '
Πηγαίνε·. άμ^ως ο ·Λ«λός σου. ευρίσκει την νύαφην,
όιόει τον λόγον τού κχί μετ ολίγα; ήαέρας γίνονται οί
γαμοι. ιιι
Έννοεΐται ότι ήτο προσκεκλημίνο; κ«ί δ φίλος τού,
πρός τον δποϊον δ γαμβρός έξέφραζε την άπειρον ευγνω¬
μοσύνην τού ίιά τ-^ν καλήν συμβουλήν τού Τον τθελε
μαλιστα χαι κουμπάρον, άλλ' =χείνος αε κανένα τρόπον
οεν συγκατενευοε.
Μετά έ. περίπου ε'τος δ γαμβρός επεσκέφθη τόν φί¬
λον τού. Ητο κατηφης καί εφαίνετο καταϊ.βλ,μεν'ς.
ψ — Ωραίαν συμβουλήνλέγεΐ) μΟϋ ε'ίωκες πέρυσι Σέ
ήκουσα και την επήρα, δποϋ νά μή την «ίχ« 1α -οτί.'
— ΙΙολύ λυποϋμκι νά αί βλίπο^ αετανοημίνον, άλλά
συμβουλήν βεβαίως έγώ «ίέν σοΰ έ'ο'ωκα.
— Δέν υ.έ συνεβούλευσες νά /.ζ;λω ό,τι μοϋ είτϊτ, Ϋ,
καμπάνα ;
— Τουτο, ναί, σοϋ τό εϊπα.
— Λοιπόν τ, καμπχνα [/.ου είττε νά την πάρω. 'ϊτ,'/
έπΐίρα καί ττ,ν εχαθα.
— Δέν πιστεύω νά πταίν) ή καμπζνα. Δέν 6ά τ'Λν
τκουβες καλά.
— Πώς ίέν τ/ν -Λκουια ; Μοϋ ΐφώναζε : νά τγ,ν τζ-
ριρς, νά την ΐϊάρτ,ς !
— Πολύ τό άαφιβάλλω. Πγ,γαινε νά την άκούσγ,ς
και έττειτα έ*ρχου νά (/.ου —
χρϊϊΐίί στενογωργιμΐνος ό άνθρωπο; καί έπέ7τρ
•περίλυπος είς την οικίαν τού. Ή ίκ/.λτΐ'ϊία γ,το εις τον
ίρό[λον τού, τ, ιϊέ ώρα τοϋ έσχερινοϋ ίπλτισίαζεν. Ήτο
(ϋβαιος ότι είχεν άκούβιι έςαίρετα «ρό ενός ετου; την
φωνήν ττ,ς κα[Λ·πάνα; λέγουσαν : «νκ την πάργ,ς.» Ήθί-
λησεν δμως νά βεβαιωθή καί πάλιν, «ϊιότι τόν είνί οκαν-
ίαλίσει δ οΊσταγαός, τόν οποίον έςίφρζσε περί τούτου ό
ριλος τού.
— Άρχίζει νά (ϊΥΐ^αίντρ. Τίγκ, τίγ/. ! . . . Περίεργον !
Τό λέγει χ«θαρά τ, κα[Λΐτάνα. Νά μή ττ,ν πάρτις, τίγκ,
τίγκ, νά ιλΫ, την ιτάργις, μ,η, μ,η, νά μΫ, την πάρη; !
Ό άθλιος Ϋίκουε καί έβυλλογίζετο : Μή ίΐν ηχουβε
τφ όντι καλά πέρυτιν; η ρ.ήπως καί ττΐρυβιν καί εφέτος
τ, κ*ι/.π«να άλλο δέν ελεγε «αρεκτός ο,τι αύτός επεθύμει:
— Τί ΐΛθϋ πταίει 6 φίλός ;ο.ου, Γλεγεν αναχωρών.
Άνόητς; έγώ ν* άκούσ;» πέρυσι την βυμβουλην τΫ,ς καμ-
πάνας.
(·Β. Π.,,,!.·.) Δ.
ΑΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ
Απ' ταίς γυναΐκές σον, Όμηρε, δέν λησμονώ καμμιά,
άτιο τή θεογέννητη τοϋ Μενελάου Ελένη
ώς την καλή νοικοκυρά τή Ναυσικάα, π ου πλένει
τα κεντημένα της προικιά 'ς την άκροποταμχά.
Μέσ' 'ς τονς καιρούς άπέμεινεν ή μνήμη των πτστή,
γιατί όλαις ταίς εγέννησεν ή δύναμις όον ή ιδία·
καί σνλάδαις ·κα'ι §ασίλισσατς, δλατς φοροϋν στολίδια
τονς διαμαντέντους σττχους σου, τυφλέ τραγονδιστή.
Μ' άν δλαις είνι· 'ξακουσταΐς, κ' ή κάθε μιά τρανή,
η Πηνελόπη μοναχά, 'ς τόν άργαλειό όκυμμένη
άγρυπνη ύφαίνει όλημερίς, κι' ολονυκτίς ξεφαίνει
τής άρετής καί τής τιμής 'ς τό άτέλειωτο πανί.
Γι'αύτό κ' έγώ 'ς τή δόξα τους ταίς αίΛαις παραιτώ
κτ' άη' όλαις ποϋ έτραγούδησε ή άθάνατΛ σου λύρα
την Πηνελόπη μοναχή μέσ' 'ς την καρδτά μου επήρα
και πάντοτε μίαν δμοτα της γιά ταϊρί μου ζητώ.
Έ, Π.ρι»1.,;, 18»0)
,Ιθ. ΠθΛΕΜΗΣ
• £ΗΜ·-- η *«.«>. Ζιε(>*τ«τ» ΐο.ημ.τιον άϊ,»««.»τ; ί> τί» Έ {ιι« 1»ν,λορ,«?;
λ»ί ·(»··«[· ώ{ ΐί., Ι. τ£ Φ,Χ«{αίιΙ. «. ηΐι.Λ 5,«γ«ν|σμ«ι τ.ϊ 1ί»0.
Σαμουήλ Χαοτ
ΣΑΜΟΥΗΛ Γ. ΧΑΟΥ
Κικέρων λέγει : Ηοηηίηβδ Άά άβοδ ηιιΐΐ» ββ ρΐ'ορίϋβ
αοεβάυηΐ, (ΐηειπ) βαΐηΐβπι 1ιοηϊπιί1)ΐΐ8 α.2ηαΌ, ο έστι
|Λεθερμν)νευόμενον: «Οί άνθρωποι δέν δμοιάζουσι τοΓς
«θεοΓς κατ' ουδέν τοσούτον όσον κατα την εΰποιι'αν
«πρόςτοΰς δμοίους των.»'Ο Κικέρων ταυτα ειπών βά εΐχε βεβαίως
κατά νοΰν άνδρας οΐος ό Σαμουήλ Χαου. Τοϋ έπιφανοΰς αΰτοΰ
α,νξαΌς ό βίος κατηναλώθη υπέρ τοϋ πλησίον χαί διχαίως, κατά
τον Κικέρων», δύναται νά κληθή θεοειδης.
Βεβαίως είναι αδύνατον ούχι νά έξεικονίσγ) τις τόν θεσπέσιον
τούτον άνδρα κατά πάντας τους εύγενεΓς αύτοϋ αγώνας εν τε τί)
γενεθλία αϋτοϋ γ-5] καί έν τγί δευτέρα αΰτοϋ πατρίδι, τ7| Ελλάδι,
ην έλάτρευσε καθ1 άπαντα τό·' βίον αύτοϋ ί'σα τί) φυσάστ) χαΐ
έκθρεψάσν) αυτόν μητρί, άλλ' οδτε απλήν σκιαγραφίαν να παρά-
σΧΤ1' Φ'^ε κ· Σχόκε, τοΓς ύαετέροις αναγνώστας εντός τοϋ στενοΰ
πλαισί'.υ τοΰ ύμετέρου Ημερολόγιον.
"Η γή τοϋ Βάσιγκτων δέν σεμνύνεται επί τω μεγάλ(ι> αυτής
πολίτγι περισσότερον η επί τί) αρετή πολιτών οΐθζ ο Σαμουήλ
Χάου. Πώς θα διεξήγε τροπαιοΰχος αγώνα τόσον μέγαν καί 8εΐ-
νόν ό άδάμαστος, έκεΓνος στρατηλάτης εάν δέν περιεζώννυε την
όσφϋν αΰτοϋ ού/ι αόνονχάλυψ χαί σίδτ)ρος αλλά χά! άνορες σιοη-
ροί, ναλύβδΐνοι, οΐος υπήρξεν αύτός καί μυριάδες συμπολΓται τού,
καΐ οιος απεδείχθη κατόπιν απ' αρχής μέχρι τέλους τοΰ βίου τού
6 μέγας καί πολύς πολίτης Σαμουήλ Χάου ;
Μόλις ή αΰρα τής ελευθερίας ήρξατο ψαύουσα τάς σεανας τοΰ
"Ολύμπου χαί τής Όσσης χοίυφάς χαΐ σείουσα τάς δειράδας τής
0ΐτ7|ς χαί τοϋ Ταϋγέτου, ό Χαου έχρίετο έν Άμεριχγί ίατρος, ή
δέ πρώτη οΰρανία αΰρα, ήτις έ9ώπευσε την ιεράν τοθ νεαροΰ Ά-
Κ. Φ 1ΚΟΚ0Υ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΤΟΥ 189Ι 9
Ι}0
σκληπιάδου όψιν, ύπήρ;εν ή έχ τής δούλης χά! μάρτυρος "Ελ¬
λάδος αΰρα τής Ελευθερίας. Εί; τα ώτά τού ηχησεν ίε'ρά ίαχή
χαί κρότ^ θραυομένου άλύσσεων, καί είδον οί όφθαλμοί τού μα-
κρόθεν τα έμβλήματα τής δουλείας συντετριμμένα καί τόν σταύ¬
ρον τοϋ μαρτυρίου άναστηλούμενον καί τάς ίεράς πτυχάς, έφ' ών
αντανακλάται τό λευκόν κΰαα χαί ή γαλήνη των ώ-αίων θα-
λασσών μας, άπλουμένας άπό τής κ',ρυφής τής πρωτομάρτυρος
Ιδής και τοϋ Ταινάρου μέχρι τής βαθυκόλπου χεχαριτωμένης
Ιωνιας κ*ι απο τοΰ Άδρία χαί Ίστρου μέχρι τοϋ Μαύρου Πάν-
του Οδιος Αχιλλευς δέν ήΌελε 6ρμήσε! πρός τόν ϊερον τής μάρ-
τυρος αγώνα ταχύτερον τοΰ ν=αροϋ Άσκληπιάδου Σαμουήλ Χάου
όστις, κατα τους χρόν-,υς χαβ' ^ς δι' Ιστίων μόνον έ'χινοϋντο τα
σχαφη, δρμησας διήλθε τόν μέγαν Ώχεανόν ώς νά διήρχετο λί¬
μνην αταραχον Μετά μακρόν πλούν αφίκετο είς τους χόλπους
της μήτρος Είλαδος, είς 05ς διέμεινε μέχρι τέλους υποστάς πά¬
σας τας σχληρας τοϋ 'ηροΖ αγώνος δοχΐμασίας κακουνούαενος χαί
ταλαιπωρουμενος ώς ό Ισχατος των 'Ελλήνων, ουδέποτε άπαυ-
6ων, ουδέποτε μεταμελβύμενος, ουδέποτε αποθαρ=υνό/.ενος βέβαιος
ών παντοτε περι τής αίσίας τοΰ δεινοϋ αγώνος εκβάσεως. Άγ-
γελος παραμυθιας υπήρξεν είς τους στερουμένους των πάντων
πλήν της εις τον Πατέρα των ό?φανών χαί'έγχαταλελει·,.μένων
πίστεως, χαι 8,* των αίχνων αΰτοϋ προσπαθειών αί νενναΓαΓσυν-
όρομαι τϋ.ν£, Αμεριχί) σομιτολιτών τού κατέφθίνον αδιαλεί¬
πτως εις τας πεινώσας γυναΓκας χαί τα γυμνητεύοντα τέκνα
των ενδίξων μαχητων. Ό Σαμουήλ Χάου εγνώρισε την Έλλάοζ
χαι ηγαπησε τα τεχνα αυτής όσον ουδείς των ςένων των χατελ-
»"«ν_·,,~ν μεγα αυτή; αγώνα. Άπειρα Ιγραψε περί τοΰ έλ-
νΙίΖ" ^ω·νΟς> πεΡ' "Γ ε^Χά^ων·τοΰ αγώνίς άνδρών συγ-
γραψα; και ιστορίαν «Αήρη αύτοΰ. Διετέλεσε δέ αχρα,φνής χαί
γ«νναιΟςφιλ,ςτωνέλλή μέχρ[ τ,λου, το. £ο? /σ__
! τ*ς "Γ*"* πϊντων τών έ%ων Τ0ΰ β&βυ τ ελών
μελών
ΕΓ·^ άν?'τΐ Ελλν·Χ5ν.Όσάκις εύ,Γσκετο
μεσωΚρτ,των ους «λ«,ρ«υ.ν> ,'.{—.„,, βτι * - ; ·- έ?ά.
χΓ Χ*Τ* "-Ι Τ .ύψ°0ντθ Οί πελώΡ'01 ΚωσταροίΡ Κόρα-
ϋ Λ6άΐ7ν ' ?ίαΡαΐ' Κρ°χίδαΐ ώ; αί »»«««, χέδροι
Ι Τ ρ ρ
τοϋ Λ,6άΐ7ν ' ' ?ίαΡ-αΐ' .Κρ°χίδαΐ ώ; αί »»«««, χέδροι
^
^
»31
γάλου αγώνος τοϋ 1821 τρίς επεσκέφθη την ιεράν ημών χώραν
καί την Κρήτην μετά τής έξόχου συζύγου τού, τής έξοχωτέρας
πασών των γυναικών τής Άμερικής, καί των έπίσης έξόχων τέ-
χνων τού, πάντων διακρινομένων επί εύρυτάτγ] παιδεία χά! κάλ-
λει σώματος καί ψυχή:. Κατά τό 1840 επεσκέφθη την Κρήτην,
χατά δέ τω 1867, ότε ή Κρήτη άνέζη ίνα συντρίψη τοΰς έν-
θροΰς αυτής, ε;πευσε μετά τής συζύγου καί δύο έκ των θυγατέ¬
ραν τού, φέρων ρΌηθήαατα υπέρ των έχπατριζομένων χηοών χαί
όρφανών τής Κρήτης. Επίστευσεν ότι ή Κρήτη ήθελεν 'έλευθε-
οωθή, τ|σθάνθη δέ άλγος βαθύ, ότε είδεν ότι καί πάλιν έπρο-
«βη χαι εγκατελείφθη ή ίερά γή υπο των ΐσ^υρών τής γής.
ΤΗτ» ήδη γέρων ό Χάου, άλλ' εύτυ^ής θά ήτο πάς τις έν
τή άκμΐ| των νεαρών αύτοϋ έτών εάν είχε τό αϋτϊ σθένος
καί σφρΓγο;, όπερ είχεν ό γηραιός έκεΓνος κοραός. 'Εσίίετο ώς
τΐελωρία δρϋ; «κ βάθ;ων υπό θυαοΰ καί άγρίΐς άγαναχτήσεως
ούχι δταν ήκουε-κ ότι έπιπτον έν πολέμω οί Κρήτες, άλλ' δταν
πρός τελείαν αυτών εξόντωσιν έν τω μέλλοντι έπυρπολοϋντο υπό
των Άγαρηιών οί άμκελώνες κα! οί έλαιώνες αυτών. ΌποΓον
ΦΟ&ερΌν άνάθεμα έξετόξεοον τότε τα άγια χείλη τού κατά τή;
εψιμΐλυθιωΐΛένης διπλωματίαν τής Εύρώπης !
Τόσον συνεπόνει ό οικος σύα*ας τοϋ Σαμουήλ Χάου πρός τάς
συμφοράς των Κρητών, ώστε αυτών αί θυγατέρες χαί ή χλβινή
σύζυγό; τού διένειμον τα ένδύματα χαί βοηθήματα είς τάς δυ-
οτυχεΓς Κρήσσα; χαί τα τέκνα των Άλλ' ήιιέραν τινά, ϊνω δΐί-
νέαοντο βοηθήαατα έν τώ ναώ τής Ζωοδόχου Πηγής παρ'ιστά-
μενο; ό Χάου ήρώτα τα; μητέρας πόσα τέκνα εχουν ή μέν ε/εγι
8έκχ, ετέρα δώδεκα, άλλη έννέα. Τότε σκιρτώ·» ό Χίον έφώνει
έν άγαλλιάσβ'.· «Ά! Δέν φοβοϋμαι ότι θά έςοντωθώσι ποτέ οί
α Κρήτες δσους καί άν καταστρέψωσιν οί άγριοι Όσαανλήδε:.»
Ήαέραν τίνα εξήλθομεν μετά τή; Κάς Χάου καί των δύο θυγα-
τέρων της ίνα μεταβώμεν είς τό πεϊίον τοϋ "Λρεως, ένθα τοτε
έπαιϊνιζεν ή μουσική ήρωτήσαμεν άμαξηλάτην τίνα τό άγώγι
τού- αύτό: μά; απήντησε 3 δριχμάς. Ή κ. Χάου άμέσω; είπεν
«Άλλ' είναι εγχλτ,μα νά δώσωμεν τόσα δι' άμαξϊν, όταν τα
«τέκνα τή; Κρήτη; ε/ουν ανάγκην καί τοϋ όβολοΰ!» Ούτω; έπο-
ρεύθημεν κ»ι επανήλθομεν α,-π'ο μακροϋ περιπάτου πεζή. Αύτό
καί μόν^ν δεικνύει τί ησθάνετο οΰ/ί μόνον αυτό; ό εςοχος' φιλάν-
θρωπο; Χάου άλλά πας ό οίχος αυτού.
Μετά τό οικτρόν ναυάγιον τού Κρητικού άγώνο; ό Χάου επα¬
νελθών εί; Βοστώνην, ίδρυσεν εφημερίδα καλουμένην
132
ήτις εξεδίδετο ερ_ ίχανον χρόνον, δι' ^θέσεώς τού δέ ανεκοίνωσε
τη εν ΰοπονν επιτροπή τα χατά την Κρητ-χήν επανάστασιν
αφηγηθε.ςεν συντομα, την Ιστορίαν τής ενδόξου νήσου, τα ααρτύ-
ρια των τεχνων τη;, χον διάπυρον αυτών 1>ωτα πρό; τήν' ελευ¬
θερίαν χά, τας θυσίας ες 4; τοσάχ[ς ύπεβλ^θ Ρύπ« βνΙ.
λ«λ^ ν""*7--0, ε ^ "τωΡ "■ Φ4- «ν λαμπρΛροσ-
Α«λα υπέρ των Κρητών, έμνήσ8η άφηγ^σεώς τΤν«' τοϋ κ.
ίννΤσ! Τ Ε™« τα.έξ-ή?' ·'° Χ· Χάθυ έπ"ελ«ων « τή,,&χλΜϋς
των τοΐ Γ^' -λν0Χ?^^^ ««'' ««λαβόντες επί των «υμών
ΐων ποδ- '- αϋτίν> Χαίτ0! ™™™, άλλά χαίέθηκαν ?ο
«των ποδών των γυναιχών χά! τέχνων των.»
τοϋ 1867 δ Χάουδέν έπα-
^ΙΙΖν^ ,Τ? 1867 6 Χάουδέν έπα
Ψεί αύθί/τ' «την ?"?ιλτΊ~^ το" -λην.χή, γήν, άλλ' Ιπεμ-
Ϊ«ν νά ναΙΓί^"^5 "ί! τήν ΓύζυΥ°·'' ^«ί Κρήτες Ισπευ-
ϊ Κ ,ασπϊ^"οι την οεξ,άν τής έξό
1!1 "*? ™ψ" « ΈΧλάδ
^-.^, λατρείαν πρός την
γ1θη ° Χ*θ" καί οί περί αΰ-
καί απελευθερώσεως τή,
8τ' ?πΡα':εν * ^αα«βς
/ ειασβή
ά είπω
ΧΡ"βώς
1
0'' α?ευκτ0ί: ™νέπεια των
γίρνω;^χα ?»'«ν υπεβλήθη υπέρ
Μεγάλην Δη/οχρα, "ν "'Γ'^ ^' τέλθυς ^ ^ ^
.~~ν .ποτοδ χ?ϋεί "^^ τ^ ,φοβεράν &Χ[μασίαν έξερχο-
προτέρανΖρυσ,ϋ απέ?βΓυ" '^^^' ".«ταιοτέραν καί λαμ-
ήαΓθέΙΤχ, *ν ώ? Τ'λάνθρωπος καί ώ;
Ρ«? ^υ ιερου ημών αγώνος, πρός 6ν ού μόνον
ι ελευθερίας άλλά καί αί'σθ-ηαα φιλανθρωπίας εϊλκυσε τόν
μέγαν τούτον άνδρα, κύριον αύτοϋ μέληαα υπήρξεν ή άνίδρυσις
έν Άμεριχή Σ/ολείου τυφλών.
Γνωστόν, ότι έν τή άρχαιότητι χαί μέχρι τοϋ τελευταίου αιώ¬
νος, οί τυφλοί εαενον τυφλοί άληθώς, μηδέν διδασκόμενοι, μηδέν
μανθάνοντες, έπαϊται άλήται άδοντες ένίοτε έν μέν τή πολια αρ-
χαιότητι τα αθλα τοϋ Άν ε) λεως χαί των Άτρειοών, κατόπιν
τροβαδοϋροι των άγυιών ψάλλοντες τοΰς αγώνας των ήρώων των
ν,έσων αιώνιον χαί τελευταίον τα αθλα τοΰ Μάρκου Βότσαρη
καί Καραισκάχη. Έν τή χαταστάσει ταύτγ) τή προομηριχή
διατελ'-ΰσι ετι χαί σήαερον έν τή /ώρα ταύτγ; τή λεγοαένν) ε¬
λευθέρα, πεπολιτΐσιιένγ| χαί χριστϊ,ανιχή Ουδείς έν τοΓς παλ'αιο-
τέροις χρόνοις έφρόντιζε νά σώστ, τοΰς τυφλοΰς άπό των κακών
τής όκνηρίαί χαί φωτίσγ) την σχοτεινήν αυτών διάνοιαν. Άλλ'
εύτυχεΓς θά γ,σαν οί τυφλοί εάν οί βλέποντες άφιναν αύτ&ΰς α¬
πλώς έν τή δυστυχία τής τυφλότητός των άλλά πολλάκις δυστυ-
χώς οί έχοντες ακεραίαν την δρασιν αυτών διεσχέδαζον αέ τα
τταθήαατα των τυφλών. Ούτως αναγι-ώσκομεν ότι κατά τόν Αυ¬
γουστον τοΰ 1425 υπό την βασιλείαν Καρόλου Ζ' τέσσαρας άν¬
δρας τυφλοΰς περΕβαλόντες μέ σιδηράν πανοπλίαν καί όπλίσαντες
αύτοΰς μέ ράβδους βαρείας τοΰς εθεσαν έντός περιφραγμένου πε¬
ριβόλου τοΰ ^ινοίογζίου 1' Αγιιιη^ιιηο, έν τω οποίω περιβόλω
ύπήρνε καί άγριό/οιρος. όν ηθελε χερδίσει ό φονεύσων αυτόν έκ
των τεσσάρων τυφλών. Ή πάλτ) ήρξατο, οί πτωγοί τυφλοί,
προσπαθούντες νά κτυπήσωσί τϊν άγριόγοιρον ετυπτον αλλήλους
πρός τέρψιν χαί θυιχηδίαν των θεατών χαί θά έφόνευον αλλήλους
εάν δέν έφερον πανοπλίαν. Ύπάρνουν λαοί οί ίποϊοι άνέχονται
την κατάστασιν αύτην ετι καί νυν. Δέν άφίνου* Γσως τοΰς τυ¬
φλοΰς νά τύπτωσιν αλλήλους, άλλ' ένθυμοϋΐχα: ότι άφιναν έν
Πάτραις πρό τίνων έτών την -πτω/ήν καί τυφλήν νεαράν έπαί-
τιδα Χαρίκλειαν νά υφίσταται ϊλλ» μαρτύρια όδυνηρότερα καϊ
τοϋ θανάτου.
Κατ' αΰτοΰς τοΰς αέσους α'ιώνας οί Ίάπωνες ήσαν φιλαν-
θίωπότεροι των λεγομένων Χριστιανών, διότι έδίδασκον τους τυ-
φ^οΰς έν Ίδιαιτέρω ίδρύαατι νά μανθάνωσιν άπό στήθους την
ιστορίαν τής πατρίδος των ΐχέ την εντολήν νά διδάσκωσι κα¬
τόπιν αυτήν διά ζώσι,ς είς τοΰς συμπολίτας των.
Τό πρώτον βιβλίον περί τής δυστυχίας των τυφλών εδημο¬
σιεύθη έν Ιταλία τω 1616 οΐΐ εϊΐΌο αίΐΐίΐο β εοηβοΐαΐο». Τό
1670 ό Ίησουϊττ,ς Λάνα Τέρζε έδημοσίευσε πραγματείαν —βρι
τής έκπαιδεύσεως των τυφλών. Ό Ίάχωβος Βερκουλή έν Γενεύτ)
~ν1°Ρ*(«ν
ί5; ^ Έλ,,ΐβετ Ούαλδχίρχ, ήτις είχεν
Μ« Μνας άπϊ τή; γεννήσεώ; της. Ό 'Ε-
-Ρρετ· ^γε. ότι 4 τήΛε,.οινίδα
™*λω«ϊ μ-νβετής ν« όμΛή πίντ. διαλέ-
^.^«, ,?«λοσβ?«ν χαίμουσικήν. Ήν*»
ό 'Ρουσσώ « -«Περσών, ό θόεϊσσεμβούργ, ό Κανδιλλάχ,
§ϊχαίως ί^Γ,.,ίβΙΛ"Ρ!Τβ? ^"Ρ1^ 6 Η3&^' '
έπ.βυ«ών
δτι
ό

1168
ελ.ατεία;, τ°"' επΡ°ι^^ύθη ™Ρ
χεΓ?ας-Πρί! αύτών επί τ^τ α
^"««Ίί. «Ι δέ τυφλ,ί, προσπο,
τ'· Ίδών ό Ηαΰν,
ταύτην ~
παν
χαφενείου, το5
καθόσον ■κολΧοί
', γελάσωσι καί
βανον ποτόν
κατάστασιν
σκαλίαν των ΓυίίΛ ν"^ "εΐν?ς «"*«>ή™' πρός δ(οα-
ββυργ καί ίλλο.
V
1 Σανδε.0(ΓΙ"ν' δ Λα,υιουρού, ό Ούείσεν-
^^::£^π::ι «^^ν ^ ^ ^ τυ-
ΝοιινβΠβ, έπ' βύτ-ί Κ τ ~ Ρ· τ~" πα?ε*χλ7)™« της Βοηηβ
*&—£ τΛ, ?*Ι . Τ°ν ευ?ϋθ5? τοφλβθ ί-'τ-ν
« ύθη ή ^
ίΙΗέ ί
ή τού μετ'
των Παρίσίων
ΟοοσαίΙΗέΓ* ήί,, π^&Τ ^^
«ότής ή επιτροπεία τϊΓ^Λ1-""
τβν έξϊ,· « Εάν * «Γ' ^ιχ?ς
» -των δ,δάσχαλον ΪΤ; '"""? °
Έν τί έχθέσΕί
χατέληγε δια
«ρ«: τ,μ$ την
τ!)ν ««ώτατβν
εργασίαι είνα.

ιι άξιαι τής κοινής εΰγνωιχοσύνης ·. "Ηρχισαν οί λόγοι ούτοι ίνα
δ Ηβΰγ τύχη έξοχων τιμών βασιλικών, ίδρυθώσι δέ συγχρόνως
ανα πάσαν την Ευρώπην σχολαί πολυάριθμοι διά τοΰς τυφλούς.
Μετά τό πέρας τοϋ ιιεγάλου χαί ίεροΰ ημών αγώνος δ Σα¬
μουήλ Χάου επέστρεψεν είς την γενεθλίαν αύτοϋ γήν, καθ* ην
εποχήν καί έχεΓ συνεζήτει™ υπό των ιιλανθρώπων τό ζήτημα
τή; διδασκαλίας των τυφλών. Ό Δόκτωρ Ιω. Φίσερ έχ Βοστό-
νης, διατρίβων έν Παρισίοις εϊχε αελετήσει τα τής διδασχαλίας
των τυφλών επισταμένως καί κατά την εί; Βοστόνην επάνοδον
τού κατώρθωσε να έλχύσν, των συμπολιτών τού χαί των κυβερ¬
νώντας την προσοχήν χαί την μέριμναν πρός ίδρυσιν «άσύλου
των τυφλών». Άλλ' ό Φίσερ χαί λοιποί φιλάνθρωποι τής Βοστό-
νης, ίδίντες έπαναχάαπτοντα τόν Χάου, έχάρησαν χαράν μίγά-
ληνχαί εδόξασα» τόν θεόν ότι ΐΰρον τόν χχτάλληλον άνορα
πρός ίδρυσιν, διεύθυνσιν χαί ανάπτυξιν τοιαύτης Σν/ολής. Άμέ-
σω; λο·.πόν κατ' εντολήν των συμπολιτών τού μετέβη ό Δόχτωρ
Χάου είς Ευρώπην όπως μίλετήσ·») τα διάοορα έν Εύρώπγ) συ-
στήαατα έχπαιδεύσεως των τυφλών χαί μΐτα ετος ολόκληρον επέ¬
στρεψεν έχων σχφεΓ; χαί πλήρει; Ίθέα; πιρί τώ» ατελειών χαί
πληαμελημάτων των διαφόρων συστημάτων, τα σποΓα έπέχρΐνε
δημοσία δια τοΰ τύπου. « Καθόλου εϊπιΓν » εγραφ· · πολλά συ-
» συστήματχ ν,σαν μάλλον φίροι άπω; άποτρέπωσιν άπό χινδϋ-
ΐ) νων ι) φώτα πρός έδηγίαν ». Οί τρώτοι τυφλοί μαθτ,ταί τοΰ
Δόχτωρο; Χάου υπήρξαν 1 ήλιχίας 6 — 20 (των. Κατά τοΰς
πέντε πρώτους αήνας είχον έχαάθιι την ανάγνωσιν δια των
·''(»γ«'>·Γων γριι/ιιιάτω)· χαί ιι·/ον πρ^οδεύσε'. ιιεγάλω; είς την
γεωγραφίαν, άριθμτ,τιχήν χαί μουσικήν. Ίίοντε; τα λαμπρά ά-
ποτελέσαατι τα έκ τής μοναδικής δρασττ,ριότητος τοϋ Χάου
επιτευχθέντα, ήνέωξαν πολΓται καί Πολιτειαι τα (Ιαλάντιά των.
ό μέγας 8έ εύεργέτης τής Σχολής των τυφλών υπήρξεν ό ταγ-
ματάρχτ,ς Πέρχινς, όστις έδωρήσατο τό ίδιον αΰτοΰ ανάκτορον
όιτω: χρτ(σιμεύσ7) ώς Σχολή των τυφλών, έξ ού χαί ή έπωνυαία
τοϋ ίδρύιιατος ΡβΓΚϊπδ ΙπβΙϊΙηΙίοπ. Άμέσως έ άοχνος
διευθυντής πλήν άλλων βελτιώσεων τοΰ συσττ^αατο; τής ίχπαι-
δεύσεως των τυφλών έσύσττ,σε τυπογριφεΓον 2Γ εκτύπωσιν βι-
βλίων διά τοΰς τυφλοΰς, τό τελειότερον των μέχρι τής έποχής
έκείνης ϋπαρ/ό»των, έλαβε δέ παραγγελίας πρός τύπωσιν τοιού¬
των βιβλίων καί έξ Αγγλίας καί έξ άλλων νωρών Ή Βριτα-
νιχή καί Άλλοδαπή Βιβλιχή Έταιρία άμέσως παρήγγιιλε
πλήρη Ιχδοσιν τώνψαλαών πλτ,ρώσασα έπτακέσΐα —ντήκοντα
τάλληρα.
Έντός βραχυτάτου χρονικοϋ διαστήματος ή έκπαίδευσις των
τυφλών έλαβε τεραστίας διαστάσεις. Οί τυφλοί αποκτώσι τελείαν
γνώσιν τής ίστορίας, των μαθηματικών, τής άστρονομίας, τής
φυσικής καί τής φιλοσοφίας, μανθάνουν ξένας γλώσσας, μουσι¬
κήν, άπαρτίζουν πλήρεις όρχήστρας, χορδίζουν χλειδοκύμβαλα
πολΰ τελειότερον η οί έχοντες άλύμαντον την δρασιν, καΐ κατα-
σκευάζουν έντελέστατα διά των χειρών πάν είό"ος χειροτεχνή-
ματος Συγχρόνως δέ διδάσκοντος γυμναστικήν, ίνα γίνωνται τε-
λειοι καί ύγιεΓς ού μόνον κατά το πνεΰμα άλλά καί χατά το
σώμα. Διά των άόχ-'ων τοΰ θεοειδοΰς τούτου άνδρό; προσπα-
θειών ίδρύ6·»)σαν πλείσται σχολαί των τυφλών ανά πάσαν την
Αμερικην. Παντοϋ εσπευδεν άπ' άκρου είς άκρον τής άπεράν-
του χώρας ό ακάματος άνήρ φέρων πολλάκις μεθ' έαυτοΰ κ*ί
τυφλοΰς ίνα πείθ·/) ταχύτερον τοΰς φιλανθρώπους καί Ίθνς νομ,ο-
θέτας περί τής άνάγχης χαί τής ωφελείας έχ τής ιδρύσεως τοιού¬
των σχολών. Ίδοΰ δέ καί αποσπάσματά τίνα έκ των ζωντανών
έπιστολών τού ίνα έννοήτγι ό άναγνώστης υμών πόση ζωή έ-
πληρου τα ακδριχα στήθγ) τοΰ αβανάτου άνδρός. Τώ 1837 ε-
γραφε πρός τόν Αιδ. Πλώμερ: «Μεχά τής έπιστολής ταύτης θέ-
« λεις λάβει χαί αντίγραφον τής έτησίας μου εκθέσεως τοϋ λή-
ιι ξαντος ετους. Έπράξατέ τι σεΓς μέχρι τούδε ττρος ίδρυσιν σχο-
ιι λής δια την εκπαίδευσιν των τυφλών έν τή ύ,υιετέρα έπαρχία ;
ιι "Εάν ί/1, τί» έργον πρέπει ν' άρ/ίσιτι καί ν' αρχίση άμέσως
ιι διότι αφ' ής στιγμής ή Θεία Προνοια κατέίειξε την οδόν δια
ιι τής οποίας τοσαύτη γνώσις καί ευτυχία καί εϋεργεσία δύναται
» νά «αρασχεθή είς τε τό σώμα καί την ψυχήν τής μέχρι τοθδε
» έγκαταλελε'.μμένης ταύτης τάξεως, έπιβάλλεται ήμΓν έπιτα-
ιι κτιχόν καθήκον νά ενεργήσωμεν κατά τάς βουλάς τής Θείας
» Προνοίας.....» Τώ 1841 εγραφε τω κ. Πάττεν : « Ί'ό εχω
ιι κατάκχρδα νά βλέπω ίδρυομένας σχολάς πρός εκπαίδευσιν των
ο τυφλών έν πάστ) γωνία τής ήμετέρας χώρας καί άσμένως
» ύποβάλλοιχαι είς πάσαν θυσίαν καί πάσαν ένέο^ειαν πρός έπι-
» τυ/ίαν αυτών. Εάν νο,αίζ>)ς ότι σοί εϊμαι χρήσιμος, ερχουιαι
ιι είς Λουϊσβίλλϊιν καί άναλαμβάνω έγώ την "επιχείρησιν. Θέλω
« αφιερωθή έξ 6λοκλήρου είς αυτήν καί ουδεμίαν ζ-ητώ άποζη-
» ζη,υ.ίωσιν διά τον^χρόνον χα'ι τάς δαπάνας, άς ήθελον υποστή».
Τόσην πεποίθησιν είχεν ό θεσπέσιος άνήρ περί τής έπιτεύξεως
των άγίων τού σχοπών ώστε γράφει τώ Δόκτωρι Φλίντ: « Έπι-
» 6υμώ ν' αποπειραθώ ό ΐδιος τόν χειμώνα, μετα δύο έκ των μα¬
κ θητών μου, όπως πείσω το νομοθετικόν υμών σώμα νά ένερ-
" γήσ?1 άμέσως περ'ι τοϋ άντικειμένου τούτου (ήτοι τής ιδρύσεως
ν σνολών έν Λουισβίλλη), καί άρκεΓ νά μοί δώσωσιν ακρόασιν,
ι> ειμαι βέβαιος περί τής επιτυχίας ». Έν έπιστολή πρός τον
Δόκτορα ϋϊοΐίεηδθη τής Τζάρλεστον γράφει τα έ^ής δ ενθεος
■όντος άνήρ· ΐ Πιστεύω ότι ουδεμία προετοιμασία είναι άναγ-
» καία' διότι δέν άιχφιβάλλω ότι θά συναρπάσω τα αΐσθήμαται
β τοϋ νομοθετικόν σας σώματος επί τοϋ αντιχειιχένου τούτου.
» Δέν έννοώ νά είπω ότι εχω ιδιαιτέραν τίνα δύναμιν όπως χα-
ΐ) τακτήσω τα αίσθήματά των άλλά καί αυτή ή έλλειψις εύ-
» φραδων έχφράσεων αύξάνει την χρατεράν έκκλησιν των τυφλών
)> παιδίων ». Πρός τόν Διοικητήν τής Μεσημβρινής Καρολίνας
Τ. 'Ρίτζαρδσον γράφει « Διακαώς έπιθυμώ, πρίν ή άποσύρω την
« χεΓρα άπό τοΰ αρότρου, " νά ΐδω ϊδρυομένας σχολάς ανά πά-
» σαν γωνίαν τής χώρας ημών». Καί άληβώς ε?δε ζών τοίς
αγώνας τού στεφομένους, καί τό ύπ' αυτού αμέσως διευθυνόμενον
ίδρυμα καθιστάμενον πρότυπον πάντων των λοιπών μ$ τα δποΓα
έπροίκισε πάσας τάς Πολιτείας τής πατρίδος αυτού.
Μόνον οί Ίδόντες τόν άνδρα έν μέσαις "Αθήναις έργαζόμενον
υπέρ των Κρητών, πλήρη ζωής χαί θερμότητος, άκατάβλητον,
δύνανται νά φαντασθώσιν δποϊα ιχεγάλα χαί ύψηλά διέπραξε
χατά τόν μακρόν έν Άμερικη βίον τού επί 43 δλα ετη διευθύνων
το μέγα ΐδρυμα των τυφλών τής Βοστόνης χαί βαδίζων εχί κε¬
φαλής έν τοΓς μεγάλοις καί ποιχίλοις πολιτικοΓς καί κοινωνικοΓς
ζητήμασι τής μεγάλης έκείνης χώρας. Άλλά πάντα τα εργα
τοΰ ίυμοειδοΰς άνδρας δέν δύνανται νά ιΐαραβλτ,θώσι πρός εν μό¬
νον έργον άκρας ύπον.ονης ούχι άνδρός άλλά γυναικός δσίας, έρ¬
γον πρός επιτέλεσιν τοΰ ό-κοίου ή θεία Πρόνοια τοιούτον άνδρα,
τοιούτον σκεΰος έκλογής. ηδύνατο μόνον νά έχλέξγι
Έν τινι μικρώ ό;εινω χωρίω ό Σαμουήλ Χάου ανεκάλυψε
μικράν καί ζωηράν κόρην έςαετή, εντελώς τυφλήν, κωφγν καί
άλαλον. Έπ' αυτής βεία Προνοία, δ θεΓος άνήρ απεφάσισεν νά
εφεύρη τρόπον δι' ού ή ανθρωπίνη ψυχή τής άτυχοΰς κόρης, ή
^αμμένη έν τώ α'ιωνίω σκότει καί τη βαθυτάτϊ) ήρεμία χαί σιγη,
χοινωνήση μέ'τόν εξωτερικόν κόσμον. Καί επέτυχον έπιτυ/ϊαν
■πλήρη. 'Η κόρη αύτη, ή ■'ϋν ονομαστή καθ" όλην την Οφήλιον
Λάουρα Βρίτζοιαν, εγεννήθη τη 21 Δεκεμάρίου 1»29^ ΤΗτο
τραιδρόν, ώραΓον νήπιον, άλλά προσδληθέν υπό νόσου διοής απώ¬
λεσε κατ' αΰττν την νηπιότητα δρασιν καί άχοήν χαί φωνήν.
Οί γονεΓς της έπέτρεψαν τώ δόκτορι Χάου νά έφαραόσγι τό σχέ¬
διον όπερ είχεν ηδη έν τω νω πρός εκπαίδευσιν τοϋ ατυχους
πλάσματος, τγ δέ 4 Όκτωβρίου 18^7 ε'ισήγαγεν αΰτό έν τω
ίδρύματι των τυφλών Τα πρώτα μαθήματα επί μήνας ολοκλή¬
ρους εδόθησαν αυτή υπό τοΰ άχα,αάτου Χάου, 3;τις τή έδιδε
μιχρά ά'ΐτικείμενα κοινής χρήσεω;, μονοσύλλαβα, καί πινακίδος
φερούσας τυπωμένα τα όνό^ατα των διαφόρων τούτων άντικβι-
μένων μέ έξέχοντας χαρακτήρας. 'Η Λάουρα εψαυε δια των δα-
χτύλων τους χχρχκτήρα; μετά προσοχής κΐί επανειλλημένως
μέχρις ου χατώρθωνε νά σχϊτίζγι την τυπωαένην λέξιν μέ το άν-
τιχείαινον τό οποίον αύτη παρίστα· ότε δέ τί) έδειχνύετο ή λέ¬
ξις χωριστά άιτό τό αντικείμενον τό οποίον αύτη παρίστα, εζήτει
ΐμέσως καί εφε:ε τω διδασχάλω ταχέω; τό αντικείμενον τό δια
τής λέξεως οηλούμε,νον. Όπως την ύιδάξγι την αξίαν των γραμ-
μάτων έξ ών αί λέξεις συνετίθίντο, έξέλεγεν ό Χάου κατ' αρχάς
ΐΛθνοσυλλάβους λέξεις, ώ; π. χ. ρϊη (καρφοβελόνη) καί ρβη
(κονδύλιον)· διά τής επανειλημμένας τούτων έξετάσεως διά των
δακτύλων ίννόίΐ ή Λάουρχ ότι αί δύο αύται λέςεις συνέκειντο
εκ τριών διχκριμένων ιηαείων ή χαρακτήρων, καί ότι το μϊ-
ίαΓον σηαεΓον τής μιάς λέξεως (β) διχφέρει άπό τοϋ μεσαίοιε
σημιίου τής έτέ;ας (ΐΐ. 'Η Βιδασχαλία, ην επί μήνας μακρους
ϊποίει αύτός ό θιιότατο; Χάου ύπήρ,ξί έπίπονος χαί βραδεΐα-
αλλ' ή Λαουρα ήτο προθυμος χχί έν άκρα ύποΐΛθνή χατώρθου να
λαμβίνγι μικρόν καί κατ' ολίγον πλήρη γνώσιν τής σημασίας
των λέξιων χαί των διαφόρων άντιχεμένων χαί ένίει πληρέ-
βτατα τόν σχοιΐόν των [Λαβημάτων τούτων. 'Λφίϋ δ' έμάνθανε
τα τυπωμένα όνόματα επί των πιναχίδων, τα γράμ,αατα τί) έδί-
δβντο αυτή επί χίχωρισ,αένων τεμαχίων γίρτου καί έδιδάσχίτο·
νά τα τοποθετή ούτως ώστε νά συλλαβίζγι τάς λέξει; τάς οποίας
είχεν ήδη μάθει έκ των πιναχίδων. Ούτω βραδέως άλλ' ασφα¬
λώς πλήν των όνομασιών των διαφόρων άντικειμένων, ήρχισε νχ
αανθάντΊ τα έπίθιτα, τα ένεργητιχά ρήματα, τοΰς χρόνους, τάς
έγχλίσεις, τάς προθέσεις, επί τέλους δέ κατώρθωσε νά γράφγι τα.
διανβήματα αυτής μέχρι τέλους τοϋ βίου τιπς επί 50 όλα ' ετη
απταίστως καί κχλλιεπώς. Εύρυ; κύχλος φιλανθρώιτων έτέρπετο·
επί τή συναναστροφή τής Αίονρ3ς, ήτις — απίστευτον σχεδόν—
έ^ρησίμευσε χαί ώς διδάσχαλος είς έτέραν όμοιοπαθή, ήτοι κω-
φαλαλον χαί τυφλήν, την Όλιβερ Κάσσελ. Ό Δόκτωρ Χάοι»
επί ετη μακρά παρηκολούθει καί έβσήθει την ανάπτυξιν τοϋ
θησαυροϋ τού, τής Λάουρας. αετά πατρικής ένοελεχοϋς μερίμνης
καί στοργής.
Είνε άκϊστευτοΐ αί τιμαί ών ήξιώθη ό μέγας Οντος τής ανθρω¬
πότητος ευεργετης Χάου παρ' απάντων των πεπολ'τισμένων
λαών. Ήγεμόνες χαί σοφοί, ίερεΓς τοϋ Υψίστου καί ηγέται λαών,
πάντες ΰμνησαν τόν Θεόν ότι τοιούτον αληθή πατέρα κα! εύερ-
γέτην επεμψεν επί τής γήζ.
Άπο των πτυχών τοΰ άνεσπέρου φωτός ό αείμνηστος ανήρ
ατενίζει τό έργον των χειρών τού καϊ παρά την Λάουραν Βρίτ-
ζμαν βλέπει την Όλιβερ Κάσσελ, παρά την "Εθιο Θωμά την
έπίσης τυφλήν, χωφήν, άλαλον, άτενίζϊι γηθομενος την 'Ελένην
Κέλλερ, την έχπαιδευομένην έν τω αύτω ίδρύματι τω λαμπρώς
διευθυνομένω υπό τοΰ έξόνου ημών φίλου καί συμπολίτου Μι¬
χαήλ Άνάγνου.
Ή Ελένη Κέλλερ είναι καί έσεται τό 6αϋμα των θαυμάτων
τοϋ δεκάτου-έννάτου αιώνος.
Ιδού, φίλε, διατί έν τή άτελϊστάτ7) ταύτγι σκιαγραφί* τοΰ
μεγάλου πολίτου, τοϋ έξόχου φιλέλληνος, τοϋ αληθοΰς φιλανβρώ-
που, ιτροετάξαμεν τό τοΰ Κικέρωνος « ΟΊ άνθρωποι δέν ώμοια-
» ζουσι τοΓς θεοΓς κατ' ουδέν τοσούτον όσον κατα την ιΰποιίαν
» πρός τονι; δμοίου; των. »
Εν ΑΙναις, μη> Αύγβύίτοι τοΟΓ 1890.
Φ. ΠαρασκευαΙδησ
ΣΤΙΓΜΑΙ ΘϊΜΗΔΙΑΣ
Μεταξΰ τοΰ μικροΰ Νίχου καί τής μητρός τού :
— Μά παιδί μου νομίζεις πώς εΰ/αριστοΰ;χαι ποΰ μΐ άναγ-
βάςεις νά σέ Βέρνω χάθε ώρα ;
Καί ό μικράς Σατανα; :
— Μά, μαμά μου, χαί νομίζεις πώς έγώ εύχαριστοΰμαι ;
Μεταξυ τοΰ Ίατροΰ χαί τής χυρϊας Ο"" ή δποία πρόκειται νΐ
οβληθτί είς εγχείρησιν επί τής χνήμιις :
— Κα'ι θά φαίνεται, ίατρέ, ή οΰλή μετά την εγχείρησιν ;
— Μά αΰτό, Κυρία αου. έζαρταται . .. άιΐό σάς !
ΣΕ ΜΙΑ ΞΕΝΗ
1 ΗΝ εί,δα, την άγάπησα,
Κχ' άπό την ώρα έκεχνη
Πάλτ τρελλός έγίντνκα
Καί ο"άν παιδί θρηνώ.
Άπό μπροστά μοί; έχάθηκε,
"Ερμο 'ς τή γη μ' άφίνεχ,
Δταβαίνω μέρη άδιά§ατα
Καί κλαίοντας τή ζητώ.
Ποΰ ναναι, λέω μονάχος μου
Μέ την καρδιά θλχμμένη,
Γιά να της πώ τί αίθθάνομαι
Βαθειά 'ς τα σωθικά.
Κ' ένώ φωνάζω ό δύστυχος
Π ου νάναι ή νιά κμνμμένη
Δέ ξέρω πώς εκρΰφθηκε
'Σ τή δόλια μου καρδτά.
[ Ζ&χυνΙο;, 1890 Ι
Στέφανος 'ϊΜαρτζωκησ
Ιτ*>
Χ3
"Ιδυκος ήτο μελικός ποιητής γεννηθείς έν 'Ρηγίφ
τής Σικελίας, πόλει συνοικισθείστ) υπό Ίώνων
έκ Χβλκίδος καί Δωριέων έκ Μεσσήνης, έν ί| έπε-
κράτουν οί τελευταΤοι, ίι' δ ό "Ιδυκος καί Μεσσήνιος λέγεται.
Περί τοΰ βίου τού όλίγιστα βεβαία γινώσκομεν. Είλκε τό γέ-
νος έξ επισήμου οΓκου, πατέρα δ' ειχε όνομαζόμενον Φύτιον
(τάλλα φερόμενα όνόματα τοΰ πατρός αύτοΰ Πολΰζηλος καί
Κέρδας φαίνονται χεχλασμένα)· καίτοι δέ μεγάλως ετιμάτο έν
τί) πατρίδι (διότι είς αυτόν άναφέρουσί τίνες την παροιμίαν, Άρ-
χαιότερος, ή1 «νοητότερος Ίδύκου, λϊγομένην επί εύήθους, άπο
Ίδΰκου όστις «τυραννεΐν δυνάμενος άπεδήμησεν είς Ίωνίαν»),
ό'μως άγόμενος υπό τής ταραχώδους ποιητικής φύσεως αύτοθ
προέκρινεν τόν χλάνητα βίον, ώς πλεΐστοι των συγχρόνων
αύτω ποιητών. Άφ' ου δέ μετέβη είς Σικΐλικάς πόλεις, έν
αίς καί είς Κατάνην καί Ίμέραν (ένθα διέτριψεν Γσως καρά
τω ποιητί) Στησιχόρω) Ιπλευσεν είτα είς Σάμον καί παρέμει-
142
νεν έν τί) οΰΧί) τοΰ τυράννου Πολο*ρά,τους πιθανώς μέχρι τού
υανάτου τούτου (όλυμπιαδ. 64,3. π. Χ". 52,2) Κατά τίνα
διήγησιν, ήν πολλοί θεωρούσι μυθώδη, πλέων εκ «Ι/(3υ άπέ-
6η είς έρημον τίνα παραλίαν, έκεΐ δ' εφονεύθη υπο λν]—·>%·,
έπικληθείς την μαρτυρίαν των ΰπεριπταμένων γεράνων. μόνων
μαρτύρων τής ατ^ΐρας κακουργίας- χρόνου δέ παρελθόντος οί
φονεΐς ίδόντες έν Κορίνθφ γεράνους ίπταμένας είπον χρός
αλλήλους, «αί Ίβύκου Ικδικοι,» έξ ου άνακαλυφθέντες έδωκαν
δίκην τής πράξεως αυτών. Ό παλαιότατος των συγγραφέων
•καρ' ώ εύρηται ή διήγησις αυτή είναι Άντίπατρος ό Σιδώνιος,
έπιγραμματοποιός άκμάσας τόν Α' αίώνα π. Χ. έπαναλαμ-
ίάνουσι δέ ταύτην μετά τίνων παραλλαγών καί αλλοι μετα-
γενέστεροι συγγραφεΐς καί μάλιστβ οί παροιμιογράφοι, έρμη-
νεΰοντες την έκ ταύτης προελθοΰσαν παροιμίβν : Αί Ί 6 ύ-
■κου γέρανοι.
Ο Ιδυκος έτάσσετο υπό των Άλεξανδρινών πέμπτος έν
τώ κανόνι των μελικών ή χορικών ποιητών, άμέσως μετά
τόν Στησίχορον καί την Σαπφώ. Έκ των άσμάτων τού, απο¬
τελούντων έπτά βιδλία, περιεσώθησβν όλίγιστα άποσπάσματα.
Έκ τούτων καί έξ άρχαίων μαρτυριών περί τοΰ ποιητίϋ συνά-
γομεν ότι ό Ίίυκος Ιχει κοινά πρός τόν Στησίχορον (ών ένεκα
πολλάκις οί άρχαΐοι άπέδιδον είς τούτον στίχους η ασματα τοΰ
Ίδύκου καί τάνάπαλιν) την διάλεκτον, την εκλογήν των μέ-*
τρών, την εντεχνον των στροφών κατασκευήν καί την αφθονίαν
των έν τοίς ασμασι έγκαταπλεκομένων μύθων' άλλά διαφέρει
τούτων προσεγγίζων πρός -δς β|,λεΤς μελίκ;ύς; Χβτά την
ίεινότητα καί την σφοδρότης των παθών, λαμπρώς καί μετά
πολλής δυνάμεως κριγρέφων τοΰς ίδίους ίρωτας, καί ουχί ξέ-
να πάθη ώς ό Στησίχορος. Τα μέλη τ,ΰ Ίβύκ,υ ή"σαν χορικά,
επινικια τα πλ=ϊστα ή έγκώμια είς καλούς χαΤίας (δμνοι παί-
8εκ»), ^τα Πίνδαρ,ν Ίσθμ. β', 31) ου ένεκα καί έρωτομα-
•νέστατος πίρί τα μειράκια λέγεται. Ή διάλεκτος αΰτοΰ, πλήν
τίνων βΐολισμών κβί σικελιωτικών ίδιωτισμών, είναι ή έπική
-μετ" ολίγων δωρικων τΰπων. (Βιβλιογραφία. ΙΒγοΐ ΚΙι. α&ττα·
τβΗηιπββ, βοπρδ. Κ. Ο. δθΓΐηβΐιίβννϊπ. 6611. 1833. — ΥνβΙοΙιβΓ
Κΐβϊηβ 8οτπ·ίΓιβη Ι, 220 κ. έ.—Ββι·£, Ογ. Γ,ϊΙ.
II,
332 κ. έ.
ΡοβΙ. 1γΓ. £Γ. Ι,ρβ 1882 τ.
III.
— Σ. Α. Βάλδης έν Άθηναίω
■τ. ς' σ. 254 -/..έ.).
£Ν Γ. ΠΟΛΙΤΗΣ
ΤΙ ΗΜΠΟΡΕΙ Ν Α ΚΑΜΗ, Η ΓΥΝΗ
Ημπορεί να προφέρη τό ΟΧΙ μέ τοιαύτην (-ιαλαχήν καί μβ-
λιτώδη φωνήν ώςτε νά έκφράζν) κάτι περισσότερον άπό τό ΝΑΙ.
"Εξ γυναΓκες ήμποροϋν νά δμιλοϋν ταυτοχρόνως καί νά συνεν-
νοοϋνται θαυμασία, ένώ 8ύο άνδρε; ουδέποτε θα τό κατορβώσουν.
ΉμπορεΓ νά χορεύγι όλην την νύκτα έντός ζεύγους ύιτοδημά-
των, τ». όποΓα είνε 8ύο φορές μικρότερα άπό τό πόδι της, ένώ την
έπιοΰσαν δέν ημπορεί να ύποφέρτ) οΰτε τάς διπλασίου μεγέθους
παντούφλας της.
ΉαπορεΓ νά συνομιλΐ) μετά γλυκύτητος είς άλλην γυναΓκα,
την όποιαν μισΓε, ένώ δύο άνδρες είς παρομοίαν περίστασιν θά
Ισιταζϊν δ εί; ιο κεφαλι τοϋ άλλου.
ΉμπορεΓ νά παρασύρη άνθρωπον έντός 24 ώρών είς την αυτο-
κτονίαν καί έν διαστήματι δύο λεπτών τής ώρας νά τόν έπΐνα-
φέργι έκ νέου είς τόν παράδεισον.
Είς άνο.κονόμητον φλύαρον
^—ιΚΕΠΑΣΤΕ τον, σχεπάστε τον {Ιϊθύτερα 'ς τό χώμα,
διότι χα'ι νεχρό,ς 'μπορεΓ να σας λιμάρ?) άχόμα !
Είς κακήν γλώσσαν
Φεΰγε μακράν τοϋ τάφου της χοΛ σύ, ω νεχροβάπτη·
άν πέθανε, μα ή γλώίτσα ΐης αχόμα χόπτει-^άπτει.
Είς ανηλίή επικήδειον βήτορα
Τόν άμοιρο ! Δέν τοΰφθανε τοϋ Χάρου το δρεπάνι...
τοϋ ητβν γρβφτϊ) όλόγοζσου να τον ξαναποθίντ) !
Είς θηριώδη φαγαν
Προφυλαχβήτε σχώληχες ! γ>ατ! δν ο"ας νοήσγ],
άντ*. σιΓς να τον φάγετε, βα. . . σας κατα6ροχ6ίο·») !
Είς τρομερόν τοχογλύφον
Έτόχιζεν, έτόχιζεν είς ολη τή ζωή του'
τώρα νεχρος 'ς το Διάβολο τοχίζει τή ψυχή τού.
Είς Ιαόβιον «αυσανίαν
Τοϋ πρέπεΐ ό παράδεισος 'ς τ' άληβεια, όχι όστεΓα [
"Εζησί γάρ έν προσευχ^ χαι διαρχεΓ νηστεία !
Κΐς χομπογιαννίτην Ιατρόν
Τό Χάρο έδού>ε«ε· μ' αύτός τοϋ πηρε τή ζωή τού,
γιατι 'ς τό τέλος τρόμαξε χ;" αϋτός τή γιατριχή τού ! !
(•Αίή,αι, *ίγου«τος τ=; 1890)
Σατανασ
Γ
ι
Αφεντουλησ:
Ο ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ
Λ Ι Α Λ Ο Γ Η
ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Α. ΚΟΡΟΜΗΛΑ
' Ν τώ μεγάλαι ξενοδον/είω τής Κ ί,φισσιάς δίδεται αέ-
γας /ο;ός υπέρ των πτωχών τής πόλεως
Τα είσιτήρία εδένοντο ανάριταστα σχεδόν άπό τής
' πρώτης ήαέρας, καθ" ην εξεδόθησαν πρός πώλησιν.
Ό σκοπός ήτο ίερός, ή διασκέδασις ευωνος τί άλλο ηδύνατο νά
ζητήση Ό ταπεινό; λιμοκο-τόρος, όστι; έξ ασαφών δητ|γήσεων
εγνώριζε περί των χορών τού ύψηλού των Αθηνών κόσιιου ; Κα'ι
ϊ~/ζ διαδοθγί μετ' επιτάσεως ότ: τόν '/ορο-ι θα ετίιχα ή άρίστΤ|
τής κοινωνίας τάξις όπως δώσγι πρώτη τό παράδεινμα τής ελεη-
ι/.οσύντ)ς έν ένώσει πρός την τέρψιν. Ή εϋκαιρία ήτο αοναδΐχή.
Θά έβλεπεν επί τέλους χαί αΰτός φίίνωμον την ωραίαν δεσποι-
■ίδα Ο. . . , περί ής τόσαι έλίγοντο άπό στόματος είς στέμα·
την ν/αρίειτσαν καί χομψτην Ε...., ην περιέγραφον οί πιναχιδο-
γράφοι των εφημερίδων διά των ζωΎ^αοτερων χρωμάτων, την
ευθυτενή αι:όΐ[ονον των Καρυατίδων τοϋ Ί'ρεχθείου Ζ. . . ., ήτις
ουδέ καταδέχεται ν' άτενίστ) άνθρωπον χαθ' 6δόν έκ φόβου μή
(ΛθλύτΐΓ| τό βλέμ,υια της, χά! τόσας άλλας δεσποινίδας επί κάλλε!
θαυμαζομένας, χαί δέσποινας χαί ύπουργούς, χχί πρέσβεις, χαί
ναυάρνους, καί, καί, κΐί.. . όλα ταυτα άντί δέχα δραχμών
αένον.
Αΰτός, όστις μέχρΐ τής χθές έφοίτα είς όλους τοΰς δυσωνύμους
μπαλμασχέδες των Αθηνών καί τοϋ Πειραιώς συγνρωτιζόμενος
πρός άνθρώπους τής χατωτάτης κοινωνιχής ύποσταθμης, πρός
γυναίκας αΐτινες μετέρχονται παρέργως τό εχάγγελ,υια τής ζυ-
θοπώλίδος, θά Γδγ) επί τέλους άλλον κόσμον, χαί, τίς οιΐε, θά
Κ Φ ΙΚΟΚΟΥ Ι1ΜΕΡΟΛΟΓ1ΟΗ ΤΟΥ 189Ι ·0
δυνηθή νά χορεύσγι κατά τόν εγκυκλον τουλάχιστον μετά τινο;
δεσποινίδος, ήν βλέπεΐ ένίοτε ώ; άμαζόνα καϊ δέν τολμί ν' ατε-
νίση άρκούμενος είς την είσπνοήν τοϋ κονιορτού, όν καταλείπουσι
τα πέταλα τού ίππου της.
Άφοΰ εχει δέκα δραχμάς ιτρος αγοράν τοϋ ε'ιτττηρ«ι τβιι,
άλλας τόσας πρός ενοικίασιν επισήμου περιβολής καί τό απαι¬
τούμενον ποσόν, ίνα πληρώτγι τό εισιτήριον τού έν τω σιδηρο-
δρόμω διατί νά μή άπολαύσγι καί αΰτός τή; γενικής εύχαρισττ,-
σεως ; Αί διασκεδάσεις δέν είνε αποκλειστικόν προνόμιον των
ύψγ|λών λιαοκοντόρων μό'Όν, είνε καί των ταπεινών, κατά μείζονα
δέ λόγον εάν ετυχε νά έπισκ^ρθώσι καί τάς Ευρώπας, διά μίαν
οίαν 8ήποτε αιτίαν, καί είνε τόσαι σήμερον Ενεκα των εύκολιών.
αί παρέχει 6 σιδηρόδροαος καί ό πολλαπλασιασμός των ατμο-
πλοικών έταιριών. Αί 8έκα δέ Βραχμαί πρός αγοράν είσιτηρίου
εις ~/οά>-> ύτέρ των πτωχών δίδουσι τό δικαίωμα είς πάντα ελετ;-
μονα νά έπιβί| τοϋ σιδηροδρόμου Άττικής καί νά εμφανισθή εις
την θύραν τοΰ μεγάλου ξενοδοχείου τής Κηφισσιάς.
Η αιθουσα είνε κατάφωΐθί' «ζ«ι οί €"·€τ*οί φανοί προσδίδου-
σιν είς τόν κήπον μαγευτικήν όψιν ή έσπέρα είνε γλυκυτάτγ,,
ίιτκέρα θερινή, προκαλοϋσα ρεαβασμούς, περιπλανήσεις, όνειρα. . .
'Η ύψ·ηλϊ| των Αθηνών κοινωνία έτήρησε τόν λόγον αυτής καί
προσήλθεν άν ούχι άθρόα, έκλεκτή όμως. Έν τω πλήθει, όπερ
είνε πυκνόν, συνωστίζονται 8ύο ύπουργοί — έξ ών δ είς πάντοτε
εις αναζήτησιν ώραίων δεσποινών, άς έννοεΓ νά τιιχήσ·/; ιτροσφέ-
ρων τόν βραχίονα καί περιδιαβάζων επιδεικτικώς πρός μεγίστην
ευχαρίστησιν τής πετεινομυάλου κυρίας, ήτις νομίζει ότι κάτι
κατώρθωσε, διότι έρείδεται νωχελώς επί υπουργικον βραχίονος·
— πολλοί γραμ;χατεϊς πρεσβειών, άπαντες φυσικω τω λόγω οί
στρατιωτικοί καί ναυτιχοί άχόλουθοι αυτών, ήιιισυς χρεσβευτής
—διά πολλοΰς λόγους— ό γάλλος ναύαρχος μετά τοϋ επιτελείου
τού, χα'ι ή χρυσή των Αθηνών νεολαία — τοΰ Πειραιώς άπου-
σιαζει δυστυχώς ένεκα τής αΰστηρότητος των ήθών — έλθοΰσα
μέν εκ χαθηχοντος, ουδόλως όαως προτιθεμένη νά νοοεύση.....
έκ μεγαλοφροσύνης.
Την προτεριίαν εϊχε καταφθάσει είς Αθήνας προερχόμε.ο; έ;
Αγγλίας βαθύπλουτός τις όμογενής, όστις, καθ" ά έλεγεν ό γέ¬
ρων Σ'ίαφαρέντζος, μεσίτης τοΰ χρηματιστηρίου, ήρχετο απλώς
καί μόνον όπως ίΰργι ωραίαν άβηναίαν καί λά€τ| αύτην είς νό-
μιμον γάμον.
Ή ΚΚΡΙΑ ΙΐΛΤΕΡΙΛΔΟΎ, υΐηλ)) «,ϊ «,,ι;,,, ί«01ιΤ ,.^ή μ,,β' 4,σ „ π,ν«ί»-/τα
ίττ., δτινα Μ(»»^ι τ·>^; ίΐ-.μ^ίιωμίν.υ; «ιί-Η|ί .^ο»; — .".. ίϊ ί, μό,>·, Ι» τ», ίε-
«τττοινΰί-., ί-.τ·.; Γ0Ο«ί;λίΐ φαίνω^^ΐ ι'; τδν /Ορον, Γ«-ως διά να βιίς*. την ΐϊθίόϊητα «^
ύιμμιιβίου"— όμίλοίσα λίαν Ρραίίως *α ίια φων^; ύιτοδράγχν.υ. ---- Κχί 6ΐν' έ§ω
αύτός ό χύριος ;
Ό ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΕ «τοΐ,.μιν.; ?:«».,-. — "Ω, Χυρά .1X00, νά
μέ συμπαθάς, δέν σέ είδα, είσαι πολλήν ώραν έδώ ;
Ή ΚΪΡ1Α ΠαΤΕΡΙΑΔΟΥ ριιιίίί»· |ΐιτ4 τ*ηί; χ.ρ,το; ι'; ίνίι.ςιν ηγγνύμη;,
άλλ* Ικι&ιΐχνύο^σα ο>.,.»ί άχουνίι»; χϊίκτο-ότίρα χ'.ιλώματ· ή ό^όντα; *«■:' α^^ο'ΐιρα; τ4ς
·ι«γόν«5. — Δέν πειράζει.... χάτι ελεγες είς τονς χυρίους.
Ό ΓΙ:ΡΟΝ ΣΚΛΦλΡΕΝΤΖΟΓ χ«»ή^«.ο; ϋ«?' αΐτ), >« *ΐομά»»ι.ϊ τί. ;»ίτωτ:.ν
τού, ίιότι ή ϊίρ;Αϊτης Ιν τϊϊ α!6ο^βΎΐ ΐαβίσταταί λκΐ> ττιγμί]; ϊϊ; βτιγμΐιν ΙτβΜτβτ,τοτί'ρ».
— Ναί, ναί, τοίις ελενα δι' αυτόν τόν πλούσιον, 6 6ποΓος ήλθε
χθές άπο τό ΛονδΓνον. Σέ βεβαιώ, κυρί μου, ότι νωρίς νά τόν
γνωρίζω τόν έκτιμώ πολύ, μα πολύ. Φαντάσου ότι έρχεται έξί-
πίτηδες άπο την Αγγλίαν 8ιά νά πίργ] άβηναίχν. Αύτό δέν τό
κάμνει & καθείς....
Ή ΚΪΡΙΑ ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ, λτ.; ίΐα,ζι ί.« Τ'.7 Ιΐπίίίο^ ττ.; »>.!■',-,« τουτο »!
την «?ο»ϊχή» ι,τιίνου«.—Καί πώςλέγεται ;
Ό ΓΙΡΟΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ φ·?«ν τν,. χ.Γοα !« τοθτ μιτ^ϊου. — Λέγε-
ται.... ΚωνσταντΓνος.... ΚωνσταντΓνος.... τό όνομά τού
8έν τό ενθυμούμαι νά σοϋ ίΐπώ την άλή'ιεια.... ε/ω τόσες 8οο-
λειαίς, ποϋ νά ένθυμοϋμχι χαί όνόματα.. ■ Τόν ειδα σήμερον.. . .
ετυχε νά προγευματίσω είς τό ξενοδοχεΓον της μεγάλη; Βρεττα¬
νίας μέ μερικοίις φίλου; μου.... χχμνω Λαύρεια χαί έννοεΐΐ. . .
καί τόν ειδα νά χάθετχι είς τό άλλο άκρον τής τραπέζης....
τό ξχνθόν χρώμα των μαλλιών τού . ή μελαγ/ολία τού ίίί«ιχ
μ' Ιχαμαν νά τόν παρατηριησω. Ήρώττ,σα περί αϋτοΰ; ύιβτι εν¬
δεχόμενον ό ί^ρωποί νά ήθβλε Λαύρεια, χαί ε/αθα αύτά ποΰ
σοΰ λέγω.. . τα ελεγαν όλοι ίίς τό ξενοδοχείον. Τόν επερίμενα
κατόπιν είς την αίθουσαν δπου παίρνοαεν τόν κΐίρέν δια νά τόν
ίδώ καλλίτερα, άλλά 3έν ήλθε.... Φαίνεται ότι απεσύρθη «ίς
τό δωμάτιον τού. "Αν ηθελε Λαύρεια θά τοϋ τα εδιϊα εί; λαμ-
πράν τιμήν.
Ή ΚΥΡΙΑ ΙΙατεριαδου Ί'.·ν·ιν.υ· τί-ΐ; »>·»ι>.ίς.— Καί είνε άιτό-
ψε έδω ;
Ό γερόν Σκαφαρεντζοϊ ί;«Γλο;?.νο; ί.ι χ>,; ϊίρ.;.—Άαφιβάλλεΐς:
τόσον ώραία περίστασις διά νά θέσγι είς πράξιν τόν σκοπόν τού....
ποϋ θά εΰρϊ) καταλληλοτέραν ευκαιρίαν νά ίοτ) τα ώραΓά μας
κορίτσια δλα μαζτ, [;»;. ττ.. ΐ·?«»».·.] Καί άπορώ ιτώς δέν τόν βλέπω
άχόμα.. . . ΑΓ, μά άν δέν απατώμαι είνε έκεΐνος έχεΓ χάτω.. . .
Ή ΚΪΡΙΑ Π. ΙΕΡΙΑΔΟΪ 5ΐ9·«70Κ«« ί- 41>.ιι·>ι« το ίλί/μα ί« ·«»»» τί.
χυο-'νν. ο τ.,; ττα.τβ- τγι οίτί,ΐ. — Πθυ :
10*
Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΕ ίίτων Ιτ.ι τίς ρ.νο; -"ο οΊοττίο- ««1 ί.·»ναω»
τροιχτ«·ιι»; τί; ·ΐ{·ι!| προ; το 4ΐΗν«,τ[ |ΐ!θο; -τίς α'βοίυτ,ί. — 'ΒκεΓ, εκ,
ό κύριος ποϋ κράτει ε'ιςτό μπράτσο τού αύτό το ώραΐο κορίτσι.. . .
Ή ΚΪΡΙΑ ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΪΙ«ίκχ,».ουίο;ο-» μ,τα .Ι,,οτιρ»:; 4ίη^ιο. *; ττ; χι/ησ -
-ί; «ΐοαΐϊί; τοϋ γΐροϊτ'.- Γ*«}ο:ρ-,-ϊο« 4/ορίοΐο-οτ το τθχ*, «.«το-σα τν «φιΛ^ν,
προσ*«(|οί/ο·α ν» δώση ίξοίον ϊ'; το ?ϊ./μ* τη; ο« μ.ο-ου τοί χ.-οί, οπ σ/τματιζΕτα1
χατ& τι.^; «αι^^ς ίιιο χΐίρίων σ^/ο;Αιλ(υ/τΐ(. χά μτ £.ι/α]Λ >η .α ΙννοηΤη προ; τι/α
ϊιε.θυ.τίν «(.οεχτιινΕται γ, χι?αλη -οί ν.ρον-,; 2χα3αρ..τΓ'^. — Ό κύρΐθζ ',·
το κορίτσι ;.. .
Ό ΓΕΡΟΝ ΣΚΑΨΑΡΕΝΤΖΟΣ χοί«,Ε,ζω, ίοτ,.κσμ ,...- το ί.οπτρο, αΐτοϋ «Λ βί-
τ... ΐ«λ·. τοστο ί* τί; ρ,νο.-. — Άλλ' αΰτός χονεύει μέ την κόρην σου...
Ή ΚΪΡΙΑ Πα'ΙΕΡΙΑΔΟΥ «'σία.ο^.-η ? «ιον χ,ο/·«,Λθν Οστι; τη/ 4/«·»««ζ·>
/ ίινατηίη-γ, — Μέ τή κόρην μου ;
Ό ΓΕΡΟΝ ^ΚΑΦΑΡΙΝΓΖΟΕ ί;««οωϋ1β/ .«. χ«ία!ΐζτ, το ι-»τρον «,ϋτοσ, ότ-ιρ
βιι6·>!ι σ»ι/β; .«χ» ττ, ΐΐρ^οτ,το;. — Βεβαίως αΰτός είνε . . · αυτος.
Ή ΚϊΡΙΑ ΙΙΤΕΡ1ΑΔΟΥ, ι; η 4/»π.οί, 4ίϊ·ζ·ι /« τίμνηται β·ρου»α το ρ "-
-ϊιο. -τ, 4.ο χτ'/-ρο το; π^οβώΓο^ χα *ρο; το/ νίρ./τ* Εχ' Βαοί.τζον χ/ι.ο^σ«. ----
Αυτός μέ τα ξανθά «,αλλιά ποϋ την χορεύει τώρα ;
Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ, οο-ιι; ηνίοίη !«.; «αρατηρ/,ση ««/.λιιιρα το
θ-οϋ
ϋ{ο; τν χυ?ια, Πκπρ,»*,^ ΓΙ5 /α?,> ^ΛύτΌς είνε.. . . όλος κι'όλος!.. - ·
[μ,, ίλΐ,,,ν ,Λ,,ν ,„,, ».,,„, Πϊ- , «ίο^Ι—Μπα, ποϋ επήγε·/; εφυγεν ; ■
Ο νεοε Δρελλιασ — Ποιό; ;
Ό γειον ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟ^ _'Η χυ2ία ΠατεριάΒου, την εΤδες ;
Ό νεοϊ Δρελλιλσ. - Ναι, άπ' έοώ έηήγε. - . .
Ο γέρων ΣκΦΡΕΝΤζοε._Τίε/εις εσίι καίεισαι χατσούφης;
Ό νεοσ ΔρεΛΛΐΑΕ.— "θ^ αδελ'φέ, δέ μ' άφίνεις χαί σύ μ?
τον /ο;όν σας------£να« τό 'μπεζίχ μου άπόψε. .
Ο γερόν ΣκΑΦΑΡΕΝτζοε - Κάανεις Λαύρεια ;
Ο ΝΕθϋ Δρελλιαε.—Κάμχω [χίχ παρ-ίδα μπεζίχ χάν θέλτ,ί. ·
Ο γέρων Σκαφαρενγζοι Καί π'οϋ νά εΰιαε χαίτιά ;
Ο γέρων Σκαφαρενγζοι. — Καί ποϋ νά εΰ,ιωαε χαίτιά ;
Ο νεοσ Δρελλιαε 4,ο^α»^ν,μ,,.; α^τοτ — ΑΓ ' ξεφορτωνέ α
τότί.... ' ' τ γ
Ή ΚΪΡΙΑ ΠΑΤΕΡΝΔΟΥ .·.«„«» ,·; „„ ίμι40> ,β/ ,.^,,5,. ο τ.,.;
*,·'" ·■■"" "~! ·'··'",.· *■«. — Νά είχεν αυτήν την τύ·/ην ή Φι-
φιτσα μου^! .. . [ιι«?Μ.ΜΛ(;« τ, ^,,.-,,,,, ζ,Τ,. μ,-· «4;,^., ««/·> *ίν
ί·-··,] Και_ τί ώραΓα χορεύει μαζή της . . ταιριασμένοι ! ■ · ·
ΙΙου να είνε 6 πατέρχς της νά την ιδή. . . . Άχ , κρΓμα ότι
έπαυσε τό βάλς. . . Μπά, διατί τ'ον άφϊνε'ι ετσι μές τή μέση. · ·
τι ωρΐ-.χ ποΰ την έχαιρέτισεν αύτάς !.'. . Ηύρε μίαν φίλην της
καί δμιλεΓ.. . . την άνόητον !. . . νά τον άφήστ, ετσι.' . . . πρέ-
πει νά την μαλώσω.
ΡΙΦΙΤΕΑ, υκίρ τ* τ?ιάνον'-α Γτη >ιν&·.»7α, μόλι; όρος φαινομένη ιϊχβσιτϊϊ.ταίτι;,
ϋψνν,ή,ίγθονον Γχοοσβ *ό;Μ·,ν»»τιλ,ϊνίΰ; όίόντβς, ώραιοτάτη ««τ'ίότήν, ί·.£ ό κό·^ο; «ϊοί-
αχϊι άτϊνΛ; ότι ίίν ,ΐν, ατ,ημος, γιλΰβα χα άεριζβμινη ίι* τ&5 £ιπιίίου α·5τί|; ΤΜνινοί;.
— "Α/, μαμά. τί ζέστη ποϋ κάμνει άπόψε, θά σκάσω.. . .
Ή ΚΑΓΙΑ ΠαΤΕΡΙΑΔΟΥ *«;ι««·,ου-·ι τή» >.}ην της ά«ί χοϊ 9?α/·ΐ)·.ο,-. ----
Ελα μίαν στιγμήν νά σοϋ δΐορθώσω τό ψόρεμά σου, διότι ήνοιξεν
άπ' οπίσω . . .
ΦΐΦΙΤΣΑ ίντ50[λ·)ϊ φϊ'ρο^σα τϊ]ν χίΤί* πρί>: τα ό*ίτω χαι Ίλίγο» χατΜτί^ω ΐΐ;;
ό.φύο;. --- Πθϋ ;
?ί« Πχ,,οιάί.ϋ. — Τό δωμάτιον τής τοαλέττας είνε επάνω, καθώ;
άναβαίνομεν δεζιά. ■ ■
ΦΐΦΙΤΣΑ τα/ίω; 4*ο·ιαΐί?ι,ΐΌ;Α*ΐΜΐ »« 4]»!ρι·:ίρας τ«; χ»Τϊ«; =ί?'-ΐ>»« ϋάντοτι ι:^.;
τ4 Λΐϊίτ. »α ολίγον **ΐωτ.?ω τή; οβ?ύο;. ---- ΕφανΎ|κ£ τΠΤθΤε ',
Ή ΚΥΡΙ.ν ΠΑΤΕΡΙΑΔΟΥ ;"η-.ο«« την »ίίν τη; ■!; ιο» «ί,ϋον ι» τ»ΰ 4.«το-
χ·.»οΐ ι»(ί»υ;. — Α", μην τρομάζιΐί 8ά..·· ετσι σοΰ τό είπα διά
νά μείνωμεν μοναι μέ τρόπον....
ΦΐΦΙΤΣΑ »ι,.ι?/»μίνη ««1 τα ίτ:>, την ό«ΐ.ν μίίη λι»·>?οστ«. — ΚΐϋμένΤ|
μαμά, πώς μ' έτρόμαξες. . .
Ή ΚΤΡΙΑ ΠαΤΒΡΙΑΔΟΥ ,5?ι«χιιιίνη τΐιον 1ν τ? »ή«φ >· όίηγοα». τή» ,ό-
?ι;ν ττ,ς μ««οάν τ,Ιν *ιοΐ·?γων ",ΤΒν, 4τιν« *·οιφί{οντκι 4ο«ι« «?α,4 ««τ* τ4 ^ίρο; τ«;το
«ι ΐή««κ 4ια»»ι·ιϊο·τ« την «ΐί,ΐιν «0τ3ν. — Θέλω να αί μαλώσω, διότι
αυτόν τόν κύριον μέ τον δποΓον ένόρευε; πρό όλίγου τόν άφησε;
μέσ' 'ς τή μέση... καί τόν εχαιρέτισες τόσον ψυ/ρά μά-
λιστα....
Φ[·ιτεα μ.τα ί».α?«·>»ιί«;. — 05, μαμά, τί άνυποοορος άνθρω-
ιτος, όλο ρεβερέντσχις είνε κχί ίεσποινΐς άπ' έδω, δεσιτοινίς άπ'
έκεΓ!. . . τόν έβαρέθηκα !. . . 'Επειδή έπήγχ νά πέσω καθώ;
κατέβαινα πρωτήτερα ττ^ς σκάλαις. . . .
Ή κυρια Πατεριαδου 4ν,,σ^«;.— "Επεσες ;
Φιφιτ£Α. — Όχι, έγλύστρησα μόνον 'ς τα μάρμαρα, άν δΐν
ευρίσκετο αΰτός δαως άπ' όπίιω Οά εσπανα τό κεφάλι μου.. . .
Ή κυρια Πατεριαλου ;.»;»« τ«;/.·τΡ«;. — Παιδί μου, πώς τό
ς ;
Φιφπτα. — 'Εννοεϊς έχείνην την στιγμήν, Ιως ότου νά βυνέλθω
άκούμβ-ησα ολίγον εί; τό μπράτσο τού.. . . ί,λθε ή ώρχ > τής
_. _. ^ ^ ·^ ^____ ϊ.ϊ. ..λ. ΐ^ν*. ^..-«'ν Λ Λ ******* ΙΨλ.± £ΜΑΙ1ίΙιΙ*1 ΛΛ ί*Γ·** «*Λ9 ^εΐ/||
βάλς ?έν ήλθε νά μέ πάργι ό καβαλλιέρος μου άιχέσως καί διά νά
τόν έκδικ·ηθώ έ/όρευσα μαζή τού πάλιν, άφοΰ μέ είδε νά κάθω¬
μαι χαί εζήτησε νά χορεύσωμεν. . . άλλά ποϋ τον γνωρίζω έγώ
αυτόν τόν κύριον ,
Ή ΚΥΡΙΑ ΠαΤΕΡΙΑΔΟΥ Λι.ο.>σα ί|»?«,τ.*Β, τ ν ίιξ όν ,ίίκλμον τοίί' ο*ιρ
Αω ϊ ϊκ« τοϊ «χοτου. - οί ΐ.ίτ ο «α/ο *Τ/Γ' ιχτ/υνι μ»ΤΛ τοϊ ^ρωτο^ Τϊτρα7ορο^
- ϋκ,ατι' « 'ίτ, ή Φιφιτσο — Τόν γνωριζω όμωζ εγώ . . .
Φιφιτσα ίυσίυμω, — Καλά, τόν γνωρ'ζεις . άλλά δέν έννοώ
νά μέ πάργι άποχοπήν
Ή ΚΥΡΙΑ ΠαΤΕΡΙΑΔΟΥ »?ιγ~ΟΚϊ« ν>, Ρρ«/ ο,α τ?, κορτ, τη, «α-ο τροπο/
ι«ν μίν ίη/,ωτ »ον, 4λια ίιαφίυγοντα ττ/ ΙντίΙηνΐν ουτϊ .--- Νά σέ πάρη ·
αΰτό θέλω κ' έγώ....
Φιφιτσα ι;α.ιστα« , — Μά σέ παραχαλώ, ιιααά. . .
τ./·»,-.— Πάμιε άπ'έδώ . χάποιος ερχϊται.. .
ΦΐΦΠΤΑ ντ , 4,α ν»[ΐ«Μ. ->, Ηλ« Γ«τμ4· τη» χΐϊαλη, --- Αί , μά είνε
4 μπαμπάς '. .
Ό ΚΥΡΙΟΣ ΠαΓΕΡΙΛΔΗΣ Ιχ-.«Γ.ίογ«στ«Ρ ίρ«/,, - 4-«,τ,αα χα^ Λ«ν,
-ο»! ,.|ίο», ι3 ,·,, (; ϊ,τ!ι »Ε?αι, Γ(Γ11σμινΤ „,» την »ορυ5ιν φΐΐιο»^ «α·. στ α
ί^σ« υ«. τι το .3, «αι ι, τ0 „„,„, {,„, .., ιΤα δτ1 »/€ ,γν |ί,0Τητβ ν 4«οτ«-
μιυη 1.1 γ.».^ /ρ0ν,ν Τί ?!(Το,, μ), ί^α1, ,, ,α ;„„„ «2; , β^γατηρ «ΰτοσ ίι»
| ^ ν γ
^,^ί. ί0Ι/1ϋ, Ι?,1χο[ ,_ „„;{„ χα^ ί,ίοΐο, α, — Ποϋ είσθε ,
σάς εχασα ..
Ή ΚΥΙΙΛ ΠαΤΓΡΙΑΔΟΥ μ^,τρωϊώ, «υρο^« τον σ^ 0/ »«1 ττ· - β, «τ·ρα
τη, «ί». τ>, β.*,, το; „,„„ — Πϊιχε άπ' έδω. .
Ό κυριοε Πατερκδησ; *-. «τ,ν./ωρι, — Καλέ αΰτά είνε τρέ-
λΐί;. . . ετσι ντεχολτέ, θά κρυώσί,τε . .
_'Η ΚΥΡΙΑ Π^ΤΙΡΙΑΔΟΥ, π , ™?,τ,ρ»σ,. μ, 4».λ^.».τ«, — Πάμε,
παμε κ' εχω κάτι νά σάς ε'ιπώ'.. . .
Ό Ξανθοε Νεοε, ;λμ, :χ.0,{,Μ.,το^,, ,„,»,, -,,,.- ι. «.λΑβ,
την κανδρίλλιαν.. .. έντρεπόαουν νά την άψήσω άφοϋ την εΐχα
'ς τό μπράτσο μου καί ά'αα τής είπα ότι δέν ξέρω κόσμο καί
ότι θέλω πολΰ να /ορέψω,ααέσως μοϋ την εδωσε. . .. καί επβιτα
τ'ο βάλς. . . μά πολυ εΰγενής !. . . τί εύμορφα χορεύει....
πετα. . . εχει μίαν μέση .... ά, τί εδινα νά ημπόρεγα νά νο-
ρεύω πάντοτες μαζί της. . · άλλά πώς νά τής ζητήσω καί
άλλον χορόν ; . . Ποία να ηνε αρά γε ;. . . . Δέν ξέρω καί
κανέναν έδω μέσα νά μοϋ ειπή τό όνομά "ής ■ . ■ [.νΐιτα μι>^ν
4-α»·:. «ξ«: ρα«ίως] Δέν ξέρω τί βίσθϊνομαι, μά μοϋ φαίνεται ότι θά
εχαανα τής μεγαλειτέρας τρέλαις γιά δαύτην !. . "Α, τί κά-
θομαι καί συλλογίζομαι . . · Ειμαι ανότ,τος.... χωρίς νά ι'ιξεύ-
ρω ποία είνε νά κάνω '/ρυσά όνειρα ! ... Τί χαλά ιτοϋ εχανα
νά ελθω είς αυτόν τόν χορόν !. .. Καμμιά δέν είνε σάν χαί δαύ¬
την άπό δλαις —ου είνε εοω. . καμμιά.... Αϋταίς είνε ή εμ-
μορφιις τής Αθήνας ;. . . . Ιλεγα κ' έγώ πώς θά εϋρω τζοβαΐ-
ρια!. . . Αύταίς τί)ς βλέπει χανείς χάβε ημέραν χαί είνε μάλι-
ττα πεΓο ώμμορφες την ημέραν, εξω άπ' αύτην. ... ά, αυτή
είνε ο,τι χι' άν "πή;.
Ό ΓΓΡ11Ν ΣΚΑΦΑΡΕΝΤ7.ΟΕ ι. τ? >.1ι«· - Τ-Λ; -.;. %. Ί»«η,ν Μ«·,|««τ,»
■-«15 τΡ»γυ.ν «α-»ιΐν ^ασ^ίτ.ι.—"Εχω την Ιδέαν ότι τό πράγμα δύναται
νά τελειώση αίσίωΐ.
Ό κ. Ιωάννης Μλθιμλλη:: ,™>-^..; >·.τ»τΐ. — Πόθΐν τό
συμπεραίνεις ;
Ο γερόν Σκαφα εντζοε. — Μά έσί) νυστάζεις, άδ*λφέ.
Ό Κ. ΙθλΝΝΗΣ ΜαΘΙ«ΑΛΗΣ Χρ·*««4Β> « >·τ···πΓ>ιι τ* ι«»^»,ι»«~—
Τί νά χάμω ; εΊαποροϋσα "ά μην ελθω ποϋ θά μοϋ εβγαζαν τα
αάτια ή κυρίαι; πατρωνέσαις ; Θέλω νά φύγω χα'ι αοΰ εχουν
χαρτέρι.... τρώγω χ' έγώ παγωτά γιά νά μοϋ περάση ολίγο ή
νΰστα, μά δέν περνςί 6 διάβολος. Πόθεν λοιπόν τό συμπεραίνεις ;
Ό ΓΕΡΐίΝ Σκαφαρεντζοε «■»». χί'.ν. — 'ΕχεΓ ποϋ ώαιλοϋσα
~ερί αύτοΰ μέ την Πατεριάδαινα την χάν·« άπ' έαπρός μου χαί
την βλέπω να διευθύνεται διά των χορευτών πρός την κόρην της.
Εκείνην την στιγμήν Ιπαυε τό βάλς· οί δύο νέοι άπεχωρίζοντο
κα· ή Πατεριάδαινα παίρνει την κόρην της χαί βγαίνουν γρή-
γορα γρήγορα είς τόν κήπον. ΈννοεΓς ότι άιιέσως μοϋ επέρασε
•Αΐα τέτοια Ίδέα άπό τό κεφάλι, χαί άπό απλήν περιέργειαν
έβγήκα χ' έγώ εις τόν κήπον. Δέν ήξεύρω τί ϊ-αθαν άποψε τα
γοαλιά μου καί δέν βλέπουν καλα, τής διέκρινα όαως από μα-
κ:υά ποϋ σάν νά ελεγαν κάτι σπουδαίον. . "Επειτι άπό μίαν
στιγμήν νά καί ό Πατεριάδης.... Τόν -αίρνει, φίλε μου, από
τό νέρι ή γυναΓκά τού καί οί τρε?ς μαζή /άνοντα! πρός τό βάθος
τοϋ κήπου. . .. Θέλεις καί παρχπάνω ; τί σημαίνει αΰτό το οι-
κογενειχχόν συμβούλιον ;
Ό κ. Ιι>νΝΗΣ Μαθιμαληε /ϊσ^ι.ν.,ί. _ Ναί , μά δλ' αύτά
δέν μέ πείθουν ότι θά την θελήσγι καϊ αΰτός. . .
Ό γερόν Σκαφαρεντζοε —Μα άφοΰ έρχεται μόνον κα'ι μόνον
δι' αυτόν τόν σκοπόν. *
Ό κ. Ιωάννης: Μαθιμαληε. — Τό ευχομαι έξ όλης
αλλ' άν δεν τό ίδώ τελειωαένον. . . .
Ό ΓΕΡΟΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΕ ώθ£ν 4.4 τοσ 4γ*βΜ>; χΐν χ. Ίωάνντ.·/
— Νά τοι, νά τοι . . τοΰς βλέπεις ;
Ό κ. Ιωάννης Μαθιμαληε %·.^ί:.,·, ι* ?>ί;»μ«ΐι/..— Ποΰ είνε
Ό ΓΕΡΩΝ ΣΚΛΦΑΡΕΝΤΖΟΕ ί.ι.νύ»·. 4ι4 τ»3 λ>ζ»,οίϊ, 5ν «·?ί[ «;'.;
^ΐνα ώ; &ίοςϊό;ιι*ο:. .»« ·Αη οωραΐι^ ότι ίΐιχνύΐι ιΐρίί; ώ?ιτ(*ε·.β» μΐ'ρ.ί. ,
το άλλο^ σαλό»ι . . . κ»τ' εΰθεΓαν είς τό τζάκι.... δέν τού;
βέπεις από μέσ' άπ' τό γυιλί ; Κύτταξε πώς τοϋ γαμογελοϋν
καί ή Πατεριάδαινα καί ή κόρη της.
Ό Κ. ΙϋΛΝ'ΝΗΕ Μ.ΛΘΙΜΑΛΗΓ, .στ,,- παο.τί.ίτ.σ! π?1; χό μόο,-. ««■? 5=·ί"-
«.ύιι. «ΐΐφ. — Ναί, ναί. . . . Είνε αΰτος ό κύριος ποϋ τοΰζ ομιλεί :
Ό ΓεΡΩΝ Σκαφαγεντζοσ.—Αΰτος είνε. . . . τώρΐ νά στρέψγι
άπ' έδω χαί θά τόν ΐ5-ΐ|ς____ "Α, διάβολε !. . . . τής δίδει τό
μπράτσο τού χχϊ ρε6γο'ιιν.... Τόν είδε; ;
Ό κ. Ιωαννηε' Μαθιμαληϊ. — Ό/ι, δυστυχώς.·· Οδ'
εστρεψε. . .
Ό γβρον Σκαφαρεντζοσ. — Ξεύρεις τί Ίδέας είμαι ;
( Ό κ. Ιωαννηε Μαθιμαλησ.—Νά μοϋ πωλήσγις Λαύρεια- · · ·
σέ ςεύρω· δέν εχεις άλλην Ιδέαν.
^ Ό^ γέρων Σκαφαρεντζοε. — Όχι, ό"/ι .. ε!|Λ*ι τής Ίδέ«
νά κάΐχτις την γνωριιχίαν τού....
Ό Κ. ΙθΑΝΝΗΕ ΜαΘΙΜΑΛΗΕ Ιςα».,-«ίι»ς. —Έγώ ;
Ό γέρων Σκαφαρεντζοι. —Στάσου νά ιδή; τί θά «ου είπω.
Να^ κάΐλγις την γνωριμίαν τού, γιά σένα είνε τόσον εΰκολον
πραγμα, χαί άπ'εξω άπ'εξω νά τοΰ σφυρίξγις κανένα λογάκι ■ . ·
Ο κ. ΙϋΑΝΝΗί: Μλθιμαληε. — Καλέ 'δέν μ' άφίνει; ήσυ¬
χον. .. . Καί άπόψε αάλιστα ποϋ βαριέμαι νά ίδ"ώ άνθρωπον.. ·
Εχω εκεΓνον τόν γάλλον τόν ναύαρχον ποθ μέ κυνηγα φυρί
φυρι χ.ζ δέν!/ω 5?εξ[ν ν^ ε·[πω ξυ·0 χ^ξεις. .. . Νά τος μάλ
ό ναυαρχο;. . .: 'Ελα, παμε άπ' έδω νά μή μέ μπλέςγι
με σενα ειμπορώ νά /ασμουριοϋααι όσον θέλω, ένω μ' εκείνον. . ·
Ο ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΕ 4»'ολ,υίώ. τ>.» χ. Ίω.ν,τ,ν ίΐ.·ιμϋ>1· ««»·'·;-
•·σ.τ« »ά /«τι»ί.«.. — Άκουσέ με ποϋ σοΰ λέγω____νά το τελειώ-
σωμεν οί δύο μας αΰτό τό πρίγμα' έννοεΐς ότι έαένα είν
ίνε ή δου-
'53
λειά μου νχ κάυινω μεσιτείαις και ςεύροι πώς θά τα κα?
ταφέρω. ■ - .
Ό κ ΙωΝμηε Μα»ιμαληε. — Μχ δ'εν συλλογίζεσχι ότι ότον
πλούσιον κ.»} αν είνε αϋτός ό χύριος άν δέν εν,1/) μεγάλον όνοαχ
δέν τόν παίρνει ή Φιφίτσα ; . . δέν ξεύρει; τώρχ τάς ίδέα; τγ,ς ,
αυτή, αφίνω πλέον τοΰς δούκχς, άν δβν εΰργι έναν χόντε του-
)ά"/ιστον δέν ύπχνδρεύεται. . Έξέχασες τό ταξεϊδι ποϋ έκαμαν
'ς τή Ζχκυνθο νά ψχρέψ υν χανέναν κόντε .
Ό γεγων Σκαφαρεντζοε — Κολοχύθια ' τί τό θέλει τό
χοντιλίχι δταν Ιχγι τόσα χρήιχατα
Ό κ Ιολννηι. Μαθιμαληε — Έΐΰ βλέπω δέν την εκατά¬
λαβε; άκόμη τή Φιφίτσα
Ό γερόν Σκαφαρεντζοε — Όταν ιοϋ λέγω έγώ ότι αέ
τ'ο σχέδιον ποϋ ενω ...
Ό κ 1ον·ηε'Μαθιμαληε /«μ.».·.. — Σκαφαρέντζε , λές
ανοησίαν, χαί μοΰ κόβεις κχί τον ΰπνο χον ■ ■
Φιφιτεα ί?.ιί,«ι.Λ, ΐτ» τ»ϊ ί}«ιο.., «ι Ξα.»οΐϊ ^!'.υ —Σας [Ιεβαιω ότι
δέν εχω καμμίαν διάθεσιν νά χορεύσω χα'ι άν θέλετε νχ κα-
θησωαεν...
Ό £νθοε Νεοε. — Δέν έπιθυαεΐτε νά κατέλίωΐεν εις
τόν κήπον ; ή έσπέρα είνε μχγευτική. . .
Φιφττχί. — Όπως άγαπάτε..·.
Ό ΪΑΚΘΟΕ ΝεΟΕ »ηη·ιιι, τ»,. «»ΐ(ΐ««« >·1 »?«τα. ·?>«-«; τ»» Φ·-
οΐί»«». — Προσέξατε μή προσολισθτισετε . .
Φιφιτι,α ,-.ιβτ» — Ναί, εδώ έπήγα νά πέσω..-. «ώ; α
. . χαί δέν ήξ*ύρω πώ; νά τχ; έχφράσω την %>-
ρ
γνωμοσύνην (Αθυ ■ -
Ό ΐ ΝεΟΣ «.?-;~» μιτ" ·ϊ;«5·τ»^ μι
σποι
Ό ϊ
ι
*%ν«;Αα ;^.-"Α, νά, άΡ/^ει τό τριτο, 1^ «' *£-
μ τόν χυρ,ον ΔρέλΛ..χν. . - - Ρνο,-ζετε τον κυρίον Λρε,-λ,αν ,
Ό -νΝθθΕ Νεοε :~--------Ο/ι, δεσποινις. ._..
Φ,φιτεχ -ι.-Τι άνοητοςποϋ ε.αχι . . αφβυ ηλθ, /β«.
νά τό πιστέ^ω. νά αί αγάπησε αυτή ή
άγάπησε γ·Λ νά αοθ χχνγ; τοσχ....
«54
*α"α' ίνουιτα ΐϊάΐτοϊϊ τί»» νοί» ττ,ί ι'ς τ?Ιν χαραχαθή|ΐινον αύι*,, :$Ί«. ---- Δεν ήξευ¬
ρα} τί νάκάιιω·. . .ή μαμά λέγει νά τόν περιποιηθώ καί ό μπα¬
μπάς τό ίδιο.... είνε λέγουν πολίι πλούσιος.... αι", καλά, καί άν
είνε κανένας απακάλης;. . . .πώ; θά είνε μπακάλης άφοϋ έρχε¬
ται άπό την Αγγλίαν ; Θά είνε εμπορος... τί εμπορος δμως^;
Έδώ είνε τό ζήτημα.....Άν έπωλοϋσε τσόχαις έκεΓ;... ά,
Θεέ «.ου .. . καί θά πάρω έγώ έμπορον; Νά ήτο τουλάχιστον τρα-
πεζίτης . . . κάτι πάει κ'έρχεται · ■ .ναί, μά άν λέγεται Σαρδελ-
λόπουλος η Κουτσομύτης ; 'Ωραϊα!. . . έγώ, κυρία Σαρδελλοπού-
λου ! ■ ·. . επειτα άπό τόσα ονειρα !. . . Μά είνε πάλιν τόσον πλού-
σιθζ. ■ . ·χα! πραγματοπ.ιεΐται εν μέρος των όνείρων μου, δτ|λαδ·η
8ύο πραγματοποιοΰνται, διότι είνε καί ώραΐός ανθρωπος . · -
Ναί, μά άν δέν είνε άπό οικογένειαν; Αΰτο μοΰ τα χαλνα
ςλα. . . .?λα . . καί προτιμώ νά περιμένω άκόμη. . · .
Ό ΞαΝΘΟΣ ΝΕΟΣ *ςϋ(* «.«γχΐχ.νημίνο,- χαι τ«ίίΐτ(ϊη ίι' ϊτοστιχοί ρΙ«>-
;λ«·ι»; -ήν Φιβ'ισ». ν ρι·«·ι »«ι' ίλ>.ι.ύιν χοοτά«ο». — Μοϋ ίκαμε τόσα ποϋ
■πρέπει χάτι νά πιστεύσω . . . Αύτό 8έν είνε φυσικόν ....
Πρώτ' άπ' δλα μοΰ εφερε τόν πατέρα της καί την μητερα της
νά μ' εΰχαριστήσου , γιατί την εσωσα από τον κίνδυνον, δπω;
ελεγαν... Γσως 'χτυποΰσε, μά ποΰ χίνδυνος;. . . .άς παραδε¬
χθώ δμω; γιά μιά στιγμή ότι ηταν κίνδυνος, έχείναις ή τσερι-
αόνιαι; τής ιχητέρας της ηταν χάτ·. τι εχταχ^ον . . . Καί νά αη
λησμονήσω νά παγω αυριον είς τό σπϊτ: των, χάθουνται είς τό
Κολωνάχι.... ό πατέρας της λίγεται Πατερΐάδης χαί ηταν μ ι ά
φορά ΰπάλληλος τοϋ ΰπουργείου των Έσωτεριχών . . δλα αύτοι
αοϋ τα είπεν ό ίδιος, έγώ 2έν τόν ηρώτησα τίποτες . . ."Λν 8έν
τού; εχανα εντύπωσιν δέν είνε καμμίαν αφορμήν νά μοΰ τό
Εΐπ7|.... Πρέπει να τοΰ Ιχανα πολλήν εντύπωσιν τοϋ κυριου
ΙΙατεριάδη, χαί της γυναίκας τού τό ίδιο, πολΰ περισσότερο
ομως τή; κοπελλα:....ποΰ ^έρει χαί τονομ.6. υιού....Κωνσταντίνος,
Φιφίτσα. . τί ώραΓα πηγαίνουν . . καλλίτερα δέν ήμποροθν νά
ταιριασουν. Φιφίτσα. . . τί όνοαα νά είνε; Σόφια, Εΰφροσύνη. . . .
ποίος ήξεύρει, 'μπβρεΓ νά είνε χαί Τερψι/όρΤ)! . . .
Φιφίτσα >««ιηίτ·!>>«—.«γρ... !ίι·. — Πεέπε'. νά τό πά:ω από¬
φασιν.... είνε τόσον πλούσιος!... "Α, τα καϋαένα τα όνειρά
αου. ..Κωνσταντίνος. Χαρίκλεια. ..πώς θά τα συνδυάσωαεν
2;α τας προσχλήσεις . . . χχί επειτα ετσι ξηρά ξηρά, νωρίς τί-
■πο-ι απ! επάνω. ..Αύτό είνε %ο(>ζρόν ...Δέν τολμώ νά τόν
ερωτήσω καί πώς λέγεται, διότι άν έξαφνα μοΰ ειπή ι Σαρδελ-
λόπουλος !. . . . ουτε τί εργασίαν εχαανε.... 5·.ίτ; άν έιτωλοϋσε
τιτ-ψά ; τί νά κάμω ; τί νά χάμω ;.. . . Άς μάθω πρώτον τό οΎο-
μά τού χαί βλέπθΜ εν. . .
Ό ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ »«Ι«ΐ!.ί7ω. «,τι-.γ,ιο,.'! *. ---- "Λ, β*/1, Ογΐ....
δέν "ξέρω τί μοϋ γίνεται. ..παίρνω φωτία μέ τό τίποτες καί νομί
ζω έξαφνα ότι έπειδή μοΰ 'ΐΑίλησαν [ί' έ:ωτεύθ·ηχαν χι' όλας....
Τόσην ώραν χάθεται χοντά αου κχί οδτ'έγύρισε νά ίδγ)....
εχανε ζέστγ| μέσα χαί έβγήχααεν για νά πάρ>) άέρα...-δλην
την ώραν βλέπει τόν μπάλλο σάν νά μην είιχ' έγώ ίδω.... Τί
ίδέαις εβαλα εί; τό χεφάλι μου! . . -αυτή άβτ,ναία νά γυρίση νά
ιδή έμένα.... καί τόσον εμμορψτι. . . Είνε αρά γε εαμοραιη η
επϋοτ, αου αρεσει την νοαιί,ω ετσι ; α, ο^ι, ο^ι, είνε εμ,μορψη
καί νέα πρό πάντων . . . Αϋτό φαίνεται, ότι είνε νέχ, ε'-κοσιδύο
ετών, δέν πρέπει νά είνε παραπάνω.. .Ναί, αλλα δέν μοϋ'μι-
λά χαί αΰτό δεν είνε, χαλό σηαεΓο. . . .
ΦΐΦΙΤΣΑ οτϊΐφο^.νη «ρο; το/ ΞαΛν Νι»ν μϋίιϋ.».--- Κΰρΐε ΚωνθΤαν-
τΓνε . . . Κύρ'.ε ΚωνσταντΓνε. . . .ά,λησαονώ πάντοτε τό επίθετον
σας, ε/ω τόσον αθλιον ΐχνηαονΐχόν.
Ό Ξανθοσ Νεοσ ι*·** σ«τ-.λίΐ,. — Παλαιολόγος, δεσποινίς.
ΦΐΦΙΤΕΑ ΰβιστα,χί»1»! Ρ Λΐοι »Α^ί '/ον, ',ττ , *αρ %ιΐ »ο· να & 1ι α^τI^ν «π!*···
— ΑΓ;
Ό Ξθοσ Νεοσ 4»»,»^Ζβς. — Τί έπάθατε. δεσποινίς;
Φιφιτσ σ«.·ρ3(»ι«.νί. — Τίποτε. τίποτε. . . . ένόαισα ότι μία
νυχτερίς επέρασεν άπό χοντά μου. . . .
Ό Ξανθοσ Νεοσ ι»··* «>. — Καί έφοβήθ/τε, δισποινίς ;
ΦΐΦΙΤΕΑ ίΜνα"Λ«^5α>«υ.« »« 1«.ιζ^«« ίι.ίττ. «...Λαϊν ».»»»,».-. ---
Κων-σταν-τΓ-νος Πΐ-λιχΐ9-λό-γος !. . . .
Ό Ξ^νθοσ Νεοσ 'ίι. — Τί λέγει ;
ΦΐΦΙΤΣΑ «τ>·=ιμ..Γ ίκ «^ ίρ.ν,υ .«ι.»·» ^»ι«Λ »«τ«»ο«-^ τ%ν ϊ.ν»..
Ν;,,. — Κισβε άπό την οικογένειαν των αύτοκρατόρων ;
Ό Ξνθοε Νεοσ ■'»· >·.«.. — Πώς ε'πατι, οεσποινίς ;
Φιφιτσα ι*.» !. ι»»Λ«»Λβ·—Εί« άπόγονο;^ αύτοχράτορο; '------
Ό Ξανθοσ Νεοσ ·ίι« —Τί νά είπεν αρά νέ.... δέν έκα-
τάλαβα καλά....
Φιφιτσα ί,ι^.^. — Βεβαίω; πρέπε·. νά κατάγεσβε άπό τού;
αϋτοκράτορας τοϋ Βυζαντίου, άφβϋ φέρετε αάλ'.στα χαι τό ίνο,αα
τοϋ τελευταίου Παλαιολόγου !. ■ ·
Ό ΞΘΟΣ ΝΕΟΣ 1,χ6ί«>-ττ.;.— Έγώ ;
Φΐ Φ ι Τ ι. !>-.;»« τ*; Ζ·τρ«, —Τί μετριοφροσύνγ, '.. . .
Ό Είνθοσ Νεοσ · τ«}«^.—Λέν ε/ω ιδέαν, δΐσποινί;... -
Φιφιτι Μ«^5.;.— Νά «ιν» άπόγονΐ; αύτΐχράτορο; χαί νϊ
ότ·. 5έν τό ιίξεϋριι !
Ό Εανθοι Νεοσ ".«ί.,ταριοτι,; — Τί θέλει νά είπί) μβ
αύτά ; τί ε/ω έγώ νά κάνω μ'. τοίς αΰτοχρ*τορας τοΰ Βυ-
ζαντίου ;
Φ Ι Φ Ι Τ ι. Α ί^/αοις κ*ΐ [χιτ* 4γ»ΐϊΐη; :τ30ίΐλίπ3.»τα τ'ν Ξα/.ό' Ν6'ο>. —- Αλλά
ήξίύρετε ποίον Όϊ:·/χιλ είνε ή οίκογένειά σας ; Ό πρώτος Πα-
λαιολόγος Ιγ-ινεν αύτ^κράτωρ είς τα 1260 εάν δέν απατώμαι. · ■
χαί έ* της ο'ικογενεία; σας ανεδείνΌησαν άχτώ αΰτοχρίτορε; /·>
ρίς νά λαμβάνω ΰπ' δψιν τοΰ; δεσπότας....
Ό Ξανθοσ Νεοσ μ»./«-.««;. — Πώς ; ήτο καί κανένας
δεσπότης ;
Ψιφιτεα μ· *ι~·,« ΐιΐ/«ριχ,ί,-.— Έννίώ μέ/ρι τινος την μετριο-
φροσύνην σαί, άλλά »ά προσποιεΓσθε πίλιν τόσην άγνοιαν χιί
οΰτών των γνωστοτέρων πραγμάτιον της οικογενείας σα; αΰτό
Βεν το έννοώ .■ .
Ό Ξανθοσ Νεοσ 'ίι» «ΐιβι?ί,-. — Σάν νά μοΰ φαίνετα! ότι
μέ χοροιδεύει. ... δέ μ' άΐέσει αΰτό, άλλ' άν ιχέ νομίζη κουτόν
είν» πολΰ άπαττ|«.έν7).
Φιφιτεα μΐι4·Λι««α/:'.τΐ.— Δέν κατωρβώσατε νά σώσετί τίποτε
από τα εγγραφΐ τής οικογενείας σας ; άπό τα χρυτόβουλλα ,
άπο τάς πε,γα.Μηνάς ; τίπο-ε ; τίποτϊ ; 'Εχάθησαν ; έςηφανί-
σθησαν ; Κρΐμα, διότι άν έσώζετο κανέν χρυσόβουλλον, άν οχΐ
τίποτε άλλο, θά εΓχετε διιως την ευχαρίστησιν νά το δεικνύετε
είς τοΰς οίλους σας, ώστε άν ποτέ σας ελεγε χανείς τίποτε νά
τό επιδειχνύετε, διά νά μή μέν/) οδτ= ή έλανίστη άιιφιβολία.
ότι χΐτάγεσθε άπό την αρχαιοτάτων οικογένειαν των Πα-
λαιολόγων, ή όποία έβϊσίλευσε τόσα Ιτη επί τής Κωνσταντι¬
νουπόλεως, διότι. .. .
Ό Ξαχθοσ Νεοσ ί.»«οτχ,.. «ΐΐε,ν «ποτοι»»:. — Δεσποινίς, θά σας
παρακαλέσω νά μή μέ περιπαίζετε, διότι επ! τέλου; δέν σά;
εχαμα καί τίποτε χαχόν.. . .
; — Σάς περιπαίζω ; πώς ήαπορεΓτε νά φαντασθήτε ότι σας
εριπαίζω ; Σϊ; βεβαιώ έν πάση είλιχρινεία ότι σας όιιιλώ
«ου8άζου«α....
Ο ΔΑ ; ς ^
Όχι. δέν μέ περιπαίζε!. . . μοϋ επιασι καί τό χέρι μάλιστα. . .
ΦΐΦΙΤΧΑ ?·?..«« ι*; /·!(«; ί«1 τΛ/ ««?ιιθ;. ·'; Γνίΐ.ξι. «'ίοΐ; »α· τ^» ·,.νη.
«;τί; γλ»·ιιΐ«νΓ,ν «αΐ,ΐκή,.. — Νά σαί περιπαίζω ; πώ; σας επέρασε
τοιαύτν) Ί8έα ;
Ό ΪΑΝ'ΘΟΣ ΝεΟΣ ι)«ο5)μπ.. αΙ-τ,. ^^IΓ.»:-;. — Λ'.ατί ΙΑΟ·3 τα
λέγετε αΰτά ;
Φιφιτεα ι.·β»«ι«ίο,·»«%. ΐΑ»,«ι4ζ«υ«· τό/ Ξα*·, Νί.ν. — Ήξεύρετε διατί
7Ϊ; τα λέγω ; διότι πέρυσιν είς την Ζάκυνθον, μίς συνέβη τό
έξη; πολυ περίεργον. "Η,αεβα είς την Κυλλήνην διά τόν ιχπαμ-
πάν, όΐτις ύποφέρει Ό χαϋμένος άτώ τού; βρόγ/ους τού, χά! επι¬
στρέφοντες έιχείναμεν τρείς ημέρας είς ττ,ν Ζάκυνθον. 'ΕχεΓ τί
νομίζετε ότι μά; εδειξϊν ίνα; φίλος τού μιταμπά ; μά; εδειξεν
Ινα νέον, ό οποίος ό-ομάζεται Ιίαλόφωνος £ω; είχοσιπέντε χρό-
νων. . . 6 νέος αΰτός εχει όλα τα εγγραφα τής ο',χογενείας τού,
τα δϊτοϊϊ είνε ταχτιχά χαί τα 6ποΓα φθάνουν ;/έχρι τοϋ αύτοχρά-
τορος Καρόλου τοϋ Ιΐέαπτου, δηλανή είς τα 1540.· . άληθεΓ;
περγαιχηναί έν πλήρει τάξει. Ό πρόγονό; τού Μιχαήλ Καλόφω-
νος εγεινεν άπό τόν Κάρολον Πέαπτον μεγισταν τής Ίϊπανίας
πρώτΤ|ς τάξεως, ό αυτοχρατωρ εις τα γράμαατά τού τόν άπι-
χαλεΓ φίλτατον έξάδελφον τοΰ πΐρα/ωρεΓ χτήιιατοι είς την
Ισπανίαν χαί χτήματα είς την Πελοπόννγ,σον. χαί τί ν.αίζετε
5τ·. είνε σήμερον ό απογονος αυτός τοΰ Μιναήλ Κχλοφώνίυ. ό
έξάδελφος τοϋ Καρόλου Κουι'ντου ; ειιπορο; ; τρα-πεζίτιις ; 8ιχν,-
'ζό^ο:; Είνε, χύριέ μ,ου, πωλητής έφτ,^ερίδα,ν χαί δέν εν-ει ψω;χί
ά ί
γγγι
Ό 2Α ,
?Ον·;ο·, ι«6?ί·τΓ.ϊ·;. — Πωλητής ίφτ,μερίδων ;
Φιφιτεα ,· ..»« τ... «.»«■».... — ΙΙωλητής έφγ,μερίδων ό άπόγονο;
τή; ενδόξου οικογενείας των Καλοφώνων, χαί όλα τί εγγρΐφί
τού έν τάξει, άλλά τί ώ^ϊλεΓ ; δέ- ε/_ει ψωμί νά φάγγ; χαί μίαν
φοράν κου έξέπεσεν εως βχεΓ δέν είνε νά το σχέπτιται χχνείς. .
Ό Ξανθο^ Ν'εοε 1τ·ι.»ι···>. — Είδατε τα εγγραφα, τί ν_ρυ-
σόβουλλα, τάς περγαιχηνά; ;
Φιφιτϊα. — Μέ ούτά τα μάτ·.ΐ μου, χχι έπειδή ή μ>μα
θε
εί'
νέ
λητή; έφ
ή; φηρ
Ό ϊανθοσ Νεοϊ. — Δ-ηλαδή μέ άλλου; λόγους λδΰττρ-.ς ;
Φιφιτσα. — Λοΰστρος, μάλιστα. αύτός ό όποΓος άν ύ-ΐγτ)
τωρα.
Ό Ξ
Λοϋίτρος !
ρς
Φιφιτϊλ. — ΙΚΓ,ς ίτώθτ,σχν αΰτϊ τί 1···'ζιζ,% χαί 'ί.
σόβθυλλα καί %ί περγαι>ν>}ναί είνε θαΰ;*», διότι έν Ελλάδι είναι
πολίι ολίγαι αί οικογένειαι, αί δποΐαι κατώρθωσαν νά σώσουν
επειτα άπό τόσας καί τόσας καταστροφάς, άπό τόσους διωγμούς
καί την παραμιχροτέραν ένδειξιν τής αρχαιότητος καί τή; εϋγε-
νε άς αυτών. Ή ίδική σας ο'ιχογένεια έννοώ κάλλιστα, ότι θά
ύπέφερε περισσάτερα άπό όλας τάς άλλας, διότι αυτήν κατεδίωξαν
περισσότερον οί Τοΰρκοι μετά την φοβεράν εκείνην νύκτα τής
29 Μαίου τοΰ 1453 . . . Άλλά τί εχετε, . . άναστενάζετε , . .
δϊχρύζετε ;. . . Σας άνέανησα την θλιβεράν τύχην των προγό-
νων σας ;·.. "Ω, μέ συγω;εϊτε, κύριε Παλαιολόγε.. . . μέ συγ-
χωρεΐτε, Ύψηλοτατε. . . .
Ό ΞαΝΘΟΖ ΝΕΟΣ ίίια «υνν.ι.; ?Λζ» ->, ^ιί^ΐί «',-το ϊχαΛ; μι^ 'Λι··
στβντικι,-ολιω; χαι νο^ιζων ότι >λιπ» το/ χροίλλο. χϊί, Αγιας Εοφια;.---Εΐμαΐ
Παλαιολόγος ! .
Φιφιτσα !·5ι«. — Πώς διασώζει άχόαη τό οίκογενειακόν φίλ-
τρον επειτα άπό τάσους α'ιώνας '. . . .
Ό ΕαΝΘΟΕ ΝΕΟΣ ·4,« Ι
Ά,
ι«ν «ιίμι χ» λι«-ιχ.>ν «ι,τοοτ — Καί διατί νά μην εΐμαι ; Δέν λέγομαι
τάχα ΚωνσταντΓνος Παλαιολόγος ; καί πώς είναι δυνατόν νά
μην ανήκω είς την οώτοχρατορικήν οικογένειαν ,
Φιφιτεα '*". — Τί αισθήματα πρέπει νά εν·/).... χαί πώς
οαίνεται ότι είνε γόνβς αύτοχρατοριχοϋ οΓκου . . . τϊ άνάστημα,
η ώ^αιότης τού.... ε—ιτα πώς είνε ξανθός ; όλοι οί Παλαιολό-
γοι ήσαν ζανθοί .. . Καλά Ιχαμα καί τόν άπεχάλεσα Ύψηλό-
τατον. . .. "Ίσως ή μετριοφροσύνη τού νά έπειράνθη χαϊ δι'αϋτό
δέν μοΰ 6μιλ$Γ, άλλά τό είπα /ωρ'ις νά θέλω. . . δέν το ηθελα. . ·
"Οταν είοα έχεΓνο τό δίχρυ τού δέν ήξεύρω κ' έγώ πώς μοϋ
εφάνη.... ένό,υιιζα ότι εβλεπα έμ πρός μου αυτόν τόν υϊόν τοϋ
Κωνσταντίνου Παλαιολόγοιι ' . Ω, θά υπάρξη ποτέ γυνή εύ-
τυχεστέρχ εάν θελήση ; . . Θεέ μου, Θεέ μου, τί λέγω ;. . ·
Είνε ποτέ δυνατόν νά κατέλθη μέχρις έμοϋ ;
Ό ΞλΝβοε Νεογ ιίι» »^νν^ι); ».ϋ ,^,ο» ια»-·»»™, τγ»·»·ϊ. — Όσον
και αν φερω τόν νοΰν ιχου πρό: τα οπίσω δέν ήμπορώ νά ένθιι-
μτ,θώ τίποτε τό Οποίον νά μοί δίδη την παραμικροτέραν λα-
6ην... . άλλ' επειτα άπό τόσας καταστροφάς, ετίειτα άπό τόσους
διωγμοΰς είνε δυνατόν τουτο ; Τίς οίδε τί συνέβη. . . . διεσχορ-
πίσθτιμεν έδώ χ'εχεΓ. τα εγγραφά μα; ένάθ-ησαν, τα χρυσόβουλλά
μας έξηφανίσθ·»)·7αν χαί εϋρέθηαεν είς αυτήν την γωνίαν έοώ μέ
μόνον τό όνομά μας καί την άνάιινΐΓΐσίν τοϋ παρελθόντος '. . . Τι
ίΰτυχής αύτός Όλοθστρο; νά ε/η έν τάξε·. τάςπερ(-αυιηνάς τού "...
Ό Γέρων Σκαφαρεντζοε, *«τι{ **>. «.α»;; ύ?«; ΐφί·,,,,,, τ».
Μ^ΙΕβν βρα$ι>κβρΰί. χ«ι ιϊχτβ» τ.ιΤϊ«ία ί/κίρβν ΐ;ιτ«ζ·τ, *α·. κάκ βρβνίβν ί(,ρι«»βν, 4·ο-
»«λύίτ»« !«ι τΑου; την *■?>"»'. — Έδώ «ϊσαι ; καί σέ ζητιΓ τόσην ώραν
ό καϋμένο; ό Δρέλλΐας.
Φιφιτεα.— Μπά ; . . εχβι δίκαιον . . . βιχα μαζή τού την
χαδρίλλιαν ποΰ εχόρευσαν χαί τό έλησμόνησα . . .
Ό Γερόν Σκαφαρεντζοε μ··ίιβ> ι--#«·«■««;. — ΑΓ, βεβαία,
όταν εχτ) κανΐΐς καλήν συντροφιάν ·
Φιφιτεα. — Κρΐμα όμως'5ττ^5ϊν έρχεται, διότι θά τόν τζχοί-
χαλουν να μοϋ φέργ-4 ίνα ποτήρι νερόν.
Ό Ξανθοσ Νεοε ί^,,ίιιινί;. — Νερόν ; οεσποινίς, άαέσω;
νά ?ας φέρω. ■ . .
Φιφιτσα 4Λιτ™^.ν,. — "Ω; ιτας πχραχαλώ, κύριε Κωντταν-
τίν*.. . όχι, όχι· . . όχι σεΓς. . ..
Ό Ξανθοσ Νεοε ί;«?«.,ζψ·*.; -; ^τ,.^,. — Πώς τβ λέγετε,
8εσποινίς ;
Ό ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΕ χ«»Λΐ">-.ί «»ιιΐ... τί.,- Φι?ίτ»»,-. — ΑΓ,
πώς σοϋ φαίνεται ;
Φιφιτσα Λί,.ιιτ. »τιν·γμ... — Χαριτωμένος άνβρωπος.
Ό γέρων Σκαφαρεκτζοσ. — Διατί άναστΐνάζεις; άφοϋ
είνε χαριτωμένος πρέπει να χαίρεσχι μάλιστα.... χχ: άφοϋ
ήλθε μέ τόν σκοπόν νά πάρν) ενα χαλβ χά; ευμορφο χορίτσ>, έγώ
νομίζω ότι καλλίτερον άπό σέ δέν δύναται να εΰρν-,.
Φιφιτεα. — Μέ χολαχεύετι πβλύ, διίτι μ' άγχπατι χαί
πολύ, άλλ' αϋτό δέν είνε λόγος διά νά προτιαΫ,σϊ; εμίκϊ ότΐν
ϋπάρχουν τόσαι άλλαι νέαι. . .
Ό γέρων -καφαρεντζοε . — Τώρχ 5έν τί Λ'.ττεύει;
αϋτά. .. χαί . . .
ΦΐΦΙΤΣΑ. — Μέ συγνωρίΓτε, τα ^ίττεύω χαί πολϋ μάλ;-
στα, διότι είνε ή άλήθεια . . .
'> γέρων Σκαφαρεντζοε 4>·λ.«ο.»,-. — Μά πώς τί λέγει;
αΰτά, χόρη αου· . . . πρέπει νά εισαι τυφλή, διά να αη ^λέπτ,;
ότι σέ άγαχ? -ζδττ, ...
Φιφιτεα «·λη·τ·;. — Έαένα ;
Ό γέρων Σκαφαρεντζοε, .'ίτι.·; ,. 4.^.«.».»·» }**?·.*■■· «;;«>■■■
— Τόν είδες νά ό.αιλήστ, μέ καμμίαν άλλην ; δέν παρετήρησε;
ότι άμέσως ήλθε σέ σένα ; τί σηααίνουν όλα αύτα η ότι σε
θέλει ;
Φιφιτσα.—Μή βάζετε τέτοΐαΐί ιδέαι; είς τό χι^άλι αου. ...
Αύτό; τόσο·» πλούσιος, χπό τόσον μεγάλην οικογένειαν. . .
ΐ6ο
Ό γέρων ΣκΦρεντζοσ. — Είνε χαί άπο οικογένειαν ;
Φιφιτσα. — Καλέ τί λέτε ; Παλαιολόγον !...
Ό γέρων Σκφαρεντζοε ι«πλ»,«τ«,. — Είνε μεγάλη ο'ιχο-
νένεια οί Παλαιολόγοι ; πρώτην ϊοραν ποϋ την αχ&ύω.
ΦϊΦΙΤΓΑ ΐςα'ΐΐτα,Α.νη χ«1 ;α!Τ* πιριφ$ο./;Γ£^ς σ/£5ο* τβρατιροϊσα τ',/ ; ρ·.«τ«
Σχαΐ«?.ν7ζϊ.. — Πρώτην φοράν ; Κα'ι οί αύτοχράτορες τής Κων¬
σταντινουπόλεως ;
Ό ΓΕΡΟΝ ΣκΦΑΡΕΝΤΖΟ£ ·»»!.το,. — ΑΓ;
ΦΐΦΐτεΑ μΐϊ' ι^5«···;. — Είνε κατ' ευθεΓαν α,πόγονος τοθ αυ-
τοχράτορος Κωνσταντίνου τοϋ Παλαιολόγον !
Ό γέρων Σκαφαρεντζοσ: ί^ον·^·™,-. —Μπρέ μίλα χαλά!.·-
Ίίφιτεα — Μάλιστα, χύριε Σχαφαρέντζε.
Ό γέρων ΣκΑΦλΡΕΝΓΖθΣ ίν ίί«ι,, — Καί τόν άφίνεις ; χαϊ
δέ ν τόν επήρε; άχόμη ;
Φιφιτια. — Τί χάθεσθε χαϊ λέτε τώρα... .
Ό γέρων Σκφρεντζοσ — Νά σοϋ δώσω μίαν συμ¬
βουλήν ;
Φιφιτεα. — Τί πρϊγμι ;
Ό γέρων ΣκΑΦλΡΕΝΤΖοΐ.. — Νά τοϋ άνοίξγ)ς πρώτη όμι-
λίαν περί γάαου.
Φιφιτ£α ί,τ»μ.ς. — Έτ;ελαθήχατε ; χαϊ ή άζΐδ·π5»π£ΐά μου ;...
Ό γρρων Σκαφαρεντζοσ. —Μά άχουσέ μ*, κόρη μου .. .
Ψιφπ σα !»>·^«, «?«/ί —Πά, πά, πά ' . . θίός φυλάξοι !.. ■
Ό γέρων ΣκφρενΤ/:οι 4γ.λ-ι, —"Α,τί νά σοϋ χάμω ..
επρεπε νά γ,το ή αητέρα σθυ είς την θέσιν σου, διά νά Βτζ άν
ε'ιΐΛποροϋσε νά φύγτ; αύτός άπ' έδω αστεφάνωτο;.
ΦΐΦίΤΣΑ, ϊι·,ι«}τ.ΐΜ,».ν* — Σας παραχαλώ, μή λέγετε τέτοια
πράγματα, 8ι;τι....
Ό γέρων Σκαφρεντζο£ ,^—»ν ϊΐ μΐΐωπ·.» «;->α. — Μπρέ, τί
χάθομαι χαϊ /άνω τό/ καιρόν μου. . . Έσίι δέν θά χάΐΛ7·,ς τίπο-
τε . .αύριον τόν βλέπει χαμαιά άλλη χαϊ σοϋ τόν παίρ'νει. . . .
ΈννοεΓς ότι έγώ παλαιός φίλος τοΰ πατρός σου δέν ήιχπορώ ν'
αφήσω νά πέσνι μΐά τέτοια δουλείά τα νερό. Κάνω τόσον χαι-
ρον Λαύρεια χαϊ πάντοτε οί συνδυασμοί μου έπέτυχαν χαϊ 8έν
6α ιπιτύχω τώρα; Ή ,«όνη ή όποία είνε ίκανή νά τον χαταφέρν
είνε ή μητέρα σου ... Πηγαίνω νά την εΰρω....
■; ·?♦».. — Σ£ς παραχαλώ ...
Ό γέρων ΣκΑΦΑΡΕντζοΕ.— Νά τος, σιωπή, «ρ/εταΐ.
Ό Ξβθί. Νεο». ί?/ν·.·ί««.^ί-ν.—Σά; εφερα, δεσποινίς,
νερόν χαϊ ^ιισσινάδαν, τί προτιαατε ;
8έν
■ΡΪ1
Δημ Καλλιφγονασ
Ι
Φιφιτεα «;ί>,«ό.ως ί,τ··»ο»«« ΐήν ζ,ΐΡ«. — Νά λάβετε αυτόν τόν
κόπον ; ... την βυσσινάδαν, άν θέλετε....
Ό γέρων Σκαφαρεντζοε ι. >„—λ*. — Μοΰ δίδετε χ'εμέ
τοΰ γέρ-.ντος τό νερόν, άν δέν τό /ρειάζεσθε, χύριε Παλαιολόγε ;
( Ό Ξανθοε Νεοε *ρ,,?«·ρω, ",, ™τί,Ρ.ον . — Σας παραχΐλω,
χύριε. . .
Ό ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΕ .ΐ ί*,, |»ώ.«,» τον Ξ.,βο» Ν.',. ίτο.,.·-
ζόμινο·. 14 Αί'.^ τ>> κοτήΡΐόν το». — Ά, όχι, όχι. . . . τα έφέρατε σεΓς, θά
τα επι—ρέψωέγώ. .. [λ.^·™, ϋ« ,*,-/ιιρ,,- «·;? ε«Λ.ϊ ν.» τ6 «.νόν
τ.ιτί^ι»·, τίΐ; ρυ««,νάί«ς] Αύτό είνε τό δίκαιον. . . . χαί επειτα σεϊς
πρεπει να μείνετε έδω ;λ« αυτήν την χαριτωμένην νέαν ήτις είνε
ή^ καλλιτέρα την όποιαν εχομεν είς τάς Αθήνας. ... ή καλλί¬
τερα ! . . δέν τό λέγω διότι «(ΐιαι φίλος τής οικογενείας, άλλά,
διότι τό λέγει ό κόσμος όλος.... ή καλλιτέρα !. .. [5«0«λίνοι>]
Κύριε, χύρΐε . . [ΐίι«] Νά πάργ) ο διάβολος έλησμόνησα πάλιν
τό ό^,ομά τού . . . [Μιν«λο?ώ,ω;] Κύριε ΚωνσταντΓνε, είΐλαΐ πάν-
τοτε πρόθυιχος των διαταγών σας, Λεονάρδος Σχαφαρέντζος,
μεσίτης είς τό Χρηματιστήριον, ['ΐία] Νά τοϋ είπω τίποτε γιά
Λαύρεια ; Όχι, άς μή τοϋ είπω άκόμα.... [Μ,γ«λ.?.;,ωί] Ή
καλλιτέρα χωρίς καμμίαν αμφιβολίαν.... [Αΐι?ι.;μΕ.»:] Ή καλ¬
λιτέρα !. . .
'Ο Ξανθοε Νεοε ,οίή,»,..,- ι« Τ·ί«ρ«ν,.υ.— Ή καλλιτέρα!· . .
πώς τό έλεγεν !... . ώς νά είχον έγώ καμμίαν αμφιβολίαν περί
τούτου . . .
Φιφιτεα «»,«,,..,„««.—Κύριε Παλαιολόγε. ...
Ό Ξανθοε Νεοσ.—Είνε πολΰ φίλος σας αύτός 6 γέρων ;
Φιφιτσα. — Πολύ, είνε άρχαΐος βυΐΑ,ιιαθητής τοΰμπαμπά καϊ
αΰτό μ' έπαινεΓκαί τόσον ιτολύ.
Ό Ξανθοε Νεοε. — Καΐ τόν βλέπετε συ/νά ;
Φιφιτσα. —Καθ" ημέραν σνείόν.
Ό Ξανθοσ Νεοε.—Τί ευτοχής !
Φιφιτεα.-Διατί ;
Ό Ξανθοε Νεοε ,τ,·..ων.—Διότι σας βλέπει καί αύτός κάθε
ημέραν.
ΦΐΦΙΤΕΑ μι ίιί«« ίλ«ΪΡΟ{. Ι.ν Γτο ·ηί;»« τό «Ριί.ωι:β» »;ο; τό μίρ«! τοί
Ηΐνοίοχίίον «.ι !ίι?. — θεέ μου. . . . δέν ήξεύρω τί ν' απαντήσω.
Ό Ξανθοσ Νεοσ ι*ί« —Δεν τολμώ, δέν τολμώ. . . · μηπως
δυσαρεστηθή ό:ι τής το ειπα ;
Φιφιτεα >τ;>,·ίΐνη ?ι«ι»ί »ρ·«-τον 3«ν»ο» >·ον.— Καί πώς ευρίσκετε
τάς Αθήνας μας ;
Ό ΞαΝΘΟΣ ΝΕΟΣ, «στι; ζτ» ι'σίτι Ιϋο το χ,ίτν; τί," τ·λ·υτ*Ι«; *!·■·*
Κ «. ΙΚΟΚΟΥ 1ΙΜΕΡΟΛΟΓ1ΟΝ ΤΟΥ ΐβφΐ Ο
είνε, άλλά προτιμώ τόν Πειραια.·.. _ ^ ,
Φιφιτελ !*ι«. — Περίεργος προτίμησις !. . . τί είνε όμω; υ,
πρώτη πόλις πάντοτε όταν έρχεται κανείς απ' εξω, και π^επει
να ηλβί μέ τό ατμόπλοιον.
Ό Ξανθοε Νέ ο ε ■*>«. — Προφΐνώς δυσαρεστηθή ότι τη;
τό είπα, διότι άλλαξε την δειλίαν άμέσως. . . · έβιάσθην πολύ.^
Φιφιτεα. — Έν τούτοις μέ τα νέα σχέδια ή πόλις μΧί θ*
γιίνη πολΰ ώραίχ....
Ό Ξανθοε Νεοε 4ν«λ«,»6«»ο,ν την «τ««ιν τ··: μ.™»».* π«>«·°οϊ°··>, «■
ο.τβ; 9^ηντη»ι χ«τ» τρί-ο. ~'>> Βαγιαΐητ, »α^ Εσΐη θα^αλϊος άιτϊνβν-' α^τον
Δέν άντιλέγω, άλλά τον άέρα τοϋ Πειραιώς δέν θά τόν εχγι ποτε.
ΦΐΦΐΤϊΑ ι«ιιλ,. — "Α, διον γιά δροσιάν, μαλιστα. . εχίτί
δίκαιον....
Ό Νεοε Δρελλιλσ *,.«·*.«.«,-1>—.Λ»,.—Ά, μά κυρία Φι-
φίτσα, τί μοΰ κάμνβτε.. .. τΐαρ' ολίγον νά μή χορεύσω την κα-
ορίλλιαν μου.
Φιφιτεα ·*"«.ιτ»;.— Ποίαν καδρίλλιαν ; %
Ό Νεοσ Δρελλιαε. — Την τετάρτην.... αυτήν ποϋ θα
χαρεύσωμιν τώρχ. ...
Φιφιτεα 4,.^.,,^^,,,. — "Εχετε λάθος, δέν σάς εδωσα την
τβτάρτην, σας εδωσα την τρίτην καΐ δέν -ηλθετε οδτε κάν να με
ζητησιτ*....
Ό Νεοε Δρελλιαε. — Πώς εχω λϊθος, κυρία μου ; αγ»1*
έγώ δέν εχόρευσα καθόλου άπόψε κχι μίαν μόνην καδρίλλιαν
ΐζήτησα . . . αυτήν την Ιδικήν σΐς.
Φιφιτεα. — Εΐν» αδύνατον.
Ό Νεοε Δρελλιαε ί^ί^.;. —ΑΓ,μά τώρα δέν ήξεύρω^ έ^ώ;
Φιφιτεα. — Πολίι καλά, δέν έπμένω, άν θέλετε, άλλά ήτο
ή τρίτη κα'ι ίχι ή τετίρτη.
Ό Νεοε Δρελλιαε. — Σάς δίδω τόν λόγον τή; τιμής μου,
κυ:ια Φιφίτσα, ότι την τετάρτην σας έζήτησα κα'ι εγραψα μόνος
μου τό δνομά μου είς το καρνέ σας.... ποϋ είναι τό καρνϊ
σας ; . . Κυττάξετε χαί βά -δήτε ότι ενω δίκαιον.
Φ,ΙΦ'ΤΕΑ *..;,„;„ ,«_ -ν ίχ?ι. „; γ.,^ -ϊν ^Μ, «ι,,,;. — Νά
το.^ αλλα δέν βλέπω τίποτ» είς αύτό τό σκότος.
Ό Νεοσ Δρελλιαε. »,«—·> ι. ..,τ,ϊ. »«, «ι·.» «;», *;·.■·,■. -?!>; -'··
"ϊ'*ΐ".—Ίδοΰ ιό όνομά μου, Δρέλλιχς.
Φιφιτεα «,.—,3.« ι> ι,λ,·,,. ι»* 5 ,..„. ^(^ «, ?««· «.^ι»; λ»
£.>«», >■«..— Εχετ» δίκαιον. . . . πώς εκααα έγώ αΰτό τ»
λαβο;; '
ΐ6Λ
ΑΡΕΛΛΙΑΣ 4««»««;γο&; ν^ιΐ'; ί/«·*ί ''·* τι*
ιΐ»?ι·ζ·ν« «., 4»...^,.;. — Έλϊτι, *αϊτ«, μόλι; β»
ήρχισα».
ΐ·«ι«.; τί» !·.>.. -Νί·.. — Κύρΐι Κωνσταντ!νι, μί συγνωριϊτ* ...
Ό Εανθοε Νεοε ι7«).].ιμ;.«ι ;««ιι>«> >.·(-;.—Δ(σιτοι«ίς. . ..
Ό ΝΕΟΕ ΔΡΕΛΛΙΛΪ ηρ». τ» *»„.. -ηΛ «ρ; « 1·.».,.:,ν. - Ποίος
ι!νι ιτάλιν αύτο; ό ΚωνστιντΓνό; σα; ; κου τόν έ'ΐΊρίψιτ· ;
Φιφιτεα . — Ι'ίνί ίνΐς κύριος ό οποίος ήλθεν άτΐό ττιν
Αγγλίαν.
Ό Ν'ΕΟΐ: Λρελλιλε.— Κατ' ιϋΘιΓιν ;
ΦΐΦΐτεΛ. - Πολίι τ:ιβανόν.
Ό νεοε ΑΡΕΛΛΐΛε. — Είν» πλούιιο; ;
ΦΐΦΐτεΛ —Δέν τ,ςιόρω. ..
Ό κεοε ΛΡΕΛ.ΜΛε. — Ιΐρίπκ νϊ ιϊνί όαως, διότι ιιχί
ινα χόρΐωαζ κου (νόαιζε χινιϊς ότι χάθΐτχ; ιπίνω ιί; τα ΐχχ-
τομαύριά τού.
Φι*ιτε.ν. —Όχι δα ;
Ό νκοι ΑρελλΙαε. -- Κΐ'ι τώρα ϊννοω πώ; ΐχάαιτΐ τί
λϊδος νά λτ,σμονήσιτί τή» χχδρίλλιχν μβιι.
Φιφιτεα.—Τί βίλιτι νχ ιίιτητε ;
Ό ϊΕΟΐ: ΛΡΕΛΛΙΑ!: ί ·1ίΜ..«λιι»τ·Τ.. τ. Μλ« η.. Ιι.ι. ί.Ι· :,......
ι, τ», «ν·...»... —θίλω νχ είπω, Μρ'ιι Φιφίτσα, ότι ότχν ίρχωντχι
αύτοι οί κλούβιοι οαογινιΓς ι'ις τάς Αθηνά;, ήμϊ( τβύ; χχύμέ-
νβυ; οότΐ γυρίζιτΐ νχ αίς χυττίζιτ* τλίον. . .
Φι«ιτσλ *.««,■.?.;___Βΐμχι β·6αίΐ ότι ?«¥ τχ «ιβ-τιύ(τ( αύτ.
ιτοΰ λέγετε. · ■ .
Ό νεοϊ Δρελλιαι;. —Τόβον τα τπιτιύω. ώστι ϊ,'/ίζω νά
ΐΜΤχνοώ, διότι βχ; ίσήχωτα ά*Ό τίτοιιν καλήν συντριιάν. . . .
Ποίος ήξϊόρει άν αΰτός ί /°?ό; δΐν ίγιιν» διχ νά χοριύστ,τί
χον άλλον μέ χύτόν τόν κύριον ΚωντταντΓνον , τό Ήβαιχ ■/, ό-
ρευε . ■ ■
Φιφιτχα ι, ί,-»___Κύ;ιι Δρίλλια, λέγΐτ* άνοηβϊχς . . .
Ό ΝΕΟ1 ΛΡΕΛΛΙΛΣ ι'·,}!^»; ι'; τ·.. ·Γν...«. -λ; ι*(';· --- Αί
"ποΓαι όαωΐ ήμποροΰν νά Ϊ6γουν χ»! ι'ις χχλόν.... Νά. τί
βιζχ6ί μας, τΐχρ« τή» βίσιν »»ς, «μπρό;. ήα»ϊς ιι'μΟχ .... άν
αβαν χάτρ!....
Ό ΓΕΡΟΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝ'ΤΖΟΕ Ιΐ.»;»;,,^.; Ι. -,ί ...γ., |·ς ■:! ί·«*«-
!·«·» Ιί» ΉΙ; 4..Τ.».».; ΓΜ.^ί; ■« »..«·ιί. «^ τί; ·-»«; τ». *· Ί-Μ., 1·· -
,«■»,,— Ποϋ *?; ;
Ό Κ. ΙθΛΝΚΗε ΜλβΙΜΛΛΗε Ι.^..Μν.;. — Ε'αΧ! «βαααί-
«Γ
164
•νος άπό κούρασιν καί φεύγω κυυφα κρυφά άπό 'δω νά μή μέ ιϊτ)
χαί καμμιά πατρωνέσσα.
Ό γερόν Σκαφαρεντζοσ—"Εχεις άμάξι ;
Ό κ. Ιωάννης Μαθιμαλησ ,Ιιων ^ιτα «Λ.ι.ω; Τ7,ν ««?λ>!»· —
Μακϊρι νά ειχα· · · ·
Ό ΓΕΡΩΝ ΣκΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ *«μ6«,ων τ4ν ρΡαΖιο-α τιυ »τ.«; τόν .»■
Ιυ*ν— ΑΓ, κα'ι πώς βά πά; ;
Ό κ. Ιωάννης Μαθιμαλησ. —Μέ τόν σιδηρόδρομον. Θέλει
κ' έρώτημα ; Παμε άπ' έδώ '; τα σκοτεινά ά μή μέ Ίδί) και
κανείς.
Ό ΓΕΡΟΝ ΣκΑΦΑΡΕΝΤΖΟΕ Ι,οΛοοίίν ιον χ. Ι.«,νην Μ.Ι ^ΐϊν «·1
·>« «ά, μ,^τς,η,,τ-ηη. ίιοτ, -ο «ιιοτο,- ιΐ.ί ΐηλΐφητό, —Μΐ Ό σΐδηρόδρθμθς
θα φύγγι είς τάς τρϊΓς καί τώρα είνε αόλι; μία · · ·
Ό κ'. Ιωάννης Μαθιμαλησ. —Μά ό σιδτ,ρόξρομο; είνε έό"ω
καί περιαένει Θά πάγω νά καθήσω μέσα σ' Ινα βαγόνι καί θα
τραβήξω έναν ύπνον. . . . αϋτό μόνον σοϋ λέγω· · ■
Ό γέρων Σκαφαρεντζοε. — Καί βά ήαπορέσγις νά κβι-
μτ,βίίς ; επειτα δέν βά σέ ξυπνήσωμεν δταν θά φύγωμεν ; θα
χάσγ,ς τόν ύπνον σου
Ό κ.Ιωλ,ννησ ΜλθΐΜΑΛΗΣ χ«^»Λι»«,-.—"Εχω τέτοια νύστα
ποϋ δέν θά σάς έννοήσω χάν όταν θά ελθετε καί εω: εί; τας
τέσσαρας ποϋ θά φθάσωμεν εις τάς Αθήνας θά κάμω τριών
ώρ7^ ύπνον μονορροΰφι !,. .
Ό γερόν Σκαφαρεντζοσ.—Μά τί ηλθες τότε ;
Ό κ. Ιωάννης Μαθιμαλησ ,„., την «^«ιην. — Σ' έρωτώ
κ' έγώ.. τί ί,λθα ; ΉιχπορεΓς όμως νά αήν ελθγις ; . · ^ είνε
μερικαίς ύποχρεώαει; !. . . τγίς εστειλα ποϋ τής Ιστειλα αύται;
τ-^ς κυρίαι; πατρωνέσσαις, ^ιό'τι δέν άρκεΓ ότι αγοράζεις τα ε'ισι-
τήρια, σέ θέλουν χαί νά ελθγ,ς, διά νά μή εχγι όψιν μπαλαασχέ
ό Χ°γ*5 τω1> · ■ · καί τ,τον άπόψε ή σάρα καί ή μαρα
Ό ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ ·στ«μινο; ι:αΡ« :■,,. ί^αν τί; ίίοίο^ ""
»»,«^ .«ί' ΐ,ν στ·-,.»,, ι» Ί»ανντ; Μαΐ^αλτ,; Γ,τΐ,ιιι«ζ-ο «α ■:·» 4ΐοχ«ι;·Τ'«>1----
Α, δεν σοΰ εϊπα... τό πράγμα τελειόνει.
Ό κ. Ιωννηε Μαθιμαλησ. —Πδΐόιτρϊγμα ;
Ό γερόν Σκφαρεντζοσ.—Ό γάμος τής Φιφίτσα; μέ
αυτόν τό νέον, τόν . . τόν Κωνσταντίνον. . . άχ, πώ; τόν λέ¬
γουν, είνε χαί άπό μεγάλην οικογένειαν ... τόν.... τόν . . ·
8εν ημπορώ νά ένθυμγ,θώ τό όνομά τού . Κωνσταντίνον - . ·
Ό κ. Ιωάννης Μαθιμαλησ. — Άς είνε, δέν θά τόν έν6υ-
μηθτίς ποτέ . . . εκείνον ποϋ ελεγες τέλος πάντων, τόν δμο-
γενή-----
Ό γερόν Σκαφλρεντζοε;—Ναί, ναί, «οί σοΰ ίδειξα.. . .
ττοϋ ώμιλοΰσε μαζή ττ,;.
Ο κ. Ιωάννης: Μαθιμλληε χ·ρ». — Πώς αΰτό ; την
εζήτησεν ;
Ό γερόν Σκλφλρεντζοε. — Όχι άχόαη, άλλ'ίδοΰτί
τρέχει. . .^ Όταν. . . . [Βϋ«.> ε,, ; , -ι».,.",,,. μ.»,^,,- ,.νϊ™,] Μά
έτίι δέν ειμπορεί; νχ κρατηθή άπο την νύστχ σου. ...
Ό κ.^ Ιωάννης Μαθιμαλησ χ.^^».;™> {,,,υ,.—Ναί,άοιλ-
φέ, άλλά λίγβ πάντοτε, σέ άχ^ύω .. .
Ό ΓΕΡΩΝ ΣκΑΦΑΡΕΝΤΖΟΕ 1;ιη·ι»ι».; ««ί *·;««;?.. τ». «. Ι·..,,,,
Μ«»:μά.τ,ν. — Παιχε πρός τόν σταθμόν, σΐ συνοδϊύω ολίγα βήματα.
Ό κ. Ιωάννης Μαθιμαλησ ι,, ι.;.,..; ι«ι «; »««ιΐ·>. ·«; τρ>«-
ι.; Σΐ.^ί.τζ-.^. -- ΛθΙΙΓΟν ;
Ό γερόν Σκαφαρεντζοε. — Όταν σέ άφησ» ίέν Ζ/ασα
τόν καιρόν μου καί άπό απλήν περιέγϊ'.ϊν έβάλβτ,κα νά τοΰς
εΰρω. 'Επηγα οεζιϊ, έπηγα αριστερϊ, επάνω, χάτω.. . τέλος
πάντων τοίις εϋρίσκω χ' Εκίβτ,ντο είς ενα απίγκον. Εεύρ«ις τί
άγαθό κορίτσι εινι ή Φι^ίτσΐ, χ«Ί πώς εί; αύτά τα πράγματα
δέν ε/£ΐ βάρρος. 'Εγώ άμέσως τό έχατάλαδα χαί ϊι:»ιδή Ϊ6λ«πα
δτι δεν επαιρνε άπό συιιβουλι'ι; συλλίγίζομαι νά πάγω να ίϋρω
την μητέρα ττ,ς χα'ι ν' άνϊλάβτ, αύτη την υπόθεσιν. "Αμ' ί«ος,
άμ' έργον. Ή Πατεριάδΐινα παρχδέ/ίται την γνώμην υιού, πη-
γαίνομεν είς τόν κήπον, τόν αναζητούμεν, τόν ευρίσκομεν, τγ(; τον
παραδίδω ιίς τα /έρι» ττγ,; χαιί ϊννοεΓς ότι ΐύτήν την ώραν ποϋ
σοϋ όαιλώ τό πράγμα βά ιινε τίλειωαίνον.
Ό κ. Ιωάννης Μαθιμαληε ζ.«^,.ιΜ;.— "Ολ' ΐύτά , μάτια
μού, είνε καλά χαί ώρχΓχ.... δέν μοϋ λίγεΐς όαως τΐιτοτΐ βέ¬
βαιον έ χ υ.ίρουζ τού.
Ό γέρων Σκαφαρεντζοε ι.^.,««;.—05, χχϋ,αίνχ χαΐ σύ,
τί δύ—ιστος ί·ΛζωΤ(ο^ -ού ε·.σχι. . - .
Ό κ. Ιωανν'ηε Μαθιμαληε. — Μα τοίκ ξ«ύρ« έγώ χΰτοΰς
τους δμογενεΓς, γλυστροϋν σιν χέλια. . . [χ«^^.>.;] "Ενθυμού¬
μαι αίχν ^ορί'* · - ·
Ό ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΕ *-Η^.; Ιη^,^μΐνι; «Ιτ.5 « Ιι«-
,.ίζ^,.'.; ι'ίτί, «».*.ΐι'»». — Κχλτ,νϋχτα, τήγαινΐ νέ κοιμτ,θή;.
Ό κ. Ιωάννης Μαθιμαληε μ."*·.; ?ΐ.;ι.τίζ»> ι τ·; >.«ί·Τι»;. —
Καλήν νύκτα....
Ό κ. ΙΙατεριαδηε ~·««.λ·.κ. ΐι« -μ; ?χ«ί·ΐ·»-—«■".· ΐ·ι·'"«» ·""
*.$ .;■» δ?£»μ« ·»-·■:.}. -.·.*■ — Είνε ίαολογουμέ»ως ή ωραιοτέρα τοϋ
νοροΰ κχ'ι δέν άιΐορώ ότι τοΰ έκαμεν εντύπωσιν. Τώρα αυτόν τβν
χορβν ήαττοροϋσε νά τό» χορέψη ιιΐζή τιυ. ... τίς ή άνάγχτι
ΐ66
νά τόν δώση είς τόν κ. Δρέλλιαν, ό οποίος Δρελλιας πρεπει να
τής λέγη πράγαατα πολΰ δυσάρεστα, διότι την κάμνει^ και βυμβ-
νει Πολυ αυθάδη; νέος είνε αΰτός ό Δρελλιας, κακα έκαμε να
χορέψη *αζή τού.... Ό, ώ, κάτι τοϋ είπε τωρα και ϊυτος
Εθίγει 'τά αάτ·.α τού καί κοκκινίζει .. κατεβαζει ^κεφαλι
-ου κάτω .' . θά τόν "έβαλεν είς την θέσιν τού, διότι αυτος δεν
τή, άποτείνει πλέον τόν λόγον . . - Εύγε, Φιφίτσα υ.ου !. ■ ■
"Α, νά καί ή γυναΓκά μου είς τό μπράτσο αυτού του_ νεου - ·
Τί εύγαρΐστηΐλένη ποϋ φαίνεται. . . πετα από την χαράν της._·;
καί αυτος είνε τόσον γελαστός !. · . νά τα ετελείωσεν ηγυναικα
μου;...αυτβ θά είνε λαμπρόν. . . Πρέπεικατι να είπαν
διότι δέν έξηγεϊται άλλέως αύτη ή χαρά καί των δυο·; · · και
ίρνετβ μέ τόσην δυσαρέσκειαν ή καϋμένη «(«««:™;Λ
Είνε ποοαίσθημα, δτι κάτι κακόν θά τής συμβή και οεν ηδελε να
Ιλθη.. ' · μόλ'ις την κατέπεισα πρός χάριν τής Φιφιτσας. . · ·
Τώρα αύτήή ν.ρα της.... ά, βεβαίως χατι τρε/ει εδω·..·
'Ά,έτελείωσε χαί ή καδρίλλια. . . · ή Φ·φίτ.« αρνειτα. ν.
πάρη τό μπράτσον τοθ Δρέλλια, τον χαιρετα ψυχρα, τού γυρ-
ζει τής πλάταις.... (ΐε βλέπει.... ϊρχ«ται εδω . ·
Φιφιτσα Λ,^« τί, _> ,,,-Εΐδες «ϋβενα^ν,^'
νά σέ πάγω. Τί σοϋ συνέβη μέ τ'ον Δρέλλιαν ;
Φιφιτσα ^,^μ..,;._Ά, είνε ενας αύθάδης πρωτης τάξεως. _
Ό Κ. ΙΐΑΤΕΡΐΑΔΗΣ.-Καλά τό ένόησα εγω' τι «υ έλεγεν ,
Φιφιτσα. —Άνοησίαις διά τ'ον κύριον Παλαιολόγον.
Ό κ. ΙΙατεριαδηε. —Ποίον Παλαιολόγον ^
Φιφιτσα, Αυτόν τόν κύριον ττοϋ είνε μέ την ^*Ρ*- ^
Ό κ. ΙΙατεριαδησ »'»»«.»ε5 ?:«■.»■- »λ«-.«^- Παλαιο
αΰτός είνε Παλαιολόγος ; ·ϊ«.,«ν·
Φιφιτσα 4^;. —Ναί, μπαμττά, σοθ φαίνεται παραζε/ον ,^
Ή κυρια ΠλΤΕριαδου, ν,τ.; --,-«..- ί5[·.*-,μ»η ίΐ: Τ'τΓχο-
„, 8^., ν,·,___Ό κ. Παλαιολόγος δέν Ιχει νταμαν δ.α
τιλλιόν καί θά καθήση κοντά σου. , „»„»
ΦϊφϊΤΣΑ ,,^-Μά οίτ' έγώ δέν ϊχωχαβ.λ.ερσν,ί-μ.α,
δ=ν τό εδωσα καθόλου, ώστε πώς θά γείνη ; _ .
Ή κυρια Πατεριαδου ,.ίο.,... —ΑΓ, μα τοτε λαμπρ ····
τΌ χορεύετε μαζή----- ,ήίτεί£ τόν κύριον
Φιφιτσα. _ Μοϋ φαίνεται, ( μαμα, ότι Βιϊβετεις Μν^ύ/
Παλαιολόγον γωρίς νά τόν έρωτήσης καί αν θέλη να χ ?
Ό Ξανθοσ Νεοσ ·:„..! ι,,.,.-, —"Ω, οεσιτο.ν,ς.· ■-^^
Ό νεοσ Δρελλιας ι, τβ «Λι»·!* »«τ«6?«/.·ιΐων -ΐ?"^λ'' ■"ί'ί
167
«»; {ι««ι««ί,Λΐν>«ιητί,; ί./τ; «;·»; ι,*,*..!!». — "Ωοτε ϊχιι μεγάλην
περιουσίαν ;
Ό γέρων Σκαφαρεντζοε . — Δϋο έκατοαμύρια του¬
λάχιστον.
Ό νεοε Δρελλιαε. — Καί χάθηται είς τό ξενοδοχείον τής
Μεγάλης Βρεττανίας ;
Ό ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ.—Ναί.
Ό νεοε Δρελλιαε {«»·.> τ« μιχ*. —Διάβολε!...
Ό γέρων Σκαφαρεντζοε. — Τί εχεις ;
Ό νεοε Δρελλιλε. — "Εχαμα μίαν άνοΊΤ|σίαν... .
Ό γέρων Σκαφαρεντζοε. — Μίαν μόνον ;
Ό νεοε Δρελλιαε. — Μέ την Ιδέαν ότι είνε χζνένας ύπάλ-
ληλος έιχποοιχοΰ χατζστήματος τής άράδιασα τόν άναδαλλόιιενον
δι" αύτόκ.
Ό γέρων Σκαφαρεντζοε. — Τί χάθεσαι χαΐ λές ; 'θμο-
γενής σωστός, πλούσιος χαί άπό μεγάλην οικογένειαν. . . . άφοϋ
εφχγα μζζή τού. . . "Επειτα τί ΰπάλλτ,λος ; ιΐώς ημπορεί νά
ύπίλληλο; έμποριχοΰ χαταστήματος έδω ;
Ό νεοε Δρελλιαε. — Δέν ημπορεί ; ποίος τό λέγει ; άμα
εχει δέχα δραχμάς νά πετάνη έρχεται χα'ι παρζέρχεταΐ' ποίος
Οά τόν ένποδισ-») ; δ νορό; δεν γίνετζι διά τοΰς πτωχούς ; χαί
οποίος θέλει δέν ημπορεί νά ϊλίήσν-, ; Νά, αΰτός έχεΐ μέσζ ποϋ
ομιλεί αέ αυτόν τόν κύριον χοντά είς την χολώνχ είνε ύχίλλη-
λος κζταστήματος, τό οποίον πωλεί τσόχαις, χαί 6 άλλ« έχεΐ
χάτω ιιε τα γενάχια, έχείνο; δ νόστιμο; ποΰ ίτήχωσε την 8εν-
τάλιΐ έχείνης τή; χυρίας χ' έχείνος είνε γραφεΰς ή μάλλον χλτ(-
τήρ ενός πραχτορείου ασφζλιστιχής έταιρίας. Τί θέλει; όαωΐ
χαϊ πηγαΐνεις μζχρυά : αύτός ποΰ περνζ τταρεχει δέν ειν* 4 υιός
τοθ Τρίγχου τοΰ μπαχάλ·»; ;
Ό γέρων Σκαφαρεντζοε. —Γ, χαί τί τής ίλεγες ;
Ό νεοε Δρελλιαε. — Τή; ελεγα ότι άφοΰ δέν τής τόν
έσύστησε χζνείς δέν επρεπε νά χζθτ,τζι τόσην ώραν μζζή τού,
διότι ενδεχόμενον νά είνε χαί χανένας βαγααιιόντες.
Ό ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΧΤΖΟΕ ;χ, -τ.., .:.·.,;.— ΒλϊχΖ ! . . . Ϋ^α-
πορείς νά χζατ,ς ποτέ σου σωστόν κρζγμα; Κύτταξέ τον άν έχη
άέρα βζγΖ(/ιτΐόντΤ|...
Ό νεοε Δρελλιασ ί..;,.·,;, «;τ»> !■« -τ·.;;. ..ι»- , — ΠοΟ είνε ;
Ό γέρων Σκαφαρεντζοε.— Νά, έχεί αέσα ■ . ίίΜ τοΰς
Βλέχεις χαί τοΰ; τέσιαρα;, τόν Πατεριζδη, την γυνζίχά τού, τή»
χόρτ,ν τού, χζί αυτόν ;
Ό νεοε Δρελλιαε. —"Α, νζί, νϊί-----
Ό γέρων Σκαφαρεντζοσ. — Σοϋ φαίνεται νά Ιχϊ) άέρα
βχγαμπόντη ; Κύτταξε, κύτταξε. . . πώς έχαιρετίσθησαν μέ τόν
γάλλον τόν ναύαρχον, όστις επέρασεν άπό κοντά των ; Κύτταςε
•πώς τον χαιρετοϋν οί ύπασπταταί τοϋ Ναυάρχου . . .
Ό νεοσ Δρελλιασ. — Ό ναύαρχος στρέφει καί τόν παρα-
ίρεΓ '
ίρ
Ό γέρων Σκαφαρεντζοε. — ΌμΐλεΓ μέ τοίΐί ΐη
τού ... τόν ποφαττ}ρβΟν χαί αύτοι · - -
Ό νεοσ Δτεαλιαε. — *Άχ, ηλθαν έκεΓνοι κ' εστάθησαν
εκεί χάτω' δέν ήμποροΰμεν πλέον νά Ιδούμεν τιπότε....
Ό γέρων Σκαφαρεντζοσ. — Καί αΰτος δ άνθρωπος τον
οποίον χαιρετοί ετσι δ γάλλος ό ναύαρνος σοϋ ψαίνεται βαγαμ-
πόντης έσένα ;
Ό ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΑΙΑΣ ξίων τήί «ψ«)ιήν τού *α> 4πομ«»Γ»ν τ» μίτ»ιτ·» το»
— Διάβολε !... εκαμα μεγάλην άνοησίαν καί πρέπει νά εϋρω
τρόπον νά διορθώσω τ'ο πράγμα....
^ Ό ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ ποο»ΤίΡων τ»/ ρΡαχίίνα τού τί; Φι?ίτ»«. — Θέλετε
νά καθήσωμεν ;
Φιφιτσα. — Ναί, διότι δπου καί άν είνε θ' αρχίση το κο-
τιλλιόν.
Ό ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ «>·»«^νόιι:νο; «οο; τ'ο 4νατολιχο» τί; ·>»οί«ΐ|; !"'?»;
— Νά, έκεί είνε δύο καθίσματα. . . . "Ας καθήσωμεν έδω. ■ · ·
Φιφιτσα ««ιΐημέ», —Καί άν είνε ιτιασμένα ;
Ό Ξανθοσ Νεοσ ί9ί..;π?ό«ΐΐί·,-. — Πώς θά είνε πιασμένα ;
Φιφιτσα — Ξεύρω κ'έγώ ; τ
Ό Ξανθοσ Νεοσ. — 'Λφοϋ είνε κενά , θά είπη πώ; είνε
εις την διάθεσιν μας.
ΦΐΦΙΤΣΑ. — "Ο/Ι πάνΤΟΤε . . . [Παοατηροίσα τού; ΐόία; τοί αΛί·»1
Κυττάξετε άν είνε τα πόίια των δεαένα μέ κχνένα μϊνδήλι ;
ΌΞανθοσ Νεοσ ο>τ,;««οετ#,Ρη,,'«« «.το;.—Ναί, είνεδειχένα,
μα τί εχει νά κάμγ) αύτό ;
Φιφιτσα μ,,ί.ΐτά. — Αΰτο σηααίνει ότι τα κατέλαβον άλλοι
κα'ι πρέπει νά φεύγωμεν.
Ό Ξανθοσ Νεοσ »,,,«,, ηλ,ίίω,.—"Α, αύτό σημαίνει !
ΦΐΦΙΤΣΑ, τ,τι; ίψ'.ϋ π.ο,ηγαγ, τί ρ'Μ>|ΐατης π:ρι; τί(; «'βο^ΐιιί ίτοι|»«ί««'»«
ίγ,οβΛ — Καί τα βλέπω όλα πιασμένα, ώστε πρέπει νά φροντί¬
σωμεν να εύρωμεν μόνοι μαί.
Ό ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ ?λ.™, τη, «ιντ,τ» τί,· Φιφιτ»«; »«1 δ« νιΐματο; τί;
ζ«·?»ί ΐμποί·ζ», «ι— .α ίγι?9ί.— Καθήσατε, σϊς παρακαλώ, πηγαινω
να τα φροντίσω.
Φιφιτσα, ϊ,,; χ.,η,.χ,Μ,,,, .5τ>, «,« „; ?λ=>μ«.5. — Περίεργον !
169
Φαίνετχι εί; την Ευρώπην δέν δένουν τής χαρέχλαις των οί άν-
θρωποι είς τό χοτιλλιόν.
Ό ΝΕΟΕ ΔΡΕΛΛΙΛΕ τ,τ*',*; -.,,. Φι,Ιν». «· ««·>.1/.ι>»; γ.?' .1τ*
-- Κυριχ Φιφίτσα , θά μοϋ έπιτρέψΐτι νά σάς ζητήβω συγ¬
γνώμην ;
Φιφιτσα ·}»χ?»;. — Δέν εχω νά σάς έπιτρέψω τί·*β—, χώβιι
Δρέλλιχ.
Ό νεοε Δρελλιλε ;«ιτ.»ιι.5:. — Σάς ιτχραχαλώ. χυρί» Φι-
φίτσα, μην είσθε τότον θυαωαένη μχζή μου . . ίγώ σάΐ τα
έλεγον αστειευό'χενος.
Φιφιτεα ί.α »-.»,; ΐκ,τι^Λΐ»*.; · — Όφείλετε να δαολογήσετε
όαως ότι αί άστειότητές σας δέν γ,σχν χχθόλου χχθώς πρέπει.
Ό νεοσ Δρελλιαε. — Όαολδγώ ό,τι Οέλετε, χυρίχ Φιφί-
τσα, άρχεί νά μέ συγχωρήσετι. . . Ήξεύρετε πώς οίρίσχεται
χχαμιά φορά 6 άνθρωπος . . . /ωρίς νά βέλτ) λέγει χρζγμχτα,
τα 6ποΓχ οδτε χάν σχέπτετχι. . .
Φιφιτεα ι-.,,.μί.τ. ^^,,α>- — "Εχετε μίαν μχνίχν σεΓς οί νέοι
των "Αθηνών. . άσυγ/ώρητον. . Χω;ΐς νά γνωρίζετε έναν
άνθρωπον, /ωρίς νά τού έαιλήσετε χάν, εν_ετε την μχνίχν νά
τό" χατηγορήτε χα'ι νά προσπαθήτι νά τόν διχβάλλετε ώ; τον
/ειρότερον τυχο8ιώχτην . .
' Ό μεοε ΔρελλΙλΕ !.«.·.»;«·,. — *'·/.«τ» ίίχχιον, χυρία
Φιφίτσα, σάς ζτ,τώ συγγνώμην, τί άλλο θέλετε ;
Φιφιτια, ν.,,;ι«,.ί,ι, ,.,. τ,. — Πρώτον γνωρίζετε ποίος είνε
αΰτός δ άνθρωπος τον δποΓον έζητήσχτε νά έςευτελίσετε είς τα
όαματά αΐν ',
Ό νεοε Δρελλιασ. — Ό/ι, χυρίχ Φιφίτσα, άλλά έμαθον
ιΐίρί (χϋτοΰ, ότι είνε άπΐ μεγάλην οικογένειαν, χα'ι επειτχ είδχ
•πώς τόν έ/αιρέτιτεν ό γάλλος ό νχύχργοή, όταν ώαιλούαατε
μαζή. . . . Καί άν μοί εαεινε χαα;χίχ άΐχφιβολίχ 5έ» μοΰ αένει
ιτλέον άφοϋ τόν ύπερασπίζετε σεΓς , τόσο·-· έχθύ;χο>ς ■ · · Πώς
όνβΐχάζΐται ;
Φιφιτεα ;..,,.=..«,- — Παλαιολόγος.
Ό ΝΕοε Δρελλιαε «..«.»;»»* μ^τ,μ,. — Παλαιολόγος ; Πα¬
λαιολόγος ; ό αδελφάς ,αου ό μεγάλος εί/εν ίνα ^ συααχβητήν
Παλαιολόγον άπό -:ήν Σ;ριφον- . . · αήπως είνε άπό την Σέ-
ριφον ; , , , , .
Φιφιτεα ^,,=?,ι^»ν — "Ο/ι, χύριε Δρέλλιχ, είνε χπο την
Κωνσταντινούπολιν ... οί Παλχιολόγοι χΐτάγίνται όλοι αιτό
ττ.ν Κωνσ-αντΐ',ούιτολιν.
170
Ό νεοσ Δρελλιασ Ιΐο^.ιίιΐν.ΐοο,/ιχί,.—Μήπως είνε άπό την·
αΰτοχρατορικήν οικογένειαν των Παλαιολόγων ;
Φιφιτσα τοιζ«υ«α τ«ς λ·ϊιι; «.-ι»,. —Μάλιστα χαϊ κατ' ευθεΓαν-
γραμμήν.
Ό ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ χα-ατ- λλω* τϊ» μίιίια^α το-ι Γκρα-τ^/σα. ~ιν οο-
β«?οτητ« ί?, Φιφιισαί —Άλλ' αΰτός είνε λαμπράς άνθρωπος. . · . και
λέγουν ότι εχει καΐ δύο έχατομμυρίων περιουσίαν.
Φιφιτσα σ,.ίο/ίν ΐγα,αχτ/σιΐ — Κύριε Δρέλλια , δέν έφρόντισχ
νά μάθω τί εχει .
Ό ΝΕΟΣ Δρελλιασ ί.·^* ι.ίί,.·—Νά σάς είπω ενα πράγμ-α,
κυρία Φιφίτσα , καί σάς παρακαλώ νά μέ πιστεύσετε , διότι
το λέγω μέ όλην μου την καρδίαν. . . . Ευχομα: νά σας αγα¬
πήση, διότι τέτοιον άνθρωπον άξίζετε. . . .
Φιφιτσα ίΐυ9}ΐί5ΐ!ΐ — Κύριε Δρέλλια, σάς παρακαλώ
Ό νεοσ Δρελλιασ —Δ'ατί κονχινίζε-.ε ; μήπως σάς άγαπα.
ηδη ; "Ω, άλλ' αύτό είνε λαμπρόν, θαυμάσιον "Ω, σάς όρχ-ίζο-
μαι εις δ,τι εχω Ίερώτερον επί τοϋ χόσμου τςύτου , ότι αύτην
ΤΓ|ν τύχην την άξίζετε . . Νά τος έρχεται . · Τί μεγαλο¬
πρέπειαν ποϋ εχει. . . συστήσατέ με, σάς παρακαλώ . -
Ό ΞλΝΘΟΕ ΝΕΟΣ Γ?'σΐ5/ομι,_; ι, |»ιγισ-τ σ-ι,ο/ι.ρια — Δέν '?ΐδΐΙ-
νήθην -νά. εΰρω οίίτε εν. . .
Φιφπε ->ι·.^-.ϊ —Δέν ηΰρατε ;
Ό Ξανθοσ Νεοι: 4γ,λ-,-,ο;, — Τίποτε
Ό ΝΕΟΣ ΔΡΕΛΛΙΑΣ Ι ι .,,ιι,ι. η 4 α νυ^α-ο, τ.ο,οϊίαλχί. ίηοοωνυι»/
■«υ, .ογο^, -·>.> ·—Συστήσατέ χι
Φιφιτσα —Νά σάς συστήσω τόν κύριον Δρέλλιαν. . .
Ό ΝΕΟΣ ΔρελλΙασ ;-,,Λ ,ω, ίοιίιω, —Κύρΐέ μου. . . .
Φιφιτσα —Ό κύριος Κωνσταντίνος Παλαιολόγος.
Ό ΞΑΝΘΟΣ ΝΕΟΣ ^,,ζ,,,ί ,,«=?«, -,;,.„,?, ,„««;«« !«».ς
Ό νεοσ Δρελισ ί, ,,.,„ -ο :4^.*ΐ5ν οπ«? χ«-ί/.ι-ε -- Καθήσατε,
παραχαλώ
Ό Ξνθοσ Νεοσ ΐο.ο^ι.., 4 .«={',; τί, »!=«/?, ,.„«,., — Σάς
εΰχαριστώ, πρέττει νά εΰρω καθίσματα διά τόν εγκυχλον
Ό νεοσ Δρηλλιασ —Πώς ; δέν εχετε ,
Ό Ξνθοσ Νεοσ ;-;. τ», ·^, α«ϊ?α,, —Δυστυχώς δέν έφρόν-
τισα νά δέσω χ' έγώ τό ρινομαχτρόν μου, όπως ΐρα'νεται είνε ή
συνήθει», χαι....
Ό νεοϊ Δρελλιασ ιΐο-ίυΛ»,. —7Α, μά σάς παραχαλώ τότε
νά πάρετε τα ίοιχά μου χαθίσματα . . Κάπου έδω τα εΐ/α δέ-
σει.. . . ποϋ είνε ; ποϋ είνε ; . . . ΑΓ, μά είνε άχριβώ; αΰτά έδω
ποϋ κάθησθε....
Φιφιτσα ΐ·9ΐ/«?ι;· — Είνε 'ιδιχά σας ;
Ό κεοσ Δρελλιασ, 5·τι; ιυ4«5 ίλκ»· τ» ^α.ίΓ,ί.-./ «;«;.— Βεβαίως·
ιδού καί τί) μανδήλί μου. [Π..1»;.» ν, ;{„%■-,·, τλ Ξανίο ιω] Καθή-
σατε,σας παραχαλώ, κύριε ΠαλθΊθλόγε.
Φιφιτσα. — Καί σεϊς ;
Ό ΝΕθε Δρελλιασ:.- 'Εγώ θά εΰρω, χυρία Φιφίτσα, μή
σας μέλ>) .. . καί επί τέλους άν δέν ίΰρω, δέν θά χορεύσω ....
μικρόν τό κακόν. .. Καθήσατε, παραχαλώ, κύριε Παλιχω-
λόγε.. . . Θά μέ ύποχρεώσετε
Ό Ξανθοσ Ν'εοσ: ,.^ι,·!», ;«=}£; »α· **%τΜ...; ι,. -..,; α*,.,^ „,-
ί Μ./αηΙΠαΆαιι/,ήο; όιι 1»0;ονι>. -.'■· '!»»",. ι»»«ί ν. --- Σ5 ΰ
κύριε....
Ό ΝΕΟΣ ΔρΕΛΛΙΑΣ ^··! ·»- »«■ »}■·= »; τρ.; τ»,» Φ·?-.»«ν. — Τώρα,
κυρίχ Φιφίτσα, ιΐιστεύετε είς την ειλικρίνειάν των λόγων μου ;
Φιφιτεα 5ι·...*« «ΐτώ -. /"?« — Ναί.
Ό νεοσ Δρελλιασ «: -·./ η. ,ιΐ;· τ(,- Φι::«. — Περασι/,ένα
^εχασμένα.
Φιφιτσα «1*1™».. — Σας εΰχαρίστώ πολύ.
Ό νεοσ ΔρΕΛΛΙΑΣ ;:»-,, ττ,. =«,,»... — "Εμέ μέ συγ^ωρεϊτε,
πρέπει νά φροντίσω διά τα καβίσματά μου.... διότι Βλέπω
ότι θ' άρνίσγι τό κοτιλλιόν. [βι 5ων τη. ,■>}«-·.;ϊα.ί-.-· ν..,] Κύριέ
μου, νχίρω πολί» ότι έλαβον την τιμήν να σάς γνω:ίσω ....
Ό Ξανθοσ Νεοε >,, .,„>.>·; ίΑΐ=ί,-,,·—Έπίστ,ς, χύριε . .
Ό κ. Πατεριαδηε ·«·.»-.. :-. τ4ν 4? ,τί}., ι}μ; ... -,, ,,*.. .-.,,.
ί'·
ίΐ.ί,ν-.; .·;--..»-.,. — Μπρέ
γυναΓχα, ελα, 'πές μου πώς τα έχατάφίρες!. . .
Ή κυρια Πατεριαδου *>;ι/«?λ;. — Είς τόν Σχαφαρέντζον
τό χρεωστώ χαί αύτό.
Ό κ. Πατεριαδηε. — Πώς ;
Ή κ. Πατεριαδου. — Νά Ιδής «ώς.
Ό κ. Πατεριαδησ.— Λαμπράς άνθρωπος αΰτό: δ Σχαφα-
ρέντζος, δέν ήζεύρεις τί εΰγνωαοσύντ,ν τοϋ ε/ω .... διότι άν δέν
γ,τον αύτός νά σοϋ εΊτττ^ ότι εφαγεν εις τό ίδιον ξενοδοχείον,
ήμεΓς οίίτε εβτ,σιν θά είχαμεν τοΰ ττράγαατος κα'ι θά έχάννμεν
την περίστασιν .... θα την ε/άναμεν ! . . . Τί λααπρός άνθρω-
πος αΰτός ό Σχαφαρέντζος' . . .
Ή κ. Πατεριαδου. — Λοιιΐόν αΰτός εργεται τρεχάτος χαί
μοϋ λέγει ότι τοΰς εΰρεν είς τό περιβόλι χα'ι ωμιλούσαν. "Ετυχε
νά ζητήση ή Φιφίτσα ολίγον νΐρόν χα'; Ό Κ «νσταντΓ-ος :-----*.-.«-
σιν πουλί ν* τϊ,ς τό φέρτ). Ότοίν εα.βινε>όνο; ό Σκαφαρέντζος
•ί,οχιιε νά τής λέγη τί πρέπει νά κάμγι, άλλ' ή Φιφίτσα καθώς
την ξέρεις μέ τ ν ν ψ^ί ""& τΊΊ ^τΊ ΐ'ελε νά προέλθη τό πράγ«.α
άπ' αυτόν, ^βελε μέ αξιοπρέπειαν, έλεγεν.. . .
Ό κ. Πατεριαδησ 4»σ«,«η,τ»-. —Άξΐοπρέπεια!.. . είς αύτάς
τα; περιστάσεις ποίος προσέχει είς την αξιοπρέπειαν !. . .
Ή κ. Πατεριαδοττ. — Αύτό λέγω κ' έγώ.
') κ. Πατεριαδηε. — Λοιπόν ;
Ή κ. Πατεριαδου. — "Ερχεται τότε χαί μοϋ λέγει ότι
πρέπει ν' άναλάβω έγώ την υπόθεσιν, διότι ή Φιαίτσα δέν θα
ϊχαμνε τίποτε, καί νά πάρω τό πράγμα έξ έφόδΌυ.
Ό Κ. ΠαΤΕΡΙΑΔΗΣ: ί7.«" »*"Ι""&:»*; «■•ι"1: ϊνιχα τ*;,-χαρϊ;.—"Εφθ-
8ος ! ■ .. ή εφοδος είνε τό καλλίτερον πράγμα
Ή κ. Πατεριαδου. —'Εννοεϊς ότι έγώ χατέστρωσα τό σχε¬
διον αου άαέσως.... Πηγαίνομεν, τόν ευρίσκομεν, τόν παίρνω
μπράτσο, άφίνοΐλεν τόν Σκαφαρέντζον καϊ μία, δύο εισέρχομαι
■είς τό βέαα.
Ο Κ. ΙΙΑΤΕΡΙΑΔΗΕ ίχων πάντ'.ΤΕ τ»ί 9πατμκι4ιχά; αΰτο'3 χινήβει;·
Λαμπρά, ώραΓα!. . . είς αυτάς τάί περιστάτει; δέν πρέπει να
χάνγι χανείς καιρόν.
'Η κ. Πατεριαδου. — ΈννοεΓς ότι α' έβοήθτ,σεν ολίγον
χα'ι ή τύνη, διότι έχεϊνο τό πέσιμον τής Φιφίτσας είς την σκά¬
λαν χαί ή γληγοράδΐ τού νά την άρπάξγ) 'ς τα χέρια τού ήσαν
■τα κυριώτερα μου όπλα .... Κανόνια πρώτης τάξεως. . "Αρμ-
στρογκ !. .Μ αΰτά τόν εχααα θρύμιχατα- . . διότι έγώ εκαμα
πώ; 8εν ήξεύρω οδτε ποίος είνε, ουτε άπό ποΰ έρχεται, ουτε τί
κάμνει, ουτε άν εχ7| ·η δέν ΐγτ^ περιουσίαν, ουτε τίποτε. .·
Αυτός μοϋ εΐπε τό όνοαά τού χαί ηθέλησε νά μοϋ εξηγήση· · · ■
Ό κ. Πατεριαδησ ί»ί™».ω4α,;. — Παλαιολόγος ! . . καλέ,
φαντάζεσαι ότι πραγματοποιοϋνται τα ονειρα τάς Φιφίτσας μα;
ΐΓοϋ ηθελε νά πάρϊ] άνθρωπον πλούσιον, ώραΓον, μέ μεγάλο
■ονομ-'.. . .. καί σΰ την περιγελοϋσες πάντοτε. . .
'Η κ. Πατεριαδου — Μά ποϋ νά φαντασθώ, ποϋ νά ραν-
τασθώ αύτην την τύχην . . . "Επειτα άπό τό μασχαραλίκι ποϋ
επάθααεν είς την Ζάχυ-.βον αέ εκείνον τόν Καλόφωνον.. .
Ό κ. Πατεριαδηε .«τ.«·>» ~,«τ^,. — Άληθεια , έξωδεύ-
■σαμεν τόσα /ρήιχατα άδικα των άδίκων χα'ι έπέσαμεν εί; Ινα
-εφημεριδοπώλην....
ΊΙ κ. Πατεριαδου. — Εΰτυ/ώς ποΰ τό ένόησε χαί μό-
νητης-----
Ό κ. Ήατεριαδηε.— Ένω αϋτός είνε όμογενής, πλούΐΐος...
Ή κ. Πατεριαδου. —Καί Παλαιολόγβς !.. . μικρόν πράγμχ
τό εχεις Παλαιολόγος ;
Ό κ. Πατεριαδηε. — Ε^Λ,ε μεγαλειτέρον άπο τό Καλό-
φωνος ;
Ή κ. Πατεριαδου. — Τί λές τώρα ; είσαι μέ τί ^ωστά
σου ; "Εχομεν καΐ άρχαιότερβν 5νοαα άπό τό Π*λαιολόγος ;
Ό κ. Πατεριαδηε. — Δέν εχομεν, αι" ; Δέν.ήξεύρω, τί>
Καλάφωνο; μοϋ δρεζεν φ!ι; ο.ουια, ο^ι ώ; άρχαιότης, άλλά χαί
τό Παλαιολόγο; δέν είνε κακόν, γεμιζει το στόμα". Φαντάσου νά
χατάγεται καΐ άπό τους παλαιούς Παλαολόγους. . . .
Ή κ. Πατεριλδου. — Αΰτά θά τα εύρη μόνη της ή Φι-
φίτσα . . . χαί να ϊδγ,ς ότι «ύτός θά είνε απ' έχείνους.
Ό κ. Πατεριαδηε. — Μή μ έ τρελαίν7)ς, γυναΓχα!· . . ΚαΙ
τί ώραϊος άνθρωπο; αί; δέν είνε ώραΓος ;
Ή κ. Πατεριαδοϊ . — Πλάσμα ! .
Ό κ. Πατεριαδηε. — Μόνον έχείνη ή μύτη τού ποΰ είνε
ολίγον χονδρή , χαϊ τα αάτιχ τού ποϋ ■πετάγο-ται τΐολΰ βζω,
χ' έχείναις πιτσΐλάδες τ.οϋ εχει
ΊΙ κ. Πατεριαδου ίυσ«»/ΐτ·«««. — Οδ, χαϋμένε κιί σύ, τή
μύτη τοΐί ηύρβς τώρα νά τού κατηγορήση ;
Ό κ. Πατεριαδηε. — "ΟχΊ λέγω, δηλαδή- . .
Ή κ. Πατεριαδου. — Έτσ: θά την «ίχιν δλοι οί Πα-
λαιοΐόγοι . .
Ό κ. Πατεριαδησ. — "Α, σάν την εί/ανετσι. . ·
Ή κ. ΠατεΡιαδου. — Αΰτό δέν τους εΐΛ.ιτοδισ6 νά είνε αϋ-
ΐοχράτορες τής Κωνσταντινουπόλεως.
Ό κ. Πατεριαδηε μ *»»«,«»{ ■« •.;>ρ«χτ.·>γ. τν 1>}« τ·>. — Αύ-
τοχράτορε;, αι" ;. . . Καΐ σίι δέν ηθελες .ά βλθ-^ς εις τϊν /ορίν,
διότι είνε; προαίσθημα, ότι 8ά σοϋ σομ69| χάτι τι πολίι δυσά¬
ρεστον . . .
Ή κ. Πατεριαδου.— Ναί, είδες, εΐδες ;· . ■ νά ποϋ έβγήχε.
σέ χαλό....
Ό κ. Πατεριαδηε μ,^.ζ». «.ρ.·^·»,"»-;. — Πίστβυε, λέγει,
επειτα είς τα προαισθηματα !. . .
Ή κ Πατεριαδου . — Μά ποϋ νά ύποβέσω έγώ τέτοιο
πρϊγμα ;
Ό κ. Πατεριαδηε. — Λοιιτόν τί ηθιλε νά σοϋ έξτ,γήΐϊ) ;
Ή κ. Πατεριαδου. — "Α, ναί, ηβελε νά μοϋ εξηγήση τ|
χάμνει, άλλ' έγώ δέν τόν άφησι νά αοΰ είπη τίποτε. ■ . . ^χαΐ
τα ερριξα δλα είς την αγάπην , είς την τρέλαν την οποίαν είχεν
ή Φιιρίτσα δ'.' αυτόν. Τΐΰ ειττα ότι ή εύγωμοσύνΐ, τΤ|ς δέν θά
παύση παρά μέ την τελευταίαν της πνοήν. ... ότι όταν τόν
είδεν επειτα είς την σάλαν τοϋ χοροΰ έλυπήθη ότι^ δέν έκτύπη
σε διά ν' αποθάνη τουλάχιστον είς τα χέρια τού . . .
Ό Κ. Πατεριαδησ 4ν««».ίΐΛν. — Ν' αποθάνη ;
Ή κ. Πατεριαδου. — "Ηθελα δηλαδή να τοϋ δώσω νά
έννοήση ότι ή Φιφίτσι μα; θά προετίμα τόν θάνατον μάλλον
παρά την ζωήν της χωρίς αυτόν.
Ό κ. Πατεριαδησ. — "Α, ναί βεβαίως, τώρα έννοώ.·..
Αύτό θά τοϋ έκαμεν εντύπωσιν. . .
Ή κ. Πατεριαδου. — Άν τοϋ έκαμεν ;... καλέ, μ' έκύτ-
ταζε καϊ δέν ήαποροϋσβ νά μέ πιστεύση....
Ό κ. Πατεριαδησ «χ.ίόν ίν5αχ?ο;. — Παίζεις ; Φιφίτσα εΐνϊ
αύτη !
'Η κ. Πατεριαδου.—Έπειτα δέν ήξεύρει; τί συνέβη όταν
ϊχόρευσε εις την αρχήν μαζή τού.
Ό κ. Πατεριαδηε. — Τί συνέβη ;
'Η Κ. Πατεριαδου. — 'Επειδή δέν τόν εγνώριζεν, όταν ετε¬
λείωσεν ό χορό; τόν άρησε μέσ' '; τή αέση χωρ'ις νά τόν χαΐ-
ρετίση σχεοόν.... ένω αΰτός ό καϋρένος εσκυψεν εω; κάτω δια
νά την ευχαριστήση.... Αύτό τό εϊδα μέ τα μάτια μου.... δέν
σοΰ τό εΐπα προτήτερα.... Πώς νά κολάσω λοιπόν τό πράγμα;
τοϋ λέγω τότε ότι εκείνην την στιγμήν τόσην α'ισθάνθηκε ζάλην
ή Φιφίτσα μας άπό την ώραιότητά τού καί την συμπάθειαν την
όποιαν ήρχισε νά έχη 8ι' αυτόν, ώστε έβιάσθη νά στρέψη διά νά
(*ή πέση χαί γείνη κανέν σκάνδαλον. . . .
Ό κ. Πατεριαδηε. — Τό έπίστευσε ;
Ή κ. Πατεριαδου. — Άκοΰς, λέγει, επίστευεν δ,τι τοϋ
ελεγα καί μ' έκύτταζε μέ ανοικτόν τό στόμα ...
Ό Κ. Παρεριαδησ. — Σάν χομκι,άτι γονδρόν ετσι άυ,έσωί
αμεσω;.... αλλ αφου το επίστευσεν....
Ό κ. Πατεριαδου. — "Επειτα ήλθαιχεν είς τό ζήτημα
τή; προικό;.
Ό κ. Πατεριαδηε. — Πώ; ; τοΰ ωμίλησε; χαί διά την
ιτροΓχα ;
Ή κ.^ Πατεριαδου. — Άμ' τί ; θ' άφινα έγώ νά ύποθέστ)
ότ: τό κάμνομεν διότι εχει χρήιιατα ;
Ό κ. Πατεριαδηε. — Μπρέ γυναϊκα, εσΰ εισαι λαμπρό;
'Η κ. Πατεριαδου. — Τοϋ είπα λοιπόν ότι ή Φιφίτσα μα;
Ιχει ογδοήντα νιλιάδε; δραχαά;....
Ό κ. ΙΙατεριαδηε 4ι>τ«(ί»τ.,;. — "Ωχ, χαϋμένη, γιατί νά είπη;
•ογδοήντα ;
Ή κ. ΙΙατεριλδου •■χΙ«,..,,!. — Μά τίσαις δέν εχει; σκοπόν
οιά τής δώσης ;
Ό Κ. ΠλΤΕΡΙΑΔΗΕ, οΥτ.νο; », ».«;.',«..« 1*τ·ί>««ι. — "Ι·"—ρετΤβ νά
ίίπγίς εκατόν.... είς αύτάς τάς περιστάσεις στρογγυλίύουν οί
ανθρωποι τοΰ; άριθμούς.
Ή κ. Πλτεριλδου ;»·.γ.ν ,.7,ιχυμί>Τι. — Μά....
Ό κ. Πλτεριαδηε. — Τής ογδοήντα τής εχω, βά ίϋρω καί
της άλλαις είκοσι, δέν έχάθ-ηκε 6 κόσαος. . .
' Ή κϊρια Πλτεριαδου. — ΑΓ, χαλά, δέν πειράζει, της δίδβις
την ήμιέραιν τοϋ γάμου.
Ό κ. Πατεριαδμε. — Ναί, μά 9ά ίκαΐχναν περισσοτέραν εν¬
τύπωσιν. ...
Ή κ. ΠλΤΕΠΛΔθϊ μιι)'.α·«. — Νά κάμουν εί: αυτόν εκτύπω¬
σιν ποϋ εχει τόσην περιουσίαν ; . . "Επρεπϊ νά εβλεπες πώ;
μ' έκύτταζεν εκείνην την ώραν.. . . πώς άνοιξε τα μάτιχ τού.. .
•κώς έχααογέλασεν, ώς νά μοΰ έλεγεν. ... τί νά την κάνω έγώ
αυτήν την πρέζαν. . . . ιγώ δέν πίνω τααπάχον. . . .
Ό Κ. Πατεριαδησ. — "Ωβτε σύ 9ά ώρισε; καί την ημέραν
τοϋ γάαου ;. . .
Ή κ. Πατεριαδοϊ. — "Α, ό*/τ . . . τοϋ ειιτα νά ελβτ; αυριον
είς τό σπίτι διά νά τα ε'ιποϋμεν καλλίτερα.
Ό κ. Πατγ?ιαδηε. — Καί βά ελθγ, ;
Ή κ. Πατεριαδοϊ. — Βεβαίως.
Ό κ. ΠλΐΕΡΐλΔΗΣ »«;« τ· ι.ή.-^.ί.— Τό σπίτι τό ήξεύρει καλά ;
Όδός Κλεομένους....
Ή κ. Παιεριαδου. —Άριθμός 473, τοϋ τα είπα όλα, μή σέ
μέλνι . . . θά ελθττ, νά προγευματίσωμιν καί επειτα βά τα ε'ι-
•ΤΓθΰμεν έν ίκτάσει.
Ό κ . Πατκριλδηε .:?■,.?ή;. — Φβντάσου ότι βϊ μϊς ί'ιπη
■ποίος είνε.... την -περιουσίαν τού . . . την βίσιν τού....
Ή Κ. ΠλΤΕΡΙΑΔυΥ ιιϊ,γγγ,}!»*·;. — Ημείς βά κάμωμεν ότι δέν
■ίίξεύρ'.μεν τίποτε . . . ε'πα χαϊ τής Φιφίτσας κρυφά χρυφά νά
κάμγι ότι δέν ήξεύρει τίποτ*. . . . χαί άπόψε αάλιστα ν' άποφύγ-Λ,
黣 κάθε τρόπον δαιλίχν περι τοϋ προσώπου τού....
Ό Κ. Πατεϊιαδηε «.ί./_«ίί»ηΡ'.;. — Καί θϊ τό κάατ, ή Φιφίτσα
^ιου. . είνε τόσον εξυπνη !.. .
Ή Κ. ΠαΤΕΡΙΔΟΥ «,.ν'·^'··.»'>·ι *>ι««·»>·ΐ- -■·■· /.«?·»'·' *Α'1* -■'.·■ ■
Όταν λοιπόν αύτός αυριον θά αϊς λέγγ^ πβρί τής π
τού ήαείς θά χά;χν«»αιν ότι δέν τόν πιστεύομεν. . . .
Ό κ. Πατεριαδησ τ,(ιχ*}ίστι·.ο,. — Έως ότου ν' αναγκασθη
•νά μάς φέρν) αποδείξει; ότι εί ε ύπίρπλοντος^ !. . ■ "Α, τί θαυ¬
μάσιον ! . . . "Αν, έχεΐνος ό Σχαφαρέντζος είνε λαμπρός άνθρω-
πος, λαμπράς, λαμπρός !.
Ό γορΌζ ετελείωσεν ό σιδηρόδρομος συ;ίζει έπα^ειληαμένως
καΐ πάντες εξέρχονται τοΰ ξενοδονειου τρεπόαενοι είς τόν σταθ¬
μόν. Ό Ξανθός Νέος, όστι; πετα εκ χαρας. ην μεταδίδει καί είς
την Φιφίτσαν, είνε τό αντικείμενον τής γενικής όμιλίας, διότι αν
καί ουδέν έκοινολογήθγ) πε:ί άρραβώνος , έν τούτοις ό κάσμος ε#ι
τίνων λόγω» τοΰ νέου Δρέλλιχ, εκ τίνων ήαιειχπιστευτικών φρα-
σεων τοΰ γέοοντος Σχχφχρέ τζου, εχ τής διχχεχυμένης γχρϊς
επί τοϋ προσώπ-υ τοϋ άνδρογύνου Πατεριάδου, χαί τέλος εκ τοΰ
ολβου, όστις εφαίνετο έχχειλίζων εις πασάν κίνησιν,είς ιτάν βλέμ-
μα, είς πάντα λόγον τοΰ Ξανθοΰ Νέου χαί Γ»ίς Φιφϊτσχς, ό χό-
σμο; όλος είχε σχΤ|αατίσίΐ την πεποίβησιν ότι τό πράγμα τγ^το
τετελεσμένον χαί την επομένην θ'ΐνηγγέλ/ετο επισήμως. Αί νέαι
χατά την εςοδον έ* τοΰ ξενοδοχείου συνωστίζοντο έν τω χήπψ
ίνα τοίις ΐδ ■ σι να διέλθωσι /, αί δέ μητέρες απέστρεφον τα ουιμϊτα
έκ φθάνου χαί μόλις συ»εΓ/ον την οργήν αυτών, διότι επί τέ-
λους ου~ί τό-.α-ί ώρϊία ι^ο, οΰτε 8-ιομ.α. γνωστόν εφερε", οδτε
είχεν άλλας /άριτας Ίδίαιτέρας ίνα χατακτήσϊ] ευθύς άμέσως την
καρδίαν τοϋ Ξϊνθοΰ Νέου, όστις ·ηλθε μόνον καί μόνον όπως
νυμφει/ϊϊ, την έντελεστέραν νέαν των Αθηνών.
— Ει'ες τύχην !. . ελεγε πολύσαρχός τις χυρία σύζυγος
εμπόροο τινός τής όδοΰ Α'ιό ου αποΐασίσασα νά εξοδεύση τό'-ΐ
/ρήαατα διά νά επιδείξη) την ωραίαν αυτής κόρην, επί τή μόνη
έλπίδι ότι θά ευρεθή δι' αυτήν χαλός γαμβρός, εϊδες τύχην το
κορίτιι τοΰ ΙΙατεριάδου !...
Καί αί ολίγαι κυρίαι τής ύψτ,λής τ-εριωπής, αΐτινες περιεκύ-
χλουν την άγνωστον κυρίαν έκίνουν την κεφαλήν σιγώσαι, καί
επέ· ευο" εις τοΰς λάγους αΰ ής ΑΊ θυγατέρες των ! . . . ηδύ¬
ναντο χά- νά συγχ;ιθώσι πρός την Φιφίτσαν ; χαί πώς θά κατε-
οί/οντο νά τάς συγκρίνωσι μέ τό κορίτσι τοΰ Πατεριάδου ;
"Αιχα δα !
Γοργοί, γοργοί εξήλθον πρώτοι τής βόρις τοΰ χήπου έν μέσω
τοϋ συνωστιζ',Μ,έ'Όυ κόσμου ό Ξανθος Νέος υπό τόν βραχίονά τού
κρατ.Τ,ν την Φιφίτσαν, ήτις προσεπάθει ν' άποκρύψ1/) την ευδαι¬
μονίαν της νεύουσα κάτω καί προσχολλωμένη μεθ' 5σ·ης ηδύνατο
δυνάμεως επί τής πλευράς τοϋ συνοδοΰ αυτής. Κατόπιν ήρχετο
άσθμαΓνον καί προσ-ταΐον επί των λίθων ένεκα τοϋ σχότους τό
άνδρόγονον Πατεριάδου, όπερ έχαιρέτιζε τοίς πάντας μετ" άνεκ-
Κ Κ
ι
φράστου αγαλλιάσεως ώς νά ελεγε ι ο Σκάστε, σχάστε, τόν έπή-
ραμεν ! » Τέλος ό γέρων Σκαφαρέντζος έρειδόμενος επ! τοϋ
βραχίονος τοϋ νέου Δρέλλια ταχύνων τό βήμά τού μετά με-
γαλου κόπου, ίνα μη τοΰς χάσγ;. καί αφηγούμενος είς τόν
σύνοδον αΰτοΰ διά φωνής, ήτις ήτο μάλλον γεγωνυΐα, την όλην
υπόθεσιν άπ' »ρχής , πώς συνήντησε τόν Ξανθόν Νέον έν τώ
ξενοδοχείω τής Μεγάλης Βρεττανίας, πώς ένόησε κατά τόν χορόν
την συμπάθειαν οώτοϋ προ; την Φιφίτσαν, τί εσκέφθη άμέσως,
τί διενήργησε ιιετά ταυτα κα'ι ότι εθεώρει τό άποτέλεσμα τής
πράξεως τού ταύτης πολν ανώτερον παρά εάν εκαμνε δέκα
ιτραΐεις χρηματιστικας καί επώλει δέχα Λαύρεια διά ν' αγοράση
δέκα έκατομμύρια Κωπαιδας !
Έν τω σιδηροδρόμω εύρε θέσιν ό χόσμος δλος,εύτυχώς δέ καί
οί έξ ούτοι κατώρθωσαν νά τοποθετηθώσιν έν έν! ήμιδιαμερίσιχατι
βχγον'ιον πρώτης θέσεως, όπερ εϊχε καί εξώστην. Τό έτερον ήμι-
διαμέρισμα ήτο κατειλημμένον παρ' άλλων, έν οίς καί ό κ
Ιωάννης Μαθιμιάλης νήίυαον κοιυ,ώμενος ύπνον χαί ουδέν έννοτι-
ιτας, ώς δικαίως ελεγε, κατά την εισβολήν των έπιβατών. Εκοι¬
μάτο εν τινΐ γωνία την κεφαλήν έρείδων επί της άριστεράς
νειΐός, ήτις είχεν ώς άντέρεΐσμα τό γεΓσον τοϋ έδράσματος, περι-
τετυλιγμένος έν τω έπενδύτη αυτού κα! φορών μικρόν μετάξινον
κασκέτον , όπερ εκρυπτε χαί αύτά τα ώτά τού Ακριβώς επί
τοΰ άντιθέτου μέρους /ωρΐζόμενος απ'αύτοΰ δια τοϋ χαλαμωτοΰ
έπΐχλίντρου τοΰ έδράσματος, έκάθησεν 6 κ. Πατεριάδη; έχων
άπέναντι αΰτοΰ την σύζυγον τού. Παρ' αυτήν έκάθησεν δ νέος
Δρέλλιας καί παρά τόν κύριον Πατεριάδην ό γέρων Σκαφαρέν¬
τζος. Τάς γωνίας πρός τόν εξώστην κατεΓχον ό Ξανθός Νέος
καθήμενος παρά τώ νέω Δρέλλια καί ή Φιφίτσα καθημένη παρά
τω γέροντι Σκαφαρέντζω, άλλ' αύτοι δέν εκάθηντο σχεδόν, διότι
άνά πάσαν στιγμήν εξήρχοντο είς τόν εξώστην καί χατελάμβα-
νον τάς θέσεις των οσάκις ή φωνή τής κυρίας Πατεριάδου έχάλει
αύτούς, ίνα καί πάλιν μετ" ολίγον τάς έγκαταλίπωσιν έξερχό-
μενοι είς τόν εξώστην, διότι τίς οίδε πάσα είχον να εΐπωσιν. . .
Ό σιδηρόδρομος είχε διέλθει πρό τοϋ Άααρουσίου ώς άστραπή
καί κατήρχετο είς τάς Αθήνας, δι' δλης αύτοΰ τής ταχύτητος,
ένω άνωθεν τής Πεντέλης ΰπέφωσκε τό λυκαυγές, οί δ έν τί
ετέρω διαμερίσματι, πλήν τοΰ κ. Ιωάννου Μαθιμάλη, όστι; ερ-
ρεγνε, συνωμίλουν χα,υ-ηλοφώ'-ως περί των μελλονύμφων καί τής
έχτάκτου τής Φιφίτσας τύχης.
Ό Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ, οοτ.ς ■:»'-»»· »-;« ί " '*. ''! Τ '!Ι«"".ί να·» τ'' "'ί'";
Φ. ΣΚΟΚΟΥ ΙΪΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΤΟΥ Ι 8 9 Χ
«7»
άίελφ χώς τν / ',ν -' ϊ ,ίρ',ντο; Σχαφαίϊ.τζο.», ο. /3/ ζι ν» χατ*λα;*οα,η ό -ι-*ο; —
Σκαφαρέντζε μου !. . . .
Ό Γέρων Σκαφαρεντζοσ, ά.ο.,ω- τ* ;«ματ* ί;«Γ,,»,ο; —
Τί είνε ;
Ό κ. Πατεριαδησ: ^ιί.ον _Όχι, τίποτε. .. τί έτρόμα-
ξες ; [ίιι>ν,Η>*ίΕ&™;3Λΐ!ΐ,ι«™,- χον Εάν»/ Νιο χά» την Φΐφ!τ*α>. ο τινι; χατ' ΐχ.ι-η.
Εΰχαριστώ !
Ό ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΕ, ί/ν..»ν, μιίι£ν χ*1 ι»ηιΙί. '· άπο,,^τ.
την /..■>* το», ην;χ Ποτ.ριαίη; ί', ίν.«τ ν ΐ»*^.— "Α, ναί. . . Δι' αυτο
είνε οί φίλθ'. !. . . .
'Η κ. Πατεριαδου 5ν.»?ι,-, 4λλα ι,:, τ. 4,;^χ·>;. — Παιδία, έλάτε
μέσα, θά κρυώσετε . . .
ΦΐΦΙΤΖΑ -^^».πτο^»α -ην »ι=α!η/ «χ τή; >;μιοι,οιχτί; 9υ?ι4ο; . --- 0/1 ,
μαμά, δέν κρυώνομεν. . . είνε τόσον ώραΓα έδώ. . . ■
Ό Κ. Πατεριαδηε ά,^ΐομ.νω;. — Άφησέ του? καί σίι τώρα ! · ·
ττοϋ θα κρυώσουν . . . επειτα δπου καί άν είνε εφθάσαμεν !. - .
Ό ΝΕΟΧ ΔΡΕΛΛΙΑΣ ·ί.(. ».χλί σμ,να ίχ,,ν τ« ·&!,*,*. — Πθλίΐ ώ-
χάριστον αΰτό το πράγμα δια- την καύμένην την Φιφίτσαν, η
όποία ήρχισε νά άπελπίζεται, διότι Ιχει καί τα χρονάκια τη;.. .'
κ' έγώ ει.υιαι πολΰ ευτυχή; ότι 8έν [χον έκράτησε κάκια δι' δσα
τής εϊπα. Τί τής είπα δι' αυτόν τΌν άνθρωπον !. . . μά είιχαι
κ' έγώ τόσον άνόητος καμμιά γορί !. . . τον επήρα γιά βαγαμ-
πόντην !. . . ποίον ; αυτόν ; το βέβαιον είνε ότι δέν μοϋ γειιίζει
τό μάτι, άλλά τέλο; πάντων άφοϋ είνε τόσον καθώς πρέπει αν-
θρωπος !. . επειτα δέν θέλω τίποτε άλλο.... μόνον ό χαιρε-
τισμός τοΰ γάλλου ναυάρχου καί των ύπασπιστών τού αοϋ
φθάνει. . . . πώς τόν έκύτταξαν !. . . ώς νά ελεγαν Μά άφοϋ αύ-
τος είνε έδω, διατί τάχα έκάμναμεν ημείς δυσκολίας χαί δέν
ηθέλαμεν νά έλθωμεν εις αυτόν τον χορόν ;. . . . Πρέπει να είνε
πολΰ σημαντικόν υποκείμενον. . . Κωνσταντίνος Παλαιολόγος !.. .
δέν είνε τταΓξε γέλασε....
Ή Κ. Πατεριαλου 'ί.α χίΛι,σμ.,α ί,ο^σα τ» ?/.= /»«. — "Εσκιχσαν,
εσκασαν, εσκασαν !. . Τής εβλεπα έγώ, δέν είνε νά ε'ιπΤ|ς ότι
δέν τγίς εβλεπα !. . . Έπήγαν νά την φάγουν την καθμένην την
Φιφίτσα μου μέ τα [/.άτια των... . Κ' έγώ τό εΐχα μαράζ'. ς
την καρδιά μου ότι δέν -ήμποροΰσα νά την παντρέψω · ■ · Να
πώς ερχονται τα πράγματα καμμιά φορά. . . . άργεΓς, άργείς, μ»
ή τύχΊΓ) δουλεύει. ... τό καλό τό ριζιχό δέν γάνεται καί ή Φι-
φίτσα μου παντρεύεται κ' έγώ ήσυχάζω, καί ή άλλοίΐς σκάζουν
καί πλαντάζουν. .. . Θά εχτ) σ.τίτ'. δ'.κό της τώρα, θα εχ-Λ, ά;χά-
ξας, ύπηρέτας , θά όίδ/) συναναστροφά; /.'έγώ θά -ι λμχ-
ρώνω- . . . κα'ι ή άλλαι; θά σκάζουν '. θά είνε ^ πρώτη μέσ'
'ςτήν Άθήνα . . . με τέτοιον αντρα πώς νά μην είνε ή πρώτη;
γ; θά ειπή ; Κωνσταντίνος Παλαιολόγος είνε αύτάς '
Ό Κ ΠεΤΕΡΙΑΔΗΣ 'ί.α >εχ1ε σμ.,α ?,,„. ,« ?"?«Ρ« %«,-,,, , -,-
Σ««=«'(.ν-ζου -α,τοτι «?«τώ». — ΈκεΓ ποΰ θά ζήτησιν εΓχοσι νιλιάδε;
δραχμαίς δέν ζν,τώ καλλίτερα έβδομήντα ; τί ογδοήντα τί εκα¬
τόν πενήντα ,. . . διότι εκατόν πενήντα πρέπει νά τής δώσω . .
Ό Σκαφαρέντζος θά μοΰ εΰργ) τό δάνειον, αύτος μοϋ Λ,ύρε τόν
γαμπρό κα'ι δέν θά μοϋ εΰρ/·, έβδομήντα χιλιάδες δραχμαίς ;. . .
Αύτός δέν θά τής δεχθή, διότι είνε έκατομ,ιιυοιοϋχος, άλλ' έγώ
πρέπει νά δείξω ότι ή κόρη μου εχει την προΓκα ττ|ς. . . Μά άν
πρόκειται νά μην τής δεχθή, όπως καί δέν θά τής δεχθή, άψοθ
είνε έκατομμυριοϋχος, διατί τάτε νά μην τής κάμω διακοσιαις
χιλιάδες ; μήπως θά χάτω τίποτε ; τόν τόκον μόνον ποϋ θά πλη-
ρώσω δι' ολίγας ημέρας1... Διακόσιαις όλίγαις είνε.. . καλλί¬
τερα τριχκότιαις. . . . κτυποΰν περΐ(Γ(70τερον είς τα μάτια. . . .Ναί,
ΐλά άν έξαφνα κατά στραβοϋ διαδόλου τής δε/θή; άν έξαφνα την
■πάθω; τί γινάμεθα ΰστεοα ; Ο/!, Κ/ι ... άς μείνω;./ιεν είς τα
πρώτα ...είς τής ογδοήκοντα -χιλ'άοε;'. . Καλά έκαμε ή γυ-
ναΓκά μου χαί τοΰ είπεν ογδοήκοντα α; βγαζει κ' έαένα από
χιλίους μπελλιάδες. . Επί τέλους ;γώ ε'ΐιαι Πατεΐιάίί.; κα!
αύτος είνε Παλαιολόγος"... δ καθείς ;χβ τα μέσα τού '. .
Ό γέρων Σκαφαρέντζος ι·ϊι> .,.λ.ιη» .■ Γ/^ν -, , ,_
έγώ τον εϊδα εις τΐν /οζό'ΐ. έγώ τόν εδειξα είς τν)ν Πατενά-
δαινα, έγώ τής είπχ τί νά χάιχ/-,, έγο τα έτελείωσχ κΐί δεν θά νοϋ
είνε εΰγνώαονες; καί δέν θά τοΰ πουλήσω δέκα /ιλιάοες Λαύρεια ,
Μά άν δέν τα άγοράσγι θά είνε πολίι αϊ7/.ϊ;ϊ; Διότι έ-·, τέλΐυ:
εις εμέ θά χρεωστή την εΰτυ/ίαν ττ,: ι Φ·ι·τσα Ττ,ν κάνω
ΙΙαλα'θλογίνα, όπως έλεγεν ό Δρέλλιας κα· -:ετ:ε! -π είνε -.ώ υ
σπουοαΓον πραγιια οια να τί λεγ^ ίη~·. /%' τ.λο; τ.ϊί-μι
τής δ'.δω έκατουιαυρ'α. θίότι εγω τή: - ό, εγώ
ΦΐΦΙΤΣΑ, τ-, -' · - τ- -, Ί /.»·> -,-,■>· ■■■
ληοώθη '. ..
ώ-
^ ]
1
--Οί"
.'" .'
Κ/ -
:ια : αϊώνω/
Α}ό;
>'. "7,;
Αύι
-;■/; ί ι
ν
ΐ8ο
ε'ς τόν θρόνον είς τα 1273 δέχα δεκαπέντε ετη επειτα άπό τοίις
Παλαιολογους. οί Χοεντζόλερν είνε μια αρχαια οίχογένεια
-ου 800 ποτε ομως έβασιλευσαν , μολις είς τα 1700, εως τοτε
ήσαν άπλοΓ πριγχιιτες. . "Λ, άν έσώζετο ή οίκογένεια των
Χο/ενστάουφεν , μάλιστα εχείνη 8εν λέγω, διότι οί Χοχενστάου
ίεν ήσαν αυτοκράτορες της Γερμανίας είς τα 1138 Όσον διά
τοϋς 'Ρωμάνωφ τής 'Ρωσιας δ_ν λογαριάζοντα' σγεδόν, διότι
αύτοι είνε τοϋ 1600 Κρ?μα ότι δεν ήιχποροϋυιεν νά εχωμεν τι-
τλους εις την 'Ελλάδα φανερά . . θά ημουν πριγκιπεσσα
Θ' άναγκατθώΐΛεν νά φυγωαεν, θά πάμε εις το εξωτερικόν Ύτγο-
ιχονή, τι νά γίν/|, άφοΰ δέν μάς αναγνωρ'ζουν οί άνότ,τοι τούς άπο-
^α'ρετ ζοαεν διά παντός . . χαί τλέον εις το Παρισι Μ»(3αηΐι*
ά [)ΐιηοβ8δβ Οηαιιοΐιβ ά« Ρίΐβοΐο^οδ άβ8 ΕπιρβιεαΓδ άβ Οοη-
$1βη1ιηυρ1β '.
Ό ΞΑΝΘΟΣ ΝεΟΣ ι α λ« μ -, ->·, Φ Τ τ/ / ό ,^βαίί-ν'
ι τ α »-λ, ι.«3/-ηίών -,, φ . -„ — Τ' πλάσμα ' . καί τ
ΐτοϋ ειχα ' Ό άνοητος έγώ '. δεν ?(θελχ νά ελθω
ε'·ς αυτόν τόν /όρον, δ'οτι δεν ,γνώρ'ζα κανένα σχεδόν Ιδού χώς
γ'ονται αί γνωριμ>α( · Ναι, Άα άν δ:ν έγλυστροϋσεν είς την
τχάλαν χαΐ άν δεν εύρισκοαουν έγώ άπ' όπ'σω θά την εγνώ¬
ριζα , Πώς ο/ι , άφού τής εκαμα εντύπωσιν εκείνην την
στιγαήν 'ιά τής εχαιχνα χα' κατόπιν ΆπόδειΕις ότι έχορευσε
και τό βάλς μαζή ι,ου . Πώς παρεξή γ ησχ εκείνην τή/ κίνη¬
σιν -τ,ς 5ταν ια' έχαιρετισεν Ει/ε δίκαιον ή [/.ητέρα της
αύτό Ί~ο ~~ς ήλθε ζάλη κα> ιαρ' ολ'γον νά πέσ/) την εΐδα
-^ι Λ'/ησιν της Μά ζοηο-' ώρα~ος ε'μαι Χθ'τζο'), Ε'/α παν-
το~ε αϋτΛ,ν την ιδέαν ότι ε·;/αι εΰμορ^ος άνθρωπος, αλλ' ο/ι.
κα' είς αυτόν τόν βαθμόν Ώρα~ο. και Παλαιολογος πώς να ιιη
α' εοωτευΟΫί άα,έσως , Έγώ θαυυάίω υάλΐσ-α πώς ηργησα κα'
-οσο^ι άλλά δεν ιλ' εγνώριζεν . άν μ' έγνώρ'ζεν ό γαυιος
,χας θα ε'/ε τελε'ώσει από πέρυσιν . "Α/, έκεΓνος Ό λοθστρος
τής Ζακύνθου τι εΰτυ/ης νά ε/ν, τα εγγραοά τ υ ολα εν τά¬
ξει ' έγώ ποΰ νά τα εΰρω τώρα , ότό ε'νε αεγάλη δυστιι/ΐα
/.αταστρέφουσα έν μέρει την εύτυχ'αν αου '
Ό Κ Ιωάννης Μ·θΐλΐνΗΣ » ι» ^^ -ο —Πολΰ καλά εστε-
οάνωσα τλ.ν Φιο'τσαν μέ αυτόν τόν ^ανθόν νέον, όστις ε'ν. τόσον
χχ/ος αα τις ή άνάγχτ, νά στεφανώσω τόν Πατε.ιάδην με τον
Σκαφαρέντζον , επεΐτα πώς θά γείνη αύτο . είνε δυνατόν δύο
άνδο.ς να στεφανωθοΰν , Άφοϋ τό θέλε' Ό ΓΙατεριάδΤ|ς χαι η
/ο ιωνά δεν λέγει -'ποτε τ> α, ,χέλει έαένα , Τ' προοίοζ ·.
«8ΐ
νά ύπανδρεύωνται δύο άνδρες '. . καί αύτό τό οφείλομεν εί; τόν
ηλεκτρισμόν. . . . Άμ' ΟΥ αύτό εγεινε χαί ή Έταιρία των Έρ-
γοληψιών τώρα τό έννοώ. . . . Τί πρόοδος άπίστευτος !. . . Ποϋ
είνε τα στέφανα ; Φέρετέ τα λοιπόν νά τελειώσω καί μ' αύτοι,;
τοϋ Μητροπολίτου. . . Ποιό;; αύτό; ; . . Καλά, άς είνε.
τα στέφανον, σάς λέγω . . . Μά νά της ή γυναΓχά τού, τί φωνά-
ζετε πώ; δέν θέλει ; δέν την βλέπετε έχεΓ χάτω ;. . νά, έχεΓ.
έκεΓ, αυτή ή χουχουβάγια, αυτή, αυτή, βεβαία·. .. αυτή είνε
ή γυναΓκά τού.... Πώς εγεινε κουχουβάγια ;.. . ξεύρω χ' έγώ
πώς εγεινεν; εν τούτου τή.· (3λέ~ετε, δέν είνε χουκουβάγια; χαί δέν
είνε ή γυναΓχά τού ;.. . τί ;λ' έρωτάτε λοιπόν ;. . . Ά, τα στέ-
ρανα. . τΐολΰ καλά. . . Αί, μά τί επα'ίεν ό Πατεριάδ'/ις ;. .
διατί τόν δέρνει τόν Σχαφαΐέντζον ; χώς; άπό τώρα ; πρίν νά
γείνν) ό γαμος; Πιάστε τον. . .
Το όξύτατον τοϋ σιδηροδρό.ΐΛου σύριγμα οαίνεται ϊιέχοψε τό
όνειρον τοϋ χ Μαθΐμάλΐ), διότι άφυπνίσθη επί τελου; χαί έγερ-
θείς είδεν ότι το τραινον ευρίσκετο επί τή; όδοϋ τής Γ' Σεζτεα-
βρίου πλησιάζον πρός τον σταθμόν.
Ό κ. Ιωάννης Μαθιμαλησ ,-.}ι^^η'.; «»> ίλι««» «ίη.ςι,κ,-έ.τίΐ
ηΐ^ψ τί ι αιι? ιια-ζ Ε^ιτχ-/:να^;, ο τ .ε; ι·.ο ;αν χά α^το τα β>,£κ^α μιτ« ΐ.ν «^-
{·νμ0, ,=ΐ,,ο -., ί ΐλίεντι; ίν-ι»α-· 7«ίί,. — 'Εδω είσθε όλοι ; έφθάσα;χεν
λοιπόν; [π«?«-ί5ί. τ>.ν Ξ«»(·, Νί·.ν ι» ^ ).·>] Μποέ Κωνσταντή , χαί
σίι έδω ; "Ησουν καί σίι '; τό χορό ;
Ό ΞαΝΘΟΕ ΝεΟΕ Ι^ίριί. «»ι 5μί {»λ·«. ·"·".- Ι« ?·- τ·. "■' ' 1"
«νν», Μ«1 ,ιαλΓ-, ί ■ ί^,χ,δς ίί ο·.>ί;. — Μάλΐστα.
Ό κ. Ιωαννηε Μαθιμαλησ ·5ρ ν™*»-, «'»«■ 5«· ™ «?«-..-ο;
^-ϊν&« 4λλ* α'σίαν.!*!^; μεγ σττ.» /α?« 4ι δ τ- ίβλί^ϊν. -— Μπρ3ΐ6θ , Τΐαΐθΐ
μου. . . . Έγώ τϊ είπα, έσΰ θά πάς έαπρός, χχθώ; εισαι χαί χο-
σμογυρισμένος____ Ά, άλήθεια , πρό ολίγων ημερών μέ ηυρεν
ό γάλλος ό ναύαρχος καί χαοϋ έζητοϋσεν ενα τροφοδάτην των
πλοίων. Λοιπόν έγώ τοϋ είπα ότι καλλίτερον τροφοδότην δέν
ήμπορεΓ νά εδργι εί; τόν Πειραια άπό τόν Κωσταντή τόν Πα¬
λαιολόγον .... Μοϋ είπε μάλιστα πώς θά σέ φωνάξγ, νά σέ ίδΫ,
Ό ίδιος ... Σ' εφώναξε ; έπήγες ; τόν είδίς ;
Ό ΞΑΝΘΟΣ ΝεΟΣ ίνμτστ», ΐτινοχ"»·» τον1ο?^ζ»,.—Μά... 'ίί ■ ■ ·
λιστα.... σάς εΰχαριστώ.
Ό κ. Ιοαννησ: Μαθιμαληε. — Ά, τίποτι, παιδί α,ου ..
Έγώ σ' άγαπώ γιατί άπό αικρό; ήσουν πάντοτε χαλό παιδί χαί
Ι&2
ό τ; θέλεις να ερ/εσαι νά μοϋ τί ξητ^ς έλΐύβίρα τάντοτε. . .
ΑΓ, δέν είσα: καλλίτερα τώρα τροφοδότης *ς ττ(·ν πατρί&ΐ σου
~αρά ποΰ Ιτρεχες τόν χοσμον όλον κουρ'έρ·ης μέ τους άγγλους ;
Βλέπεΐς ότι ι; συμβουλή μου Βέν ητον καχή.-.. "Α, έφθάσα-
αεν. . . . καλήν νύκτα σας λοιπόν. . . . Αίίρι-,ν, Πατεριάδη, θά
?λθω νά σ' εΰρω νά σοϋ διηγΤ|θώ ενα περίεργον όνειρον αου. . .
Καλτ|νύκτα σας !. . . Τ| «.άλλον καληαέρα σ>ς ' .
Ό ΝΙΟΣ ΔΡΕΑΛΙΣ .., ίτ-ΟΛατηί! -ο τρα λ, ζ — ί,Λ.,ο, ϊ;ω -ί; ίύ;α ,
Λ (*"" ~€13 ' / ' ' νν "ΓΛίί λΤΛ όυνΟΙ χ »0ς νχ ^ΡΚ^Τ^Τ; ΤΟ ί £/Ο*—Λ κ!/ ~Ι}/ *ΐΙ ΟΖΉ&.ΤΥ 11(Χ"βΙ
γ!·»·-« -« -ών. — Μωρϊ μπόμπα '.
ΦΐΦΙΤΣΑ, ι , '.' ό ΐκ.ί'5 Νιβς ττο λ«;.τ. /» 4«ΐτ -. τ Λ ι-,, αΐ-ί, άρτ«·
':ο^7α -ο;·™. χ« «α- ρ/'ν " "■> 9α'»ν,ο^. — 2αί ευχαριστώ, χύριε ■ . .
Ή ΚΥΡΙΑ ΠαΤΕΡΙΔΟΥ ί.οΑΟ^-Ισα .«-ατ.03.00,- τη. 9» ατ.?ΐ τ/,,.---
Κύτταξε, εχει κανένα άμάζι ;
Ό ΓΕΡΩΝ ΣκΦΡΕΝΤΖΟΣ ««-·{/«,«,·, 4«Ι Ι/« οι-ι«. ϊλαϊ',-,, το-
Ξ-/.54, ιον ·*,«.— Τόση όμοιόττις. . . είνε τι περίεργον ! . .
Ό Κ. ΠαΤΕΡΙΑΔΗΣ ίιινμ·", -.ο τ.ΙΞΐι.β,^ Νι^ /ωρί, ν»-,ν/ο ?ιτ.»τι
— Νά έχεΓ κάτω, Φιφίτσα, είνε ενα άμάξι. . .
Ό Ξανθοσ Νεοσ, ο«-. ί·ι.ΐ. ,; σ-^λί «λ»; >ίι«.—Μά τί επαθα-»
5λθ! τους ; Δ=ν -τμπορω νά έννοήσω τίποτε . .
Ό ΓΕΡΟΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ αχϊλο^ο-,- ι, -, ία -,» «α-)ίο,-« μ«-
»ύτοΐ Πα-.Ρ«ίΓ, — Νά μέ πετάξετε χ' έαένα είς τό σπίτι μου,
άαιιΰ ενετε άαάξι....
Ό Κ ΠαΤΕΡΙΑΔΗΣ »αρ·χ ·"- Ι^οα. ττ. «^«-, , Ιν ; ,;ρ.»»..-α ίίτ ή
/υ- α ΠατΕ£[α£ου Αΐτα ΐί[, βυγκτρο; τηί Τ-Εριλ^ΐϊο χά"1 άπο;' ^νοιί7α τ» "λιμια-α -ί'
Ίλ/ω. ί- δα-ώ., οτνι. ϊ.σ ί -/ονται (Πΐυίο.-ι; χα^ άν«ζτ-(υ,-ι ·ϋχ*;α £. 4 " «
~μ> τ£/υ™βίον Φ-'Λκ>αΐ'τΐ'' φο. /*ν~α ΐ* το^τοι- ι « ΐιχς '^ιριΛ^τ^ο^ϊ υ*·ιχ ϊ&τ ο* μειοτιϊΐί
/αι^ιχκχΜΓ, σ-ρίοομϊνο- -^, ->,ν Σχαϊαρ /τΐον. — 'Εσυ οεν εολεπες καλλί¬
τερα παρά μας εκαιχες αυτήν την ιστορίαν ; . .
Ό ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ ϊ.ατιλϋ, -·!) « «ρατος -ϊ; άκοοΐΊο*,·-
-ο 4-οϊα».^^!ω,. — Μπρέ άδελφέ, μέ ήπάτησεν ή χαταπλ-ηχτΐχή
δμοιότης....
Ό Κ. ΠΑΤΕΡΙΑΔΗΣ: 4,-ρ/ομΐ,ο, · ; -η. «μα;«, «ν,ϊ^,,. — Όμθ'.ό-
της '. . . . Εισαι ενας γάι?αρος πρώττ,ς τάξεως....
Ό ΓΕΡΩΝ ΣΚΑΦΑΡΕΝΤΖΟΣ, ιπ,ι-»»!π ' 4/«»»ι · , -" '^«;«'
ό* σβο/οοδ» Εμίρο.ττ-Γ'; — * ' ! ! !
Ό κ. Πατεριαδησ «λ·ι,,. ι-/ -α-* ».. ->-. ί^ο,ί« τ?, »«"τ,.— Είς
το σπίτι. άααξά, τράβα ' .
Ή Φιλή, μ.(· ί. (^...λ/. ·, *./}, - ^ /■? ; ' φ = -»«, ι*· «λλτ; ί^ί>·,
υ5 σχβ^νί 4ν««IΑ^1I-1^^« -τ . φ = -*α» »α^ £.«, ί »!>;· -5!/. xοί^ «ϊ ^»»ΐ ----Δέν
ΐ83
τέ είδα, Φΐφίτσα μου, καθόλου. . . . Νά ζήσν); !■ . . επειτα άπό
το μεσγ|[Λ,έρι θα ελθω νά μοϋ τα είπΐίς. ... Σέ συγ/αίρω. . . .
Ή κ. Πατεριαδου ί,ίαχίυ;.—"Αν,τό προαίσθημά μου !.. .
ΦΐΦΙΤΣΑ μολ', σ^ £';-^σβ τ* ίαχριια της. — Τθθφθδότχζ !...
Ό Κ. ΠαΤΕΡΙΑΔΗΣ ·τ;·«μ:««; Ι; ί}·^ ιΐ?·ι; τίν ί,ιδροντητιιν «-βμ,ιαν»
γΐ'ίθ.τ» Σ»«ΐα'..'ν·:Τυ χαΐ ^αΐ ,*, τ- λ,, , ;να;α Ιη.ν.Τ. --- Γάϊ8α:8 !. .
Δημ. 5^. ^Κορομηλασ
Ι*} Κ
ί7; την
ΦΕΡΕΤΡΟ - ΣΕΛΛΙ ι*»
ΕΨΕΣ
V
τό δρόμο συναπαντιοΰ/'αι
Μικρά ενο φέρετρο κ' ίνα σελλ(·
Τρίμουν όλόγυρα' σταυροκοττιοΰνται
ει δ 9ά'/ατος μέ τή ^ων]
Τώνα προσμένει νεκρ6 κ-υφά
Τ' άλλο ιιιά σάρκα λαχταριοτή·
Ποι6ί νάναι, πώρχεται εύθΰ^ νά
Τ' άλ)ου τή/ 9έ-7ΐ έδω 'ζ. τή γ?| ;
Ποίον κόσιιον άγνωστον άπαρατάει.
Ποία τά/α δύναρΐί τίν σπρώχνει έδώ ;
Γιά ποϋ τό 'κίνησε, 6 άλλο^, ποϋ πάει,
Ππτρίδ' άλλάίουνε τάχα κ' οί Ινό ;
Τ άσττρο τό ιέρετρο, 'ποΰ οακρυσμένο
Στρέφεκ τό βλέμμα σου καί τό
Σ.Ϊ πςχό /,ιυάνι θ' άράέί) £ένο.
Τ' ΑΡΩΜΑΤΙΚΑ ΣΦΑΙΡΙΔΙΑ
|ΚΤΩ χηρία μ έ 'χαύρα; βρυαλλίδας χά! παλλο.Μενας
α,λόγας, έφώτιζον ασταβως τόν εΰρύχωρον $άλα;χον.
Ό μέγας χαβρέΐΓΓης μέ την κατάγλυφον ν/ρυσήν
χβρωνίδα, άντανέκλα εί; συγχεγυαένον βάθος τόν περλρ
ημάς μεγαλοπρεπή διάκοσμον. Παρέκειντο έν αταξία τα ποι-
κίλα χαθίσματα ώ; τάφήκεν ή φαιδρά φιλιχή όιχήγυρις, ή πρό
μιχροΰ διαλυθεΓσα. Τό ωρολόγιον, μελανόχρυσον τεχνούργγιαα,
έξαπ',στέλλον ολοέν ήχηρά Τίχ-τάχ διά τής θολής άτμοσφαίρΐς,
έσημείου την δωδικάτην. 'Εφ' ολου τοϋ άχανοϋ; μεγάρου έβα-
σίλευεν ή σιγτ,.
Καί εμενον μόνος έγώ μετά τής οίκοδεσποίντ,ς. 'Εκαθήμεβα επί
σκίμποδος χαμηλοΰ, έγώ εί; την μίαν άχραν καί έχείνη είς την
άλλην, έχοντες μεταξύ [χας ενα « 'ΡωμΥ|όν >> έκ ποραεί ·ης, διά
την τέρραν τοΰ σιγάρου μου. . . Νεαρά χαλλονή πνευιχατώδης
χαϊ χαρίεσσα, χήρα άγαθοϋ τινος γάλλοιι έπιστήμονος, όστις
όταν εζ·η εκυπτεν επί των Βΐβλίων τού έιτάνιυ, έν τω έρημικω
τού σπουδαστηοίω, εν ώ νρόνω έπλΐΐααύρου / κόσμου τρυοώντος
κατω αι λαμπραί των αίβουσαι, — γυνή ανοικτή, ανευ προλή-
ψεων καί Ίδιοτροπιών, ή χυρίζ "Αρτεΐ/,ις Δεπονερίι υπερέβαινε
πάν δ,τι τελειότερον έδύνατο νά έπιθυμήσιτι ή σκανδαλώδ·ης φαν-
τασία έρωτ&λόγου, ΐχέ υψηλόν περιλαίμιον χαί χίτρινα χειρόκτια.
Άλλ' έγώ, &ι6ρΐύπο; κατά βάθος έκ τοϋ φυράαατος τοϋ αακα-
ρίτου συζύγου της , δέν ^σθανόμην την όρεξιν νά συγκιντ)θώ
καΐ πολυ έχ των γοητϊΐώ'ν της. Δέν μέ προσείλκυε τό έλΐφρόν
της πνεϋμα, ουδέ τό είδο; τής χαλλονής της, χοινής δι' εμέ καί
άψύχου. "Επειτα δέν ήγάπων τό σκάνδαλον οΰδ' είχον κάν την
φιλοδοξίαν νά παίξω εν ταΓς αίβούσαΐς πρόσωπον Δόν Ζουάν. ..
Καί άν ή νεαρά κυρία ηΰχα;ιστεϊτο, ώ; φαίνεται, είς την συνα-
ναβτροφην μου' αν ηγαπα νά με κρατγ) παρ' αυτή έν ώρα προ-
κεχωρηκυία μετχ την αναχώρησιν των άλλων κεκλημένων, ό;χο-
λογώ ότι πολλάκις έκάθτησα ευχαρίστως παρ' αύτη επί τού
μαλθαχοϋ σχίμποδος μέ τό ροδβγρουν μετάξινον έαπέτααμχ· ότι
πολλάκις την είδον ενώπιον αου ωραίαν χαί έρωτότροπον, έν
[Αυστηριώδει σιγή, μέ λάμπρου; οφθαλμού; κχ! σελχγίζουτχν
εαθήτα· ότι πολλάκις τη ώαίλησχ τρυφερώς, όσω δέν θά το
εκαιχνα βέβχιχ ενώπιον τοϋ μχκχρίτου Δεπονερύ,— αλλά μ' όλχ
ταυτα ένδομύνως, ποτέ μέχρι τούδε δέν ήσθάνθην ουτε ενα ενο-
χον παλμόν, ουτε μίαν ορμήν όοιιαντ'.κωτέρχν τοϋ $ίο·ιτοι. Δέν
με συνεχίνει.
Καί απόψε ταύτα α'ισθί,ματα διέπνεον την ν·ρεΐΛθν συνομιλίαν
μας, άνευ ένδιαφέροντος, νυυταλέαν, ώ; τα χη;ία, ώ; ή ύπγ)θέ-
τρια ή ξίσελθοΰίτα μ' εν ποτήριον ύδατος χαΐ έπιστρέψασζ νά
έξαπλωθί) πάλιν έφ' ένό; διβανίου τοϋ προβαλάα,ου Αίφνης ή
χυρία Δεπονερύ, ώσει ζητοΰσα νάπασχολήσ-/) στιγμήν τίνα σιγης,
εξήγαγεν έχ τοϋ θυλαχίου της μικράν χρυσοειδη πυξίδα κυκλι-
χτίΐν, την άνεχίνΤ|ΐ7εν ολίγον καί άνοίζχσα δΐ' έλατηοίου ό~ήν,
αφήκε νά εκφύγωσιν επί τ-ης παλάυ.τ,ς της ολίγα σφαιρίδια χου.ψχ,
αργυροειδή χαί άποστίλβοντχ
« Εϊνϊ άπ' αΰτά ποϋ μοσχοβολοΰν ; » ήρώτΤ|σα.
« Ναί, θέλετε ;
— Δώστε μου' δ = ν ήξεύρετε πότω ;^.έ συγκινεΓ ΐΰτή ή μυρωδ_ιά.
— Σάς συγκινεΓ; περίεργος ...
— Ή έκφρασις θέλετε να πήτε.
—Όχι δα, καί ή εννοια. Πρώτην α^ο^ άχούω ότι συγκινοΰν
καί ή μυρωδιές.
— "Ωστε δέν ύπάρνει μυρωδιά, ή όποία νά σα; συγκιν-Λ, ;
—Όχι· πολλαί μ' εύχαριττοϋν. άλλά καμμιά δέν με συγκινεί.
— Φαίνεται ότι δέν ε/ετε καμμίαν άνάανησιν.
— Τί ; νά συνδέσω τάς άναανήσε'ς μου μέ μυρωδιές ; αή
χειρότερα! (
— Αΰτό γίνεται νωρίς να θελετε καμμιά φορα. Επειτα να
σας 'πώ· δέν μ,ου φαίνεται πολΰ δυσάρεστον χρϊγμα να συνδεε-
ται, νά γεννάται μία τευφερά άνάμνησΐς, άαα Χ"9ί) ,ιοά ώραια
μυρωδιά. Είς εμέ συμβαϊνει αΰτό τό πράγμα, χαί νά σας 'πώ
την άλήθεια, ποτέ δέν κατηρχσίην την συμ—ώσιν.
— Ποίος είξεύρει ! είιιπορεΓ νά την κατχρασθτ,τε χχα;/.ιά
ρορά.
Έν
βφαιριδ
αυτχ
γλυκον αυτών γεϋσιν καί τό ήδΰ άρωμα. Καί έφ' όσον έξεχύ-
νετο ολοέν ζωηρότερον , καί έφ' όσον , γνωστόν καί προσφιλές
ϊ;ωαα, τό άνέπνεον αεθ' ήδονής οί μυκτήρές >-οη, επί τοσούτον
ίσχυροτέρα μοί έπήρχετο ή συναφής άνά«.νησις, αναπτυσσομένη,
εξελισσομένη έν πάση λεπτοαερεία, καί καθίστατο ή διάθεσις
υιού τρυφερωτέρι έπ' αυτή καί ρομαντιχωτέρα , καί άνένηφον,
καί έλύετο ή γλώσσά υιού , καί κατϊλαμβανόμην από όρεξιν δια¬
λύσεως. ■ ■ μίαν όρεξιν πολιτικην καί πολί» κινδυνώδη.
Δ'.ηγήΘην εις την κυρίαν Δεπονερίι την παλαιάν μου ιστορίαν:
ΤΗτο μετά τοΰς πρώτους παιδιχοΰς ερωτας, τού; Ίδανικους καί
χίθερίους, έρως αΰτός θετικώτερος, .αετέχων όλίγης ΰλης, όνει-
ρευόιχενος μίαν περίπτυξιν όλόψυχον καί εν φίλημα, έστω καί υπό
τό φώς της σελήνης, άλλ' #νι πολυ οΰράνιον. . . Ήγάπων αία-/
ά λή έ πεζό ό έλΓ Γί
η ήη, ρ γ
ρ μελαγχροινήν, αέ πεζόν όνοιχα -— έκαλεΓτο Γεωργίτσα
«.έ στήθος καί βλέμαα προπετές. μ' εύκαιρίας πολλάς, μ' άβωό-
ττιτα όλίγην. Είχον καί έγώ ενα φίλον έΐχήλικα, κοινωνόν ολων
[Αθυ των μυστηρίων, βοηθόν είς τας ερωτικάς μου περιστάσεις,
όστις μέ συνώδεοεν είς τόν περίπατον καί παρέμενεν Ιξω φρου-
ρός των συνεντεύξεών μου. Ό φίλος μου αϋτός — ζί) πρό ·πολλοΰ
έν Εΰρώπγι χα'ι τίς οίδεν άν φαντάζεται τόρα ότι τόν ενθυμούμαι
τόσω—·μετεγειρίζετο μετ" Ίδιαζούστις άγάπης τ'αρωματικα αΰτα
σφαιρίδια, εκ των οποίων ήτο πάντοτε πλήρες εν μικρόν θυλακιον
τοϋ εσωκαρδίου τού καί τα στόματά μας. "Ω, τί ετος γλυκύ ήτο
έ*εΓνο τό όποΓον διΤ|λθοιχεν ούτως ! Άγαπώαενοΐ με όλην την
ζέσιν τής νεόττ,τος, άλλΤ|λοκρατούαενοι έκ τής χειρός, η ένηγ-
καλισμένιιι, περιπλανώαενθ! είς την σεληνοφώτιστον νύκτα,
αδοντες η φλυαροϋντες ώς πτηνά, διασχίζοντες φαιδροί τοΰς περι-
πάτους, συΐΑμελετώντες διά τάς έξετάσεις, χαταδιώχοντες παντοί>
ώς χρυσαλλίδα την αΐκράν αελαγχρΐνήν , έπλέομεν παντοϋ χαι
■κάντοτε έντός άτμοσοαίρας εύώδους, μεθυστιχής, έχ τής άποπνοίας
των αρωιλατικών αυτών σφαιρ'.δίων. Ήτο ή άγνή νεότ^ς ; "/)
αδολος χαρά ^ ·ητο ό έρως τής μελαγχροινής μου χαί ή αγάπϊ)
τοϋ φίλου μου ; ήτο ή χρυσή έπον/ή τής ζωής ; Δέν ήξεύρω.
Άλλά χατήνττ,σε νάγαπήσω χ' έγώ τόσον αΰτά τα σφαιρίδια,
ώστ? νά νομίζω τόν ερωτά μου τανύοντα πτερύγια άργυροφαή,
ώς το χρώαά των, χαί άποπνέοντα πνοήν εύώδη , ώς ή όσμη
των... Καί ηγόραζον έξ αυτών άχαταπαύστως, καί τό γειτο-
νικόν μας φαρμακεΓον ίι/.ε ϊϊχεν άποχλειστικόν πελάτην των
άοωαατικών έκλειγνάτων Ι'νίηοβ ΑΙύβίΊ'β ΟαίΛοιι./1. Βραδύτε-
ρον, δταν ή έρωμένη μβυ μέ ηρώτγ,σε περ! τής αιτοπνοίας αυτής,
τή ώμίλγ]σα ύτέρ των σφα ιριδίων μοο [Λίτοι τοιούτου ένθοοσιασμοϋ,
ώστε την εκαιια νά αισθανθή καί αυτή την Ίδιαν πρός αΰτά
αγάπην καί νάργίσγι άπό τής ώρας έχείνγ,ς την τακτιχήν των
/ρήσιν. Φαντχζεσθε πλέον μετά πάσης ήδονής έξέπνεον τα φι-
λήματά μας έντός αέρος πεπληρωυ.ένου τοϋ ιχύρου των σφαιρι-
δίων εχείνων. . .
"Εκτοτε άγαπώ τα «φαιρ'-δια- χαί οσάκις τα βλέττω. οσάκις
άχούω δια/εοιχένην την ξροΰΐζαΊ εΰωδίαν των, άναζω, έπιστρέ-
φω επί πτερύγων άργυροφαών είς τό πλήρες αναμνήιεων παρελ¬
θόν μου, άναπολώ την χρυσήν χα'ι μυρ:βολον εποχήν τοΰ Ιρωτος
έκείνου καί συγκινοϋμαι τόσον πιραδόζως ! Τό άποτέλεσ«.χ τής
άναμνήσεω: δύναται νά ε/ν; πολλάκις κα'ι :·ιία όσμή, όπως μία
λέξις, εν χρώαα, μία μελωδία . .
Μάλιστα συγκινοϋμαΐ παρα την έκπληξιν τής κυρίας Δεπονερύ.
Καί τόρ' άχόυ.Υ| έν ώ τή διηγούμτ,ν την παλαιάν μ-θυ ιστορίαν,
ήσθανόμην εσωτερικήν τίνα επανάστασιν. Πιποτισμένος όλος υπό
τής άναμνήσεως, (χεμεθ"σμένο; υπό τής εύωδίχς. έγινόαην ολοέν
εΰπαθέστερος, ίρωτικώτ^ρος. . Δέν ήξεύΐω τί »ι/α· . Τόρα δια
πρώτην φορά* μοί εφάνησαν τακερώτερα τοϋ συνήθους τα βλέμ-
ΐχατα τής νεαράς κυρίας, χαί ή έτϋδεριχίς της στιλΊΓνή, ώς έκ
λειομετάξης, καί εν όόδθν έρυβοόν επί τοϋ στήβους, άντιτιθέΐΛενον
περιπαθέστατα πρός την μελανήν έσβήτα, καί τό χεΓλός της δΐ-
ψών φιλγ,μάτων, τα όηοΐι έδύναντο ήδη να έκτΐνεύσωσιν. ώς τί
παλαιά, έντός αέρος πεπληρωμένου τοΰ μύρου των σφχιριδίων...
"Ω , χατηραμένη συγκίνησις , χατηρα,κ,ένη διάθεσις, χατηρ*-
ιχένα σφαιρίδια !. . . 'ΙΙσθάνθ-. ν ίνα παλαόν ώς απήχησιν τής
μακρυνής έπογής, καί ό παλμός αΰτός ενώπιον τής Χυζίας Δε¬
πονερύ, ήτις τάρα αόλις μετά δ:ετή γνωρι«·ίαν, αοί εφαίνετο
ώραία. — έ παλμός αύτός ήτο Ινο/ος !
« Καί ηταν, μοΰ λέτε απ' αϋτά τα σφαίραι* :» με ηϊώτγ,σεν
ή "Αρτειχις μέ παράδοξον μι*ιδίαα.α.
«Απ'αΰτά τα ιδία· μόνον ετσι ώραΐο γρυσό κουτχχί ιΐοϋ δ;ν
εί'χαΐλε τότε. Τα έρρίπταμεν ελευθέρα μέσα 'ς την τσέπγ, μας μέ
την «.εγαλειτέραν αφέλειαν. Άμ' ήθελε νρυσα χουτάχια τότε ό
εΐως μου !. .
— Μέ την διαφοράν ότι σήμερα Θ* Οέ) τ
— Δηλαδή ;
— "Αν, ΐΓχρχδιίγ/χτος '/ί~'-'' α'.ιΟχνζιή-Γε κχνένα εοωτα έδώ-
:8δ
μέσα '; αύτη τή σάλα , τό χρυσό κουτάκι θά σας ν-νε αναπό¬
φευκτον.
— Διατί ;
— Διά νά σας συγκινγ].»
Μ' όλην υιού την ταραχήν, ήρυθρίασα χαί κατεβίβασα τοίις
οφθαλμούς. Έν τί) ά.αν|χανία αου έλαβον την χρυσοειδή πυξίδα,
ήτις άπέκειτο επί τοϋ ροοοχρόου έμπετάσματος, καί την περιειρ-
γαζόαην δήθεν «,ετά -προσοχΊΐς. 'Αλλ' έν ω μηχανικώς παρετή-
ρουν την έν τω μέσω ανάγλυφον προτομήν τοϋ πρίγχηπος 'Αλ-
βέρτου καί τα περί αυτήν γράααατα, έσχεπτόμην τί αίσθήματα
άρά γε προέδιδον οί όφθαλμοί μου χαί το πρόσωπον «.ου, ώστε
νά θαρρήσγ) μέχρι τοιούτου βαθαοϋ ή "Αρτεμις χαί νά προ&^
είς άποτόλμους πλέον έχδτ,λώσεις.
Άλλά δέν ήτο χαί μέγα τό χαχόν. . . Οϊτ'έδυνάμην νά σχε-
φ6ώ άλλως την κατηραμένην εκείνην ώραν. Όλοι εκοιμώντο. Ή
σιγή τής άπεράντου οικίας ένεΓχέ τι τό προχλητικόν. Μιχρά [χέ
κατέλαβε σκοτοδίνη, ώς εάν τα φώτα έπάλλοντο ταχύτατα...
Ή Άρτεμις μέ συνεχίνει. Οί ενοχοι παλμοί διεδέχοντο αλλν,-
λήλουςώς τα τίχ-ιάχ τοΰ έχχρεαοθς. Καί δταν έπανήγίΐρα τοΰς
οφθαλμούς είδον ενώπιον μου την νεαράν γυναίκα , μέ βλέαμα
χά: αε μειδίαμα έμπνέοντα τόλμην χα'ι θάρρος.
Είς ολίγας στιγμάς, δέν ήξεύρω χαί έγώ πώς, ό έκ πορσελάνης
«'Ρωμττ,ός» όστις μας διενώριζεν, άπό τοϋ σκίμποδος, (Λετετέθη
επί τής πλησίον Ιδρΐς, έγω ευρέθην εί; τάς άγκάλας τής Άρτε-
μιδος χαί τα χείλη μας συνη^ώθησαν είς δλόψυ/ον φίληιια.
ο Τό πιστεύεις τόρα ;
— Τί ;
— Ότι μιά μυρωδ^ά μπορεΓ νά συγχινήση ;
— Ναί. . . είς τό έζής θα συγχινή χαί εμέ. . . άλλά μή θα
χαταράσαι τόρα την σύμπτωσιν ;
—Όχΐ' θά την εύλογώ αιωνίως.»
Κ'ις την ανακίνησιν κατέπεσεν επί τοΰ τάπητο; ή πυξίς των
σφαιριδίων, άναδώσασα ύπόκωφον κρότον. Κανείς δέν εφρόντισε
να την άναλάβγι. Καί ή πλήρης άναμνήσεων έρωτιχών εΰωδία
άντανέχλα εις τό συγχενυιιένον αΰτοϋ βάθος περιπτύξεις χαί
φιλήματα...
Γρηγ. Δ. Ξενοποτλοσ
Η ΜΑΚΡΙΝΑ
[ χ ρ ο νο γ^ι α φ ι κ μ ν ,5 ι: π ο ι 1> η ιι α
ΟΛΙΣ ήδη ό ήλιος ήρςατ; άνερχίμενίς την ϊ>ρά-
νυν οδόν , χρυσίζων τάς -Αζρνγας των Κυκλάδων
καί διαλύων βαθμηδόν την σκοτίαν, ήν ή χώρα επί
ήμιόλιον τ,μϊροις μέλλουσα ν'άναπαυθγ; -ίρ'.είάλλετο' έλαφρά
άνέμου πνοή την φωσ^ορίζουσαν τού Αΐγαίου επιφάνειαν ρυτι-
δοϋσα ζωηράν φέρει τού ίωδίου την ΐσμήν ε-'ι τής Μηκβνίον
χβραλίας. τα δέ -τηνά τονίζουσι τό "ρωϊνόν αυτών ασμα, ότε
οί πλεΐστοι των χατΐίχων , άρτι τας άγκάλας τοΰ Μορφεως
καταλι-όντες βαθμηδόν έχιλαμδάνινται των ίδίων εργασιών.
Οί μέν, οί καί πλείονες, φέροντες μεθ' έαυτών τοϋς λίσγους
κ*ί τα -τύα των -ορεύονται ίϊς τοΰς άγρίΰς. οί δέ, τεχνίται
ούτοι, παρασκευάζουσι τα τής εργασίας.
Ε?ς των τίλευταίων. — άν ίΐκάσωμεν έκ τοϋ καλιποδίου.
ό'κΐρ άνά χείρας εχϊΐ. — διαρκώς άτενίζει πρός το -έλαγος.
Μετ' ού -ολύ τοσούτω σκηνικώς λυ-ηραν αναφώνησιν φωνίΐ,
ώστε γείτων τις αύτοϋ, ό κύρ Άρχ;ντ;ϊρέζίνος έντιμος ^λ-
φεΰς, διακίψβς την εργασίαν ηρώτησεν αυτόν τί συνέίαινί.
— Καλέ. κύρ Άρχίντοδρέπανε, δέν βλέπεις καράβι τλ>
πλάκωνε : απήντησεν ό ΰπίδηματιποιός.
— Δίκηο Ιχεις , κΰρ Κονδοΰριε , άχεχρίθη μετ" ολίγον ό
βαφευς. Καράβι είνε, καί μοί φαίν;τα'. σαν να είνε τίυ δεσπότου
μ«ς Ββρθολομαίου.
— Ό Θεός νά δώστ,, επέφερε τρίτος, ό θε'ίς νά ϊώση νά
μην Ϋ,νε κουρσάρί'. Γενϊδέζοι !
— Άλλά δέν πας. Κονδίϋρΐί. =ΐς τ'ον άρχίντα να ϊώΐ#-,ς
εί'ίησ: ; εΐ-εν άλλΐ; -ρίσ·λθών, ττρόν.ριτος. αν ίίχα?ωμ;ν =%
19ο
τού ύπεροπτικΐϋ τής όμιλίας ϋφους τού -/.αι τής άγαν προε-
χοΰσης γαστρός.
Έν τούτοις βαθμηδόν ή συνάθροισις έμεγαλύνετο ούτως,
ώστε πλεΐστοι μετ* ού πολύ επί τής ζαρβλίας συνηθροίσθη-
σαν , ού μόνον τεχνίται , άλλά καί ίερεΐς καί γεωργοί καί
καλόγηροι.
Ευρίσκοντο ιτάντϊς έκ φόδου κατειλημμένοι μή τό μόλις
ήδη καθαρώς διακρινόμενίν πλοΤον ήτο χειρατικόν, έφ' ώ κοιί
συνεζήτουν.
— Συλλογίσου, αΰθίντη Λβμπαδάριε, τί μας μέλλετα'., άν
ερχωνται κουρσάρΐι, Ιλεγε τις πρός τόν κελεΰσαντα τω ύ-ο-
δηματοποιω νά γνωστοποιησισ τό γεγονος πρός τόν άρ-χοντα.
— Δέν μας έφθασαν ό'σβ πάθαμε έδώ κ' εί'κοσι 'μέρες !
— Την εορτήν τής άγίας Φεβρωνίας, τής όσιομάρτυρος,
ής είη μεθ' υμών τό Ιλεος, έσπευσε νά χροσθεση καλόγηρος
σταυροκοπούμενος.
— Ναί, πάτερ ά'γιε, ύπέλαδεν ό κΰρ Λαμπαδάριος, όστις,
ώς προΰχων, καθ" εκάστην έκκλησιάζετο. Καί νά κάμη ό Θίός
καί Αίμιλιανός ό μεγαλομάρτυς, ου την μνήμην έπιτελοϋμεν,
νά μή πάθωμε τα Γδια.
— Σάν νά μή μας εφθαναν ή συφοραΐς μας ά'ρπαξαν ά θεο-
κατάρατοι Γενοβέζιι κβί τήΜβκρίνα, γιά νά πάθουμε κι'άλλα
άκίμη άπό το δεσπότη Ββρθολομαΐο, υβρείς καί ραδδισμούς
καί κολαφίσμούς, είπεν ό καλίγηρος μεθ' υφους αναγνώστου
έκκλησιαστικοΰ.
. . .Μετά δΰο σχεδόν ώρας τό πλοΐον άνεγνωρίσθη ώς άνή-
κον είς τόν δεσπότην Γκίζη' τού δέ φόδου τό αΐσθημα έν ταΤς
ψυχαΐς των αγαθών νησιωτών διεδέχθη ή περιεργεια, όπως
γνωρίσωσιν έττί τίνι αίτία ό ίεσπότης άχέστελλεν είς την νή-
σον «ύτών πλΐΤον.
* *
Δΰοντος ήδη τοΰ ηλίου οί πλεΐστοι των Μηκονίων ητοιμά¬
ζοντο νά διακόψωσι τάς εργασίας των, ότε ή φωνή τοΰ κή-
ρυκος ηκούσθη καλοϋσα έξ όνόματος τού τοποτηρητοϋ τοΰς
κατοίκους.
Συνάθροισις μεθ'ήμίσειοιν περίπου ώραν εγένετο γενική πρό
τοΰ οΓκου τ:3 διο·./.ητοΰ, μέλλιντος ν' άνακοινώστ, τάς ϊ'.ατα-
■γάς τοΰ δεσπότου Γκίζη. Άφ'ιύ επ" άρκΐτβν π-ριέμί-^ν ίκεΐ,
τέλος ανήγγειλεν έκΐΐνος ότι ό πανυζϊρσέδαστος ϊεσπότης
Βαρθολομαΐος Α' ό Γκίζης, διανοούμίνος νά πολεμήσγ) πρός
τόν άδικον καί ύπερόπτην Μάρκον Β' Σανοΰτον, προσκαλεΤ
τους χροκρίτους καί τοΰς ίερωμε'νϊυς τής Μηκόνου, όπως διά
χοινής συνδρομής σχηματίσωσι στρατόν έκ 3 σημαυφόρων ,
40 ίππέων καί 150 ψιλών, όστις όδηγούμενος υπό τοϋ ίππίτιυ
Καρλεφόρτ, επί τούτω έλθόντος, Οά πλεύστ) είς Τήνον.
Μετά την ανακοίνωσιν τού ταύτην ό διοιχητής απεχώρησεν,
έν ω τό π)νήθος ήρξατο θρηνοϋν καί όδυρόμενον επί τω άκϊύ-
σματι . . .ό κύρ Λαμπαδάριις μάλιστα, πιθανώς, τρέχων τόν
κίνδυνον καθ" 5 προίϋχων, νά προσληφθτί ώς ίπζεΰς , έλιπο-
θΰμησεν.
Οί πρεσδΰτίροι, πάν έτερον ή φόβον στρατίύσεως Ιχοντες,
έν ίδίω όμίλω ήρξαντο συζητο,ΰντες μετά γεροντικής έ-ιμο-
νής περί τού αίτίου τοΰ πολέμου. — Μετ" ολίγον ό σιόρ Δο-
μενίκης ΤΟτοΰτης Ένετός, φίλος τοΰ διοικητοϋ, προσελθών
είς την των ττρεσδυτών συνάθροισιν έδωκε πέρας είς την συζή¬
τησιν. — Αϊτία τοΰ πολέμου ήτο ή άντί 9 υπερπύρων παρά
τού υίοΰ τοΰ Σανοΰτου άγορά τής πρό τινος υπό των πειρατών
άρπαγείσης έκ Μηκόνου Μακρίνας, κβί ή άχΐποίησις τιΰ νά
την άποδώσγι, πληρωνόμενος τό τίμημα.
* *
Είκοσιν είχον παρέλθει ημέραι ά-ό των συμβάντων τιύτων
ότε ό υπό τοϋ δεσπότου Γκίζη όρισθε'ις στρατός, συγκροτηθΐίς
ήδη, άπέπλεεν ύπ' αρχηγόν τόν ίππότην Καρλεφίρτ.
Ούκ ολίγοι καλόγηροι μετά τίνων γερόντων. γυναιχών καί
παίδων γονυπετεΐς έν τη παραλία προσηύχοντΐ -ρό τής θαυ-
ματουργοΰ τοϋ άγίου θεοδώρου τοΰ Στουδίτου εικόνος, ην ιε¬
ρεύς τις άνά χείρας έκράτϊΐ, εΰχόμενΐς υπέρ αίσίας των άπερ-
χομένων έπιστροφής , έν ώ οί λοιποί έφώνουν τό κ ύ ρ : ι
έ λ έ ησ ο ν.
Β'.
Επί τής παραλίας ό 8ι;ικητής τής Μηκίνίυ ίστάμίνΐς κα'ι
υπό δΰο φράγκων ίππέων δίρυφΐρούμενος, ανέμενε την -ροσέγ-
γισιν -λοίΐυ έχοντος σημαίαν τοϋ οεσπότου Γκίζη ού ζολΰ
ϊ' άπέ^οντος. "Ολίγον όπισθεν τού διοικητοΰ συνωθίΰντο πολ-
λοί των Μηκ,ονίων έν στάσει εύσεδαστω.
.... Έπέστρεφον οί πρό 'δΰο περίπου μηνών άναχωρήσαν-
τες, όπως πολεμήσωσιν υπέρ πίστεως καί. . . ., άλλά σφαλ-
λόμεθα, υπέρ Γκίζη καί Μακρίνας. Δύναται τις νά είκάση την
χαράν καί την βασανίζουσαν τοϋς άναμένοντας ανυπομονησίαν,
επί 2ύο ολοκλήρους ώρας παραταΰϊΐσαΊ.
Τέλος το πλοΐον προσώρμισε καί οί έν «ύτω ήρξαντο άπο-
διδαζόμενοι.... Αί χαρμόσυνοι άναφωνήσεις των τούς οΐ-
κείβυς περιπτυσσομένων κα'ι οί στεναγμοί καί θρήνοι των
μανθανίντων την έν τω πολχέμω τελευτήν των ίδίων συγγενών
διεσκέδβζον τόν διοικητήν, άναμένοντα την άποδίδασιν τοθ
πλοιάρχου.
Την επομένην πρω'ι λίαν οί Μηκόνιοι άνεκοίνωσαν πρός
αλλήλους χβρας εΰαγγέλια.
Έκ των είς τόν πόλεμον άπελθόντων μόλις τό πέμ-τον
ειχε τελευτήσει μαχόμενον, εί καί έν Σύρω, έφ'ής άπό κ:ινο3
μετά των Τηνι'ων μ.αχητών έφώρμησαν, ήγωνίσθησαν πρός τον
συγγενή τοΰ Μάρκου Σβνούτου καί ναύαρχον τής Σικελίας
Ναι^βυά 1β Τόπον ή Τούκιον, ώς άμέσως μετεσχημάτι-
σαν αυτόν. Ή σχετικώς μικρά αύτη άπώλεια ήτο ού σμικρόν
εϋτύχημα. Πλήν τό κορυφοΰν την χαράν των αγαθών νησιω-
των ήτο ή υπό τοΰ διοικητοΰ διά τοϋ μ α ν δ ά το ρ ο ς δοθεΐσα
είδησις ότι τ9) βοηθεία τού βαιλου Χαλκίδος Ίακώδου δέ-Μολίν
κε.τέιταυσεν ό πόλεμος, άφ' ου όμως έπετυχεν ό δεσπότης
ΒαρθολομαΤος Γκίζης ν' άνακτήσηται την εννοουμένην τού
Μ α κ ρ ί ν α ν , ώραιοτάτην όχευτήν ο ν ο ν , δι* ην έν τω
γενΐμένω πολέμω έκτ'βς των άνθρώπων, ούς ούτος άϊδι προι'α-
ψεν, έδαπανήθησαν 300 -/ιλιάδες γρίσων ήτοι 220 -/ιλιάδες
φράγκων.
^ΩΑΝΝΗΣ ^ΕΡΒΟΣ
Γ. Γΐ ΝΝΑΛΙΟί
ΓΕΏΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΔ,ΙΟΣ
δοκίιιχον ]
«"Οί δ' άν ποιήσ/) και διδ
οί τος μέγα; κληβήτετοιι.
[Γεώργιος Γεννάδιος εγεννήθη τώ 1786 έν Σηλυ-
} δρία τής Θράκης ένθα ό έκ Δολιανών τής Ηπει-
--«»«?»ρο«' πβχήρ β'ύτ0° 'Ανβΐτάσι0«· *«™8ιωχθί « "πο
των ϊσνυρών τούρκων τής πατρίδος τού, κατέφυγε και διε¬
τέλει ώς ιερεύς. Αποθανόντος δέ τούτου τρίαετη μετατην
γέννησιν τού Γεωργίου Γενναδίου, ή μήτηρ αυτού Σωσαννα
ζαραλαδοϋσα τα μόνα τέκνα της Γεώργιον και Αναστασιαν,
επανέκαμψεν είς Δολιανά παρά τοις έκεΐ συγγενευσιν. Εν¬
ταύθα ό Γεώργιος διδαχθείς τα κοινά λεγόμενα γραμματα,
μετέβη ύστερον είς Ίωάννινα πρός σπουδην των εγκ^λιων.
Ένδεκαέτης δέ περίπου ών έστάλη πρός τον εν Δακια θείον
τού Γεννάδιον, ήγοΰμενον ενός των έν Βουκουρεστιφ ελληνι-
κών μοναστηρίων.Έκεΐ έμαθήτευσε παρα τω κλεινφ Λαμπρω
Φωτιάδν,, όστις έτήρει παρά τόν "Ιστρον «κμαίαν την φλογα
τής έλληνικής παιδείας. Άποπερατώσας τας -«ουδας τού
είς την σχολήν τοΰ Λάμπρου Φωτιάδου τω 1804 , εφηδος
μόλ(ς ών ΐ,ργισε διδάσκων και αύτός την ελληνικήν. Ζ,ητη-
θείς όπως συίοδεύσν, ώς παιδαγωγός εις Λειψίαν τους υιους
τινός των έν Δακία μεγιστάνων και δεχθεις απή-λθεν εκει
τώ 1809. Ενταύθα έδράξατο τής εύκαιρίας όπως και αυτος
--μπλησθείς τής έν Γερμανία άνθοΰσης έπιστημης_ καταστ-ί)
χρησιμώτερος τοίς υπό τόν ζυγόν μοχθοθσι συμπατριωταις αυ-
τοΰ. Καί τό μέν πρώτον επεδόθη είς την σπουδήν τής ΐατρι-
κής Άλλ'έχιληφθείς τής άνατομίας επί τοσούτον άπετροχτά-
σθη καί άηδίασεν ώστε αΰτός μέν ησθένησε καί τής κρεωφαγίας
επί μακρόν άπέστη , τής δέ έπιστήμης ταύτης παραιτηθείς
Ιστρεψε τάς σπουδάς αΰτοδ πρός την φιλολογίαν. Οίίτω εαυ¬
τόν καταρτίσας καί τούς νέους Δα/.ας μορφώσας, επανέκαμψεν
είς Βουκουρέστιον περί τό 1814.
Τω 1815 προσληφθείς ώς καθηγητης είς την έν Βουκου¬
ρεστίω ελληνικήν σχολήν συνεδίδαξε μετά τού Κλονάρη καί
τοΰ Ιωάννου Μακρή σχολαρχοϋντος τοΰ Νεοφΰτου Δοΰκα. Τω
1817 συσταθείσης έν Όδησσω σχολής προσεκλήθη υπό τής
ελληνικάς κοινότητος ώς διευθυντής συμπαραλαδών ώς συν-
διδάσκαλον κα'ι τόν φίλον αύτοΰ Μακρήν. Κατά την τριετή
αΰτοΰ σχολαρχίαν ή σχολή τής Όδησσοΰ ανεδείχθη ώς μία των
άρίστων έν τ·7ι Ανατολή έλληνικών σχολών. Κατά τό διά-
στημα τουτο συνέταξε τΫ) συνεργασία τοΰ συνδιδασκάλου Γε-
ωργίου Λασσάνη «Στοιχειώδη έγκυκλοπαιδίίαν των παιδικών
μαθημάτων» είς εξ τομίδια (έκτυπωθεϊσαν υπο Σελιδανόφσκη
έν Μόσχα 1819—1821) κα'ι μετέφρασεν έκ τοΰ Ιταλικού την
περί χρεών τοϋ άνθρώπου στοιχειώδη πραγματείαν τοΰ Φραγ-
κίσκου Σοαδίου, πολλάκις έκτοτε μεταφρασθεϊσαν.
Τω 18^0 ό ήγεμών Άλέξανδρος Σοΰτσος θέλων ν' άνα-
διοργβνώσγ) επί τό τελειότερον την έν Βουκουρεστίω σχολήν
μετεκαλέσατο έξ Όδησσοϋ τόν Γεννάδιον μετ" άλλων ένδόξων
συναδέλφων, τοΰ Κωνσταντίνου Βαρδαλάχου, τΐΰ Κανέλλου
καί τοΰ Κλεοβοΰλου.
Ή διδασκαλία τοΰ Γενναδίου δέν πϊριωρίζετο είς την με-
τάδοσιν των ξηρών τΰπων τής γραμματικής καί τοΰ συντα-
κτικοϋ. Ό Γεννάδιος άείποτε διδάσκων προσεπάθει νά έμ-
πνέγ) είς τούς μαθητάς αύτοΰ τό αϊσθημα τοΰ πατριωτισμοΰ.
Άλλά την προσπάθειαν ταύτην κατέβαλλεν ιδίως κατά την
περίστασιν ταύτην, ότε κατελθών είς Βουκουρέστιον μϊμυημέ-
νος είς τα τής φιλικής έταιρΐίας, εγνώριζεν ό'τι ό χρόνος τοΰ
περί των ολων αγώνος ήτο έγγΰς. Έν Βουκουρεστίω σύμπαντα
τόν χρόνον αυτού κατέτριδεν έξάπτων τα αίσθήματα των α-
κροατών αύτοΰ υπέρ πατρίδος καί ελευθερίας, καί μνημονεύων
των δύο τούτων λέξεων συνεκινεΐτο μέχρι δακρύων. Άοκνος
λειτουργός τοΰ άπορρήτου σκοποΰ παρεσκεΰβζε τα άναγκαιό
τατα των έφοδίων πρός επιτυχίαν αυτού, παρεσκεύασε τάς καρ¬
δίας" «Τόν ενθυμούμαι — γράφει εις των μαθητών αύτοϋ, ό
έπιφανής Άλέξανδρος 'Ραγκαδής —τόν ενθυμούμαι ό'ταν έν
τω δημοσίω σχολείω τοΰ Βουκουρεστίου, έν πλήθοντι άκροα-
τηρίφ, έν φ παρεκάθηντο καί οί τού1 ήγεμόνος υ'υί, διδάσκων
τόν Ίσοκράτην πανηγυρίζοντα των άρχαίων Αθηνών την λαμ-
πρότητα καί την εϋκλειαν, ησθάνθη εαυτόν όλον υπό των με-
γάλων έκείνων εϊκόνων έκδακχευόμενον, καί δίατάξας νά κλει¬
σθή ή θύρα ήρξατο έν λέξεσι διαπΰροις έκθετων οία ην ή
"Ελλάς, διδάσκαλος καί κορωνίς των εθνών, όταν ελαμπεν έπ'
αυτής ό ήλιος τής ελευθερίας, καί πώς κατέστη των λαών
χλεύη καί έξουβένημα, άφ' ότου ΰζέκυψεν είς δουλείας ζυγόν'
καί τοσούτον συνεκινήθη περιγράφων την Ινδοξον έλπίδα (ήτις
ήν τότε Ιγκλημα, καί ήν πολλάκις έτιμώρησε θάνατος), ώστε
την φωνήν τού διέκοψαν δάκρυα, των δέ νέων άκροατών τού,
κορυφωθϊίς ό ένθιυσιασμός, έξερράγη είς κεραυνώδεις έπευφη-
μίας. Ούτω προητοίμαζε την ύποδοχήν τής ελευθερίας, ούτως
ήροτρία τό εδαφος είς ό έμελλε νά κατατεθή ό φλογερός αύ
τής σπόρΐς, εϊδώς πόσον άγονος αποδαίνει ή -ικρούς τταράγει
καρπούς όταν ρίπτηται είς γήν άκατέργβστον καίδιεφθαρμενην.
Διά τουτο καί όταν ήλθεν ή χροωρισμένη ήμερα καί ήχησε
πρώτον έν Δακία ή σάλπιγξ τής άναστάσεως ή νεολαία, είς
τα ό'πλα όρμήσασα, έτάχθη υπό τόν Γεννάδιον, όστις βφοΰ τίί
έκήρυξε το ευαγγέλιον τής ελευθερίας, ώφειλεν ήΒη νά την
όδηγήστ) υπό την σημαίαν αυτής.» Όπερ καί έπραξεν ευθύς
ώς ό 'Υψηλάντης διέδη τόν Προΰθον.
Ό 'Υψηλάντης τότε απέστειλεν αυτόν :ϊς Τρανσυλδανίαν
πρός στρατολογίαν κ.ιί συλλογήν έφοδίων καί συνδρομών.Άλλ'
είς αύτό το μεταξύ επήλθεν ή καταστροφή τοϋ ίεροΰ λόχου.
Θεωρηθΐντος δέ τοϋ αγώνος έκ~νεύσαντος ό Γεννάδ ος μετ"
άλλων κατέφυγεν είς 'Ρωσίαν, ένθα παραμείνας επί μικρόν
καί την έν Όδησσω σχολήν καί αύθις επισκεφθείς, μετέβη
είς Γοτίγγην τής Γερμανίας επί σκοπώ σχουδής τής θεολογίας.
Έκραγείσης ομως καί διατηρηθείσης τής έπαναστάσεως έν
Έλλάδ: ό Γεννάδιος έγκατέλιπε την Γερμανίαν τω 1824.
ΌΒοιπορΰν δέ διά τής Ιταλίας διε-εραιώθη είς Ζάκυνθον καί
13·
196
εκείθεν είς Κυχαρισσίαν, ένθα έξενίσθη ΰχό τοΰ κατόπιν Γε-
ρουσιαστοϋ Γρηγοριάδου όστις, τη αϊτή:·ει τού, τόν απέστειλε
μετά συνοδίας είς Τρίπολιν.
Έκίΐθίν μεταβάς είς Ναΰπλΐίν *«ί ακολούθως είς Αθήνας
συνέδεσε στενήν φιλίαν μετά τΐΰ Γούρα όστις έσκέπτετο νά
ιδρύση σχολείον έν τη πόλει ταύτη κα'ι μετά τοΰ Φαδιέρϊυ, 8ν
συνδιήλλαξε ν.αί ήϊέλφωσε μ=τά τού Κριεζώτου καί παρηκο¬
λούθησε μέ τΌ -υροδόλον άνά χείρας εις τϊ άτυχές τής Κα-
ρύστου έχιχείρημα. Μετά την άτυχή δέ ταύττν στρατείαν επα¬
νέκαμψεν επί ψαριανοϋ πλοίου είς Σΰρον «άνυπόδητος, φθει-
ριών καί ήλιόκαυστος,» ώς διηγεΐται ό συναιωνιστής αύτοΰ
Παναγιώτης Σοδτσος.
Άλλ' ίΰδαμοϋ Ιλβμψεν άνδρός άρετή ώς ή τού Γενναϊίου
έν Ναυπλίω μετά την πτώσιν τοϋ Μεσολογγίΐυ.
Τό Μεσολόγγιον πυρποληθίν εφάνη λάμψαν επί τής Ελ¬
λάδος ώς έπικήδειος δάς τοϋ αγώνος. Ή Στερϊά ησθάνθη τάς
δυνάμεις της έξαντληθείσας' ή Πϊλοπόννησος έδτιοΰτο υπο
των Αίγυπτίων' γενική καταστροφή επέκειτο άν δέν έξεπέ'μ-
πετο στρατος άναχαιτίσων τ:ύς πολεμίους. Κατηφής καί πε-
ρίτρίμος συνέρρϊυσεν ό λαός τής Ναυπλίας είς την πλατεΤαν
τής πόλεως, ένθα συνήλθον κα'ι οί περισωθέντίς έκ τής /ατα-
■/.έντρω τής πλατείας ΰψΐυμένην χλάτανον καί εκείθεν μετά
?ωνής στεντορίας καί μετ" εύγλωττίας παντοδυνάμου — διότι
ήτο τής καρδίας ή εΰγλωττία:
« Η πατρίς, άνέκραςε, καταστρέφεται, ό αγών ματαιοΰται.
ή ελευθερία έκ~νέϊΐ. Πρέχει οί άνδρεΐοι ούτοι, οίτινες Ιφαγον
χυρίτιδα και ανεχνευσαν φλόγας, καί ήδη άργοί καί λιμώτ-
τοντες μας περιστοιχίζουν, νά σχεύσωσιν οπου νεος κίνδυνος
τούς καλεΤ. Πρός τοϋτϊ άπαιτοϋνται πόροι, καί πόροι έλλεί-
φορά. Άς μέ μ'μηθτϊ όστις θέλει! !»
Κα! έπικροτοΰντβς τοΰ χλήθους έκένωσε κατά γής τό ΐσ-
-/νόν διδασκαλ'/ΐ/βαλάντιοντίυ «Άλλ'όχι :παν:λαδ: μςτ'
ολίγον ή σ,ι/.ισφιρ» α^τη εΐν; ούτιδανή Όδολό/ άλλον δεν
Ιχω να δωσω άλλ' Ιχω εμα,ιτο/ και ιδού τό/ πωλώ ' Τις
θ:λ;· διδάσναλον ςπί τςσσαρα Ιτη δια τα παιδία τού , άς κ«-
ταδάλ/) το τίμημα ' '» Οί λιγοι ούτοι τοΰ Γενναδϊ^ :ξήψαν
άκάθςκτο/ :·/05.»σιασ|Αϊ/ μ:τοιξΰ μικρών κα> μεγάλων, κα·
πάντ:ς υςτα 8βΛρ^/ Γστςυσαν να προσφ.ρωσιν ν μ.ν ς/ρή'
ματα '- οί, ούδ' αύτω / :ξαιρο.ιμ.5νων των υπό ~:νιας και —=·-
νης /ατατρ >χωμ:/ω/ στρατιωτώί, ο,τ' έκαστος ή οπλον ή
κοσμημα εί/: τίμιον Ωστ: * μ'./ρώ συνςλίγη -τοσοτης :παρ-
κης πρός Ο.ρατ:ίαν τώ τρωτω; και μάλλον .πςιγουσώί ά-
ναγκών Ά-.φασισΟη δ. να σ.ΐ/'ΐλθωσι κ»1 την &-:α^'ΐν ;ϊς
τας :κκλησιας ο~ως ~ρ5σ.λθ;3σα' κβ' αι γ^ναΤκ:ς προσφςρωσι
και αύτα' τη/ συνδρομήν τω/
Ά~5 βαθ.ΐΰ ϊρθρυ ο Γεννάδιις ~:ρι:μεν:ν .ν τη ,κΛλησια
τΐϋ αγ·ΐυ Γ.ωργιου άλλ' ή 7.:'τουργια άπ:λυσ: και α· γυ-
ναΤκςς, ίσως πτΐηθεΤσ»· τη/ συρροήν τώ/ ς:/ων στρατιώτην,
δ.ν .φα/ησαν ή ολίγαι μονον ΰπήκΐυσβ·/ ςίς τη/ κλήσιν Τοτε
ο Γεννάδιος άποίλςψας τρ'ος τοϋς κ.Γ παρισταμε/ίυς μαθητάς
τώ/ δηαοτικών σχΐλείων «ΔυστΛχή πβιδια, άνςκραξς, σας
:γκατ:λειι!/α / α· μητ:ρςς σας 'Ης.^ι;ο^σ!ν ότι ο "Οθωναίος
σφάζςι και .ξα/δρα-ΐδιζ.ι ότι α^ριο/ Οα Γλθγι νϊ σύρη κ«·
σας ςις αιχμαλωσια/ άλλ' αί'οφίροϋσι φ:ιδωλ-υ;μεναι ολιγον
-/ρυσι:υ "Αλλος τροστάτης δ, / σας μ:νςι .-■ τής γής ;ιμη
ο Θ-ίς Πεσατε εις τα γο/ατα να τόν -βρα/αλςσετ. ' '» Κα'
τα ταιδίϊ ύχ.'κοντα :ις την ιπιτακτικην :κείνην φωνήν .γο-
νάτισαν ολα 'Υψώσας δ' :/ε"νος τιυς όφθαλμυς τρός τό/
ούρα·Λ/ ςδςήθη όπ.ρ τής σωτηρίας των ταιΐωι και τής πα-
τρίδοο, μ.Ο' ό μη δ^/αμ-νος να κρατήση τα δαΑρ^α :ρρίφ6η
εξω τής .κλληοιας άφ.'ς τί/ λαΊν δακρυρρ5ΐ3ντα κα· κατα-
πεπληγμ^νΐν υπό τή: 5^/αμ-ως κα' θ:ρ,Αης τή; δ:ησ.ως Ευ¬
θύς μςτα τουτο -α/.λήΐθησα/ α1 εισφορα· ραγδαιοτ:ραι ή τη/
-/θ:ς κα·. α· γ.//*!*:: :-.μτ:/ μ-τα τάση; -ριθομίας ού μο-
νιν -/ρημάτω·/ -:;σϊτητας άλλα αύτούς τούς κοσμυς τώ/ κ.
φαλών των κα' αΰτούς τοΰς νυμφικοϋς δακτϋλιυς
Όπως ομως ή παρασκ:./»ζΐμς/η -ΐζτριιτύΛ τ, πλήρης
άνεγνωρ-'σθη ή άνάγκη μΐρίωσ.ως και ·τ·τ·κοϋ Όθςν δ·α
198
κηρΰκων συγκληθείς συνήλθεν αύθις ό λαός υπο την πλάτανον,
έκ,εΐ δέ ό Γεννάδιος, άφοΰ εξέθηκε των κοινών πραγμάτων τόν
κίνδυνον καί την ανάγκην τής μορφώσεως'ιππικοϋ:«Άλλά ποΰ,
ειπε, θέλομεν ευρεί ί'ππους; Έδώ βλεπω πολλοΰς, καί πρου¬
χόντας,κβί ύπαρχηγοΰς,τρΐφοντας άνά δΰο καί τρείς ί'πχους καί
κομπάζοντας έ-Ί τουτο έν ταίς οΞοϊς. "Οστις εχει Ί'πχον διά
τρυφήν καί επίδειξιν καί δέν τόν προσφέρει είς τής Πατρίδος
την ανάγκην είνε άνάξιος νά λέγεται προΰχων ή να φέρν·, τό
ξίφος τοϋ άρχηγοϋ. Διά των Ίππων τούτων δυνάμεθα νά μορ¬
φώσωμεν ίππικόν. Τούς πέρνομεν ;—Τούς πέρνομεν, ανεκραξε
μια φωνΫ) ό λαός. — Καί άν δέν μάς τούς δίδουν, τούς πέρνο¬
μεν διά τής βίας ; —Διά τής βίας, άπεκρίθησαν χιλιάδες στο-
μάτων. — Έμπρός λοιχόν, διέταξεν ό κινών τόν λαόν εκείνον
ώς ή λαίλαψ κινέί τα κυματα.» Άλλά -ρίν ή" ιιροφθάιττι νά
εκτελεσθή ή 2εινή έντολή, τριακόσιοι πεντήκοντα ίπιτοι είχον
κομισθή είς την πλατείαν έκ συνεισφορας έκουσίας. Τότε κα-
λέσας έκ τοΰ πλήθ;υς ονομάστι τόν Χατζή Μιχάλην: «Σΰ,
τω είπεν Ό Γεννάδιος, εΐσαι αξιος νά διευθΰνης τό Ίππικόν.
^ά6ε τοΰς ί'ππους, οργάνωσιν αΰτούς καί άναχώρησον όσον
τάχιον.»
Ιδού δέ τί διά τής ρητίρίίας τού ταύτης κατώρθωσε: 40,000
δραχμών συνίΐσφοράν σύστασιν ίππικοΰ διά τής διά τής βίας
καί τής χ=ιθ;ϋς παραλαδής 350 Ίππων παρά των έν Νβυπλίω
πολιτευτών καί φατριαρχών' την σύστασιν τής φάλαγγος των
Θίσσαλών καί Μακεδίνων' την σύστασιν τοΰ τάγματος των
Ήπειρωτών' την σύστασιν τοθ τάγματος των Ίονίων. Καί
ούτως εξήλθϊ διά τ:ϋ Καραίσκου στρατηγϊϋντος καί τού Γεν-
ναδίου ρητορεΰοντος ή κατά των Όθωμανών λαίλαψ έκ τοϋ
Ναυπλίου είς την Χέρσον Έλλάδα (Π Σοϋτσος έν Ήλίφ).
Ότε συνήλθεν ή έν Τροιζήνι έθνική Συνέλευσις ό Γεννά¬
διος έστάλη έκεΤ ώς άντιπρόσω-ΐς των Ήχειρωτών
Ότε ό Κυδερνήτης ήλθεν είς την Έλλάδα εύρε τόν Γεν-
νάδιον έν Αίγίνη καί μετά τινάς εμπιστευτικάς αποστολάς τω
άνέθηκε τόν οργανισμόν τοϋ όρφανοτροφϊίϊυ καί μετά ταυτα
τοΰ κεντρικοϋ σχολείου, τοϋ κατ' έχΐίνΐυς τούς χρόνους ανω¬
τάτου τής Ελλάδος έκπαιδευτικοΰ χαθιδρΰματος, ένθα Ί'δρυσε
την πρώτην ελληνικήν βιβλιοθήκην καί τό μουσείον άτινα
■99
μετενεχθέντα ακολούθως είς Αθήνας εχρησίμευσαν ώς πυρή-
νες των ήδη ύπαρχόντων έθνικοΰ μουσείοιι κβί βιδλιοθήκης.
Ομοίως τοϋ κεντρικοϋ σχολείου ό πυρήν μετενεχθείς είί Αθή¬
νας ακολούθως μετωνομάσθη Γυμνά^ιον, άποδοΰς πλουσίους
κα'ι άγλαους καρπούς' καθ" άπασαν την Έλλάδα καί την
Ανατολήν.
Ό έθνικός ποιητής Π. Σουτσΐς όστις παρηκολοϋθησεν
ολόκληρον τό στάδιον τού Γενναδίου άπό τής υπό την πλά-
τανον τοΰ Ναυπλίου δημηγορίας μέχρι τοΰ'τάφου, συνοψίζει
ώς εξής τα τής διδασκαλίας τοΰ μεγάλου τοΰ γένους διδα¬
σκάλου : «Πορεύθητε σήμερον είς την Θεσσαλίαν άπαντήσετε
τούς πλείονας διδασκάλους μαθητάς τοϋ Γενναδίου. Πο-
ρΐύθητΐ εί; την Ήπειρον απαντήσητε τούς πλείονας προ-
κρίτους μαθητάς τοΰ Γενναδίου. Πορεΰθητε είς την Μα-
κεδονίβν' άπαντήσϊτε τοϋς πλείονας 'ιατρονς μαθητάς τοϋ
Γενναδίου. Πορίύθητε είς την Κωνσταντινοΰπολιν, είς την
Σμύρνην, είς την Αλεξάνδρειαν, είς την Βραι'λαν, είς τι
Γαλάζυν ' άπαντήσετε τούς πλείονας ίμπόρους μαθητάς
τοΰ Γενναδίου. Άλλ' ό Γεννάδιος διδάσκων, ϊΰχί μόνον την
ελληνικήν γλώσσαν ένεφύσα είς τοΰς μαθητάς αΰτοΰ, αλλα
καί τόν Ιρωτα τής ελευθερίας ένέπνείν είς αΰτούς, καί τόν
ερωτα τής απελευθερώσεως ολΐυ τοΰ έλληνικοΰ γέν;υς. Κα-
θώς ό όμώνυμος αύτοΰ, ό Γεννάδιος Σχολάριος ύπέκρυψεν είς
τα δίπτυχα τής πατριαρχίας τού τόν άετον τής έλληνικής
αύτοκρατορίας, καί ό Γεώργιος Γεννάδιος τόν αυτόν άετΌν είς
τα στήθη των αναριθμήτων αΰτοϋ μαθητών ΰπέκρυψε.»
Τοιαύτην άσκών δύναμιν ηθικήν καί ΰπΌ τοιΐύτοιι Εμφοροΰ-
μενος ερωτος πρός τό έργον όπερ εθεώρει ώς ιεράν αύτοΰ
αποστολήν, μετά δυσκολίας επείσθη νά συμμετάσχτι τής ενερ¬
γείας χερί ιδρύσεως πανεπιστημίου, όπερ εθεώρει δικαίως, ώς
τα πράγματα έκ των ϋστέρων έμβρτΰρησαν, τζρίωρζν και επι-
ζήμιον είς την βάσιμον κατωτέρα·* παίδευσιν. Άλλά μή βου-
λόμενος νά φανίί άντιδρών κατά των άδυναμιών άλλων, καί
διά την οικοδομήν τοϋ ^ανεπιστημίου εξ μισθΐΰς τής καθηγε-
σίας τού χροσέφερε κα'ι τοϋ προσωπικού καταρτισθέντος εδέχθη
νά συμπεριληφθί) έν άρχτϊ, διορισθείς καθηγητής τής ίστορίας
τής φιλολϊγίας. Άκϊλϊύθως ΐμως απεσύρθη ν.τ.ϊύ-ι ότι άν
200
ό'λοι είσπηδ/;σωσιν είς τό πανεπιστήυ.ιον, ουδείς θέλει μενει
είς τα κατωτέρα σχολίΐα, ών ό καταρτισμός είνε ούχ ήττον
σπουδαϊος. Ούτω άφήσας τάς πανε-ιστημιακάς έ'ϊρας είς
τούς μαθητάς τού έξηκολούθησε διευθύνων τό αγαπητόν τού
γυμνάσιον.
Έξ εναντίας δέ έδέξατο μετά πάσης προθυμίας την καί
τί) φρεν'ι καϊ τη καρδία τού προσφιλεστέραν πρόσκλησιν τοΰ
νά διδάξνί έν ττϊ 'Ριζαρείω σχολγί, ής αύτός προυκάλεσε την
σύστασιν, φιλοτιμήσας είς τουτο τίύς άδελφούς 'Ριζάρη, καί
ήν αύτός έθίμελίωσεν, ώργάνωσε καί φιλοστόργως μέχρι τοΰ
θανάτου τού ήγάπησεν.
Άλλά ν.αί τής φιλεκ-βιδειιτικής έταιρείας αΰτός υπήρξεν
έκ των πρώτον καί ένθερμοτέρων θεμελιωτών καί ώς άντι-
πρόίδρος (τής επί τιμή προεδρείας άφϊθείσης τω κλεινω
Κουντουριώτϊί) επί χολλά Ιτη καθωδήγησε τάς προόδους
αυτής. Καί τής άρχαιολογικής καί φιλολογικής έταιρείας ην
είς των -ρώτων ίδρυτών, καί των ορφανοτροφείον καί άλλων
αγαθοεργών καθιδρυμάτων ΰπήρξϊν ή ψυχή καί ή κινοΰσα
δύναμις, έπιστέλλων αδιακόπως πρός τοΰς κατά τάς Ήγεμί-
νίας καί την Έσπϊρίαν όμογενεΐς, έξάπτων αυτών τόν ζήλ;ν,
προτρέπων την έλευθεριότητα καί καθοδηγών την Οπερ έθνω-
φελών έργων ούτω δΐϊγϊρθϊΤσαν προθυμίαν αυτών.
Των μαθητών αΰτ;ϊί ήτο πρΐστάτης, ήτο πατήρ, καθοδη-
γών καί βοηθών αύτΐΰς καί ήθικώς καί Ολικώς. Πάντες
οί έκ τής ελευθέρας καί τής δούλης Ελλάδος πτωχοί μα
θηταί εις τβν Γεννάϊυν πρΐσέτρεχον όπως θϊραπϊΰτωσι την
άνέχειάν τυ>ν
Πάσαν Κυριακήν μετα την εκκλησίαν ό άδραμιαΤοξ αΰτιΰ
οικος ην -λήρης μαθητών, χηρών καί ορφανών. Πάντες
προσήρχοντΐ ώς πρός φιλόστοργον πατέρα. Ό δέ Γίννάδιος
δεχόμενος αΰτούς μετά τή; απαραμίλλου τ5υ έκείνης φαι-
ίρότητος καί εύπροσηγορίας ειχε δι' έκαστον λόγον καλόν
καί μαλακτικόν, -αραίνεσιν η παρηγορίαν, ένθάρρυνσιν ή
αστειότητα.
Ο Γεννάϊιος ήτο μίτρίου άναστήματος καί ιτως ευρωστος.
άλλά σΰμμετρος τό δεμας. Κατά τα τελίυταΐα Ιτη έχώλαινϊ
τόν έ'τϊρον πόδα, παθών έκ ρευαατισμΐϋ, άποτελεσματος των
201
κατά τόν Άγωνα καλουχιών. Ει-/_ϊ τό -«ράστημα μϊγαλο-
χρεπες καί επιβλητικόν, την όφιν φαιόράν καί τούς τρόπΐυς
άνδρικοΰς καί εύθεϊς, «νευ τοΰ έλαχίστου προμϊμελετημένου
επιτηδεύματος.
Ή ϊδέα τοΰ έλληνισμοΰ καί έν τω εθνει καί έν τί) -ολ'.τϊία
καί έν τοίς γράμμασι καί έν τοίς ήθεσι καί έ·/ τη κ;:νωνία
κατεϊχεν αυτόν όλ.ον, καί ύπ' αυτής μόνης ήγετο. "Ωστε ά~ε-
στρέφετο τοΰς φραγκισμοΰς καί ιδίως τα μιξοδάρδαρα εθη καί
αύτά τα βοφδαρόφωνα όνόματα, οία τα Άμπάσογλίυς
Καραγιάννης, κτλ. Όθίν άν·δάτ:τισΐ δι* έλληνικών όνο-
μάτων πολλους των μαθητών αύτοΰ καί 3η καί τούς φίλους
αύτοΰ Βενθΰλον κ,αί Τισβμενόν ούτως βύτΐΰς μετΐνομάσας.
Τίς δέ των μαθητών τού δ=ν ένθ^εΐται την ά~5τρ5πίασιν ήν
ησθάνετο καί τάς δριμείας έπι-λήςίΐς άς άπέτϊΐνε πρός τοΰς
μαθητάς τ;ύς φεροντας -χϊΐρίδα; καί δίοπτρα άνευ λόγου :
Έν Αίγίντ, διατελών ό άϊίμνηστος ανήρ μετά την άζ:κα-
τάστοΐσιν των πραγμάτων έσχετίσθη μετά τοΰ κλεινο3 Άθη-
ναϊκοθ οΓκου τοϋ Προκοπίου Βενιζέλου ούτινος την πρωτίτοκον
θυγατέρβ "Αρτεμιν ένυμφεύθη.Έκτοϋ γάμΐυ τούτου εγεννήθη¬
σαν τέσσαρεςθυγατέρες καί τίσσαρΐς υϊοί ών ό τριτότίκος Κων¬
σταντίνος,ή υπό πάσαν εποψιν εικών αυτή τοΰ π&τρός, πρζώρωζ
έτ£λεΰτησεν έν τη ξένη. Τό βάρςς τής πολυμελοΰς ταύτης
οίκογΐνείας δέν θά ήτο δυσφίρητον εάν ό μέν Γεννάδιος ειχϊ
την συνήβη των άνθρώπων ΰτέρ "ών ϊοίων συμφ?ρίντων φρον-
τίδα, καί εάν δϊν άφιέρου όλον αΰτοΰ τόν νίϋ·ί καί τάς δυνά¬
μεις είς μόρφωσιν των νΐ'ων έκϊίνων ών τινϊς ίΛίΐτρωτ; να
γίνωιιν αΓτιοι των μ=γίστων -ικρ'.ων τοϋ βίου βύτοΰ. Κβτα τα
τϊλϊυταΤα ετη έξα-ατηθϊίς υπό τριών τούτων, /.ατευεργετη-
6ΐντων ΰπ' αύτοΰ, έγγυηθϊίς ΰπίρ αυτών καί τηρών την τιμήν
τής ύπογραφής τού, ηναγκάσθη νά -ωλήση χττ,μ.χτί τίνα καί
νά υποθηκεΰ— άλλα. Καταδολιευθΐίς δ= καί υπό ετέρου τινος
δημιουργήματός τού, όστις ακολούθως ΰ-ίρϊ-λοϋτησϊν, ητ;
άπαρηγόρητος, ούχι διά την απώλειαν τής ζεριςυσίας τυ
καί την πενίαν των τέκνων -ου. άλλά διότι δεν ηδύνατο -λέ;ν
νά βοηθή ώς ήθίλί «τα καψόπαιία» (τοΰς πτωχούς μαθητάς)
Όποία 5' ήν ή μαρτυρι-/-ή τωϊντι άγωνία αύτΐΰ -αρίστησιν ή
202
εξής αληθής εικών, δημοσιευθείσα μικρόν πρό τοϋ θανάτου
αυτού έν τη τότε «Αθηνά.»
«Άλλ' άν τις, καί ό άχαθέστερος, θέλη νά συγκινηθή ποτε
■αϊΊ αύτάς, ημείς τω λέγομεν τί νά πράξη είς τοΰτο' έξεγερ-
θείς μίαν εργάσιμον ημέραν, χολλά πρωί, την έ'κτην ωροη,
καί έλθών είς τα όπισθεν των άνακτίρων, άς καθεσθη κατα
τό κράσχεδον τής λεωφόρου" εκείθεν θέλει Γδει δΊαίαίνοντα
γε'ροντα έβδομηκοντοΰτη, μέ λευκάς τρίχας είς την κεφαλήν,
κρατούντα βακτηρίαν είς την δεξιάν, ύποσκάζοντα τόν έτερον
πόδα καί άνά βήματά τίνα ίστάμενον είς άνάρρωσιν καί απο-
σπάγγισιν τού ρέοντος ιδρώτος. "Ας περιμένη ό θεατής αύτοΰ
καί μετά δύο ώρας θέλει ιδει την διαδάτην έπανακάμπτοντα
την αυτήν οδόν, αργότερον διά τόν μέγαν κάματον, είς δν
υπέβαλεν όλιγόϋπνον τό γηραιόν σώμά τού άπό τής πέμπτης
ώρας, καί ό'μως σπεύδοντα παρά δυναμιν, ΰποβοηθούμενον υπο
δΰο μικρών παιδίων, όπως διανΰση την μακράν είς την χόλιν
οδόν καί διά τουτο εχΐνα όλον τοϋ σώμα-.ος τό αΤμα συμπε-
φορημένον είς την κεφαλήν καί τό πρόσωπον. Ό γέρων ούτος
είνε ό Γεώργιος Γεννάδιος. Έδίδαξε δύι ώρας είς την 'Ριζά-
ρειον σχολήν καί πορεΰεται εκείθεν είς τό Γυμνάσιον τής πά-
λεω:, όπως εκπληρώση έκεΐ τό διπλούν έργον τού" διευθυντού
κβ'ι διδασκάλου Τα έννέα δέκατα των λογίων καί ύπαλλήλων
των τραφέντων καί ·παιδευθέντων επί τής έλευθίρίας είνε
μαθηταί τΐυ. Πεντήκΐντα ετη διδάσκει, συνηγωνίσθη τόν υπέρ
ελϊϋθερία; αγώνα ώς ολίγοι, συνέστησε μετά την εγκατάστα¬
σιν των πραγμάτων την έν Αίγίνη κεντρικήν σχολήν, κατήρ¬
τισε κατά μικρόν τό έν Αθήναις γυμνάσιον όθεν έξέπεμψε
διδασκάλους είς τα άπώτατα 6-ου οίκοΰσιν "Ελληνας. Εφρόν¬
τισε, κατά τοϋς -/ρόνους ότε είκηκούετο, νά άποστίίλη είς την
Ευρώπην άνθρώπους είς τϊλειοτέραν μάθησιν, έξ ών οί άξιώ-
τεροι διδάσκαλοι κα'ι καθηγηταί την σήμερον, καί δμως αύτος
ό άνθρωπος μετά τοσαΰτα ετη δέν είνε τεθειμένος ουδέ βαθ-
μίδα μίαν άνώτίρος των μαθητών τού, άλλ' ΰπόκίΐται είς τα
αύτά βάρη μέ τάς αύτάς άμοιδάς ώς έκεΤνοι........τΌν
τρόπον τοϋτίν τοΰ διοικ=ΐν κα'ι κυδερναν συνειθίζουσι μέν νά
λέγωσιν. οί μή άκρι6ολογοϋντ;ς, άχαριστίαν· τής Πατρίδος,
ή ιστορία ό'μως τής τΐϋ εθνΐυς -αιδείας θέλει διυλίσει τα τό-
σον περιπεπλεγμένα αύτά πράγματα καί άποδίδουσα είς έκα¬
στον τα έχίχειρα' διότι δύναται μέν επί καιρόν νά φιμωθΫ) ή
άλήθϊΐα, έν τέλει όμως θέλει ευρεί καιρόν νά ανοίξη τό στόμα
της καί εξετάση τούς άνθρώπους Ισωθεν καί έξωθεν, μάλιστα
κατά τό ιερόν τουτο έπάγγελμα, είς τοΰ όποίβυ την τύχην καθ"
ημάς κείται τό μέλλον τής Πατρίδος.»
Ή Αθηνά διενέμετο τότε χερί τό εσπέρας, μετά τόν
κάματβν δέ τής ημέρας συνείθιζεν ό άοίδιμος γέρων δίΐχνήσας
ν* άκροαται άναγινωσκομένων των έν αύτη υπό μιας των θυ-
γατέρων. Έπειδή δέ τό έκτενές έκεΤνο άρθρον έπραγματεΰετο
περί τής έν Ελλάδι παιδείας έπέτεινε την προσοχήν κ,αί
ουδείς έφαντάζετο ότι θ' άπέληγεν είς την ανωτέρω συγκινη-
τικήν περίοδον" ότε δέ ή τρυφερά νεανις έφθασεν έν άγνοία είς
τα περί τοΰ ίδίου πατρός λεγόμενα, έκόπη είς δάκρυβ καί
ολοφυρμούς. Κΰψας δ' έκεΐνος περιεπτΰχθη βΰτήν ιταρηγορών,
ότι αΰτός προήρετο τόν τοιούτον βίον έπ' άγαθω τής πατρίδος,
ή δέν ηθέλησε νά κατβφάγη ώς σάραξ αϊτών άμοιδάς' καί
παρώτρυνε τα παρακαθήμενα τέκνα νά προτιμώσι το ίρύθημα
τοΰ τιμίου αγώνος άπό τοΰ έρυθήματος τής έπονειδίστου εκμε¬
ταλλεύσεως τής πατρίδος. Ή δέ σκηνή έκίίνη Ιμενε ββθίως
εγκεχαραγμένη έν ταίς τρυφεραϊς αυτών καρδίαις.
Την αυτήν εύστάθειαν καί γενναιοψυχίαν είχεν ήδη διατρα-
νώσει οτΐ δύο ετη πρότερ&ν οί έν Σμύρνγ) τό πρώτον καί
είτα οί έν Κωνσταντινουπόλει όμογενεΐς προσεκάλεσαν αυτόν
έκεΐ μισθόν όκτωχιλιόδραχμον ύχοσχόμενοι μετ' άλλων πλεο-
νεκτημάτων. Άλλ' ό Γεννάδιος διστάσας επί μικρόν, τής
συζύγου αΰτοΰ προτρεχούσης αυτόν νά δεχθή, απήντησεν ότι
καίτοι πενόμενος μετά πεντηκονταετεΐς αγώνας, ομως χοτέ
δέν ήθελεν άθετήσει τα διδάγματα ολοκλήρου τοΰ βίου τού,
κΐκρατουμενης χώρας, έχέθίΐ δέ να καταθέστ·, τα έστα τού έν
γτ, ελευθέρα.
Κα'ι έν γίί ελευθέρα κΐΐνται τα όστά του,άλλά κεκβλυμμέ-
να δι'άπλής πλνακός είς γωνίαν τής γής ταύτη:, λησμονηθέντα
204
υπό τ;ΰ Ιθν:υς ΰτήρ ΐΰ 5—1 πεντήκοντα ετη έμόχθησΐ καί υπέρ
ςδ απέθανεν.
Ειχίν έκραγή ή έν Ήπίί;ω έπανάστασις τοΰ 1854, ότε οί
άπανταχίθ Ηπειρώται έξελίξαντι αυτόν όμΐθΰμως πρόεδρον
τής έπαναστατ-.κής έπιτροπής. Άνίλαμψε τοτε έν αύτω ή
αρχαία φλός τού υπέρ ελευθερίας αγώνος καί διήγειρε την ψυ¬
χήν αυτού* όλην ό υπέρ τής ιδίας πατρίδος πόθος. Άτεκδυθείς
είς τον άγώνα μετά τί3 συνήθους αύτω ένθουσιασμΐΰ. κατί-
ζικράνθη υπό τής -ρζώριν καταπτώσεως τοΰ κινήματος. Αί
πυκ,ναί δέ έπ' εσχάτων τοΰ βίου τού δοκιμασίαι έκορυφώθησαν
διά τής έσχάτης ταύτης καί βαρυτάτης δι' αυτόν πικρία:.
Ούτω κατα-επονημένον, καταδεβλημένον, ήγανοτκτημένίν
ευρεν αυτόν ή εσχάτη στιγμή. Ή χολερα ^ν έκόμισε μεθ'
έ«υτοΰ ό στρατός τής κατοχή; έπήνεγκε κοινωνικήν διάλυσιν.
Πανεπιστήμΐϊν, Γυμνάσια, σχολεΐα, ολα διελύθησαν. Πάντες
Ιφευγον. Μόνΐς έκϊίνος εμενε πιστός είς την τάξιν τού ώς
αληθής στρατιώτης. Εκινδύνευε νά διαλυθί) ή 'Ριζάρειος
βχολή, καί στασιασάντων των μαθητών ό διευθυντάς εδραμε
πρός αυτόν αϊτών τή·/ -αριυσίαν βύτΐΰ ήτις μίνη, δια τής
παντοδυνάμου έπιρροή; τού επί τοΰ -νεΰματος των μαθητών,
ηδύνατο νά συγκρατήση αύτούς. Ήτο φοδίρά χρωι'α τοΰ νοεμ¬
βριού, ό βορρας έσΰριζί σφοδρός καί τό ψΰχος ηΰςανί τού;
κινδΰνους τούς έκ τής ίπιδημιας. Ή σΰζυγος καί οί θυγατέρες
γονυπετεΐς ίκΐτίυον αύτ'ον νά φεισθί) αυτών, τότε άπαξ, μάλλον
^ τής Σχολής. Άλλ' ή φωνή τοΰ χ,αθήκοντος ητ: ίσχυροτέρα.
«Άφήσατέ με. είπϊ,νά πράςω τό καθήχ.ίν μου. Ή συντήρησις
τής Σχολής έςαρτατα· άπ' έμοΰ, καί δέν θέλω νά φέρω έν τίϊ
συνειδήσει την ευθύνην τής διαλύσεως αυτής. Ό Θϊός βοη-
θός! ! » Καί ούτως εξήλθεν αΰτό τουτο είς βέβαιον θάνατον.
Προσεδλήθη υπό τής βροτολοιγοΰ νόσου έπ' αυτής τής έ'δρα;
«φ' ής Ιδωκε την δ'.ανοητικήν ζωήν είς μυριάϊας Έλλή-
νων, καί έπανακάμψχς οΓκαδϊ ά-έθανε, ήμερα
12 νοεμίρίου 1854.
ΚΑΚΟΦΑΤΑ ΕΓΦΗΜΑ
'ΠΑΡΧΕΙ μία των φυσκών απολαύσεων τοΰ ανθρώ-
που αβωοτάτη χα'ι ανυπερθέτος. ήτις όμως $έν προ ·
φέρεταΐ, ώς δυσάρεστος εις την α*οήν χαί δυσεγ-
καρτέρητος εις την συναναστροφήν, ό/ι μόνον αυτή,
αλλα χά; Ό τόπος δπου έχπλττ|ροΰται τκρι αύτοϋ 5ε τούτου, —
δηλαοή τοΰ τοπου — χυρίως ιτρόχειται.
Και άλλοτε έχαμα λόγον περι αυτοϋ, ό/ι αεν εν μέβαι; Αθή¬
ναις, αλλα [Αεταξίι δτ,μοσ'ιον ου"/ ήττον χοσμίου χαι αιίήμονος,
/ωρις να φανώ απροσδιόνυσος- διο χαι θα τον επαναλάβω, πι-
στεύων ^τι και εν ιω ά·;τει της Παλλάδος 4 λόγος περι ού
ό λ ό γ ο ς δεν βα αποχτ,ρυνβί, ου8ε ώς άπρίπής, ουδ' ώς πάνττ,
αάταιος
Είνε χΐχόφατος, αλτ,θώ; α/λα τί δεν δύναται νά «ξτ,γ-ηβ^
ευιρήμως δια σεανών περιφράσεων, δταν ό λαλών αιδεΓται χαι
τους περΐ αυτόν μέν, αλλα χαι εαυτόν προ πάντων. Εις τουτο
συνίσταται ή χοταιότ-ης, ής άνευ μηδεις έντ; την αξίωσιν να
συγχαταλέγεται εν τί) χορεία των φιλοτίιιων προσώπων τής χχ-
λής χοινωνίας.
Ναί, είνε χαχίφατος ό τόπος εχεΓνος, και όΐχως θέλω περι αυ¬
τοϋ να είπω, ώς ενδΐαφέροντος δια την υγείαν των οιχιών, και
την άνεσιν των ενοιχούντων, οΐτινες αγαποϋν ανααφιβόλως την
καλήν ανάπαυσιν, άχι μόνον επι των Άχλαχών στρωαάτων, αλλα
χαι . . .
Διαχόπτοααι, διότι ουδέ 8=λω να προσθέσω «μέ το συυιπάβειο"
χαθω: λέγει ό λαος όσάχις προφέρτ, τον αριθμόν π έ ν τ ε, ουδέ
206____
ιιερον εκτίθεμαι εις τοιούτου; κινδύνους καί κόπους, και αν επ;
τέλους ναυαγήσω εν τω πνεύματι των δσο: έχουν σν/7|ΐΛατίσει
μέχρι ώρας ιδέαν περ; της κοσμιότητός μου άχι κακήν, το κρΓμα
μου εις τον λαιμόν των αρχιτεκτόνων αύτοι άς έχωσι την
άμαρτίαν μου.
Ναί, μάλιστα' των αρχιτεκτόνων.
Γινώσκετε το εν Αθήναις Ιλίου Μέλαθρον, την εν τή
λεωφό:ω Πανεπιστημίου μεγάλην και πολυτελή ιδιωτικήν οι¬
κίαν, ~ι μάλλον μέγαρον κατακεχοσμημένον δι' αγαλμάτων, και
ίρέρον επι τής πρβσόψεως την επιγραφήν ταύτην γραμμασι χρυ-
^Γθϊς- Ωσαύτως γινώσκετε ότι ή χαλλίστη αυτή οικοδομτι ηγέρθη
υπο τοϋ περιωνύμου αρχαιοδίφου κ. Σχλιευιάννου' επωνθ|Λ.άσθη 8ε
ύπ' αυτοϋ Ιλίου Μέλαθρον (καίτοι φέρει αψίδας ρωμα'ιχας
αντιφωνούσας πρός την τρωικότ'ητά τού) διότι αυτόθι ό εκ γενε-
τής Γερμα'Ός κτίτωρ κρατεΓ αποτα[Λΐευυ.ένα δσα των αρχαίων
τρωϊκών εΰρημΐτων τού δεν εδώρησεν εις τα μουσεΐα τής γενε-
τείρας αύτοϋ χώρας, φυλάξας ταυτα δια την 'Ελλάδα ώς δευτέ¬
ραν πατρίξα τού.
Ό όμτ,ρΟΜλβ; λοιπον ούτος ανήρ, ό^ι μόνον την πρόσοψιν τής
οικίας τού επετή«.χνεν ώς ανωτέρω, αλλα χαι εις τα εντος αυ¬
τής επεγραψεν επι πάσης θύρα; στίχους εχ τής Ιλιάδος χαι
τής Οδυσσείας, προτφυείς κατα το μάλλον 7) ήττον εις την χρή¬
σιν εκάστου δώματος. Αλλ' εις μίαν των θυρών επεγράφη μία
.και μονη λέξις, συνήθης κατα τους αρχαίους γαονους ή λέξις
ΕΥΜΑΡΕΙ*
Τί δηλοί ε υ μ άρ ε ι α ; Ανοίξατε τα λεξικά, χαι θα ευρετε
«ευχέρεια, ευκολία, άνεσις χαι (ώς ό Ηρόδοτος αναφέρει που)
κατ' ευφημισμόν . . . . »
Πάλιν δεν προχωρώ. Κλείω το λεξικον τοϋ Σκαρλάτου Βυ-
ζαντίου χαι ανοίγω το τοϋ Αΐβχαηατβ, θέλων να ί5ω πώς όντος
ερμηνεύει γαλλιστι την αυτήν λέξιν. ΕκεΓ εΰρίσχω « οοπιΐηθ(1ίΙβ,
ίίίίΐ Ϊ
Αποφέρει τι λοιπ'ον ή λέξις ευμάρεια τ ο ι ο ϋ τ ο, ώστε να δυ-
σανασχετήσγι πρός αυτ·ην και ή λεπτοτάτη των οσφρησεων ;
Όχι βεβαίως, αφοϋ ευμαρίδες ελέγοντο υπο των αρχαίων
χαι αϊπαντοΰφλαι (αυται αί εις τους ΖρόίΐθΌς των Αθη¬
νών πεςιλαλούμεναι παντόφολαις, κατα το πολυθρό-
ν α ι ς, αντι τοϋ ιταλικού ροΙΙΐΌΠβ)
Και νυν άποτείνομαι πρός τους χιιρίους αρχιτέκτονας, οίτινες
6α μ' εννοήσωσιν αμέτως.
Ναί, χ.ύα'.ο'. απο σάς περιμένει δ Έλληνικο; χόσμος να αεταρ-
207
ρυθμίσετε το πραγμα χαθως αετερΐυθυιίσθη το όνομά τού, χάρις
εις τον φιλάρχαιον Γερμανόν. Δια την άνίσιν, δια την υγείαν
των κατοίκων πάσης οικίας, μη τοΰ λοιπού ζητεϊτε να το τοτο-
θετήσετε δπου τα ανήλια και τα απήνεμα αυτή;, θεωροΰντβς
τουτο ώς αντικείμενον τής εσχάτη; φροντίδος, καθο τής εσχάτης
χρήσεως. Εσχάτη μέν τωόντι ή χρήσις, αλλ' επιτακτικη χά;
ανυπερθέτος όσον χαι ή τής τροφής χαι πόσεως
Όμολογουμένως, οί θνητοι δεν είμεθα άγγελοι τρεφόμενοι δι'
ουρανίου άρτου( η μάκαρες εισπνέθντες αΐΛβροτίαν χαι ουδέν
αποβάλλοντες. Αν θέσωιχεν ώ; αρκτιχον πόλον τής διατηρήσεως
των σωμάτων ημών το εστιατόριον, ανάγχη πάσα χαι πόλου
ανταρκτιχοϋ, τής εϋΐλαρείας ό δέ ανταρχτιχος όντος πόλος ουδό¬
λως πρέπει να περιφρονήται δια τον λόγον ότι είνε μυστηριω-
δέστερος τοϋ εναντίου τού.
Η μη δέ» είμεθα ήμεΓς αύτοι οί εισιόντε;, οί χαθεζόυιενοι, οί
αναχουφιζόαενοι, οί αιτολαύοντες ανέσίως εν τγί ευααρεία χαθω;
εν τω έστιατορίω ; Σ,τέλλοαεν εις αυτήν άλλον τίνα ανθ" ημών ;
'Τπάρ^ουν λειτίυργίαι τας οποίας, χαι μυρίους αν ί/τ^ τι; ύπγ)-
ρέτας, χαι όσον επίπονοι αν ιΐυμβγι να Ϋ)νε, επείγεται να εχπλγ)-
ρώσγι αόνος αυτάς.
Λοιπον απορώ πώς δεν εδόσετε μέχρι τούδε προσοχήν εις
τουτο ! Εννοώ προσοχήν την δέουσαν σπουδαίαν προσοχτ(ν.
Συνήθως μά; στέλλετε εις τα σχοτεινότερα τής οιχίας παρά-
βυστα, εις τού; ενδοτάτους χευθαώνας της, εις τα; δ·ηλητ-ηριώδει;
αναθυμιάσεις των ύπονόαων της, όπου βόσχουν αί χανθαρίδες,
δπου αί αρά/ναι χρεμοΰν σινδόνας επι σινίόνων, προΓχα δια τας
θυγατέρας χαι τας εγγόνϊς των, παραδίίγματο; χάριν, υπό τίνα
κλίμαχα, ένθα μόλι; δύναται τι; να σταθγί όρθιος, ένθα αόλΐς
χατορθοΓ περιστέλλων τα φορέματά τού να μεταγυρίσ·/; το σώμα.
ένθα ψηλαφητι ζητεί ποϋ χαι πώ; να πατήση, ποΰ χαι πώς να
εςοικονομ·/)θή.
Λάβετε οΓχτον τιμώ την ύΐλετέραν επιστήμγ,ν, χαι μάλΐστα
την αγαπώ πολύ, αλλα συγχωρεΓτέ αε· εάν τις των φίλων αου.
τοΰντες αυτο οτιαυ φώ; χαι αηρ' ναι, ■τοιιτο πρώτον πάντων, και
έπειτα αν περισσεύν) τόπος, τότε χαι μόνον τότε να δώτετε ευ-
ρυχωρίαν και εις τα άλλα, ών πρέπει να πρωτεύτ) το εΐτιατό-
διο) διότι και τουτο το μ.ίροζ τή; κατοιχία; τοΰ ανθρώπου αναγ-
κη να ί)νε ευδιάπνευστον χαι φωτεινόν, αφοΰ εχεΓ τίθεται και ή
έστία, εκεΓ και ή καθημερινή τής οικογενείας συναναστροφ·η εν
ώραι; χειμώνος και θέρους, εχεί και ή τοϋ Θεοϋ ευλογία, προσ-
ευχομένων των γονέων προ της αχνιζούσης λοπάδο; το « Φά-
γονται πένητες. »
Μη χάριν τοϋ διαύλου χαι τΓ,ς αιθούσης, όπου μικρόν δια-
τρίβουν οί ενοικοΰντες, στεινονωρεϊτε το εστιατόριον και στέλλετε
εις το σχότος το ενδότερον την πτωχήν ευμάρειαν. Λναποφεύ-
κτως αΰτ-η, πλήν τής ευρυχωρίας, εΓνε χρεία να έχν) παράθυρον
ανοιγόαενον τ:ροζ το ύπαιθρον, ώστε να δένεται φώς άφθονον
χαι αέρα ελεύθερον, κατα δεύτερον δέ λόγον να ευμοφί) χαι μη-
χανής, δια το ίοαμον, χαι συσχευής όσον οίον τε ευχρήστου
εις αμφότερα τα φύλα· — οί Άγγλοι δέ κατα τουτο εΓνε αξιο-
μίμ,ητοΐ. Εχείνων επισχέφθητε τας ευμαρείαι.
Όπου αν επιτρέπωσιν οί πόροι, )(ωρεΓ και αυτόθι ή πολυτέ-
λεια' τάπης δηλαδη η παχί» κηρωτον υφασμα επι τοϋ εδάφους,
και μιχρος νιπτήρ, χαι κάτοπτρον, και κτένες, και ψήκτραι, καΐ
χαθέδρα, χαι επι τοϋ παραθύρου θαλερα η δΐίΐυλακω,κ.ένη ΰελος,
χαι τέλος εφημερίς τις πρός . . . ανάγνωσιν, αναμφιβόλως —
μη πρός βά:ος των κυρίων δη:-·οσιογράφων, ών είς χάγω έτυχα,
και εικάζω ότι αφθόνως εχρησίμευσα προ: τοϋχο καθ 3λον σχε-
δον τον βίον, — εφημερίδα παλαιάν μάλλον, ίνα ή ^ελάνη ϋπάρ-
χ·») καλώς απεστεγνωμενη και μη βάφγι . . τας χείρα; προ-
στριβομένη επάνω των
Και τώρα λοιπόν, άν, μεθ' δσα ιυροήχθην να είπω δηυιοσία
εις ουδένα των αναγνωστών και εις ουδεμίαν των αναγνωστριών
μου επροξένησα ερύθ-ηαα, όνλον η δυσοσμίαν, τόσον άρκεί πρός
αντα,ιιοιβήν μου. Χειροχροτήαατα δεν περΐυ.ένω. Εις τους απο
τούδε προτιθειιένους να κτίτωσιν οικίαν ύπέδειξα μίαν μεταρρύθ-
μισιν χρήσιμον, καίτοι πάροδον δυσκολιών εις τους αρχιτέχτονας
όσάκι; τοΓς δίδεται χώρος στενος και περιωρισμένος, απέδε'ξα
δ' εχ περισσοΰ χαι ότι όλα δύνανται να λεχθώσιν ευφήμως διχ
περιφράσεων.
,1 . ^ΣΙΔΩΡΙΔΗΣ ΣΚΥΛΙΣΣΗΣ
ΔΑΝΑΗΣ ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ
[Καταχωρίζοντες ώδε την είχον* τής αίβερίας κα! μυροβόλου
έκείνη; υπάρξεως, τής Δανάης, τής θεσπεσίας Δανάης, τή; αλη¬
σμονήτου χαί πολυκλαύστου Δανάης, τής οποίας έ θανατος, εάν
δέν ήτο κακούργημα, ώ;εϊ έξ ένέδρας, άσυνειδήτου κα! παραλο-
γιζομένης φύσεως καθ" ενός των εντελίστέρων καί άγνοτέρων
πλασμάτων της, θά τ,το έξάπαν-ος τότε άνάχλτ,σις ενός τταρε-
πιοήμου χαί νοσταλγοΰντος έοώ χάτω άγγέλου πρός τόν Πλά-
στην της· φρονούμεν άδιστάχτως ότι διερμηιεύοαεν ούτω χαι
άνταποκρινόμεβα πρός τι α'ισθήαατα τριών προςφιλών πόλεων:
τής Σμύρνης — ήτις βρέφος την έλίχνισε αετά στοργής' τής
Σύρου,—ήτις την εστιψε «μνυνοαένη μέ τα άνθη τοϋ ύμεναίου-
Κ. · ΙΚΟΚΟΥ ΗΚΕΡΟΛΟΠΟ» ΤΟΥ ΐ891 1*
κα: τής Κεφαλληνίας—ήτις την έφιλοξένησεν έςαεί νεχράν είς τάς
άγκάλας της. Ό θάνατός της ήνοιξεν ό'χι ενα, αλλά χιλίους
τάφους είς νιλίας καρδίας, όσαι την ησθάνθησαν, την έννοησαν,
την έλάτρευσαν καί την έθρήνησαν. Πρός τάς καρδίας έκιίνας
ιδίως, αίτινες φέρουσιν άσβεστον την μνήαην χαί τό άλγος τοϋ
θανάτου της- όσαι ώσφράνθησαν τής ψυχής της το άρωμα καίέγοη-
τίύθησαν άπό τοϋ ήθους την γλυχύτητα καί τοϋ πνεύματός της
την χάριν -πρός τάς καρδίας έκείνας, δσαι έδονήθησαν άπό την
ουρανίαν μελωδίαν των χειλέων της καί'ήλεχρίσθησαν υπό τας
θείας άστραπάς των Βλεμιχάτων της χαί έν τή θεσπεσία μορφή
τής Δανάης των ανεγνώρισεν εν Χερουβεία τοΰ ούρανοΰ· πρός
τάς καρδίας έκείνας όσας κατεσπάραξε χαί έκεραύνωσεν ό απι-
στευτος θάνατός'της, πρός έκείνας ιδίως άφιεροΰνται αί θλιβεραί
αυται έπιμνη.υιόσυ'/οι σελίδες τοΰ Ή ιχε ρ ο λ ο γ ί ο υ. Άλλά χαί
δσοι δέν έγνώρισαν έχ τοΰ έγγΰς τόν ώραΓον εκείνον άγγελον, ώ !
βεβαίως δ;ν θά δυνηθώσι νά παρέλθωσι άδάχρυτοι άμα ένωτι-
σθώσι των κατωτέρω σπαραχτικών αληθώς φθόγγων, ούς υπο
την επιγραφήν Δα νάης Μνημότυνα άπέσπασεν ή έκ τρι*-
κονταετοΰς ποιητικοΰ λγ,θάργου άφυπνισθ;Γσα λύρα τοϋ βαρυ-
πενθοΰ; πατρός, τοθ έν Σύρω διαπρεποΰς κα'ι αγαπητοΰ ιατροΰ
κ. Ν. Μύρωνος. Όσοΐ ένθυαοϋνται τόν λιγυν κα'ι ένθουσιώδη
ψάλτην τής φλογεοας νεολαίας τοΰ 1853 , δέν θά έκπλαγώσι
βεβαίως βλέποντες ανεγειροαένην έχ τής μακράς αυτής νεκροφα-
φανείας την Μοΰσαν τού ποιητοι", ήτις έκτοτε είνε σιγήσει υπο
την σοβαράν τοΰ 'Ατκληπιάδου τήβεννον, χαί όλολύζουσαν ηδη
επί τοΰ τάφου τής Δανάης τού, χαί διαχρυστχλλοΰσαν τα δάκρυα
τής άπελπισίας είς στίχους τπαραχτικώς ώραίους, στίχους ζέον-
τας άληθώς καί διηνεκώς άναίλύζοντας άπό την κάαινον τής
πατριχής όδύνης. Άτυνής Δανάη ! "Ηςιζε δγι αόνον τό πένθος
τοϋ πατρός άλλά χαί τοϋ ιτοιητοΰ τα άνεξάντλητα δάκρυα.
Νύμφη είςίτι ζηλευτή χαί περιναρής μέ τα ρόδα των εί'κοσί της
ανοίζεων καί τα γαμήλια άνθη επί τοΰ ιχετώπου, παρά τό πλευρόν
αγαπητοΰ συζύγου, τοϋ άτυγοΰς φίλου κ. Λεωνίδα Μπαιρα, εί-
μαρτο να προπεμφθή είς τόν τάφον επί ξένης γής άλλ' υπο τας
αυτάς δζίδας τοΰ ύμεναίου άντ! νεχρικών λαιχπάίων, χαί αε την
ιδίαν νυΐΛφιχήν έσθήτα άντί σαβάνου !]
Κ. Φ. Σκ.
ΤΩ ΣΥΜΠΑΘΕΣΤΑΤΩ ΜΟΙ
ΜΥΡΠΝΙ ΝΙΚΟΛ Α ΙΔΗ
ΕΠΙ ΤΗ ΣΚΛΗΡΑ ΚΑΙ ΑΠΙΕΤΕΥΤΩ ΛΠΩΛΕΙΑ
της ΔΑΝΑΗ Σ τού
ν-ΑΧΙ ! δέν ήταν σττλάχνο σου, δέν ήτανε παιδί σου
Ή κόρη ή άγγελόμορφη 'πού λάτρευε ή ψυχή σου,
Παρ' δνειρο δλο£ώντανο, ούράνια όπτασΐα,
ΠοΟ κα'ι 'ί τό ίύττνο μάχ πλάναι ή ψεύτρα φαντασΐα.
Κι' άν είχε κάλλη άνθρώπινα καί 'σάν Νεράϊοας κάλλη
Κοί 'ς τή λαλιά τη^ μουσική ποΓ; άεπλα^ώνταν κχ' άλλοι,
Κι' όν εΤχε μάτια δλόφωτα καί χείλιτ) ία/αρενια
Καί 'ς τή γλυκειά τηο τή μορφ«ί οροαιά τρια/ταφυλλένια,
Κι' άν έστηνε, 'σάν Ποναγιά, τό θρόνο 'στήν καρο|ά οου
Κ' ηταν κρυφό καμάρι σου, κρ^6 προ3κύνημά σου,
Μά δχι ! σέ 'ίεγέλαε ή ^6^νι ή στοργή σου
Καί τ' άγγελοαΐι τ' ούρανού τό 'περνες γιά παιδί σου.
Γι' αΰτό, δταν τής ίπ)εκεί τοϋ γάμου τα στε^άνια,
ΈκεΙνη, ενα πρωΐνό π' άνοΐίαν τα οϋράνχα,
Μ' σϋτά εκρυφομίλησε, 'θυμήθη τό ©εί τγ^
Κ' έπέταί' άπ' τα /έρια σου ψηλά 'στόν ούρανέ τηο
Κ' Ετσι, έσβύστη τ' δνειρο μέ τ' άπ/αοτά τού κάλλη,
Κ* εϋρέθηκεί, σάν '£ -τ/) σκότει/ιά σου ττάλι.
Έ; Άΐηνϋ/, 12 Αι.
^ Φ- ΣΚΟΚΟΣ
ΤΩ ΠΑΡΗΓΟΡΩ ΠΟΙΗΤΗ
Κ. Φ. ΣΚΟΚΩ,
Φωνή τις έκ τού Παρνασσοΰ τιαρήγορος, ήοεΐο
Ώς φθάγγος λύρα:, ώς μολπή άγ(·έλου θεσπεσία,
Ηκούσθη έν τώ δϊη μοο « Δέν /]τανε παιδί σου,
Άλλ' δνειρον, άπατηλή μορφή τού παραδείσου.»
14*
212
Λοιττόν είς την καρδίαν σου άντήχησαν έκεΐνοι
Τοϋ έτι πνέοντος νεκρού, ώ ποιητά, οί θρήνοι
ΚαΙ Γατρδς τού Παρνασσοϋ κομίζων έπεφάνης
Τής ΚασταλΙας σταλαγμοΰς τόν αδελφόν νά ράνης
Ή μή, κατά την πτήσιν σου τής χθές έκεΐ πλησίον,
Τό εΤπε τοΰ Άπόλλωνοΰ τ6 έν Δελφεΐς μαντεΐον ;
"Ω ! ναί, δέν ήτο κόρη μου, άλλ' ούρανΓα ςένη
Είκοσιν έν τή στέγ/) μου χειμώνος έενουμένη.
Έγώ πατήρ τού πλάσματοί αύτοθ τοϋ Ιδεώδους;
Ό τρίβολος τταραγωγός τοΰ κρίνου τοΰ εύώδους ;
"Αποστολήν επί τής γής άγγέλου έ£ετέλει
Κοΐ όνελήφθη, ώς χρυσή τ/)ς δύσεως νεφέλη.
ΚαΙ δμως ώς πατέρα της μ' έλάτρευεν ή κόρη
Καί μετ" 6δύνης έκ τής γής άφάτου άνεχώρει.
Ζωήν έκ των χειλέων μου ν' άντλήση έπειρδτο·
Τό βλέμμα της δέν εΌτρεφε πρός τ'άνω. άλλά κάτω.
"Αχ ! δφες με, ώ ποιητά, μέ τοϋ πατρός τ6ν πόνον
Νά δνειρώττω, νά μετρώ μέ στεναγμοΰς τόν χρόνον.
Κατά τής έρημώσεως τής πατρικής καρδίας
ΕΤν' άσθενής καί ή πηγή αυτή τής Κασταλίας.
Έν Σ-{ω. Λι»ίμ6ρ·.ο; 1890.
ΔΑΝΑΗ ΜΟΥ!
τΗσο λοιπ'ον μ,ετίωροΊ στιγμάς τινάς φωτίσαν
Τοϋ πολυπλάγχτου σκάφους αου την σκότειον πορείαν
Κ' έσβέσθτ,ς θάαβος όπισθεν τής τροχιά; αφήσαν
Κ' εμέ ταλαιπωρούαενον είς θάλασσαν αγρίαν !
"Η μή παρά βεοϋ τινος ώς Χερουβε'ια έστάλης,
Τής μαύρης άπιστίας μου τον ζίφον ν' άποβάλγ,ς ;
ΤΩ, ναί' είνε αδύνατον εις χούν νά μεταβάλη
Ό θάνατο; τ' άθάνατα τοιούτου Οντος χάλλτ,
Καί αϋθος αν ή ύπαρξις αγνώστου χόσαου ήτο,
Πρός χάριν σου Δανάη μου Οά εδην.ιουργεΓτο.
Άΐ,οϋ σ' εδ·ηαιούργΥ|5α, ην-ην θεός εγγύ; σου,
Θεός έναβρυνόμενο; διά τοιοϋτον πλχσμχ*
ΤΗσαν τό φώς τοΰ οΐκου μοι> οί αάγοι όφθαλΐΛοί σου
Καί τόν χαθίστα Παρνασσον τό ενθεον σου ασμχ.
Ιόίς άσπασμός σου πϋρ ζωής ;χετέ3ιδέ αοι νέας
Κ' είχον ημέρας εαρος διηνεχοϋς ωραίας
Άγνόν καί χαριτόπλεκτον τόν στέφανον έφόρει
Των είχοσι Μαΐων της ή θεσπεσία χαρή
Μόνα τα ρόδα τής Ήοϋ; χαί των άγρών έφθόνει,
Καί μόνοι την συνέθλιβον των δυστυ/ών οί πόνοι.
Συνέτριψε τα όνειρα κϊί τάς ελπίδας πάσας,
Ώς βάρέαρος Άλάρι/ος άίπλάγχνω; διε«.άσας.
Φεΰ ! απο νθές έγήρασα χαί άπελπις πρεσβύτης
Είς ξένην γήν πλανώαενο; μέ χεχμηχός τό βή;χα,
Φέρων τα ρά>ιΥ| τής ζωής ραχένδυτος άλήτης
Είς των φχιδρών έλπίίων ιχου γονυτετώ τό ανή,χα.
Κ' είς δάχρυα, Λανάτ, μου, την ύπαρξιν αου νύνω
'Επιζ-ητών πλησίον σου δία παντός νά μείνω.
Θά σχέπγιμέ την χόαην της τα νεα:ά σου
Κοιαοΰ ! αυτή τής λήθτ,ς σουθ' άποσοβτ,
Κί 'έ ξά άθ ό ά θά
άλλη.
ή ή ή , τα έ
Καί μ'έ ξηρά νεχράνθεαα τόν τάφον σου θά
' ' ' 1889.
Ό Ανστνχης πατήρ αηο
'ΪΜΙτρων
2:4
ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ Β'.
[Ή 11 Νοεμβριού 1
Δανάη μου. παραφρονώ ! Ή ώρα
Τοΰ οο&εροϋ μας χωρισμοϋ σηααίνει.
Οΐ'μοι ! Τοΰ κώδωνας τΐ> πλήχτρον ψαύει
Χείρ άγνωστος, κχχοΰργος εϊααριχένη.
Άχ ! αφε; την, τό α'αα, την ψυχήν μου,
Την ύπαρξιν μ.ου νά την μεταγγίσω.
Ειν' εγκλ·ημα' ή γή δέν εχει άλλην.
Έγώ, πατήρ, νεκράν νά τή» φιλήσω ;
Σβέννυνται οί άστέρες τη; Λ δύο
Καί μετ" αυτών τό σθένος αου έχλείπεΐ'
Κατακλυσμόν υφίσταται ό νοϋς μου !
Είνε παραφροσύνη, δ/ι λύπτ,. . .
'Εξέπνευσεν ;. . . Ήτο θνητή;... 'Ετβέσθη ;
ΤΗτο θυγάτηρ μου ;. . . η όπτασία ;
Εί'χοσι φροϋδχ Ιτ-η μέ ήπάτα,
Μ' έχλεύαζε νοσοϋσα φαντασία ;
Έγώ Εηαιουργός τοιούτου ό*ντος ;
Ή μήπωί ήτο τέκνον τοΰ ηλίου
Έχ νοσταλγίας πάσ/ον είς την γήν μας
Καί χρείχν έχον κόσμον α'ιθερίου ;
Κα'ι δμω; τόσον την ζωήν ήγάπα,
Την γήν καί των Μαΐων της τα κάλλη'
Δέν ηβελε νά ρύγ7), καί βρηνοΰσα
Θρηνοΰντα πρός βοήθειαν μ' έκάλει.
"Εμελπε την «Ίοχί»ν τ>ις Είμαρμένης»
Ό χύχνος πρίν τάς πτέρυγας άττλώσγ;,
Καί ηκούον το έσχατον της άσμχ.
Λεσαώτης Προμηθεΰς έν άπογνώσει.
21 5____
Καί τόρα ;. . . Τής ζωής μου όφειλέτης
Άνάγκη, καθειργμένος ν'άνχπνέω-
Άνάγκη, ναυαγός συντετριιιμένος
Άδυνατών νά.βυθισθώ, νά πλέω.
Εχλεψα φώς ώραΓον ούρανόθεν
Ύπήρξα Προμηδευς έγκλτ,«.ατίας.
Γυψ τόρα τοϋ Καυχάσου μέ σπαράττει
Μάρτορα τής νεμέσεως τής θείας.
Πόσον βραδΰς των δυστυ/ών δ ρίος !
Ώ Χρόνε ! σπεϋδε, σπεΰδε την πορείαν,
Φέρε "νεκρόν χον αάρτυρα πατέρα
Είς την σεπτήν εκείνην παραλίαν,
"Οπου έν μέσω Ίτεών κα; μύρτων
Ή κόρη μου ώς "Ηβη κοιμωα,έντ)
Μοί τείνει φιλοστόργως την άγκάλην
"Ερημος, μόνη, υιόνη έν γή ξένγ).
παζηρ
ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ Γ.
Δανάη μου ! των θρήνων μου, των στεναγμών μου Μοϋσα
Δέν έβαρύνθης μέ ·ΐΐχ.ροΙ>ζ άγνώστοιις συνοικοϋσα ;
Όταν στενάζγι δ βορρας στενάζουσαν σ' άχούω
Τάς νύκτας κα! την κλίνην «ου διά δακρύων λούω.
Είνε χειμών μαραίνονται τα θαλερά σου κάλλϊ|·
Νά σέ θερΐΛάνγ) πρασελέ ή πατρική άγχάλη.
Τόν στύγιόν σου άρπαγα, θεόν η Εολοφόνον,
Ίκέτευσον, στιγμάς τ'.νχς να η' αποστέλλν| μόν^ν.
216
"Ιν/νος άν εχουν πατριχής τα στήθ·η τού καρδίας,
Θά α'ισβανθ^ τό μέγεθος τής θείας άδικίας.
'Λγγέλους, λέγουν, χάποτε πρός τοΰς άγγέλους στέλλει
Τί πλέον τής όδύνης μου πρός ίλασμόν τού θέλει ;
"Αν 8έν αρκεΐται. γίνοιιαι, Λανάτ) μου, Ίξίων
Επί τροχοϋ στρεφόμενο; καθ" όλον μου τόν βίον
Γίνομαι Τάνταλος οΊψων καί ύδωρ μή εύρίτκων,
Ίδύδας κατα τής ζωής παλαιών χαί μν] θνήσκων.
Ώ, ναί ! άρχεί ώς δραμα φαιδρόν νά σ' άποστείλτ,,
Νά α'ισθανθώ τα χείλη σου είς τα νεχρά μου χείλη.
Οί τάβοι δέν ακούουσι γονέων ίκεσίας"
Κωφάλαλοι, πρός οίιιωγάς δέν έχουσι καρδίας·
Οί ασπλαγχνθί ! άν δ?χρϋα τους συνεκίνουν ΐχόλιί,
"Εχυσαν τότα δι' αυτήν άλγοΰσαι δύο πόλεις.
Καί ηδυνάμην πύρινον ' νχέροντα νά νύτω
Καί εις τό πθρ τού τα δεσιιά τοϋ "Αδου ν' άναλύσω.
"Ω ! άφετέ με ν' άπατώ τόν νοϋν μου μέ χιααίρας.
'Τπήρξα όλβιος κ' έγώ είχον φαιδράς ημέρας,
Διάδημα λαμπρότατον στεμαάτων ήγειιόνων
Καί οίίτε τό άντήλλασσον μέ τοϋ Λιός τόν θρόνον
Είς Μάίος εκόυιισεν έκ τής Έδέμ τό δώρον.
Άπατεών ! δέν ελεγε κα'ι υπό ποΓον όρον.
Δι' δλων των θελγήτ:ων τού την εστεψε μέ δόλον
Καί ήτο των ανθέων τού τό μάλλον μυροβόλον.
Άλλ' οίμοι ! έκ τής κάλυχο; των θείων της χειλέων
Αθανασίας αρωμα δέν άναπνέω πλέον
Είς τής ζωής τόν βόρβορον χυλίομαι ώς χτήνος,
Καί είνε ατελεύτητος ή ύπαρξις μου ϋρτ^νοζ.
Κοιμήθητι ! τό άσμα μου δέν είνε τελευταίον
Έγχληματώ μή ψάλλων σε χαί άπίστώ μή χλαίων.
Ό —ατηρ σον
2 Ι 7
ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ Δ'.
Ο Μ Α Ι Ο Σ
Μανδύας έορτίσιαος την πλάσιν περιβχλλει-
Φαιδροί τελοϋνται σημείον οί γάυιοι των ανθέων
Καί τόν επιθχλάμιον ή φιλομήλα ψάλλει
Καί ο! λεικ,ώνε; εΐν' άβρχί ταστάδες ύιχενχίων.
Δι' ερχττοΰ συνέντευξιν ή φύσις ενεούθΤ|
Καί σ' αναμένει, Μχϊε, υ.έ μυροβόλα στήθη.
Ό ασπχσαός σου ζώπυρον έρωτΐχγ|; αχγείχς
Έχ τής νεκρο^ανείας της την φύσιν άνεγείρει
Όργςί το σύμπαν καί ή γή άρώαατχ λατ;είας
'Εκπέμπει πρός τόν ήλιον καί ςίιΐΛχτα θυμήρη,
Μ' έπαναβλέπεις Μάιε- άλλά δρυός καείτης
Δέν εχεις θάλπο;, δρόσον, φώ; την τέφρχν ν'άναστή
Την ένθυαεΓσχι νήπιον ; ηλίου ήτο οΊίΐι;,
Ότε τό δώρον ερερε; είς την πτωχήν μου κλίνην.
Ώς Χερουβείμ έχ της 'Εδέα χλχπέν υπο γοήσσης
Κ' έχφαΓνον της άπχγωγής τό 3έος, την όίύνην.
Ή ΣμύρνΥ) έξ άρώ;χχτος άγνοϋ έμυροβόλει
Καί νέχτχρ παραδείΐιον τόν νούν ι>.ου ΐπυρπόλει.
Συνήθως εν οίιράνιον τί) έίωρεΓτο στέμμα,
Πρός μνήμην τής πατρίδος της, άρτιθχλών ανθέων
Κχΐ δι' αυτών ·ηύξχνετο των Ήλυσίων θρέμμχ
Την άμβροσίχν των θεών, το νεχτχρ αποπνέον
Άλλ' είς σχαιός Νοέμβριο; α." έσπιλιο^ένον πόδα
Είς Ινα τάφον έρριψε τα πάνϊγνί τγ,ς ρό5χ.
"Ω ! αή λγ,σμόν:·., Μχιε, όϊϊκις 3·.χ6ϊίνεις,
Διά Θχλλών την κοίτην τη; νχ στέφγ,ς νεκρωσίαων,
Δι' άδαμάντων την στρωανήν τοϋ δπνου της να ρ
'Ελχτρευε την δρόσον σου καί τ' άνθη σου ή τλήμων
Πάρελθε, πάρε/θε χαί τύ· ροδής κεραυνωθείσης
Δέν ε/εις θάλπος, δρόσον, ρως τα ρόδα ν' άν&στή
1890
Ό (5ΐΓΤΓΐ)γί(€ πατήρ
ΜΝΗΜΟΣΥΝΟΝ Ε'.
Ώ λύρα ,αου ! άς ψάλλωαεν την συυιφοράν μας πάλιν
Ρί-π'ο ποΧλοϋ δέν ηκουϊα τον λύοιόν σου τόνον
Αγάπην, τέρψιν η ναράν δέν ϊγω πλέον άλλην
Ύ'ο ασμα είνε νγιπενθές των βυ,αοδόρων πόνων.
Την επλασεν Ό οϋρανϊς, τό φώς τής Ίωνίας.
Ό Μέλας έβαυχάλισε τα βρεφιχά της ωτα,
Καί είς των άηδόνων τού τάς χαύνους άρμονίας
"Ησθάνθη τα σκιρτήυιατα τοϋ στήθους της τα πρώτα
Ήτον έγώ, η«.ην αυτή· χαί δι' αυτής την φύσιν
'Ησθάνθην χαί πανήγυριν ΐνρον φνιδράν τον βίον,
Καί δι' εμέ 6 ήλιο; δέν είχεν πλέον δύσιν
Τον εΐνον εν τή στέγ·/) μου άχώρΐστον οίχεϊίν.
Ερωτο; άνθη έν έμοί αγνώστου τέως κόσμου
Άνέφυσαν κχί μετ' αυτών ώς «έλισσα διήγε4
'Ανέπνεε το αρωμα καί μέλιτος εύάσμου
Δι' όλας τάς πιχρίας .«.ου συγκομιδήν παρήγε.
ΚατεΓχον ώς φιλάργυρος το εΰρημα μέ δέος
Κ' εοαίνοιχεν ανύποπτοΐ έν αέτω παραδεϊσου.
'Τπό μυρσίνας ερρεεν ό βίος ;^ιας ήδέως
Και ουδαμοϋ εφαίνετο οΰδ' '/'/οζ χυπαρίσίΐου.
219
Τί -λάσαα ! αΐιχ' ανθρώπινον 8έν είχεν είς τα; φλέβα;·
Φειδίου Ιργον, αγαλμα Θεότ-ητο; άρχαία;
Έμψυχωθέν έπέβαλλε λατρείαν, φίλτρον, σέβχς,
Τοϋ χάλλου; τής Άρτέαιδο; εικών χαί τή; ίδέας.
Δέν ημην πλέον εκγονος πΐθήκων «.υωπάζων
Διείδον είς τό βλέμμα της μυσττιριώδες σέλα;
Τό σκοτεινόν απόρρητον των οΰρανών αϋγάζον
Καί τής άαφΐβολία; μου λευχαΓνον τάς νεφέλας.
Τή; έπιστηοιγις ή λαιιποις παρά τό οώ; το θ:Γον
Ώχρίασε' τό πνεΰμα μου άνίπτατο πρό; αίνον,
Κ' έχθάοιβω; άνεγίνωσχον τοϋ Πλάστου τό βιβλίον
Επί «.εαβράνη; χυανή; δι' άστρων γεγραμ^ένον.
ΣχαιοΟ λοιπόν έγχλήματο; θρασίι; ύπήρξα δράστης
Διά τοιούτου πλάααατο; την γήν αΰτοΰ χ:σιχτ|σχ;
Καί την ΰπεροψίχν ιχου έπάταςεν 6 Πλάστη;,
"Εν εΐϊωλον ιρανατιχή; λατρεία; μηδενίσα;;
Ώς υπό βέλου; αΓγαγρος τραυαατισθείς όξέο;,
Ζώ τραυματίας την αίνμήν έν τή χαροία φέρων
Άγωνιώντο; ύπαρξιν διάγω χαΐ βραδίω;
Ώς αάρτυ; θνήσχω τόν σταυρό» τοΰ μαρτυρίου αιοων.
Άναίσθητος πρό; άπαντα τή; κτίσεως τα ίντα
Κατεδιχάσβην ραψωδός τόν οιχτον νά έαπνέω.
.'ισ/ύνομαι τόν ήλιον όστι; μέ βλέπει ζώντα,
Άλλά γρουρ'ος τοϋ τάφου της έτάχθην να την χλαίω.
"Ε. ·Εολ5»-.,)ι·. 11 ·Ι-/.ο«ΐ υ !89Ο.
ΓΑΜΟΣ ΕΞ ΕΡίΙΤΟΣ*
ΛΑΜΠΡΟΥ ΕΝΥΑΛΗ
1 ΕΛΟΣ πάντων, τό άπεφά-
σισα, μητέρα , και πρέπε: νά
γείνγΐ- Μή 1>έρ7|ς, σέ παρακαλώ,
άντιρρτ,σεις καί μου /αλαί την
καρδιά.
— Μάρτυς μου ό Θεό;, παιδί
μου, ότι δέν ϊ/ω χαθόλου σκο¬
πόν νά σοϋ χαλώ την χαρδ'.ά.
Αύτο οΰ8' ϊπρετ.ε ,ιχάλιστα νά
σού το πώ, διότι ποία [Λητέρα,
άγαπώσα. χαθώ; έγώ, τό παιδί
της, θέλει νά το δυσαρεστγί
καί νά το θλίβτ)!
— Τότε λ^ιπον 5όσε αου την
είιχή σου . .
—Την εύχή μου πάντα την
εχεις, άλλά, παιδί μου, δια τε¬
λευταίαν φοράν σοϋ χάμνω την
παρατήρησιν ότι πολϋ βίάζεσαι,
χαί χάμνεις άσχημα ' άΰ
ί ά ' β
χαί χάμνεις άσχημα ν άκοΰγις
μόνον τάς ύπαγορεύσει; της καρ5ί«ς σ01)) χωρίς νά σ'υ χβουλεύεσαι
ολίγον χαί τόν νοϋν. Σοί το λέγω χαθαρά, προζλέπω ό/ι πολΰ
καλόν μελλον.
— Νά, βλέπεις ότι πάλιν ι*έ λυπεΓς;
— Άν εχουν τοιούτον σκοπόν λόγοι φρόνιμοι χαί όρθοί, τότε
παραδέ/ομαι ότι σέ λυπώ.
— Μα τί θέλει; νά γείν/), αητέρα, άφοϋ σοϋ λέγω ότι την
αγαπώ ώς τρελλός, οτΐ,_ αν δέν την πάρω, θά είΐλαι δυστυνής
καί τό μέλλον μου θά είνε αθλιον ...
— Αχ, παιδί ! παιδ! ! .
— Ότι μέ αγαιτ£ καί έκείνη, ότι τής εδωκα τόν λόγον «ου ,
δτι δλη ή γβ'τονιά είξεύρει τάς σχέσεις μας, ότι θά την έκθέσω,
άν την άφήσω ετσι, καί τοιαύτην άτιμίαν οίίτε σίι ο5τε ή σκΐά
τοϋ πατρός μου θά μοί έπιτρέψωσι νά διαπράξω.
— Καλόν ήτο. παΐδί [/.ου, να μή ■κρο'/ωρ-ψουΊ εως έκεί τα
πράγιχατα. άλλ' άφοϋ ευρισκόμεθα πρό τοιούτου διλή,αματος, άς
γείντ) το θέλημα τοϋ Θεοϋ.
Ό Ζιί^ογοζ όντος εγίνετο εσπέραν τινά εν τινι Ίσογαίω ο'ική-
ματι τής Νεαπόλεως μεταξίι μήτρος χαί υίοΰ, τής χήρας Πρα-
σίνου καί τοΰ υίοϋ της Ά'ΐτωνίθυ.
— Μή τυχό/, .υητιτβρα, ύπελαβεν 6 υιός, δέν σου άρέτει ή νέα,
καΐ μοϋ φέρεις τόσας άντιρρήσεις ;
— Ή νέα, παιδί μου, είνε χαλή χαί αξια, ποΓος λέγει τό εναν¬
τίον, άλλά δέν εϋρίσκω συαφέροντα αυτόν τόν γάμον δι' αλλου;
λόγους
— "Άλλους λόγους ; ηρώτησε μετ" άπορίας ό Αντώνιος.
— Βεβαία, εΐσαι ακό.α·η νέος καί δέν εχεις πεΓ;αν των το5
κόσ,ΐΑθυ Ε'ιξεύρεις παιδί μου, τί θά εϊ'πγ) συντήρησις οικογενείας
είς αΰτά τα χρόνια ; ΠοΓα είνε τα κεφάλαιά σου ; ΠοΓοι είνε
οί πόροι σου ; Ποϊί επί τέλους ή προίξ, τ^ν οποίαν θά πάρϊ)ς,
ώστε νά εϊ(Λπορέσγις νά βαστάξη είς τα εξοδα, τα έποΓα άπαι-
τεΓ ό σημερίνός βίος ; Καθόσον τούλά/ιστον έγώ είξεύρω, καί
έχείνη είνε κόρη συνταξΐούνου, χαθώς χαί σύ, άλλο τίποτε δέν
εχει. "Εχει δμως άνατραφή ώς χόρη εύπορωτάτης ο'ιχογενείας,
χαί μέ όλην την πρός σέ αγάπην της, 6ά εχγ) άπαιτήσεις νά ζ^
ώς τοιαύττ], νά ένδύεταΐ, νά διασκεδάζτ). Καί συ η θαναγκαζεσα:
νά τής άρνήσαι όλα αΰτά καί νά την λυπτ); μέ λύπην σου, η
νά τής τα π.;ο«.Τ|θεύ7)ς μέ δυσκολία; καί βάσανα, χά! τουτο έωί
ενα καιρόν . . .
— 'Αλλά δέν είξεύρεις σύ, μτ,τέρα, ότι δέν θέλει τίποτε άπό
όλα αΰτά ! Ήρ-εΓς τα εί'πααεν. Θά ζώμεν ο'ιχονομικά χαί άγα-
πημένοι, /ωρίς νά φροντίζω[Λεν τί κάμνει ό κόσμος Κεφάλαιά
μου, μητέρα μου καλή, πόροι μου είνε ή νεότης καί ή έργασία
μου. Λίγα τα εχει: αύτά ; Τώρα, γράφων είς την εφημερίδα,
κερδίζω τριακοσίας δραχμάς τόν μήνα, αί όποΓαι θά αύξήσουν,
μητέρα, διότι, ε'ιξεύρεις, εχει λααπρό κονδΰλι ό υιός σου, καί θά
γείν/| απαραιτήτως άναγκαΓος διά νά πάγη έμπρός τό φύλλον.
Ό Διευθυνΐής δέν ενει λόγους νά μοί έκφραζν) καθ" εκάστην την
εΰαρέσκειάν τού, μολονότι δέν τον συαφέιει, αλλα καί δέν ειμ¬
πορεί νά κάμγι άλλέως, διότι έμπροσθεν μου οί φίλοι τού τόν
συγγαίρονται διά τα λαμπρά άρθρα τής εφημερίδος τού. Προ-
νβές δέν σου εΐπα ότι μέ εκάλεσεν ο Πρωθυπουργόν όστις αφοΰ
μοϋ ίχαμε λαμπράν υπομονήν, μοϋ είπεν «ότι είμα'. νέος μέ πολΰ
μέλλον » "Επειτα Οά καταγίνωααι, μητέρα, χαί είς φιλολογιχά
εργα άλλα· πέρυσι δέν έχέρδησα άπό τό πρώτον τομίδιον των
ποιήσεών μου τριακοσίας δραχμάς ; Τό δεύτερον βεβαία θά με
αφήση 500—1000 Θά έργάζωμαι έγώ, θά περιμαζευθήτε καί
σεΐς αί δύο γρηοϋλες μέ τα παιδάκιά σας καί μέ τάς συντάξεις
σας καί νά ιδής τί ώραϊα ποΰ θά ζοϋμε· αί ; μητέρα ;
— Καλά, καλά, βρέ παιδί, ώραΓα τα ζωγραφίζεις τα πράγ-
ματα' πλήν ελα ποϋ εγώ είμαι γρηά μουρμούρα, αλλά καί πρα-
κτικωτέρα άπό σέ, νομίζω τουλάχιστον.
— Νά τα πάλιν, άνέκραζεν 6 έο;, πάλιν μοϋ ξεφεύγεις χαί
πάλιν μοϋ χαλας την καρδ;ά.
— "θχι, όνι, παιδί μου, ά; είνε μέ την εΰν/ήν μου, ϋπέλα-
βεν ή μήτηρ, βιάζουσα εαυτήν νά μειδιάση.
— Μα δέν μού το λέγεις με όλην σου την ψυ/ή ! είπεν ό
Αντώνιος, έννοήσας τάς διαθέσεις τής μητρός τού.
■— Μέ όλη μθι> την ψυ/ή κα! μέ όλη μου την καρδ^ά, Άν-
τώνιέ μου, χρυσό μου παιδί, άνέκραξεν ή "/ήρα Πρασίνου, άνοί-
γουσα τα; άγκάλας.
Κίΐ ό νέος ώρμησε πρ'·;ς αύτάς, ένηγκαλίσθη την μητέρα τού,
αμφότεροι δέ κΐτησπάσθησαν πνιγόμενοι υπό λυγμών.
Β.
Ή χήρα Νικούση οέν άντέταςε τα; άντιρρήσε-.ς τής χήρ*;
Πρασίνου είς τό/ γάμον τούτον τουναντίον μάλΐ!7τα, ότε ή θυ-
γάτηρ αυτής Ελένη έξωμολογήθη τή αητρί τό πρός τόν νέον
Πρασινον αισθημά της χαί τάς ϋποσχέσεις αΰτοϋ ότι θέλει την
νυυ,φευθή, αυτή ήκουσεν αμφότερα μετά /αράς, θεωρήσ^σα τό
γεγον^ς ώς αληθή επιτυχίαν. Λέ" έλεπτολόγητεν επί τοΰ μέλ-
λοντος των νεων, ί'σως διότι έν πεποιθήσει εθεώρει την ένωσιν
ταύτην εύέλπιδα, ίσως διότι αί μητέρες, αί ε/ουσαΐ θυγατέρα;
ο; ύπχνορεΐαν,νομίζουσιν ότι όσω τα/ύτερον έχδώσωΐιν αύτάς εις
γαμον, τόσω πρωιμώτερον συντελοΰσιν υπέρ τής εύτ^ίας αυτών.
Λαβόντες άπας την συναίνεσιν των μητέρων ο! δύο νέοι παρε-
δόίίησαν μεθ' όλη; τή; θερμόΐί,το; τής ήλΐκίας των είς την από¬
λαυσιν των τερψεων, άς παρέχουσιν αί μεταξΰ των άρραβώνων
223
καί τοϋ γααου ήαέραι, αίτινες δικαίω; εθεωρήθησαν ώς αί εϋ-
δαιμονέσταται έν τω ανθρωπίνω βίω. Κατ' αύτάς ο τε άνήρ χαί
η γυνή, ίύρισκόμενοι έν τί) οιχιατ) τοϋ μεταβαλείν βίον, άφίνον-
ται είς τάς παρχφοράς άχαλινώτου φαντασίας, δημιουργούσης κό¬
σμον όλον εΰτυχών όνειροπολήσεων, έν αίς τα πάντα είναι φαι-
δρά, τα πάντα αΐθρια, τα πάντα βαίνουσι κατ' ευχήν., θΰϊεαία
επιπροσθεΓ σκιά ατΐαλείφουσα ή θαμβώνουτα την λάμψιν τής
ζωηρά; εικόνος. Όνε'.ρεύονται ίδρυσιν οικογενείας εΰτυχοϋς,άλλά
δέν συλλογίζονται πώς συντϊ)ρεΓτα! ή οίχογένεια. Πλάττουσι σκη¬
νάς τρνίγεροτ-ήτων καί ένθέραου ατορ^^ς μεταξιι αυτών χαί των
μελλόντων τέκνων, αλλά δέν σχέπτονται όποΓα βάσανα χαί εύ-
θύναι συαπαρομοιρτοϋσιν είς την ανατροφήν αυτών. "Εάν δέ τα
παθηματα σπανίως νρησιμεύουσιν ώ; υ.αθή'Λατα είς Γοΰς πα-
θόντας, εννοεϊται ότι ουδεμίαν έΕασχοϋϊΐν επιρροήν είς τοΰς μή
λαβόντας πείραν αυτών.
Μετά τίνα χρόνον ετελέσθησαν οί γάαοΐ, γάμοι, έννοεΓται, α-
•κόρου Χογίοιι ιιετί τής έκλεχτής τής καρδίας τού, ών συαμετέ-
σχον έν άδόλω χαρα συνάδελφοι τού γαμβροϋ, οΐτινες την έπιοΰ-
σαν έκαστος είς τί) φύλλον τού άνήγγειλαν αύτοϋς ΐχετά πολλών
Μαι'ων καί ρόδων καί ύμεναίων χαί άπαντος τοΰ συνήθους έν τοι-
αύταις περιστάοεΐιν ό;ααθοϋ ποΐϊ|τικών έκφράσεων. Τόν νεαρόν
■πθ'.ητήν και δημιοσιογρχίοον, τιαών κατά το φαινόμενον, χυρίως
δμως έξ έπιλογισαοϋ, εδέχθη νά στεφανώσγ, διαχεχριαένο; πολιτι-
κός, διεκδικών πολιτικήν έν τή Βουλί) ήγεσίαν, προσθέτων ούτως
αίγλην μείζονιι εί; την τέλεσιν τοΰ μυστηρίβυ.
Ό Αντώνιος Πράσινο; έθεώρησεν εαυτόν εύτυνή χαί επί ίο-
σοϋτον, ώστε επίστευεν ότι ούδει εχε'. νά έπιθυιιησγ) εν τω χό-
σμι> ποθητότερον. Δέν θά είπω ότι καί ή νύαίη δέν έπέδειζε
την αυτήν ευχαρίστησιν, άλλ' ώς άχριβή; /οονογρίγοι όρείλω νά
σημειώφω ότι ή χαρά αυτής θά ήτο πλϊ)ρεστέρα, έαν τα νυα-
φιχά δώρα τοϋ γαΐΛβ:οϋ ήταν πλουσιώτερα καί άϊθο/ώτερα.
Παραστάσα είς τοίις νάαου; άλλων όαηλίχων συαυιαθί,τρίών χαί
φίλων. ένεθυαήθη την ποιχιλϊαν /.αί τό πολύτιμον -ών έχτεθέν-
των ίματισμιών χαί κοτμ·ηα.άτων των νεονύιιφων, ώστε ακουσίως,
οϋτω; ε'ιπεΓν, γισθχνθτι άόριστόν τίνα καί μαχρυνήν λύπην
Τί) πρώτον «,ετα τ'ον γάμον ετος διήλθεν έν ααεταπτώτω
χαρςί καί εύίαι,αονίχ. Τό νεαρόν ζεΰγος εφαίνετο άλτ,θώς πλα-
σθέν πρό: σΰνδεσμον. Τάς νύχτας, ένω 6 Πρ/σινος ειργάζετο είτε
224
Οιακάπτοντες την έογασίαν των, ήτένιζον άλλήλοι/ς, διασταυροΰν-
τες βλέμματα περιπαθείας χαί στοργής, άτινα κατέληγον είς
φλογεροΰς καί πλήρει; ϊρωτος άσπασμού;
Τα οίκονομικά βεβαίως δ=ν εβελτιοΰντο, αλλ' ηρκουν είς αΰ-
τάρκη βίον, εϋτυνώς δέ 6-ΰδέν είχεν επέλθη κατά τό ετος τουτο
γεγονός, δυνάμενον νά συνταράξτ] τό ίσοζύγιον τής νέας οικογε¬
νείας. Συχ'ότατα ό Πράσινος ελεγε μετά τινθζ ύπερηΐρανείας ττ^
μητρί τού : Τα βλέπεΐς, μ·ητέρα; Οΰχ ήττον ό ταόπος τίΰ βϊου,
βν διήγον, 8έν έπέτρεπε τω νεαρω οΐκογενειάρχν) νά σχηματίση
άποθεαατιχόν τ; κεφάλαιον δι ένδε/ο,υ.ένας ανάγκας, διότι πάν
δ,τι έχέρδιζεν έκ τής φίλ'>λογιχής εργασίας τού κατηναλίσκετο.
Άφωσιωμένος ών τή νεαρα συζύγω τού ουδέν ηίύνατο νά τ·/] αρ¬
νηθή, νυμφευθεί. δέ κατόπιν ερωτος, δηλαδή κατόπιν πολλής ο'ι-
κειότητος, καθ' ην ελειψεν ό άναγκαϊος σεβασμός καί ή υποταγή
τής γυναικός π;ος τον ανδρα, ών άνευ δέν είναι δυνατόν νά ύπ-
άρξγι άγαθός συζυγικός βίος, χαί ήπίου χαρακτήρος ών, ύπεχώ-
ρει ιτάντοτε καί είς τάς ελαχίστας επιθυμίας τής λατρευοαενης
γυναικός.
Δεν είχον οιιως τα πραγματα ούτω και κατα το δεύτερον ετος.
"Επήλθεν ή έγχυαοσύνη τής Ελένης καί ιχετ' αυτήν ό τοχετός,
απαιτήσαντες, ώς εικός, έχτάκτους δαπάνας. Ήτο θογάτηρ. Ό-
ποίας χάρις, οποίας άνεκλαλήτους ήδανάς συνεπάγεται ή άπό-
κτησις τοϋ πρώτου τέκνου ! Άπασα ή στοργή, πάσαι αί σκέψεις
συγχεντροΰνται περί τό λίκνον τοΰ μικροΰ έκείνου πλάσματο^,
έν τω οποίω άναβιοϋσι χαί άνανεοΰντα'. οί εύτυχεΓς γεννήτορες.
Είς τό πρώτον αύτοϋ μειδίαμα, τα πρώτα ψελλίσματα, την απλήν
έκφώνησιν των δισυλλάβων λέξεων παπά χαί μ α μ ά, παρά-
δεΐσος όλόκληρος ευδαμονίας πληροΓ τα: καρδίας των γονέων.
'Αλλά κ»ί όποΓαι εύθύναι, όποΓαι λύπαι χα'ι δυσθυμίαι παραχο-
λουθοθσιν αυτήν. Ή άπειρία μεγαλοπο'.εΓκαί τα έλάγιστα, έλα-
φρά αδιαθεσία τοΰ υ.ικ;οϋ θεωρεΓτα; ύπ' αυτών βαρύτατον νό-
σημα, άπλή βήξ έκλαμβάνεται ώς διφθερϊτις, καί ίδοΰ άγωνίαι
χαί στενοχωρίαΐ χαί προσχλήσεις ιατρών. Τάς τοιαύτας λύπας
ευνόητον ότι δέν ήτο δυνατόν ν' αποφύγη καί 6 νέος πατήρν ού¬
τινος μάλιστα ή πρός τόν διάδοχον άδυναμία καί στορ·(Ύΐ ήσαν
ύπερβολιχώτατα. Επήλθε κατόπιν άσθένεια τής μητρός, ήτις μή
δυναμένη νά γαλακτοτροφήσγ) τό μικρόν, ευρέθη είς την ανάγ¬
κην νά προσλάβγι τρο^ό·ί, οθτω δέ τό υπάρχον Ίσοζύγιον συνε-
ταράχθη επαισθητώς, ένω δέ προηγουμένως τα ε'ισπραττόμενα
τόν ενα μήνα έδαπανώντο τόν επόμενον, ηδη αί δαπάναι εγί¬
νοντο προκαταβολικώς.
2. ΐΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΕ
225
Εις μάτην ό Πράσινος έπεδίδετο μετά συντονωτέρας έπιιχε-
λειας είς την εργασίαν τού, πολλαπλασιάζων, ούτως ειπείν, εαυ¬
τόν οΰδεμία έπή:χετο βελτίωσις Τουναντίον αί οικογενειακάς
αναγκαι ·η/5;ανον όσημέραι, δ δέ άτυχής λόγιος ήρξατο ενθυμού¬
μενος τους λόγους τής μητρός τού, πρός την όποιαν όμω; δέν
ετόλμα νά ομολογήση την στενοχωρίαν τού έξ εΰνοήτου φιλοτί-
«.ίας. Άλλ' ή χήρα Πρασίνου, όσω πρακτιχή γυνή τόσω χαϊ λο-
γική, ουδένα έκαμεν υπαινιγμόν περί τοΰ παρελθόντος, τουναν¬
τίον χατανοησασα την θέσιν τοϋ άγαπ·ητοϋ υίοΰ, ήλθεν είς έπι-
κουρίαν τού, άνασχαλεύουσα τάς παλαιάς οίχονου,ίας της, άς
προσηνεγκεν αύτω δι' όσον ηδύνατο άφελεστέρου τρόπου χαί
προφυλασσομένη ν* μτ, έγγίσγι χατ' ελάχιστον το εΰαίσθΤ|τον τοϋ
υίοΰ.
Κατά το διαστημα τουτο έπή/θεν ή ανάγχη τής αντικατα¬
στάσεώς σκευών θραυσθέντων, έπίπλων καταστραφέντων, έν8υ-
ματων φθαρέντων καί έ μέν άνήρ έξωχονόΐχει εαυτόν όπως ηδύ¬
νατο, άλλ' ή γυνή, ζώσα έν μέσω χοινωνίας έκλεκτής, ένόμιζεν
ότι ώφειλε νά παραχολουθγί χατά τάς ένδυμασίας τάς φίλας καί
γνωρίμους αυτής, ών οί σύζυγοι δέν είχον τα βΐλάντια όαοΐα τω
τοΰ Πρασίνου. Ό Αντώνιος κατ' άονάς προσεπάθει νά ίκανο-
ποιγί τάς επιθυμίας αυτής ότε όμως έφθασεν είς τό άπροχώρη-
τον, ευρέθη είς την ανάγκην ν' άρνηθΐ είς την πεφιλημΐνην σύ¬
ζυγον αυτή ουδέν είπεν, άλλά δέν ηδυνήθη ν' ά-ποχρύψγ, καί
ποιάν τίνα δυσαρέσκειαν. Τό γνωστόν έκίΓνο «μαζύ σου χαί άς
είναι υπό χαλύβην» λέγεται συνήθως πρό τοϋ γάμου, όλίγιστοι
8έ τι ένθυ,αοΰνται μετ" αυτόν Τό πολύ, πραγματοποιεϊται είς τα
υιυθιστορή,υιατα.
'Εφ' όσον αί άνάγχαι έπληθύνοντο, επί τοσούτον έγεννάτο ψυ-
χρότης άνεπαίσθητος χαί άκουσία, δύναμαι νά είπω, μεταξϋ τοΰ
νεαροΰ ζεύγους. Καί πράγμα περίεργον, ό Ά%τώνιο; ήρξατο χα-
ταλαμβανόυιενο; υπό απογοητεύσεως χαί ατελείας πρός την ερ¬
γασίαν άλλά Χλί ιχήπως είχεν 5δ χον ; Τόσαι μέριμναι ηθικαι
καί φρο/τίδες ύλικαί αφίνον την διάνοιαν αΰτοΰ έν ήρεμία καί
δυναμένων νά εργασθή ; 'Ενθυοιοΰμαι ότι, ότε νεαρώτατος, νομί-
ζων ότι κρούω ήδη τας πύλας τής αθανασίας, έδ-ημοσίευσα έν
άθ-ηναιχοΓς περιοδικοΓς τα πρώτά μου διηγήαατα, εΰφυής άξιω-
μχτικός τοΰ ναυτικοΰ, φίλος μου, μυκτηρίζων με, μοί ελεγε «μέ
τουλουμοτύρι στήν κοιλιά ρομάντσα δέν γράφονταΐ» χαρακτηρί-
ζων ούτω λίαν προσφυώς την έν Ελλάδι θέσιν των λογίων.
Ό άκαδημαικός Όκτά6ιος Φεγιέ θέλει, άν δέν απατώμαι, νά
παραστήστ, διά τής Δ α λ ι 8 ά ς τού ότι διά τον καλλιτέχνην έν
Κ. . ΓΚΟΚΟΎ ΗΚΒΡ0ΛΟΓ10Η ΤΟΥ 189Ι 15
226
γένει ο εγγαμος £ίος είναι πίλλώ λυσιτελέστερος τοΰ άγάμου
πρός παραγωγήν αριστουργημάτων. Διά την Γαλλίαν, 8που πάς
καλλιτεχνης τοΰ καλαμου, τής γραφίδος, ή τοΰ γλυφάνου αμα
αναφανε,ς, γ,νετ«, έχατομμυρ.οΰχος, δ μέγας συγγραφεύς βεβαίως
εχει δίκαιον αλλα δι" ημάς ; οί λόγο. τοΰ ΚαρνιΛη, 03ς άντι-
τασσει πρός τον Ροσβάιν, αποτρέπων αυτόν τοΰ πρός την Γερ-
τρουδην ερωτος, είναι τόσαι αλήθειαι. Όταν έπέλθουν αί φού
σχαις τού σαπωνιοιι ώς όνομάζει τα τέχνα, τότε Ό χαλλιτέννης,
φροντιζων περι τοΰ επιουσίου, άμελεΐ την τέχνην.
Ηλθετο.επόμενον ετος είς τόν κόσμον κάί δευτέρα φοΰσχα
σαπωνιου. Ητο υίός^ Ό πατήρ ξξαλλος υπό χαράς, διότι άπέ-
χτησεν^αγόρ., όπερ θεωρεΓται σχεδόν ειπείν έκ προλήψεως τό
άκρον αωτον τοΰ γαμου — δέν δύναμα. νά έννοήσωκαλα καλα
το οιατι- ισως διότι χολαχεύε, την ματαιοδοξίαν τοΰ πατρός, άφί-
νοντος κατόπιν αυτοΰ ίλλον συνενίζοντα τό ίνομα τής^ίχογε-
νειας — δεν εύρε χατ; αρχάς κα.ρΊ,ν νά συλλογισθή την μέλλου¬
σαν επαύξησιν των αναγκών, αϊπνες δμως, παρέλθουσών των
πρωτων συγκινησεων, επεφάνησαν βαρεία, χαΐ καταθλιπτικαί. Ή
αβλια πραγματιχβ-ς δηλητηρ,άζει χαί τάς έξοχωτέρας των ψυ-
χιχων απολαύσεων. '
( "Οσω τό πρώτον ώς τοιοΰτον, εγένετο δεκτόν μετά χαράς, όσω
το δεύτερον εχαιρετισθη μετ1 ένβουσιασμοΰ υπο τού πατοός δ,ότ·
συνεπληρου απάσας τάς έπ,θυμίας καί τοίς πόθους καρδίας πα¬
τρίς, τόσω η μετα εν ετος εμφάνισις τοϋ τρίτου, θυγατρίου χαί
αυτού, υπήρξεν εις άκρον δυσάρεστος. Οί σύζυγοι κατενόησαν
πλέον τ0 δύσκολον της θέσεως- λόγο, δυσμενεΓς ήρξαντο άνταλ-
λασσόμενοι, χαι η παρουσία τοϋ τρίτου άθώου πλάσματος έπερρί-
πτετο ως σφαλμα υπο τοϋ ενός είς τόν έτερον
««.V
μη -ΓπΤ1.τ1 "Ι θά ^ι™, περ.Ορίζοντες τάς δαπάνας
αναλόγως των εισοδηματων αυτών, νά ζήσωσι βίον ανεκτόν. Πό-
σο, επι παραδειγματ, εργάται ή1 βαναυσουργοί Ιχοντες καί μι-
κροτεραν τού Πρασ,νου πρόσοδον, επί τούτ" δέ χαί σωρόν παι-
τυχγ, τούτου, ο Πρασ,νος νά κατο,κήσν) είς τα Άναφιώτ,χα ή
εις ομοίαν τ(να συνοιχιαν ; Δέν ώφε,λε νά τηρήση την τν,χο,
νωνια θε,,ν το_υ ; 'Ητο δυνατόν σύζυγ0ς Γ, Ζ^2 Γλ-
λοιας ανατροφης, να φοργ, 3,τ« χαί ή γυνή ένό τεννίτου ·? βα-
ναυσουργου ; να τοποθετν,σν, τό άναπόσπαστον χλίδοχύαβαλον
εις τας υπωρε,ας της Άχροπίλεως, ή1 παρά τό Μεταξου γεΓον ·
Τα τέκνα των ήτο δυνατόν ν' άνατραφώσ,ν ώς τα τέκνα ,,',βύτου
Ευνόητον όποΓος κατέστη δ βίο; τοϋ άνδρογύνου υπό τοιαύτας
συνθήκας. Καθ1 εκάστην είχον σκηνάς λυπηράς υπό πάσαν επο-
ψΐν. Ή "Ελένη κατέστη νευροπαθής, τ'τ ελάχιστον την έτάρασσε
καί την έξηγρίωνε, μόνη δέ ή ήρεμία καί τό ηπιον τοϋ ναρα-
κτήρος τοϋ Άντωνίου προελάμβανε μεγαλείτερα δυσάΐεστα.
Ημέραν τινά όοιω;, ότε δ δυστυχής δέν ηδυνήθη ν' ανταπο¬
κριθή καί είς μικράν της συζύγου τού απαίτησιν, αυτή δέ τώ έρ¬
ριψε χατά πρόσωπον την φράσιν: «οίαν δέν ήδύνασο νά ζήσης
σύζυγον καί τέκνα, τότε διατί ένυμφεύεσο ;» 7]σθάνθ·η την καρ¬
δίαν τού αί.αάσσοιισαν καί εκλαυσε. Τί) υπέμνησε τοΰς περί ερω-
τος α'ιωνίου καϊ άφοσιώυεως όρχους χαί ύποσχέσεις της, προσε¬
πάθησε νά τγι άποδείξγ) ότι διά τής άμοιβαίας άγάπης καί ύπο-
μονής, των μόνων Οεμελίων τής εύτυχίας έκάστης ο'ικογενείας,
τα ·πάντα δυνατόν νά διορθωθώσι χαί όρθο-οδήσωσιν, άλλά μά¬
την ή Ελένη ύστερική καί πλήρ·ης νεύ;ων, άποβαλοΰσα πάντα
χαλινόν τοϋ πρός τον άνδρα όφειλομένου σεβασμοΰ, ούδολ.ως συμ-
παθοΰσα πρός την άξιοδάχρυτον θέσιν τοθ συζύγου, όν χαχά κα¬
θήκον ώφειλε νά συΐΑπονί) καί ένθαρρύνν), άκαυιπτ;ς χαΐ τρέ-
μουσα υπό όργής, παριστώσα δέ ε'ικόνα, εις ήν τόν πρίν ερωτα
αντιχατέσττ.σε σγεδόν τό μΓσος κατα τοΰ διαρκοΰς εν τώ κόσμω
τούτω συντροφου της ζωης της, επανεΛαει ζηοως και αιτιωΐΛενη
αόνον τόν σύζυγον : «Αΰτ;> πού σου λέγω έγώ ! δταν δέν ή"σο
άξιος νά γείνγις ο'ικογενε!άρχ·κΐς, τί ·ηθελες την ύπανδρείαν, διά νά
καταστήσας δυστυνή την γυναικα καί τα τέκνα σου ;ο
Ή ντιομονη τοΰ 'Λντωνίου έζττ|ντλήθη πλέον προ τής άπρε-
ποϋς ταύτης συ,υιπερΐφοράς τής άχαταλογίστου γυναικός έξη-
γέρθη καί έν αύτω εν αϊσθγιμα άγανακτήσεως καί όργής, άλλ'
αϊ'σθ-ημα έσχάτου άπελπισμοϋ . Ή καρδία τού έπλ-ηρώθη
πικρίας.
Μετά φωνής ουνααένης νά συγχινήσγι λίθους, καί έκ των έγ-
κάτων τής ψυχής τού έξερχοαένης, πνιγόιιενος υπό λυγαών, άν-
έκραξε;
— Άνάθεμα, άνάθεμχ την ώραν ποϋ σ' έγνώ:ισχ !
ΓΈ, Φ,,,η,γ,ι: , ΊίΛι»; Τ-.! 1890]
Λα,μπροσ {
15·
ίΐηηΐΓΐιΐτιΐΓΐιι^^
ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗΝ ΤΗΣ
( 8 ο π ηβΐτο)
/ΥΓΟΥΛΑ μου χρυσ6χ)ωΐΎ, ποϋ σάν νυφοΰλα βγαίνειε
καΙ πέρνεις καΐ οτολΐίεσαι άπ6 τ/)ν έμμορφιά τηο'
άγέρι μου έρωτικό, ποΰ σάν άχ^6α οΊαέαΙνεκ:
καΙ κλέφτεΐί: μόσ^ους κα! οροσιαίί άπ4 την άγκαλιά τη£|·
Κθμα τ^ θάλαοσας γοργό, ποθ £χεκ γιά στολή σου
τώ γαλανά τα μάτχα της στο γαλανο κορμί σου-
γλυκειά μου ττούλια, άχνότρεμη, ποϋ )άμπ·.ιε. 'ς τή ματχά τηε,
κα'ι ού άηδόνι ι^ο^σικό, ποΰ έχεις τή /αλιά της·
Όλα μαζη νά σμΐίετε καΐ νά τηα 'π/)τε χίλια
^Ιλια λογάκι' άπίκρυ-ρα κχ' βυΙλ/;τα 'ί έκείνη . .
κοί 'ίάν μοϋ την φιλήσετε γλυκά-γλυκά
V
τα
Πέτε ΤΓ,ΰ χαιρετισμοτα καΐ άττ6 μενά χίλια :
—Νά ί?| πάντα κα/έκαρδη, ίϊστρο 'ς- τή γη νά μείνη,
κα'ι νάνε πάντα έμμορφι,ά, άγίπη, καλωσύνιτ| !
|Έ» Ευ{νγ, 1890)
^Κρ. ^Βασιλακακησ
■■ γπι:» κ
ΒΟΓΑΒΪΤΑΙ ΤΜ ΣΗΗΕΙ11Ν
|.Ο πάντοτε άνυπ^όνως χά! ώ; ή χελιξών ρ
ρευόμενον Ήαερολόγ'όν σου, φίλε μου Κύριε Σχόχε,
έχδίδεται, ώς ύποθέτω, ολίγον πρίν ή ολίγον μετά
τας ανααενοΐλένας εκλογάς της ΙΒ' βουλευτικής
περιόδου, αΐτινες αποιχακρύνουσι τόν ύπνον άπό τα βλέφαρα
των άρχηγών καί ύπαρχηγών των κομμάτων. Διότι γνωρί-
ζεις, τιστεύω, χαί σύ, ό είς έχ των συνταγματιχών πολιτών,
είς τόν πατριωτισμόν των οποίων ή Συνταχτιχή συνέλευσις
ά-ριέρωσε την τήρησιν τοϋ ουδέποτε τηρηθέντος -υντάγμα-
τος, γνωρίζεις λέγω, μθΛθνάτι, επί τοϋ παρόντος τουλάχιστον,
είσαι απηλλαγΐΛένος των έχλογιχών φροντίδων, αίτινες βχρύνου-
σι τοΰς ΰποψηφίους βουλευτάς, ότι ή ΙΑ'. βουλευτιχή περίοδος
διελύθη άνευ . . . παραπόνων τής αντιπολιτεύσεως· τό δέ συτα¬
γματικόν χοϋτο θαΰαα όφείλεται κατά μέν τοΰς νομιιχόφρονας, είς
τό ότι κα'ι ή ένεστώσα βουλή ήτο άνάγχη νά έκπνεύστΓΐ διά βι-
αίου θανάτου ελλείψει τρια./|νου ^ρονιχοϋ διαστήαατος, όπερ ά-
παιτεΐται ώς τό ελάχιστον χρονικόν όριον έκάσΓης συνόδου, κατα
δέ τοίις πρακτικώς συνειθισμένου;, εί; τό ότι συνέοερεν ή διάλυ¬
σις ήδη. Ούτως ή άλλως διάλυσις βουλής, μ ή τιμη-
θεΓσα διά παραπόνων τής διαλυθείσης άντιπολιτεώ-
ιτεως είναι, πιστεύω, σχτ,μα έζόχως όςύαωρον, οί δ' εύτυχεΓς
Έλληνες άπό "Ολύμπου καΐ Πίνδου μέχρι Ταινάρου καί Κυβή-
ρων πρόχειται νά κληθώσι διά δωδεκάτην φοράν από τοϋ 18 05
πρό των χαφιληαένων καλπών πρός εκλογήν γ ν η σ ι ω ν αντι-
προσώπων ! Λαμβΐνοαένου δ' ύπ' όψει, ότι ό χανονιχός βίος
έχάστης περιόδου συνίσταται έκ τεσσάίων ανοίζεων έπεται, ότι
έν ετει 1890 ένεργοϋνται αί εκλογαί, αΐτινες.— άνευ διαλύσεων,
—ήθελον γίνίΐ έν ετει 1909 καί ·ΐοϋτο διότι ή εξαίρεσις έπρο-
βιβάσθη είς χανόνα. Άφοϋ δέ τί) Ημερολόγιον σου δια το ετος
1891 θέλει ίδεΓτϊ φώς σχεδόν ταυτοχρόνως μέ τοΰς νέους πατέ-
ρα; τοϋ "Έθνους, αί δέ αϊθουσαι πταιγών καί πλουσίων θέλουσιν
αντηγεί άπό τα σχόλια περί τώ έπιτυχόντων, των πρώτον έπι-
λαχόντων, των έττιλαγόντ,ι.ν άτλως, των ορ φ α ν ώ ν λεγομένων
καλπών, καί των ύποψτ,φίων, οΐτινες μετά δειλίας παρθενικής
το ποώτον κατέρχονται είς την έχλογικήν παλαίστραν αέ το μει¬
δίαμα είς τα χείλη καί μέ το χούφτωμα κουΐλπαριχών χειρών
πρός δοκιμήν των έκλογιχών των κεφαλαίων, ΐσως, λέγω,
έν έπονϊ) τοιαύτη έχλογικοΰ σάλου, δέν είναι αχαιρος χαι εντε¬
λώς άνωφελτ,ς ή έχ τοϋ προχιίρου έρμηνεία ενός άρθρου τοΰ 'Βχ-
λογιχοϋ Νόμου, — μή τρομάζτ,ς, διότι ή έρμ·ηνεία αυτή είναι,
νοαίζω, είπεπτος χαΐ δι' αύτους τοΰς άβροΰς στομάχους των ά-
βροτάτων άναγνωστριών σου, Χϊί των μή άχόμη άναΐΛ'.γνυοαένων
είς τα έχλογιχά, — εάν καλλιεργώνται κα'ι τοιαϋτα ανθη εν
Ελλάδι.
Πρόχειται, φίλε μου Κύριε Σχόχε, «ερΐ τοϋ αρθρον» «ίντ»)-
χοστ,,ΰ £χτον> τοδ έκλογιχοθ νόμιου, επί λέξεσιν έχοντος ούτω:
ο Έπιτρέπεται είς το« ύποψηφίους η τοΰς άντιπροιώπους η
» τοίις αναπλγ|ρωτάς αυτών νά Θέσωσιν ίδιον στιμϊΐον £ΐ! των
«χαλπών αυτών.»
Πρόχειται ττερί τοϋ εύλογημένου έχείνου α:0ριδίου, όπερ τους
άλιεΓς άναΤειχνϋει σοφοΰ; χαΐ τοίις σοφοίις ύποέιβάζει εις άλιεϊς.
Σοί φαίνεται Γσως ολίγον άστείχ ή περί τή; παντοδυναμίας
τής βρα*/υσώιχου ταύτης διατάξεως γνώιητ) [χου, διότι δέν είσαι,
φαίνεται, άρχετά έξησχημένος είς τοΰς έχλογιχοίις αγώνας· αρ-
χεΓσαι, όπως την έπιοϋσαν των έχλογών μέ στάιιιχ χεχϊ|νος ανα-
γινώσχγις έν ταίς έφημερίσι τής πρωτευούσης τ' ά π ο τ ε λ έσ μ α-
τα των έχλογών, τό γνή'σιον των οποίων αμφισοητεΓ
πάντοτε το μειοψ-ηιροϋν χόμαα, χαϊ τα δποΓα άχριβέστερον
ηδύναντο νά όνομασθώσιν ώς έχ τοϋ κρατούντος έν γένει συστή-
ματος τ' άποτελέσματα των σημείων άρχεΓσαι, λέγω,
μετά τινο; έπιπολαιότητος,—καί ζητώ συγγνώμην διά το δριμυ
τής έχφράσεως, δανεισθείσης έκ τοϋ χοινοβουλευτικοϋ λεξιλογίου,
άναγκαίως δέ χάριν τής ακριβείας, —είς την ανάγνωσιν των όρ-
γάνων τοϋ κόμματος, χαρμοσύνως άγγελλόντων είς τοΰς Ισω χαϊ
εζω "Ελληνας κϊΐ μήτήν νίκνιν τής συαπολιτεύσεως η τής αντι¬
πολιτεύσεως.....διότι 6 λαϊς έπιδοκιαάζει την μένη άποδοχι-
μάζει την δέ.....
Τίποτε. τίποτε άπό όλα αΰτά, χατά την ταπεινήν μου γνώ¬
μην, δέν είναι άκριβές. Μόνον τό χά λ π ι χ ό ν σημάδι, —
όπερ είς τους άπίστους συνδυασμους γίνεται καϊ κ ά λ π ι κ ο ν,—
θαυματουργεί, διότι αΰτό εχει την ισχύν τοϋ κέρατο; τής Άμαλ-
θείας. Χάρις είς τό 56ον άρθρίδιον 6 έχλογεΰ; δέν εχβι ανάγκην
νά λάβγι τόν κόπον ού μόνον όπως μάθγ] την ποιότητα, τας αρ¬
γάς, την ύπαρξιν ή την έλλειψιν πολιτικών πεποιθήσεων χοϋύτζο-
ψηφίου, άλλ' ουδέ τό ό*νο;Αα αΰτοϋ (!), όπως τό ενθυμηθή,
όταν τό ακούση έκφωνούμενον παρά τοϋ σφα:ριδιοδοτου. Διότι
όταν έκεΓνος λέγει —« Αυτή ή κάλπη είναι τοϋ Α άν τόν θέλη;
»θά τό ρίψ·/); (δηλαδή τό σφαιοίδιον) είς τό ά σ π ρ ο , άν δεν
»τόν θέλγ|ς θά τό ρίψϊ)ζ είς τό μ α ϋ ρ ο , ο — δ έκλογεΰ; εντεί-
νει την προσοχήν τού σύμπασαν, όπως διακρίνγι καλώς τό σ η -
μάδι τοϋ συνδυασμοΰ, όπερ συρίζουσιν είς τό ου; τού
είς την είσοδον τοϋ έκλογικοϋ τμήματο; οί ύπα;ιωαατιχοί καί εί
αξιωματικόν τοΰ χόαματος, οΐτινες ενίοτε κατορθώνουσι διά τής
έπιτηδειότητά; τωκ νά συμβιβάζωσι την υπηρεσίαν
ταύτην μέ τό άξίωμα τοΰ νομάρ/ου ή καί τοΰ παρ' 'Εφέται;
Ε'ισαγγελέω; !
Άλλά τί είνε τέλος αΰτό τόστιμάδι; τό σ·ημάδι είνε
θαλλός ελαια;, κλάδο; δάφνΐΓ|; ή μυρσίνγι;, άνθο; λεμονέα; ή
πορτοκαλέα; επί τό ποιητιχώτερον ί χαί απλώς πορτοκάλιον επί
τό πεζότερον, τό ιερόν Ευαγγέλιον η σταύρος επί τό αναιδέστε-
ρον δύναται όμω; να είναι καί χολοκύνθη, θρίδαξ ή ραφανίς ή
ό,τι άλλο έπινοήσει ή έφευρετιχή χεφαλή των ύποψηφίων, των
άντιπροσώπων ή των αναπληρωτών.
Τό πολύτιμον αΰτό ι η μ χ δ ι , όπερ ώς σιοηρόχορτον προσ-
ελχύει τα ν α ι τοϋ χόμματος, συνήθω; άγοράζεται ιτολΰ
άχριβά. Καί τί δεν γίνεται πρό; απόκτησιν αΰτοϋ ; πάσα καί
πάσα τεχνάσματα. πόσα τερτϊπια, 'μιλήματα καί μαλώματα, πά¬
σαι μεταστάσει; χαί ραδιουργίαι καί μηχανορραφίαι, πόσαι άπι-
στίαι, ιτόσα ρουσφέτια ύπόσχονται καί δέν δίδονται, πάσα λέγον-
τΐι χαί δέν γίνονται, πόσα γίνονται καί δέν λέγονται· ■ ·
Διότι πρέπει νά εννοηθή καλώς, ότι δέν καταχρίνω απολύτω;
τους συνδυασμοΰς καί τα σημεΐά των, άλλά χυρίω; ·:ονς έν τοΓς
ΆθηναϊκοΓς άντιθαλάμοι; μαγειρευοαένου; πρό; έξόγχωσιν των
προσωπικών χο.ααάτων τουναντίον δέ πάντοσε έσυνγ|γόρϊ)σαι καί
συνηγορώ υπέρ των συνδυασαών , των υπο των εχλογέιον γενο¬
μένων, καί δϊ) πρό; επικράτησιν ωρισμένων κα'ι οΐωνδηποτε
άργών.
Έννοώ τοίις συνουασιχοϋ; χαί τα σηαεΓα των εκεϊ όπου ο! φι-
λελεύθεροι παλαίουσι κχτά των συντηρϊ|τιχών, οί προοδευτΐΛοί τ,
ο! ριζοσπάσται καΐά των όπισβοδ.οαικών, οί συγκεντρωτΐΛθί κατά
των άποκεντρωτικών, οί δημοκρατικόν χατα των αονα;χικών, οί
φιλοπόλεμοι χατα των είρ-ηνίχών άλλ' οχι, ?έν έννοώ τοίις λα-
τοεις τής κολοκύνθης χα'ι τους πολεμίους τής μυρσίνης ύ π ο τ ο
κ ρ α τ ο ϋ ν σ υ σ τ η υ. α
Ήν τούτοις εάν υπό τό σύστ-ηΐχα τής στενής περιφερείας τϊ
σημεΓον τοϋ συνΛυασμοΰ ήτο άπαραίτγιτον, έν εκλο-
γαϊς τής εύρυτάτης καί χαώδους περιφερείας, έν εκλογαι
απαραιτήτου συνεταιρισμοϋ κεφαλαίων, ύπο-
ψηφιότης άνευ σημείου είναι προσόν δίδον οοικαίωμα ε'ισό8ου εις
φρενοκομ εΓον μάλλον η είς την Βουλήν» γράφει ό φίλος
μου·κ. Ί''μμ. Λυκούδτις ( Έχλογικός Κώδ·ηξ σ 38) Κα'ι ατυ¬
χώς ενει δίκαιον 'Λφοϋ δέ ή νοαοβετική έξουσία έιτερεϊτο τοϋ
δικαιώαατος νά κλείση Ιζω τοϋ βουλευτ'.χοϋ περιβόλου πάντας ε-
κείνου;, ούς οί έκλογεΓς τής στενής περιφερείας έπιμένουσι φρο¬
νούντες αζίου; αντιπροσώπους των τ( χαί έκείνους οίτινες νοαί-
ζουσιν έα«το!ίς χρησίαους ετι τή πατ^ίδι, τό σημείον των
καλπών είναι κακόν άναγκαϊον καί φάρμακον επιβεβλημένον Ι¬
δίως διά τοΰς σεβοιιένους τό άξίωμα των Άθτ,ναίων, ο'ιτινϊς, —
κατά τόν Περιχλή,— πολίτην αή άναμιγνυόαενον εις την πολι¬
τικήν 'είΐύρο}·/ ούχι φιλήσυχον, άλλ' άχρηστον
Δια τουτο, φίλε Κύριε Σκόκε, διασπε,ρων έν ετει σωτηοιω
τοΰ 1890 :ό Ήμερολόγ'όν σου διά τό ετος 1891 δηλαδή ότε οί
βουλευταί των σημείων τής εΰρείας περιφε¬
ρείας θέλουσι κοσμεΓ τό κοινοβούλιον τ?,ς όδοϋ Σταδίου καί μή
δυνάμενος νά κράξγις έχ τοϋ θεα>ρείου των δηιιοσιογράφων καί αή :
«Κατω οί βουλευταί των σημείον»
ίΐπε δια τής σάλπιγγος τοΰ τύπου πρός την πλειονοψί,φ'αν
τής νέας Βουλής ι «Κάτω ή εύρυτάτη έκλογιχή πεΐιφέρεια '»
«Κάτω τό αρθρον δ(ι».
'Ι.» Καα>ίίΐ ( Αίη,Ο.Ι τ», 7 ., οοιτου 1890
Γεωργιος ]^ί Φιλ .
Η ΒΙαΡΩ Κ ΑΙ Ο ΓΙΑ Ν Ν Ο Σ
> ΥΡΙΣΚΟΜΑΙ ύπΐκάτω άειθαλοΰς έλάτης τ.οιρΛ
πηγήν ψυχράν τής δασώδϊυς Κλινίτσης ( υψους
1620 μ. ), άπό τής κορυφής τής οποίας πρό
μικροϋ είδον ορθΐύμενβν κάτω τόν γηραιϊν Ταύγετον καί
λάμπουσαν πέραν την θάλασσαν τού" Κατακώλου. Ήδη
κάτω μου πολϋ βαθέως Ιχει τΌ ρ'ΐΰμά τού ό ξηρός Νί-
σδαρας, τοϋ όποίου τα ένιαχοΰ λ.ιμνάζοντα ν%&χχ χρησιμο-
ποιοϋσιν αί γυναίκας τοϊί χωρίου είς χλύσιμίν των άσπρορροΰ-
■χων, άπέναντί μου δι βλέπω τό κοιμητήριον τής πατρίδος
μου, την τελευταίαν φεΰ ! κατοικίαν ύπάρξεων προσφιλών και
αλησμόνητον... "Ολίγον δέ παρέκει ϊιακρίνω τον βράχον των
καλογραίων, υψηλόν καί άπόκρημνον, είς τον οποίον χρώτη
Ιστησε τόν έρημικίν της θρόνον ή άτυχής Μαρχώ, ν.αί από τοϋ
όποίου σήμερον κατακρημνίζουσιν οί παΤδες τίϋ χωρίου ~αι-
ζοντες τοΰς άδίσζότους κύνας /.αί τάς γαλας. "Αν καί δεν
φιλτϊ τοΰς πόδας τούτου το κΰμα τής θαλάσσης ό'πακ τόν Λευ-
κάτα, τΌν οποίον δι' ενός ά-έλπιδος ά'λματος κατέστησε χερι-
δλεχτον ή δύσερω; Λεσδία μΐΰσα, έν τούτοις Ιχει και ίΰτος
την ιστορίαν τού καί τάς Θλίψΐ:ς τού.
Ή Μαρχώ ή ή Μάρω, κόρη τοΰ χωρίου ώραία, Ιζησε πρό
πολλών έτών καί άνήκίν είς μίαν των πρώτων
βουν:ΰ καί επί τοϋ λίυκοϋ της
πάντοτε τοΰ Άπρίλη τα ρόδα, τα ζωντανά ταυτα τής ύγείας
σύμδολα. Είς τα δύί μεγάλα καί λάμ-οντα μάτΐα της, τα
234
κυανδ καί ίδολα, διέδλεχες όλην τής ψυχής της την άγαθό-
τητα, είς δέ τα μαλλΐά της τα λεπτά, τα μακρά καί χρυσό-
ξανθα, άνεγίνωσκες τό χραον τοϋ χαρακτήρος της καί τό ήμε-
ρον. Τοιαύτη λοιπόν ήτο ή Μάρω,ήτις άτυχής είς τό δέκατον
έκτον Ιτος τής ήλικίας της Ιχασε την μητέρα της καί έφόρεσε
τα μαΰρα. Ποίαν δέ στέρησιν, ποίαν έρημίαν, ποίαν σκληράν
απώλειαν υπέστη ή Μάρω διά τοΰ θανάτου τής μητρός της,
θά έννοήσητε ευθύς ό'ταν μάθετε ότι αύτη ήτο ή μόνη κόρη
τοΰ Μπάρμπα-Θανάση, χωρίς αδελφόν ή άδελφήν, καί ότι
όλα τα παιδικά της ετη, τα χρυσόί /.αί εΰθυμα, διήλθε μετά
μόν ής τής μητρός της, διότι ό πατήρ της ύπάλληλος ών εμενε
δι' όλης τής ημέρας μακράν τής οικίας. Διά τουτο λοιπόν ή
Μάρω Ικτοτε μετά τής μητρός ίγααε την σύντροφον, την
χαράν, τάς διασκεδάσεις, τούς γελωτας. Μόνη δέ ή ώραιότης
της παρέμενεν αφθαρτος ή προέβαινεν άεί αυξανομένη. Καί
ήδη κατάλευκος καί ώραία, είς όλόμαυρα ένδΰματα πένθιμβ
κρυμμένη, ώμοίαζε πολύ μέ την γλυκείαν Πανσέληνον, ήτις
άναδαίνει άπό τό βουνΌ κατά νύκτα σκοτΐΐνήν άργυρα καί
λαμπρά καί φωτοδόλος. Τοιαύτη δέ ούσα, ωραιοτέρα τής
Χαηδής τοϋ Βύρωνος καί κληρονόμος μάλιστα άρκετής πε¬
ριουσίας, προσείλκυσεν άμέριστα τα έρωτΰλα των νέων τοϋ
χωρίου βλέμματα, ξενοι δέ Πάριδες έκ των περιχώρων καί
μακρότερα καθ" εκάστην χροσήρχοντο είς Ζυγοδύστιον ζητοΰν-
τες την χείρα ταύτης, την καρδίαν καί την προΐκά της. Άλλ'
ή Μάρω ειχε μέν δΰο χείρας καί πολλήν προΐκα, άλλ' ή καρ-
δία της ήτο μία μίνη καί ώς τοιαύτη άνήκεν άπον.λειστικώς
— άς μή τό κρύψω — άνήκεν είς τόν Γιάννον.
Ό Γιάννος ούτος, νέος τού -χωρίου είκοσιτριέτης, μελαγχροι-
νός ολίγον καί υψηλάς, μέ δΰο οφθαλμούς σπινθηροδολοΰντας,
μέ κόμην καί μΰστακα μαύρον καί δασΰν καί μέ δΰο πόδας
καί δύο χεΤρας, ώς θά έλεγεν ό φιλοπαίγμων φίλος μου κ. Κ.Φ.
Σκόκος, άνήκΐ καί αύτός είς μίαν των πρώτων οίκογενειών
τοΰ χωρίου. Μονογενής καί πολύ ήγαπημένος υιός, ήτο κλη¬
ρονόμος μεγάλης περιουσίας είς κτήματβ καί ποίμνια, τα
όποΐα ήδη έπεμελίΐτο αΰτός μόνος, διότι ό πατήρ τού παθών
άπό δΰο έτΰν παράλυσιν τοΰ δεξιοΰ χοδός ένεκα ήμιχληγίας
ήδυνάτει απολύτως νά έξέρχηται τής οικίας τού καί ώς έκ
τούτου ό'λη ή καλλιέργεια καί ή περί αυτών φροντίς
τόν μονογενή Γιάννον.
Περί τΐϋ Γιάννου τούτου, τού λεδέντη ώς τόν άιτεκά-
λουν οί χωρικοί, έχαλλεν ή καρίία τής Μάρως. Άλλά καί
ό Γιβννος δέν Ιμενεν άπαθής είς τάς συγκινήσεις της, είς
τούς στενβγμους της, είς την αγάπην της, είς τόν ερωτά της
τέλος όλον. Πόσαις φορβΐς δέν έφωράθη παρατηρών την Μά-
ρω Ινδακρυς , μέ βλέμμα πλήρες άγάπη; καί λατρείας, άφω-
νος, άφτιρημένος, συγκεκινημένος, στενάζων; Πόσαις φορβϊς
δέν τόν είδεν αυτή ή Μάρω είς την ανησυχίαν της στενοχω-
ρούμενον, είς την λύπην της θλιβόμενον, είς την συμφοράν της
κλαίοντα, είς την χαράν της γελώντα ; Είναι βέβαιον λοιπόν
ό'τι Μάρω καί Γιάννος ήγαπώντο καί ήγαπώντο πολύ. "Αν δέ
ϊέν είχον είπη μΐταξύ των τίποτε περί τοϋ ίρωτός των, αύτό
σημαίνει ότι ό ίρως των υπήρχεν είς τα βάθη τής καρδίας των
καί άχι είς τα χείλη. Ό τοιούτος δέ Ιρως, ό άφωνος καί
άνεκμυστήρευτος, είναι ό ώραιότερος καί άγνότερος κβί άληθέ-
στερος έρως, είναι ό έρως των άγγέλων ό ά'γιος. Άπό πότε
ίέ έχρονολογεΐτο ό Ιρως των ούτος δέν δύναμαι νά είπω. Το
βέβαιον είναι ότι ό Γιάννος καί ή Μάρω ήσαν γείτονες καί ότι
άπό μικρά παιδία έβλέποντο συχνά, είς όλα δέ τα παιγνίδια
καί τάς διασκέδασις ήσαν μαζί.
Καίτοι λοιπόν ουδέν ουδέποτε περί τής άγάπης των είχον
όμιλήσει ουτε πρός αλλήλους οΰτε πρός άλλους, εντούτοις καί
οί γονεΐς των καί χολλοί γείτονες τούς είχον έννοήσει πρό
πολλοϋ. Ό έρως, αναγνώστα μου, Ιχει συγκινήσεις, αί δέ
συγκινήσεις δέν κρΰπτονται. Ένοήθησαν λοιπόν άγαπώμενοι,
άλλά τουτο έπέσπευσεν ί*σα-ίσα την ένωσιν αυτών. "Οντως δέ
δύο μήνας κατόπιν έτελοΰντο ίί άρραβώνες τού Γιάννου καί
τής Μάρως έν μέσω τής γενικής τού χωρίου χαρας.
Ή κοινή γνώμη λέγει ότι τό στάδιον των άρραδώνων είναι
ή ωραιοτέρα έποχή τής ζωής. Δέν εΐμαι έγώ άρμόδιος νά
βεβαιώσω τουτο. Σέβομαι πάντοτε την κοινήν γνώμην και
ταρακαλω τόν Ιχοντα αμφιβολίαν νά έρωτήστι πάντα διελθόντα
τό γλυκύ καί μεθυστικόν καί ωραίον τουτο στάδιον, τό στάδιον
των όνείρων καί των πόθων. Τουτο μόνον έγώ δύναμαι να βε-
236
βαιώσω ότι ό μην των άρραβώνων τοϋ Γιάννου καί τής Μάρως
ηύξησε την αγάπην των, έπςλλαπλασίασϊ την λατρείαν καί
τοΰς στεναγμοΰς των, χωρίς όμως νά αλλοιώσγ) "/.αί την
άγνίτητα τού ερωτός των, όστις παρέμεινε διαυγής καί καθα-
ρός ώς τό δάκρυ των τό φωτεινίν, τό ό-οϊον πολύ συχνά
ΰ'γραινε τού ματΐοϋ των την κόγχην.
Τέλος πάντων ή ήμερα τοϋ γάμου Ιφθασϊν. Ήλθεν ή πα-
ραμονή καί πρός την έαπίροΐΊ ό Γιάννος μετέβη είς τό δάσος
τής Κλινίτσης, ό'χΐυ ευρίσκοντο τα πΐίμνιά τού διά νά έκλέξη
τόν καλλίτερον κριίν, τόν όττ:ΐον κατά την συνήθειαν τού
χωρίου έμελλε νά στείλν) δώρον είς την οικίαν τής νΰμφης.
Μόλις όμως έφθασεν είς το δάσΐς καί άμέσως έθόλωσεν ό
ούρανός, έμαΰρισεν, άστραπα'ι καί βρςνταί διέσχισαν τ'ον άίρ&,
ήνοιξαν ΐί ν.αταρράκται τοΰ οΰρανοϋ καί πυκνή βροχή ρ'αγδαία
ελςυϊ την γήν την κατάξηριν. Ό Γιάννος έξίλεξε τΌν κριόν
καί Ισ-ευσε υπό την σκίπην έλάτης πολυκλάδίυ κα'ι πυκνής
καί ανέμενεν έκεΐ τήο βρϊχής την κατάπαυσιν. Παρήλθον
όμως δΰο καί τρείς ώραι, επήλθεν ή τα πάντα καθιστάνουσα
μαυρα καί φο6=ρά νύξ κα'ι ή βροχή εξηκολουθεί ρ'αγϊαιοτε'ρα.
Άπέκαμε πλέον νά περιμένη! Άναίσθητος λοιπόν είς την
μανίαν τοΰ μυκωμενου άνέμου καί άτάραχος καί άφοδος είς τή;
βροχής την Οορυβώδη κατάπτωσιν καί τού σκότους την πυκνό-
τητα ήνοιξΐ τοΰς οφθαλμούς τής καρδίας τού καί μέ το γλυκύ
φώς τής άγάζης οΊέκρινε μακράν είς τό χωρίον την Μάρω
τού ανήσυχον έν μέσω τοΰ άνησυχοϋντος διά την βραϊύτητά τού
χωρίου. Καί ίδιΰ αμίσως σχίζει το σ/.ίτος καί την βροχήν
καί μέ βήμα σφαλλόμίνον κατορθόνει νά φθάστ) είς το ρεΰμα
τοϋ -χειμάρρου σύρων όπισθεν τού τόν κριόν τόν καλόν. Ό
Νίσβαρας Οολός καί.βιύζων είχεν ήδη ύπερεκχίΐλίστ) καί ίρρα
κατω ταχΰς καί μαινόμενος. Είς την τ:ιαύτην τούτου θέαν
ό·Γιάννος έστάθη άδημονών ώς ό άνθρωπος όστις απροσ¬
δοκήτως ευρέθη έντός άδΐίξόδου. Πϊριέφερε τό βλέμμα έδώ
καί έκεΐ ζητών διέξοδον, άλλ' οΰδαμοΰ εδλεπε τοιαύτην. Τέ¬
λος άπ;φάσισϊ νά ριφθίΐ έντός τοΰ -/ειμάρρου καί παλαιών καί
σχίζων τα όρμητικά τ:υ ν=ρά νά εξέλθη είς την άπέναντι
όχθην νικητής. «Ποταμέ, ν.ιζι, δέν θά Οάψης ύζο τα θίλά
σου νερά έ'να Γιάννον, όστις ουδέ κάν άνήκει πλέον είς αυτόν.
Αν δέν θίλιτις νά λυπηθτϊς εμέ Οά λυπηθίϊς έξ άπαντος την
Μάρω, ήτις τοσάκις ήλθεν έδώ καί επλυνεν έκτιμώσα τα
ψυχρά ίίδατά σου.«Ταυτα ειπε καί έρρίφθη έντΌς τοϋ ρεύματος
λησμονήσας έκεΐ ε^ την άκραν τόν κριόν άκολουθοϋντα. Υπό
τα νερά τα βολά καί κεραμόχροα έδάδισεν άκλόνητος μέχρι
τής άλ/νης όχθης, την οποίαν ήγγισεν ν-δη διά τής χειρός.
Τρίς προσεχάθησϊ νά άναρριχηθγί είς ταύτην, άλλά καί τρίς
απέτυχεν. Ότε δέ την τετάρτην κατέβαλλεν όλας τού τάς
δυνάμεις καί ελπίς ΰπήρχΐ νά σωθή, πλήμμυρα μεγαλειτερα
τού ποταμβΰ ίπελθοϋσα,παρέσυρεν αυτόν υπό τό ΰ'ϊωρ τΌ Οολόν
ηκούσθη μετ" ολίγον στεναγμός βαθύς καί τό όνομα τής Μά-
ρως. Έχιτ,-Λθλοΰθησεν άμέσως σιγή νεκρική καί τό ρϊϋμο:
έκτελξσαν τό απαίσιον τού έργον έςηκιλοΰθησε την βοήν τού. Ό
Γιάννος έπνίγη! Μάρτυς θλιδερός τΐϋ φΐβϊροϋ τούτου δράματΐς
εμ=ινε μόνος ό κριός, όστις καρφωμένος έκίΐ εις την άκραν
τού χειμάρρου ήρχισεν ήδη νά βελλάζϊ) γΐίρώς.
Οί κάτοικοι τοΰ χωρίου άνησυχίΰντες καί κακόν προμαν¬
τεύοντες εξήλθον ίίς αναζήτησιν τοΰ Γιάννου. Έκεΐ είς την
άκρον τού ποτβμοϋ ευρΐν τόν κριίν, όστις δέν ηδύνατο μέν νά
ομιλή, άλλ' ήξευρον άληθώς νά χονίϊ καί νά κλαίτ), διά τοΰ
θλιδϊροΰ δέ βελάσματός τού νά αναγγελλν) την παρούσαν
συμφοράν. Την επομένην ΐ-,μίρα·) τΌ πτώμα τοϋ Γιάννου ευρε¬
θή κάτω είς τ'ον κάμπον έξοιδημένον. Ή δυστυχής Μάρω
Ιρημος ήδη άνενέωσε διά παντός τό συνάλλαγμα τοΰ πενθους
της πρίν άκριίώς λήξτρ. ΈκεΤ είς την ν.ορυφήν τοΰ βράχου
μακράν τής κοινωνίας καί τής χαρας Ιστησε τό έρημητήριόν
της καί κλαίουσα χαρετήρει διαρκώς τό ρίϋμα τοΰ χειμάρ¬
ρου διά νά μή λησμονήση ποτέ την δυστυχίαν της.
Έ. *ί σσ;, 1890|
Π. ΟΐΚΟΝΟΜΟΤ
ϋΤ ΑΒΗΝΔΝ ΕΕ ΠΑΝΤΣΟΒΟΝ
[επιστολαι πρός κυρι.αν]
Έ πι α τ ο λ τι Β'.
ΙτΙΕ την καρδίαν πάλλουσαν χαι τρέμοντα χον.. . . πόδα !
8χι την χεΓρα τρέμουσαν — έδώ εϊν* άλλη μόδα ! —. .
Έδω, 'ς την χάθε γειτονιά, ύπίρχει χαλντιρίμι,
'π' αφίνεΐ ανεξάλειπτον 'ς τα «όδια μου την μνήμη...
Έδω, ευθύς, Κυρία μου, όποϋ θ' αρχίση βράδυ,
γΐνεται τόσο χελαινόν χαι μαΰρο τό σχοτάδι,
ώστε χαθένα; σπίτι τού πηγαίνει το έσπέρης,
χυττάζοντας ώς χαΤίης τούς πολιχούς άστέρβς !
Έδω αχόμα παντελω; δέν σχέπτοντβι γ^α γχάζι,
χι' ό νυχτοπόρο; δύναται να τσαχισβ/;, για χαζι...
Έδω οί δρόμοι έχουσιν χατηφορανηφόρους,
χι' αλλοίμονον 'ς τούς άδαεΓς χ αι ξένους όδοιπόρους.
Έδω 'ς τούς δρόμους χίιΐοτε άνοίγονται χαΊ γοϋβαις,
χαΐ μένουν ^τσι ανοικταί ώς ποΰ ν* άνθίσουν βρούβαις!...
Έδω χαι πεζοδρόμια δεν εφιασαν άχόμη,
χαΊ ώς τ?ς σχάλαις των «πιτιων άνέρχονται ο! δρόμοι !
Έδώ χυρταΓς χαι μητεραΓς τ^ς πέτραις Ιχουν ττήσ£ΐ,
χι* κλλοίμονο 'ς τον άμοιρο ποΰ τύχη να γλυστρήση !. . .
Είχε βραδυάσιι χι' εβρεχε 'ς το χαλτιρίμι απάνω,
ποΰ έ'τρεχα 'ς το σπίτι μου χ' έγώ μέ βημα πλάνο !
Το σχότος ηταν σαν αυτό, ποΰ είπον ανωτέρω,
α ποϋ τί) βημα μου πλανώ οϊτε χ' έγώ δεν ξέρω !
Πότε τό πόδι μου πατω σέ γλυστερό λιβάρι,
καΐ πότε πάλιχώνεται 'ς τή λάσπη τό ποδάρι,
το βλεμμα πότε εις την γήν, πότε Μνηλα γυρίζω,
αλλ' ουτε φώς βλέπω 'ς τή γη, οίτ' άστρο άντιχρύζω.
Έν τούτοις διαδέχετας χαλάζι την ψυχάλα,
όταν κ' έγώ, Κυρία μου, τό βάζω *ς την τρεχάλα. ..
ΚαΊ τότε τί παράδοξον καΐ νόστιμον συγχρόνως,
μέσω βροντών χαί αστραπών, ώς Λήρ, νά τρέχω μόνος!
Βεβαίως γιά νυκτερινόν καθείς μ' επήρε φάσμα,
καΐ δίχως να τί) χουχηθώ, σας λέγω, ημουν .. . πλάσμα !
'Σ τό χέρι την όμπρέλλα μου ώς λίβαρον χρατοΰσα
χαι μέ πατζάχια σηχωτα δέν ετρεχα. .. πετοϋσα !...
Πλήν τρέχων δίχως μπούσουλα χοι δίχως διαβήτη,
χωρις να νοιώσω εφβασα μετα μιχρόν 'ς τό σπίτι. . .
Κ' έδω ώς να μή εφθαναν τόσαι φροντίδες άλλαι,
6ελήσας ν' άποπειραθω σάΛζο, χ' έγώ, μορζάΛε,
ξαπλώθηχα φαρδυς πλατύς, μέ περισσό χαμάρι
χαι μέ σπασμένο εύτυχώς τό ένα μου ποδάρι !...
Κ' ενω 'ς τό πεζοδρόμιον ευρέθην ξαπλωμένος,
άρχίζω τοϋ Όμπρένοβιτς νά βλασφημω τό γένος,
φωνόζων >σάν δέ σχέφθηχες για γχάζι πρώτα πρωτα
δέν ηρχεσο να δανειαβ/,ς, άπ' την Έλλάδα φώτα ;»
χι' άφοϋ χανεις δέν μ' άχουπε, άρχίνησα νά χλαίω
χαι «Φΐλοι συχωρατέ με και Θεός σχωρέσοι» λέω '. .
Πλήν τότε χάποιος έρχεται, 'ς τα χέρια μέ σηχώνει
χα^ μετ" ολίγον σπίτι μου σαχάτη μέ ξαπλώνει '
Κ' Ι'τσι χαθώς εΰρέθηχα επάνω 'ς τό χρεββάιι,
άρχίνησα νά σχέπτωμαι φιλοσοφών χομμάτι
γιατί ποδάρια μόνον δυό 6 άνθρωπος νά έχη,
χαι νά μην έχη τέσσαρα η χαι μ' όχτώ νά τρέχη ·,
ώστε άν σπάσ/ρ άπ' αΰτά καμμιά φορά χανένα
νά έ'χη τ' άλλα τού έπτά Ιναιοβηκευμένα '
Μάθά τόν ποϋν τετράποδο, μά θά τόν ποϋν χταπόδι,
α" ! είναι πειό χ=ιρότερο νά μείνη μ' ενα πόδι '..
Έχτός αύτοϋ άν θέλει τις νά τόν παρϊθυμώσΛ,,
ιτώς θά μπορέβη μιά κλωτσια 'ς τα μοϋτρα νά τοϋ δώση;
240
και αν θελήση, χάποτε κι' ούτος νά συζητήση
πως θα μπορέση μια φορά ποδάρι να πατήστ) ;
Γιατί δέν είν' ό ποιητής και χτεροφόρος μοϋσα
η χαν τοΰ τοίχου μια μιχρη σαρανταποοαροΰσα ;
Τοιαύται μέ χατέβαιναν ιδέαι 'ς τό χεφάλι
οπόταν ενας έρχεται το πόδι να μοί βά λ ν;. ..
Είνε γιοτρος έμπειριχό;, την ήλιχίαν γέρων,
γιά όσουί στραμπονλίζονται ίχτάχτως ύπερχαίρων !
"Εχει σέ χούτελο στενό δυό χάβυγρα ματάχια
χαΐ χολλημένα δυό πυχνά 'ς τα χείλια τού μουστάχια.
Χαμογελάει βλαχωβω; χαΊ πρό χαχοϋ μεγάλον,
χαι φαίνεται μαλαχυνσιν πως εχει έγχεφάλου...
'Αλλ' εχει, λέγουν, δυναμιν 'ς τα χερια ΰπερμέτρως
χι'εθεραπεύθη άπ' αυτόν κι'ό Χρηστος Χατζη-Πέτρος '
όστις έλθων έδώ χοτε, σέ χρόνια περασμένα,
έτσάχισε τό πόδι τού χ' έχεΓνο; σαν έμένα !
Είνε γνωστός μέ τ' όνομα ό Γέρω-Καποράλος
χαι 'ς τα σπασοβγαλσΐματα γιατρός δέν είναι άλλος !
Ευθύς λοιπον το πόδι μου 'ς τα χέρια τού συσφίξας
χαι παν έντός τού αίαθημα έλέους άκοπνίξας,
τί) στρήφει μιά, τό στρήφει δυό, μιά δυνατή μοϋ δΊνει
βάζει αΰτό 'ς θέσι τού χ' ήμιθανη μ' άφίνει !..
Συνέρχομαι χι' εύρίσχομαι χαι πάλι '; τό χρεββάτι,
μέ τό ποδάρι τεντωτό, χαί μέ σβυστό τό μάτι !
μέ παίρνει τό παράπονο χαΕ μουρχεται να χλάψω,
άλλα τό γραμμά σου λαβών, όιρείλω να σοϋ γράψω !..
(1090)
Δημ. ,Κοκκοσ
Ανδρέας Κορδελλαϊ
ΤΠΟ ΕΧΕΜΤΘΕΙΑΝϋ
( κοινωντκαΊ θελίδες )
—ΗΜ. — Αί σελίδες αύτοι ήμποροϋν άζιόλογα νΐ δια-
βκευασθωσιν είς πλήρη
ΚΩΜΩΔΙΑ.Ν
με ΣΚΗΝΑΣ όσας θέλετε χαΐ όπου τας βέλετε χαι με
ΠΡΟΣΩΠΑ τουλάχιστον τα '/ι» των αναγνωστών τοϋ
Ημερολόγιον. ]
Άντι προλόγον
Ρ1ν βεβαία ότι είς τό βάθος τής συνει-
δήσεώς σας η τοϋ χρηιιατοκιβωτίου σας— έκτός άν
σάς λείπουν αμφότερα — κατασταλάζουν και πρέιτει
να κατασταλάζουν ένίοτε μερικά πράγματα άόρατα,
άφανή, [/.υσττ,ριώδη , διά τα όποΓα σφραγίζετε έρμ·ητιχώς τα
χείλϊ), καί τα όποΓα «.όλις τολμϊτε να έαπιστευβήτε είς τό ήμισυ
τοϋ έαυτοϋ σας, έκ φόβου μή σας -προδωση τό έτερον σας ήμισυ
'Τποβέσατε ότι Ι/ετε εν «,υστιχόν οιονδήποτε, τρυφεοόν ή γε-
οίον, ωραίον ή ιχανδαλώδες, προσφιλές ή απαίσιον—αδιάφορον.
Αϋτό είνε Ίβ'.χός σχς λογαριασαός. Έν τούτοις άπό τό μυστικόν
σας αΰτό έξαρτώντα! χίλια δύο πράγματα — ή ήσυχίι σα; , ή
ύπόληψίς σας, 6 άρτος σας, ή δμαλή λειτουργία τοϋ στομάχου
σαί, ο! ρευ.βασΐΛθί τή: έρωμένης σαί, ή γαλήνη τοϋ οΓχου καΐ
τοΰ ιιβτώπου σας' ή προϊξ λόγου /άριν αντί τής οποίας σχε-
■πτεσθε νά πωληθήτε· κανέν οικόπεδον Γσως τοϋ δημοσίου, όπερ
διανοεΓσβε νά χαταπίτ,τε· & γαμβρός έχεΓνος πιθανόν, βν πολιορ-
χεΓτε δια την κόρην σας τό κτημα τοϋ γείτονος, όπερ σχεοΊάζετε
Κ ♦· ΓΚΟΚΟΥ ΠΛΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΤΟΥ 1891
νά καταβροχθίσητε, έν γένει δέ χίλια ?ύο άπροςδιόριστα σχέδια
ίνειρα, συνδυασμοί, σκέψεις, ενέργειαι, συμφέροντα, κλπ.
Καί δμως, ένω άφ' εσπέρας κοιμάσθε ήσυχος μέ τάς κλεϊδας
ολων αυτών των άποκρύφων κειμηλίων υπό τό προσκεφάλαιόν
σας καί μέ την πεποίθησιν ότι είσθε ό αποκλειστικώς αυτών
χχτογοζ, αίφνης εγείρεσθε την πρωΐαν, άςεϊ από τρομεροΰ εφιαλ-
του, καΐ άνακαλύπτετε χαί άλλους αΰτοκλήτους συνιδιοκτήτας,
τόν ύπηρέτην σας, τόν συνάδελφον σας, τόν φίλον σας, τόν εχθρόν
σας, τόν γείτονα, τόν διαβάτην, τόν άλφα, τόν δεΓνα, τόν τάδε,
βλον τόν κόσμον.
Δέν τό π