95086 – ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ

Αριθμός τεύχους

Νο.: 15

Χρονική Περίοδος

Ημερομηνία Έκδοσης

1887
i

Αριθμός Σελίδων

234

Φωτογραφίες

Οδηγίες

Κλικάρετε πάνω στην αριστερή εικόνα για να δείτε περισσότερες φωτογραφίες.

Κείμενο

OCR
Σύνολο σελίδων:
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΤΗΣ
ΑΝΑΤΟΛΗΝ
ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟΝ και ΕΠΙΧ ΤΗΜΟΝΙΚΟΗ
/.Γ
ΤΟΪ ΕΤΟϊΣ
1887
©.
,ΙΟ™ΟΓΟΤ
Αδεία τοϋ' 'Γπουργείου τϊ[ς Ατ;ι/.οσ(οις Έζπαιδεΰσεω;
ΰπ'«ριβ. 045 χαίήμερομι. 25 Ρεβϊ-ούλ-Ι5ελ 1304, 9Κι»ούνι-έβελ 1302).
ΕΤ02 ΕΚΤΟΝ
ΕΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΑΕΙ.
Τύποι; Ι. ΠΑΑΑΑΜΑΡΗ.
Μεγάλη όδος τού Πέραν, άρ. 403, παρα τη Όλλανδιχϊ)
1886.
Ι
ΤΗ, ΜΑΚΑΡΙΑ. ΜΝΗΜΗ,
ΤΟΥ Α ΟΙΑΙΜ Ο Υ
ΖΑΝΝΗ ΣΤΕΦΑΝΟΒ1Κ ΣΚΥΛΙΤΖΗ
ΤΟΛΕ ΤΟ ΠΟΝΗΜΑ
ΕΥΣΕΒΩΣ ΑΝΑΤΙΘΗΣΙΝ
Ο ΕΚΔΟΤΗΣ.
2ΑΝΝΗΣ ΣΤΕΦΑΝΟΒΙΚ ΣΚΥΛΙΤΖΗΣ
Διατί τό «Ημερολόγιον τής Ανατολής» άποβάλλει κατά τό έ'τ:ς
τουτο χαραλτηριστικώτατον έκ τής έκιγραφής αυτού μέρος, έπωνυ-
μούμενον ουχί «πολιτειογραφικόν, φιλολ;γικόν καί επιστημονικήν»,
ώς μεχρι τούδε, άλλά μόνον «φιλολογικόν κα! επιστημονικήν» ;
Α'ύτϊ] βεβα'ως έσται ή πρώτη ερώτησις τού αναγνώστου, έχοντος ~ρό
των οφθαλμων αΰτοΰ τό τοΰ 1887 τεΰχος· Ιπομένως είς την ερώ¬
τησιν ταύτην οφείλομεν πρώτιστα ν' απαντήσωμεν.
Μή υπολογίζοντες τάς υλικωτέρας περί την έκδοσιν φροντίδας τοΰ
έ'ργου, καθ' όσον παρ' ημίν οί των διανοητικών προϊόντων παραγωγείς
εισίν αϋτο! καΐ έκδίται, αύτοι κα! β'.βλιο-ώλαι, πολλάκις υπεδείξα¬
μεν τάς ποικίλας δυσχερείας, άς καθ' έαυτό έ'χει τό έγχείρημα. Τάς
δυσχερείας ταύτας, τάς καθαρώς είς τό συντακτικόν μέρος άναγομέ-
νας, χαί άλλα μέν γεννώσιν αί'τια, ιδίως ομως τα —λιτειογραφικά
καί τα καταστατικα', ών ούτε ή διακρίβοσις εΰ/.ολος, ουτε ' αί πηγαι
πάντοτε εϊιχερεΐς καί προσιταί. Εντεύθεν δύο -ροκύπτουσι κακά, εν
μέν ή περί την εκτύπωσιν βραδύτης, έτερον δέ ή έξ άνάγκης περι-
στολή τσϋ φιλολογικοϋ καί έπιστημονικοΰ μέρους. Τό δεύτερον τουτο
κακόν ηδύνατο νά θεραπευθη διά τής αυξήσεως τοΰ χώρου, άλλά
τουτο θά παρϊξέτΐΐνε την εκτύπωσιν πέρα καί αυτού τού Ίανουα-
ρίου μηνός· ούτω δέ έγεννατο αλλο άτοπον διότι καίτοι τό «Ημε¬
ρολόγιον τής Άνατολής» άλλον Ιχει προορισμόν ή τα συνήθη ήμε-
ρολέγια, έπΐΐδή ομως, ένεκα δή τοΰ άστρονβμικοΰ καί μηνολογικοϋ
μέρους, όπερ μάλιστα κατ' έκτασιν καί ίδιορρύθμως περιλαμβάνει,
χρησιμεύει λαί ώς έπΐτηρίς, ή έκτύπωσις αΰτοΰ δέον νά Υ) συντετε-
λεσμένη πρό των παραμονήν τού νέου έ'τους. Αί δυσχέρειαι αυται
πολλά ήμΐν παρέσχον πράγματα, ουδέν δέ έτερον μέσον Οΐραπείας
εύρομεν ή τόν χωρισμόν τοΰ «Ήμερολογίου τής Άνατολής» ε;ς δύο
άνεξάρτητα άπ' αλλήλων τεύχη, ών τό μέν νά περΐλαμδα'ν^ τα πο-
λιτειογραφικά όσω έ'νεστι πληρέστερα καί άκριβέστερα, τό δέ τα φι-
λολογικά και έπιστημονικά, την κυρίαν τροφήν τής μείζονος μ=ρ'.δος
των αναγνωστών, όσω έ'νεστι πλουσιώτερα, καθ' α ήςίωσαν καί άν-
3ρες σοφοί, ώς δηλούται καί εκ τής πϊραιτέρω καταχωριζομένης έπι-
στολής τοΰ εϋκλεοΰς μνήμης δ'.Μ(5μου έλληνιστοΰ Ε§261"·
στ
'Από τοΰ ετους δέ τούτου ποιούμενοι αρχήν της έφαρμογής τής με-
θίδου ταύτης, προβαίνομεν τό'γε νυν έ'χον είς την έκδοσιν τοϋ φι-
λολογικοϋ γ.3.1 έπιστημονιχοϋ τεύχους, ελπίζοντες ότι άπό τού έπιόν-
τος ετους κατορθωθήαεται συν τή τοΰ φιλολογικοδ καί έπιστημονικοδ
καί ή τοϋ πολιτειογραφικοί τεύχους εκϊοσις, διευθετουμένης καί κα-
νονιζομένης τής λίαν έπιπόνου ταύτης καί δυσχεροΰς εργασίας, ήν
έ'χει ίοία ό έκδίτης, πλήν των γενεαλογικών, ών την χατάρτιτιν,
πολλήν έπίσης έπιμέλειαν καί άχριδολογίαν άπαιτούσαν, έ'χει ειδικώς
ό άρχαΐος τοϋ «Ήμερολογίου» καί παντός καλοϋ φίλος Γ. Λ. Ξαν-
θόπουλος. Όποία δέ ή 'ύλη τοΰ μετά χείρας τεύχους, ής τό πλού¬
σιον καί ποικίλον δεικνύει άπλοΰν επί τοϋ πίνακος των περιεχόμενον
βλέμμχ; Πρός χαρχχτηρισμόν αυτής αρκούμεθα νά είπωμεν ότι πά¬
σαι σχεδόν αί πραγμα-εΐαι είτί πρωτότυποι , έ'νιαι δέ τούτων θίγουσι
ζητήματι, τό πρώτον νυν παρ' ημίν δημ.οσία άνελισσίμενα καί διε-
ρευνώμενα, οΐα ή περί τής χοινής χριστιανικής χρονολογίας υπό
τοΰ Ίεροδιδασκάλου Κ. Δε?νΐκάνη, ταύτας άποΒεικνυομένης ίστορικώ;
έσφαλμένης κατά τέσσαρα τουλάχιστον έ'τη. Πλήν δέ των 6λως τερ-
πνών καί εΐ~έπτων άναγνωσμάτων καί μεταξύ των βαρυτέρων έγ-
κατασπείρεται τό έπαγωγίν, δκερ αποτελεί τό αρτυμα τής πνευματι¬
κάς τροφής (*). Έξϊΐροΰνται δύο ή τρείς διατριβαί, οΐαι π. χ. ή τοϋ
γνωΐτοϋ "Ελληνος γλωσσολόγου Γ. Ν. Χατζιδάκη καί ή τοΰ Γερμα-
νοΰ, άλλ' έγκρατεστάτου τής ν.αθ' ημάς ελληνικάς καί δοκίμου έπί-
σης γλωσσολόγου ΚεγΙ Γθ}Γ, αΐτινες, καθ1 εαυτάς σπουϊαϊαι, ώς
λΰουσαι, έρ'στικώς 'ίσως, ζήτημα ουχί αδιάφορον τοίς πίρί τα
γράμματα άσχολουμένοις, γίνονται, ώς έ·λ της φύΐεως τοΰ θέμα-
τίς αυτών, ουχί παντί αναγνώστα προσιταί. Ουδέν δέ λέγοντες
ημείς περί των λΐ'.πών διατριβών, Ίστάμεθα μικρόν επί έκεί-
νης μόνον, ήτις φέρει επιγραφήν «Άναμνήσεις άρχαίου δημοδι¬
δασκάλου»· διότι ή διατριβή αυτή είναι ήδη ίερός τύμβος, καλύ-
τ.τών τό σχήνος τοΰ γράψαντος τάς άναμνήσεις ταύτας σεβασμίου δι¬
δασκάλου· ίστάμεθα μετ1 βΰλαβείας άμα καί φυχιχής όδύνης, ουχί
(*)· Τό ίρτυμ» τουτο οΰδ' έξ «ύτών λείττει των εις την υψηλήν φιλολογίαν
άν»γομίνων, οΤαι αί δύο πολλης φιλολογι/,ης αξίας διατρίβει τοΰ αρίστου ημών
βίλβυ Π. Ν. Παπαγεωργίου, ου ή γραφϊς μετ" άγάπης χοσμεΐ πάντοτι τας σε¬
λίδας τοϋ «Ήμερολογίου της Ανατολάς».
ζ'
ίνα σπείσωμεν δάκρυ είς την σκιάν αυτού, άλλ' 'ινα κλαύσωμεν καί
θρηνήσωμεν την άθλιότητα καί τελείαν κατάπτωσιν τής χοινων'ας!
"Ημισυν όλον αίώνα έμόχθησεν άφανώς έργαζόμενος ό Μιχαήλ Ρού-
σιος πρός φωτισμόν τής νεολαίας, καί μετά τοιαύτην μακράν, άδιοί-
κοπον κα'ι ευσυνείδητον εργασίαν, άπέθνητκε πρό ολίγων ημερών επί
ψάθης υπό πάντων λησμονημένος καί των πάντων στερούμενος ! Ιδού
πώς ή κοινωνία ημών, εν η τόσαι χηφ^νες τρέφονται καί παχύνονται
έκ τού α'ίματος αυτής, άμείβει τους άληθώς υπέρ αυτής έργαζομέ-
νους' κοινωνία δντως άχάριστος καί έψιμυθ'.ωμένη, ώς χαρακτηρίζει
αυτήν καί στηλιτεόει ό ήμέτερος Τίμων εις τάς παραδόξους
ι δ ι ο τ ρ ο π ί α ς, άς βαθέως οφείλουσι νά μϊλετήσωσι πάντες.
Χάριτας όμολογοΰντες πάσι τοίς ευγενώς καί είς την τοϋ έ'τους
τούτου έκδοσιν τού «Ημερολόγιον της 'Ανατολής» συμβαλομένοις, δέν
δυνάμεθα ν' αποκρύψωμεν την χαράν ημών επί τη προσκτήσει νέων
χρηστών φίλων τοΰ « Ημερολόγιον τής 'Ανατολής», οΐος ό διευθυντής
τής κεντρικής ίερατικής σχολής, ό άχαταπίνητος ούτος των γραμμά-
των έργάτης καί αληθής τής τε θύραθεν καί τής έ'σωθεν παιδείας ίε-
ροφάντης κα'ι μυσταγωγός, Βασίλειος ό Γεωργιάδης. Την πολύτιμον
αϋτοΰ συμβολήν έ'χει άπαξ μέν έκ τοΰ έμφανοΰς έν τη ώραία αϊιτοΰ
περί Φωτίου πραγματεία, φερούση τα άρχικά τής ϋπογραφής αΰτοΰ
γνωστά γράμματα, πολλάκις δέ έκ τοϋ άφανοΰς· διότι αυτώ οφείλονται
τα τε μετά τοσαύτης εμβριθείας καί χάριτος προτασσόμενα καί έπι-
τασσομενα της σοφής τοΰ σοφοϋ Ιωάννου Σκαλτζούνη πραγματείας,
αύτω τάάνέχίοτχ έχκλησιαστιχά έ'γγραΐα, αϋτωτό «εξαίρετον παρηγ-
κωνισμένον ποίημα» καί αί είς αΰτό σημειώσει; καί αλλη είς ά'λλα
σπουδαία συμβολή σημειώσεων καί παρατηρήσεων. Τω σεβαστω τούτω
φίλω έκ καρδίας ευχαριστούντες, χάριτας άνομολογοϋμεν καί τω γη-
ραιω, άλλ' αεί τόν νούν χαί την καρδίαν ήδώντι Βασιλείω τώ Πυλλοί-
δη, έφ' οίς εκάστοτε είσηγεΐται καί χορηγεΐ τώ «Ήμερολογίφ τής
'Ανατολής» έκ των πάλαι γνωστών αύτω πηγών, δεινός ών αΰτός
.άνιχνευτής παντός κεκρυμμένου φιλολογικοϋ θησαυροϋ.
Ευγνωμονούμεν έπίσης πάσι τοίς είς την διάδοσιν καί ΰλικήν ύπο-
στήριξιν τοϋ «Ήμερολογίου τής 'Ανατολής» φιλοτίμως καί ευγενώς
συντελέσασι κα; συντελοΰσι καί πάσι τοίς όπωςδήποτε υπέρ αΰτοΰ έρ-
γαζομένοις, ώς καί τοίς δι' εΰμενών κρίσεων τιμώσι τό ημέτερον έγ-
χείρημχ, ιδία δέ τοίς έν τη Έσπερία σοφοΐς έλληνισταΐς, οΐτινες καΐ
άναλύσεις καταχωρίζουσι καϊ ολοκλήρους πραγματείας μεταφέρουσι·/
έν περιπύστοις χεριοδικοϊς καί ώς έ'-ος ειπείν εΰφημον εκάστοτε ποι-
οΰνται λόγον ώς χερί έ'ργου προάγοντος την καθ'ημάς εθνικήν φι¬
λολογίαν συν τούτοις δημοσία ευχαριστούμεν καί έκείνοις έκ των
ξένων καί των παρ' ημίν λογίων καί σπουδαίων άνδρών, 8σοι την εΰ-
μενή αυτών γνώμην έκδηλοϋσι καί παραθαρρύνευσιν ημάς εις τόν
άγώνα δι' ίδιαιτΐρων πρός ημάς έπιστολών, έν α!ς έ'χομεν νυν καί την
τοϋ πατριάρχου των παρ' ημίν φιλολόγων κα' •/.ριτι·*.ών, τοΰ σεδαστοΐ
καί ευρυμα9εστάτου θεαγένους Λιβαϊά, δεΐγμ» συμπαθείας καί εΰ-
μενείας πολυτιμότατον.
Τοιαύτας συμτιαθείας χεριβίβλημένον καί τοιαύτη τοιούτων έριτί-
μων καί εΰγενών φίλων συνδρομη καί συμπράξει καί νυν καταρτισθέν,
υπό την υψηλήν σκέπην τού ανωτάτου των γραμμάτων καί παντός
καλοΰ προστάτου, τοΰ σεπτοΰ ημών άνακτος, έκτον τουτο έ'τος, έμφα-
νίζεται τό χ Ημερολόγιον τής 'Ανατολής», όπερ άνατεθειμ,ένον έπ'
αίσίοις τη Ίερα σκια ενός των άοιδίμων τοϋ ήμετέρου έ'θνους μεγοίλων
εΰεργετών. έπΐλαμπρύνεται καί διά τής εικόνος αυτού, έ'ργου τοΰ έν
Παρισίοις Ρ. Βιιίαπϋη, άριστοτέχνου πληρέστατα δικαιοΰντος την
άν» την Γαλλίαν φήμχν αΰτοΰ.
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ.
κατά τό σωτήριον ετος 1887 συμβήσονται τέσταρες, ών αύο τής Σε-
λήνης κα! δύο τού Ηλίου, αί εξής:
1. Μερική έκλειψις Σελήνης την 27ην Ίανουαρίου, άόρατίς έξ
Εΰρώπης.
2. Δακτυλιοειδής έχλειψις Ηλίου την ΙΟην Φεβρουαρίου, άίρα-
τος έκ τοϋ παλαιοϋ κόσμου. Ή χεντρική έκλειψις έ'σεται όρατή έκ
τοΰ νοτίου Είρηνικοϋ ώκεανοΰ.
3. Μερική έκλειψις Σελήνης την 22αν Ιουλίου, όρατή έξ άπάσης
τής Εΰρώπης.
Είσοδος είς την σκιάν τής γής 9 ώρ. 32 λ. μ.μ.. Ν
Μέσον τής έκλείψεως 10 ωρ. 45 λ. μ.μ. ( Με«« ΧΡόνο?
„„- 5,_ „.--,■,„ ΐ-ο-, Κων/λεως.
Εξοοος εκ της σκιάς της γης 11 ωρ. 00 λ. μ.μ. ] '
Μελλουΐιν έζισ/.οτισθήναι τα 0,419 τής σεληνιακής διαμέτρου.
4. Όλική έ'-λλειψις τοΰ Ηλίου την 7ην Αϊιγοΰστου, όρατή έξ
ά-άσης σχεϊόν τής 'Ασία; καί της Εΰρώπης /.αί έκ μιχρ:ΰ μέρους
τής Άΐρικής.
Την έκλειψιν ίίψονται αρχομένην άνατέλλοντος τοΰ Ηλίου ή Πα-
λαιστήνη, ή Καισάρεια, ή 'Αμισός, τό Βουκουρέστιον, ή Βαρσ:βία, ή
Στοκόλμη κτλ., λήγουσαν δέ άνατέλλοντος τοΰ Ηλίου ή Τύνις, ή
Μασσαλία, ή δυτιχή Γαλλία ή Αγγλία καί ή Ίσλανοία.
Ή γραμμή της κεντρικής έκλείψεως διέρχεται την Ίέδω (Ία-
πωνία) εϊσδύει είς τό οΰράνιον χράτος καί διασχίζουσα την Σιβηρίαν
2 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
καί την κεντρικήν Ρωσσίαν διατρέχει την νοτίαν άκτήν τής Βαλτικής
παρά την Κενισδέργην, Βερολίνον, Στετίνον κτλ. καί λήγει παρα
τόν Ρήνον.
Ή άρχή τής ελλείψεως έσεται άόρατος έκ Κωνσταντινουπόλεως,
τού Ηλίου άνατέλλοντος την 5ην ώραν καί 15 λεπτά· κατά την
οην ώραν καί 55 λεπτά έπελεΰσεται τό μέσον τής ελλείψεως καί τό
τέλος·/.ατατήν6ην ώραν καί 49 λε-τά. Κατά την μεγίστη·; φάσιν
κβλυφθήσοντβι τα 0,662 τής διαμέτρου τοΰ Ηλίου.
ΖΩΔΙΑ.
Μέθος χρόνος Κωνοταντινονπόλεως.
Ό Ήλιος είς
τόν Ύδροχόον. Ίανουαρίου 8. 9 ωρ. 46 λ. π. μ.
τοΰς Ίχθϋς. Φεβρουαρίου 7. Ο .» 22 » π μ
τόνΚριόν. Μβρτίο» 9. Ο „ 15 » π.'μ'Έαρ
τον Τ*ΰρον. Απριλίου 8. Ο >, 1 ,. μ μ
τοΰς Λιϊυμβυς. Μβία, 8. 11 » 55»πμ'
τονΚαρκϊνβν. Ί=υνίου 9. 8 „ 23 „ μ. μ. θέρος
τον Λεοντα. ·ΐβυλ!β(ί 10. 7 „ 16 »π μ
την ΙΙαρθένον. Αΰγούστου 11. 1 „ 56 .» μ μ
-νΖ.γόν. νεπτεμβρ,ου η 1() ^ 50)ΐΓ· · φ ^
τον Ικίρπιον. Όν.τωβρίου 11. 7 „ 22 «αι*
-Τ:ξότην. ΝβΙμίρίβΒ 10_ 4>> 13 ^ "
τονΑιγοκερων. Αεκεμβρίο,, 10. 5 „ 1 „ π. μ. Χίμών.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ
διά την ΚωναταντινονποΚιν είς μέσον χρόνον.
Μήνες
8
α_
'Ανατολ.
Λύσις
Μηνε;
Ι-
'Ανατολ.
Λύσις
ωρ. λ.
δο. λ·
ωο. λ.
ωρ. λ.
Ίανίυάρ.
9
7.22
5. 2
Ιούλιος
-7
4.45
7.26
»
19
7.14
5.14
))
17
4 53
7.18
»
29
7. 3
5.26
))
27
5. 4
7. 6
Φεβρουαρ
8
6.50
5.39
Αϋγουστ.
6
5.14
6.53
»
17
6.37
5.49
»
16
5 23
6.39
»
27
6.21
6. 1
υ
26
5.33
6.22
Μάρτιος
9
6. 5
6.11
Σε—τέμβρ
5
5.43
6. 5
»
19
5.48
6.22
)>
15
5.52
5.49
»
29
5.32
6.32
»
25
0. 3
5.33
Απρίλιος
8
5.16
6.43
Όκτώβρ.
5
6.14
5.16
»
18
5. 2
6.53
'' Α
15
6.26
5. 1
»
28
4.50
7. 4
»
25
6.38
4.49
Μάιος
8
4.40
7.14
Νοέμδρ.
4
6.50
4.39
»
18
4.33
7.22
))
14
7. 1
4.34
»
28
4.29
7.29
»
24
7.12
4.30
Ιούνιος
7
4.29
7.33
Δεκέμβρ.
4
7.20
4.32
»
17
4.32
7.34
»
14
7.25
4.36
»
27
4.37
7.32
)>
20
7.27
4.41
»
30
7.26
4.50
ΣΗΜ. Οί αναγνώσται τοΰ «Ήμερολογίου τής Άνατολής» γι-
νώσκουσιν ήδη ότι άπ' άρχής τής εκδόσεως αυτού τα άστρονομικά
χορηγεΐ ημίν ευγενώς ό άγαστός των φυσικϊμαθηματιχ,ών κχδηγη-
τής Ανδρέας Σπαθάρης.
Ν.ιΠ
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΙΑΛΌΪΑΡΙ02
Ι.ίΙ 1 Πε' ΊΙ ΠΙίΡΙΤΟΜΙΙ τοΰ Χριστοΰ, ιι.πμ
η
15
Κί
17
18
10
20
21
22
23
24
ί')
* ΙΙα Κοσμχ πατρ Κ)τολ:ω;, ϋ'λβ_'στρο.> ~Ατ.:
■3 2ά Μαλα/ί(^ χοΰ προφήτου λά' Γορο-θϋ μ:
Κυ Μνήμη τώ; ο' αποστολαί/ /.α· Ζωσίμθϋ
ο Λ"Ζ Θεοπε'υχτο,;, θζίθία μαοτύρω1*
ιλε'ο^ τοΰ Μ^,άλο,ι /-*'
Ρώμ , Θ^αγ6^ΐ)^; ϊερομ.
7 1:
8
II.
Πά
14
Κ..
μρ
ρα Γ ννηνς /αΐ Βάπησις
ίΤρο(5ρόϋου /% βατ™ισ::οΰ Ιωάννου
Άττ'/ο3 πατρ'*ο/(ο; Ιν)π5);ί.»;, Λο^
μ^οτυρος /α I'^στρα^'ο^ όα οί
ά
»1 Τρ
1 Τε
ης /α1
I^^0^^
28
29
30
31
'ί^ς μ /(ι —άβοα α' άρ/ επ ϊερβ''ας, ΛΤ'το
μή
ηί έν"ω μο
ϊδ ϋβά
101 Πά 'ΐί πρ
Τ
ιο-»
^σ'ς της Τ'μίχς άλ-ίσ:ιο£ τού άττοστ
^1# ^ ^ » Λ^
«ά Άντων ου τού Κ^ /α1 το3 β*σιλϊ'ο>ς θεοδοα'Όυ τ^3 Μ.γαλου.
Κυ 'ανασΤου /α' ^^ρ'λλο^ πατριαρ/ών Άλίξανορεία:
Λε ^Iαρ/ο^ ΐο3 Ι'.3γ;νΐΛο^ αο/·:π"ΤΛΟ~ου Έ2ίσο^ Μα/:χρί^ν-ών δυο,
λ'γυπΐ ιλ 4λ,ξΐνορ
ν ε)
Γρ Ε^θνίμ ου το3 Μεγάλου χαι [±νήυη τοΰ ε^σεβεστάτοα βασ'λε'ω
Λέοντος το3 Με^άλίυ
Τε ΜΛξί[Α0^ τοΰ όμ.ο)ογτ;τοΰ /χ^ Νεοφύτου μ-άρτ ατ Τϊταπαντη
Πέ Τι^^ιοΟ.Ό^ τοΰ αποστόλου /»' 'ναατ3:σΌ^ τοΰ Πέοσου.
Πά Κληαΐντο; εϊΐ'σ/,ό^ου γΛϋρα; Λαι 1Αγαθαγγ^λο^ μάρτυρο;
1.ά Είίηζόσ Έρ[χογέ/ους/α'Μάμϊντο; (χαρ Φίλωνοί επ Κ*λ7ϊασ'ο.ι
Κ^ Τοΰ Γε λώ / ο ϋ λ αι φ αρ ι σα ί ο υ. Γρηνορίο^ πατριάρ/ο.
Κ)7:όλεως τοΰ θεολογου
Δέ Ξ:/ο;ρώντος ό^ Άρμ Μηαχ Άρατσαβουράτ; (νηστεία 5ή|Αερος)
Τρ Ή άνακομιδή τοΰ Λε'ψά/Ό.» Ιωάννου τοΰ Χρϋσοστο^ου α& Μ«ρ-
κιανης της βασ'λίσσης
Τε Ιι.ορα^|χ τοΰ ί^ΰρου /.αί ΠαλλαοΐθΛ όσί'ον. Ίο^δ. Ή|χ:ρα ΐκεσ'ας.
Πε'. ΊΙ άναχομ'δή τοΰ λειψάνοο Ίγνατίου τοΰ Ο:οφόρο^
11 ·» Πά Μνήμη τών'Γρ'ών Ίεραρ/ών /.«' Ιππολύτου -ίτ.α Ρώμης
12 311 Σα Κύρο^ /.α! Ίωίννο^ των Άναργύρων. Άδανασίας /.» των τριών
| | Λ-ίΧΪ,ς 0^γατ£ρων θεοδότΐ)ς, Θεο/.τίστ7;ί χαι Ευδοξία;, μαρτύρων.
^ Τελευτ. τεταρΓον
Ο Νία σελή/η
3 Πρώτον τΐταρΓον
@ Πανσίληνςις. . . .
4, ώρ. ο, λεπ. 8 μ.μ.
• -.12, » 4, μ 37 π μ.
... 20, » 10, » 23 ι»
■·. 27, ». 0, » 11 μ.μ.
Ν
Π
13
1
14
10
3
10
4
17
3
18
0
19
7
20
8
21
9
22
10
23
11
24
12
20
13
20
14
27
15
28
10
1
17
2
18
3
19
4
20
ϋ
21
6
22
7
23
8
24
9
25
10
26
11
27
12
28
Ι
III
ΛΜΙΟΛΗΙ 5
ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΝ
Κυ Γο: λσο-ου Ι'.^οίο: «ο-οοος
Δέ Ή Ύγ.χ-.&ι-τι τοΰ Χριστοΰ
Το Συμεον τοΰθεοοο^ου /.χ' Ά^νης της προΰήτιδος
Γε Ίσιδωοου τοΰ Πηλουσιώτου
Πε' Πό) υεύΛτου Γατριαρ/ου Κ)πολεως 'ΛγαΟης [Ααρτυρο:
Πά Φωΐ'ου πατριαο^ου Κ)πολ:ως Βου/ό) ου ε*:ισΛθπου Σμυονης,
Σά Τ (-> ν* Κεχοΐ(α.ηιΐ(:νω*· Παοθενου επισ/όπου Λαμύά/ου
Κυ 1 ή ς "Α τ: ό / ο ε οί θεοδωοου χεγαλοααρτυρος τού Στρατηλάτου,
Ζα/αρίθϋ τοί ποοίήτου /α -ών αδ:λ^ώ; Μάρθα; /»' Μαρι«
ααρτύρων
Δέ Λ'/ηφόροϋ [χάρτΛρος
Τρ αραλά^~ους Ίεοοιχάρτυρος, Α^αστασ'ο^ 7:ατριάρ/θϋ Κ)πόλεω;
/α /ήνωνος οσ'οο ατ Τελευτα α της ΆχοΐΌεω
1ε Ιϊλασ'υ Ιερομ.αρ-υρος και Θ=οδίυρας Τη, βασιλ^σσης
Πε' 'Ανΐωνιο^ πατθ'άο/οα Κ)π()Λεω;, (Με) τιου Λρ^ι-π'σ '/τΓο/ε^ας
/αι ρήστου ^εο;χαρτυρος
Πά Μαρτι; ανο3 07ΐο*> &,3λογίο^ άρ/ιεπισϊ'όπου Άλ.ξα^ορε'ας 'ΝΙήν
Μουσ Γζε[χαζι οΰλ-Ά/ήρ Ίοϋθ 'Αδαρ
Σά ύξεντιοο όσ'ο^ 'Αρμ 'ν^α7ΐαντή το^ Κϋρ'Ό^
Κυ Της Τυροοάγου Ονησΐ[χου το^ άτοστολο^, ιχαθητο^ το2
αποστόλου Παυ)οΛ
Δ. Φλαβι»νο3 πατρ'άρ/ου Κ)πο)εως /αι Παμί λου μ,αρτυρος
ΜΑΡΤΙΟΣ (ν έ )
Τρ Μαρχ'ανοΰ /αι Πουλχερ'ας τώ; βασιλάο;
Τε Λ'οντος πάπα Ρώμης /αί Παρηγορίοϋ [χάο-υρος Λατ νηστεία
τριήμερος
Πε' 'Αρχ'ππου το3 αποστόλου
Πά εοντος επισλοπου Κατάίης Βησαρ ωνος όσ'ου χαϊ 'Αγάθωνος
πάπα Ρώ^ης
Σά Τιμοθίου τού έν Συιχβόλθ'ς Ιωάννου πατριάρχου Κ)πόλεως /α'
Κύσταθιου πατο'άρχου 'Αντ'ο/εΐας
Κυ Της Όρθοδοξίας Συίετου /α' 'ΑνΟούσης ιιαρτύρων
Δέ Πολυ/άρπου έπισκόπου Σμύρνης χαι Πολυχρον'ου οτίου
Τρ Ή α' /αιβ' εΰρεσις της τ'α'ας /εφαλης τού Προδρόμου
Τε ϊαρασίου πατρ Κωνσταντινουπόλεως Ιουδ νηστεία της 'Παθηρ
Πε' Πορ^υρίου έπ'σκόπου Γάζης χαι Φωτεινής της Σα[-ΐαρείτιδος
Ίουδ Πουρίμ
Πά Προ/οπ'ου τοΰ Δε/απολ'του χαϊ 'Ααχληπιοΰ όσ'ων
Σχ Βασιλείου τοΰ όριολογητοΰ
ΣΙΕΛ.ΚΝΌΔΤΌΜΙΟΝ'
^ Τελεϋτ. τέταρτον.... 3, ωρ.
® Νέασελήνη....... 10, »
31 Πρώτον τέταρτον.... 19, »
@ Πανσέληνος....... 2), »
3,
λεπ. 28
π.μ.
π,
» 37
μ.μ.
3,
» 4
π.μ.
10,
)» 30
μ μ.
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Ν.
13
14
15
10
17
18
19
20
21
22
23
24
26
28
ΜΛΡΤΙΘ-.
1! Κυ. Γρηγορίου τοΰ Παλαμα. βεοδώρου Τήρωνο;. Εΰδοχίας οίΐ'ΐμ.
Δέ. Ήσυχίου *α! Εύθαλίας μαρτύρων.
Τρ. Εΰτροπίου. Κλεονίχου χαί Βασιλίσζου μαρτ. θεοδωρήτου οσ'.ομ.
Τε. Γερασίμου όσίου τοΰ Ίορδανίτου.
Πε'. Κόνωνος όσιομάρ. χαί Άρ/ελάου μάρτυρος
6 Πά. Των 42 μεγ. μαρτύρων των έν Άμορίω μαρτυρησάντων.
/] Σά. Των έν λερσώνι 'ιερομαρτύρων 'Λγαθοδώρον, Βασιλέως κλπ.
Της2ταυροπροσζυνι5σεως. θεοουλάχτου Νιχομηδείας,
'Ερμοΰ αποστόλου, Δίωνος μάρτυρο;.
Δέ. Των έν ΣεβΐΤΓεία 40 μαρτύρων καί Άγλαίου τοΰ οεσμοφύλαχος.
(Έν ταύτη έορτάζουσι κ»ι αί βερώνυμο·. της Αγλαίας).
οί
81 Κα.
9
4! 23
5124
72
82·;
12-3
Πά. Νικηφόρον "τρ. Κ)πόλεα;. Λατ. Εύαγγελισμός θεοτ. Μην Μουσ.
Ρεδζε'π: ΛεΊλε'ϊ-ραγαίπ.
2ά. Βενεδίκτου όσίου. Ιίυσ/ημου έτΐ'.σκ. Λαμψάχου. Μην Ίουδ. Νισαν.
■'■ Άχολουθία Ιωάν. Κ λ ή μ α ζ ο ς. Άγαϊ:'-ου αι των συν αυτώ.
Άριστοβούλου έπισχ07:. Βρεττανίας καΐ ΙΝιχάνδρου μάρτυρος.
Δέ. Σαβίνου μάρτορος χαΐ Χρ'.στοδοΰλου ήσίου τού έν Πάτμω.
Τρ. Αλεξίου ζαί θεοστηρίζτου όσίων.
Τε. Κυρίλλου αρτ, ιειτισχόπου Ίεροσολύμων.
Πε'. Άχολουθία Μεγάλου Κανο'νος. ίρυσάνθου χ»ί Δαρείας,
Ίάσονος ·αΐ Ίλΐρίας μαρτύρων.
ΑΠΡΙΔΙΟΣ (ν. έ.)
Πά. Των έν τ^ μον^ αγ. Χάββα άναιρ. πατ/ρων χαι "Εμμανουήλ μάρτ.
Σά. Άχολουθία τοϋ Ά χ α Ο ί σ τ ο υ. Σεραπίωνος μάρτυρος.
ΒασΛείου ίερομ. Καλλιν'χης, Βασ'λίσστ); χαι Δροσίδος μαρτύρων.
Λατ. των Βα'.ων.
Δέ. Νίχωνοί όσιομάρτυροί.
Τρ. Άρτίμωνος έπισζόπου ϊελευχείας της Πισιδίας χαί Ζαχαρίου όσίου.
Τε. Ό ΕΪ"ΓΠ·:Λ1ΣΜΟ2 της θεοτόχου.
Πε'. Μνήμη τοΰ άρ/αγγί).ου Γαβρήλ.
Πά. Ματρώνη; μάρτυρος της έν θεσσαλονίχ»). Ίουδ. Νιστεία.
£ά. Τοΰ Λ α ζ ά ρ ο υ. Ίλυρίωνοςτοΰ Ν. 'Πρωδίωνο; τοΰ έχ των ο'
Ιουδ. Ηάσχα.
Κυ. Των Β α ί ω ν. Μάρκου έπισχόπου Άρεθουσίων. Λατ. Πάσνα.
Δέ. Ευβοΰλης μήτρος τοΰ αγ. Παντελεήμονος.
Τρ. 'ϊΥατίου έπσχόπου Γαγγρών. 'Αχαχίου ε—ι.
Ο Τελευτ. τέταρτον ... 4, ωρ.
φ Νέα σελήνη....... 12, »
3 Πρώτον τέταρτον.... 20, »
φ Πνηέλψοζ....... 27, »
3, λεπ. 38 μ.μ.
6, » 6 »
3, » 49 »
7, » 3ο π. μ.
Ν.
Π
13
1
14
2
15
4
Ο
16
4
17
0
18
6
19
7
20
8
21
9
22
10
23
11
24
12
25
13
26
14
27
15
28
10
29
17
30
18
1
19
ο
20
3
21
4
22
5
23
6
24
7
25
8
26
9
27
10
28
11
29
12
30
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 7
ΑΠΡΙΛΙΟΝ
Τε. Μαρίαί της Αίγυπτίας.
Πε'. Τίτου όσίου.
Πά. Χικήτα όσίου χαι Ίωσή? τοϋ Ύ^νογράφου.
Σά. Πλάτωνα; καΐ Ζωσιμ-ά όαίίον.
Κυ. Ή ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ τοϋ Χριστοϋ. θεοδώρας όσίας της έν θεσσαλο-
νίκη. Ποαπηιου [Λαρτυρος
Δέ. Εύτυ/ίου πατριάρχου Κ)πόλεως καΐ Πλατωνίδος όσίας.
Τρ. Καλλιοπίου μάρτυρο; καΐ Γεωργίου τού έν Μαλαιω. ?Αριχ. Εύαγ-
γελισμος θεοτόκου.
Τε. 'Αγάβου, Φλέγοντος, Ρού^ου καΐ 'Ασυγκρίτου των έκ των ο' άτ:οστ.
Πε'. Εύψυχίου [ΐ-άρτ. τού έν 1»αισαρεία.Μουσ.Λενλε'Υ-μ.'.ραάτ^ουν-ν£(Απί.
Πά. Της Ζωδόχου Πηγης. Τερεντίου, 'Αφρικανοϋ, Μαξίμιου -/αί
Πομπηίου (χαρτύρων.
Σοί. 'Αντίπα έπισκόπου Περγάμου Ίερομάρτυρος.
Κυ. Τοΰθω(Αα. Βασιλείου έπισκόπου Παρίου, Άρτε'ι^ονος ΐερομάρτ.
Δέ. Μαρτίνου πάπα Ρώιιης καί θεοδοσίου μάρτ. Μην Μουσ. Σΐαμπάν.
Ίουδ. Ίγιάρ.
Τρ. 'Αριστάρχου, Πούδη καΐ ΤροφίΐΛθυ των έκ των ο' άκοστόλων.
Τε. Κρήσκεντος [ΐάρτυρος,'Λεωνίδου έπ'.σκόπου Αθηνών.
Πΐ'. Λεα,νίδου, Χαρίσσης, Νίκης, Γαληνης, Καλλίδος, Νουνε/ίας, Βα-
σΐλίσσης καΐ θεοδώρας μαρτύρων.
Πά. Συριεών ίερομυίρτυρο;.
Σά. Κοσαά έπισκόπου Χαλκηδόνος.
ΜΑΙΟΣ (ν. ε.)
Κυ. Των Μυροφόρω ν. Τρύρωνος πατρ. Κ)7:όλεως, Σωκράτους και
Διονυσίου ααρτύροίν.
Δέ. Ζακναίου τού αποστόλου.
Τρ. Μ»ξΐ[Μανοϋ πατρ. Κ)πόλεως καΐ Αλεξάνδρα; της βασιλίσσης..
Τε. Ναθαναήλ τοΰ αποστόλου καΐ Νεάρχου μάρτυρος.
Πέ. Γεωργίου [ί.εγαλομάρτυρο;.
Πά. Έλισάβετ όσί*ς, Δούκα Μιτυληναίου νεομάρτυρος.
Σά, Μάρκου τοΰ αποστόλου, Μακεδονΐου πατρ. Κωνσταντινουπόλεως.
Κυ. Τοΰ Παρ αλότου. Βασιλέως έπισκόπου 'ΑΐΑασείας ίερομάρτ.
Δέ. Συμεών έπισκόπου Ίεροσολύ[χων ίερομι. Μουσ. ΛεϊλέΊ'-[χπεράτ.
Τρ. Των εν Κυζίκω έννία ιχαρτύρων θεόγνιδος, 'Αντιπάτρου κλπ.
Τε. Της Μεσο πε ντηκ οστης. Ίάσονοςκαΐ Σωσιπάτρου των έκ των
ο' αποστόλων.
Πε'. Ίακώβου τοΰ αποστόλου, αδελφοΰ Ιωάννου τοΰ θεολόγου, χαι
'Αργυρης νεο,αάρτυρος. Ίουδ. Λάγ-λαόμιερ.
ΣΙΕΛΗΝΟΔΡΟΜΙΟΝ
^ Τελευτ. τέταρτον ... 3, ώρ. 6, λεπ. Ο π.μ.
φ Νέ* σελήνη...... 11, » | Ο, » 50 »
3 Πρώτον τέταρτον ... 19, » 0, » 57 >·
© Πανσέληνος...... 25, » 3, » 48 μ.μ.
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Ν.
13
14
13
11»
17
18
19
20
21
22
23
21
25
26
27·
28
29
30|
31
1
2
3
20
23
'24
101
11
421;
26
127
28
29
30
ΜΑΙΟΣ
Πά. Ίερεμίου τοΰ προφήτου.
" ' Ί! άναχομ. τού λειψ. ΆΟανασίου τοΰ Μεγ.,'Εαπϊ'ρου χ«·. Ζωης ααρ
Της Σαμαρε ίτιδος. Τιμοθε'ου χά! Μαυρας μαρτύρων.
Πελαγίας μάρτ. Λατ. Λ'.τβΐ τριημερο'. υπέρ της εϋφορία; της γηί
Είρήνης μάρτυρος.
Ίώ6 τοΰ διζαίου ζοί πολυάθλου.
^νάιχνησις τού εν ουρανώ :3ανοντος σΓ,μΞϊου τού σταυροΠ κ*
Κυρίλλου Ίεροϊολύμων. Λ»τ. της Άναλήψεως.
Ιωάννου τοΰ Οεολόγου -/.αί Άρσενίου τοΰ Μεγάλου.
Ήΐΐίου τοΰ προφήτου χαί Χριστοφόρου μεγαλομάρτυρος.
Τοΰ Τυολοΰ. Σίμωνος άποσχ. τοΰ Ζηλωτοί χαί Λαυρεντίου ό
Μωζίου 'ιερομ. χαί Άργυροϋ νεομάρτ. τοΰ εν θείσαλονίχη.
Γερμανοΰ Κωνσταντινουπόλεως, Έπ'.φανίου επισχόπου Κΐονσταν
τίας Κύπρου. Μην Μονα. Ραμαζάν. Ίουδ. Σ'.βάν.
Γλυχερίας μοίρτυρος ζαι Σεργίου όμολογητοΰ.
ΤΗ2 ΑΝλΠΊΈΩΣ. Ίσιδώρου μάρτ. τοΰ εν Χίιο.
Ίερομάρτυρος. Άρμ. τη; 'Αναλήψίως.
Ο(Γ.
Κυ.
11εντ/)χοστη5· 'ίουδ. ΣαβαώΟ (ΙΙεντη
Στεφάνου Κ)πόλ=ως, 'Αλεξανδρίας, Εύφρασίας, Ίουλίας, Κλαυδίας
χά! των λθ'.πών 7 μαρτύρων γυναιχών.
ΙΙατρι/.ίου επισχ. Προύσης'.ερομ. χα'.τώνσυν αύτω,Μενάνδρουχλπ.
ΙΟΤΝΙΟΣ (ν. έ''.)
θαλλελαίου μάρτυρος. Λατ. Νηστεία τριήμερος.
Κωνσταντίνου χαι Έλε'νης των ισαποστόλων βασιλέων.
Βϊσιλίσχου χαί Κόδρου μαρτύρων.
Των Κεχομιιγμ· ,ί-"·>ν. Μιχαήλ έπισχόπου Συν
Δέ. Τί
Τρ·
Τε.
Πί.
Πά.
2ά. |Ισααχίο» όσίου.
Κυ· 'Ερμείου μάρτυρος
"
?'«0ρ««5^5-μ. χε.αλ. τοΰ Π
& Τ**
οσ· ** Κ)πολ!τ«δος.
^ Τελευτ. τέταρτον. .
Ο Νέ* σελήνη.....]
3 Πρώτον τέταρτον.
@ Πχνσέληνος......
• 18>
2, ωρ. 10, λεπ. 14 μ.μ.
Ί" 1 » 2 π.μ.
ι) 16 »
20
7,
Ο,
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
Ν.
Π.
13
1
14
2
15
3
16
4
17
5
18
6
19
7
20
8
21
9
22
10
23
11
24
12
25
13
26
14
27
15
28
16
29
17
30
18
1
19
2
20
3
21
4
22
5
23
6
24
7
25
8
26
9
27
10
28
11
29
12
30
Δέ.
ΙΟΥΛΙΟΣ
Ίουστίνου φιλοσόφου χαί θεσπεσίου μαρτύρων. (Νηστεία 'Αγ. 'Α-
ποστόλων ήμ. 25).
Νό Κ
ήμ )
Τρ. Νικηφόρου πατρ. Κων/λε
λλ ΐ
ως όμολογητοΰ χά! Έράσμου εερομάρτ.
υν αύτω. Κλαυδίου, 'Υπατίου, ΙΙαύλης
Προδρό(ΐου.
φρ ρ
Τε. Λουχιλλιανοΰ χαΐ των συν
χαΐ λοιπών μαρτύρων.
Πε1. Μητροφάνους πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως.
Πά. Λωροθε'ου έπισκόπου Τυρού. Των 10 [μαρτύρων των έν Αιγύπτω.
"Απόλλωνος, Γοργίου χλπ.
Σά. Ίλαρίωνος τοΰ ίΝε'ου ήγ. της μονης των Δαλμάτων. Γελασίου μάρτ.
Κυ. θεοδότου έπισκόπου 'Αγχύρας. Μουσουλ. Λε'ίλε'ΐ-Καδι5ρ.
Λε. Ή άνα/.. τοΰ λειψ. θεοδώρου τοΰ Στρατηλάτου, Καλλωπης [ΐάρτ.
/αι Μελανίας όσίας.
Τρ. Κυρίλλου άρχιεπ. 'Αλεξανδρείας.
Τε. Αλεξάνδρου καί 'Αντωνίνης μιαρτΰρων.
Πί. Βαρθολομαίου χαΐ Βαρνάβα των άποστόλων. Μην Μουσ. Σιεβάλ:
Σεχερ Βαϊραμι, ή[Λ. 3. Ίουδ. Ταμούζ.
Πά. Όνουφρίου όσ. τοΰ Αιγυπτ. Λαΐ. Γεν.
Σά. 'Αχιλύνης [λάρτυρος.
Κυ. Έλισσαίου τοΰ προφήτου. Μεθοδίου πατρ. Κ/λεως.·Ν>ίφωνος όσ.
Δέ. 'Αμως τοΰ προφήτου, Ίερωνύμ,ου όσΐου, Νερση [ΐάρτυρος.
Τρ. Τύχωνος επισκόπου 'ΑμαΟοΰντος της εν Κύπρω.
Τε. Μανουήλ ϊαβελ χαΐ ΊσΐΛαήλ [ΐαρτύρων Λατ. Πέτρου χαΐ ΙΙαύλου
των αποστόλων.
Πε". Λεοντίου, θεοδούλου, Τπάτου /.αί Αίθερίου μαρτύρων.
ΙΟΥΛΙΟΣ (ν. ϊ.)
Πά. Ίούδα τοΰ αποστόλου χαΐ ΙΙα'ίσίου τοΰ Μεγάλου, όσίου.
Σά. Μεθοδίοΐ) επισ/.όπου Πατάρ'ον, ίερομ. 'Αρ|χ. Γρηγορίου Φωτιστοΰ.
Κυ. Ίουλιανοΰ τούΤαρσίως, μάρτυρος.
Δέ. Εύσεβίου έπισχόπου Σαμοσάτων.
Τρ. 'Αγριππίνης, 'Αριστοχλε'ους χαΐ των συν αύτω μαρτύρων.
Τε. Τί) Γενίθλιον τοΰ ΙΙροδρόμου χαΐ Παναγιώτου νεομάρτυρος.
Ώί. Φεβρωνίας όσιομάρτυρος χα'ι Δομετίου όσίου.
Πά. Δαυίδ όσίου τοΰ έν θεσσαλονίχη.
Σά. Σαμψών όσίο^ τοΰ ξενοδόχου. 'ίουδ. "Αλωσ'.ς τοΰ Ναοΰ. Νηστεία.
Κυ. Ή άνακομιδή των λειψάνων Κύρου χαι Ιωάννου των 'Αναργύρων.
Δέ. ΙΙε'τρου καλ Παύλου των αποστόλων.
Τρ. Μνημη των Δώδεχα 'Αποστόλων.
Τελευτ. τέταρτον... 1, ώρ. 3, λεπ. 31 μ.μ.
Νέασελήνη....... 9, » Ο, » 49 »
Πρώτον τέταρτον... 16, » 11, » 57 π.μ.
Πανσέληνος....... 23, » 10, » 31 »
10
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΙΟΥΛΙΟΣ
Ν.
13
14
ι:
18
19
20
21
22
23
21
25
20
28
29
30
31
8
9
Κ)
11
12
13
14
15
10
17
18
19
ο;
2(
8 2
9 28
10:
11;
12;
Τε.
Πε'.
Πά.
Σά.
Κυ.
Δέ.
τρ·
Τε.
Πί.
Πά.
Σά.
Κυ.
Δέ.
τρ.
Τε.
Πέ
Πά.
Σά.
Κυ.
Κοσμα χαι Λαμιανοΰ των Άναργύρων.
ΊΙ έν Βλανίρναις κατάθεσις της τιμίας έσθήτος της θεοτόκου επί
Αεοντος τοϊ Μεγάλου.
Άν«:ολ!ου Κωνσταντινουπόλεως καΐ Ταχίνθου μάρτυρος.
'Ανδρε'ου Κρήτης τοΰ Ίεροσολυμίτου.
ΆΟανασίου τοΰ εν "Αθω και Ααμπαδοΰ όσίων.
Σισώη όσίου τού Μεγάλου. Λουχά χαΐ Επιμάχου μαρτύρων.
Κυριαχης αεγαλομάρτυρος χοι Ευαγγε'λου μάρτυρος.
Προκοπίου μεγαλομάρτυρος.
Παγχρατίου έ-ισκόπου Τααρομΐχνίίΐς της έν Σιχελίαι. ΐερομάρτυρος.
Των έν Νιχοπόλει της Άρμενίας με' χαι 'Απολλωνίου τοΰ έχ Σάρ-
δΐων, μαρτύρων. Μην μουσουλ. Ζ'.λχαδέ.
Ι-ύ^ημΐας μεγαλομάρτυρος. Μην Ίουδ. "Αβ.
ΙΙρόχλου, Μλαρίου και Βερονίκης μαρτύρων.
Μνήμη τοΰ 'Αρναγγελου Γαβριήλ.
Άχΰλα τοΰ αποστόλου /.αι Ίΐρχχλείου μάρτυρος. Ιωσήφ άρχιε-
πισκόπου θεσσαλονίχης.
Κηρύκου χαι Ίουλίττης μαρτύρων.
'^ΚΒτ,νογένους ιερομάρτ^ρος.
Μαρίνης μεγαλομάρτυρος.
Αΐμιλιανοΰ ζαι Ούαλεντίνης μαρτύρων.
Μνήμη των 630 θεοφ. πατ=ρων της έν Χαλχηδόνιδ' οϊζουμεν. Συ-
νόδου. Των όσίων Αίου χαι Μακρίνης, αδελφής τού Μ. Βασιλείου.
'Αρμ. Μεταμόρφωσις Χριστοΰ. Ίουδ. Νηστεία.
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ (ν. ε.)
Λε. Ηλίου τοΰ προφήτου.
Τρ. Ιωάννου καΐ Χυμεων τοΰ Σαλοΰ.
Τε.
Πέ
Πά.
Μαρίας Μαγδαλινης τής Μυροφόρου.
Φωκά έπισ. Σινώπης ίερομάρτ. χαι Ίεζεχιήλ τοΰ προφήτου.
Χριστ'.νης μεγαλομάρτυρος.
'Η κοίμησις τής Οίομ. "Αννης. Όλυμπιάδος και Εύπραξίας όσίο,ν.
Έρμολάου, Έρμίππου, Έρμοχράτους ίερομαρτύρων, Ώραιοζήλης
μαρτ. και Παρασκευης όσιομάρτυρος.
Παντελεήμονος μεγαλομάρτυρος.
Προνόρου, Νικάνορος, Τίμωνος καί Παρμενα άποστόλων.
Κωνσταντίνου πατρ. Κ/πόλεως. Καλλινίκου, θεοδότης μαρτύρων.
Σίλα, Σιλουανοΰ, Επαινετού, Κρήσκεντο; χαι 'Ανδρονίκου των έχ.
των ο' αποοτόλων.
Εΰδοχίμου τοΰ Λιχαίου.
2ΕΛΗΝΟΛΡΟΜΙΟΝ
{£) Τελευταίον τέταρτον., 1, ωρ.
Ο Νέα Σελήνη...... 8, »
3 Πρώτον τέταρτον ... 1 δ, »
@ Πανσέληνος....... 22, »
^ Τελευταίον τέταρτον. 31, »
8, λεπ. 53, π.μ.
10, » 46, μ.μ.
4, » 27, »
10, » 36, »
1, » 33, π.μ.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ!
11
Ν.
13
14
15
16
17
18
19
20
21
22
23
24
25
26
27
28
29
30
31
120
3 21
3 ο·2
5124
6|2δ
7|26
8|27
928
10 29
11Ι30
12131
Α1Τ0ΪΣΤ02
1 Σά. Μνήμη των 7 Μακκαβαίων μαρτ., τοΰ διδασκάλου αυτών 'Ελεα-
ι ζαρού και τής μήτρος Σολομονής.
2 Κυ. 'ΙΙ ανακομιδή τοϋ λείψανον Στέφανον τοΰ πρωτομάρτυρος χαΐ
Ίουστινιανοΰ τοΰ βασιλέως.
3: 4ε. Ίσαακίου όσίου, Στεφάνου πάπα Ρώμης, Σολώμης Μυροφ. θεο-
• κλητοΰς όσίας. Λατ. 'ΙΙ Κοίμησις της θεοτόκου.
4 Τρ. Των Ιπτα παίδων των εν 'Ε'-ρε'σω.
Τε. Εύσιγνίου μάρτ., Φαβίου άρν,ιεπ. Ρώμης, Νόνας μήτρος Γρηγο-
ρίου θεολόγου.
Πε. Ή ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ τοϋ Χριστοΰ.
Πά. Ναρκίσσου άρ/ιεπ. Ίεροσολύμων, 'Αστερίου όσιομ., ΙΙοταμίας μ.
Σά. Λΐμιλιανοΰ έπισκ. Κυζίκ·υ, Μύρωνος έπισκ. Κρήτης /.αι Τριαντα-
^ύλλου νεομάρτυρο;.
Κυ. Ματθίου τοΰ αποστόλου. Μην μουσουλ. Ζιλ/'-^^'· Ίουδ. Έλούλ.
Δέ. Ξύστου πάπα Ρώμης, Λαυρεντίου και Ίππολίτου μαρτύρων.
Τρ. Νήφωνος πατρ. Κ/πόλεως, Ευπ7.ου μεγαλομάρτυρος.
Τε. Φωτίου και Άνικήτου μαρτύρων.
Πε'. Μαξίμου τοΰ όμολογητοΰ, Εΰδοκίας και Εΐρήνης των βασιλισσών.
Πά. Μι-/αίου τοΰ προφήτου.
Σά. Ή ΚΟΙΜΗΣΙΣ τής θεοτόκου.
Κυ. Αλκιβιάδου, Σταματίου και Διομήδους μαρ. 'Αρμ. Κοίμ. θεοτόκου.
Δΐ. Μύρωνος, Στράτοίνος καΐ των συν αύτω μαρτύρων.
Τρ. Ιωάννου και Γεωργίου πατριαρ/ών Κ/πόλεως. Φλώρου και Ααύ-
ρου μαρτύρων. Μουσουλ. Κουρμπαν Βαϊράμ, ήμ. 4.
Τε. "Ανδρεου τοΰ Στρατηλάτου μεγαλομάρτυρος.
ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΝ (ν. ϊ.)
Π$'. Σααουήλ τοΰ προφήτου, Σεβήρου και Μ/μνονος ιχαρτύρων.
Πά. θαδδαίου τοΰ αποστόλου.
Σά. Άγαθονίκου, Ζωτ'.κου, ΒΞοπρΞπίου κλπ. ααρτύρων.
Κυ. Καλλινίκου τ.χτρ. Ιί/πόλεως, Ι^ϊρηναίου επ'.σκόπου Λουγδο6νων.
Δξ. Εύτυ'/ο^ξ, μαθητοΰ Ιωάννου τοΰ θΞθλόγου, '.ερομάρτυρος.
ϊρ. Ιϊαρθολομαίου καΐ Τίτου των άποστόλων.
Τε. 'Αδρτ.ανοΟ κα Ναταλίας μαρτύρων,
Π=. Ποιμε'νο; όσίου. Λατ. Γενεθλιον θεοτόκου.
Πά. Μωϋσε'ως όσίου τοΰ Αϊθίοπος.
Σά. *ΙΙ άποτοαή τη; κεφαλής τοΰ Προορόαου.
Κυ. Αλεξάνδρου. Ιωάννου κ αι Παύλου τού Λε'ου πατριαρ"/ων Κ,λεως.
Λξ. Ή κατάθεσ'.ς της τιμίας ζώνης της θεοτόκου έν τϊ] άγία Σορω.
10
11
12
13
14
15
10;
17
18
19
® Νέα Σελήνη......
3 Πρώτον τέταρτον ..
© Πανσέληνί;......
^ Τελευτ. τέταρτον ..
7, ώρ. 7. λεπ. 3ο π.μ.
.13,» 10, » 18 μ.μ.
21, » 1, » 9 »
. 29, » 5, » Ο »
12
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Ν.
13
14
13
10
17
18
19
20
21
22
24
2ο
26
27
28
29
3
ΣΕΙΊΤΕΜΒΡΙΌΣ
Τρ. 'Αρχή τής Ίνδίχτου.
Τε. Ιωάννου τοΰ Νηστευτοΰ πατρ. Κων/πόλεως, Μάμαντις μάρτυρος.
Λατ. Τψωσις Σταυροΰ.
3', Πε 'ΑνΟίμου επισχ. Χ'.κομηδείας, Άριστίωνος ε~σκ. 'Λλεςανδρείας.
4 Π«. Βαβύλα έ-. Άντιο/είαςίερ. Μωϋσε'ως τοΰ Οεό~ου καί'Ερμιόνης μ.
5 Σά. Ζαχαρίου τοΰ προφήτου.
Κυ. 'Ανάμνησις τοΰ εν Κολοσσαΐς Οαΰματος τοΰ Άρ/αγγϊ'λου Μιχαήλ.
Άρμ. Γενε'Ολιον θεοτόκου.
Σώζοντος μάρτ., Εΰόοου και Όνησιφόρου των άποστ. Μην μουσ.
Μου/αρε'μ. Νεον ετος 1305. Ίουδ. Τιστρί. Νεον ετος 5648.
Τρ. Το ΓΕΝΈΘΛΙΟΝ της θεοτόκου.
Τε. Ίωακεΐμ και "Αννης των Οεοπατόρων. Λατ. Νηστεία τρ'.ήμερος.
Ίουδ. Νηστεία Γεδάλ;» (Γοθολία).
Π/. Άπελλοΰ, Λουκα και Κλήμεντος των άποστόλων. Μηνοοώρας,
Μητροδώρας καί !Γυ|.ΐφοδώρας μαρτύρων.
Π«. θεοδώρας όσίας τη; έν Άλεξανδρεία και Εύανθίας μάρτυρος.
Σά. Αΰτονόμου μάρτυρος.
Κυ. Τα έγκαίνια τοΰ έν Ίιρουσαλήμ ναού της Άναστάσεως καί Κορ
νηλίου έκατοντάρνου. Άρμ. Λ/Ϊ*ψωσις Σταυροΰ.
Δέ. Ή ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΓΜΏΣΙΣ τοΰ τιμίου Σταυροΰ.
Τρ. Νικήτα μάρτυρος καί ΦιλοθέΌυ όσίου.
Τε. Ευφημίας μεγαλομάρτυρθ2. Μουσουλ. Γε'βμι άσιουρε βακααΐ Κερ-
μτ:ελα. Ίουδ. Κιπούρ. Μ, νηστεΐα.
Ώί. Σοφίας μάρτ. καί των τριών αυτής θυγατε'ρων Πίστεως, 'Ελττίοος
καϊ 'Αγάπης. Άγαθοζλείας και ΠαντολεΌντος μαρτ. Πηλε'ως Ίερομ.
Πά. Εύμενίου έ^ισκόπου Γορτύνης και Άριάδν/)ς μάρτυρος.
ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ (ν. ι.)
Σα. Τροφίαου, Σαββατίου και Λορυμε'δοντος μαρτύρων.
Κυ. Εΰσταθίου μεγαλομάρτυρος καί θεοκτίστης της συμβίου*
Δέ. Κοδράτου έπισ/ί. Αθηνών καί Αριστείδου ΆΟηναίου των άπολογη-
τών. Ιωνά τοΰ τ.ροψ. Ίουδ. ΣουκώΟ (σκηνοπηγία) ζορ. έννεαήμ.
Τρ. Φεοκα ε7:ισκό-ου Σινώ^ης, ΐερομάρτ. καί Ίσαακ μάρτυρος.
Τε. ΊΙ σύλληψις τοΰ Προδρόμου. Πολυξί'νης καί Ηανθίππης όσίων.
Πό. θε'κλης πρωτομάρτυρος καί ΐσαποστόλου.
Πά. Εΰφροσύνης όσίας κα! Παφνουτίου μ. Λατ. Παναγίας των Ρόδων.
Σλ. Ή μετάστασις Ιωάννου τοΰ θεολόγου.
Κυ. -Καλλιστράτου καί των συν αυτώ μθ' μαρτύρων.
Δέ. Χαρίτωνος όμολογητοΰ καί Βαρουχ ίοϋ προφήτου.
Τρ. Κυριακού τοΰ ανανωρητοΰ.
Τε. Γρηγορίου επισκό-ου της μεγάλης 'Αρμενίας, Ίερομάρτυρος.
3, λεπ. 56 μ. μ.
7, » Ο π. μ.
δ, » 44 »
6, » 54 »
7 Δέ.
8
18
30
@ Νέ* σελήνη....... 5, ωρ.
3 Πρώτον τέταρτον.... 12, »
Ο Πανσέληνος....... 20, »
£ Τελευτ. τέταρτον... 28, »
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
13
Ν.
13
14
15
16
17
18
19
20
121
22
23
Πά
3 -
Κυ.
Δέ
Τρ
Τε
10
11
24
25
20
27
28
29
30
31
12
13
14
15
10
17
18
19
1 20
2 21
3 99
4 23
5 24
6 25
7 26
8 27
928
10
29
1130
12 31
Πά,
Κυ.
Δέ
Τρ
Τε
Πέ.
Πά
Χά
Κυ.
Δέ
ΟΚΤΏΒΡΙΟΝ
Άνανίου τού Ι/, των ο' ζα' ΡωΐΑανου όσίου τού Μελωδοϋ.
Κυπριανου ίερομ. Ίουστίνης μάρτ /α^ θεοφίλου ό[ΐολογΐ|το3.
Διονυσ'ου τού 'Αρεοπαγίτου ίερομά'ρτυρος.
Ίεροθε'ου επισχόπου Αθηνών.
Χαρ'τ'νης [λάρτυρος.
θο,αά το3 αποστόλου χαΐ Έρα-τηίδος υ.ά.οτυρος.
Ιε.ογ'ου /.α> Βά/χου μαρτυρ. /.αί Πολ^^^^ονίου ίεροα. Μην μουσ.
ϊαθ'ρ. Ίο ιδ Χεσβίν.
Πξλαγ'ας όσί^ς.
ΊαΛώ6ο^ το3 αποστόλου
Ιι-^λααπ'Όυ '/.αι Εύλαμπ'α; μ,αρτύρων.
ΙΜνηΆη -ών Οεοο. πατφων της έν Ν'/.α'α το β' εν ετζ' 783 συνελ-
Οούσης ζ' οΐκου|Λ. Σύνοδον. Νε/.ταρ·'θϋ, "Αρσα/.ίου /.αι Σισιν'ου
πατρ'αρ/ών (νων/πόλεως θεο^άνους το3 Γρατττοΰ.
Δ>οΖ(ορ(υ /.αί 'νδρο^ά/ο^ μαρτύρων. (Έν ταύτη τϊί ή|Α.ρα Ιορ-
τάζουσι /.α' αί φερώνυμοι της 'Ανδροιιάχης.)
'ΑγαΟο/Γ/ης Λαΐ Χρυσης 4ααρΐϋρων.
Κοσαα τού πο'ηΐου.
Λογγ'νου τού εκατονταρνου μαρτυρος.
Ώση'ε τού1 προφήτου.
Λου/.α τού ευαγγελιστου κα· Μαρίνου
Ίωήλ Τού προφήτου.
ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ (ν ε )
Άρτ.;χ'οϋ ;χ:γαλο;Λ , Γ:ρασί[Λου τού έν Κεφαλληνία /χ' ΙΜατρώνης
της Χ'οπολ'Τ'δος. Λατ. 'γ'ων Πάντων.
Ίλαρ'ωνος τοΰ Μεγάλου. Λατ. ϊών ΚΕ/.οΐ[Λημ.:'νων.
'Αβερ/.'ου έπισ/όπου Ίεραπόλεως.
Ία/ο'6ου τού άο:λφοθ.'ου /.α5 Ίγ;ατίου πατριάρχου Κ/πόλεως.
Άρ-Οα [ΐεγαλομ /.αι τώ ν συ/ αυτώ
Μαρ/ια>ου /α* Μαρτυρ'Όυ [Ααρτΰρων.
η[η μγρ
Κυριαχοϋ πατρ. Ινων/πόλ:ως χα' ΛΌ'στορος [Αοίρτυρος.
ΆΟανασ'ου πατρ. Κων/λ:ως τοϋ έν "ΑΟω άσ/.ήσαντος, Τερεντίο»
/.α^ Ν:ον'λλτ(; ϊΑαρτόρων
Άναττασ'α; όσΌμι της Ρω[Λα'ας χαϊ 'Χβοαιτ'ου όσ'ου.
Κλεόπα αποστόλου, Ίωσή» Κ/7.:ως, Ζτ,νοβ'Όυ /α! Ζ',νοβίας [»·*ρτ.
Χτά/υο; α' α:τά τον απόστολον 'Λ/δρ:αν έπ·σ/. Κων,κλεως.
ΕΕΛΗΝΟΔΡΟΜΙΟΝ
ωρ. Ο, Λε—. 31 π.μ.
» 7, » 4* μ.μ.
@ Νέα σελήνη....... ·">,
3 Πρώτον τέταρτον....
II,
& Πανσέληνος....... 19,
£ Τϊλευτ τέταρτον.. . . 27,
6,
27
58
14
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΙΝ
13
11
1
14
ο
15
ο
10
4
17
5
18
0
19
7
20
8
21
9
22
10
23
11
24
12
25
13
20
14
27
15
28
16
29
17
30
18
1
19
2
20
3
21
4
29
ο
23
β

7
25
8
26
9
27
10
28
11
29
12
30
ΝΟΕΜΒΡΙΟΎ
Κοσμα *α^ Δαμιανο^ τώ; Άναργυρων.
Ά/ινδΰνοΛ /αι των σ.**1 αύ^ώ μαρτύρων
Ά/εψιμα, Ιωσήφ χα'Άειθαλα μαε-^ρων.
Ίωαννι?{υ τοΰ Μεγάλο.) Λι/άνδρο.» χα· Έρμαίου ερον*ρτ.
Γαλα/τίϋ)νος ?α Τπστήμης μαρτύρων Μην Ίουδ. Κισλ:'β.
Παύλου κατρ Κων/πόλεως όμολογητου
Των έν Μελ'τινη λγ' μαρτ Ίερωνος /λπ /α
μάρτ Μην Μουσ Ρεβ·-ούλ ΧββΑ
Μνήμη των άρ/(.στρα~ηγων Μ'/αήλ χα*' Γαβρ·ήλ
άσο>μάτν δά
μ
Όνησι^όρου καΐΐΐορ^υρ^ ααοτ , Ματρω;ης όσ'ας /α* 2^μεων
Μετα^ραστοΐί
'Ιί-ράστου αποστόλου /α Ό^.στο-ί μάρτ^ρο;
ΙΜηνα, Β'/τωρο:, Βινεν,τίου /α^ Στε^α;'θο; μαοτύοων
Ιωάννου ^λεήμονος άο/ιετ: 'Αλεζανο&ΐ'ας ]Νείλο-> όαΐου,
Ίωάννΐυ το3 Χρυσοστομοϋ
Φιλίπποϋ το2 ε/ των ιβ' άποτυ. /α^ Ι^ωνστα/τ'νου νεομαρτ το>>
'Υδρα'ου
Τώ^ βασιλέων 'ίο^σν ίοι /αι θεοοώρας ('Αρ/ή τη; νηστε'ας τω^
Χριστουγ^νων)
ΜΟΌ ^
π;
Πά
!2| Κυ
Δέ.
3
Ιρηγορίου έπισ* Νεο/α··5ΐρεί«ς χαι Γε/ναδ'Όυ α μετα τί,ν αλω-
σιν πατρ Κων/λεως
Πλ«τω«ς/αιΡωΐΑβ«3[χ«οτύρων Μο,ισ Λε·λ=ι-Με6λθϋδη-νεμ»ί.
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ (ν έ )
'Λβοιοΰ τοΰ πζογήτίυ
Πρό/λοϋ πατρ Κω,/λ:ω{ /α Γρηγορίοϋ τοΰ Δ./κπολ'τθΛ
Τα ΙΙΙΟΑΙΛ της θ:οτό/ο.ί
Φιλτίμονβς, 'Απ^ «ς, Άρ/ιτ:™^ χα> Όνηα'μοα τώ^ ακοΐτόλω;
Αμν-λο/ίοϋ έ-σ/ Ί/ον ου, ΓρηρρΌυ επισ/ 'Α/οα/α^τίνων
Κ'ήμε'τος πάτα Ρω^ης /αι Π.'τρο.. 'Λλε?ανδρε'ας ' Λατ. Άγίοο
ΓΊι/ολάου
Αι/ατερίνης αχ> Μερ/οορ'ου μεγαλομαρτόοω;
2.τ^λιανοΰ όσ ου
Ία/ώβου μεγαλομ τοΰ Τϋρσοο
Στεφάνου τοΰ Νίο,ι /αι Ι- ρηνάο/ου μάρτ^ρος
Λ'«λ«οΐ) αρ/ιετ: θεσσ/νί>·η£ χαΐ Φα.δοου μάρτ (Τη ήμ ρα ταύ-
.η ^εορταζουσι /αι αί φερώνομοι της Φαιοοβς) ΊουΟ Χανου/ά
Ανορεου τοΰ πρωτο/λήτο.) αποστόλου
ΣΪΕΛΗΙνΓΟΔΓΟΜΙΟΝ·
Νέαοβλί/»)....... 3, ώρ (Ο, λεκ . 3 π.μ.
Πρώτον τέταρτον.... 10, „ 0> », 39 μ,μ.
Πανσέληνος...... 18, ., .-,, „ |β „
ΤελβΛ. τέταρτον... ?6, » 3, » 7 π.μ.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ!
15
Ν.
Π
13
1
14
2
13
3
16
4
17
5
18
6
19
7
20
8
21
9
22
10
23
11
24
12
25
13
26
14
27

28
10
29
17
30
18
31
19
1
20
2
21
3
22
4
23
5
24
6
25
7
26
8
27
9
28
10
29
11
30
12
31
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΎ
Τρ. Ναούμ, τοΰ προφήτου κ αί Φιλαρε'του τού Έλεήμονος.
Τε. Άββακουμ τού προφήτου. Λατ. Νηστεία τριήμερος.
Πε Σοφονίου τού προφήτου καΐ Άγγελη νεομάρτυρος.
Πά. Βαρβάρας μεγαλομάρτυρος, Ιωάννου χου Δαμασκηνοΰ, Σερα©εΐ[χ
ίερο(χάρτυρος. Μην Ίουδ. Τεβϊ'τ.
Σά. Σάββα τοΰ θδοφόρου κα Διογίνου; μάρτυρος.
Κυ. Νικολάου άρ'/ιεπ. Μύρων τη; Λυκίας.
Δέ. 'Αμβροσίου έπισκ. Μεοιολάνων και 'Αθηνοδώρου μάρτ. Μην-
Μουσ. Ρεβ-ούλ-'Α/ήρ.
Τρ. Σωσθε'νους τοΰ εκ των ο' άτζοντό'Κίον.
Τε. Ή σύλληψις της Οεο'Λήτορο; "Λννης.
Πε. Μηνα, Έρμογϊ'νου; γ,χ Κύγράφου μαρτύρων.
Πά. Δανιήλ τοΰ Στυλίτου, όσίου.
—ά. Σπυρίδοινος επίσκοπον» ΐριμυθοΰντος της έν Κύπρω.
Ιίυ. Των κατά σάρκα προπατόρίον τοΰ Κυρίου. Εύστρατίου, Αύξεντίου-
χαι Λουχΐας μαρτύριον. Λατ. Γεν. Χριστοΰ. Ίουδ, ""Αλωσις της
Ίερουσαλήμ. Νηστεΐα.
Δέ. θύρσου, Λευκίου 7.α των ατυν αύτω μαρτύρων. Λατ. Στεφανου
πρωτομάρτ.
Τρ. Ελευθερίου Ιερομ. κ αι Σίοσάννης όσιοια.
Τ
Λατ. συλλ. Παρθί'νου.
ρ
Τε.
Πε.
Πά.
Κυ.
Δέ.
Τρ.
Τε.
ΤΗ.
Πά.
ϊά.
Κυ. Στε
Λε.
Ί>·
Τε.
Πέ.
Φ Νέα σελήνη....... 2, ωρ.
3 Πρώτον τέταρτον. ... 11), »
@ Πανσέληνος....... 18, »
^ Τελ>ευτ. τέταρτον. . . 20, »
Άγγαίου τοΰ προφήτου χαί θεοφανοΰς τής βασιλίσσης.
Δανιήλ τοΰ προ», μετά των 3 παίδων κα Διονυσίου τοΰ έ/. Ζα/.ύνθο'α.
Σεβαστιανου και Ζωης μαρτύροιν.
Βονιοατϊου ρ.άρζ^ρος.
ΙΑΝΟΤΑΡΙΟΣ (ν. ϊ.)
Μνή[ΐη πάντων των άπ' αιώνος θεώ ευαρεστησάντοπ άπό Ά8α|ΐ.
α/ρι κ»ί "Ιωσήφ τοΰ Μνήστορος. Ίγνατίου ίερομάρτυρος τοϋ θεο-
φόρου. Λατ. Περιτομή Χριστοΰ.
θεμΐστοχλέους χ«1 Ίουλιανης μιαρτΰ.οων. Λατ. Αγ. Βασιλείου.
'Αναστα^ία; Φαο^.ακολυτρίας μεγαλο;χάρτυρος.
Των εν Κρήΐί) δϊ'/.α ρ.αρ~ύρων.
Ευγενίας όσιομάρτυρος.
II
ΚΑΤΑ ΣΑΡΚΑ ΓΕΝΝΗΪΙΪ τοΰ Κυρίου ήμ,ών. Λατ. θεοφάνεια.
της θεοτόχου καΐ Ρ.ΰθυμίου επιαχ. ΐάρδεων.
φνου πρωτομάρτ. θίθόώρου πατρ, Κων/λεως.
Των έν Νιχομηδεία 3ισ|λυρίων υ-αρτ. /αι λόανης |χάρτ.
Των έν Β»)θλεέα υπό 'Πρώδου άνϊιρεθ. ΙΊαχισνιλίων νηπίων.
Άϊυσΐας τής έν Θεσσαλον'!κ7] τα,άρτυρο;.
Μελάνης όσίας τής Ρωααίας καΐ ^Ολυΐλπιοδώρας μάρτυρος.
9, λεπ. 18 μ.μ·
8, » δ8 π.μ.
10, »
II
»
9, » 57 »
16
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΠΡ020Μ0ΙΑ ΚΑΤ' ΕΠΙΤΟΜΗΚ
ΠΕΡΙΕΧΟΝΤΑ ΟΛΟΝ ΤΟ ΜΗΝΟΑΟΓΙΟΝ.
ΤΙΟΙΗΜΑ.
ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ ΚΑΙ ΑΝΘΥΠΑΤΟΤ ΤΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ.
ΜΗΝ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΝ
Στιχηρά προτόμοια, ή^ος β'.
"Οτε έκ τοϋ ξύλον.
I θέλων, περιτέμνεται Χρ-.στός· ήλθε γάρ πληρώσαι τόν νό¬
μον, οΰκαταλϋσαι αυτόν δμα δέ τιμάΐθω μέγας Βασίλειον, 2 Ρω¬
μη ς πάπας τε Σίλβεστρος, 3 καί ό Μαλαχίας, 4 Γόρδιος δ ένδοξος,
5 Παυλος^ θηβών ό βλαστός, 6 ·}· θεΐος βαπτισμβς τού Σωτήρος,
' Ι Πρθ-δρομος, 8 όσια Δίμνίκα, 9 ΙΙολύευκτος, 10 Νύσσης
τε Ι ρηγίριος.
II ·}· "Ιμνοις θεοδόσιον σεπτςΤς, τϊν 7.οιν:διά?χην αϊνέτω, 12
Τατιανήντήνσεμνήν, 13 μάρτυρα Στρατόνιχον, Έρμύλον σύναθλον,
14 Ρα-θοΟ τώς Μ£χ. τε κα; 5?5ϋς ^^ 15 66ϊμ ΚΛϋ6._
^1'' «, 16 καί Πέτρου αλ^-.ν, 17 ψ δ;,.α Άντωνίω όσίω, 18
ί; «ι 'Αθανασίω, Κυρίλλω, 19 ·,αί Λν Μακ,ρίω, ' 20 ^ τόν
Ευθΰμιον. Γ '' '
21 Μνήμη ή Μα(ξ(μ0ϋ „- Κ;:το3) 22 ·Αν3ίΐτοίσιος
««?«!;, ** 5 Τ,μίθεος, 23 Κλήμη;, Άγαθάγγφς. 24 όσία
«νητε ^ο + θΜλόγ=ς Γρ,γόρ.ος, 26 συν τώ Εενοφώντι, 27
•Γ- θΑ,,ος -ν,Μ,ημο;, 28 Έ9ρϊίμ 0 5σίΟς! 29 ετι χαί Ίγ«ί-
τιος νε:ς, 30 ·|- πάπας ό Ίκπολυτος Ρωμη;, 31 Κ5?ο=, Ιωάν¬
νης τε «ΐνείσθωσαν.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ
17
ΜΗΝ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΝ
Στιχηρά προσόμ,οια, ήχος α'.
Των ονρανίων ταγμάτΜν.
I 'Υμ.νείσδω Τρύφων ό Μέγας, 2 ·· Ύπαπαντή τοϋ Χριστοΰ,
3 καί Συμεών ό "έσδυς, 4 καί Ίσίδωρος αμα, 5 Άγάθη, 6 καΐ
Βουκόλος Σμύρνης ποιμήν, 7 καί Παρθένιος ενδοξος, 8 δ ατρατη-
λάτης θεέοωρος συν αυτοίς, 9 Νικηφόρος, 10 Χαραλάμκης τε.
II Βλάσιον πάντες συμφώνως άνευφημήσωμεν, 12 καί Μελε¬
τίου χάριν, 13 τού Μαρτινιανοΰ τε, 14 Αϋςέντιον συν τούτοις τόν
ε-ΰκλεή, 15 καί τόν θείον Όνήσιμον, 16 Πάμφιλον μέγαν, 17 καί
Τύρωνα τόν σεπτόν, 18 Ρώμης πάπαν τε τόν Αέοντα.
19 Συν τω Άρχίππω γεραίρω. 20 Κατάνης Λέοντα, 21 Τι-
μίθεον τόν μέγαν, 22 κ»ί Προτέριον θείον, 23 Ηολΰκαρπον τον
Σμύρνης, 24 ^- καί κεφαλής τοϋ ΠροΒρόμου την εϋρεσιν, 25 συν
Ταραυίω, 26 Πορΐύριον, καί συν σοί, 27 ώ Προκίπιε, 28 Βασίλειον.
ΜΗΝ ΜΑΡΤΙ02.
Στιχηρά προσόμ,οια, ήχος δ'.
"Ηθελον δάχφναιν έξαλεΐψαι.
1 'Τμνοις τιμάσθω ή ΕυΒοκία, 2 ό -;ενν*ΐος Νέΐτωρ, άμα τε
τ.!ΐί θεόϊοτος, 3 συν Εϋτροπίω, 4 καί Γερχσίμω, 5 Κόνων, 6,
δύο ά'νδρες καί τεσσαράκοντα, 7 Έφραίμ ππμήν τής Χερσώνος, 8
συν θείω θεοφιλάκτω, 9 -γ Μαρτύρων, ών πασά κληθυς τεΐσα-
ράκοντα.
10 Πρέπει Κοδράτω, 11 ν.αί Σωφρονίω, 12 καί τω θεοφάνει
άσματα, 13 Νικηφόρω τε, 14 υμνοις Άλέςανϊρο; ε^φημείβθω,
15 Όλυμπας, 16 Σα6·ν:ς Πά-ας, 17 Άλέξιος, 18 Κύριλλος
φίλος Κυρίου, 19 Χρϋσανδός τε, λαρεία, 20 Κίρα·. έ~τά παρθένοι,
21 Ίά/ωβος οσιος.
22 Τέρπου Βασίλίΐδ,· 23 κρότει Νίκων, 24 σ·/.·ρτα Ζαχαριά-
χαϊρε θεοχαρίτωτε, 25 ·· εΰαγγελίζου χαράν μεγάλην· 26 Γαδριήλ
18 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
α'ινώ σε, 27 τιμώ Ματρώναν δέ, 28 -/.αί Ίλαρίωνα σέβω, 29 τόν-
Βαρα/ήσιον μέλπω, 30 Κλίμακος Ιωάννην, 31 σεπτόν -/.αί Ίά-
χωβον.
ΜΗΝ ΑΠΡΙΛΙΟΣ.
Στιχηρά προσόμοια, ή/ος πλ. δ'.
Τ/2 τοϋ παραδόξον Θανματος.
1 Όσιωτάτην αινέσωμεν Μαρίαν, 2 Τίτον σε-τόν, 3 καί Νική-
ταν τόν έ'νδοξον, 4 κα'ι τόν 'Αγαθίκοδα, 5 καί θείδουλον σύνα-
θλον, Ο τόν Κλαύδιόν τε, 7 καί τόν Εΰτύχιον, 8 συν Γεωργίω,.
9 τόν Ήρωδίωνα. 10 καί τόν Εϋψύχιον, 11 κα'ι στερρόν Τερεν-
τιον καί συν αυτοίς, 12. πίΐτει εΰφημήσωμεν, Άντίπαν Μάρτυρα.
13 Τόν τοϋ Πχρείου Βασίλειον, 14 καί τόν Μαρτΐνον τιμώ, 15
καί 'Αρίσταρχίν Ινδίξον, 16 •/.αί τόν ΟεΤον Κρήσχεντα, Χιονίαν,
Αγάπην τε, 17 Περσών ποιμενα τόν θαυμαστήν Συμςών, 18 των-
Γότθων Σάββαν, 19 Πέργγς θεόδωρον, Τριχιναν αΐνέσωμεν, /.αί
συν αυτοίς, 21 τόν ίερίμίρτυρα Ιανουάριον.
22 Μεγαλυνέσθω θεόδωρος, ό Συκεώτης ομού, 23 ψ καί ό-
μάρτυς Γεώργιος, 24 Στρατηλάτης Σάββας τε, 25 ψ Μάρκος μέ¬
γας Απόστολος, 26 ά Βασιλεύς τί ό 'Αμασείας φωστήρ, 27 καί
τοϋ Κυρίον ό άδελφός Συμεών, 28 ετι Ίάσων τε ό χλεινός από¬
στολος, καί συν αυτοίς, 29 Μέμνων, 30 καί 'ίά/.ωβος τοΰ Ζεβ|-
δαίου υιός.
ΜΗΝ ΜΑΪΟ2.
Στιχηρά προσόμοια, ήχος α'.
Ι/ανεύφημοι μάρτυρες.
1 Συν Ιερεμία σε ΰμνώ, 2 θεΐε Άθανάσιε, 3 συν σοί ατερρί*
τε Τιμόθεον, την Μαύρον Μάρτυρα, 4 τόν Όλβιανόν τε 5 Ειρήνην
την χίνσεμνον, 6 Ίωδ καρτεριχόν, 7 καί Άχαχιον, 8 ■]· κχί τόν·
Απόστολον Ιωάννην, 9 Χριστοφόρον τε Ήσχΐαν, 1 ζηλωτήν τε
Σίμωνα.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
19
11 Μάκιον τόν Ινδοξον τιμώ, 12 Κύπρου Έπιφάνιον, 13 /αί
Γλυκερίαν την μάρτυρα, 14 καί τόν Ίσίδωρον, 15 συν τώ Παχω-
μίω, 16 Αλέξανδρον πάνσεπτον, 17 Άνδρόνικβν Χριστοϋ τόν Α¬
πόστολον, 18 κα'ι Διονύσιον, 19 /.αί Πατρίκιον τόν έ'νοοξον, 20
καί τόν θείον ιατρόν θαλάλαιον.
21 ^ Άμα Κωνσταντίνω σε ωδαΤς, ω Ελένη, στέφομεν, 22
συν Βασιλίσχω, Συνάδων τε, 23 Μιχαήλ πρόεδρον, Οαυμαστοϋ τε
δρους, 24 Συμεών καί εδρεσιν, 25 Προδρίμου θείου χάρας, 26
καί Κάρπον τε, 27 καί τόν Έλλάδιον, 28 την σεπτήν θεοδοσία·/
τε, 29 Ίσαάκιβν, 30 Έρμείαν τε μάρτυρα.
ΜΗΝ ΙΟΥΝΙΟΣ-
Στιχηρά προσόμοια, ήχος δ'.
Ώς γενναΐον εν μόρτνθιν.
1 Ίουστΐνον ύμνήσωμεν, 2 Ιερόν Νικηφόρον τί, 3 Αουκιλλια-
νόν τε μεγαλομάρτυρα, 4 συν Μητροφοίνει, Ο Εΰστάθιον, 6 ποι-
μένα ΙΊαναριστον, 7 καί Δωρόθεον σεπτον, καί θεόοοτον έ'νοοξον,
8 καί θεόϊωρον μέγαν στρατηλάτην, ϋ συν Κυρίλλω, 10 'Αντω-
νίω άθλοφόρω, 11 ΒαρθολομαΤον Βαρνάβαν τε.
12 Έπαινείαθω Όνούφριος, 13 ή σεμνή Άχυλίνα τε, 14 μ.εθ'
ών Έλισσαΐος προφητικώτατος, 15 'Αμώς, 16 καί Τυχών έ—{—
σκοπος, 17 Σαβέλ καρτερίψυχος, Μανουήλ, καί Ισμαήλ. 18 καί
Αεόντιος Ινδοξος, 19 καί Ό Ζώσιμος, 20 καί Ίούδας ό μύστης
τού Κυρίου, 21 Ίουλιανός τε ό μάρτυς 22 καί συν αυτοίς ό Εΰ-
σέβιος.
23 'Αγριπκίνα ~;λύαθλΐς, 24 ·{- καί Οροδρόμου ή γέννησίς,
25 καί ή Φευρωνία άνευφημείσθωσαν, 26 των θεσσαλών Δαυίδ
καύχημα, 27 Σαμψών ιερώτατος, 28 Ιωάννου των οστών καί τοϋ
Κύρου ή ε'ύρεσις, 29 -|- Πέτρος, Παθλός τε οί φωτίσαντες πατάν
οίκουμέ^ην, 30 ·]- καί των δώδεκα προκρίτων, μυστών Κυρίοο ή
σύναξ'.ς.
20 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΜΗΝ ΙΟΥΛΙΟΣ.
Στιχηρά προσόμοια, ήχος πλ. θ'.
"Ω, τού παραδόξου &ανματος.
I θεί;υς Άναργΰρους ασμασι τίίις άπό Ρώμης ϋμνώ, 2 κ»1 Έ-
σθήτος κατάθεΐιν, άγνής θεομήτίρος, 3 καί τόν θείον 'Υάκινθον,
4 'Ανδρέα1; Κρήτης, 5 καΐ Άθανάσι:·; τόν έν τω "Αθω, 6 κα'ι
τόν Συώνην τε, 7 Κυριακήν ύμνώ, 8 -/.αί στερρι;·; ΙΙροκόπιον, μεθ'
ών αινώ, 9 Κίπριν Πχτερ;Λθύθιον, 11 Νικοκολίτας τε.
II Λεύτε Εϋφημία·; άπαντες άνευφημήσωμεν νυν, την των δρων
Δικάστριαν, 12 (Ιρόκλον Ίλαρίωνα, 13 Σαδδαΐτην τε Στέφανον,
14 'Ακΰλαν, Ίίίστον, 15 καί Ίουλίτταν σεμνήν, μετά ΚηρΔχβυ,
16 'ΑθηνογΞνην τε -/.αί μαθητάς αΰτοΰ' 17 ·{- καί Μαρίναν μάρ-
τυρα καί συν αυτή, 18 Αιμυλιανόν αινώ, 19 Δία 20 -|- Ήλίαν τε.
21 'Υμνίΐς τιμώ κα'ι τί·; φράνιμον διά Χριστόν δέ σαλον, Συ-
μεών όντως έ'ϊ:ξον, 22 κα'ι Χριστοΰ μαθήτριαν, την Μαρίαν την
πάνσεμν:ν, 23 Φωκά λειψάνων την άναχόμισιν, 24 Χριστίνα·;,
25 -· Άνναν, 26 /.αί τόν Έρμόλαον, 27 Παντελεήμονα, 28
Πρόχορΐν, 27 Καλλίναον, 30 Συλουανόν, Σύλλαν, 31 %ν. Εΰ-
τόν ~ά/υ δόχιμον.
ΜΗΝ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ.
Στιχηρά προσόμοια, ήχος δ'.
Ό ε^ ύψίατον χηϋ·είς.
I Συν Σολεμόνη ΰμνείσθω Έλεάζαρ, έπτά Μακκαβαΐοί τε, 2
χά: πρωτομίρτυρος ή έκ Σιών άναχόμισις, 3 Δαλμάτυς, Φαΰ-
στος ν.αί Ίσαίκιος ό πολύαθλος, 4 άναχομιζόμενος τής ΚϋδΌχιας
νεχρίς, 5 καί ό γενναΐος Εϋϊίγνιος, 6 -· καϊ τού Χριστοϋ μοί),
τοΰ θεανθρώ-ου ή μετΐμορφωσις, 7 άμα δ' ύμνείσθω καί Δομέτυς
συν τοίς κλεινοΐς μαθηταΐς αΰτοθ, 8 ·λαί Αίμυλιανός τε, 9 και
Ματθίας, 10 καί Λαυρέντιος.
II Εΰπλους ό μάρτυς άξίως έπαινείσθω, 12 άνί/.ητες Φώ-
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
21
τίος, καί ή μίτάθΐίΐς, 13 ή τού Μαξίμου τού λάμψαντος έν τί}
γενναία ίμολογία τού Ποιητοΰ καί θεοϋ, 14 τούτοις συναινείσθω-
σαν Μιχαίας έ'νδοξΐς, 15 ·{- καί ή σείάσμιος κοίμησις τής θεο¬
τόκου, 16 -/.Ά Διομήδης Ό περιδόητος, 17 Μύρων ό θεϊος, 18
Φλώρος, Λαΰρός τε, 19 κα'ι σφατηλάτ/;; Ανδρέα; ό έ'νοΊξος,
20 τής εϋχής τε τό τέκνον. Σαμουήλ ό ίΐρώτατος.
21 Βάτσα συν τέκνοις τιμάσθω, ή θεόφρω'", 22 στερρός Άγα-
θόνικος, 23 Λοϋπΐς ό Ινϊοξος, 24 Τίτος ό θεΐος απόστολος, 25
Βαρθολομϊίιυ τοΰ σεμνοτάτου ή άνακόμισις· ότε καρτερόψυχος, 26
Άϊριανός συν αυτοίς, καί Ναταλία ή πάντεμνος, 27 Ποιμήν ά
θεΤος, 28 καί ό Αϊθίοψ Μωσής ό τίμιος, 29 ·|- ά~οτομή τί ή
αίδέσιμος τοΰ Προδρόμου, 30 Άλέζανδρος ενδοξος, 31 πανεντί-
μβΐί τε Ζώνης, Θεοτόκου ή κατάθεσις.
ΜΗΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ.
Στιχηρά προσόμοια, ήχος δ'.
Ώς γενναίαν £ν μόοτνοι.
I Συμεών άνυμνείσθω μ:ι, ου περ στϋλος τό γνώρισμα, 2 καί
συν τούτω Μάμας ό περιβόητος, 3 ν.α: ό Οαυμάσιος Άνθιμος, 4
Βϊβΰλας ό ενδοξος, 5 Ζαχαρίας ό κλεινός, 6 Μιχαήλ ό Άρχάγ-
γελος, 7 Σώζων ενΒίξος, 8 ·]- τού θί;3 μ.5υ ή Μήτηρ, 9 συν
τοκεδσι, 10 Μηνοδώρα, Νυμφοδώρα καί Μητροδώρα αί μάρτυρες.
II θεοδώρας ή άίκησις, 12 Αΰτον:μ:υ ή άθλησις, 13 καί
τής Άναστάσεως τα έγκαίνια. 14 ·}- καί τοΰ Σταυροϋ ή ανύψωσις
άξίως τιμάσδωΐαν, 15 συν Ν'.κήτα τω ατ^ρρω, 16 Εΰφημία ή
έ'νδοξος, 17 Ελπίς, Πίστις τε κ» Άγάπη συν θείω, 1Η Εΰμε-
νίω, 19 Δ;ρυμέδοντι, Τροφίμω, 20 /.αί παγγενής ό Εϋΐτάθιος.
21 Ιωνά συνδοςάζεται, 22 ό Φω/.ας ό άοίδιμος, 23 καί Προ-
δρίμου θε!» τιμία σύλλ,ηφις, 24 καί ή καλλίνικος ΙΙρώταθλος, 25
μεθ' ών Εΰφροσΰ-λ/ί τε, ν.αί ό Ευίγγελιστης, 26 ·|- Ιωάννης από¬
στολος, 27 -/.αί Έπίχαρις, 28 καί Καλλίστρατος άμ«, 29 καί
Χαρίτων, 30 συν αυτοίς Κυριακάς τε, 31 καί Άρμενίας Γρηγόριος.
22 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΜΗΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ.
Στιχηρά προσόμοια, ήχος πλ. ο".
Τί υμάς γ.αλέαωμ.εν "Αγιαι;
I Ύμνοις 'Ανανίαν τιμ,ήσωμεν, 2 Ίουστίναν την πβρθένον, και
σεπτόν Κυπριανόν, 3 Διονύσιον τόν μέγαν, 4 Ίερόθεον όμοΰ, 5
Χαριτίνην, 6 καί θωμάν τόν Χρισταπόστολον, 7 τόν Βάκχον, συν
αύτω δέ καί τόν Σέργιον, 8 την ΙΙελαγίαν την έ'νδοξον, 9 τόν
τού 'Αλφαίου Ίάκωίον, 10 Εΰλάμπιον, Εΰλαμπίαν τε την πάνσεπτον.
II θείον νυν δοξάσωμεν Φίλιππον, Φιλομ,ήλαν την όσίαν, 12
Πρίβον, Τάραχον σεπτόν καί Άνδρόνικον γενναΐον, 13 Κάρπον,
Παπυλβν όμοΰ, συν τούτοις, 14 -/.αί τοΰς περί τόν Ναζάριον, αί-
νείσθω, συν αυτοίς, 15 καί ό δεόπνευστος Λουχιανός, 16 ό Λογ-
γΐνός τε, 17 συν Ώσηέ, 18 Λουκάς ενδοξος, 19 ό βέλτιστος
Ίωήλ, 20 καί ό Άρτέμιος.
21 Αίνει τόν σεκτόν Ίλαρίωνα, 22 καί Άβέρκιον, 23 καί
μέγαν Άδελφόθκν έμοΰ, 24 καί 'Αρίθαν καί συναθλους, 25 Να-
ταρίους τε σοφοΰς, 26 ·· συν τούτοις -/.αί Δημήτριον, 27 καί Νέ-
στορα, Κυρίαν καί Λουλιδα τάς συμμίρτυρας, 28 Τερΐντιον, καί
την πάνσεπτον, 29 Άναστασίχν, Άβράμιον, 30 Ζηνόβιον, Ζηνβ-
βίαν, 31 /.αί Έπίμαχον.
ΜΗΝ ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ.
Στιχηρά προσόμοια, γ)χος πλ. β'.
"Ολην άποθέμενοι.

1 ·}· Λεΰτε εύφημήσωμεν, συν Άναργύρων δυα'δι, 2 τού; περ'.
ΆκίνΒυνον, 3 καί τοΰς συν Άχεψιμά γενναφρονας· τάς σεπτας
πράξις τε, 4 Ίωαννικίου, 5 Έ-'.στήμην, Γαλακτίωνα, κα'. τόν
της πίστεως, 6 ίμολογητήν Παθλον ίνϊοξον, 7 τόν κρα'πστον
Ίέρωνα, 8 ή· -/μ τόν Μιχαήλ τόν ΆρχάγνελΟν, 9 μεθ' ών την
δσίαν, Μα-ρώναν, 10 κ*; Όρέϊτην άθλητήν, 11 Μηναν τόν μέ-·
γαν καί Βίλτωρα, καί στερρόν Βικέντιον.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
23
12 Θείον 'Ελεήμονα, 13 ·{· και Ιωάννην συν τούτω, τον όντως
Χρυσόστομον, κοινω πάντες στόματι, άνυμνήσωμεν, 14 ·}· μαθητήν
άριστον, τού Χριστοΰ Φίλιππον, 15 Σαμωναν, Γουρίαν, Άβιβον,
μεθ' ών τόν Ινδοςον, 16 -- ίΰαγγελ'.στήν κχί απόστολον Ματθαϊον
τόν θεόφρονα· 17 τόν θαυματουργόν τε Γρηγόριον, 18 Πλάτωνα
γενναΐον, 19 καί θείον Ρωμχνόν, καί 'Αδϊιού, 20 Δεκαπολίτην
Γρτ,γόριον, πάνυ γρηγορώτατον.
21 -|- Παρθένου εΐσέλευσιν, την είς ναόν τού Κυρίου, 22 Καικι-
λίαν μάρτυρα, 23 καί τ'ΐν Άμφιλόχιον Ομνοις στέψωμεν οφθαλμον
Γρήγορον, τής των Άκραγάντων, 24 τόν τής Ρώμης θείον Κλή-
μεντ», Άλεξανδρείας τε, Πέτρο·/, 25 -|- Α'.κατερίναν, Μερκούριον,
26 ·|- Άλύπιον τόν Ινδοξον, 27 καί τόν έκ Περσίδος Ίάχωβον,
28 Στέφανον τόν νέον, 29 Εΐρήναρχον. Παράμονον όμοΰ, 30 -|-
ν.αί τόν Ανδρέα·/ τόν κάλλιστον, τοϋ Χριστοϋ Απόστολον.
ΜΗΝ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΎ.
Στι/ηρά προσόυοια, ήχος πλ. β'.
Αι ό·/γελιχαί.
I Άσμαί'. Ναούμ, 2 Άδδακουμ, 3 χά! Σοφονίαν, 4 ψ Ί-
ουλιανήν χαί Βαρβάραν δεξιοΰμαι, 5 ·- τόν Σάββαν τε μέγαν, 6
·}- κϊί τόν θείον Νικόλαον, 7 αμα Άμδροσίω, 8 1Ιαταιτί·>, ί) ·{· καί
τή·/ σεπτήν σύλληψιν Άννης, 10 Μηναν ενδοξίν, τον /.αλλικέλαοθ'/
φημί, χαί συνοδίαν αυτού.
II Στΰλου Δανιήλ, 12 γεραιρέΐθω /.αί Σπυρίδων, 13 σύνα-
θλος τετρα'ς, ή μετά τοΰ Εΰΐτρατίου, 14 συν τούτοις Βέ χαί Θ6ρ-
σος, 15] χαί στίρρός "Ελευθέριος, 16 Άγγαΐος, προπίτορες, πα-
τέρες, 17 χαί Δανιήλ, τριάς τε πα!5ω·/, 18 Ζωή πάνΐεμνος, 19
χαί Βονιοάτιος ομοΰ, 20 χαί θεΐος Ίγνάτιος.
21 Ίουλιανης, 22 μνήμην χαί Άνασΐασίας, 23 Κρήτης άθλη-
τών, 24 δέχα καί τής Εΰγενείας, 25 ·· τής έκ Παρθένου χόρής τοΰ
θεοϋ μου γεννήσεως, 26 ·{- όμολογητΐνϋ τοΰ ΕϋίΙυμίου, 27 ·· τΛ
24 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
άθλητοΰ πρώτου Στεφάνου, 28 καί δισμυρίων των μαρτύρων, 2ί>
κλήθους νηπίων τε, 30 καί Άνυσίας της σεπτής 31 καί Μελά-
νης σέοομεν.
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ.
Τα-οσόμοα ταύτα άφατια ίκίίίονται ενταύθα, έξ άρχαίου Όρβ-
λογιου παραλει?θέντ«, ^ ώς έξαί?ετίν τ[ ,^,/^ ^
.^ς ρΡγημα, «χχ ως
,λθΛογ,κον, έχον τι τό περίεργον καί έπαγωγον. Έντος
ι - «ματιων —ρ,λβμβΑβτβ 4ν τ=?ς ^
'ολοΛηρο» τουενιαυτοΰ. Οί έν αυτοίς σημειούμενο! άριθμοί ση-
«« τας ημέρας των μ,νΓον, οί δέ σταυροί τάς Ι^ημΓ.ς έορτΤς,
μέχρ, τούδε την 4-—
'Β,νοεΤταιδέ ότι εν τοίς τροπαρίοις τούτοις δέν συμπερ,λαμίανον-
«■ « =ν:ματα, -χ*, τε καί νεώτεΡα, των αγίων εκείνων οίτινες
^ ^ αναγρα,ονται έ έν τω όλως διερρυθ,,σμένω
το « Ημερίλ0 τ^ς ,Ανατολ,ςι)ι ^ χ
1Ϊ γντ" ^ ^
τών
τέως άγνώστων
ρ. (αΙ)γ. 16).
σεπτεμβρ. 18).
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
25
Αριστείδης άπολ. (σεπτ. 21).
Άριστίων έπισκ. (σεζ:. 3).
Άριττο/.λής μα'ρ. (μαίου 23).
Άσκληπιός δσ. (φεβρ. 27).
ϋσ-έριος μάρ. (αΰγ. 7).
Βερονίκη μάρ. (ί;ιΛ. 12).
Γοργίας μάρ. (ΐουν. 5).
Διογέν^ς μάρ. (ϊεκεμ. 5).
Δρ=σίς μάρ. (μαρτ. 22).
"Ερασμος ίερ. (·ουν. 2).
Έρμιόνη μ.άρ. (σεπτ. 4).
Έρωτηίς μάρ. (οκτ. 6).
Εΰανθίχ μ.άρ. (σεπτ. 11).
Ευάγγελος μάρ. (ϊουλ. 7).
Εΰβΐύλη μάρ. (μαρτ. 30).
Ευδοξία μάρ. (ίαν. 31).
Εϋθαλία μάρ. (μαρτ. 2).
Εΰθασία μάρ. (ϊαν. 12).
Εΰ-ραςία όσ. (ίουλ. 25).
θαλής μάρ. (μαρτ. 11).
θεαγένης ίερ. (ίαν. 2).
θεμιστοκλής μάρ. (δεκ. 21).
θεοχλητώ οσ. (αΰγ. 3).
θεο/.τίστη μάρ. (ΐαν. 31).
νώ βασ. (δεχ. 10).
θ;σσαλονίκη μάρ. (νοεμ. 7).
Καλλινίκη μάρ. (μαρτ. 22).
Καλλιόπη μάρ. (ίουν. 8).
Λεωνίδας έ-ίσκ. (άπρ. 15).
Λεωνίδας μάρ. (άπρ. 16).
Μέμνων μάρ. (αΰγ. 20).
Ξανθίππη όσ. (σεπτ. 23).
Όλυμπιάς όσ. (Ίουλ. 25).
Όλυμπιοδώρα μάρ. (δεκ. 31).
Παναγιώτης νεομ. (ίουν. 24).
Παντολέων μάρ. (σεπτ. 17).
ΠηλευςΙερ. (σε-. 17).
Πολυςένη όσ. (σεπτ. 23).
Πολυχρόνιος Ίερ. (οκτ. 7).
Ποταμία μάρ. (αΰγ. 7).
Πουλχεβία βασ. (φεβρ. 17).
ϊτεφανίς μάρ. (νοεμ. Ι).
Σωσθενης μάρ. (δίκ. 8).
Τηλέμαχοςόσ. (ΐαν. Ι).
Τριαντάφυλλος νεομ. (αΰγ. 8).
Φαίδρα (ίδε νοεμ. 29).
Χρυσή μάρ. (οκτ. 13).
Ώραυζϊ-λη μάρ. (ίουλ. 26).
26
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΟΝ.
13Ο4
1 Δζεμαζϊ-οΰλ-Έββέλ,Ίανουαρίου 14
1 Λζεμαζί-οΰλ-Άχήρ, Ψεβρουαρίου 13
1 Ρεδζέπ Μαρτίου 13
27
»
Απριλίου
9
1
15
Σϊαμπάν
»

13
27
1
15
Ραμαζάν
»
Μαΐου
»
12
26
27
1
»
Σ;εβάλ
Ίουνίου
»
7
11
1
1
10
Ζιλκαδέ
ΖιλχιΒζέ
»
Ιουλίου
Αΰγούστου
»
10
9
18
1
10
Μουχαρεμ
»
Σε-τεμβρίου
»
7
16
1 Σαΐέρ · Όκτωβρί:υ 7
1 Ρεβϊ-οΰλ-Έββέλ Νοεμβριού 7
12 » ,, 18
1 Ρεβί-ουλ-Άχήρ Δεκεμβριού 7
Λεϊλέϊ-ραγαίπ(νυξ τής συλ¬
λήψεως τοΰ προφήτου).
Λεϊλέϊ - μιραάτζουν - νεμπϊ
(νΰξ τής άναλήψεως τοϋ
προφήτου).
Λεϊλέϊ-μπεράτ (νϋξ τής εμ¬
φανίσεως τοϋ άγγέλου
πρός τόν προφήτην).
Χιρκάϊ-Σερίφ (ή προσκύνη-
σις τοϋ ίερΐϋ μανδύου).
Λεϊλέϊ-Καδήρ (νυς ίσχΰος).
"Ηδη-φητήρ, ή Σεκέρ Βαϊ-
ράμ, ημέρας 3.
Ήδι-άζχά, ή Κουρμπάν
Βαϊράμ, ημέρας 4.
Νέον έ'τος Έγείρας 1305.
Γέβμι άσ^ουρέ βακααι Κερ-
μπεί^α (τό μαρτύριον τοΰ
Κερμπελα).
'Ονέϊ - μεβλ;ύδη - νεμπΐ
(γέννησίς τοϋ Μωάμεθ).
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ
27
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΙΟΥΔΑΙΚΟΝ.
5647 1887
1 Σεβάτ Ίχνουαρ. 14
• 13 » » 28 Έμέρα ίκεσίας ύ-έρ εΰΐορία; τής γής.
Ι 'Αδάρ Ψεβρίυαρ. 13
13 » » 23 Νηστεία της Έσθήρ.
■14 » » 26 Πΐυρίμ ("Απολύτρωσις), έ:ρτή διήμερος.
1 Νισάν Μαρτίου 14
14» » 27 Νηΐτεία των χρωτίτίκων (Βίχίρ).
13 » » 28 Πετάχ (ΙΙάσχ*), έ:ρτή ίκταήμερος.
1 Ίγ;άρ Απριλίου 13
18» » 30 Αάγ-λϊόμερ (τρια/.οΐτή τρίτη άπό τοδ
Πάσχα).
Ι Σιβάν Μαίου 12
Ο » » 17 ΣαβαώΟ (Πεντηκϊ—η), ε5?τή οιήμερ:ς.
Ι Ταμούζ Ίουνίΐυ 11
17» » 27 Άλωσις «3 να:3. Νηϊτεί*.
Ι Άδ Ιουλίου
II
9 » » 19 Έννάτη Άβ. Νηστεία έ—: τή μνήμτ5 τής
καταΐτροφής τού Να:3.
1 Έλΐύλ Αΰγ^στου 9
Ι Τι-ρί Σεπτεμβρ. 7 Νέον ετ:ς 3048, έορτί; 5·./,;χερος.
3 » » 9 Νηΐτεία Γεϊάλϊα (Γοθιλία).
10 » » 16 Κι«υρ (Έξιλασμός). Μεγά7>η νηστεί».
13 >« » 21 Σ;υ/.ώΟ (Σν.ηνο-ηγία), έ:ρτή έννεαήμερ.
1 Χεΐβάν Όκτωίρίου 7
1 Κίΐλέβ Ν:ϊ;4?·::-ι 3
23 » » 29 Χανΐυκά (Έγ/.αίν.α τού Να;ύ), έίρτή
ί/.-Τ.Γ,λίΖ'.ς.
Τίβέτ Λεκε;ο.5ρίου {.
10 >> » 13 "Αλωΐις τής Ίίρςυ-αλήμ. Νηΐτίίΐ.
28 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΕΟΡΤΑΙ ΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΑΝ ΓΡΑΦΕΙΩΝ.
ΕΝ ΤΟΓΡΚΙΑ.
' α'. θ ρ η σ κ ε υ τ ι κ α ί.
Ή |η τίΰ Ραμαζάν (12 Μαΐου). — Ή ο τοΰ Ραμαζάν (26-
Μαΐου). — Αί τρείς ημέραι τού Σεκέρ Βαϊράμ.
(II,
12, Ί3 Ίου-
νίου). —Αί τέσσαρες ημέραι τ:ΰ Κουρμπάν Βαΐράμ (18, 19, 20,
21 Αΰγοΰστου).
β'. Βασίλικαί.
Τα γενέθλια τής Α. Μ. τοΰ Σουλτάνου (Βελαδέτ Χουμαγιουν),
ίορταζόμενα χατ& τό σεληνιαχόν έ'τος 16 Σιαμπάν, ήτοι 28 Απρι¬
λίου.—Ή άνάβασις εις τον θρόνον τής Α. Μ. τοΰ Σουλτάνου (Δζου-
λοΰσ'.-Χουμαγιουν), έΐρταζομένη χατά τό ήλιακόν έ'τ;ς, 19 Αΰ-
γούΐτου.
ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ.
α'. θ ρ η σ κ ε υ τ ι ν. α ί.
1) Νέον έ'τος.—2) θεοφάνεια.—3) Εΰαγγελισμίς.— 4) Μεγάλη
Παρασκευή ν.αί Μέγα Σάββατον.— ο) Κυριακή καί Δευτέρα τοΰ Πά-
σχα. — 6) Άγιος Γεώργιος — 7) Άνάληψις.— 8) Πεντηκοστή.—
9) Άγιοι Άπίστολοι.—10) Κοίμησις τής θεοτόκου.— 11) Άγιος
Δημήτριος.— 12) Αί δύο ημέραι των Χριστουγέννων.
β'. Βασίλικαί.
Τό δνομα τής Α. Μ. τςΰ βασιλέως Γεωργίου (23 Απριλίου).—
Τα γενέθλια αϋτοϋ (12 Δεκεμβριού). — Τό δνομα τής Α. Μ. τής
βασιλίσσης 'Όλγας (11 Ιουλίου). — Τα γενέθλια αυτής (22 Αυ-
γούστου). — Τό δνομα τοΰ βασιλικοΰ διαδόχου Κωνσταντίνου (21
Μαίου).—Τα γενέθλια αυτού (21 Ίουλίβυ).
ΜΕΡΟΞ ΔΕΥΤΕΡΟΝ.
Α'.
ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΙΣΤΟΡΙΚΞ ΠΡΑΓΜΑΤΕΙΑ
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩ.ΣΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΟΦΟΡΑΣ ΑΥΤΗΣ
ΥΠΟ Ε. ΕθσΕΒ.
Μεταξΰ των κατά τούς τελευταίους τούτους χρόνους δια-ρεπεστέ-
ρων έλληνιατών καί λογίων τής Γαλλίας άναμοιβίλως συγκαταλέγβ-
ται καί ό Αϊμίλιος "Εγγερος (Επιΐΐβ Ε^§θγ), ούτινος τόν θάνατον
πρό όλίγου έθρήνησεν δπας ό λίγιος κόσμος. Μετά μεγίστης ε'.λ·.-
κρινείας καί άγάπης, ώς γνήσιος μαθητής τοΰ σοφοΰ Χασίου (Η&δβ),
έγκύψας είς την οπουϊήν τής άρχαίας καί νεωτέρας έλληνικής γ7,ώσ-
σης, συνέταξε διαφόρους πραγμ^τείας, εις την γλώσσαν ταύτην χαι
την φιλολογίαν αυτής άφΐρώσας, έν αίς καί ή έν τοίς έπομένοις έν
μεταφράσει έκδιδομένη. Την πραγ|Λατείαν ταύτην ν.ατά τοσοΰτο μάλ¬
λον αξίαν εκδόσεως είς την ημετέραν γλώσσαν έχρίναμεν, καθ' 5σον
πραγματεύεται περί ζητήματος, 5περ ά~ό τοσούτου άπασχολεΐ πολ-
"λοΰς των παρ' ήμ"ίν λογίων. Ό "Εγγερος εΰλογώτατα συνάπτει τα
δύο ζητήματα τό περί τής προφοράς τής άρχαίας καί τό περ; της νέας
έλληνικής γλώσσης ζήτημα, δτινα άναμφιβόλως στενώς συνέχονται
πρός άλληλα. Καί δέν συμ-φωνοϋιχεν μέν κατά παντα πρός τάς έκφε-
ρομένας κατ' αΰτοΰ θεωρίας, φρονΐΰμεν Σμως, δτι παρατηρήσεις άν-
δρός επί μακρόν μετά είλικρινείας καί άγάπης άφιερώσαντΐς τό πλεί¬
στον τής διανοητικής αΰτοΰ εργασίας εις την μελέτην τής έλληνικής
30 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
γλώσσης κ«ί φιλολογίας έχουσι μεγάλην —ίυδαιότητ*. Έξ άλλου τε-*
λοϋμεν φόρον εϋγνωμοσύνης είς την μνήμην δ'.απρεποΰς έλληνιστοΰ καΐ
οίλου τού «Ήμερολ. της Ανατολάς», 2ς επέστειλεν ήμΐν πρό οΊετίβς
την έχβμένην επιστολήν, έμΐαίνουσαν την εΰμενή εκτίμησιν, ής άχο-
λαύϊΐ καϊ καρά τοίς εν Γαλλία έλληνισταΐς τό ημέτερον έγχείρημα.
Έν Παρισίοις, ττ] 11/23 Φεδρουβρίου 1884.
Πρός τόν έκδότην τοΰ « Ήμερολογίου της Ανατολάς» Α. ΙΙαλαιολόγον.
«Εάν έβράδυνα' νά εΰχαριστήσω υμίν επί τή άπίστολή1 τοΰ 3ου
τεύχους τοΰ δμετέρου «Ήμερολογίου τής Άνατολής», τουτο προήλ¬
θεν έκ τοΰ ότι Ό ίατρός κ. Ρίζος προσηνέχθη νά ζητήση δι' εμέ
τα δύο προηγούμενα τεύχη. Ταυτα έ'λαβον χθές καί σπεύδω νά εί'πο»
δμΐν μετά πίσης προθιιμίας γίνεται παρ' ήμΐν δεκτή συλλογή τόσω
χρήσιμος εις την γνώσιν των άνατολικών χωρών καί πρό πα'ντων
τής μεγάλης ελληνικάς οικογενείας.
Οί άπλοΐ φιλόλογΐι, οΐος Ιγώ, βά άνεζήτουν εκουσίως είς τα
τρία τεύχη τοΰ ΰμετέρου Ήμερολογίου μείζονα Ιχτασιν τής κυρίως
λεγομένης φιλολογίας. 'Αλλά παντα τα συμφέρυντα τής ήμετε'ρας
δυτικής Εΰρώπ-^ς εισίν οΰτω συνδεδεμένα μετ» των ποαγμάτων της
Άνατολής, ώστε ή Ύίι.ΐτίρα περιεργία προσηλοΰται φυσικώς επί
παντός δ,τι δύναται νά φωτίση ήμδς περί τής καταστάσεως των
χνευμίτων καί περί τής προόδου των θεσμών έν ταίς πολυαρίθμ.οις
χώραις, ών ή Κωνσταντινούπολις διαμένει πάντοτε ή αληθής πο-
λιτική πρωτείουσα.
Πιστεύσατε λοι-όν, κΰριε, 2τι τ'ο ΰμέτερον Ιργον πολλής συμπα¬
θείας τυγχάνει ■καρ'1 ήμΐν καί πρό πάντων μεταξυ των έταίρων τοδ
*!($)$ ενίσχυσιν των έλληνικών γραμμάτων Συλλόγοιι, ου σεμνΰνομαι
2τι ΰπήρξϊ είς των ίδρυτών.»
Ε.
Ό τίτλος αΰτ:;, 2ν άνέγνω άνωθεν της παρούσης διατριβής ό
Λναγνώστης δεικνύει κατά ποίον πνεΰμα προτιθέμεθα νά πραγματευ-
ΐώμεν ζήτημα, όπερ πολλάκις συνεζητήθη άπό τής άναγεννήσεως
των γραμμάτων, και όπερ δέν ηδυνήθη μέχρι τοΰδε νά λάβη όριστι-
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 31
■/.ήν τίνα λύσιν. Έ αν αί συζητήσεις επί άντικειμένου ένδιαφέροντος
την τε ιστορίαν τής αρχαίοις Ελλάδος χαί τό μέλλον τής έλληνι-
κής γλώσσης δέν ηδυνήθησαν νά καταλήξωσι μέχρι σήμερον είς
συμπεράσματα άκριδή, τουτο προήλθε καθ' ημάς έκ τοθ ότι έχωρί-
οθησαν, άπεμακρύνθησαν τό *έν τοΰ ά'λλου τα δύο κύρια στοιχεΐα τού
προδλήματος. ΊδοΙ)[ διατί θά πειραθώμεν νά μελετήσωμεν αΰτά πα¬
ραλλήλως.
Άρχόμεθα Βέ χρονολογικώς έξετάζοντες σχετικά τίνα γεγονότα,
ών ή εξακρίβωσιν θέλ=ι θέσει ημάς είς γο άληθές σημείον τής από¬
ψεως μιας δικαίας χριτικής.
"Οτε τω 1832 κα'ι κατά τα μετέπειτα έ'τη, δηλ. άμα τή εκ τού
Γυμνασίου άποφοιτήσει μ:υ ηκολούθουν έν τί, σχολή των άνατολικών
γλωσσών τα μαθήματα τοΰ Χασίου, όστις έδίδασκεν ημάς περισσό¬
τερον την αρχαίαν παρά την νέαν ελληνικήν, έμαθον παρά τοϋ σο-
φοΰ τούτου διδασκάλου νά ~ροφέρω την ελληνικήν γλώσσαν κατά
την ανατολικήν μέθοδον, ήν α σύγχρονοι ημών "Ελληνες θεωροΰ-
σιν ώς την μόνην νόμ-.μον καί ήτις ήν τότε σχεδόν ά'γνωστος παϊΐ
τοίς τοϋ Πανεπιστημίου καθηγηταΐς. Μόλις τινές έξ αυτών έ'διδον
ήμΐν αφορμήν νά ΰποπτεύωμεν ζν. ύπήρχε καί έτερος τρόπος προ-
φοράς τής έλληνικής γλώσσης διάφορος τής παρ' ήμΐν άπό τριών
αΐώνων έν χρήσει. Έν τούτοις ό Χα'σιος δέν ήτο ό μόνος άγωνιζό-
μενος νά διδάσκη ήμϊς τόν έτερον τρόπον καί νά δικαιολΐγί) αυτόν
διά μαρτυριών λαμβανομένων παρά των άρχαίων συγγραφέων. Ό
Βουασσονάδΐς έν τω Οο!Ιϊ'§β (1θ Ρΐ'αηθθ χωρίς νά είσέρχηται είς
μακράς έ~ί τοϋ άντικειμένου τούτου συζητήσεις μετεχειρίζετο ωσαύ¬
τως την ανατολικήν πρίφοράν καί ο άναπληρών αυτόν είς την φιλο-
λογικήν σχολήν Ιούλιος Δαυίδ άλλοτε πρόςενος τής Γαλλίας έν
Ανατολή εφαίνετο μάλιστα δτι δέν έγίνωσκεν ά*),λην διά^ορον προ¬
φοράν. Κατά τόν αυτόν χρόνον έτερος έλληνιστής σήμερον Ελως λη-
σμονηθεΐς ό Φλερή Λεκλΰζ συνιστά έν τί) διδασκαλία αΰτοΰ έν τω
Πανεπιστημίω τής Τουλούζης την αυτήν προφοράν. Μεθ' 2λα ταυτα
τα παραδείγματ/ καί τό κΰρος των διδόντων αϋτά οί δ'.ασημότεροι
ημών φιλόλογοι ή ήγνόουν ή κατεπολέμΐυν ώς οχληράν την προ¬
φοράν την καθιερωθεΐσαν παρά τοίς "Έλλησιν. Ότε τω 1840 έλλή-
θην ν' άναπληρο')·;ω έν τί) φιλβλογικί} σχολγ] τόν αρχαίον διδα'-καλόν
32 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
μου Βουασσουναδον, τινές έκ των καθηγητών, οΐτινες απετέλουν τότε
την πανεκιστημιακήν σύγκλητον μέ άπέτρεπον νά μιμηθώ τόν Ιού¬
λιον Δαυίδ είς τάς έρμηνείας κειμένων τινών κατ' εκλογήν ίκ των
Έλλήνων συγγραφέων. Έφοβοΰντο μή τό δημόσιον εμποδισθή εκ
τούτου άπό τοΰ νά συχνάζγ) είς τα φιλολογικά μου μαθήματα. Ουδέν
έκ τούτων συνέβη, χάρις τω θεώ, και μάλιστα Ισχον την ευχαρίστη¬
σιν ν» ϊδω τοί)ς άκροατάς, εν σμικρω άριθμω αναμφιβόλλως, άλλά
έπιμελεΐς, άφοσιουμένους μετ' έμοΰ κατά την ανάπτυξιν των κειμέ-
νων άτινα ήρμηνευβμεν, ώς πρός τό λεπτόν πρόβλημα τό οποίον προ-
καλεΐ ή σύγκρισις των δύο μεθό§ω
Ή σύγκρισις αυτή Ιμελλεν έντός όλίγου ούτως ειπείν νά τεθή
επισήμως είς την ημερησίαν διάταξιν διά τής ιδρύσεως τής έν Αθή¬
ναις γαλλικής σχολής.
Τω 1846 ό Άλέξβνϊρος όστις ακολούθως εγένετο συνάδελφον
ημών έν τή Άκαδημία έπιφορτισθείς υπό τοΰ (]β 8ίΐΙνίΐΐκί^ τότε
υ-ουργοΰ της δημοσίας έκπαιδεύσεως νά προπαρασκευάση τα μέσα
τής ίδρόσεως τής σχίλής ταύτης, μετά την έξ Αθηνών επιστροφήν
αυτού προέτεινεν αποφασιστικώς την παραδοχήν έν τοις Λυκείοις
ημών τής ανατολικώς προ^ορας. Μεγάλην αύτω εντύπωσιν είχον έμ-
πΐιήσει αί δΛσχϋλίαι άς ού μόνον οί άγράμματοι άλλά καί οί π=παι-
δειιμε'νοι δοκιμάζουσιν "Ελληνες. όπως συνεννοηθώσι μετά των έλλη-
νιζο'ντων τής Λύσεως των άκολουθούντων την τοϋ Έράσμου προφοράν.
Ή σχολή ιδρύθη, άλλ' ου τε ή έ'κθεσις τοϋ Αλεξάνδρου πρός τόν
υπουργόν οίίτε ή παρουσία τής νεαράς άποικίας ημών έν τη πρωτευ-
ούση τοΰ νέου έλληνικοΰ βασιλείου επέφερον την ελαχίστην μεταβο¬
λήν εις την συνήθειαν τοϋ Πανεπιστημίου, κα! τό παν περιωρίσθη είς
σύντομον ανταλλαγήν έπιχειρημάτων μεταξυ των Γάλλων φιλολόγων
εϊςτάς εφημερίδας τοΰ 1846 καί τάς τοΰ έπιέντος έ'τους.
Τω 1864 ό (1. (ΙΈίοΙΐίΙιαΙ ■/.αί ό Μ. Ρενιέρης άνενέωσαν υπό
την αύτην έννοιαν ένστάσεις αίτινες προεκάλεσαν διάσκεψιν τής Ά-
καϊημίας των Έττιγραφών, έκθεσιν εΰνοίκήν ύποβληθεΐσαν έξ δνί-
ματος της άρμοδίου επιτροπής υπό τοϋ ^β^β^[υ6 καί ψηφοφορίαν
έπίσης εΰνοϊκήν καί σχεδόν δμόφωνον της Άκαδημ,ίας. Άλλ δμως
καί τότε ετι ουδέν εγένετο οττως εφαρμοσθή ή απόφασις τοϋ σοφοδ
συλλόγου.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 33
Ποΰ δέ οφείλεται ή δι-λή άποτυχία ΐροτάτεω; δις έ-'.β'βαιωθεί-
σης διά τοσούτω σοβαρών μαρτύρων; Είς την ίσχΰ ν της συνηθείας,
ήτις άνέρχεται παρ' ημίν είς τρείς σχεδόν αίώνας, άλλά έ-ίσης καί
■είς άντιστάσεις, σπουδαίας καί -εριεσκεμμένης κριτικής, ήτις δέν άπο-
φασίζει νά θεωρηθή ώς μόνην αληθή κ*'. νίμιμον την προφοράν την
-κατά παράδοσιν έν χρήΐει παρά τΐΐς "Ελλησιν έν τω οίκογενειακω
βίω καί έν τϊΐς σχολειό ις. Οί "Ελληνες, ζρέ-ει νά ομολογήσωμεν
τουτο, μο'νον τελευταίως προσωκειώθησαν τάς γλωσσολογικάς αργάς
ώς διδάσκουσιν αύτάς εν Γερμανία, Γαλλία καί Αγγλία διά την
σπουϊήν των άρχαίων γλωσσών. Συνέχεαν πάντοτε ονειροπολήματιζ
τίνα τϊίς φιλοπατρίας αυτών πρός τό δίκαιον καί πρέπον, όπερ μένη
δύναται νά ορίση ή άπαϋής '.ΐτ^ρία τής γλώσσης αυτών.
'Ακριβεϊς τίνες άναμνήσεις ήθελον δυνηθή νά ϊιαλύτωσι τάς δνει-
ροπολήσεις ταύτας.
ιιΊέχρι τού 1836 εγνώρυαν έν τη Δύσει μίαν ρ ω μ αϊχή ν ή νεοελ-
ληνικήν γλώσσαν διαχρινομένην τής κλασικήν έλληνικτ;ς γλώσσης.
Διατρεξωμεν την γραμματικήν τοϋ Ν'.κολάου Σοφιανοϋ άΐιερω-
θεΐσαν τω χαρδ'.ναλίω της Λωραίνης πϊρί τα 1550, την γραμμα¬
τικήν τού 8ίπιοη ΡθΓί,ϊαδ τοϋ 1638, άφιερωθεΐσαν είς τόν καρϊι-
ναλιον άβ ΚϊΛβΙίθα, την τοϋ κα-ουκίν;υ θωμά μέλους των τριών
άκαδημιών ή ϊέ άλληλουχία των μαρτυριών τούτων ε'ναι άξιο-
παρατήρητος ίι' ημάς τοΰς Γάλ)νθυς. Συγκρίνων τις μίαν οιανδή¬
ποτε γραμματικήν δημοσιευθείσαν κατά τό πρώτον ήμισυ τού παρόντος
αιώνος, οΐαι ή τοϋ Σχινα, τοϋ Ρ. ΕΙΙΐιΐη ή τοϋ Ραγκαίή, βλέπει έν
αΰταϊς την ρωμαϊκήν γλώσσαν χαρακτηριζομένην διά των οια/,ρι-
τιχών αυτής χαρακτηριστικών, χωρίς οΰδίλως νά δυΐανασχετη διότι
■είναι κατωτέρα.
Δέν δύναται νά είπη τις τό αϋτό περί τοϋ νεοελλην.χοϋ Λεςικοΰ τοϋ
δημοσιευθέντος τω 1825 υπό τοϋ Μ ϋβ1ΐθς[ηβ, ούτινος ή ωφελεία
οΰχ ήττον άνεγνωρίσθη ακολούθως υπό των άρχαιοόΊφών κα'ι των
νεαρών άρχαιολόγων ημών τής έν Αθήναις γαλλικής σχολής (*).
Ευρίσκει τις έν αύτω μέγαν αριθμόν λέςεων, άς έκτοτε οί πεπαι-
(*) Δύναται τι; να 5Ϊ— το αΰτό περϊ τοθ γαλλο-απλο=λλτ;νι·/.οί3 Λεξιχοΰ
-το5 πατρός Ρ. 8. ϋανΐβΓβ, Ρ&Γί», 1830.
34 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ίβυμένοι "Ελληνες έξώρισαν εκ τής χρήσεως, άλλ' αΐτινες τότε
εθεωρούντο ώς καλής ποιότητος νβμισμα. Οί γραμματικοί καί λε-
ξικογράφοι Έλληνες δέν έ'χουσι νά παραπέμψωσιν είς μεγάλους
συγγραφεύς τής άπλοελληνικής γλώσσης, όπως οΐίτε οί ήμέτεροι
γραμματικΐί τοΰ ΙΣΤ' καί αυτού τοΰ ΙΖ' αιώνος, άλλά φαίνεται
δτι αναγνωρίζουσι·/ έν τη γλώσση ταύτη 'έν κοινόν κεφάλαιον καθιε¬
ρωμένον παρά τώ έλληνικω λαώ μεθ' όλας τάς τοπικάς μεταξΰ δια-
λέχτων διαφοράς. Τάς δ'.αλέκτους ταύτας ό Κοδρικας έν τή άρχή τοΰ
αιώνος ημών άνήγαγβν είς δεκατρεϊς κυρίας διαφοράς, άλλ' ό Κο¬
ραής είς τα πολυάριθμα καΐ πλούσια αΰτοΰ έ'ργα πρός αναγέννησιν
των γραμμάτων έν Ελλάδι δέν εξήγαγεν έξ αυτών συμπεράσματα
έναντία της ένότητος μιας νέας ελληνικής γλώσσης διαφόρου τής
άρχαίας ελληνικής, καί ήν ήγωνίζετο νά βελτιώση διά των διδαγμ.ά-
μα'των ώς καί τοΰ παραδίίγματος αΐτοΰ χωρίς νά θελήση νά συγχύση
την γλώσσαν ταύτην πρός την ελληνικήν κλασικήν των άρχαίων συγ-
γραφέων καί των λογίων τοϋ μεσαιώνος. Αργότερον μόνον βλέπω τι¬
νάς έκ των όμοεθνών αΰτοΰ ένασχολουμένους υπέρ τό δέον περί την
ποικιλίαν των τοΰ λαοΰ διαλέκτων καθ1 όσον θεωροΰνται εμπόριον είς
την παραγωγήν φιλολογίας νέας καί ταυτοχρόνως κλασικής.
'Από πε^τ/,κοντα έτών οί "Ελληνες προχωροΰντες εις τάς επιστή¬
μας καί τα γράμματα κατελήφθησαν αίφνης υπό αίσχύνης διά την
σχετικήν π τωχίαν τής δημώδους αυτών φιλολογίας, καί ώς λέγουσι
τουτο άσμένως, διά την βαρδαρότητα τοΰ γλωσσικοΰ ίδιώματός των.
Ούτως ενισχυθή ή ήδη παρ' αυτοίς άρχαία ίδέα τοΰ διακόψαι πασάν
σχέσιν πρός την ρω μαϊκήν γλώσσαν (καί αυτής τής λέξεως ρω-
μα ίϊκα ά-ο6άλλουσι την Ιςιν έν τη χρήσει) καί νά κατασκευάσωσιν
έκ νέου χάριν τής ^ιλοδοξίας αυτών γλώσσαν αξίαν των κληρονόμων
τοΰ Δημοσθένους, τοΰ Πλάτωνοςκαί τοΰ Άγίου Βασιλείου. Διά νά φθά-
οωσι δέ είς τουτο δέν σκέπτονται μόνον νά πλουτίσωσι την νέαν ελληνι¬
κήν γλώσσαν διά λέςεων άναγχαίων είς Ικφρασιν ίδϊών ολίγον διαδε-
δομένων παρ'αυτοίς μέ/ρι τοΰ 1830. Δέν περι:ρίζονται μόνον ν'άπο-
μακρύνωσιν, έφ' 5σον δύνανται, τάς ξένας λέξεις, αΐτινες άπό πολλοϋ
είναι έν χρήσει, δ-ως άντικαταστήσωσιν αύτάς διά λέςεων καθαρών
έλληνικών, άλλά πολλοί ές αυτών διατείνονται ότι θά άναμορφώσω-
σιν αύτην την γραμματικήν τής νέας ελληνικάς, γραμματικήν ήτις
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ 35
σχετίζεται δι' [έχπληκτικών άναλιγιών πρός την γραμματικήν των
νεο-λατΐ'ηκών^ϊοιωμάτων. Ζητεϋσι πράγματι διά την γλώσσαν αυτών
τό προνόμιον, όπερ δέν έσχεν ή λατινι/.ή γλώσσα, τού νά διέλθη 15
αϊώνας χωρίς νά.παύση οϊσα γλώσσα ζώσα έν τω λαώ κα'ι έν τη
σχβλή. Άναφίρουΐι μετ' εϋαρεσκεία; την μακράν σειράν των θεολό-
γων καί πολυγράφων βυζαντινών, οΐτινες επηκολούθησαν γράφοντες
γλώσσαν κατά τό μάλλον ή ήττον γειτονεΰουσαν πρός την αρχαίαν
κανονικίτητα. Δέν λησμονούσιν, αράγε, οί ταυτα λέγοντες δτι /.αί ή
λατινική γλώϊσα έ-ίσης δέν έπαυσε γραφομένη, άναγινωσκομίνη κα'ι
έννοουμένη "ύ-ο χιλιάδων Οεολτγων, νομοδιϊασκάλων καί ίττορικών
έν τή Δύσίΐ, ήτις ά'λλΐτε κατεκτήθη υπό των οκλων /.αί τ?,ς γλώσ¬
σης των Ρωμ.α!ων 'καί έν τοσούτω τουτο οέν έμ.-:2ίζει την λατινικήν
γλώσσαν ά-ό τ;ΰ νά εΐ·α·. άπό πολλοΰ γλώϊσα νεκρά;
Μεταξϋ τού | 4·.'ί3 καί τοΰ 830 δύναται τις νά εΰρη β·.6λία τινά
έϊώ κα'ι έν.εϊ γεγραμμένα είς ελληνικήν γλώσσαν άρκετά γείτονα τής
άρ/ϊίας παρϊδίσεως, άλλά τούτο είναι γεγονϊς ο~ερ ΐυμβαίνει έπί-
σης είς τάς νέα; ςιλίλογίας τής Δύΐίως. Π. /_. ό Ι-Τ' αϊών καϊ τό
πρώτον ήμισυ τού ΙΖ' -αρουσΐαζουσιν ημίν 8 ή ΙΟ ίστίριχους Γάλλους,
γράψαντας τα β·.6λία αυτών λατινιστί (*), χωρίς νά δύναται τις έκ
τοϋτ:υ νά συμΐΓΡρά·τ, ότι ή λατινική γλώ--α ήν τίτε ή κλασική τής
ήμετέρας φιλςλογί^γλώσϊϊ. Κατάτα; άρ/,άς τού ΙΗ' οιιώνος ό Ηθΐΐίη
έπηνεΐτ; διότι εγραφϊ την λατιν.κήν, ώΐϊί ή γλώσσα αΰ—; ήν ή μη-
τρική α^τού γλώσσα· τόσον ή λζτ'.νική ήν δημώϊης έν τω ήμετέρω
Πανεζιστημίω. Τί λέγω; εχομεν άκόμη είς τάς ίΐλίλογικϊς ημών
σχολάς τό ΙΟος τού επιβάλλει·/ είς τώς τοΰ ϊ'.ϊΐκτοριχοΰ βϊ()μοΰ
ύποψηίίίυς την σύνταξιν μιά; λατ'.νικής θέσεως (**). Έν τη ποιήσει
επί «λύ Ισχομεν σχολήν λατινιστών, ών τίνες κληρονόμοι άκίμ,η καί
σήμερον ϊέν άποκνοΰσιν άπέ τοΰ γράφειν -/.αί δημοσιεύί'.ν στίχους λα-
τιν.κούς χωρίς νά άξιώσι διά τουτο νά δ'.αφιλονεικήϊωσιν είς την
γαλλικήν γλώσσαν τό απόλυτον αυτής ίικαΐωμα τής έθνικής ΰ-ερ;χ?,ς.
(*) "Ι3ί τό β·.5) !οι ήαώνό έλλτ,ν.Γ,λο; ένΓαλλ'.α Τοα. 2, σελ. 166, —μ. 2.
(**) Ό αοψΌί «θ'/οιιολόγος ίλλην.ϋττ,ς "Γλλτ,ν Κουιιανού?η; χ**1 ό αο^ρό;
Ιχ~ρί Ο!χονό|χος οΐν Ιγραψαν έν Γεραχνία λϊτινιττΐ οΐϊτρ'ξά;, ό (ΐ·Έν επί τοδ
χιιαένου των Έλλ/,νων συγγ(;»φίων, ό Ϊ£ τΤΕ^ος πιρ': τη; θ£ρ*πεντ·.χΓ,ί 2ν
τ^ ά1ο/αιόττιτι;
36 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Αΰτό ακριβώς τό οΊκαίωμ» οί "Ελληνες, οί σύγχρονοι ημών, δια-
φιλονεικοϋσιν εις την νέαν ελληνικήν γλώσσαν αναγνωρίζουσι μό¬
νον τό διχαίωμα τουτο εις την ποίησιν, τταραιτηθέντες ή σχεϊόν τ.ζ-
ραιτηθέντες άπό τού συνθέτειν στίχους ν.ατα τό —φάϊίΐγμα τίΰ
"Ομήρου, τοθ Πινδίρου ή τού 'Αριστοιρα'νους, άλλά ποιοΰντε; εΐϊός
γ. συμδιδασμοϋ μεταξΰ τής μετρικής τού μεσαιώνος, ήδη κατα πολυ
άπομακρυνομένης τής άρχαίας μετρικής καί τής στιχουργίας των
νεωτέρων τν-ς Λύσεως ποιητών. Έν τω χεζω λόγω τουναντίον Οά
έπεθυμουν νά άνέλθωσι κατ' ευθείαν εις τόν αρχαίον ελληνισμόν, εάν
ουχί ε!ς τόν τοϋ ΙΙερικλίους καί Αλεξάνδρου, τουλάχιστον εις τόν
των πρώτων αΐώνων τής ρωμαϊ'/.ής αΰτο/.ρατορίας. Δέν ο^άβκουη
πλέον ε!; τάς σχολάς παρά την γραμματικήν, ήν έδίϊασκον οί Λιονύ-
«3ΐ θρα/ες, οί 'Απολλώνιοι Δύσκολοι κα! κατά τάς αρχάς των νεω¬
τέρας χρίνων ό θείίωρίς Γαζής κα! Κωνσταντίνος ό Λάσν.αρις.
-υμοιβαζουσιν 8Μν δύνανται την ελληνικήν ταύτην αρχαίαν γλώσσαν,
»νβχ« της γραμματική ϊ^ ; ^
ής ^, ρς ^ μίμησ[ν χών νίων ήμών
γλωσσων. Έκ τούτου —«ώ—„ άσυμ?ωνία τι6) έ?' -^ ή ?ιλοπα-
τρ·.» των Έλλήνων δύναται νά πλανάται δι' ίνειοο—λημίτων. άλλ'
ητις^-αίοξως προσβάλλει τό αΓσΟημα τής -/.αλαισθησία; καί τ,λ,χώ
ειπ,ιντον ορθόν λόγον των της Λύσεως σ=φων. Πολλαί χιλιάϊες λέ-
ξεων τού αρχαίου έλληνισμοϋ μεταβιδασθεϊσαι μίχρις ημών υπό μορ-
ίαςκατα τό μάλλον ή -^τ=ν ήλλοιωμίνας έλαβον ταΰτο-,ρίνως ση-
μασιας φερούσας εκείνον 5, είχον έν τη άρχαιότητι. Αί λίξβις
ηκολούθησαν τ,ν μεταδολήν τοΰ τρίπου τοϋ σκέπτβσβαι. Άλλ' 4
ν-ωτερο; τρ^ςτοΰ σχί—θ« συμδ^άζεται δυσκίλως —9ς την β«-
'' ανΛυ5εως Ζ^Λ '™? ^ο-(η« τό γραμματικόν
«ί-ς- τήςλατΐνιχίς ,ροερχ8μένας 8^ "^ 2η
« «ς αυτάς τας;γεΡμβν«ας ·,.αί γερμανο-λατιν,κάς, 8πως την αγ¬
γλικην, είναι αντίθετον 5λ«ς εις τοσούτω περ«λοκΟν γΐ,ατ-ν ν
κί ν) ώ-™ α!Τΐνε; άνβ?βίνί"=". «ντήνία έλληνι-
ί ^ η
την «λίδα ενός ίστορικοθ 6^,^^^^*
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 37
δονται τοσαύτα σήμερον είς τα ;ο.ίρη, έ'νθα βασιλεύει ή έλληνική
γλώσσα (*). Άλλα χωρίς νά έ-ιμείνωμεν περισσότερον είς την πα¬
ρούσαν κατάστασιν τής γλώσσης ήν μεταχειρίζοντο, σήμερον οί πεζοί
'Έλληνες συγγραφ/εΐς, δέον νά φθάσωμεν εις την σΰγ/,ριτιν των τυχών
τού ϊδιώματος κα! των μεταβολών έν τί) προΐορα. Άπησχολημένοι
μονον έκ" της οΊαιωνίσεως τής ωραίας αυτών γλώσσης άττό τού "Ο¬
μήρου μίχρι των ημερών ημών (**) οί 'Έλληνες ενωρίς ήχθησαν είς
τό συμπέρασμα ότι εάν αύτη διετήρησε τόν αρχαίον αυτής χαρακτήρα
είς τα βιβλία, πρέπει έπίσης νά τόν διετήρησεν έν πάσιν είς τούς κα-
νίνας τού τονισμοΰ αυτής καί είς την προφοράν.
Όσον δ' άφορα είς τόν τονισμόν είναι αδύνατον νά παραγνωρίσν] τις
την ακρίβειαν των άξιώσεών των. "Ισως ή άρχαιότης διέκρινε ϊύο
έλαΐράς διαφοράς είς τόν τονισμόν, μίαν μάλλον μελωδικήν, την
έτέραν καθαρώς τονικήν, όπως τούτο φαίνεται έξαγόμενον εκ τής
«εριφήμου μαρτυρίας Διονυσίου τού" 'Αλι/.χρνασέως είς τό κεφαλ. ια'
τής πραγματείας αΰτοϋ περί συνδέσεως όνομάτων. Άλλ' ίπωσοήίτ;τε
εννοούμεν νά ομιλήσωμεν ενταύθα περί τού δευτέρου εί'θ5υς τού το-
νισμοΰ- όθεν, ό'-ως ό λατινικός τονισμός οιαιωνίσθη. είς όλας τάς
νεο-λατινι·/.άς γλώσσας κα! προυκάλεσε τό πλείστον των μεταβολών
των λατινικών λέςεων, όθεν αί ήμέτεραι παρήχθησαν δια τού λαΐΰ,
ούτω ό τονικός τονισμός τής αρχαί*; έλληνικής γλώσσης έ/.τός
σπανιων τινών έςαιρέσεων διετήρησε τον χαρακτήρα αυτού δια το-
σούτων αΐώνων. Μάλιστα αύτη ή ΰ-εροχή τού τονισμοΰ τούτου επί
τής ποσότητος των συλλαβών ολίγον κατ' ολίγον μετεμόρΐωσε την
αρχαίαν μετρικήν εις μετρικήν βυζαντινήν αυτή άκόμη ή έπιρροή
παρήγαγεν είς τα ρωμαϊκά τόσας συντόμους καί ζωηράς λέςεις
καί ύποκοριστικά α^ερ άντιστοιχούσι πρός τάς έν τη άρχαία κλα-
(*) Αεν δύναμαι να δώυω χχλλίτερον παοάδϊΐγμα Γ.χρχ την «Κλειώ· της
Τεογϊ'αΤΓ,ς ^τις εις τον αριθμόν αυτής 20/30 Μάϊον 1883 πεοιε'χει άρβρον τοΰ
Λιβαοα ο-ερΐ της νυν ελληνικήν γλώσσης» εν ω ό συγγραφεύς συ^ητεΐ μετά
πολλη; άβ.οοφροσύνι-,ς τάς ΐδε'ας μου χ*ί τα; τού Φβήμαν περ; της παρούσης
προόοου της νε'ας Ιλληνικης γλώσσης '/.αίτζζρί τού με'λλοντος αυτής.
(**) "Ιδε είς την «Έφημερβα των σοφών»αΰγ. 1880 τάς παρατηρήσεις
ήαων είς το έργον τοΰ Κοντοπούλβυ έξ Όοησσοΰ περί της αθανασίας της ελ¬
ληνικάς γλώσσης.
38
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
σαη γλώϊ—. Επί τοΰ σημείου τούτου οί διϊάσκαλο·. τής Λύσεως
άπό τ5ϋ Έράσμου μέχρι των ημερών ημών οΰίαμώ; ίιεφιλονεί-
κη?αν τό δίκαιον των Έλλήνων. Δέον λοιπόν νά συμπεράνωμεν, ότι
εν τή άνα-;νώτει των κλασι/.ύν συγγραφέων τό πρώτον καθήκον των
μαθητών ημών είναι νά προφέρωσι τόν τόνον έ-ί τής συλλαδής, έφ'
ής τίθησιν αυτόν ή κατά παράδοσιν όρθογραφία των χειρΌγραφων,
ήτις ακριβώς παρ-στίνεΜΐ υπό τού τύπου. 'Αλλα συμβαίνη 'άρά γ-ς
το αυτό καί ώς πρός την προφοράν των φωνηέντων κα'; των συμ¬
φωνών θεωρουμένων έν ταίς αλλαις φωνητι/.αίς αυτών !3·.:τησι;
Τουτο ϊέν δυνάμεθα νά υχοτιϊζωμ.ν,. "Ο«ν ά?ορα εις τουτο έξαγεται
εξ αυτ/)ς τν;ς ί—ορίας των γλω—ω7 μ;α άρ./η ή7 0; ?;ί 0[ ή^ών
Έλληνες δλως -ίρεγνώ?ι«ν. Πασά γλώσ-α, ^ς ηδυνήθη' ν» παρα-
τηρήτη τ.ς τόν επ! πολλούς αίώνας βίον, ϊε.κνύει άπό αιώνος εις
«ιωνά μεταβολάς κατά τό μάλλον ή ήτον —0»5αί»ς έν τή προ-
φορα αυτή;. Ουχί μόνον τό λεξιλθγιον αΰτν-ς πτωχεύει ή πλουτίζει
αλληλ^αοόχω;, άλλ' έχεϊνοι οΐτινες μεταχ^ρίζ^νται αυτήν άλ-
^ Κπ'= έ7=ς α!ώ'^ ^ άΛλον τόν ήχον των ?ωνη-:ντων καί
«ν των συμ^νων, άλλοτε μακρύ·«ντες «ι Ιτ/,υρο—»·3ντες αΰτα,
ΛΛοτε τ=.ναντί3ν βραχύνοντες τάς συλλα^ ώ συστολώ μ£τα.
^ζοντε; μάλι,τα πολλά.ι; ^ ^
Ρ^ τινα άπ9 έΛς ^άνΜ ά.
έτερον, ώ; τούτο φαίνεται έν τω ν οζε? γίνεται & ^ί τάνάπα-
λιν, «/-Λοτε^αλιν έςα,θ,νίζοντες τας ά?/,^ς σΐίλλ>63(ς ή τάς
τβλα,ς χ« εν!5τε έςαλεί?5νΤίς ώτάς. Ούτω μάλιστα έκ μιας άρ-
ρη; γλω,ση-, ώ= ήν ή λαϊ1ϊιχή ^ ^. λας, Α,σ£ω: ^
ίλκτα πολλαί γλώσσαι ίχ μιδς μδνης, έαν ή μήτηο
τ^ρ,ν χ«ι «;,. ^ ; Ι
"? "^ γλώΐσϊδΛ?ε;γίι τ^ χηί^ΐ™^
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ! 39
γλώσσα καί ώρισμένη ούσα έν άριστουργήμασι φιλολογικοΐς, Ιν λε-
ξιχοΐς, έν γραμματικαϊς, δέν άπαλλοίσσεται διά τουτο τής συνεχοΰς
έπενεργείας τής ένστίκτου έκείνης άναγκης τής μεταβολάς, ήτις
είναι ή συνθήχη τοϋ βίου αυτής (*). ΑΊ γλώσσαι δέν μένουσι στάσιμοι
ειμή γινομέναι νεκραί γλώσσαι" εφ' ίσον δέ ζώσι δένπαύουσι νά μετα-
βάλλωνται. Ο'ύτως εννοούμεν ότι ή προφορά τής λατινικης, τής γαλ¬
λικής καί τής άγγλικής έ'χει την ιστορίαν αυτής. Όσον άφορα εις την
λατινιχήν ό Εάοη έν Γαλλία μετά -ολλούς Γερμανοΰς φιλολίγους
κατεδείχνυεν άλλοτε τό γεγονός τουτο έν βιβλίω, έν ω συνέλεξε τάς
μαρτυρίας τάς μάλλον άμέσους κα'ι τάς ήττον συζητήσεως έπιδεκτιχάς·
όσον άφορα είς την γαλλικήν ό ΟΙιαΐΊβδ ΤΙιιΐΓθί πρό όλίγου παρέ¬
σχεν ομοίαν απόδειξιν έν δύσι τόμοις, καί τουτο χωρίς νά άναδράμη
είς τόν μεσαιώνα. Όσον 5'άφοραεί; την αγγλικήν ό ΕΙΙίδ εχορή¬
γησεν άφθόνως και καθαρώς την απόδειξιν ταύτην έν τέσσαρσι τόμοις
περιλαμβάνουτι την άπό τοΰ 01ΐ8.ιΐ06Γ μ^χρι τοΰ 81ι&1ίΘ8ρ6£ΙΓβ
περίοδον. Διά ποίου παραδόξου προνομίου ή έλληνική γλώσσα ήθελεν
άποφύγει έν τή προψορα αυτής τόν νόμον τούτον τής μεταίολής άπό
τοϋ "Ομήρου μέχρι των άλεξανδρινών χρόνων, άπό των άλεξανΒρι-
νών χρόνων μέχρι των πατέρων τής Έκκλησίας, άπό τού άγίου
Βασιλείου καί Χρυσοστόμου μί/,ρ'. των τελευταίων βυζαντινώ" συγ-
γραφέων; Πώς ίΒίως έν τω μεσαιώνι αί χιλιάδες των έκατβμμυρίων
Έλλήνων, οΐτινες δέν έ'ζων είς την αυλήν τοΰ Βυζαντίου, οίίτε είς
τάς σχολάς, πολυ φεΰ σπανίας τότε, οϋτε εν ταΤς Μοναι;, οΐτινες
δέν έγίνωσκον νά άναγινώσκωσι καί γράφωσιν, οΐτινες δέν έκοινώ-
νουν μετά τή; πεπαιδευμένης ή ήμιμχθοΰς ·πΐραδόσεως τής κλα-
σιχης έλληνικής γλώσσης παρά διά τη; 7^ειτ:υργίας καί τής άπαγ-
γελίας τινών προσευ/ών έπ' έκχλησίας, δέν ήθελον έν μέσω τής
άνωμχλίας ταύτης λησμονήσει την κλασικήν γραυ.μχτικήν -/.α! τα
χαραγγέλματα αυτής; Πώς δέν ήθελον μεταβάλη, ολίγον -/.ατ' ολί¬
γον την μορφήν καί έννοιαν των λέςεων, την δυναμιν καί τόν τ,/οί
των δκρθόγγων, των συμφωνών καί των φωνηέντων; Είναι τοΰναν-
(*) Τουτο ελαι !Γ/εοον άξίωμια της παοχτηρ^ίως ο~ιρ ε&ρ!σχομ:ν ηδη ση-
^χειούμενον παρά τοΰ Βερονίου εις την περ τη; λατ'.ν./.ης γλοίσση; πραγιχα-
τείαν αΰτο3
(IX
17) οοηβαβΐαάο Ια.ιτυοηιΐΐ ΟδΙ ϊη μοΙιι. Ό Όρίτιος
ύτ.ι το αΰτο έν τί) «-οιητικη τίχνη», στιχ.
40
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
τίον όλως φυσικόν ότι μετεβλήθησαν παραλλήλως τό λεςικόν, ή
γραμματική καί ή χροφορά, καί ότι έκ των μεταβολαί-; τούτων προ¬
ήλθεν ή νεωτέρα έλληνική, ήν έπειρώντο νά οΊΒάςωσι τοΰς έν τή
Δίσει Έλληνες, οϊοι ό Σοφιανός καί ό Πόρτιος. Προφερό'μενον κατά
τόν άνατολικόν τρίπον τό ίδίωμ,α τουτο όσον καί άν εΰηρεστοϋντο νά
τό άποκαλώσι χυδαϊον έ'χει τόν "οίον αΰτοϋ χαρακτήρα καί την
κρωτοτυπίαν τού. Επί τω ορω τοϋνά πλουτίση ολίγον κατ' ολίγον καί
νά κανονισθή ε!χε δικαίωμχ νά άνακτήσγ] θέσιν πλησίον είς τάς έκ
τής λατινικης προελθουσας γλώσσας, ών ή φιλολογία αποτελεί τό
καύχημα τεσσάρων ή κέντε μεγάλων εΰρωπαϊκών λαώ·;. "Εν πα-
ράδειγμα ληφθέν άπό τής έθνικής φιλολογίας καί γλώσσης ημών
θέλει καλλίτερον κατασφει καταληπτήν την ιδέαν μου. Είναι γνω¬
στόν πόσας ό ΙΒ' αϊών παρήγαγε το-ήσεις παρ' ήμΤν παντός ε'ιίους,
κρό^πάντων ίστορικάς, ή φαντασιώϊεις διηγήσεις έμμέτρους. Όλα
ίλ; εογα ταύτα εισί γαλλιστί γεγραμμένα μετά άξίας βεβαίως κατά τό
μάλλον ή η"ττον, άλλά χωρίς ό ποιητής, ή απλούς στιχουργός νά
αττο των νομ.χών ή των |κιιλησιαστικών τινάς ορους, χαρακτήρος τε-
χνικου, συνήθως σχηματισθέντας κατά την λατινικήν γλώσσαν ή προ¬
ερχομένας^/, της γλώσσης ταύτης κατα τόν κοινόν τρίπον.
"Οσον άφορί είς την προφοράν την κατά τόν έκτον αίώνα οί Φλα-
μανδίΐ καί Γάλλοι φιλόσοψοι ημών εσκέφθησαν νά μή διατηρήσωσιν
αυτήν τοιαύτην οίαν έδίδαξαν αΰτοβςοΐ δασκάλοι αυτών οί έκ Κων-
ίκί ίυσχερεια είς την χρή,ίν τής σχολής, όπως είναι καί σήμερον
ετι οια τ;υς τυπογράφους καί διορθωτάς των έλληνικών βιβλίω-; εις
Αθήνας, ε:- Σμύρνην ή Κωνσταντινούπολιν. Βεβαίως οί σοφοί οΐτινες
κατά το παράδειγμα τοΰ Έράσμου ησχολήθησαν είς την αναζήτησιν
«ί;αλη9ο3ςπρΟ?;?αςτής άρχαίας έλληνας, κ«ί οΐτινες ενόμισαν
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ! 41
8τι εύρον αυτήν εις τας ένθεν κχκείθεν έν εϊκοσι συγγρα^εΰσιν άπαν-
τώσας μαρτυρίας, έδίωκον χίμαιραν καί κατήντησαν νά εΐσαγάγωσιν
εις τα Πανεπιστήμ'.α κα': Γυμνάσια τής Λύσεως τοσούτω ποικίλας
προφοράς τής ελληνικάς, δσαι υπάρχουσι γλώσσαι ζώσαι έν τοίς δ'.α-
φόροις έ'θνεσι. Τουτο είναι μέγα κακόν, άλλά δέν παρέχει τις βέβαιον
φάρμακον επαναγων ημάς εί; την ανατολικήν μέθοδον καί άναγκάζων
ημάς νά πρσφέρωμεν τού; στίχους τού "Ομήρου, τοΰ Σοφοκλέους καί
τοΰ Άπολλωνίου τού Ροδίου γ) τί ν πεζόν λόγον τοΰ Εενοφώντος καί
τού Πλοίτωνος, οιτως προφέρουσιν έν ' Ελλάδι τοΰς στίχους τοΰ Χρη-
στοπούλου, τοΰ Σοΰστου ή τοΰ Βχλαωρίτου ή τόν πεζόν λόγον των ρη-
τόρων των Αθηνών, τόν των ναυτών τής Τδρχς, ν) τόν των Έλλήνων
νομοθετών τοΰ 1831- Μετά τής νεωτέρας γλώσσης συμβιβάζεται
κάλλ'.στα ό νεώτερος τρόπος τής προφορας των λεξεων, καί τουτο διά
τόν απλούστατον λόγον, ότι τό νέον τούτο ίοίωμα εξήλθε κατά μέγα
μέρος έκ τής νέας προφορας. Τα δύο γεγονότα συμβιβάζονται, έπει-
δή έ'χουσι την αυτήν αιτίαν, την αυτήν αρχήν π. χ. πόθεν ττροέρχεται
δτι ή άπλο-ελλην.κή λέγει σήμερον έμεΐς καί έ μ άς άντί ημείς
χαί ημάς, ε σ 2Ϊς καί έσάς άντί ύμεΐς εάν ούχι έκ τού ότι των
δύο &ρ·£χί(ύ·) σχηματισμών ημείς καί ϋμεϊς εγένοντο προϊόντος τοΰ
χρίνου σύγχυσις μ.ίταξύ των καί ότι καί κατά τάς δύο περίπτωσις
έπρόφερέ τις ίμεΐς, σύγχυσις άληθώς άνυπόφορος είς τάς σχέσεις
τοΰ βίου; Άλλά πολΰ ολιγώτερον είναι τό κΰρος τής νεωτέρας ταύ¬
της προφορας, δταν έφαρμόζϊ) τις αυτήν είς τα -/.είμενα των άρχαίων
συγγραφέων, έ'νθα α'ύτη δημιουργεΐ πλείστας όσας συγχΰσεις των
ήχων καί έ'νθα α'ύτη τίθησιν εμπόδια είς τή» στοιχειώδη έ'κθεσιν τής
κλασικής γραμματικής. Γεννηθέντίς καί άνατραφεντες επί τοΰ εδά—
φους τής άρχαίας Ελλάδος, είθισμένοι είς τό σέβας καί τόν θαυμα¬
σμόν των ένδόξων όνομάτων των ποιητών, των φιλοσόφων καί των
ρητόρων αυτής, εΐθισμένοι πρό πάντων άπό τής παιδικής των ήλικίας
είς τόν εθνικόν τονισμόν τούτον δν έ'λαβον έκ κληρονομίας τής γε¬
νεάς αυτών οί σημεριναί "Ελληνες, εΰρίσκουσιν ήττονας ή ημείς
δυσχερείας έν τω ιωτακισμω (ίοί&οΐδΠΐθ), ένοχλοΰνται περισσίτερον
ή όσον ημείς, δταν ά/.ούωσι άναγινωσκίμενα τα άρχαΐα έλληνικα
κείμενα διά τεχνιτης προ^ορας. Εννοούμεν την άπέχθειάν των, άλλ'
ίχετεύομεν αΐιτοΰς νά μή μέμφονται παρά πολΰ τοΰς έλληνιστάς της
4
42 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Δύσεως, οΐτινες τοσούτον ειργάσθησαν δα τού τύπου, των σχολείων, των
..ηνικήν φιλολογίαν
ούτοι οί -λριταοί πρίσήνεγχον είς την Έλλάϊα έκδουλεΰσεις, άς αυτή
δέν πρέπει νά παραγνωρίζη.
Απομακρύνουν λοιπόν οριστικώς άπϊ τής παρούσης συζητήσεως
πάσας τάς προκαταλήψεις ν.αί πάσας τάς προλήψεις. "Ομολογήσωμεν
ότι εκατέρωθεν αί πλάναι ή ή σχολαστικίτης καί ή φιλοπατρία πα-
ρέσυραν πολιι μακράν πολλά άξιίλογα πνεύματα έν τή συζητήσει,
ήτις άπασχολεΐ ημάς. Ή ίστορία καί ή γλωσσολογία καλώς έννο-
ούμεναι δεικνΰουσιν ημίν δύο αληθείας, άς πρέπει νά άναγνωρίσωμεν
καί έξ ών πρέπει ακολούθως νά εισαγάγωμεν τα συμκεράσματα έκεΐ-
να μόνον, ών είναι επιδεκτικαί εν τη έφαρμογϊ1, κατά τάς μελέτας
ημών. Ή πρώτη άλήθεια είναι ότι ή Ίστορία μιας γλώσσης είναι
στενώς συνδεομένη μετά τής ίστορίας τής προφορας αυτής, και ότι
δέν δυνάμεθα νά χωρίζωμεν την μίαν τής ά'λλης χωρίς νά έκτεθώμεν
είς πλείστας όσας πλάνας. Ή δευτέρα άλήθεια είναι ότι οΰδεμια
•προσπαθεία τής φιλολογίας, ήτις γίνεται ϊκ των γραπτών μνημείων,
δύναται νά έξακριβώση διά πατάν περίοδον τής έλληνικής αρχαιότη¬
τος καί διά παΐαν χώραν τής άρχαίας Έλ) άδος έν ο).η τί) λε¬
πτομερείς αυτής την προφοράν, ήν είχον οί κίτοαοι αυτής (*). Ή
φωνητι·/.ή π»ρά τοις νεωτέροις γλωσσολόγοις κατέστη κατά τοΐις τελευ-
ταίους τούτους χρόνους έργαλεΐον άναζητήυεως καί αναλύσεως λε¬
πτότατον, κατώρθωσε νά καταΒείξγ] πολλά γεγονότα άτινα έφαίνοντο
διαφεύγοντα την παρατήρησιν. Έν τούτοις εάν καί ολίγον άναδώμεν
τό όίϋμα των ήλικιών βλέπομεν καί ταύτην σταματώσαν είς πλείστα
ό'σα σημεΐα, καθόσον είτε έλλείπουσιν άκριδεΐς μαρτυρίαι είτε τα
ΰπάρχοντα πειστήρια είναι σκοτεινά καί δέν ΰπάρχει δυνατή ή εξέ¬
λεγξις. Μολαταύτα ή φωνητική πρέπει σήμερον νά δεσπίζη πάσης
συζητήΐεως σχετικής πρός την προφοράν άρχαίου τινός Ίδιώματος·
τοϋθ' όπερ διά την ελληνικήν γλώσσαν τρανώς απεδείχθη έ'κ τινος
(*) Τουτο Ιξάγεται επι μάλλον χώ μάλλον έχ των έργων των συφ
μών φιλολόγων χ.ι ϊδία ?χ τινος διατρι6ίίς ίρτ1ως δ^οσιευθείσης ««ο τοί
λαςς: Πθΐ,βΐ· 3ϊθ Αΐ188ρΓ&θ1ΐβ «1β8 απβΟΓΐΐδθΙΐβΤΛ ΒβΓΐΐΐΙ 1882 111 8».
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ 43
θέσεως συνταχθείσης τω 1878 έκί τού άντιχείμένου τούτου υπό νέοι»
τινός διδάκτίρος τής φιλολογ-.κής ημών σχολής'(*) καί καλλίτερον
έ'τι έκ τής συζητήσεως ήν ή θέσις αυτή προυκάλεσε.
Κα! ήδη έν τη πράξει εάν είναι λίαν ώφέλιμος ή εν τί] Δΰσει διά-
δοσις τής έθνιχή; προφοία; τής ελληνικάς γλώσσης πρός γνώσιν καί
χρήσιν α'-ίτής, δύναται τις νά έλπίση ότι τουτο έχιτυγχάνεται δι' ενός
βουλεύματος ή διατάγματος ύπουργικοΰ. Τη" άληθεία δέν θά δυνηθώ
νά πιστεύσω τουτο. Παρίσταμαι άπό πεντήκοντα ήϊη έτών είς μίαν
πρόοδον συνεχή, ότι δήποτε καί 3!ν λέγωσι πνεύματα δύσθυμα, των
έλληνικών σπουϊών έν τη πατρίδι ημών. Επί μάλλον καί μάλλον διά
τής διδασκαλίας των φιλολογικών σχολών διά τοϋ παραδείγματος
των περιτ.γητών καί των άρχαιοδΐιρών, οίτινες διαμένουσιν έν χώραις
Ινθα ίμιλεΐΐαι ή έλλην.κή γλώσσα, μανθάνομεν καί μεταχειριζό-
μεθα χωρίς άποΐτρβφήν την εθνικήν μέθοδον των Έλλήνων. Προσ-
παθήσωμεν πάντες ή περί τάς γλώσσας έντριβεΐς Γάλλοι νά έξοικειω-
θώμεν επί μάλλον καί μάλλον μετά τής «χροφορας ταύτης, προσ~α-
θήσωμεν νά εισαγάγωμεν ταύτην έν τη κοινί) χρήσει παρά τη παρα-
δϊοεγμένη έν ταίς φιλολογικαΐς σχολαΐς μεθόϊω. Έκ της γνώσεως
κα! προσεγγίσεως ταύτης είναι δυνατόν νά εξέλθη σχΐοιον συμδιία-
σμοΰ, ο-ερ τί έπ'έμοι θερμώς ευχομαι. Διάσημ.οι έλληνισταί οΐίς ό
πολύκλαυστος Βγιιποε ό!θ ΡΓθδΙβ έττειράθησαν ήϊη νά διατυττώσωσι
τα άρθρα «ϋ τοιούτου συμβιβασμόν. Άπα'.τεΐται καιρϊ;, πολύς ΐσως
καιρές, ίνα συνταχθή καί κατορθωθή νά γίνη παραδεκτή διεθνής τις
σύμβασις τοσοϋτο λεπτή", τ,ς Εμως ή έπιτυχία έσται άνταξία των κό-
πων, οΐτινες ήθελον καταβληθη.
ΕΠ1ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ.
Τοιαύτη ή ^ίρί δύο σ-ουδαιοτάτων ζητηΐΛα'των είς την ελληνικήν
γλώσσαν άφορώντων δοξασία τοΰ εΰκλεοΰς μ'^μι;ς Έγγέρου, ώς
δέ έν άρχη είπομεν, καί τιμώντες τόν ά'νδρα διά τοΰς πολλους
δπέρ των έλληνικών γραμμάτων αγώνας αΰτοΰ, δέν συμφωνοϋμεν
κατά πάντα πρός τας περί των 2ύο τούτων ζητημάτων θεωρίας αΰτοΰ,
(*) ίχεδίασμια ιστορικόν πίρι της πΐοϊορας τ5|; ελληνικάς γλώσσης ρ3Γ
ΒαΓβΙ, Ραή8. 1678.
44 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
καί μάλιστα πρός «ν ίσχυρισμον, ότι ή αυτή σχέσις ΰπάρχει με-
ταξύ τής νέας καί της άρχαίας ελληνικάς γλώσσης, οΐα μεταξΰ των
ρωμανικών λεγομένων γλωσσών, ήτοι τής γαλλικής, τής ϊταλικής
•/αί των ά'λλων συγγενών γλωσσών πρός την λατινικήν. Ή διαφορά
νομίζομεν είναι ίκανώς μεγάλη1 διότι παρ' ημίν μέν μόνον ίϊίωμα
γλωσσικόν έμορφώθη καταπτώσεως κχί παρακμης είς χρίνοκς μα-
κρβυς, έν ω παρά τοίς λατινικβΐς λαοΤς νέαι όλως γλώσσαι διετυπώ¬
θησαν βάσιν έ'χουσαι την κληρονομίας ήν παρέλαβον έκ τής λατινι-
κής, μηδέποτε ΰπ' αυτών λαληθείσης ώς μητρικής γλώσσης. Άλλά
τό ζήτημα τουτο χρήζει μακρών καί σκουδαίων μελετών υπό των
αρμοδίων. Ήμεΐς δέ εκρίναμεν καλόν νά σημειώσωμεν τ' ανωτέρω
ίνα μή ευχερώς καί άταλαιΐτώρως άσκασθώσι τινές των πΐρ' ήμΐν
τάς τοιαύτας θεωρίας, καί ο'ύτως έπιταθή ή σύγχυσις. Φρονούμεν δέ
ότι 5σον πλανώνται οί σχολαστικοί έκεΐνοι, οΐτινες ζητοΰσι νά καθα-
ρίσωσι την νέαν ελληνικήν γλώσσσαν άπό παντός ρύπου παρακμής,.
καί νά παραστήσωσι·/ αύτην καθαράν καϊ άκμαίαν κατά τό άγλαόν·
πρότυπον της άττικής διαλέ/.του, επί τοσοΰτο πλανώνται καί οσοι ζη¬
τοΰσι νά —ριορίσωσι την ελευθέραν αυτής πρίοδον, οταν έν αύτη 8έν
παρουσιάζηταί τις ΰπερβολή καί κατάχρησις. Βϊβαίως ό πίθος πολ-
λών λογιωτάτων τοϋ νά φαίνωνται άρχαίζοντίς καιρίως βλάπτει την
κανονικήν επί τα πρόσω πορείαν άλλά πώς είναι δυνατόν νά Οέσω-
μεν άνυπέρδλητβν φραγμ'ον είς την νέαν ελληνικήν γλώσσαν, γλώσ¬
σαν -τωχήν καί πολλών δεομένην, έν ω αί ασυγκρίτως πλουσιώτε-
ραι καί μάλλον άνεπτυγμέναι ευρωπαϊκαί γλώσσαι καθ' εκάστην έ~ί
τα προ'σω χωρούσι, καίτοι ένίοτε ουχί τοσοΰτο λογικώς καί κατά
τας οίκϊίας έαυτών δυνάμεις; Εάν δέ —ίκειται νά πλουτίση ή έλ-
ληνική γλώσσα τό λεξιλόγιον αυτής -/αί νά διατυπώση κάλλιον τόν
τύπον καί την μορφήν των λέςεων ποϋ αλλαχού ουσικώτερον πρέπει
νά στρέψη την προσοχήν, ή είς την αρχαίαν ελληνικήν, την άρ-
χαιοτέραν καί τελειοτέραν διάπλασιν αυτής, καί είς την αναλογίαν
πρός αυτήν; Καί είς μέν την συντακτικόν κλοκήν καί άκουσα θά
άκολουθήστ) καί ο^είλϊΐ 'νά ακολουθήση τόν άναλυτικώτ:ρον τρόπον
των νεωτέρων γλωσσών. Είς την λέξιν ομως καί εις τόν τύπον ομι¬
λεί νά ακολουθήση την αρχαίαν ελληνικήν, έκτός εάν τις διϊσχυρί-
ί"ηταΐ, ότι έ'χει τοσαύτας οι/,ΐίας δυνάμεις, ώστί καθ' εαυτήν καί έν ■
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ! 45
τούτω νά άναπτυχθί) υποβοηθουμένη ΰ~ό των νεωτέρων γλωσσών.
Οΰτω νοουμένου τοϋ -ρα'γματος, καί τό Ετερον ζήτηΐΛ*, τό περϊ
τής προφορας τής αρχαίοις ελληνικάς γλώσσης, λαμβάνε·. δια'φορον
διεύθυνσιν. Ανεξαρτήτως πάσης άναδρομικής ερεύνης περί τής των
άρχαίων 'Ελλήνων προφορας, οφείλουσι-/ οί Εύρωπαϋοι έλληνιστα'ι νά
άποϊεχθώσι την νεωτέραν ελληνικήν προφοράν, ώς την προφοράν τής
νεωτάτης φάσεως τής άρχαίας έλληνικής γλώσσης. Όπως δέ καί εις
τάς λοιπάς εΰρω-αϊκάς γλώσσας οΰϊε'ς θά τολμήση νά είσαγάγη
άρχα'.οτέραν προφοράν παρά την νυν Ιπικρατοϋσαν ν.αί δ ν πλείστα
έ'χει—όπως κα'ι εχει — μ,αρτύρια, 8τι άλλοίαν εΤχον προφοράν εις
άρχαιοτέρους χρόνους, ο'ύτω καί εις την αρχαίαν έλ/.ηνι/.ήν, ήτις
8έν είναι μέν ή ζώσα των νεωτέρων 'Ελλήνων γλώσσχ, είναι ομως
ή αρχαιοτέρα τής γλώσσης αυτών μοροή. "Η μ,ήπως κρέ-ει τις νά
άναγινώσκη τούς συγγραφεΐς άρχαιοτέρων χρϊνων ο'.ασοήχοτε εΰ-
ρωπαϊκής γλώσσης κατά την τίτε έπικρατοϋταΊ προφοράν, ότε ούτοι
έ'ζων; Καί 3ν αυτή ακριβώς δέν είναι εγνωσμένη; Τουτο συμβαί-
νει εις την αρχαίαν ελληνικήν φιλολογίαν. Έν τούτοις υπάρχουσι
καί μαρτυρίαι 6-ερ τής νεωτέρας έλληνικής προφοράς, ών ίκανάς
άνέπτυσσεν έν τοίς μαθήμασιν αϋτοΰ καί ό σΐφϊς Χα'σ'.ίς (Ηα8β),
ό διδάσκαλος τοϋ Έγγέρου, ώς λ. χ. ή όμοφωνία τού έλληνικοϋ β
πρός τό ν (βαίνω—νβηίο), ή παρήχησις παρ' Όμήρω τού "Ηρη καί
"Ιρι, ώς άρχαΪ3; γραμματικός παρετήρησϊ, καί άλλα τοιαΰτα.
Ό δέ έν τί) διατριβ^ μνημονευίμενος Ίοΰλιος Λαυιδ εχρημάτισε
κα'ι διδάσκϊλος έν Χίω, συντάξας /.αί άξιίλογον βιβλίον, έν ω πα-
οαλληλίζεται ή άρχαία καί ή νέα έλληνΐκή γλώσσα, φέρον την εξής
επιγραφήν: «Συνοπτικός παραλληλισμός τής έλλην.κής ν.αί γραι-
κι/.ής ή άκλοελληνικής γλώσσης, συντϊθείς ΰ-ό Ιουλίου ΔαβίΒ, τοϋ
πάλαι μέν προξένου των Γάλλων είς τόν Ύδροΰντα τής Ίατυγίας,
έ'ττεΐτα 2έ άκροατοΰ εις την χολιτικήν βουλήν, καί ΰ~ονομάρχου εις
τόν νομόν των έκ6ολών τοϋ Άλδιος, τέλος δέ δημοσίου διδασκά¬
λου είς τό σχολείον τής Χίΐυ. Έν Παρισίοις, έκ τής τυπογραφίας
Ι. ιΛ. Έβεράρτου. ΑΩ'Κ» (σελ. ιγ', 144, 8:ν). Ούτος έν άρχη
τής συγγραφής αυτού τάσσει έξαίρετα προλεγομενα, ές ών ά-;σζώ-
μεν τα εςής' (ΐΚατά την γνώμην των περιηγητήν ή νυν όμιλίυμένη
γλώσσα, άντί νά συνεισφέρη ε!; την μάθησιν της έλλην.κής, είναι
46
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
μάλιστα κχί βλαβερά, επειΒή μανθάνει τις κακήν προφοράν, συνει-
θίζει νά έκλαμβχνν] εσφαλμένως πολλάς λε'ξεις, αΐτινες ήλλαζαν
την παλαιάν των σημασίαν, /.α! νά μεταχειρίζηται άκαταλλήλου;
συντάςεις. — Πρώτον μέν περί τής πρ:φΐρας δέν συμφωνώ καθίλου
μέ τοΰς κατηγόρους· έπειδή είναι άτκδεδειγμένον ότι αυτή σώζει
των περισσοτέρων γραμμάτων καί συλλαβών τον φθίγγον κα'ι την
φωνήν, οί όπίΐοι ήσαν αν ό'χι εις τοΰς παμπαλαίους καιροΰς, τουλά¬
χιστον κατά τώς πρώτους μετά Χριστόν αίώνας. "Επειτα ϊιαφυλάτ-
τει καί τόν τένον, τό χαιριώτατον μέρος τής παλαιάς προσωξίας,
μέ μικράν παραλλαγήν, άλλά διά τα καθίλου δμο'.ον μ,έ την πα¬
λαιάν συνήθειαν. — "Οπως καί άν έ'χη τό πρϊγμα φαίνεται ότι άρ-
κεϊ ό τόνος διά νά στολίση μέ την πρίπουσαν χάριν την έλλην.-
κήν διάλεκτον και έξαιρέτως επί τού πεζού λόγου' καί θέλει τό
«ληροφορηθήν όστις ακούση ελληνικόν λόγον προφερόμενον άπό Γραι-
κόν προκομμένον.— Περί δέ τής α~ο την αλλαγήν τής σημασίας
των λ?ς:ων ενδεχομένης συγχύσεως, λέγω ότι πολλαί λέξεις, αί¬
τινες κατά τό φαινόμενον έκλαμβάνοντΛΐ εις σημασίαν παρηλλαγμέ-
νην ά—Ϊ5 την ελληνικήν, τ-λ σώζουν σπανίαν μέν, παλαιάν οέ ση¬
μασίαν, ν) έ'χοιιν νϊωτέραν τινά, παλαιάν ομως καί έκϊίνην καί επι¬
κρατήσασα·; είς τού; δΐτερινίΰς αϊώνας τοϋ Έλληνισμοϋ, ώστε ευρί¬
σκεται εί; έκείνου τ:ϋ καιροϋ τα συγγράμματα (σελ. Ο', ·.').—Κανεΐς,
οϋτε περιηγητί;:, ή πεπαιδευμενος χτ,% Ειιρώπης, δέν επεχείρησε·;
εως την σήμίρϊν νά εκθέση ή αναπτύξη τό σύσΐημα τή; γλώσσης
ταύτη; (τής άπλοελληνιχής). Κανείς δέν έβαλεν εις τόν νοϋν τού νά
την άντιπαρεξετάσϊ) γραμματικώ; πρός την παλαιάν. Άγγλος τις
ίΐεριηγητής εχχμε πρό ολίγου διεξοδικήν διατριβήν περϊ αυτής, τής
οποίας την επίκρισιν έοιάβασα είς τόν Λόγιον Ερμήν. ΑίΐΜς περιΐρί-
ζεται ε!; την εξέτασιν τής καθ" εαυτήν θεωρουμένης άπλοελληνι-
κής γλώσσης, συγχρίνει τάς διαφόρους νέα; 3ιαλ5·/.τους άναμεταξύ
των, κα': ταύτας έπιπολαίως, χωρίς καμμίαν πρός την ελληνικήν έκ
πχραλλήλου σύγκρισιν, κα'ι τέλος πάντων άποφαϊνετβι, ότι ή άπλο-
ελληνική σώ^ϊΐ ί'σως τίίην όμοιίτητ* μέ την ελληνικήν, όσην ή
ίταλ'.κή μέ την λατ-.νΐλήν. ΑΙθ υπο άίδθθ οπιηία» (σελ. ιδ', ·/.').
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
47
Β'.
ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΑΙ ΑΠΟΠΛΑΝΗΣΕΙΣ ΕΛΛΗΝΟΣ ΙΑΤΡΟΥ.
Ταύτην την επιγραφήν οέρει εςαίρετος άπολογητική πραγματεία
τοΰ γνωστοϋ παρ' ημίν σ:φοΰ άπολογητοΰ Ιωάννου Σκαλτζούνη.
Αφορμήν δέ είς την σύνταξιν 7.αί έκδοσιν αυτής έ'ϊωκε διατριβή
τις τοΰ έν Κχστϊλλθλάμπω των Πατρών ίατροΰ 'Αργυρίου θ. Δια-
μαντΐπούλου έν τοις επιστημονικάς ά'ρθροις τοϋ άττικοΰ Ήμερο-
λογίου τοΰ 1886 έχδοθεΐσα καί επιγραφομενη" «Τό παρελθόν καί
τό μέλλον τού άνθρωπον -/.ατά τάς νεωτέρας επιστημονικάς ^ΐωρίχς
τοΰ Δαρβίνου, Σπένσερ, Χαέκελ καί ά'λλων (*). Δυστυχώς ό συγ¬
γραφεύς συγκαταλέγεται, ώς φαίνεται, εις την τάξιν των -ιεωτέρων
έ/.είνων έν Έλλάϊι λογίων, οίτινες μόλις αρζάμενοι νά μανθάνωσ:
τι, καί έν ω όφείλουσιν επί μακρον έ'τι μετα εϊλικρινείας κα! άφοσιώ—
σεως νά άσχολώνται περί τάς σπουδας, άς φαίνονται άγβπώντες,
ΐίαρίστανται λίαν κροώρως πρό τοΰ κοινοϋ ώς οιδάσκαλοι κατά τοσθΰτο
μα/νλον δογματικοί καί τολμ,ηρο'ι είς τάς άποφαίνσεις αυτών ό'ντες,
όσον ολιγώτερον είς την επιστημονικήν αλήθειαν έπλησίασαν. Ή
τάξις των τοιούτων λογίων νομίζει, ότι κατορθοΐ μέγα τι κα'ι ΰπε-
ραίρεται υπέρ το^ς πολλους μυκτηρίζουσα παρατόλμως καί τ.ρο^ε-
τώς δ,τι ολόκληρον τό έ'θνος κ»ί τοσαΰτα έχατομμΰρια άνθρώπων
σΐίουσι καί τιμώσι* τό δ' ετι χεΐρον νομίζει, ότι οΰτω πράττουσα καί
την έπιχράττβιν των άτελεστάτων μέν καί πλημμελών, άλλά πάν-
τοτε ολεθρί»ν, δοξασιών αυτής διά παντοίων τροπων έκιδιώκουσα
εΰεργετεΐ τ: έ'θνος, είς δ άνήχει, έν δ τουναντίον καιρίως βλάπτει
αΰτό χϊί ά'οίγει ευρυτέρας τάς πληγάς, αΐτινες έπαπειλοΰσ·. την
οθοράν καΐτόν θάνατον. Φαντάζεται δηλαϊή ότι θά έ'λθη έποχή,
ενδοξος δι' αυτήν κα'ι ποθεινή, καθ* ήν καταλιπόντες οί πολλοί τα
πάτρια εν -ε τή θρησχεία χά! έν τή ήθΓΛη Οά τταραϊοθώσιν είς τάς
(*) "Ο> Άττιχοϋ ΊΙ[ΐ.ερολογίου 1880 σελ. 222—255.
48 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
νεωτέρας, ώς λέγουσιν, επιστημονικάς θεωρίας καί αληθείας, ών ούτοι
προκύπτουσι διαπρύσιοι κύρυκες· τ ότε, λέγουσιν, αί πλάναι καί αί
-ρολήψεις θά έκλίχωσι καί ό άνθρωπος θά χαίρη καί θά προοδεύη
πεπληροφημένος πλέον περί τοϋ βαθμοΰ τής συγγενείας αυτού πρός
τούς πιθήκους λαί πρός την άνόργανον φύσιν. Καί βεβαίως τέτε θά
είμεθα κατ' αυτοΰς έν ΰζερτέρα άκμη, καϊ ή επί τα πρόσω πορεία
των εθνών και των κοινωνιών καί των επ! μέρους άνθρώ-ων θά είναι
ασυγκρίτως μείζων ή ή νυν.
Καί ότι μέν αί τοιαύται δοξασίαι άντΐ νά ώφελήσωσι καιρίως
Ιβλβψαν καί βλάπτουσι τα τε «ινα καί τα Ι'δια εκάστου συμφέρον-
τα καΐ καταβιδάζουσι τόν άνθρωπον είς βαθμΐδα κατωτέρα-/ πολ-
λών ζώων, δύναται νά Βη πας προσεκτικός παρατηρητής, περιορι-
ζόμενος μάλιστα είς ολίγας σκέψεις των οπαδών των νέων διδαγμά-
των. Όταν δέ θελήση μετά πλείονος προσοχής νά έπισκοπήση άπαν¬
τα τον καθ' ημάς βίον, θά αναγνωρίση έξ απαντος τα όλέθρια καί
βίυντ,ρ» —οτελέσμ«α των τοιούτων δ,ϊαγμ «ών έν πάση τη νεωτέ-
ρα καχε,ία ημών. 'Αλλ' ότι ο'υδέ επιστημονικώς ταυτα ώφελουσι
τρανωτατ=ν^ μαρτύριον είναι ή των επιστήμων παρ'ημίν άτελεστάτη
μγη, εν ω αναλόγως πλείονες παρ' ήμϊν ή άλλαχο3 έμφβν{ζοντ«
κη>κες των τοιούτων νεωτέρων έπιστημονικών θεωριών καί άλη-
ββων. Αλλ' αδιάφορον! Τπάρχει ελευθερία λόγ2υ, ν.αί έκαστος
δύναται να είπη 2)« .{,βάνβτβτ καί οκέ—6Τβι ή νομίζει 2τι γ[.
νω,Λει και εμαθεν. -Εκ«-ς 5..Χαιο0τβι νά |χη ^ς ,ρχάς ^ π£_
-οιθήσεις ν,αι μάλιστα έ--ημ9νικίς, καί ταύτας φυσικώς δικασ¬
ταί να^ καταστήση κτήμα κοινόν όσον τό δυνατόν πλειόνων άδελ-
5ων, ειτεπιβήκων είτε άνθρώπων. Έν τούτοις μένει πάλιν καί τι
αλυτον. Πως δηλαϊή οί τών ΧΜνών ϊι8 άτων ^ ζ
Μ «ντβτε να κατοχορών 5θ ζ
«ντβτε να
Μ «ντβτε να κατοχορών.α! 5π,θεν τίς έπΐστήμης, ζ ,ροόδου,
της αληθείας, ^σθεν τούτον ένός ηρωος, ώς ^,Ιζο^σ, τΛν
ε«-μων και επε
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
49
τα τι; συνεχώς έν τοίς γραφομένοις των τ:ιΐύτων νεωτέρων έν Ελ¬
λάδι λογίων, ένίοτε μάλιστα μετά τοσαύτης επιτηδειότητος άσκού-
μενον, ώστε νά κινδυνεύη νά πιστεύση είς τού; ισχυρισμοΐις αυτών
ώς φέροντας κΰρός τι επιστημονικήν κα! ΰ-οττηριχθέντας υπό τινος
διασήμου έπιστήμονος, κα: αΰτός ό μάλλον προσεκτικός καί έοε-
κτικός άναγνώστης. Τί σημαίνει τουτο; Άρά γε μόνον άγνοιαν,
καί άγνοιαν πλέον χυδαίαν καί όλως άπρετή; είς λογίους άνθρώ-
πους; Ή μήπως κα! ενταύθα ή μεγάλη στοργη πρός τα ΐοια πει-
Φαναγκάζη νά περιβάλλωμεν αΰτά το ψευΒές ενδυμα τής επιστή¬
μας καί μεγάλου τινός φυσιοδΊ'φου; Τη άληθεία τό ζήτη,αα τουτο
μένει είς ημάς ανεξήγητον, καί Ί'σως νεαν.κής έςάψίως /.αί άπει-
ρίας καί τουτο "διον πολλάκις είναι τό νά νομίζη τις άνχμφηρί-
στους καί γενικώς πρεσβευομένας αληθείας, παν ο,τι είς ολίγων
ιίν εγκέφαλον έγκλείεται καί ολίγοι έχουσι την τόλμην νά προβά-
λωσιν είς τό μέσον ώς ιδίαν πεποίθησιν.
Τοιούτος τις φκίνεται.καί ό διατρ'.δογράΐος ϊατρ'ος τού άττικοΰ
"Ημερολογίου, όστις μονονουχί λέγει, ότι τό περιεχόμενον τής
διατριβής αίιτοΰ είναι ή τελευταία έπιστημονιχή άπέφανσις περί ζη-
τημάτων σπουδαιοτα'των καί τοϋς πάντας τα μέγιστα ενδιαφερόντων(*).
στολίδης 1χ Πειραιώς πραγαατευομενος περι τού εσταυρω[ΐε'νου τού ν&ϊΐ
ϋνοΐί πρός άλλοις (ΐεταχειρίζεται χαϊ τάς εξής έκφράσε'.ς : «ήαεΐς τα τέκνα
δέ γινώσκει ό διατριβογράφος περι________, ......... -Γ- ,-___... _.....
τέκνα τοΰ Ιθ' αιώνος παραδέ/ονται τόν Ίηαοΰν ; Ταυτα μέν δεν λέγει ό γρά-
-ϊ|»ας, τρ='πει ο[χως την "Εδεσσαν εις "Εδεσσον (υπό τοΰ ήγεαόνος τη; Έδέσσου
καί είναι κηρυξ καϊ αϋτός των νέων διδαγμάτων, καί μάχεται γενναίως καθ*
Ιαυτόν ίνα απαλλάξη τό ανθρώπινον πνεΰμα τοΰ δέους των προληψεων, Ίστά-
μενος παρα τό πλευρό ν τοΰ Ρενάν !
(*) Τό δογματικόν τοΰ Διαμαντοπούλου καταφαίνετϊΐ κα'. ε'; ζήτημά τι,
όπερ ώς £ν παρόδω μνημονεύει, και οαο,ς δεν διστάζει να είπη. ότι κατΛ
προσέγγισιν όρίζεται ό μ,ακρός νρόνος της επί γης υπάρξεως -ου άνθρωπον
απείρως μείζων τοΰ χοινώς πρεσβευομένου. Και λοιπόν άπο^αίνεΓαι προσάγων
■ώς επιχείρημα τό περι των ορεάτων τοϋ δέλτα κ*1 των άνακαλυπτομιένων
έκεΐ κεράμων. «Γνωστόν 7|δη ΰπάρ/ει τη έπιστήμη κατα πόσον δια της κατα-
50 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Καί 8μως ό κατα πάντα άριστος καί την δικαιοσύνην μετά τής αλη¬
θείας παρά τή εΰσεβεία καί τή ήβι/.η περιέπων Ιωάννης Σκαλ-
τσοΰνης δεικνύει τόν ιατρόν τούτον παρουσιάζοντα τα έ'ωλα ώς
χαινά καί έ άλ ύ
ης μής Λαί όπαδος των νέων διδαγμάτων θά
«λμη- νά 6Γ—, δτι πε?ιέχετα( ?χνος νεωτέ άχ θο,- |χ
μβναης θεωρίας ~ρί τοΰ παρελθόντος καί τ6δ μέλλοντος το0 άν.
βρωχα, εν τή ρηθείση διατρ;6η τού ίατροΰ 'Αργυρίου θ. Διαααντο
„"■ Ίψ έ^Ρ°^ν ™ *" ί'«ρι6ήν στολίζουσι τα ονό
,οααων ?ϋαί0δώ ί; έ8
Διαααντο-
ονόματα
) λλ6μβνβ ε; τνν
χ β^ντα «ν-, άνα,ολόγ,τον, δ,ως .1 έηγραφα1 ^ τά
διαφόρων εμ,ορ,,ών κατα^μάτων ?.ρουσ: χ ^
Τ=?ια, «ρ, της γνησι4—τος καί άξίας ^ ^^^ ^^ ^ ^
τοι, «ωλουνται. Κ« δμως πάντα ταυτα δέν δύνανται νά κατ,σνύσωσι
ΖΞΡ^Τ* ™ωζ άναί^σεω; τ°5 'Ιω^»» Σκαλτσούνη, ήν
, χαί των γνησίων
^ τής διαστρο,ής αυΐών ^ τ
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ! 51
Την δοξασίαν περί κχταγωγής τοΰ άνθρώπου άπό πιθηκ
τινος κτήνςυς, προταθεΐσχν μέν υπό τοΰ Δαρβίνου ώς υπόθεσιν αξίαν
μελέτης, άποκρουσθίΐσαν δέ υπό των έπιφχνεστέρων φυσιοδιφών καί
ναυαγήτασχν άπέναντι των έξχγΐμένων των παλαιοντολογικών έρευ-
νών, παρχμορφοϋντες οί ΰλισταί καί είς επιστημονικήν μετατρέΊκν-
τες αλήθειαν, έπιχειροΰσι την επίλυσιν τοΰ περί γενέσεως τοΰ άν¬
θρώπου ζητήματος. Συναρμολογοΰντες την υπόθεσιν ταύτην μετ' ά'λλης
θεωρίας, έξελεγχθείσης ήδη υπό τής έπιστήμης ώς ψευδοΰς καί
άνυποστχτου, τής αΰτομάτου γενέσεως τής ζων;ς άπό τή; άνοργίνου·
ΰλης, άνεγει'ρουσι φχντχτιώοες καί /ιμ.χιρικόν οΐκοδίμημα, ΐκερ άν-
τιτίσσουσιν είς τό δόγμα τής δημιουργίας. Εάν υποθέσωμεν, λέγουσιν,
ότι άπό τής άνϊργά/ου ϋλης παρήχθη αυτομάτως μ.ία ζωι/.ή κυψέλη,
εν κΰτταρον ζωής, άκλοΰν έντομον ή μ'.χρ:βιον, δυνάμεθα δι' α'κτοϋ
καί μ.όν;υ νά εξηγήσωμεν την γένεσιν τοΰ ζωϊ'Λΐΰ βϊσιλείου καί
αΰτοϋ δή τοΰ άνθρώπου. ΟΊ γόν;ι τής -ρώτης ταύτης κυψίλης, αυ¬
τομάτως παραχθείσης καί βλα3Γησάτ(/ς επί τής γτ,ς, άνελισσόμενοι
ήρέμως κα! κατά διζρχειαν αναριθμήτων κύκλων αΐώνων μετεμΐρ-
φώθησαν εις σκώληκας, ούτοι δέ είς έρ-ετά. είς βχτράχΐυς, εΐ?
πτηνά, είς λέΌντας, είς πιθήκους, ά-ό δέ τής μεταμορφώσεως ενός
τούτων παρήχθη ό άνθρωπος.
Άλλ' ό σωρείτης οΰ:ΐς καί τό επί νοσηράς φαντασίας έγίΐρίμενον
ο>.χ:δόμ.ημχ καταρρίΐ: καί έξχφανίζεται άπένχντι Βύο άνχλλΐιώτων,
άχατχγωνίϊτων καί άδιχφιλίνεικήτων τής ϊύτεως νόμων. Καί ■/.χτχ
μέν τόν πρώτον ή άπό τής άνοργάνου υλης παραγωγή ζωής, έστω
καί άπλοϋ κυττάρΐυ ?( έ^τόμου, άνευ σπερμχτίων παραχθέντων υπό
ά7,λου ζωϊ/.οΰ όντος είναι φυσικώς άδύ^χτος, κατά ϊέ τόν έτερον
βιολογιχόν νόμον τα ζωϊ/.χ εί'ίϊ; διατηρίΰσ1. πάντΐτε τίΐι; ίίιχζοντας
είς έκαστον χαραν.τί,ρα;, οΰΒέπΐτε δέ συγχέΐντα; ούοέ είς:; τι δύνα¬
ται νά τταρα/Οη άπό Ετερον. Οί δύο ούτοι φυσικ:ί νόμοι, είναι αί
δφαλοι, έφ' ών προσέκρουσαν καί Ιναυίγηΐαν πάσαι αί κατά καιροΰς
έπιν;ηθεΐσαι θεωρίαι πρός διεξήγησιν τής ενάρξεως τή; ζωης χαΐ
τής γενέσεως τού άνθρώπου διά των νόμων τής φύσεως /χί τίΰ ά-τοΰ
καί ΰλικοϋ χίσμίυ.
Ή ζο>ή ή έπεφχ'νη ί~ τής γής καί αΰτομχτως έίλα'στηϊϊν, ή
εδημιουργήθη υπό άρχής καί ί>/άμεως άνεςαρτήτου άπό των μη-
52 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
χχνικών νέμων τ^ς άνοργίνου ΰ/.ης. Αΰτίματος γένεσις ή δημιουρ-
γία! τρίτη υπόθεσις 8έν υπάρχει. Έάνή αΰτόματος γένεσις
είναι φυσικώς ά δυνατάς, ήδημιουργία δέ ν είναι α¬
πλώς Εόγμα θρησκευτικόν, είναι άλήθεια αΰταπό-
δεικτος άπορρέουσα έξ αυτών των φυσικών νομώ ν.
Καί ό βίνθρωπος ή έδλάστησε καί παρήχθη αυτομάτως άπό τής γής,
ή παρήχθη εκ τινος άλλου ζωίκοϋ πλάσματος, ή εδημιουργήθη υπό
άρχής καί δυνάμεως ΰπερκοσμίου καί πνευματικάς, ήτις έπροίκισεν
αυτόν διά πνευματικών κα! ήθικών Βυνάμεων ϊιακρινουσών αυτόν
μεταξΰ πάντων των λοιπήν τής κτίσεως πλασμάτων έτερα ϋ-ϊθεΐις
ίέν ύποίρχει. Έ ά ν δέ κ αί ή αΰτόματος γένεσις ενός εΐ-
δους άπό έτερον είναι άδύνατος, ή γένεσις τοϋ άν-
θρώπου έξ ά'λλης άρχής καί Βημιουργοϋ δυνάμεως
δ έ ν είναι άπλοΰν θρησκευτικόν δόγμα άλλ' άλή¬
θεια π ε ι ρ α μ α τ ι κ ή κ α ί άναμφίλεκτος.
Πρό τριάχοντα χέντε περίπου έτών οί δύο ούτοι φυίΐκΐί νίμοι
διημφισβτ,τήίΐησαν καί εγένοντο υποκείμενον μακρών καί σπουδαίον;
μελετών. Καί ό μέν Πουσέ εις την Γαλλίαν καί ό ΜΕΠΤβ^ίΐζζίΐ είς
την Ιταλίαν άνήγγειλαν Ετι διά των γενομένων ίιπ' αυτών πειρα-
μάτων άπεδεικνύετο τό εφικτόν τής αΰτομάτου γενέσεως έκ τής
άνοργάνου δλης, ό δέ Λαρίΐνος επρότεινεν εις την μελέτην των βυ-
συδιφών την υπόθεσιν περί τη; γενέσεως τοϋ επί τής γής ζωϊκοΰ
βασιλείου διά τής άνίλίςεως ενός πρωτοπλάσματος. Άλλά καί τα
κειράματα τού Πουΐέ καί τοϋ Μαηίβ^Εζζα χερί αΰτομάτου τής
ζωής έμφανίΐεως άπεδείχθησαν έσφαλμένα, οριστικώς δέ υπό των
φυσιοδ'.φων ή θεωρία αυτών κατεδικάσθη, καί ή τού Δϊρίίνου υπό¬
θεσις κατεδείχβη ώς μή έχουσα επιστημονικήν τίνα βάσιν καί άντί-
θετος πρός τα έςαγίμενα των γενΐμένων χαλαιοντολογικών έκζη-
τήΐεων.
παρελθόν καί τό μέλλον τοϋ άνβ,,ώ-υ», έν % επικαλούμενος τα
γενόμενα ύώ τοϋ Πουσέ καί «3 Μίΐηίβ^ζζα πβιράμ,ατα καί την
ην τοϋ Δαρβίνου, διδάσκων δέ ώς έκσ—μονικήν αλήθειαν την
• ΤΗΞ ΑΝΑΤΟΛΗΝ 53
περί αΰτομάτου γενέσεως τής ζωης θεωρίαν κα! ώς γεγονός αναμ¬
φισβήτητον τα περί μεταμΐρ^ώσεως των εϊδών, μηδένα δέ λόγον
•ποιουμένης οΰτε περί των φυσικών νόμων καθ' ών αί θεωρίαι αυται
άντιστρατεύίνται, ουτε περί των γενομένων νέων εκζητήσεων επί τής
δαρβινείου προτάσεως, ουτε πϊρί τής γνώμης των έπιφχνών φυσιο-
δΊφών των καθ' ημάς χρόνων, άττοφΑίνεται ά'νευ ένοΌιασμοΰ τινος επί
τοϋ ζητήματος τής ενάρξεως τής ζωής καί τής γενέσϊω; τοΰ άνβρώ-
~υ. Καί ή μέν αΰτόματος τής ζωής βλάστησις, κατά τόν συγ-^ρα-
φέα, κ αί ή διά πειραμάτων ανάπτυξις μικροσκοπικήν οντων άπο της
άνοργοίνου υλης, διατελεί γ ε γ ο ν ο ς άδιαοιλονείχητον,
ώς άπέδειξαν ό Πουσέ καί δ ΜέΐπΙβ^αζζα, ή δέ κατβγωγή τοΰ
άνθρώτιΐυ α—9 πιθήκου τινός κατοίκΐυ τής Μεσημδρινής Άσίας ή
τής Βορείΐυ Άφρικής προφανώς καταϊίίκνυται έκ τής μετχμορφώ-
σεως των ε'.δών τής δαρβινείου θεωρίας. Καί άνομολογεΐ μέν ό δια-
τρ'.βογράφΐς ότι ή θΐωρία αυτή πρ:σ·λρ;ϋει εις τόν νόμον τοΰ άμε-
ταδλήτου των ζω'ικών είδών, άλλά την δυσχέρειαι ΰπϊρπηδα ϊιά
γενναιοτάτου αλματος. Άποβάλλοντες την ΰπερκόσμιον γένεσιν, λέγβι
ό συγγραφεύς, άναγκαίως πρέπει νά στραφώμεν πρός την δημιουρ¬
γικήν δύναμιν τής μητρός γ ή ς, ί;τ'.ς, κατά τοΰς νίμους τής
φύσεως πορευομένη, δέν έϊύνατο ή έκ των σπλάγχνων της να παρά¬
σχη κατα τάς γεωλογικας αυτής πίριόδους, τα ίντα άπαντα, μηδ'
αΐιτοΰ τοΰ άνθρώ-ου έξαιρουμένου.
. Τοΰ "Ελληνος ϊατροΰ έπικαλουμένου πρός πίστωσιν των διδα¬
σκαλιών τ:υ τάς θεωρίας τοϋ Πουσέ καί τοϋ Μαηίβ^ίΐζζα άφ' ενός
καί τοϋ Δαρδίνου άφ' ετέρου, σΰντίμος έ'κθεσις τής ίστορίας των
θεωριών τούτων θα άρκέτη όπως κατασΓ/,ση προφανές τ'ο πεπλανη-
μένον τ;ΰ ϊσχυρισμοΰ, μαρτυροϋντο; καί την παντελή άγνοιαν των
δρων καί τής θίσΐως τοΰ ζητήματος.
Κατά τίν ΙΖ' α'ιώνα ό Ρέϊης, ιταλός φυσιοδίφης, πρός βεδαίωσιν
τοΰ καθολικΐΰ πϊρί της ζωής νίμου, καθ1 'όν ή ζωή έκπορεΰεται
ποίντοτε α~ί τής ζωής, ισχυρίζετο ότι καί αΰτά τα έ'ντομα τα έκ
των σεσηπότων κρεάτων πχραγόμενα γεννώνται άπο τα ζωικά σπερ-
μάτια ών γέμει ή γηίνη άτμοσφαΐρα. Πρός πίστωσιν τούτου Ιτοιμάζων
τεμάχια κρέατος καί έναποθέτων εις ά-'γεΐα πρβπαρασκευασθέντα
'ότζως πρϊφυλάςωσιν αΰτά άπό της έπαίής των έντόμων της άτμο-
54 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
σφαίρας, έξηκρίβωσεν ότι καί μετα την σηψιν δέν παρήγΐντο σκώλη-
κες άπό των σεσηπάτων κρείτων. Ό δλλανϊός δοΙινναΐΒΟΓαοη επι¬
δοθείς είς την μικροσκοπικήν έρευναν τοΰ βίου των έντόμων καί
περιγραφάς μεθ'όλης τής ακριβείας τοΰ; τρόπους τής μεταθέσεως
τής ζωής των έντόμων, νέας έδωκεν αποδείξει; περί τής καθολικό-
τητος τού νόμου τής έκπορεύσεως τής ζωής άπο τής ζων-ς. Μετα¬
γενέστερον φυσιοδίφης διά νέων —ιραμάτων εκΰρωσε τα συμπερά-
σματα τού Ρέδη, ή δέ θεωρία τής αΰτομάτου γενέσεως τής ζωής
έκ τής άνοργάνου ΰλης δέν εθεωρείτο έκτοτε ουδέ σπουϊαίας επι¬
στημονικάς συζητήσεως άςία. 'Αλλά κατα τό 1859 ό Πουσέ έδη-
μοσίευσε διατριβήν δι' ής άνήγγίλλεν δτι έπαναλαβών τα -ειράματα
τοΰ Ρέδη κατέληξεν είς έναντία ά-οτελέσματα, έπιτυχών την πα¬
ραγωγήν σκωλήκων έκ σεσηπότων κρείτων, καίτοι έκκαθαρίσας την
περί αΰτά ατμόσφαιραν άπό παντός ζωϊκού σπερματίου. Άντεπεξηλ-
θον κατά των νέων τούτων πεφαμάτων δ Κλαΰδιος Βερνάρδ καί δ
5ααΐΓθία§β8, ό δέ Φλουρΐνς υποδαλών έκθεσιν έ'-ί τού Οέ-
ματ:ς τούτου εις την Ακαδημίαν των φυσικών επιστήμων απεφάνθη
λίαν έφεχτικώς. Μίτά μικρόν δ έπιφανής Παστέρ επιχειρήσας την
μελέτην τού ζητήματος καί την έξέλεγξιν των πειραμάτων τϊΰ
Π:υσέ, απηύθυνεν εις την 'Αχαϊημίχ; —5υ8»τον ^ίμ-μ,, §,· ^
άνεσκεύαζε μέν τα συμπερίσματα εις οί έκεΐνος κατέληξεν, άνήγ-
γελλε δέ νέα πειράμ*τα έξελέγχβντα προφανώς την πλάνην τής
περί ώτομ&ου γενέσεως θεωρίας καί την ορθότητα τή; άντιθέτου
τοΰ Ρέ3η δοξατίας. Ή 'Αχαϊημί» συνέστη- τότε επιτροπήν προε-
δρεοίμένην όπϊ τοϋ Φλουράνς, ήτις -9-*λί«σα τους άντιδοξοΰντας
ναε-αναλάδωσιν ενώπιον ώτης τα πειραματα, απεφάνθη οριστικώς
κατα της θεωρίας περί τής αΰτομάτου γενέσεως, δ δέ Φλουράνς
υ-Ιίαλεν, |κ' ένίματι τής έπιτροπής, ίχτενεττάτην περί των --
πραγμίνων ϊχβίσιν ν.αταλήγουσαν είς τό έξη; ουμπίρασμ»· «Ότε
ανηγγέλθησαν τα νέα πειράματα τοΰ Πουσέ, ή δέ γνώμη μου δέν
είχεν ετι δριστικώ; μ:ρ9ωθί-, απεφάνθη-, μετά τινος δισταγμοΰ. Άλλ'
ηδη η ζεποιθησίς μ5υ είναι πλήρη; ,.αί ά,:?αίν:μαι μετά θετι/.ί-
τητος. Τα γεν5μενα υπό τοΰ Παστέρ πειράματα λύουσ,ν οριστικώς τό
'ητημα. Κατά την περί αΰτομάτου γενέσεως θίωρίαν Λ?κϊΤ νά Ιχω-
μ» ύλην σεσηπ,ϊαν καί άτμο—«φ,^ν άέρα, όπως εχωμεν καί πά-
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 55
ραγωγήν έντβμων. 'Αλλ' ό Πασΐέρ έναποτίθησι ^εσηπυίας Ολας έν
άτμοσφαίρα, ήν έκκαθαίρει άπό ζωϊκών σζερματίων, καί ουδέν έν¬
τομον γεννάται. Αΰτόματος γ έ ν ε σ ι ς λ ο ι π ό ν 8 έ ν ϋ π ά ρ -
χ 61, επί δέ τοΰ προκειμένου δέ ν έ π ι τ ρ έπεται πλέον
ά μ φ ι β ο λ ί α* ό έγείρων δ ι σ τ α γ μ ο υ ς άποδεικνύει ότι
•δέ ν ν ο ε ΐ ουδέ τ ο υ ς ο ρ ο υ ς τοΰ ζ η τ ή μ. α τ ο ς.» Ό "Αγγλος
υλιστής Ηιιχΐβν, υπέρμα/ος τής θεωρίας περί αΰτομάτου γενέσεως,
καρευρεθείς είς τα υπό τοΰ Παστέρ γενόμενα πειράματα καί επανελ¬
θών είς Αγγλίαν, έ'γραφε μεθ' 2λης τής είλικρινείας· «Επί τού
ζητήματος τούτου δέν επιτρέπεται πλέον συζήτησις· ό Παστέρ διά
των τελευταίων πειραμάτων τού άνέτρεψεν άρδην καί διά παντός την
περί αΰτομάτου γενέσεως τής ζωής θεωρίαν » Τα πεφάματα έπανε-
λήφθησαν έν Γερμανία υπό των καθηγητών Έρεμβεργ, Σουάν,
Σουλτζ καί Ουγγερ, τα δέ έξαγίμΐνα υπήρξαν πάντοτε τα αΰτά, ή
δέ βεβαίωσις τοΰ Παατέρ περί τοϋ άϊ^νάτ5υ τής έκπορεΰσεως τής
ζωής άπό της άνοργάνου 'ύλης άνευ προϋτάρςεως σπερματίων, εγέ¬
νετο ίεκτή έν τή έπιστήμη ώς άλήθε'.α αναμφισβητήτως καί πειρα-
ματικώς άποϊεδειγμένη (*). 'Αλλ' ό γράφων είς τό Άττικόν Ημε¬
ρολόγιον πρός ουδέν λογισάμενος ε!ίτε :ά έ'ργα τ:ύ Παστέρ, οϋτε τάς
■άποφάνσεις τοϋ ΰλιστοΰ Ηυχΐθν/, βΰτε τα τής Άκαϊημϊας των Πα¬
ρισίων, οϋτε την υπό τής έπιστήμης άποΒϊκτήν γενομένην αλήθειαν
•περ'ι τοΰ άδυνάτου τής αΰτομάτ:υ γενέσεως καί επικαλούμενος την
ήδη έξελεγχθεϊΐαν πεπλανημένην τοΰ Πουαέ γνώμην, αγγέλλει είς
τό ελληνικόν κοινόν ότι ή πϊρί αϋτίμάτςυ γενέσεως τής ζωής θεωρία
διατελεί γεγονός άδιαφιλονείκητον!
Τί δέ εγένοντο τα πειράματα καί αί μελέται τοΰ Μαητβ§3,ζζ£ΐ
επί τοΰ ζητήματος τούτου ; Είναι πβσίγνωστον είς τόν έπιστημονικόν
κόσμον ότι μετά τάς γενομένας έν Παρισίοις καί έν Γερμανία έ/.ζη-
τήσεις καί έςελέγξεις ό διάΌημος ιταλός, ου τινος ή πολυμάθεια
είναι ί'ση πρός την ειλικρίνειάν, ανεκήρυξε τάς ιδίας δοξασίας κα;
κατεδίκασε την περί αΰτομάτου γενέσεως της ζωής θεωρίαν, υπέρ
ής επί πολύν χρόνον ύπερεμάχητε. Μή ένθυμίΰμϊνος εις τίνα των
(*) "Ορ«· 1,88 οοΐοηϊθδ αηίπιαΐβδ βΐ 1α ίοπηαΐΐοη (1β8 Οΐξ>&-
πίδΐηεβ υπο ΕαΊηοηά Ρβΐ'ΐβΓ, 1881.
56 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
συγγραμμάτων τού ανέγνωσα τα περ! τής αυτομάτον γενέσεως τής
ζωής καί την έ'κτοτε μετάγνωσίν τού, έ'γραψα πρός τ:ν έπιφανή ά'ν-
δρα παρα/.αλών αυτόν νά μοί ύποδείξη εις τίνα των συγγραφών τού·
ηδυνάμην ν' άνε!>ρω ο.τι εζήτουν, έκεΐνος δέ, φρονών ότι καί το>
κόπου άνάςιον είναι πλέον νά ένατχολήταί τις επί τοιούτου ζητή-
ματος καί έ~ί μελετών ά; αΰτός ούτος άπεκήβυξε, μοί απηύθυνε την
επομένην απάντησιν
«Έν Φλωρεντία, 1 Απριλίου 1880.
Ά γ α τ. η τ ι ρι Κ ύ ρ ι ε!
Αί ϊΓΕρΙ της θεωρίας τη. αυτοια-ίχτου γενέσεω; της ζωη; μελέται [Λου ούναν-
τά'. ηοη να Οεωρηθώσιν ώς ττροΥστορικα1!, συμ:βουλεύω δ' υμάς, νά μή λάβητε
αΰτ«ς ΰ7ΐ' όψει. Αί μελέται αυται εγένοντο προ 34 έτών! "Εκτοτε ή έπ'.στήμκ)
οτΐοχτη'σαίΐα στζουδαιότατα με'σα παρατηρήσεως, ών προηγουμε'νως εστερεΐτο^
κατέληξεν εις δοξασίας ολως^εναντίας των εμών.
Μαντεβαζζα.»
Άλλ' ό "Ελλην ϊατρϊς επικαλούμενος τάς πρ οϊστοριν.άς
ταύτας μελέτας τ:ΰ ϊιασήμου Μαηίβ§αζζα, τάς ΰπ' αΰτοΰ τούτοι»
θίίτας καί χαρακτηριζομένας ώς άναξίας μελέτης, μας
χϊΐ ώς άδιαφιλονείκητον αλήθειαν τάς εν αΰταΐς σκέψεις κα'ι τα
συμπεράσματά τού ! Καθ' οί χρόνον δέ ό Κλαΰδιος Βερνάρδ βεβαιοί οτί
«τό ώόν «Τναι ώόν διότι έν αύτω ΰ-άρχει ούναμις ήτις δέν ηδύνατο
νά γεννηθή αυτομάτως», ό 25 ΒγϊιοΙιθ διδάσκει ότι «ή αϋτόμα-
τος γένεσις οέν είναι μόνον άπίθανος άλλά φυσικώς άδύνατος, τό δέ
ζήτημα περί τής εμφανίσεως τ>5ς ζωής παρουσιάζεται απλούστατον,
2ταν -αραϊεχθώμεν την ύπαρξιν άρχικής και δημιουργικής δυνά¬
μεως όλως ξένης κϊΊ ανεξαρτήτου άπό τής ΰλης, η? ά'νευ ή πρώτη
τής ζωής άρχή δα ήτο ουσικώς άδύνατος», καθ' δν χρόνον ό Βίρ-
χϊφ στηλιτεύει τόν Χέκελ ώς 'μιλοΰντα ιτερί αΰτομάτου γενέσεως
μετά την βίβαιωθϊϊσαν υπό τής έπιστήμης αλήθειαν περί τοΰ φυσικώς
άδυνάτου "ής έ/.-ϊρεύΐίως τής ζωής άπό τής 'ύλης, ό "Ελλην ίατρός,
έρειδόμενος επί των ζειραμάτων τοΰ Πουσέ καί Μαπΐθ^αζζα, ώΐεί
μή ΰπήρχε τ.ερ αυτών οϊΐτε άμφισβήτησις οϋτε άντιλογία ουτί έπι-
στημονική άκοκήρ,^'.ς, οϋτε αυτών των ϊδίων μετίγνωσις, μας
ϊΐ νά ά-ΐ7/.:ρικί:ωμεν τάς περΐ δημιουργίας τής ζωής πε-
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 57
ποιθήσε'.ς άπΐϊΐχίμΐν;! -ήν ορθόΤκ/Τα της 0:ω:ια; -ερ: αύτ:μά:ίυ
γενεσεως τής ζωής!
Τί δέ νά εί'τ:ω περ'ί τής διδασκομένης υπό τοΰ συγγραφεύς δαρβι—
νεί:υ θεωρίας ώ; υπό της έ-ιστήμης υίοθετηθείσης καί τί περί τής
γενεαλογικής τού Χέκελ κλιμχκος, έφ' ής στηριζίμενος βεβαιοί ότι
οί πρόγονοι ημών ήσαν θαλοϊσσια ίντα των ώκεανών τής Μαδαγα-
σκάρης καί Κεϋλανης;
Άγνοεΐ αρα' γε ό ταύτα γράφων ότι ό Δάρβιν, ό διατυπώσας την
Χίρί μεταμόρφωσις των εΐδών θεωρίαν, άνωμολίγησε μετά τίνα
χρόνον ότι «οί φυσιοδΐφα·., βϊς οΰς ή έπιστήμη οφείλει
τό πλείστον των σημερινών προίδων, δέν άποδέ-
χονται την 6π' αΰτοΰ προταθεΐσαν υπόθεσιν τής πα-
ραγωγής τοΰ ενός ε'ίδους άπό ετέρου;» Άνεγνω άράγε
δτι καί ό Κυβιέ κα: ό 'Αγαζίζ καί ό Αγ^Ιθ •/.α! 5 ΒΐΌλνηβ κα'ι 5
Βοολγερ άπέκρουσαν την υτόθετιν τού Δαρδινου ώς εξϊλεγχομένην
ψίυ?ή ΰπ' των νόμων τής ιρύτεως, άνέγνω δέ κ»! τα δημοσιευθέντα
υπο τού προέδρου τής άνθρωπολογικής έταιρίας των Παρισίων;
«Έγώ ουδίμίαν δύναμαι νά χτοΰεγβώ έκ των διδασκαλιών περί
παραγωγή; των ζωϊ/.ών ίντων διά τής εξελίξεως καί μεταμορφώσεως
των εΐδών. Αί δχρβίνειοι θεωρίαι προσκροίουσιν εις γεγονός φυσιολο-
γικίν άδιαφιλονείκητον δ'.ατελοΰσιν εις πλήρη άντίθεσιν -/.αί έναντιό-
τητα πρός τόν νόμον τής μή συγχύσεως των ε'δών ?ν μέσω πασών των
επί τής γη; μεταίολών. Ό θέλων νά μείνη πιστός είς την επιστήμην
δφείλει άνα','καίως ν' άζΐδεχθί) την ύπαρξιν καί διατήρησιν των εΐ¬
δών ώς γεγονός άρχέτυπον, ουδέ πρέπει νά θυσιάζη τάς θετιχάς
γνώσεις καί τάς βεβαιωθείσας επιστημονικάς αληθείας εις υπόθεσιν
(την δαρβίνειον) ευφυα μέν, άλλά μή έχουσαν υπόστασιν ενώπιον των
πραγμάτων.»
Άγνοεΐ δρά γε ό "Ελλην ίατρός ότι την γενεαλογικήν τοΰ Χέχελ
χλίμακα ό Άγαζίζ έθεώρησεν ώς άποκύημα νοσοΰσης φαντιχσίας
άνάξιον επιστημονικάς μελέτης, ό δέ οπαδός τοΰ Δαρβίνου Φεριέ
ώς έ'ργον άαονενοημένον -/αί καταγέλαστον, ό δέ Μ&ηίθ^ίΐζζα ώς
ΰπονομεϋσαν την δαρβίνειον θεωρίαν καί έιτισΰραν έπ' αυτής τα βέλη
τοΰ μυκτηρισμού; Γνωρίζει αρά γε τα τελευταία εξαγίμενα των πα-
λαιοντολογικών μελετών τα άνατρέψαντα άρδην την δαρβίνειον ΰπί-
5
58 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
θέσιν κα· καταοείςαντα αυτήν άντιφάσχουσαν καί πρός τους νόμΐυς
τής φύσεως -/.αί ττρίς τα πράγματα; Ό ζωολόγος Υίΐη ΒβΠθάβΠ
βεβαιοί ότι, «οΰδεμία παρετηρήθη άλλ:ίωσ·.ς ή ελαχίστη μετάμειψις
ζω'ίκών δντων, οί δέ την μόρφωσιν των εΐδών άποδίδοντες είς την
φυσικήν δαλογή* λανθάνονται», ό δέ Β&ιταηάβ έικκτείνας τάς πα-
λαιοντολογικάς ερεύνας τ;υ επί 350 εΐδών κατέληξεν εί; τα αΰτά
συμπεράσματα, «ουδέ ίχνος παρετήρησα άποδεικνΰον ότι επήλθεν
ελαχίστη των εΐδών μετάμειψις, πλεΐστοι δέ παλαιοντολόγοι έξετά-
σαντες κ*ί άλλα ειδή καί άλλας γεωλογικάς εποχάς ουδέν ΐχνβς
τοσαύτης μϊταμορφώσεως άνεκάλυφαν».
Πρϊν ή ό συγγραφεύς βεδαιώση ότι έξετάζοντες τόν άνθρωπον άπό
τής λιθίνης έποχής καί εντεύθεν απαντώμεν καταφανή τα δείγματα
της βραϊείας επι τα πρόσω εξελίξεως τού καί ότι τα εδρεθέντα ν,ρχ-
νία είς πολλά σ-ήλαια άνήχ,ουαιν είς την τάξιν των δολιχοκεφάλων,
πλησιάζουσαν μάλλον πρός την τςϋ κιμπανζή, εμελέτησεν αρά γε τα
έξαγίμενα, είς ά κατέληςαν αί τελευταίαι επιστημονικαί έ"ρευναι,
βεβαιούμενχ μέν υπο διαφόρων έπιστημονικών έταιριών, έκθέτοντα δέ
είς τόν μυκτηρισμόν καί είς τόν γέλωτα τα υπό τοϋ Χέχελ έκ τής
μορφής κρανίων τινών συμπεράσματα; Τό υπό τοΰ "Ενγην άνακα-
λυφθέ·/ κρανίον ίν^ινι σπηλαίω τής Ελβετίας μ,ή έ'χον, -/.ατά τοϋς
οζαϊούς τοϋ δαρδινισμοϋ, οΰτε τους χαρακτηρας τοΰ χρανίου τοϋ πι-
θήχου, ουδέ τους τοΰ άνθρώπου, εθεωρήθη ώς κρανίον ετέρου άνθρω-
ποειδΐϋς ζώου μεσάζοντος, έξ ου χαρήχθη ό άνθρωπος. 'Αλλ' εσχά¬
τως μυρία εξητάσθησαν κρανία των σημερινών κατοίν.ων τής Αΰστρα-
λίας μηδόλως διαφέροντα τοΰ υπο τοϋ "Ενγην έξευρεθέντος. Ό πε-
ριώνυμος τοΰ Νβ&ηάβΓΐΙιαΙ σκελετίς, ό θεωρηθε'ις ώς μέσος όρος
μεταξΰ άνθρώπου καί πιθήκου, ήτο σχελετός άνθρώπου έν παθολογι-
κη διατελοϋντος χαταστάσει. «Τα παλαιότατα κρανία, έ'γραφεν ό
Βίρχοο, ουδέν έμφαίνβυσι τεχμήρ'.ον δποΒεεστέρας καταγωγής· μόνον
τό τοϋ ΝβΒ,ηάθΓίΙιαΙ έμποιεΐ τό πρώτον τοιαύτην εντύπωσιν, άλλά
τουτο απεδείχθη ήδη ώς παθολογική μόρφωσις». Ή συνελθούσα έν
Στουτγάρτη έπιστημονική σύνοδος έξήλεγξε τάς περί των έξευρεθέν-
των άπολιθωθέντων κρανίων βεβαιώΐεις τοϋ Χέκελ χαί των λοιπών
τοϋ δαρβινισμοϋ ίπαδών ώς -/.αί τα έκ τούτων συμπεράσματα καί τάς
μέν χατέδειξεν άνακριβεΐς, τα δέ ώς όλως φαντασιώδη χαί χιμαιρικά.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 59
Ό Δάρβιν αΰτϊς άνεγνώρισε την σ-ουδαιίτητα των γενομένων νίων
μελετών κατά τής προταθείσης ΰχ' αΰτίΰ θεωρίας περί παραγωγής
τοΰ ενός άπό τοΰ ετέρου ε'ίίους. «Όμολογώ, έ'λεγεν, ότι αί άντιρρή-
σεις αυται είναι βεβαίως σπουδαιόταται, είναι μάλιστα τοσαύτης βα-
ρύτητος, ώττε ί'.άΐημοι παλαιοντολογοι οίοι ό ΒίΐΓΓαηάβ, ο Ρίοίβί,
ό Φαλκόνερ, ώς κα'ι έ-ιφανεΐς γεωλόγοι μετά πολλής δυνάμεως υπε¬
στήριξαν την αρχήν τοΰ άμεταβλήτου των ζωϊκών είδών». Μοναι
των δαρβινιστών τής Ελλάδος αί πεποιθήσεις έ'-
μειναν σταθεραί κ α ι άδιάσειστοι κ α ι ουδέ άντίρ-
ρήσιν άνέχονται κατά των θεωριών τής αΰτομάτου
γενέσεως ν.αί τής μεταμορφώσεως καί μεταμείψεως
των ζωϊκών είδών! «Ούτως, άναγινώσκομεν έν τη πρΐκειμένη
διατριβη, έχωρίσθη 5 επί τής γής ά'νθρωπος καί ά-ετέ?νεσεν ιδίαν
τάξιν, άίήσας έν τοίς σπ«ργάνο·.ς τους έαυτοΰ έξαδέλφους, πρώτους ή
δευτερους ή τρίτους άδ-.αφορον τουτο, Γορίλαν, Κιμπανζή καί Οΰραγ-
κοτάγκον. Ή άλήθεια αΰΐη άντιτάσσΐται κατα οθοροποιών άπο-
πλανήσεω ν.υ
Ά π ο π λ α ν ή σ ε ω ν ; Άλλ' ανέγνωσεν άρά γε ό Έλλην ίατρός
τα δημοσιευθέντα υπό τοΰ μεγαλοφυοΰς 'Αγαζίζ τοΰ καταπλήξαντος
τίυς δύο κόσμους διά των άνακαλύψεων καί μελετών αΰτοΰ, τοΰ
δ'.ευθύνβντος τό πλουσΐώτερον τοΰ κόσμου ζωολΐγικόν μουσείον καί
περί ου ό ΰλιστής Βύχνερ Ιγραφεν, «ό 'Αγαζίζ είναι ό περιφανέ-
στερις των φυοΊθοΊφών», ό δέ Μαηίβ^&ζζα έδεδαίου 8τι «ή γνώμη
τοΰ 'Αγαζίζ ΐσοφαριζει πρός την γνώμην μιάς ό'λης άκαδημίας φυ-
σιαίιφώνιι; «Ή θεωρία τοΰ Δαρβίνου άντίκειται εις τας ορθάς των
φυσικών Ιπιατημών μεθόδους, πρόκειται δέ νά έπιδράση ολεθρίως
έ"ί της προίδου αυτών. Ή ΰπίθείΐς τοΰ Δαρδίνου οέν έκπηγάζει άπό
των παρατηρηθέντων γεγονίτων, άλλ' είναι θίωρία έκ των προτέρων
έΊπνοηΟεΐσα καί άντιτασσομένη είς αρχάς οριστικώς υπό της έπι-
στήμης εγκριθείσα^, άναδίίκνυται δέ εκ διαμέτρίυ έναντία των άρχών
της ζωολογίας καί φυσιολ.ογίας. Ή έπιστήμη θεωρεΐ ώς άξίίομα την
γένεσιν τοΰ ίμοίου έκ τοΰ όμοίου καί τό αμετάβλητον τ:ΰ εΤδους διά
τοΰ ΰΐισταμένου φυσιολογικόν συνϊέσμου. Αί πίΐκιλίαι των άτόμων
τοΰ αΰτ5ΰ εϊδους είναι άναρίθμητοι, άλλ' οΰδεμί* τούτων παρεκβαίνει
των χαρακτήρος τοΰ εί'ίους. Παρίτήρησα 27,000 κογχυλών κα: Βέν
60 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
απήντησα μίαν πρός την άλλην όμοιάζουίαν ακριβώς έν πάσαις ταίς
λεπτομερείας τής μορφης, άλλά καί ουδεμίαν εύρον παρεκδαίνουσαν
των χαρακτήρος τοΰ ε"3:υς ή ύκεμφαίνουσαν άβεβαιότητα περί των
όρίων τΐύτου. Τα γεγονότα καί αί επιστημονικαί παρατήρησις μας
απομακρύνουν τής δαρβινείου θεωρίας καί μα; όδηγοΰσιν εις υπερ¬
τάτην Νόησιν άπον.αλυπτομένην καί έν μέσω τής έξαισίας των άτό-
μων ποαιλίας καί τής άνχλλοιώτου των εϊδών συντηρήσεως.»
Θ ρ η σ κ ε υ τ ι κ α ι μαχροχρόνιοι ά τ. ο π λ α ν ή σ ε ι ς! 'Αλλ'
άνέγνω αρθ" γε ό συγγραφεύς τής διατριβής τα δημοσιευθέντα πρα-
κτικά τής έν Γερμανία άνθρωπολΐγικής έταιρίας τού έ'τΐυς 1882 ;
«Λέν πρέπει νά αϊτιώμεθα τόν Δάρβιν, έλεγεν εις μίαν των συνε-
δριάσεων της έταιρίας ό περιφανής Βίρχοφ, άλλά τοϋς ήμετέρους
τής Γερμανίας φυσιοδίφας, οσοι οιέστρεψαν τας θεωρίας τού μέχρις
ύλιστιχής δίςασίας. Αϋτός ούτος ώμολόγει ότι αι άνατομιχαί καί
φυσιολογικαί περί τοϋ άνθρώπου γνώσεις τού ηταν λίαν περιωρισμέναι,
έφ' όσον δέ καί ά"ν παρωθήσωμεν τάς περί γενέσεως τοΰ άνθρώπ;υ
υποθέσεις ΐθάνωμεν είς τό συμπέρασμα ότι ή πρό τινος διδασκο-
μέ'/7) υπό τίνων θεωρία περί έκπορεύσεως αΰτοΰ ές άΤ,λου ζωϊκοϋ
όργανιΐμοϋ ουδεμίαν εχί'. έχιστημονιχήν ΰπίσταϊΐν. Ή θεωρία α'ύτη
άποδϊίκνυται ψευϊής δταν εμδριθώς μελεΓΓ,σωμεν τα πράγματα, έγώ
δέ φρονώ δτι ή ημετέρα έταιρία νέον έ κ τ ή σ α τ ο τίτλον δό¬
ξης μή θαμβωθεΐσα υπό της δαρβινείΐυ θεωρίας καί διαττ;ρήσασα
πλήρη άταραςίαν, καθ1 ήν εποχήν αυτή εγένετο μετ' ενθουσιασμόν
άποδεκτή υπό τίνων έπιστημίνων.»
Γνωρίζει αρά γε τό συμπέρασμα είς δ κατέληξεν ό ϋι ^ηΐ68
μετά είκ:σαϊτϊ) μελέτην τής δαρβινείου θεωρίας; «Τό προτεινό-
μενον υπό των δαρδινιστών σύστημα πρός αντικατάστασιν των περί
οημιουργίας πε-οιθήσεων τής ανθρωπότητος, εγραφεν Ό διάσημος
ιατρός, εχει ώς σημείον άφετηρίας τό άγνωστον, ώς άποδείξεις τό
κενίν, ώς άναγκαΐον συμπέρασμα τό τερατώδες καί Λ φυσικώς
αδύνατον.»
Ουδέν τούτων ό Έλλην ιατρός άνέγνωσε καί ου¬
δέν έγίνωσκε, λέγω δέ τουτο μετ' άνυποχρίτου πε¬
ποιθήσεως, ουχί πρός μομφήν, άλλα πρός υπεράσπισιν τής κα-
λής τού πίστεως καί τής άγαθης αυτού προαιρέσεως. 'Ανήρ έ'ντιμος
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
61
καί επιστήμων, οΐος ό γράψας, ουδέποτε θά επεκαλείτο πρ'ος υπο¬
στήριξιν τής Βοξασίας τίυ την αΰθεντίαν τοΰ Μαητβ£ίΐζζ3., εάν
εγνώριζε την μετάγνωσιν αΰτοϋ, ούδε τα πε'.ράμχτα τ& Πουσέ θά
επρότεινεν ώς έπιχίΐρήματα εάν έγίνωσκεν ότι κατεδέχθησαν πε-
πλανημένα καί ώς τοιαΰτα άπεχροΰσθησαν ΰπί τε τής άκαδημίας
των Παρισίων κα'. υπό πάντων των έπιφανών φυσιοϊιφών, ουδέ Οά
άπέκρυ—ε πάσας τάς γενομένας ερεύνας καί μελέτας επί τής δαρβι-
νείου θεωρίας, οΥ ών κατεδείχθη τό πλημμελές κα! άνυπίστατίν
αυτής. Ό συγγραφεύς άναγνοίις πιθανώς πίνημά τι τ:3 Χέ·/.ελ ή
τοϋ Πουσέ επείσθη περί τής ορθότητος των οΌςασιών των τταρασυ-
ρόμενος υπό τής γενικής των ιατρών τάσεως τοό ΰπάγειν πάντα τα
φαινόμενα, ώς καί αϋτά τα δανοητικά κα! ήθικά γεγονότα καί τα
δπερκίσμια αί'τια τής άρχής των δντων, εις τοΰς μηχανικοϋς νόμους
τοϋ ύλικοΰ κίσμΐυ. Οί ϊατροί, έλεγον είς άλλην περίστασιν, είναι
5λως άναρμίδιοι πρός συζήτησιν μεταφυσικών, κοσμολογικών καί θρη-
σκευτικών ζητημάτων, εφ' όσον, περισπώμενοι υπό των φροντίδων τής
ένασκήσεως τής ίπιστήμης, δέν έγκύψωσιν εις ιδιαιτέρας κα! ένϊελεχεΤς
έπ' αυτών μελέτας. Ή δημοσιευθείσα είς τό Άττικόν Ήμερολίγιον
Βιατριβή νέαν παρίχει απόδειξιν τής αληθείας ταύτης. Ή εμφυτος
τού άνθρώ-ου ίκανίτης τοΰ ένοραν καί διαγινώσκειν την αλήθειαν
επί γεγονίτων άνεπιΐέκτων αίαθητής καί πρακτιχής πείρας, άπο-
χαιΐνοΰται είς τ;υς συγκεντροΰντας αποκλειστικώς τάς σκέψΐΐς καί
παρατηρήσεις των επί όλως υλικών ν.α! μηχανιχών οαινομένων. Επί
δέ των άντικειμένων των μή άποτελοΰντων τό άντικΐίμενον των συνή-
θων σκέψεων καί έπιζητήσεων των ιατρών, ευκόλως άπΐϊέχονται
την επίλυσιν παντός ζητή'Λατος σύμφωνον πρός τας μεθό3;υς καί
την ρΐπήν τΐΰ -νεύματός των. Βουλόμενοι κβί είς επιστβμένην έ~·.-
διδίμενΐι έκζήτησιν -/.αί τάς καταλλήλους έφαρμίζοντες μϊθόοους
νιχώσι βεβαίως την ροπήν τ:ΰ πνεύματος καί καθίστανται ούτω άρ-
μϊδιώτεροι παντός άλλου πρός λύσιν των άνθρωπολογικών -ρ;5λη-
μάτων, άλλ' οϊίτε πάντες ένΐιαφέρονται οϋτε είς τοιαύτας ερεύνας
συνήθως έπιδίϊονται οϋτε ή ένάσκησις τής έπιστήμης έπιτρέ-ε: -άν-
τΐτε είς αυτού; τοιαύτας έκζητήσεις, οί κλεϊστ:1. οέ ή άΐ'.α;:ρ:ΰσιν
ή άκολουθοθντες την ίμπε'.ριν,ήν τ;ΰ πνεΰματίς των ροττην θεωροΰ-
σιν ώς άναςίαν μϊλ,έτης χασάν χε-ΐίθη-ιν ή θεωρίαν μή άτϊοϊει-
62 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
κνυΐμένην διά τής αισδητης των πραγμα'των παρατηρήσεως. Ίδοί»
διατί οί Χάλερ καί οί Φο2ερέ, -/.αί οί Λορδά, καί οί Ββιτιιΐαδ καί
οί Βουφαλίνη -/.μ οί Βοεμέρο έπιχειροΰσι νά ύπερασπίΐωΐι τάς βιο-
λογικάς επιστήμας κατά των οοςαζόντων ότι αυται οδηγούσι τόν
άνθρωπον είς την ΰλοοΌςΊ'αν καΐ τόν σκεπτισμόν, οί δέ μή έγκύψαντες
είς την έμβριθή μελετην τοιούτων ζητημάτων ά—φαίνονται μετ* άπε-
ρισκεψίας καί κουφότητος καί διοάσκουσιν ώς έπιστημονΐκά δόγματα
ΰπβθέσεις ή θεωρίας προτεινομένας πρός απλήν μελέτην καί έρευναν
ή εξίλεγχομΐνας ψευδεΐς υπό τε των φυσικών νόμων κ»ί των πραγ-
μάτων. ΟΊ δέ έν Ελλάδι δαρβίνιαι»! προέβησαν καί περαιτέρω,
διότι ού μόνον την δαρβίνειον υπόθεσιν, έγκαταλειπίμένην ή'ίη υπό
της εν Έσπερία έττιστιίμηί, προτείνουσιν ώς έπιστημ:νικήν αλήθειαν,
άλλά συναρμολογοΰντες ταύτην μετά των μύθων τοϋ Χέκελ κα! των
άσεβειών τίϋ Βϋχνερ άφομοιοϋσιν αύτην πρός τόν άθίϊσμόν καί ύλι-
σμϊν -/.χ την διάνοιαν τής νεότητος στραγγαλίζοντες δηλητηριάζουΐι
τάς -λϊρϊία; /.αί διασείουσι παν αί'ΐθημα ήθικίτητος καί ϋπΐσκά-
πτουσι τάς βα'σεις παντός γενναιου καί ύψηλού φρονήμχτΐς.
Ό Λί'ρόιν ώ μόνον διά των λόγων καί διά των πραγμάτων εοήλου
τα βαθία θρησχευτικά αΰτοί συναισθήματα, άλλ' έδόξαζεν ότι ή άνέ-
λιξις τής πρώτης ζωϊκής κυψΐλης πε~ροικισμένης δια τεραστίας και
άκαταλήχτου δυνάμεως έξ ής παρήχθη διά μεταμορφώσεων καί μ.£-
ταμειψεων τό επ! τής γης ζωϊκόν βασίλειον κα! τό θαΰμζ τής φύσίως,
ό ά'νθρω-ος, είναι ή πλήρης άζόϊειξ;; τής υπάρξεως άπείρου καί
ύπερκοσμίου αίτιότητος, υπερτάτης καί άχαταλήπτου δυνάμεως, παν-
σόφ?υ κ»1 παντοδυνάμου θϊθΰ. Ό Δάρβιν οΰοεποτε άπίδέξατο τή·>
θεωρίαν τής αΰτομάτου γενέσεως τεΰ πρώτου επί τής γης έπιφανέν-
τος πρωτοπλάσματος, οΰϊέποτε άπήγγειλε την επιστημονικήν βλα-
ο?ημίαν τη; βλαΐτησεως τής ζωής άπό τής άνοργάνου ΰλης. «Λέν
βλέπω, ελεγε, διά τίνα λόγον αί θεωρίαι μου θά σχανδαλίσωσι τό
άγνότατον τοΰ άνθρώπου θρησκευτικόν αΓσθημα. Τό μεγαλείον τής
δημιουργίαν εις τούτο μάλιστα έγκειται, ότι άπαν τό επί τής γής
ζωϊκόν βασίλειον επήγασεν έξ ενός ή πλειόνων οντων υπό τοϋ Λη-
μιουργοΰ προικισθέντων δι1 άπεράντου κα! καταπληκτικής παραγω-
γικής δυνάμεως». Ό δέ οπαϊός αΰτοΰ ΑβδίΙ θΓβγ ολόκληρον έξε-
πόνησε σιιγγραίήν, όπως άτ,'Μςτ, την υφισταμένην άρμονίαν μεταξΰ
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
63
τής περί άνελίξεως τής ζωής θεωρίας καί των θρησκευτικώς περ!
δημιουργίας πε-οιθήσεων. «Ή υπόθεσις τοϋ Δαρβίνου, έ'γραφεν, όρα
την τάξιν των τής ζωής φαινομένων ουχί δέ καί τό παραγαγόν αυ¬
τήν αΐτιον. Εάν άπεδεικνύετο ότι τα φαινόμενα ταυτα προέκυψαν έκ
τής άνελίξεως των πρώτων άρχετύπων τή; ζωής καί τής (3αθμ.ιαίας
αυτών μεταβολής, ή ενυπάρχουσα άρμονία μεταξί) τοϋ οργανικοΰ κί-
σμου ν.αί των νέων έμφανίσεων θά ένίσχυε τα έπιχειρήματα περί
προϋχάρςεως σχεδίου καί Λημιουργοΰ» (*). Ό δέ Σπενσερ έφαρμόσας
την δαρβίνειον θεωρίαν επί των ηθικήν καί κοινωνικών φαινόμενον/
διετύπου τάς επί τολ ύποκειμένου τούτου δοξασίας των δαρβινιστών.
«Βεβαίως, γράφει έν τω περί Άγωγή; συγγράμματι αΰτοϋ, ή έ-ι-
στήμη είναι εχθρά των δεισιδαιμονιών, άλλά ?έν είναι εχθρά τής
άληθοϋς θρησ-λείας. Βεβαίως μέρος τι τής χυδαίας έπιστήμης ϊμφο-
ρεΐται πνεύματος άντιθρησκευτικοΰ, τό πνεΰμα Ζμως τ:ύτο δέν ύπάρ-
χει είς την αληθή επιστήμην, την εϊσδχυσαν υπό την επιφάνειαν καί
έμδατεύουσαν είς τα βάθη των φαινομένων. Αληθή; θρησκεία καί
αληθής έπιστήμη, είναι δύο όμαίμονες άδελφχί, τας ίποίας δέ·/
δυνάμεθα νά χωρίσωμεν άνευ βλάβης αμφοτέρων. Ή θρησκεία άκ-
μα'ζει, οταν ΰπηρετήται υπό τής έπιστήμη;, ή δέ έπιστήμη μεγα-
λύνεται, δταν είνε θρησκευτική. Τα μεγαλα φιλοσοφικά έ'ργα δέν
έπήγασαν κυρίως έκ τής διανοίας των άνθρώπων, άλλ' ένεττ/ΐϋϊθη-
σαν είς την διάνοιαν αυτών υπό έςο'χου θρησκευτικόν πνεύματος. Ή
έπιστήμη είναι φιλόθρησκος, διότι ένω δεικνύει είς ήμα; παν ο,τι δυ¬
νάμεθα νά μάθωμεν, γνωρίζει ημίν τα ΐρια πέρα των οποίων ουδέν
νά γνωρίσωμεν δυνάμεθα».
Άλλ'οί έν Γερμανία ύλισταί, ό Βύχνερ, ό Χέχελ, ό Φίγτ, πα-
ραμορφώσαντες την δαρβίνειον υπόθεσιν, συνδυάσαντες μετ' αυτής την
άπονενοημένην περί αΰτομάτου τής ζωής γενέσεως θεωρίαν, βεβαιώ-
σαντες ότι τό πρώτον ζωΐκον κΰτταρον έβλοίστησεν «ΰτόματον άπ3
τής άνοργάνου 'ύλης τής γής καί μυκτηρι'σαντες πασάν περί δημι-
ουργίας πεποίθησιν, παρέστησαν την θεωρίαν περί γενέσεως τΐΰ άν-
θρώπου έξ άλλου ζωιχοΰ πλάσματος ώς την ά'ρ·/ησιν πάσης θρη-
(*) ΝαΙιΐΓαΙ
υπό Α.88Ε
ηοΐ ϊηοοηϋίβΐβά νϊΙίι παΙιΐΓ&Ι Ιΐιβο1ο«7
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
«κευτικής ΙΜχζ κα! πεπϊΐθήσεως, ώς την απόδειξιν μή ΰπα'ρξεως
τρώτης αϊτιότητος καί ΰπερκοσμίου δυνάμεως.
Κα! είναι μέν άληθές 3τι δ συγγραφεύς της έπικρινομένης δια—
τρ'.βής δέν προέθετο ώς σκοπόν την συζήτησιν των μεταξΰ της έπι-
στήμης κα! τής θρησχείας σχέσεων, ουδέ την ανατροπήν θρησκευ¬
τικώς πεπΐιθήσεων, άλλ' εάν δέν υπήρξεν ούτος ό σκοπίς, τοιαύται
είναι αί άναγ/.αίαι συνέπειαι θεωριών ά-οκηρυττβμένων μέν υπό τής
επιστήμας άντιστρατευομένων δέ πρός τοΰς άναγκαίους ϊρους καί
πρός τάς βάϊεις ΰπερκοσμίου ίΒεας καί πεποιθήσεως.
Είς τό τελευταίον τής διατριδης μέρο; ό "Ελλην ϊατφς επιλαμ-
βάνεται τοϋ ζητήματος περί τοϋ μέλλοντος τοΰ άνδρώπου επί τής
γής, καί αγγέλλει ημίν 3τι ό μέλλων επί τής γής ά'νθρωπος δέν θ*
άπ;βή ίΐχυρίτΐρο; τοΰ συγχρίνου κατά τάς σωματικάς αΰτοϋ δυνά¬
μεις, ή εΰκαμψία μάλιστα τοΰ σώματος %μ ή ταχύτης των -ΐδών
θέλουσι μΐιωθή, άλλ' ή τής διανοίας ανάπτυξις ίσται βίβαιότατον
τοΰ μελλοντος τάλϊντον, μετ' αυτής δέ συμβαϊίσει κα! ή ήθική τοΰ
ανθρώ-:υ μ;ρφο>σις, ήτοι ή επ! τής συνειδήσεως αίιτοΰ επίδρασις. Καί
έγώ μέν δέν ϊυμμβρίζομϊ·. τάς ελπίδας ταύτας, εάν μάλιστα επι-
κρατήσωσιν -ϊς τάς συνειδήσεως των λαών αί υλιστικαί θεωρίαι καθ'
άς άρετή -/.αί κακία, καθήκον καί ευθύνη είναι λέξεις κεναί παντός
ν:ήματος, ή αί "ΰ Χέκελ διδχσκαλίαι, καθ' άς ό ά'νθρωπος είναι
πρϊΊϊν τυχϊίας άνελίξεως άνοργάν:υ υλης, ποικιλία τις οΰραγκουτα'γ-
κων ή πιθήχων, άλλ' οΐαιδήπίτε π=ρί τοϋ επί γής μελλοντος τοΰ
άνθρώπου συζητήσεις είναι καθαρά μβταιοπονία, προτιμίτερον δέ εΐ-
ναι νά σκεπτώμίθα μίτ' έμβ,,-ιθείας καί λογικίτητος επί των ένε-
στώτων. "Ηκουσα άπό στίματος δ'.ασήμων ιατρών ότι ή νοσολΐγική
έ-ιΐτήμη εί; νη-ιώΒη δια'κειται θέσιν, Ιπιχρατεΐ. δέ άβεβαιότης περί
την 5ΐ2γ·ωστικ/,ν, άκορία* τελϊϊίόρων μεσων περί την Θεραπ5υτι/.ήν,
σκίτος κατά την πρόγνωσιν τής πορείας των νοσημάτων, πλήρης δέ
αγνβια περι τοϋ τρί-ου τής ενεργείας των χορηγουμένων φαρμα'κων.
Δέν θά ήτ: αρά γε καί λογιν,ώτερΐν καί έπωφϊλέστερον εάν οί νοσ9-
λ:·'5ΐ έπελαμίανοντο τή; μελέτης καί λύσεως των αναριθμήτων ρυ-
■σιολίγΐκών καί παθολογικον ζητημάτων των άναγομένων είς τόν
κύκλον των γνώσεων καί παρατηρήσεών των, πρίν ή έπΐχειρίσωσι
την έςεύρεσιν των περγα;*ηνών της πιθηκίειδίϋς τοϋ άνθρώπου κατα-
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
05
γωγής καί όρίσωσι την ευίςίαν των σωμα'Γων ν.χϊ την ταχύτητα των
ποδών των μετά είκοσιν ή τριάκοντα αίώνας κατοίκων τής γ/;ς;
Καί εάν τουλάχιστον ήιαν σύμφωνοι καί επ! τούτων θά Ι-ω^ελού-
μεθα των γνώσεων καί διδασκαλιών των, άλλ' έν ω κατά Αυγου¬
στον 1885 ό ίατρός τοΰ 'Αττικοΰ Ήμερολογίου μας έδίϊϊσκεν ότι ή
αΰτόματος τής ζωής έκπόρευσις άπό τής ΰλης είναι άλήθεια άϊιαφι-
λονείκητος, ή δέ τοΰ άνθρώπου γενεσις ά-ό τοΰ πιθήκου ^ΐύρία
άναμφισδήτητος, κατά Δεκέμβριον τοϋ αυτού έ'τους έτερος "Ελλην
ίατρός έδημοσίευσε διατριβήν υπό τόν τίτλον «θρητκεία καί 'Επι-
στήμη», δι' ής λάδρος έπ·.τίθ$ται κατά τ:ΰ δαρβ.νισμυΰ κα: των ΰλι-
στιχών θεωριών καί εις ήν ά;αγινώϊΚϊμϊν τα εξής· «Πολλοΐ δέ καΐ
σήμερον, λαμβάνοντες ώς υπίδειγμα πλείστους δσαυς μικράς ώς επί
τό πλείστον άξίας καί σημχσίας ίατρούς, διακρινομένιυς ουχί επί
έπιστημονικοΐς συγγράμμασι καί ΐατρικα'ΐς μελέταις, άλλ' έττί άσϊβεία
καί,ΰλισμω, φρονοΰσιν ότι ή ίατρική άγει είς τόν ΰλισμίν, τουτέ-
στιν εις την άρνησιν τοΰ θε:ΰ καί τής ανθρωπίνης ψυχη;. 'Αδικω-
τέρα ταύτης καί άβασψ,ωτέρα κατά τής έπιστήμης διαβολή ϊέν δύ¬
ναται νά υπάρξη· την τοιαύτην μΐμφήν κα'ι συκοφαντίαν άνήρεσζν
καί άνυπί,ΐτατον άπέδειξαν λ^τρετς της ήμετέρας έ-ιστήμ,ης περι-
φανεΐς. Καί ήμεΐς αΰτοί βεβαιούμεν ότι οσα μεχρι τοϋδε ϊατρικά συγ-
γράμματα διεξήλθομεν (καί διεξήλθομεν τα σπουϊαιότερα), ουδέν ου-
ϊαμοΰ σύνοδον πρός τα τ:ΰ ΰλισμοϋ δόγματα ή πολ=μο3ν τάς θρη¬
σκευτικάς ιδίας άπηντήσαμεν τουναντί:ν μάλισταή σπουδή τής ιατριχής
έπιστήμης έχράτυνεν ημών έν πολλοΐς τάς θρησκευτικάς πεποιθήσεις
καί έ'πεισεν ή;χας περ! τού άνυποστάτου των ΰλιστικών βεωριών» (*).
ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΚΑΛΤΣΟΥΝΗΣ,
Καί ταύτα μέν ό σοφός κα! ό ά'ριστος των παρ' ήμΐν άπολογητών
Σκαλτσούνης. Άλλά τίς αρά γε έκ των της πρζρρ-φιίνης τάξεως θ'
ανεχθή νά πεισθή είς την αλήθειαν των λόγων «ΰτΐΰ καί νά όμολογήσγι
μετ' εϊλικρινείας, ότι έπλανάτο ; Δυστυχώς ή πλάνη ε'ναι πολυ
πλειότερον πείσμων ή ή άλήθεια, καί εξελεγχομένη άγριαίνει καί
-Βάσει δυνάμει προσπαθεΐ νά καταπνίξη εκείνην, υφ' ής τό προσω-
(*) Περιοδικόν ό Σωηίρ. Τεΰχος Δεχ. 1885.
66 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
πεΐον παρουσιάζεται. Ημείς δέ 8έν δυνάμεθα ή κα! αύθις νά εκ¬
φράσωμεν το μύχιον ά"λγος, όπερ καταλαμβάνει πα'ντα συνετόν φί¬
λον τής κοινάς ευδαμονίας κα'ι ττροόδου, διότι τοσούτον ευχερώς κατ
άνυποστόλως διασόρονται κα'ι κατασυκοφαντώνται τα ίερώτατα ΰπά
τίνων έκ τής νέας γενεά;, καί τό τοιοϋτο θεωρεΐται πρίοδος καΐ
ά'α'πτυςις. Έν ω δέ εν τή δυσμικη Εΰρώπη τη τε καθίλικη καί τή,
διαμαρτυρομένη ποικίλαι συγγραοαί προφυλάσαουσι τους πολλοίίς άπό
των ίλεθρίων αΐίθαιρεσιών παραδόςων τινών καί θρασεων άνθρώπων,
κα! περΐ6?ι/.ά Θρ()σκ5υτικά συγγράμματα φέρΐυσιν ώς επιγραφήν τό
της άποκαλύψίως «Κράτει δ έ'χεις», παρ' ημίν σκωρία καί προ-
λήψεις κηρύσσονται, δια ίερά κειμήλια παρελάβομεν παρά των πα-
τέρων. 'Αλλ' ε"θί, εί'θε μηϊέποτε πζρχ τω λαώ νά εϋρωσιν ήχώ αί
δύίηχοι α3ται φωναί, ίνα μή ή εντέυθεν άνεκανόρθωτος ζημία συνί-
παγάγτ] θαΐσον ή βράδιον την κανωλεθριαν. Ουαί δέ είς παν έ'θνος
καί μάλιστα είς τό ημέτερον, δταν άπΛυθαδιάση πρός την πίστιν
κ«ί την θρησκείαν καί τας παραδοσις των πατέρων αυτού.
Γ'.
ΔΝΕΕΔΟΤΔ ΕΖΖΔΗΣΙΔΣΤΙΕΔ ΕΓΓΡΔΦΔ.
Τα κατωτέρω εκδιδόμενα δΰο έκκλησιαστικά έ'γγραφα ευρίσκονται
έν τω 175 χειρΐγρα'φω τής πανεπιστημιακκίς έν Λειψία βιβλιοθή-
κης. Είναι δύο αρχιερέων τής Πελοποννήστυ, τό πρώτον τοΰ άρ-
•/ίτ.·.τ/.ότ.ζ> Μονεμβααίας Νείφΰτου. τό δέ δεύτερον μητροπίλίτοι>
τινός των παλαιών Πατρών, αμφότερα δέ πιθανώς τής δεκατης εκτης
έκατονταετηρίϊος. 'Εκδίϊοντα ι δέ ενταύθα καί διά τό γλωσσικόν αυ¬
τών ενδιαφέρον καί διότι δεικνύουσι τόν ήπιον καί συνετόν τρόπον,
καθ' οί Ικριναν καλ;ν να ϊίοι/.ωσι τό έμπΐΐτευθέν αυτοίς ποίμνιον οί
τότε —(ΐυ;Λ«!ΚίΊ «ιμενες. Έν τω πρώτω ευρίσκεται καί ή εξής
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
67
σημείωσις : Είς τόν λαόν ά ν α γ ν ω σ θ ή τ ω έπ' έ1 κ κ λ η -
σ ί α ς, ήτις καϊ αυτή δεικνύει την πατρικήν τοΰ ποιμένος υπέρ τοϋ
λαοΰ μέριμναν.
Α'.
Νεόφυτος ελέω θεοΰ οίρνιεπίσχοπος Μονεμιβασίας ΰπε'ρτιμος χ*ϊ εξοφχος πάσης
Πελοποννήσου.
Τιμιώτατοι καί εΰγενέστατοι άρχοντος καί καραβοκυραϊοι -ής καθ1
ημάς μητροπόλεως «Ιονεμβασίας καί ό λοιτϊός τοϋ Κυρίου χριστώ-
νυμος λαϊς εν άγίω Πνεύματι τέκνα άγαπητά τής ημών μετριο'τητος,
χάρις ε'ιη υμίν άπασι καί ειρήνη άπό Θεοδ, καί παρ' ημών εΰχή
ευλογία καί συγχώρησις. Δέομαι Κυρίοιι τού θεοϋ κ»1 παντοκράτορος
ίνα ΰγιαίνητε ψυχιχώς τε καί σωματικώς είς ημετέραν εΰφροσύνην
καί πνευματικήν αγαλλίασιν. Γνωστόν έ'στω πάσιν υμίν ότι καί ημείς
χάριτι Χριστού καλώς εχομεν. Όλων τα τίμια υμών γράμματα
ελάβομεν καί την αναφοράν, διά των οποίων δικαιόνετε τοίις ίερεΐς
«ΰτούί, τόν Σακελλάριον, τόν παπά Νικόλαον καί τόν ζαπα Ματ-
θαϊον, πώς είναι καλοί καί αξιοί κα'ι μας παρακαλεΐτε νά τούς συγ-
χωρέσωμεν, ότι δέν τό έκαμαμεν καλά' καί ήμεΐς είς αΰτό δέν
πταίομεν τίποτες. Ή εϋγενεια σας τοΰς κατηγορεϊτε καί πά) ιν άτοί
σας τους άθωώνετε. Καί πάλιν δι' αγάπην σας δέν παραβλέπω τό
ζήΓ/;μά σας. Μόνον άς είναι άνεΰθυνοι άπο την σήμερον καί πάλιν
3ς ξερουργοϋν καί άς εΰλογοϋν καί άς άγιάζουν τόν λαόν ώς καί
πρότερον, βωφρίνως καί ταπεινώς ώς χρή τόν ίΐρέα, εως όποϋ νά
ελθω καί έγώ πρός τα αυτόθι σωματικώς νά σας άπολαύσω. Πλήν
θέλω πρώτον νά έξετάσωσιν οί έπίτρο-οι ημών ο τ; οΐκονίμος, ό
μέγας λογοθέτης καί ό μέγας ρεφερενδάριος έ'τι καί ό εκδιχος ό
κίιρ Νικολός καί οί έπίλοιποι έντιμότατοι κληρικοί καί εί μέν χα'ι
ή άναφορά είναι άληθινή, Ιοτωσαν λελυμένοι τού ΊερουργεΤν ο! άνω¬
θεν ίερεΐς· ή δέ τοϋ θεοΰ χάρις καί ή εΰχή καί εΰλογί* της ημών
μίΓριότητος εί/; μετά πάντων υμών άμήν. ,
Έν μην1. Λεχεμβρίω, ινϊΐΑτιώνος β'.
58 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Β'.
Ό Κύριος ημών Ιησούς Χριστϊς ειπών τω /ίρυφαίω Πετρω οΰχ
άπαξ άλλά λ*ί τρΐς τό εί φιλεΤς μ?, ποίμαινε τα άρνία μου, ποί-
μαινε τα λίγικά εμά χρόδατα, έ'δωχε κ»ί ένεχείρισεν αύτω την
φροντίδα τοϋ "ΐμενειν τα λογικά αυτού ΐφ-ίβατα, ήτοι τί ν χριστώ-
νυμον λαόν, ώς πράγμα χρεΐώδες καί άναγκαιότατον. Άλλά δή
καϊ δι' έργων αυτών ό Κύριος πρώτον ίερα'ρχην εν Ίεροσολύμοις
κεχε-.ροτόνηκεν Ίακωβον τόν άδελφόθεον, όθεν καί καθεξής έκτοτε
καί οί διάϊοχοι έκείνων αρχιερεί; κλϊ ποιμένες χειροτονηθέντες,
προέστησαν έκαστος είς την λαχοΰσαν αυτώ θείθϊν έ-χρχίαν κα'ι
μητρόπολιν. Διότι έ-ει?ή ο άνθρωπος ϊιπλός είναι καί σκνίσταται
έ'κ τε σώματος λέγω κ«ί ψ-ιχής, τοΰ μέν σώματος -/.αί των σωμα¬
τικήν πρχγμάτων ό βασιλεύς κα! ή έ'ςω έςουσία αρχει καί κυριεύει,
των δέ ψυχών την Ιπιμέλειαν καί την φροντίδα ό άρχιερευς έ'χίΐ
ό ταύτην ϋνϊϊεξίμενος. Έπειδή λοιπόν ν.αι έγώ ό έλαχιστος των
αρχιερέων ίδηγία καί προνοία τού άπαντα έπισκοπϊΰντος Θϊ;3, είτα
φροντίδι τΛ ταναγιωτάτου αΰθΐντός καί ϊεΐπίτΐυ τού ίίκίυμεν.κοϊί
πατριάρχου Κωνστανηνουπίλεως, ψήΐω τε και ϊοκιμασια των καθίΰ-
ρεθεντων αρχιερέων χε'.ροτΐνηθείς άνεδεζίμην καί Ιλαβον την ιεράν
καί -οιμαντικήν προστασίαν τής άγιωτάτης μητροπόλεως ταύτης πα¬
λαιών Πατρών, ήδι; συν θΐω σωμχτικώς εις αύτην έφθάσαμεν. Καί
-ρώτον μέν εΰχομαι κα! εΰχαριττώ τω παναγάθω θεώ ότι είρομεν
Ομάς ΰγιεϊς, τ;ύς τε τιμ'.ωτάτους λέγω χληρικοΰς ημών καί τΐ'υς
λίΐπυς Οίίΐϊβϊστάτίυς ίίρεΤς καί τιμιωτα'τΐυς αρχοντας τής πολι-
τειας αλι τον λοιχόν τοΰ Κυρίου χριστώνυμον λαόν, τα άγαπητά
τέκνα τής ημών ταπεινίτητος. ΕΤτα ίέΌμζι τίσΐύτω τυχεΐν έπικου-
ρίας καί βοηβεϊας, ώίτε δ,ινηθήν*! πίΐμα'ναι υμάς καλώς καί βάο-
ί'.λώς, μή μόνον τό ί'διίν συμφέρον ζητεΐν, άλλά καί τοϋ πλησίβν
καί τί κοινόν, έν πάση αγά-ιτ, κ»ί δικαιοσΰ-Λ) καί ευθϋτητι κ»! -α-
τρικη στίργη τε κα! ϊιαθεσει. Τουτο γάρ φροντίζομΐν καί άει φρίν-
τΐίΰμεν καί τούτου χαριν άγρυιτνήσομεν υπέρ των ψυχών υμών, ώς
λόγον ά—?ώίοντες κατά τον θείον απόστολον. Όμως παραινώ καί
εντέλλομα·. πάσιν υμίν Τνα Ιι-ΐτα'σΐηϊβε, καϊ ΰπακΐύητέ ;λοι ευγνώ-
μ;νες, ίνα μίτά χαρας κυδερνώ κχί δ,.εξάγω υμάς εί; την θείαν
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
69
νβμήν, ν.αι :πως σπϊίροντός μΐυ τόν λόγον τοΰ θεοΰ είς τάς καρ¬
δίας υμών, ό τοιοΰ-ος πνευματικος σχόρος μ,ήτε παρά την ό5όν πέση.
καί καταπατηθί), μήτε επί των πετρών, μήτε άλλαχίθι διάκενος
πέση λαί ου φέρη καρπίν, άλλά καταβλίθει; είς τάς καρδίας ΰμώνΤ
ώσπερ εις γήν αγαθήν, αυξηθή κα! καρποφορήση έκατονταπλασίως·
καί πάλιν προ οφθαλμών έχοντες τόν λόγον τοΰ Κυρίου τό «οϋτω
λαμψάτω τό οώς υμών έ'μπρο-θεν των άνθρώ-ων, όπως ί'ίωτι τα
χαλά υμών έ'ργα ν.α: δοςά-ωτι τϊν πατέρα υμών τόν έν -είς οϋρα-
νοΐς». "Εργα δέ άγαθά πιϊα αρχ είναι; ΑΊ ζρεταί, έγχράτεια, λέγω,
και άλήθεια, σωφροσύνη κϊ! ταπί!ν:φροσΰνη, άγά~η, δμόνοια, φιλα-
Βελφία λαί τό αλλήλους ΰπηβετεΐν εν τε έχχληϊία καί τη πολιτεία
"/.αί μή μόνον τό "Βίον ζητεΐν συμφέρον, ά>λά καί τό κοινίν. Οΰτω
γεΰν τάς τοΰ θΐΐϋ έντολας καί τάς αρείας χατορθοΰντες καί ύμε'ϊς
μέν ψυχικώς καί σωματιχώς ώϊεληθή-εσθί αΰςχνίμενοι έν Κυρίω,
έμοί δέ τω ποΐμένί υμών χαράν μεγίίτην και εΰφροσύνην πρ:ςε-
νήσεΐθε. Διότι ό γεωργίς βλέ~ων τα γεώργια πληθυνίμενα ν.αί
αΰξανίμενα χαίρει, καί ό .στρατηγός όρών τ» στρατόπίδον αΰτ:1
ν νίκην χαίρει, καί ό ιατρος όρών την υγείαν τού κάμνον-
τος καί τού ασθενούς χαίρει "/.αί αϋτός. Πολλω γο3ν μάλλον έγο>
θέλω χαρή επ! τή πνευματιν,η υμών γεωργία στρατηγία τε κα! τ?,
χατά των άοράτων έ/θρών νίκ(] κα! ίατρεία των άνθρωπίνων παθών
καί άμαρτιών ότι ουδείς των πάντων άνθρωπον ό άναμ-άρτητος.
Ο'ύτω γοΰν ώς τέκνα μου άγαπητά πο·εΐν παραινώ καί προτρέ—μαι,
καί ούτω φρντίϊατε ποιήσαι, Ίνα καί τής των ΐΰρχνών βασιλείχς
άξιωθώμεν, ής γένοιτο πάντας ήμ.ας έπιτυχεΐν χάριτι καί φιλαν-
θρωπία τοΰ Κυρίου ημών Ίητού Χριστοΰ, ότι αυτώ πρέπει δόξα είς
τοϋ; αΐώνας. Άμήν.
70 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Δ'.
ΠβΣ ΕΓΙΝΕΤΟ Η ΤΕΛΕΤΗ ΤΗΣ ΕΚΛΟΓΗΣ
ΚΑΙ ΕΓΚΑΘΙΔΡΥΣΕίίΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΤ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛ. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΕΝ ΕΠΤΑΝΗΣϋι ΕΠΙ ΕΝΕΤΟΚΡΑΤΙΑΣ.
Κατά την τίταγμένην ημέραν δύο τυμπανοφόρΐι ϊ'.ατρέχοντες την
πόλιν άτυό πρωΐας Ικάλουν διά τυμ-ανο/ρουΐίας τοίις εκλεγείς εις
τόν επί τούτω ωρισμένον τόπον, ήτοι εις τόν κήπον τής Εΰλογημένης
Παρθένβυ, παρα τη Μονή των πατέρων τοΰ τάγματος των Δομινι-
ζ,ανών. Μετά την συνάθροισιν των έκλογεων, μετέβαινε1; είς τόν
τόπον τής έκλογής εν έπισήμω στολ^ ό γενικάς των θαλασαίων δυ-
να'μίων ιτρίβλεπτής, παρακολουθοΰμενος υπό τε των δημοσίαν/ άντι-
προσώπων καί των συνδίκων τής πόλεως καΐ ίκανών λογχοφόρων.
Ούτος άμα φθας άνήρχετο τόν έξαβάθμιον -/.αί οι' οΰρανίας Ιπισκε-
πίμ,ΐνον θρόνον αΰτοϋ, ΐπου έκαθέζετο έ'χων πρό αΰτοΰ τράπεζαν έκ
δεξιών δέ τόν γραμματέ» τής υπηρεσίας καί έξ άριστερών *«ρά τω
θρόνω τάς αρχάς καί τοΰς συνδάους. Παρα τω προβλεπτη ίστατο ό
άρχηγϊς των λογχοφίρων καί μετ1 αυτόν ιερεύς χρατών τόν τίμιον
σταύρον δύο δέ ύ-ασπΐίταί ίοταμενοι παρα τί) τραπέζη έ/.ράτουν
στερεώς τάς κάλπας. Πρό τής ένοίρξϊως της έκλογής ό γενικάς
έπίτροπος τοΰ άρχιεπισκόπου τής Ανατολικώς Έκκλησίν; άπήγ-
γειλλεν έπιτίμιον κατα παντός, εστις ήθελε ψηφίσει χ*ρά συνείδη¬
σιν ή άντί χρηματικής άμοιβής, σιμωνιαχώς. Μετά την έχφώνησιν
τοΰ έπιτιμίου τούτου ήρχετο ή ψηφοφορία. Μετά δέ την άν^δειξιν τοΰ
έχλεκτοΰ τοΰ χλήρου, & νεώτερος έκ των συνδί/.ων καί είς των
ίι-ασπιστών τοϋ προβλεπτοΰ, μεταδαίνοντες παρελάμβανον τόν έκλε-
χθέντα κα! ώδήγουν αυτόν πρό τοΰ ^ρόνου τοΰ έκλαμπροτάτου. ΈκεΤ
δ έχλεχθείς περιβαλλέμενος τάν άρχιερατιχόν μανδύαν, ελάμβανε1;
άπό των χειρών τοΰ προβλεπτοΰ, άνεγειρομΐνου, την ποιμαντοριχή*
ρδδον, Ιχων άποκεχαλυμμέ'νην την κεφαλήν καί άσπαζίμενος έν
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ! 71
βαθεία ύποκλίσει την χείρα τοΰ έκλαμ,κροτάΐου, ός προσφωνών αύτω
ιταρεγγύα είλιχρινή ΰποταγήν τη κυβερνήσει. Μετά την πράξιν ταύ¬
την ό μέν προβλεχτής απήρχετο μετά παρατάξεως οί'κοι, ό δέ άρχι-
«πίσκο-ος περιστοιχούμ.5νος υπό δύο στρατιωτικών ένωμοτιών, με-
τέβαινεν είς ώ ιδιαίτερον αυτού οίκημα, παρακολουθούμενος ίιπό
ζλήθευς λαοΰ, έν ω έν τω μεταξυ ό 8ημοσ·.:ς γραμματεύς, ίστάμε-
νος παρά τον θρόνον, κατέγρα^εν ίν βιβλίω τα βνόματα των κατά
τάξιν πρό αΰτοΰ διερχομένων ψηφβφσρων ίερεων.
Την έπιοΰσαν τής έκλογης ό νέος άρχιεπίσκοπος περιδεβλη-
μένος τόν άρχιερχτιχόν μανδύαν καί κρατών την χοιμαντικήν
ράδδον, υπό διαφόρων δέ Ίερέων, των συνδίκων καί πολλών πολιτών
παρακολουθοΰμενος μετέδαινεν είς επίσκεψιν τοΰ γενικοΰ των θα-
λασσίων δυνάμεων πρΐβλεπτοί. Προ τΐΰ παλατίου τοΰ ττροβλεπτοΰ
^ν παρατεταγμένη ή φρουρά -Ααί τα τίγματα των λογχοφόρων καί
τυφεκοφόρων, 8~ως άπονείμωσι τω άρχιεπισκόπω τας ε'.δισμένας
στρατιωτικάς τιμάς. Πρό τής θύρας, ο~ου ΐσταντο δύο ϋπασπισταί,
•προϋπηντων τόν θρησκευτικόν αρχηγόν τ^ς Ανατολικώς Έκκλησίας
οί αΰλ:κοί, επί τής χλίμακος Ίσταμένϊυ τού ταγματαρχου της
επαρχίας.
Ό προβλεπτής ίστα'μενο; β—ι τής εσωτερικάς θύρας, γέρων επίση¬
μον στολήν, ξίφος καί ράβδον, ύπεϊέχετο τόν αρχιεπίσκοπον, προσερ-
χίμενον άϊχεπη, είς ένδειξιν σεβασμοί, έν τω μέσω των παιανι-
σμάτων. Ό άρχιεπίσκοπος καλυπτόμενος την χεφαλήν ε-ί τω νεΰ-
ματι τοΰ προβλεπτοδ, είσήρχετο μετ1 αΰτοΰ εις την αίθουσαν τής
ύποδοχής, ένθα αμφότεροι έχίθέζοντο επί μεγαλοερεπών όμοίων
έδρών, παρόντων καί των συνδίκων. Μετά τάς συνήθεις φιλοφρονή-
σεις ό άρχιεπίσκοπος απήρχετο προπεμπόμενος υπό μέν τοϋ προ-
δλεπτοϋ μέχρι τής εξωτερικάς θύρας τής κλίμακος, έ'νθα ά-;χαιρε-
τίζων αυτόν άπεκάλυπτίν αύθις την κεφαλήν, υπό δέ τοΰ ταγματάρχου
τής επαρχίας μέχρι των κατωτάτων τής χλίμακβς βαθμίδων, υπό
δέ των ΰπασπιστών μέχρι τής εξωτερικάς θύρας, υπό δέ των σωμα-
τοφυλάκων έκτός τής θύρας έν τή οδώ.
Ή πρός τόν αρχιεπίσκοπον άντεπίσκεψις τοΰ προδλεπτοΰ εγίνετο
διά τοΰ γραμματέως αΰτοΰ, τοΰ ταγματάρχου τής επαρχίας καί τοΰ
των λογχοφόρων άρχηγοΰ, παρακολϋυθουμένων υπό δύο ύπασπιστών
72 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
■/.αί τεσσζρων σωματο«υλικων. Τοΰς άπεσταλμένους τού προβλε-τοϋ
προϋ-ήντων μέν διάφοροι ίερεΐς, επ! τής χλίμζκος παρατεταγμέν;ι,
ΰ-εδέχετο δέ παρα την θύραν τής κλίμχκος ό άρχιε-ίσ/οπος, φέρων
μ»νϊΰϊν καί κρατών την "ΐμαντικήν ρα'ββΌν. Τοϋ άρχ'.ε^ισκίτου δέ
έχοντος δεςιίθεν τόν γραμματέα τοΰ προίλεπτοΰ, εΐσήρχοντο πάντες
εις την τής ΰποδοχης αίθουσαν, έ'νθα κατά τάξιν δεςιίθεν καί άρι-
στϊρόθϊν έχαθέζοτο. Ή έ'ξοδΐς δέ καί άπέλευΐ'ς των επισήμων ξε-
νων, μετά τάς είθισμ.5νας οιλοφρονήσεις, εγίνετο κατά την αύτην
τάξιν τής ελεύσεως καϊ εΐσίδου.
Ε'.
ΜΗΧΑΝΙΚΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ.
Αί άνάγκαι τοϋ άνθρώπου έν τώ κόσμω εισίν ά'πειροι. Ή μυική
αΰτοϋ δύναμις ΰπάρχει άνεπαρκής καί άνίκανος πρός θεραπείαν
των άναγκών αΰτοϋ, αΐτινες συναυξάνουσι μετά τής προόδου καί τοϊ
χολιτισμοΰ.
Εντεύθεν ή τάσις πρός εΰρεσιν μέσων τινών υλικών δι' ών νχ
ένίυναμώνται αί σωματικαί δυνάμεις άς υπέρ των άναγκίον αϊ>ν>ϊ
ϊιέθετε, ή ν ά χρησιμοποιώνται αί φυσι/αί. Εντέυθεν 5 μοχλίς, έν-
τεϋθϊν τί χεχλιμένον επίπεδον, εντεύθεν ό σοήν καί πάσαι αί άπλαΐ
λεγίμεναι μηχαναί.
Αί πρώται μηχαναί ήσαν εργαλεΐα τινά χονδροειϊη, χρήσιμα πρός
την θήραν, την πρός αλλήλους κ»! μετά των θηρίον μάχην, καί
την καλλιέργειαν της γής. Βραδύτερον ή άνάγκη τοϋ ευ εχειν έβελ-
τίωσε ~άντα τα εργαλεΐα ταυτα καί έφεϋρε νέα, δι' ών καί κατοικίαν
νά οί-λθδίμώντα·. καί ένδύματα νά κατασκευίίζωνται καί πάντες έν
γένει νά άνα—υχθώΐιν οί βιομηχανικβί κλάϊοι, οΐτινες έπιτρέπουσιν
είς τον άνθρωπον νά ζτ(, νά λναπτύσσ^ται χαί νά κατακυριεύη τής γής.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
73
Αί πρίοδο: ομως ήταν βραδεΐαι. Έν τώ μίΐω γάρ αϊώνι, μό-
λις απαντώμεν απλάς τινάς μηχανάς, λίαν άτελεϊς, άπαιτούσας,
κατά συνέπειαν, πλήθος έργατών Τνα ενεργηθώσιν. Οί άνεμόμυλοι
καί τα κρεμαστά ωρολόγια όφείλονται είς τόν μεσαίωνα, ουπερ ή
κυριώτερα άνακάλυψις, ή πυρίτις, Ισπειρεν έν τω κόσμω τα πρώ-
τα σπέρματα τού νεωτέρου χολιτισμοα. Βραδύτερον ή τυ—γραφία. ή
άτμομηχανή χαί ό τηλέγραφος Ιπήνεγκαν την μεγάλην ταύτην κοι¬
νωνικήν αναστάτωσιν, καθ' ής λίαν άϊίκως πολλάκις επετεθησαν,
καί ής την αξίαν τότε μόνον δυνάμεθα νά έννοήσωμεν οπόταν στε-
ρηθώμεν έν άκαρεί των σπουδαίον; τούτων βοηθημάτων.
Ή άτμομηχανή υπήρξε τό ισχυρότερον εκπολιτιστικόν στοιχείον
διότι αυτή άνεκοΰφισε τοίις καμάτους τοϋ άνθρώπου, έ'δωκεν αυτώ
τα μέσα τοϋ διακρίνεσθαι άπό των ζώων πρός α ήν όμοιωθείς, απέ¬
δωκεν αύτω άπασαν την ελευθερίαν τής νοημοσύνης αυτού, εδίδαξεν
αυτώ την πρός τοΰς όμοίους ϊσίτητα. Όλα ταυτα τα άντικείμενα
ών σήμερον ποιούμεθα χρήσιν δέν άνήκουσιν εις την ατμομηχανήν;
ή", είς τίνα Ιτερον ή είς τόν άτμόν οφείλομεν την εμπορικήν ημών
κίνησιν καί την αποστολήν των ήμετέρων προϊόντων άπό τοϋ ενός
άκρου τής γής εις τό ετίρο;
Ή δημιουργία των μηχανών ουδεμίαν νέαν εδημιούργησε δύναμιν,
ώς οΰ'τε ό ά'νθρω-ος δύναται νά ίημιουργήση οϊίτε ύλην οΰτε δύνα¬
μιν κατώρθωσεν ομως διά τής έπιστήμης νά μεταχειρίζηται έπω-
φελώς τάς τε ζωϊκάς καί φυσικάς δυνάμεις, ών α! έν χρήσει εισίν ή
βαρύτης (ύδρίμυλος), ό άνεμος (άνεμόμυλος), τα έλατή-
ρια (ωρολόγια), ή θερμότης (άτ^μηχαναΐ) καί ό ήλεκτρι-
σ μ ό ς (τηλέγραφος), δυνάμεις ά'ς ή φύσις έ'θηκεν είς την ημετέραν
διάθεσιν, αίτινες συνυττάρχουσι μετά τής ΰλης, καΐ αίτινες εισίν άναλ-
λοίωτοι. Τάς δυνάμεις ταύτας ή μηχανή μεταμοροοΐ καί μεταδίδωσιν.
Εντεύθεν ό μαθηματικός έρισμός των μηχανών. «Μηχανή έστι
σύστημα διαφόρων όργάνων χρησιμευίντων πρός μετάδοσιν των δυ-
νάμεων», σύστημα 2περ χωρίς ουδέν νά προσθέΊη είς την δύναμιν,
αφαιρεΐ τουναντίον άπ' αυτής μικρίν τι μέρος καταναλισκόμενον εις
την κατανίκησιν των καλουμένων παθητικών άντιστα'σεων,
άλλ' έχον τόν οΰσιώδη χαρακτήρα τής όμοειδοΰς ταχύτητος
της ϊσοχρόνου καί περιοδικης κινήσεως αυτού, μεθ'
6
74 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ής εκτελεί πατάν εργασίαν ήν αύτω έμπιστευίμεθα. Έκ τής ταχύ¬
τητος δέ ταύτης πηγάζει μεγίστη οϊκονομία χρόνου. Υπό μηχανικήν
δέ εποψιν τό εξαίρετον των μηχανών πλεονέκττ,μα είναι τουτο: δτι
δύνανται νά μεταβάλλωσι κατά βοΰλησιν την δύναμιν /.αί την τ α-
χ ύ τ η τ α, τίος δύο τούτους παράγοντας τού μηχανικοΰ έ'ργου των
φυσικών δυνάμεων, και δτι μϊταδίόΌυσι τό έ'ργον τουτο είς πάσας τάς
άποστάσεις καϊ κατά πάσας τάς διευθΰνσεις κατά βουλησιν. Άπέ-
ναντι τής μεγίστης ταύτης των μηχανών άρετής ή έκ των ιταθητι-
ν.ών άντιστάσεων ϊΐηγάζουσα άπώλεια δυνάμεως είναι μηδέν.
Έπιτραπήτω ήμΐν νά συγκρίνωμεν την πεπερασμένην άνθρω-ιίνην
ισχύν, πρός την συνεχή καί ταχείαν των μηχανών ενέργειαν υποθέσω¬
μεν ότι ελλείψει άτμοΰ ήθέλομεν μεταχειρισθεΐ άνθρώπους ή ΐππους
είτε πρός κίνησιν έχ,τάκτου σιδηροδρομικής άμαξοστοιχίας, είτε πρός
κίνησιν τής ελικος των άτμοπλοίων' υπολογίζοντες ότι ό άτμόϊππος
(«ΛβΥΒ,Ι ναρβϊΐΓ) ισοδυνάμει πρός 3 'ίππους συνήθεις ή πρός 7
εργάτας άνδρας, τότε ήθέλομεν χρειασθεΐ 1400 άνδρας ινα κινή-
νωμεν μηχανήν σιδηροδρομικής άμάξης 200 ίππων δυνάμεως, καί
14,000 άνδρας πρός κίνησιν μηχανής ατμοπλοίου έχοΰσης 2000
ίππων δύναμιν. Μεθ' δλα δέ ταυτα ουτε ή κίνησις έ'σται όμοειδής
οϋτε ή ταχύτης ή αυτή πρός την τοΰ άτμοΰ.
Ή σύγκρισις αυτή άγει ημάς είς την εκτίμησιν τής ανθρωπίνης
ίσχύος ώς κινητηρίου μηχανής θεωρουμένης.
Ό ά/θρω-ος, Ε~ως καί τα ζώα, ίφείλει την ισχύν αϋτοϋ είς τάς
τροφάς, αΐτινες είσαγόμεναι έν τω στόματι τρίβονται διά των οδόν¬
των καί άλφιτοποιοΰνται, καί μιγνύμεναι μετά σιέλου κατέρχονται
είς τόν στόμαχον, έν ω ερχόμεναι εις επαφήν μετά τίνων άντιδρα-
στηρίων καθίστανται εΰδιοίλυτοι καί άφομοιώσιμοι, καί διαμερίζονται
ακολούθως είς τους διαφόρους σωλήνας ών αί παρειαί έ'χουσι την
ίϊιότητα νά άπορροφώσι τάς είς τόν οργανισμόν άναγκαίας θυσίας
καί ν' άπορρίπτωσι τάς περιττάς.
Αί έν τω οργανισμω περαινίμεναι χημιν.αί άντιδράσεις άναπτύσ-
σουσι θερμότητα ?(ς, εν μέν τι μερίς ϊιαφεύγει τοΰ σώματος, τό δέ
λοιπόν «ίράγει τ: έργον όπερ δ ά'νθρω-ος εξωτερικώς εκτελεί· υπο
την εποψιν ταύτην ό άνθρώπινος οργανισμός δύναται νά συγκριθϊ|
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ!
75
πρός ατμομηχανήν ήτις ουδέν έτερον πράττει, ή μετασχηματίζει εις
μηχανικόν ΐρ^ι την θερμότητα ήν τη παρέχομεν.
Μετράς ισχυος άνήρ καταναλίσκει ημερησίως είς τροφήν 251,4
γραμμα'ρια άνθρακος καί 125,5 γραμμάρια υδρογόνου, άτινα με-
τατρέπονται εις άνθρακικόν οξΰ καί είς ύδωρ, ή 2περ ταϋτόν, καίον-
ται ένούμενβ μετά τοϋ οξυγόνου τοϋ εΐσπνεομένου αέρος· άλλά της
καύσεως ενός χιλιογρα'μμου άνθρακος παραγούσης 7000 θερμ:γόνου,
της δέ ενός χιλιογράμμου δδρβγόνου 34000 τοιούτου, ή ημερησίως
υπό τοΰ άνθρώπου καταναλισκομένη ποσότης άνθρακος καί ΰδρογό-
νου παράγει 2185 θερμογόνίυ, ή
2185 Χ 425 — 928625 χιλιογραμμόμίτρα
425 όντος τού μηχανικοϋ ϊσίδυνα'μου τής θερμότητος.
Ή πεϊρα ομως απέδειξεν ότι ό άνθρωπος δέν δύναται νά εργασθή
πλέον των οκτώ ώρών καθ' ήμερονΰκτιον άνευ βλάβης τής ΰγείας
αΰτοΰ, καί δτι ή ΰπ' αΰτοΰ έκτελουμένη έργασία ίσοΰται πρός 7
χιλιογραμμίμετρα κατά παν δεύτερον λεπτόν κατά συνέπειαν τό ήμε-
ρήσιον έργον τοΰ άνθρώπου ϊσίϋται πρός
8 Χ 3600 Χ 7 — 201600 χιλιογραμμόμετρα·
ήτοι τό παραγίμενον έργον ΐσοΰται πρός τα 0,21 τής υπό των τρο-
φών άναπτυσσομένης θερμότητος, των λοικών 0,79 δαπανωμένων Ιν
μέρει μέν έν ταΤς ζωικαΐς λειτουργείαις έν μέρει δέ διαφευγόντων
υπό μορφήν αίσθητης θερμίτητος. Των έντελεστέρων άτμομηχανών
μή παρεχίυσών πλέον των 8 ή 10 τοίς εκατόν, Ι'πεται ότι δ άν¬
θρωπος ύπάρχει ή ύπερτέρα καί τελειωτέρα μηχανή.
Υπό μηχανικόν λοιπόν έ'-ΐψιν ό άνθρωπος ή τό ζώον δύναται
νά παραβληθή πρός ατμομηχανήν έν Υ) αί μέν τροφαί άντικαθιστώσι
την καύσιμον ύλην, οί δέ πνεΰμονίς την έστίαν, καί ό στόμαχος
τόν λέβητα. Όπως δέ έν ταΤς μηχαναΤς ή ποσότης της παραγομέ-
νης εργασίας χοικίλλει αναλόγως τής φύσεως τής καυσίμοΐ) δλης,
ο'ύτω καί έν τω άνθρώπω ϋ^α'ρχει μεγίστη σχέσις μεταςΰ τοΰ ζοσοΰ
τής εργασίας καί τής τροφής των έργατών διά τουτο ώς τρεφέ-
μενοι ήττον καλώς ά μεσημβρινο: λαοί εισί καί ήττον Ιργατικοί
ή οί άρκτωοι· άλλως τε ίνα ό άνθρωπος διατηρήται έν εΰεξία καί
ϋγεία, ή τροίή αυτΐΰ δέον ινα χοικίλλη μετά της ήλικίβς, τοΰ
γέν;υς, τής φυλής καί ιδίως τοΰ κλίματος.
76 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Υπό οικονομικήν ομως έ'ποψιν έςετάζοντες την ανθρωπίνην μη-
χβνήν, βλέπομεν ότι αί πρός τροφήν άναγκαϊαι οϋσίαι εισί, κατ'
ΐσα βάρη, 2Οάκις καί 3Οά*ις ακριβώτεραι ή οί άνθραχες οΐτινες
άλλως τε κατ' ϊσας καταναλώσεις παράγουσι θερμίτητα περισσοτέ¬
ραν κατά συνέπειαν μόλον ότι τό έργον τής ανθρωπίνης μηχαναί
είναι διπλάσιον τού των τελειωτέρων άτμομηχανών, ή μεγάλη ομως
άξία των τροφίμων καθιστα τό έργον των μηχανών δίκάκις χαΐ
ο'εκαπεντάκις εΰδυνοτερον.
Έν Καρά Χισάο Σαρχη, τ^ 38 Σε—εμβρίου 1886.
Δ. ΓΕΔΕΩΝ
ΣΤ'.
ΜΕΛΑΓΧΡΟΙΝΟΙ και ΞΑΝΘΟΙ.
: εχ τοϋ συγγράμματο; θΗΑΚΙ,Εδ ΚθΟΗΕΤ. άγβλμβτοποιο»
χαί ζωγράφου.
/.?ωμα τής «μη- ουδεμίαν αυτΌ καθ" έαυτο θά εΤχε φυσιο-
γνωμικήν ά'ίαν» *> Α ουνεπήγετο μεθ' έαυτου τδ των ό?θαλμών
*" °™'· εΤναί ώ κ«' έξβχήν ϊργανον τής εκφραστικότητος «3
*?οσωπ=υ καί το μάλλον έν σ.γκαινωνία διατελοΰν μετά «5 έγ-
**? , , Κώ πο3 *Ύ«η» ή άξία τοΰ χρώματος- διότι τό ίνερ-
ΐΟχλ ών Τ>ίς κίμ>;ς ίϊβρΥίϊ έπ' ίσης πλνίΡέστατβ κα1 έπ1 Χώ'
ΐΟχλ ών
"Ηδη μετά τάς προεκτεθείσας Ιδίας μ3υ οϊκββεν νοεΐται 5τι ή έ*-
γή μΜ βγβ κα, δπ , μΛ _^ 4 βα81)
?ωμα« ^" άπ0λα65' π4 τής πρπιμήσεώς μο, 'Αλ-
ρις να —οοώ- τις ε!ς τ-οχρώμ5( τών
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΑΗΣ 77
ι
οίαν μείζονα έκείνης ήν κέκτηνται, βλέπει έν τούτοις επ! τοΰ συνό-
λου των άτέμων διαφοράς τινάς.
Ο'ύτω, ψερ' ειπείν, οί μελαγχροινοϊ εΤναι έν γένει ζωηρότεροι,
γοργότεροι, περιπαθέστερα, έκφραστικώτεροι έ'ν τε τω λόγω καί ταίς
κινήσεσιν. Ο! ξανθοι είναι ψυχρίτεροι, σχεχτιχώτεροι, αΰτενέργητοι
καί δέν παρασύρονται υπ'άλλων είναι ωσαύτως εΰπΐΐθέττεροι, Ιρ-
γατι/.ώτεροι, ύποτάσσονται τη τύχη αυτών κα! εΰκολώτερΐν εΰχαρι-
στοΰνται έκ τής καταστάσεως αυτών είναι έπ' 'ίσης οί ά'νδρΐς των
μακροχρονίων σ-ουδών, των έπιπόνων έ'ργων, οί άληθεΐς παραγωγόν
τής βιομηχανίας.
Οί μελαγχροιν;! τής μεσημβρίας, οί ά'νθρωποι τοΰ χαλοΰ οΰρα-
νοΰ, είναι θεωοητικοί μάλλον ή παραγωγοί, κα! τούτου ένεκα ένερ-
γοϋσιν ώθούμενοι υπό τού πάθους %ά τοΰ ένθ;υσιασμοΰ. Πάντες οί
μάρτυρες τοΰ χριστιανισμοΰ ήσαν μελαγχροινοί.
Οί υπέρ μ,ιάς ιδίας άποθνήτλοντες είναι μελαγχροινοί. Οί υπέρ
τοΰ συμφέροντος ν) τοΰ καθήκοντος άποθνήσκοντες είναι ξανθοί.
Ό ξανθός είναι έγωϊττής ή νουνεχής. Ό μελίγχροινός γενναΐος
ή άσύνετος. Ούτως ό ξανθός, όν ή φύσις έγέννησε πτωχόν, πλουτεΐ
άφ' έαυτοΰ, έν ώ ό υπό τοϋ θεοΰ διά πολλών προσόντων πεπλίυτι-
σμένος καθίσταται πτωχός έξ ιδίας ελλείψεως.
Ιδού τί έν ταίς έρεύναις ημών περ: των διασήμων κα:αστάντων
άνδρών εύρομεν.
Πάντες οί μεγάλοι ζωγράφοι κατα'γονται έκ των μεσημβρινών χα>-
ρών, μόνον δέ χαράκται τινές καί £ργάτα¥ μικροσχοπικών έ'ργων,
βραδεϊς καί υπ3μονητικοί, κατάγονται έκ βορρα. Πλήν τίΰ Ρούβενς,
δστις ήτο ξανθός, πάντες οί ά'λλοι είναι μελαγχροινοί.
Μελαγχροινοϊ ωσαύτως ήσαν πάντες οί μεγάλαι μουσικοί, οί με-
γοίλοι ρήτορες, οί τόσον ενεργητικόν καί τόσον ένθουΐιώδεις ούτοι
άνδρες. Πόσα παραϊείγματ*. πόσα ονόματα έ'χω έν τώ σημειωματα-
ρίω μου, άτινα ηδυνάμην νά καταλέξΛ) ένταΰθα, όπως καταδείςω ότι
πάντες ούτοι ήσαν μελαγχροινοί των μεσημβρινών χωρών, καί 8τι
τα λαμπρα προτερήματα τα άναδεικνΰοντα τόν άνθρωζΐν ϊντως εςο-
χον είναι προϊον τοΰ καλοΰ οΰρανοΰ, τοΰ καλοΰ ηλίου! Ό κατάλογός
μου παρίστησιν αναλογίαν π'ίντήκοντα μελαγχροινών άπέναντι ενός
ή 8ύο ξανθών.
78 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Τό αΰτό παραπονείται καί επί των γυναικών ή μελαγχρΐινή είναι
φλογερωτέρχ, περιπαθέστερα, ένεργητικωτερα καί άποφασιστικωτέρα
τής χλωμής ξανθής. Τρέφει πλείονα έ'ρωτα, άλλά καί πλεΐον μΐσος,
ή δέ έκδίκησις αυτής είναι έπιφοβωτέρα.
Ή ξανθή είναι ή γυνή τής οικογενειακάς έστίας, της άγνης φτ-
λίας, τής ΰπακοής* ο!ύτως, άν γ) μελαγχροινή ήναι καλλιτέρα ώς
έρωμένη, ή ξανθή είναι συνήθως καλλιτέρα ώς μήτηρ.
Ή μελαγχροινή άποβαίνει έ'ξοχος τραγωδός· ή ξανθή μίλις δύ¬
ναται νά καταστή μικρά κωμωδός.
Πίσα παραδείγματα ηδυνάμην νά μνημονεύσω ενταύθα πρός από¬
δειξιν τοΰ άληθοΰς τού ίσχυρισμοΰ μου Ι άλλά τότε θ' άπεμακρυ-
νόμην πολί· ά-αιτεΐται ολόκληρον σύγγραμμα επί το3 θέματος τούτου
τής συγ/ρίσεως' όθεν άφίνω έκαστον νά ποιήση παρατηρήσεις καί
σύγκρισις οί'κοθεν, άνασχαλεόων εν τή μνήμη τού, άναδιφών την
ιστορίαν, συμβίυλευόμενος τάς βιογραφίας καί τάς είκόνας καί έξε-
τάζων πρό πάντων, ώς πράττω έγώ καθ' εκάστην, τα ζώντα πρόσωπα.
Τελος •/.α! χωρίς νά θελήση τις νά εξενέγκη απόλυτον γνώμην επί
τού θέματος τούτου, δύναται νά είπη ότι δέν ύπάρχει ά'νθρωπος
τοϋ πνεΰμ.ατος μεταξϋ των ξανθών, ότι όλαι αί μεγάλαι ιδέαι,
αί μεγάλαι έ'ννοιαι, αί μεγάλαι άνακαλύψεις προέρχονται έκ των μ.=-
λαγχροινών, ήτοι των άνθρώπων τής μεσημβρίας άλλ' δτι οί ξανθοί
τοΰ βορρα γινώσχουσι νά ώφελώνται ές αΰτώλ Ή γαλή ή έξαγα-
γοίσα τα κϊ'στανα έκ της πυρας ήτο μελαγχροινή, ή δέ ευφυής συνο-
δοαόρος αυτής ή φαγοΰσα αΰτά άναμφιβόλως ήτο ξανθή.
(Έκ τού γαλλικοΰ).
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ι. ΚΟΥΖΟΣ.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
79
ΕΝ ΕΥΡΟΠΗ
Ζ'.
ΚΡΙΤΙΚΗ
ΕΝ ΕΛΛΑΔΙ.
('Απόσπασ;±α άνεχοότου μελέτας.) *
Καινόν δέν λέγει τις εάν είπη ότι πασών αρίστη καί πιθανωτάτη
είνε ή διόρθωσις ήν αίιτά τα χεφόγραφα κείμενα χαλαιογραφι-
"λώς καί αϋτός ό συγγραφεύς πραγματικώς δύναται νά άσ?αλί-
ση καΐ νά έμζεδώτη κατά τίνα οιονδήποτε τρόπον καί 2μως ή άλή-
θεια αυτή όσον φανερά καί σαφής είνε το'σον καί ώς άρχαιότροπος
καί άχρηστος σχεδόν κινδυνεύει οσημέραι νά νομίζηται πρός βλάβην
τής φιλολογικής έπιστήμης. Εάν μή λεπτομερής παλαιογραφική
Ιρευνα των χοικίλων καί διαφόρων παραφθορών, άς κείμενον τι κατά
τοΐ)ς διαφόρους χρόνους έ'παθεν υπό των άντιγραφέων, καί εάν μή
άκριβής γραμματική κα: γλωσσική καί ά'λλη τού συγγραφέως αΰτοϊ
μελέτη υποτεθή βάσις είς την κριτικήν αποκατάστασιν, πρΐασΐραλί-
ζουσα ο'ύτως είς τάς προτεινομένας μεταβολάς 3ν μή βεβαιότητα πλή¬
ρη τουλάχιστον ομως πιθανότητα την έφικτήν καί αναγκαίαν, άγνοώ
μά τοϋ Έρμοΰ τόν λόγον ποίον ά'λλο θεμέλιον δύναται, άνθρωπί-
νως έπινοηθέν, νά υποτεθή εις τοΰ νφιτικοϋ τό ούχι ευκολον έ'ργον.
Εάν κατά την κριτικήν των άρχαίων κειμένων έπιτρέπηται ημίν τ&
πάντα νά άποτολμώμεν, ουδέν ά'λλο κατορθοϋμεν ή κλονιΰμεν έκ.
βεμελίων καί σείομεν αΰτόρριζον αυτήν την παράδοσιν είς ήν καί
* Ή διατριβή αυτή τοΰ αρίστου ήμ-ών φίλου Πέτρου Ν. Παπαγεωργίου, τού
νεαροΰ, άλλά δεινοΰ παρ1 ή[χΐ"ν κριτικοΰ, αποτελεί [*='ρος έ/.τεταιχΞνη; πραγ^α-
τεί»ς, συντα-χθείσϊ)ζ προ; ανακοίνωσιν έν τω ματαιωθίντι συνεδρίο) τοϋ ένταΐθχ
Φιλολογικοΰ Συλλόγου.
80 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
μένην οφείλομεν τα σωζόμενα κείμενα' όταν δέ την παράδοσιν ά-
φαιρέσωμεν παν άξίωμα καί άποσυλήσωμεν πασάν πίστιν καί παν
γ,ϋρος, τί μένειήμΐν; πού τότε τό θεμέλιον έφ' ου έστηρίξαμεν τό
ζΐιτικόν ημών οίκοδόμημα ;
Τό θεμέλιον υπό τό βάρος των άκρίτων «κριτικών» έπισωρευμά-
των μετεβλήθη ήδη άνεπαισθήτως είς άμμον, γινώσκομεν δέ τί πά-
σχουΐι κατόπιν τα επί άμμου οίκοδομηθέντα· πίπτουσι καί πίχτουΐιν
οικτρώς μεταβαλλόμενα είς άχρηστον λίθων καί χωμάτων σωρόν.
Ηράγματι δέ σωρός άχρηστος είνε το ζλήθος, τό φοβερόν έχεΐνο
καί μ.έγα πλήθος όπερ κατεοόρτισε μέχρι τούδε ίίς των συγγραφέων
την ράχιν ή αΰθαίρετος τολμηρία των νεωτέβων κριτικών. Δέν έπι-
νοοΰσιν οί πλεΐστοι αυτών μεταβολήν σήμερον ταύτην, οζως αύτοι
πάλιν, φανερώς άποδοκιμίζοντες ή", συνηθίστερον, διά τής σιωπής
πλαγίως άποκηρίσσοντες αυτήν, δΐκιμάσωσι την αμφίβολον ήδ:νήν
νά άναστηλώσωσιν αυριον εκείνην; ή είνε ολίγοι καί οσοι άν ά τρείς
/.αί πέντε εν ενί καί τω αυτώ χωρίω προβάλλοντες τάς εΐκοτολο-
γίας (μ.άρτυς έν τΐ!ς νϊωτάτοις πλήν ά7>λων ό Βΐο^άθδ, 'Αριστο-
φανομαστιξ αΰτός) περιάγουσι τόν άναγνώστην είς την πρωτότυπον
αμηχανίαν περί απονομίς των πρωτείων τής . . . άπιθανότητος;
Καί ούτω πασχουσιν οί άρχαΐοι συγγραφεΐς τό παραδοξότατον των
έν τω χίσμω τούτω παθημάτων ουχί τρΐαδες καί πεντάδες άλλά
εϊκοσάϊΐς καί τριακοντάδες όλαι είκοτολογιών κατέχλυσαν καί κα-
ταχλΰζουσι καί νυν έ'τι έλατΐντάϊας όλας χωρίων, χωρίς πολ.λα'κις
μία ές αυτών νά είνε καί κατ' ελάχιστον τής αλλης πιθανωτέρα,
τί λέγω; χωρίς ένίοτε πρός μηδεμίαν νά υπάρχη πιθανός άν μή
ά-οχρών λόγος, πλήν εάν τοιοΰτΐς 5-οληιρθή ό απλούς έ'ρως πρός
χαινοτομίαν καί διαστροφήν τής όρθής καί άθώας παραδόσεως.
Ι'ό δέ άποτέλεσμα δλης ταύτης τής ματαιοπονίας; παρερμηνεΰων
ό εις τόν συγγραφεα, μεταϊιδάσκων αυτόν ό ά'λλος σαδέΐτερα δήθεν
καί σοφώτερα κινδυνεύομεν νά άναΐτλα'σωμεν κατά τον είκοστόν αιώνα,
εάν μή άνεπλ&αμεν ήδη κατά τον έ'ννατον καί δέκατον, ίδιον έκα¬
στος ημών Αϊσχΰλίν καί Σοφοχλέα χαΐ Εϋριπίϊην καί 8λον τό αλλο
τΧττβος των συγγραφέων, ουδέν ά'λλο μέλλοντας κοινόν νά έ'χωσί
τ.ζ-ε πρός τους άπ' αΐώνων κεχοιμημέ'νους ε! μή τό ίνομα.
Άλλά χριτιχή δέν είνε αύτη· εάν «χριτικοΰς» ονομάσωμεν τό
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 81
σμήνος των νεωτέρων αΰτοδαπτίστων κα'ι αΰτοχειροτονήτων οιασκευα-
«τών ή χαραμορβωτών, το'τε άγνοώ πώς έν ταίς σελίσι τής ίστο-
ρίας τής κριτικής θά ένομάζωνται τού λοιπού οί άληθεΐς αυτής μύ-
σ;αι καί ίεροφάνται, ό'σοι πρώτοι κα'ι σαφώς έδίδαξαν ημάς τάς αρχάς
τας υγιεις καί επιτυχώς έφήρμιΐσαν αύτάς εις των συγγραφέων τα
κείμενα. ΙΙοϋ τότε ό Οίΐδ&ιΛοη καί ό Ββητΐβν, δ Ρογβοπ καί ό
Ηβπΐδτβΐ-ΐιυίδ, ό ν»1οΐ£βηαθΓ καϊ ό ΕιΛηΙίβη, ό λΥν/ίτβηΙοαοΙι
και ό Κοραής, ό βθΙιΙβϊβΓτχι&οΙιβΓ καί ό Ηβπηαηη, 5 Βοοΐίΐι καί
ό Εϊΐδθΐιΐ, ό Οοΐθβί καί ι Μαάνί§, όπως παραλίπω άλλους έπι-
■φανεΐς κριτικους και φιλολόγους δευτέρας καί τρίτης τάξεως, ιδία
έν τή σοφή Γερμανία;
Λιεφθαρμένα, ναί, ουδείς πλέον άρνεϊται τοθτ:, παρεδίθηϊαν εις
ημάς των Έλλήνων καί Λατίνων συγγραφέων καί ιδία των ποι^τών
τα κείμενα, σώφρων δέ καί αξιοί τού ονόματος κριτική τουτο οοείλει
νά -/.αταστήση έαυτή έργον, πώς άπό τής παραδόσεως -ιθανω τω
τρόπω άφισταμένη νά πλησιάσΐ) επί πλεΤΐτον πρός την αλήθειαν.
Οτι τουτο έν άθλίως δΐεστρεβλωθεΐσι χωρίοις εις βλίγους μακαρι-
στους και συνεπεσε κα! συμπίπτει, είνε δυστυχώς αληθής λόγος-
πολλαί καθ' εαυτάς αί «ρη1ΐη8,π9,6» λεγόμεναι των κρ'.τικών διορ-
θώσεις είνε πάλιν ολίγαι παρ«6αλλόμεναι πρός των χωρίων τό π) ή-
θος, άτινα έμειναν καί μένουσιν έ'τι Λαί θά μένωσιν ί'σως διά παντός
άδΐόρθωτα έν όσω καί τα ημετέρα μέσα μενουΐι τα αΰτά. Όσα χωρία
εσχον την κακήν τύχην καί μετά φροντίδας τόσας νά κηρυχθώσιν
'ϊΐΐ3Εη&Τοί1ί3,» θά είνε τοιαϋτα καί έν τω μέλλοντι, πλήν εάν έν
τω μεταςΰ θαυμαστή τις τύχη εΰνοήση ημίν δωρουμένη κώδιχας
άρχαιοτέρους των σωζομένων. Διά εικοτολογιών δέν θεραπεύομεν
τα χωρία, τουναντίον δέ «κακόν χαχω δίδοντες ά'κος» προςενούμεν
•σύγχυαιν και κυχεώνα έξ ου ο!)?εμία διεςοϊος είνε πλέον δυνατή.
Ο'ύτω δέ τις κρίνων τα πραγματα δέν δύναται ή μετά γβρας νά
άσπασθη τοϋ ΟοΤθβΙ την γνώμην καί ειλικρινώς νά θαυμάση την
γενναίαν απόφασιν αυτού, ά—φευγοντος νά επιβάλη χείρα είς '/^ίβ.
άτινα νά διορθώση «ώς μέν βούλεται ου δύναται ώς δέ δύναται ου
βούλεται».
Διαφέρουσι τα χωρία περί τής θεραπείας των οποίων καίπερ καί
αυτών νοσοάντων ουδέποτε έπιτρέπεται ήμΐν νά αποβάλωμεν τάς έλ-
82 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
πίδας. Κα! άςιον εΰχης μέν θά ήτο εάν τα όρθά έπήρχοντί άμέσως
καί ευθύς είς των κριτι/ών τας κε^αλάς, διότι
πρεσβεόει πολΰ
ορΰναι τον οίνδρα ποίντ' ε-;σττ^[χης πλέων,
άλλ' άφοΰ τουτο δέν εΤνε δυνατόν,
. . . οιλεϊ γάρ . . . μη ταύτ;) ρίπειν,
καλόν τουλάχιστον είνε καί κέρδος δύναται μέγα νά νομιαθη εάν
δύο καί τριών χριτικών α! φροντίδας, ήττον ή μάλλον τής άλλης ή
άλλη εΰστοχος, δώσωσιν αφορμήν τετα'ρτω τινί είς την πλήρη τοΰ
άληθοΰς αποκαλύψιν. Άναμιμνήσκομαι καί νυν ετι λάμπρου τοΰ Σο-
φοχλεΌυς χωρίου, είς δ διεστραμμένον έν τή τ,αραϊόσει έτίλμησα
εν Ιτει 188Οω, ότε τα πρώτα άπεκινδύνευον κριτικά μελετήματα,
μετά δοκιμάς άλλων φιλολίγων νά προτείνω μικράν τίνα μεταβο¬
λήν θεραπεύουσαν καί υωζουσαν αϋτί. Παραδίβει ήμΐν ό 'ΑΟήναιος
έν βιβλ.
VIII
ρ. 564 ότι ό Σοφοκλής είσήγαγέ που την Ίππο-
δάμειον διαλεγομένην π&ρί τοΰ κάλλους τοΰ Πέλοπος τάοε :
τοιάνδ' εν όψει λίγγα 8ηρατηρί«ν
έ'ρωτος, αατρααφι τιν' ομμάτων εχει,
"Η θ' "ΛΛ.νΐϊΤΑΙ μέν αθτος έξοπΐα 8' Ιμε'-
χ. τ. λ. χ. τ. λ.
Μέγα άμα'ρτημ,α καταισχύνει έν τώ τρίτω στίχω την λαμχράν τής
Ί—ιοϊαμϊίας ρήσιν άνι'ι τοΰ ή Ο' δ λ λ ε τ α ι ό Κιώηΐίβη παρα-
δαλών το παρά Φρυνίχω «ένθάλπϊσθαι έ'ρωτι» έ'γραψίν ένθοίλ-
πεται' ό ΒβΙίΙνβΓ έςΙ3ωκ£ παρά Φρυνίχω «εκθάλπεσθαι Ιρωτι»,
καΐ τουτο τό ρήμα μετήνεγκεν είς τό άπόσπασμα τοΰ ποιητοΰ ό Ε1-
1θη(Ι(: Ιπινευόντων των Ν&αοΐί, ϋΐηάθΓί ·Λαι ΜβϊηβΙίΘ, εί καί τα
ρήματα ένθάλπεσθαι κ«ί έκθάλπεαθαι σπάνια δντα άπαν-
τώΐι παρά μίνοις τοις μεταγενεστέροις.
Ή λέξις, ήν κατ' εμέ έγραψεν ό ποιητής, εΤνε ΘΑΛΠΕΤΑΙ
κακώς ύ-ο των άντιγρ^έων χωρισθεΐσα Θ'ΑΛΠΕΤΑΙ χωρισμόν,
δστις εγένετο αΐτία καί τοΰ παραδΐίρθώματος Θ' ΆΛΛΕΤΑΙ καί
της έκδοχής τβΰ Η ώς ϊνομαστικής Ή άντί τής δοτικής ΤΗι:
αστρα7ϊ/(ν τιν' ομμάτων ε'νΐΐ,
7) θάλπεται μέν οιΰτο; εξοπτϊ δ' έμε'!
Οί άρχαΤ:·. Ο ά λ κ ω έλεγον επί των τοιούτων, ώς ό Αϊτχύλο; έ ν
Προμηθ. 590 «ή Λιος θάλπει κέαρ ίρωτι» καί 649 «Ζεΰς γάρ
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
83
ίμέρου βέλει πρό"; σοΰ τέθαλπτχι»· ώς δέ λέγεται «θάλπειν» καί
«καίειν έ'ρωτι», «φλέγειν πόθω» (Αίσχ. άπόσπ. 239 καϊ Πολυδεύκ.
όνομ. 3, 68) ο'ύτω καί ό Σΐφοκλής τψ. τού καθ' εαυτόν Οαλπομένου
Πέλοπος είπεν ότι «έξοπτα» καί την Ίπποδάμειαν τη άστραπη των
ομμάτων αυτού.
Εάν ή προταθεΤσα μεταδολή κ*ί τότε και νυν κηρύσσηται υπό
των φιλολογούντων αληθής οιόρθωσις, την πρός αυτήν αφορμήν έγώ
καί τότε ευχαρίστως καί νυν έ'τι εΰχαριστίτερον ίμολογώ ότι έ'λαβον
παρά τ;3 Κιιΐιΐιΐίβη. Πρό έτών ΰπερδ'σχιλίων είπεν 5 ποιη-ής :
συν τε δύ' ερ/ομε'νω χαί τε προ ο τοΰ ενόησεν
οππως κε'ρδος &)■ μοΰνός ο' εί πε'ρ τε νοιζστ;
αλλά τέ οί βράσσων τε νόος λεπττ) δ^ *ε αητις,
αλήθειαν, ήτις καί νυν έ'τι έ'ν τε άλλοις πολλοίς καΐ δή καί έν τή
φ'.λολογική έπιστήμτ) κράτει καί ίσχύει.
Χαίρϊΐν έάσω τό άπο'σπασμα τής Ίπποδαμείας άφίθ παρατηρήσω
ότι τρείς τοΰ Άθηναίου κώδηκες έχουσιν ΕΙΘ', πάντως κατβ παρα-
διίρθωσιν γραμματικών άίτατηθέντων εν. τ;3 χωρισμοΰ των γραμμά-
των εν κακόν εγέννησεν έτερον, όπως έ'ν τε άλλοις καί έν τοις
χειρογράφο'.ς συνηθέστατα συμίαίνει, Πολλά τοΰ πράγματος παρα-
δείγματα ίΖρα·) μέχρι τούδε, ουδέν δμως λαμπρότερον τού !ι;ομένου·
είς τόν 170 στίχον τής Ζ τής Όδησσείας :
χ,Οιζος έειχοστω φόγον ή'ΐΛατι οΐνοΐτα πόντον
παρατηροΰτιν οί άρχχΐοι σχολιασταί: «επ' άλλο εΤϊος μεταβζίνει είς
Ιλεον κινών την παρθένον καί τ ό εικός τω τ ε χ ν ι κ φ· τό μέν
γάρ τάς δύο ημέρας τοΰ ναυαγίου ειπείν ηττβν περιπαθές συλλαίών
δέ των ημερών τόν αριθμόν, έν αίς έτελεσε, την συμφοράν έδεινβ-
ποίησεν»· ίγραφε μέν ό μακαρίτης ϋίηάθΓί ότι κίκολοδωμένον είνε
το χωρίον, δέν ένόησεν δμως ότι μεταγραπτέον καί τό εϊκοστω
τεχνικώς- έφωράσαμεν κίί εχομεν," βλέπεις, τόν άντιγραφέα,
όστις ά?οΰ την μίαν λέξιν ΕΙΚΟΣΤΩι έχώρισεν είς δύο ΕΙΚΟΣ
ΤΩι (ΘΑΛΗΕΤΑΙ —Θ'ΑΑΛΕΤΑΙ) μετέίαλεν είτα καί τό τεχνι¬
κώς είς τεχνικω (η θ'— εΐθ') όπως στηρίξη την μετεωρον μεί-
νασαν δοτικήν τ «ο !
Πλουσίω; τοΰ κριτικοΰ τ:ΰς κόζοας δύναται νά άνταμίίψη ή άσχο-
λία αΰτοϋ περί χωρία ών ή θερακίία μή άπαιτοΰσα άλλα ή ή"κια
84 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
φάρμακα δύναται νά είνε ταχεΐα αμα κα! άναμφ'.σβήτητος. Κατα
μυριάδας όλας λαμπρώς έθεράπευσεν αϋτά ή Γερμανιχή ιδία κρι-
τιχή, μυριίδες ΐμως δπολεί—νται έ'τι, τίς δ' άμφιβάλλει ότι καί
ταυτα επιτυχώς θά Βυνηθώσι νά θεραπεύσωσιν οί φιλίλογοι εάν
■σχουδίζωσιν αμα μέν παλαιογραφιχώς νά έρμηνεΰωσι τάς διαφθο-
ράς συμφώνως πρός όσας άλλας ομοίας έ'ζαθϊ τό κείμενον αμα δέ
καί νά βεβαιώσιν, εί δυνατόν, τάς ίιορθώσεις διά τής πραγματικήν
τοϋ συγγραφεύς ή ά'λλων συγγραφέων χρήσεως καί συνηθείας ;
Μικρά δέν είνε τίτϊ ή έξ αΰτοΰ ήδονή είς τε τόν χριτιχόν καί τοίις
αναγνώστας· κατώρθωσε κατ' άντίθεσιν πρός τους άεροίατοΰντας
«υικρκριτικους» νά αποκαταστήση είς την προτέραν γνησίαν μορφήν
δ,τι ό χρόνος κ»! άλλαι πάθαι ϊιέΐθί'.ραν καί κατήσχυναν, άπα-
ραλλάχτως όπως έν τοις μοοσεί:ις έπιτήϊϊΐος χαλλιτέχνης μετά
προσοχής εΰλαβίϋς συγχολλα τα περυωθέντα τρίμματα άγάλματος
όπως άναδΐίξη πάλιν εις φώς τό αρχαίον κάλλος αΰτοϋ καί κατα¬
στήση ν.αί τοΰς αλλους κοινωνοΰς τής τέρψεως τής εν. "τις θεας.
Έν στ. 638 'κ. έ. τής 'Αντιγόνης ό Σοφοκλής εϊσίγει τόν Κρέοντα
. λέγοντα τω υιώ Αΐμονι:
ούτω γάρ, ώ παΤ, '/ρή δια στφνων ε/ειν,
γ^ώ,υιης πατρώας πάντ' ο"ΐσθεν ^στάναι'
τούτου γάρ οϊίνεκί ανδρες εΰ'/ονται γονας
χατηχόους φύσαντες έν δό^οις εχειν,
ωζ κα*. τον εχθρόν άνταιχύνωντοτι καχοΐς
χαί τόν οίλον τιΐΛωσιν έξ 'ίσου πατρί'
οςτις δ' άνωφε'λητα φιτύει τίχνα,
τί τονδ' αν ε'ίπης οίλλο πλήν αυτώ ττόνους
648 φϋσαι. πολϋν δέ τοΤσιν ίγ θροϊαιν γε'λων ;
[χή νυν ποτ', ώ τταΓ, τας φρΞνας υφ' ήδονηζ
γυναικός εΐ'νεχ' έ/ίβάλτ,ς εΐδώς ότι
ζ. τ.' λ.
Τα άλλα ζάντα έχουσι καλώς, είς τό μέτρον δέ προσκίπτει μό-
νος ό στ. 648, εν ω φέρεται ό δίβραχυς φρένας άντ'ι τού άναγ-
χαίου ϊάμβου (υ—)· πλήν τοϋ μετριχοΰ σφάλματος υποικίυρεί καί
ά7.λο σπουδαιότερον, τής έννοίας αυτής, όπερ διεΐδεν άσφαλέστατος
κριτής κχί γνώμων των τοιούτων, ό Αύγουστος Ν&υοΐί. Παρατηρεΐ
ϊικαίως ό οεινϊς έλληνιστής ότι τό «υφ' ήδονης» θά ήρμοζεν έν τώ
προκειμένω χοιρι'ω εάν άνεφέρετο είς μετοχήν τίνα, οίον «υφ' ήδονης
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ! ι85
δαμείς»· άλλά κα'ι άνευ αυτού, υπό τού Κρέοντος έκφερεται ή γνώ-
μη ότι «είς άνδρας δέν πρέπει νά ήσϊώνται γυνιικών, αδιάφορον δέ.
ήδονής ένεκα ή άλλου τινός, ώς μαρτυρούσιν οί στ. 677 — 680 :
ούτως άμυντε" έατΐ τοίς ζοσμουμΐ'νο'.ς
κουτοι γυναικός ούδαμ'υς ήστητε'α"
κ.οεΐσσον γάρ, ε'ι'περ δεί, π?ος άνορος έκπεσεϊν
χοΰκ' αν γυναιχών 5)σσονες χαλοίμεθ' άν.
Ταυτα δέν έλαβον ϋ-' όψει δσοι άκονήταντες τόν νούν αυτών-
έσποΰδασαν μόνον τό μετρικόν σΐάλμα νά έπζνορθώσωϊΐ, παρέβλε¬
ψαν δέ καί την παράθεσιν «υφ' ήϊονής» καί «γυναικός εΐνεκ'»,
παντελώς τού Σοφοκλέους άναξίαν καί έγραψεν ό Β1&}*άβ5 δ ι* ή-
δ ο ν ή ν, ό Ηβπη&ηη τό άνελλήνιστον πρός ήδονής δπερ έπα-
νέλαβεν ό Η»Γΐυιι§ καί ό Βογ§1£· είχον λησμονή(~ οί σοφοί ά'νδρες
ότι έλληνιστί λέγεται ή πρός (καθ') ήδονήν ή ΰφ'ήδονής·
Σοφ. Α'άντ. 382:
3[ που πολύν γίλωθ' υφ' ήοονης ίίγεις
καί Ήλέκτρ. 871 καί 1153·
γελώσι δ' έχθροί, μαίνεται δ' υφ' ί,οονής
μήτηρ αμήτωρ κ. έ.
Όμοίως υ π' άπιστίης, υπό δέους, υπό άρετής, υπό ρό-
β ο υ, υπό μ ε γ έ θ ο υ ς, ΰ π' ά ν ά γ κ η ς, ΰ π' α ι σ χ ύ ν η ς, υ π'
είιηθείας, ΰ π' ο δ ύ ν η ς, ΰπόχαρας, ίι π ό λ ύ π η ς, ύ π' α¬
γ ν ο ί α ς, ύ π' ά π ο ρ ί α ς, ΰ π' ό ρ γ ή ς κ. τ. ο.
"Εγραφεν ό Μβίηβΐίθ τάς φρένας σύ γ' ή δ ο ν γ^, ά'λλος δέ
εκήρυξεν νίθον τό ΰ φ' ή ο ο ν ή ς· την τελευταίαν πλάνην έλέγχει
κλήν τής χρήΐϊως καί τουτο, ότι σφοδρά απίθανον ότι μεταγενέοτερος
γραμματικός έρμηνεΰων τάς άγνώΐτους τοΰ ποιητοΰ λέςεις έχρήτατο
τω υφ' ήδονής· είχον δέ καί τοΰ ποιητοΰ αί λέςεις έρμηνείας
ανάγκην; έν τί) είν.ασία τάς φρένας σύ γ'ήΒονί] καί τό σ ύ γ'
είνε άχρηστον, άχρηστότδρον δέ τό ή δ ο ν ι) είς 3 άκολουθεΤ. άμέσως τί»
γυναικός ε Τ ν ε κ α. τίς χιστεΰει ότι ό Σοφοκλης έγραψεν ή δ ο ν 9}
γυναικός ε ι νέ κ α άντ! ήδονη γυναικός;
"Εγαρψεν ά'/Λος φ ι λ η δ ί α (!) καί ά'λλος τάς ορένας σ'ΰφ'
ήδονής (τάς φρένας κα'ι σέ κατά τό Όμηρικόν τόνδέσκί-
τ ο ς ο σ σ ε κάλυψιν) καί αλλος τάς φρένας χύθ' ήδονής
καί ά'λλος τάς υφ'ή 5 όν ής φρένας (!), ο~ρ υπό τοΰ Δινδορ-
86 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
φίου μετεβλήθη είς σας υφ' ήδονής φρένας, υπό α>,ΧθΌ είς
τάσδ' υφ' ήδονής φρένας, καί ά'λλος χακίφρονος (άντ:
ϋφ'ήδονής) έν ω ΰπάρχει δήθεν καί «αοβΐΊηί&δ»! Εάν τίΐαΰτα
μέλλωσι νά ζάσχωσι τα έλληνικά κείμενα, πρΐτιμότερον πολλω:
φΐοά γΐιΐθδ ρεπϊδδβ ρβπΐίΐυηι άυοΕ8.
Έμνημίνευσα μέχρι τούδε εϊκασίας νεωτέρων φιλολόγων, παρέ-
λιπον δέ έπίτηϊες την τού Βυζαντιακοΰ γραμματικού Τρικλινίου τάς
φρένας γ' υφ' ήδονής όπως τάξω αυτήν έν τέλει, έπειδή πα-
ραβαλλομένη πρός τάς άλλας είνε κατά την είλικρινη γνώμην μου
πολλω πιθανωτέρα υπό παλαιογραφικήν Ιποψιν τουλάχιστον άλλ'
είνε άνάγ/.η νά άπίδεινθή ότι τό γ ε είνε παντελώς ά'χρηστον έν τω
ήμετέρω χωρίω καί ότι προσελήφθη μόνον χάριν τοϋ μέτρου, είς δ
καί άλλοτε πολλάκις ΰττ^ρίτησε Ά τ«λαίπωρον παρατλήρωμα;
Περίεργον είνε ότι μετά τ'ον Βηιποΐί, Μιΐδ§Γίΐν, Εΐ'ίιιΐ'άί. δοΗϋίβΓ,
^ΟθΤθ καί ά/νλους άρχαιοτέρους έκΒότας τό γ ε, έγχαταλειφθέν ύϊ;ό
των κατόπιν, ήλεήθη υπό τού Άγγλου Οαπιρΐθθΐΐ νεωΐτί γράψαν-
τος ότι τό μόριον εξαίρει την λ. φρένας («γε ιβ^ Ιοβ δυρρθ-
βεά ίο §ϊνβ α 8ΐΓθη§; β^ηρ^α8^8 ίο (ρέ'>ας » !) άπαραλλάκτως
όπως έν ετει 1874 ό ήμετϊρος καθηγητάς Μιστριώτης έ'γραφε: «τό
γ ε άρμόζει διότι ό πατήρ συμβΐυλεύει τόν υϊόν ίνα μή τουλάχιστον
τάς αρέ'ΐας ένεκα ήδονής γυναικός άποβάλϊ;» ΗαΤοβηΙ 8α8, ίαία
"Εκειτο, νομίζω, γεγραμμένον κατά σειράν:
φϋσαι πολΰν δέ τ:ΐσιν έχθροΐσιν γέλων υφ' ή?ονής μή νυν ποτ' ώ
παΤ τάς φ?=ν!*ί γυναικός ενεκ' εκβάλης είδώς δτι κ. έ.
Έ-έστη ό κχιρός τού χωριιμοΰ κατά στίχους καθ* όν εγένετο τό
επόμενον μικρόν σφάλμα:
οίσα'. -ολΰν 8έ τοΤσιν Ιχθροϊυιν γΛων ίιφ' ήδονης
μ.ή νυν ποτ' ώ παΐ τας φρε'νας
γυναικός ενεχ' έκ6άλτ)ς ειδών οΐι"
νεώτερος άντιγραφευ; παρατηρήσας την άνισότητα των στίχων ηθέ¬
λησε νά διορθώση αυτήν καί μετενεγκών τό υφ' ήδονής εις τό
τέλος τοϋ δευτέρου στίχου έ'γραψε:
φϋσαι πολύν δέ τοΐσιν ΙχΟροΤσιν γΛων
μή νυν ποτ' ώ -ϊΐ τάς φρ;'να; υφ' ήοον^ς
γυναιχος εΤνεχ' έχβάλι;; ε;οώ; ότι
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
87
άφροντιστών καί μέτρου καί έννοίας· δέν ένόησεν ότι μεταφέρων έκ
τοϋ τέλους τοϋ πρώτον στίχΐυ είς την αρχήν τοϋ δευτέρου, κατά
την τάξιν των έν τω κώδικι γεγραμμένων, τό υφ' ή δ ο ν ή ς ηδύ¬
νατο νά αποκαταστήση δ τι τού Σοφοκλέους ή χείρ εΤχε γράψη:
φΰσαι, πολύν δέ τοΐσιν έχθροΐσιν γε'λων
υφ' ήδονης; μή νυν ποτ', ω παΤ, τας ορζ'νας
γυναικός ίνεκ' έχβάλϊ]ς εΐδως ότι
χ. τ. ).
Τόν γ έ λ ω τ α τοίς χαιρεχζχοΰσιν έ χ Ο ρ ο ϊ ς συνάκτει ό ποιητής
καί έν Αϊαντ. στ. 79:
ούχ οΐν γελως ή'διστος εις ένθρους γελϊν ;
χαί έν 382 καΐ έν Ήλέχτρ. στ. 1153 :"
γελώσι δ' έχθροί, [ΐαίνεται δ' υφ' ήδονης
μήτηρ άρ-ήτωρ χ. ε.
καί έν 1295· πρβλ. καί Αιαντ. 955—960 και Αϊσχ. Ίχετ. 1008:
μηδ' αϊσχος ή^ν, ήδονήν δ' έ/ΟροΤο ε^οΐς
πράξωιχεν,
χαί Ξενοφ. Κ. Παιδ. 6, 1, 37 «οί έχθροί έφήδονταί μΐι».
Πολλάκις καί επί πολί) άλλοτε είχον βασανίσει τόν νοΰν μου
ζητών να ε'ύρω ο,τι έ'γραψεν ό Σοφοχλής· ουδέν εύρισκον καί μικροΰ
λόγου ά'ξιον άλλά δέν εδίδαξεν ημάς πάλιν ό πο'ητής ότι
το — ζητού|χενον
άλωτόν, εκφεύγει δέ τά[Αελού[ΐενον ; (0!δ. τυρ. 110).
Άνιαρόν καί ά'χαρι έργον είνε είς τοΰς κριτικοΰς ό έλεγχος πα-
ραδιορθωμάτων τινές έξ άγνοίας, πολλοί έξ άφροντιστίας, πλείονες
καί έξ άπλής επιθυμίας νά χαινοτομήσωσιν άποτολμώσι μεταβίλάς
α'ίτινες) αν μή εγκαίρως έξελέγχωνται, έπιδίκιμάζονται άβασανίστως
υπό τούτου, καταχωρίζονται είς τα χείμενα αοθαιρέτως υπό τού ά"λ-
λου, χρόνος δέ ουχ ολίγος καί κόπος ουχί έλχφρός ά^αιτεΊται έ'πειτα
όπως έλευθερώση τις τίος έκδότας άπό τής πλάνης καί τϊν συγγρα-
φέα άπό τοΰ παραδιορθώματος' μα'ρτυς πλήν πολλών ά'λλων ό έ'να-
τος τοΰ Οίδίποδος επί Κολωνω στίχος όστις καί υπό των νεωτάτων
έκδοτών νομίζεται διεφθαρμένος, εί καί είνε έκ των ΰγ'εΐτάτων έξ
Βσων ποχέ έ'γραψεν ό ποιητής, ώς άπέίειξα έν ταίς «κριτι/.αίς καί
παλαιογραφικαϊς συμβολαϊς είς τάς τραγωδίας Σοφοκλέους».
88 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Διαφέρουσιν 5ΐα τταραίΊορθώματα μητέρα έ'χουσιν άγνοιαν ά'λλην·
ή την εκτε'ϊΛαν. Μίλλων περί ταύτης νά διαλάβω έξ άνάγκης θά
άνακινήσω έν τωδε τω τ6πω ζήτημα όπερ πολλαχώς πολλοΰ λό-
γου ά'ξΐον είνε εις ημάς τοΰς φιλολογοΰντας "Ελληνας. Παλαιά! λό-
γιοι τό πρώτον εδήλωσαν καί μεταγϊνεστεροι ά'λλοι κατόπιν υπεστή¬
ριξαν την γνώμην ότι ;ι νεώτεροι "Ελληνες σπουδαϊα προσεπικου-
ρήματα είς την μελέτην τής ελληνικάς αρχαιότητος έ'χομεν αυτήν
την γλώσσαν /αί αΰτ:ν ημών τόν νεώτερον εθνικόν βίον. Εάν ή
φιλολογία τής 8η? Απριλίου τοΰ 1777 έ'τους κατά τόν Γγ. Ατι§.
Υ?Ό1ΐ είνε ή «έττιΐτήμη ή περί τοΰ πνευματικόν βίου των άρχαίων
Έλλήνων καί Λατίνων -ραγματευομένη», ό δέ βίος ούτος περιλαμ-
6άνει την γλώσσαν, τα γραπτά καί καλλιτεχνιχ,ά μνημεΐα καί σύμ-
πασαν την ιδιωτικήν καί δημοσίαν πολιτείαν, άναντιρρήτως πρός
άκριβή το3 άρχαίου έλληνικοΰ κόσμου κατανόησιν καί πλήρη έκ τής
χατανίήσεως ταύτης προ^ινομένην απόλαυσιν αΰτοΰ οΰδένες ά'λλθ'.
δύνανται έπιτηδειίτεροι νά είνε ή οί των παλαιών Έλλήνων νεώ¬
τεροι ά^όγονο'..
Είς την «πραγματικήν» λεγομένην έρμηνείαν των άρχαίων συγ-
γραφέων άνεκτίμητΐν ωφέλειαν παρέχει ή θαυμαστή όμοιότης καί
ταυτότης παλαιών καί νέων έλλην.κών ήθών καί έθίμων, μύθων καί
άλληγοριών, χαρακτήρων καί τρίπων χαί έν γένει παντός 8 τι άναφέ-
ρεται είς τί ν ιδιωτικήν καί κοινωνικόν βίον τοΰ άνθρώπου άπό της
γεννήσεως αΰτοΰ μέχρι της ταφής· εις δέ την «γραμματικήν» έρ¬
μηνείαν όπόση είνε ή έκ τής συγγενείας τής γλώσσης καί τοΰ πνεΰ-
ματος ωφελεία δέν είνε άνάγκη καί νά ΰποδείςη τις, άφοΰ άψευδέ-
στατον μάρτυρα καί μεγαλοφωνότατον τοΰ πράγματος κήρυκα έ'χο¬
μεν οί νεώτεροι "Ελληνες νά έπιδείξωμεν τα άθάνατα έ'ργα τοΰ Ά-
δαμαντίίυ Κοραή, άνδρός μόνου δυστυχώς έν τοσούτω χρόνω δυνη-
θέντος λα;χ-ρώς νά άποδείξτ, τί κατορθοΐ "Ελληνος όρθή καί
αληθής παιδεία. Λέν πρόκειται περί της χρησιμότητϊς τής σπουδής
καί γνώτεως τής νέας έλληνικής ώς γλώσσης καί καθ' εαυτήν καί έν
άναφορα πρός τάς ίνδογερμανικάς, άφοΰ νυν καί ξένοι γλωσσολόγοι
έκ των έπιΐανεστάτων, ό μακαρίτης Γ. Κοΰρτιος καί ό Γουσταϋος
ΜθνβΓ, όπως παραλίπω άΤ,λους, έπανειλημμένως καί διά σοφών έ'ρ-
γων /α! αΰτ:ί ώμολί-,'ηταν καί άλλου; Ιπεισαν νά ίμολογήσωσιν αΰ-
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ 89
την" παραλείπω έχίσης καί νά ΰποδείςω ότι αί πολλαί καί ποιχίλαι
διάλεκτοι, αί κατά τίπους πανταχΐϋ τής ελληνικάς 'Ανατολής όμι-
λοΰμεναι, καί έφανέρωσαν, ώς ά-έδειξαν αί μέχρι τούδε γενόμεναι
εργασίαι, κ»! θά φανερώσωσιν έ'τι μάλλον έν τω μέλλοντι, εάν άκρι-
βέστερον καϊ μεθοδικώτερον μελετηθώσι κα! έςετασθώσι τα κατ' αυτάς,
δπως άγαθγ} τύχη εγένετο υπο τού μόνου έπιστήμονος παρ' ημίν γλωσ-
σολο'γου Γ. Χατζιδάκη, καί έφανέρωσαν, λέγω, κα! θά φανερώσω-
σι νέον, άγνωστον πλούτον τής αρχαιότητος, '6·' μή διασωθέντα έν
τοις γραπτοΐς μνημείοις διετήρησε διά τής συνεχοϋς καί άίΊαπτώτου
προφορικής καί ίστΐρ'./.ής παραδόσεως ό άμαθής καί άγράμματος έλ-
ληνικός λαός. Δέν θίγω τό ζήτημα έν άναφ:ρα καί πρός 8ύο ά'λλα,
τό πολυθρύλητον περί τού σχηματισμίϋ γλώσσης επιστημονικάς δυ¬
ναμένης νά έπαρκέση εις τάς οιανοητικάς τοΰ έ'θνους ανάγκας καί
τό οϋχ ησσον πολυθρύλητον περί της γνησίας καταγωγής.
Την ωφέλειαν τής άκριβοϋς γνώσεως της νέας ελληνικάς εν τη έρ-
μηνευτιχη οί μέν νεώτεραι ξένοι ϊυστυχώς φαίνονται αγνοούντες (*)
ημείς δέ οί Έλληνες δυστυχέστερον καίπερ ί'σως γινώσκοντες δέν
έκτιμώμεν προσηκόντως χαί κατ' αξίαν αυτήν, προτέρημα λαμπρόν
όπερ έπροίχισεν ημάς ή εΰμενής τΰχη. Εΐ^ε δέ τοθτί λυπηρόν καί δι'
άλλους μέν λόγους πρό πάντων δέ διότι τοιαύτη έρμηνεία, ορμω¬
μένη έκ τής παραβολής, ηδύνατο παρ' ήμΐν μεγάλως νά συντελέση
είς ανάπτυξιν καί εΰδοκίμησιν των κριτικών σχουίών, αίτινες, ώς
μή ώφελε, παρημελήθησαν κα! παρχμελοΰνται ετι εί καί συν τη άρ-
χα^ολογική, παλαιογραφική, μυθολογικη, γλωΐσολογικη καί γεω-
γραΐική (τοπογραφι-λή) άσχολία ή κριτική αποτελεί έ'ργον έν ω μάλ¬
λον ή έν παντί αλλω ούναται νά διαπρέψη τοϋ νεωτέρΐυ "Ελληνος
ή ίμολογουμένη ευφυία.
Άληθώς εί-εΐν, μετά τόν κριτιχώτατον Κοραήν έλλην.χή χριτι-
(*) "Αλλοτε τα εργα τοϋ Κο.οατ) ήσαν ΐ:ρόχειρα εις τονς λογίο,ις· νυν ζε'-
νους τ€ κα; ή^ας κατέλαβεν όλιγο,.ο'α τις —ρος αύτά, τ(ν εν Ι^-Ξρει οικα'.ολογεΤ
το δυσεύρετον α^τών ,χή άνατυπωθέ'ντΐϋν άπο ίίπε,οηΐίίσεο; αίώνος. Καί αύτο
τοϋ μαζαρίτου Μάμουχχ τί) ε'ργον θ'.εχο'πη.
7
90 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ν.ή ύψηλή ■αϊ! σπουδαία οέν ήσκήθη πλήν ολίγων έξαιρέσεων.
Ή κριτική, τό λαμζρέτατον τής γραμματικής μέρος, άληθώς
είνε καί τό δυσχολώτατον α^ιτής, πολλών φροντίδων τελευταίον ούσα
έπιγίννημα· άπαιτεΐ κ αί τή; γλώσσης τής άρχαίας γνώσιν άχριβή
•/.αί τοΰπαλαιοϋ σύμπαντος βίου έςέ-ασιν >επτομερη, πρός τούτοις
δέ τοίς έκικτήτοις -/.αί ορθότητα αντιλήψεως καί οξύτητα διανοίας
καί ©αντασίας ζωηρότητα, δώρα ταύτα άτινα ή φύσις οέν χαρίζεται
είς πάν;» θνητίν προσθες ε!; αυτά "/.αί τταλα'.ογραΐΐ'/.ήν ζροπαι-
οείαν "/.:;! άσκησιν μακράν καί μελέτην έπιμελή των έργων των κο-
ρυφβίων τής κριτικής. Άλλ1 εάν οί ςέν;ι ~άσας τάς δυσκολίας νική-
σαντες οιέλαμψαν καί έν τϊ; άσχολία ταύττ) τή εΰγενεστάτη, ής αί
αλήθειαι κατά τόν ΛΥοΙί δέν είνε ήσΐον πειστικαί ή έφ' δσαις οι-
καίως καυχώνται αί άλλαι αί ττραχ.τ'.ί'.αί επιστήμαι (« . . . άίβ ΙνΓΪ-
ίί^... άίβ ζϊι βίπβΓ Τίΐ1αι·1ιβϊ1; ΙβϊΙβί άίβ ηίοΐιί πιίιιάβΓ
ϋΤοβΓζβυ^εηά ίβτ αΐδ άβΓβπ βϊοΐι άίβ βχΐιοίβη λνϊ88βπι3θ1ι&ίιβιι
ΠΐίΙ; Κεοΐιΐ πίΐπηβπ»), διά τί οί νεώτεροι Έλληνες νά μή κατορ-
θώσωσι πλείονα δταν εις την ε^φυίαν αυτών συμπαρομνρτήτη ν.αί παι-
οεία αληθής; οιά τί νά μή ελπίζωμεν κρείσσονα άφοθ πλήν των
ά'λ/.ων βοηθημάτων, /.οΐνων καί είς τοϋ; ξένους, εχομεν ημείς τό
πολύτιμον προσβοήθημα τό έκ τής συγ·^ενείας τής νέας έλληνικής
τρζς την αρχαίαν;
Ή συγγένεια αυτή αμεσώτερον συνδέει ήμ.ας πρός τους Βυζαν-
τιακοΰς, πρός ών την ιστορίαν καί τό πνεϋμα οΐκειοτέρους ή πρός τό
τής αρχαιότητος δύνανται νά οιαθέσωσιν ημάς οί έγγύτεροι χρόνοι.
Καί πώς νά λησμονήση τις οσα έ'παθον οί ξενοι άστεΤα πολλάκις πα-
θήματα μόνον -/.αί μόνον διότι οΰδεμιας ή ϊλίγης ήςιωσαν φροντίδος
την μίταγενεστέραν ημών φιλολογίαν /.αί ιστορίαν;
Κριτικός των έπιφανεστάτων, ό Όλλανϊός ΟοΙόβΙ ευρών έν τή
υπό τΐύ ΒβΙΐΙίβΓ έκδέσει τού Σουίδα έν λ. «Χριστόδωρος» ταυτα:
«εγραψί θαύματα των άγίων ΆΝΑΡΓύρων Κΐσμα καί Δαμιανοϋ»
παρετήρησεν έν το"ίς «συλλέκτοις κριτικόΐς» δτι δέν ενθυμείται άτο-
πώτερον σφάλμα τ:ϋ ΆΝΑΡΓύρων άντί τοΰ ΜΑΡΤύρων δΐν θά
ένέ-ι-τε πάντως είς τό αστείον σφάλμχ ό σοφός άνήρ, ό έςολλανδί-
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ! 91
σας τςΰς "Ελληνας άναργΰρους, εάν βασανίζων τό πραγμα έμάνθα-
νεν έκ τής υπό τού ΒβΓηΙΐίΐΓάν εκδόσεως τοΰ λεςΊκογράφου τ^ κατά*
τούς «'Αναργύρους» ή εϊχε γίννηθή καί αΰτός νεώτερος "Ελλην ότε
άνάργυρος καί αΰτός, όπως οί ά'λλοι ά-ίγονοι των πάλαι έκείνων
«οΐς ή πενία άεί σΰντροφος ήν», καλώς καί έκ πείρας θα έγίνωσκε
καί τοΰ Κοσμα καί Δβμ'.ανοΰ την «άναργυρίαν» ! Περίεργον οέ ότι
εί καί πρό πέντε ό'λων έτών ήλεγξα τό παραδιόρθωμα έν τω «Ά-
βηναίω» (τόμ. 10 σελ. 38) ό δέ ϋνβηοδ καί έπανέλαβε νεωστ'ι
τόν έλεγχον έν τω «Ρηνικω Μουςείω» (τόμ. 38 σελ. 640), ό
Οοΐθθί καί έν τω δεκάτω τομω τής «Μνημοσύνης» (σελ. 413) έν-
νοεΐ άντί πάσης θυσίας νά μεταβάλη είς «μα'ρτυρας» τ:υς «άναβγύρους».
Δέν τολμώ νά εϊπω ότι των μεταγενεστέρων συγγραφέων μόνοι
ημείς είμεθα έπιτήοίΐοι αυτών κριτικοί ν.ι δεξιοί έκδόται· μή λη-
σμονώμεν ότι ή φιλοπονία καί ή παροιμιώδης των ξένων καί ίϊίως των
Γερμανών ΰπομονή δύναται κατά μέγα μέρο; κα! ενταύθα νά άνα-
πληρώση ο τι έλλείπει παρ' αΰτςΐς ώς ξένοις· καί πρός τοΰς άρ-
χαίους συγγραφεύς είνε ξένοι οί ξένοι, ςενώτεροι ή ημείς" καί ίμως
πίσα οΐίίλε'. αυτοίς ή άρχαία φιλολογία! όπερ ήμεΐς εχομεν ~ρο-
τέρημα είνε τουτο, ότι τό ζών γλωσσικόν αίσθημα άπαλλα'σΐίΐ ημάς
άπό πολλών κάκων καί όοηγεΐ εΰθέως αμα καί ασφαλώς είς τα έρθά
καί αληθή· ευρών έν τω σχολίω εις Όμήρ. Όδυσσ. λ 546 «διά
τό εμέ (τον Όϊυσσέα) τοΰ Άχιλλεως έπαρεΐν τα οπλα» ό Οθΐοβί;
(Ιλπίζω τοΰ διδασκάλου ή μεγαλη καί ΰψηλή παιδεία νά συγχωρήση
την τόλμην τοΰ ταπεινοΰ έλέγχου) την λέςιν έπαρεΐν μετέβαλε·»
άδεώς είς λαβείν άπατηθείς υπό τοΰ ϋίηαθΓί κηρΰξαντος «εσφαλ¬
μένην» («νϊίίθδαΐη») την λέξιν. Δέν ηδύναντο οί σοφοί άνδρες νά
γινώσκωσιν ότι οί μεταγενέστεροι διέσωσαν τό έ π α ί ρ ω έν τη άπλη
σημασία τοΰ ηλαμβάνω» (πρβλ. Σοφ. Ήλέκτρ. 634) μεταβαλίντες
καί τον πρώτον άόριστον επήρα είς δεύτερον έν τη άπαρεμφα'τω,
έπαρεΐν άντί έπαραι, ώς καί έν πο7>λοΐς άλλοις (έπάρετε
άντί έ π ά ρ α τ ε κατά τό έπαίρετε, κοπιάσετε άντί κ ο π ι ά-
σατε, όρίσετε άντί όρίσατε κ,τ.λ.) καί ότι έπαίρνω άντί
λαμβάνω (πρδλ. οέρω—οέρνω, σύρω—σέρνω), επήρα
Ι
92 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
άντΐ έλαβον, θά έπάρω άντί θ ά λ ά β ω λέγεται καί νυν ϊτι
Λιατά τό τζά^τ. Ματθαίω «άρον τό σόν καί ΰπαγε».
Διά τοΰς έκτ;θέντας λόγους εϋκολωτέρα ή είς τους ξένους κριτι-
κ:1ις ίνα είς τους "Ελληνας καί ή άαχολία περί τα σχόλια είς
τοΰς άρχαίους συγγραφεύς τα παλαιά· ότι καί ταυτα κακώς παρεδό¬
θησαν ημίν άπέδειξαν αί υπό των ξένων γενόμεναι μελέται εί καί
αυται μήτε πολλΐϋς μήτε ώρίμους καρπους άπήνεγκον μέχρι τούδε.
Ιΐλήρης ενθουσιασμόν πρός την κλασικήν άρχαιάτητα ή φιλολογία
ή νεωτέρα οίίτΐ καιρόν οίίτε όρεξιν ειχε νά άξιώση πολλής φρον¬
τίδος έ'ργα παρηκμακότων χρόνων ών άλλως δέν είχεν έ'τι μάθη καί
την αξίαν ασφαλώς νά έκτιμα. Αί υπό τού μακαρίτου Γουλιέλμου
Δινδορφίου έκπονηθεΐσαι έκδόσεις των σχολίων είς Όμηρον, Αίσχύ-
λον, Σοφοκλέα, Εΰριπίδην κ. ά., εί κα'ι εξεπονήθησαν έν σπουδή καί
βία άλλοτρία πως τή φιλολογικί] έπιστήμη (άς μοί συγχωρήση τού
άνΒρός ή μνήμη) άντικαταστήσασαι τάς παλαιοτέρας συνετέλεσαν
οΰκ ολίγον είς την δικαιοτέραν εκτίμησιν των λειψάνων τούτων τής
'Αλεξανδϊεωτικής γραμματικής καί κριτικής. Πολυτιμότατα έ/.ρίθη-
σαν καί κρίνονται τα σχόλια είς τόν Όμηρον, Πίνδαρον, Αίσχύλον,
Σοφοκλέα καί Άρυτοφάνη άτινα καί μείζονος πρϊσοχής ηξιώθησαν
•/.ατά τίύς νεωτέρους χρονίας. Γνωσταί αί λαμπραί τοϋ Οοΐοβί καί
-3ύ μαθητοϋ αΰτοϋ Κόντου διορθώσεις είς τα Όμηρικά σχόλια καί
αί τ;3 λ"ο1ί είς τα Σοφόκλεια. Των είς Αίσχύλον έκδόσεις εγέ¬
νοντο νέαι ή υπό τού ΚΐΓθΙιΙιοίϊ ν.αί τοϋ Ανβοΐίΐβϊη, των είς Πίν-
ϊαρον (μ=τά την τού ΒδθΗι) νεωστί υπό τοΰ ΑΤθθΙ" διατριβαί έξε-
δέθησαν υπό τοϋ γράφςντος αί «διορθώσεις είς τα Όμηρικά σχόλια»
•/.αί «αί κρ'.τικαί καί παί.αιογραφικαι συμβοί^αί είς τα είς Σοφοκλέα»,
ύ-ό τ:ύ Βορεάόου τα ιιοιορθωτικά ε!; τα είς θίυκιδίδην» καί υπό
τοϋ Βασιλειάϊ:υ τα «δ'.ορθωτικά είς τα είς Λυ'Λ'.ανο'ν» ....
Έν. ψυχής ί"χ/ζ).ν. νά Ϊ3ω καί ά'λλΐυς όμογενεΐς φρίντίζίντας
μέν καί -ίρί τής ;λεταγ£νί;-έρας ημών φιλολογίας έπεκτείνοντας δέ
την κριτιχήν καί είς των παλαιοτέρων συγγραφέων τα κείμενα. Λαμ-
πρά τ;ΐς λογίοι; πρ'κειται νυν άφορμή ή υπό τοϋ βιλογενεστβτοι»
Χρ'.στα'κη Ζωγραφου ιϊρυ-ις τή; «Έλλτ(νι·/.ης Βιβλ'.σθήκης»· φιλο-
τιμηθώμεν οτ.ΐύζ έκ~ληρώσωμεν 'ζι πρό 55 μέν έτών ό άοίθ'μος
Κοραής θερμόν έ'τρε^ε -ο'θον «νά ί'γ, μένωμεν κα! ή;Λϊΐς άσύμβ;λοι
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
93
είς τής επιστήμας την πρόοδον» ν3ν δέ, μετά ήμίσεος αιώνος πά¬
ροδον, βασιλικώτατα έκδηλοΐ πάλιν ό νέος των χρόνων ημών Ζω-
σιμας ίδρΰων την βιβλιοθήκην διά τόν λόγον 8τι «ουδέν γινώσκει
ουτε ΰψηλότερον οϋτε ώφελιμώτερον ουτε έθν.κώτερον τής καλλιερ-
γείας των ελληνικήν γραμμάτων, άφοϋ καί τα πεπολιτισμένα Ιθνη
μετά πολλοΰ ζήλου άσχολοϋνται περί αΰτά» καί έξ ερωτος «πρός
εδραίωσιν καί τ:αρ' ημίν της κριτικής καί έρμηνευτικής έπιστήμης,
πρός διάδοσιν των διωρθωμένων κειμένων έξ ών ύπεκκαυθήσεται ό
ζήλ,ος των ήμετέρων πρός ανάγνωσιν καί μελέτην των άρχαίων
κοιητών καί συγγραφέων καί πρός έπίρρωσιν της ήμετέρας νεοελ-
ληνικής γλώσσης».
Μίί νυν άνωθεν, άλλ' έπ:ντε'νω[ΐεν άνοριχώΐερον
κίδη 'στϊ τοΰτ' έχεϊνο,
ώ ε?α νυν, ω εια πας.
ΠΕΤΡΟΣ Ν. ΠΑΠΑΓΕΟΡΓΙΟΥ.
Η'.
ΚΑΤΑ ΠΟΣΟΝ ΕΙΝΑΙ ΙΣΤΟΡΙΚΩΣ ΑΚΡΙΒΗΣ
Η ΚΟΙΝΉ ΧΡΕ3ΤΙΑΝΙΚΗ ΧΡΟΝΟΔΟΓΙΑ.
Ό Χριστιανισμός είναι δμολογουμένως τό μεγαλειτέρον γεγονός
της παγκοσμίου ίστορίας, τό δέ μεγαλείον αΰτοΰ καί ή επίδρασις ήν
εξήσκησεν επί της καθόλου πορεάς της ανθρωπότητος, έπισκιάζουσι
•πάντα τα προγενέστερα καί μεταγενέστερα αυτοΰ ίστορικά γεγονότα-
καί σήμερον Ιτι, μεθ' όλην την πολυειδή κατ' αυτού αντίδρασιν, ή
έπιρροή αυτοΰ βαίνει αΐίξουσα μάλλον ή μειουμένη, καθόσον μόνος
αΰτός δύναται νά ίκανοποιήση πάσας τάς ανάγκας καί άπαιτήσεις
τοΰ νοός καΐ τής καρδίας τοϋ άνθρώπου. Μεταξί) των μεταβολών δέ
δς έπήνεγκεν έν τω ανθρωπίνω βίω, επίσημον θέσιν χατέχει καί ή
94
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
είς δύο διαίρεσις τοΰ χρένου. Ό Χριστιανισμός, καταργήσας τους
κολυειδεϊς τρίπους τού ΰπολογίζειν τόν χρόνον, τοΰς έν χρήσει μέχρι
τής εμφανίσεως τίυ, άντικατέστησεν αΰτοΰς δι" ετέρου ίμοιομόρφοο
συστηματος, τού ν' άπαριθμώμεν δηλαδή τα έ'τη έ'χοντες ώς βάσιν τή/
γέννησιν τοΰ Ίησοΰ Χριστοΰ χαί άπό τού σημείου τούτου άνερχό-
μενοι ή κατερχόμενοι, καί τόν τρόπον τούτον ακολουθούσα μεχρι τής
σήμερον πάντες οί χριστιανικοί λαοί τής γής, ανεξαρτήτως πάσης
δογματικής διαιρέσεως. Καί την ιστορικήν αλήθειαν τής χρονολο-
γίας ταύτης προτιθέμεθα νά έρευνήσωμεν, έξετάζοντες δηλαδή αν ή.
άρχή αυτής συμπίπτει ακριβώς μετά τοΰ γεγονότος έκείνου, περ! δ
—ριστρέίεται ώς περ ι κέντρον ό Χριστιανισμόν, την επ; τής ν·-ς εμ¬
φάνισιν τοϋ ίϊρυτοΰ τής χριστιανικής θρησκείας, τοΰ_ Ίησοΰ Χριστοϋ.
Τό έ'θος τοϋ ϋΐτολογίζειν τόν χρόνον λαμδανομένης ώ; άφεΐηρίας
τής γεννήσεως τοϋ Ίησοΰ Χριστοϋ, δέν ήρξατο άμέσως άπό τοϋ γε-
γονίτος τούτου. Οί ζρώτοι Χριστιακοί έξηκολούθησαν επί μακρόν
μεταχειριζόμενοι τάς χρονολογίας, αΐτινες ήσαν τότε έν χρήσει. λ.χ.
την άπό κτίσεως Ρώμης, την των Όλυμπιάδων. την άπό τής βα-
σιλείας των Σελευκιδών καί Πτολεμαίων (?ν Ζυρίχ, Παλαιστίνη κα:
Αιγύπτω), καί βραδύτερον οί Χριστιανοί, προ πάντων ά εν Αιγύπτω,
ήρξαντο μεταχειριζίμενοι την εποχήν των Μαρτύρων, αρχομένην
άπό τής εις τόν αϋτονρατορικόν θρόνον αναρρήσεως τοϋ Διοκλητια-
νοΰ (284 μ. Χ.), έί>' ου έξερράγη ό τελευταΐος τρομεράς κατά των
Χριστιανών διωγμός, ή άπό τής εκδόσεως τοΰ διατάγματος τούτου
(302 ή 303 μ. Χ.,) καί την χρονολογίαν ταύτην μεταχειρίζοντο
εισέτι οί Άβυσσινοί. Διότι δέν είναι εΰχερές νά μεταβάλη τις μακράν
συνήθειαν, καί τ.ρ πάντων οταν αύτη άναφέρηται είς τόν καθημε¬
ρινόν βίον καί τάς πολυποικίλους σχέσεις των άνθρώττων πρός αλ¬
λήλους. Μόνον δΐ κατά τάς αρχάς τοΰ εκτου μ. Χ. αιώνος Διονύσιος
ό έ™κληθείς Μιχρός (*), άνανεών τόν ένενηκοντα-ενταετή κύκλον τοΰ
Πάσχα, τόν συνταχθέντα υπό τού πάπα Βίκτωρος, είσήγαγε πρώτος
(*) Διονύσιος ό Μικρός, γεννηθεϊ; εν 2'ίυθία, τ,νψιΐί κ»τά τον 6ον (Α.Χ.
αΐωνα. Ίίν ζάτοχος τη; ελληνικάς χαι λατινικης γλώσσης καί εύρόίας εχκλη-
σιαστικη; ζα'-δεία;. ΕΕναι γνωστο; έν τϊ| Έκχλησιαστικ^ '.στοοία διά την συλ¬
λογήν των ϋυνοο'.χών Κανόνων, έν ή περιε'λαβε καί τα άτ:ο τού 2ιρικίοι>
Η·3/.,-· τοϊ Λ:οντο; Οεσ-;σαατα των παπών. Μετό'φρασϊν εί; τή» λατινικήν τας
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
9ο
την άπό τής γεννήσεως τού Ίησοΰ Χριστοϋ χρονολογίαν, υπολογίση;
ταύτην ώς συμβάσαν τα 753°ν έ'τος άπό κτίσεως Ρώμης· καί έκτοτε
ή χρήσις τής χρονολογίας ταύτης κατέστη συν τω χρόνω γεν.κή (*).
'Αλλά Διονύσιος ό Μικράς υπήρξεν αρά γε άκριβής περί τοΰς ΰπο-
λογισμούς τού; ό Ιησούς Χριστός εγεννήθη χράγματι τό 753ον άπί
κτίσεως Ρώμης, καί έπομένως*τό συμπληρούμενον μετ'ολίγας ημέ¬
ρας έ'τος είναι άληθώς τό 1886™ μετ» Χριστόν; Τό ζήτημα τούτο
θά προσπαθήση νά διαλευκάνη ή παροΰσα οΊατοιβή.
Όΐι Διονύσιος ό Μικράς, όρίσας ώς έ'τος τής γεννήσεως τοΰ Ίησοΰ
Χριστοΰ τό 753 ά-ό κτίσεως Ρώμης ήπατήθη, είναι σήμερον γεγο-
νός άνεπίδεκτον άμφιβολίας. Δέν δυνάμεθα ομως νά όρΐσωμεν μ ε τ ά
πάσης ακριβείας κα! κατά πόσα έ'τη, ένεκα των δΊαφωνουσών
γνωμών των διαφόρων συγγραφέων των έγκυψάντων εις την μελέ¬
την τού ζητήματος τούτου. Μή θεωρούντες ημάς αΰτους έπαρ-Λόΐς
πρός οριστικήν τού ζξτήματος λύσιν, θά πρασπαθήσωμεν μόνον, δια-
κρίνοντες τα βεβαία άπό των άβεβαίων, νά αποδείξωμεν ότι
Α'. Ό Ιησούς Χριστος δέν είναι δυνατήν νά εγεννήθη μετά τα
μέσα τοΰ 749 άπό κτίσεως Ρώμης έ'τους.
Β'. Δέν είναι δυνατόν νά εγεννήθη πρό τώ; μέσων τοΰ 746.
"Αρα τό άληθές έ'τος τής γεννήσεως τού κυμαίνεται άκό τοΰ 746
— 749, καί συνεπώς η χρονολογία την οποίαν ακολουθούμεν ύπολο-
γίζει 4 — 7 έπ' έλαττον έ'τη, ούτως ώστε κατά τους μετριωτέρους
ΰπολογισμούς έντός ολίγου συμπληροΰμεν ΐΰχί τό 1886. άλλά τό
1890 μ. Χ.
Γ'. Τέλος θά ύποδείςωμεν ότι ή σχετικώς πιθανωτέρα
γνώμη είναι, ή Ι κ των τριών άβϊβαίων έτών 746—-749 άπό κτί¬
σεως Ρώμης, ώς άκριβές έ'τος τί;; γεννήσεως τοΰ Ίησοΰ Χριστοΰ
επιστολάς Κυρίλλου τοΐ* Άλεξανορε'ας^ καί της εν τ^ τζόΧει ταύττ; σ^γ/.οο■:^^-
Οείσης κατά των Νεστοριανών Σανόοοϋ.
(*) Οί Ίσπανοι επηκολούθησαν α='χοι τού 1350 {ΐ.Χ. ■Λετα/εφιζόμΞνθ'. την
ίίΐπανικήν λεγομ=νην χρονολογίαν, αρ*/οαε'νην τϊ) 3Ί τ:.., καί λαβο^σαν αφορ¬
μήν εξ έ-αχθους τινος φόρου επιβλτ,θβντος αυτοίς υπο το^ Καίσαρος. ΕΤναι οε
πασίγνωστον ότι ο'. Β^ζαντινοί εξηκο) ο^Οησαν ^π'1 μακρον μ:τα/;ιρι^όαενοι την
απο Λτίσεοις κόσμου (5,008 τ:. Χ.) χρονολογίαν.
96
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Α'. Είπομεν έν πρώτοις ότι ό Ιησούς Χριστός δέν είναι δυνατόν
νά εγεννήθη μετά τα μέσα τοΰ 749 άπό κτίσεως Ρώμης άντ! τοΰ
753, όπερ ΰπολογίζει ή έν χρήτει χρονολογία. Τό Ευαγγέλιον, τό
οποίον καί ώς ιστορικόν βιβλίον έξεταζόμενον είναι κατά πάντα άξιό-
πιστον, άφηγούμενον την γέννησιν τοϋ Ίησοΰ Χριστοΰ, δέν καθορί-
ζει μέν ακριβώς την εποχήν τοϋ γβγονότος τούτου, ά7Λά παρέχει
ημίν έτέραν ένδειξιν, έξ ής δυνάμεθα νά συμπεράνωμεν ταύτην. Μαρ-
τυρεϊ ότι 5 Ίησοϋς Χριστός εγεννήθη επί τής βασιλείας τοϋ Ήρώ-
3ου· «τοϋ Ίησοΰ γεννηθέντος έν Βηθλεέμ τής Ίουδαίας έν ταίς ημέ¬
ραις Ήρώδου τοϋ βα,ΐιλέως» Ματθ. κεφ. Π. Ό Ήρώδης δέ ούτος,
καθά έξάγεται έκ των κατωτέρω, είναι ό πρώτος Ήρώδης, ά έπικλη-
θεις Μέγας, Ίδουμαΐος τό γένος, όστις μετά τόν ΰά·/χται τοϋ Βρού¬
του κα'ι Κασσίου, κατεστάθη βασιλεύς των Ίουδαίων υπό τοϋ Άντω-
νίου. προαχθείς ετι μάλλον υπό τοϋ Αΰγούστου (*). Πρός απόδειξιν
λοιπόν τοϋ ότι ό Ίησοϋς Χριστός δέν εγεννήθη μετά τό 749, άρκεΐ
νά ά-ίδειχθή α') ότι δ Ήρώδης απέθανε τό έ'αρ τοϋ 750 άπό
κτίσεως Ρώμης, καί ότι 6') μεταξϋ τής γεννήσεως τοϋ Ίησοΰ Χρι-
στού καί τοϋ θανάτου τοϋ Ήρώδου μεσολαδεΐ οκτάμηνον κατ' ελά¬
χιστον 8ρον χρονικόν διάστημα. "Οτι ό α' Ήρώδης απέθανε τό 750
άπό κτίσεως Ρώμης μαρτυρεΐται ρητώς υπό τοΰ περιφήμου Ίουδαίου
Ίστορικοΰ Ίωσήπου Φλαδίου, άκμάσαντος ολίγα ?τη μετά τα γε-
γονότα ταυτα (70 μ. Χ.), καί όστις πρός τούτοις ήρύσθη τάς πλη¬
ροφορίας τού ταύτας έκ τοΰ Νικολάου τοΰ έκ Δαμασκοΰ, συγχρόνου
καί οΐκείου τοΰ Ήρώδου. Ό Ίώσηπος λοιπόν, έν τη Έδραϊκή Άρ-
χαιολογία τού, ετ:ς μέν τής είς βασιλέα έκλογης τοΰ Ήρώδου όρί-
ζει τό 714 άπό κτίσεως Ρώμης, επί τής ΰπατείας τοΰ Καλουίνου
καί Πωλίωνος (**), ετος δέ τοΰ θανατου τού, τό 37 τής βασίλειος
(*) Ίωνη)—ου Φλββίου. Έβραΐχη; Άρ/αιολ. Β. 14. «Συναγαγόντες την
Βουλήν (των Ρωμαίων), παρελθών Αντώνιος έδίδασχεν αύτοΰς ώς χ«ί πρός
τον χατά Πάρ8ων πόλεμον Ήρώδην βασιλΕύειν συμοφει χαϊ δόξαν τουτο πάσι
ψΐ)3ίζε~ι: Πρ6λ. Ταχίτου. ΗίδΙθΓ. Ι,.
V.
«Γθ^ηαΐη αί) ΑηΙοπίο Ηβ-
πκϋ (ΙαΙυΐπ νίοΙθΓ Αυ^ιΐδΙαχ ααχίί. (την βασιλείαν την δοθείσαν Ή-
ρώδ>] παρ* Άντωνίου, ό νιχητης Αύγουστος ηϊξησε).
νος (Έ6ρ. Άρχ. Β. 14).
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΑΗΣ
97
τού (*), ή τό τριακοστόν τέταρτον άφότου έκυρίευσε την Ίερου-
βαλήμ, καί έφόνευσε τόν αντίπαλον αΰτοΰ Άντίγονον, όπερ ό αΰτός
Ίώβηπος άναφέρει ώ; γενόμενον τό 717 άπό κτίσεως Ρώμης, τρία
έ'τη δηλαδή μετά την υπό των Ρωμαίων άναγόρευσιν αΰτοΰ ώς βα¬
σιλέως των Ίουοαίων (**). Έπειδή δέ ό Ίώσηπος άριθμεΐ τα ετη,
κατά τό εθος των Ίουδαίων, άρχόμενος δηλαδή άπό τοΰ μηνός Νυάν
(15 Μαρτίου—15 Απριλίου) έξα'γεται 8τι τό 37ον έ'τος άπό τής
άναγορεύσεως τού Ήρώδβυ, ή τό 34ον άπό τής άλώσεως των Ίε-
ροσολύμων, συμπίπτει πρός τό Ιαρ τοί 750 ετους άπό κτίσεως Ρώ¬
μης καί συνεπώς κατά την εποχήν ταύτην έτελεύτησεν ούτος, κα;
άκριδέστερον (***) κατά μήνα Μάρτιον, ολίγας ημέρας πρό τής εορ¬
τής τοϋ Πάσχα των Ίουδαίων.
Δευτέρα Ίστορική απόδειξις τής κατά την εποχήν ταύτην τελευ-
της τοϋ Έρώδου τοΰ Μεγάλου είναι ή λαμβανομένη έκ τής διαρκείας
τής ήγεμονίας τοΰ υίοΰ τού, Ήρώδου 'Αντύπα, τοϋ τετράρχου, τοϋ
θανατώσαντος Ιωάννην τόν Βαΐϊτιστήν. Αποθανόντος Ήρώδου τοΰ
Μεγάλου, ό Αύγουστος, τροποποιήσας έν μέρει την διαθήκην αΰτοΰ,
παρεχώρησε τό μέν ήμισυ τοΰ βασιλείου τού μετά της Ίουδαίας καί
Σαμαρείας είς τόν υϊόν τού Άρχέλαον, τό δέ Ιτερον ήμισυ, διαιρέ-
σας είς δύο τετραρχίας, εδιοκεν είς τοΰς ά'λλους δύο υίους αΰτοΰ, Ή-
ρώδην τόν Άντΰπαν καί Φίλιππον (****)5 οΐτινες κα! έξηκολούθησαν
(*) Τουτο πράξα; ή]^5ρα πίμπττι (ΐεθ' ο μέν Άντίπατρον χτείνει τον «'.όν
τελευτο, βαιηλεύσιΐς μεθ' ο μέν Άντίγονβν «νεϊλεν ετη τέσσαρα χαί τριάχοντα,
μεθ' δ δέ υπό Ρωμαίων άπεδίδειχτο ?τη έπτα χαΐ τριάχοντα (Έ6ρ. Άρχ. 17).
(**) Τουτο τό πάθο; (ή υπό Ήρώδου αλωσις) συνΐβη Τ7) Ίεροσολυμιτών
πόλει ύπατεύοντο; εν Ρώμΐ) Μάρχου Άγρίΐπΐα χαϊ Κανινίαυ Γάλλον, επι της
πέμπτης χαι ογδοηχοστης χαί έχατοστης Όλυμπάδος, με-Α ετη ε'ίχοσι χαι
ίπτα της γενομένης επι ΠομπηΤου τοίς Ίουδαίοις συμφοράς ('Εβρ. 'Αρ/. 17).
(***) Ήρώδης μέν δή έτελεύτα . . . ΆρχΛαος δέ επί μέν Ιβδόμην ημέραν
πένθος τω πατρί τιμών διετέλει ... έν τούτω δέ των Ίουδίίων τινές συνελ¬
θόντες νεωτέρων έπεθύμουν πραγμάτων . . . φανεροΐ τε ήσαν επί μέγα αύξη"-
σαντες την στάσιν, πλήθους έπιρ.ουί'ντος αΰτοΓς . . . ένστάσης χατά τόνδε τον
χαιρόν εορτής, έν ^ Ίουδαίοις αζυμα προτίθεσθαι πάτριον, Φάσχα δέ ή £ορτή
χαλεΤται ('Ε6ρ. Άρχ. 17).
(*♦**) Καίσαρ, Άρ'/έλαον βασ'.λέα μέν οΰχ άποφαίνεται, τοϋ δέ ήμίσίβς
της χώρας ίξπερ Ήρώδΐ; ΰπετέλει έθνάρχην χαθίσταταΐ ... την δέ έτερον ήμ{-
98
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
κυβερνώντες τας τετραρχίας των, καί άφοΰ ό 'Αρχέλαος εστερήθη
τή/ αρχήν υπό τοΰ Αΰγούστου διά την ώμότητά τού, ■/.α! έςωρί-
σθη ε!; Βιέννην τής Γαλλίας (*), ή δέ έθναρχία τού προσηρτήθη
είς την άμεσον ρωμαικήν επαρχίαν τής Συρίας καί έ·/.υβΐρν5το υπό
Ρωμαίων ήγεμίνων, λ. χ. Πιλάτος, Φήλιξ, Φήστος κλ. Έ/, τής
δ'.αρκϊίΐς λοιπόν τής τετραρχίας τοϋ υιού τού ΉρώδΌυ Άντύπα, ος-
τις εστερήθη ταύτης επ! τοΰ Αΰτοκράτορος Καλιγοΰλα τό 692 άπό
κτίσεως Ρώμης άφοΰ διήρκεσε τεσσαράκοντα τρία έ'τη
έ;χγομεν ότι 5 Ήρώδης δ Μέγας απέθανε περί τάς αρχάς τοΰ 750.
"Οτι ό Άντύπας Ήρώδηςέκυβέρνησε την τετραρχίαν τού επί τεσ-
σαρά/.οντα τρία έ':η, έςάγεται έκ των επιγραφαί1; ϊιαοίρων νομισμά-
των έκτυπωθέντων ΰπ' αΰτοΰ ·λαί σωζόμενα)1/ έν δΐϊΐόροις Μουσείίΐς.
Τίνα τούτων φέρουσιν έφ' ενός μέν μέρους στέφανον έκ δάφνης "/.αί
έντός αΰτοϋ την ελληνικήν επιγραφήν ΓΑΙΩ ΚΑΙΣΑΡΙ-1ΈΡΜΑΝ
επί δέ τοΰ ετέρου μέρους κλάδον δάφνης μετά των λέξεων ΗΡΩ-
ΔΗΣ ΤΕΤΡΑΡΧΗ2, καί έν τω μέσω τα γράμμ.ατα ΜΓ. Έκ των
γραμμάτων λοιπόν τούτων ίιικδεικνύντων προδήλως τό έ'τος τής τε-
τραρχίας τού, εςάγεται £τι έχυδίρνησε ταύτην επί 43 τουλάχι¬
στον έτη- έπειδή δέ εστερήθη ταύτης τό 792 άπό κτίσεως Ρώμης,
έςάγεται ότι ανέλαβε ταύτην περ! τα μέσα τοϋ 750, ά'ρα κατά τα;
αρχάς τοΰ ετους τούτου απέθανεν ό πατήρ τού. Είπομεν δέ ότι εκυ-
βέρνησε τουλάχιστον επί 43 έ'τη, διότι πιθανόν τό ε-ος τουτο
(καθ' ο ε-λόπη τό νόμισμα έ/.εϊνο ϊηλαδή) νά μή ήτο τό τελευταίον
τής ήγεμονίας τού /.αί τότε πρέπει νά ορισθή ό θάνατος τοΰ πατρίς
τού ώς γενόμενος πρό τοΰ 750 έ'τους.
Έκ των ϊύο λοιπών προσαχθειΐών άποδείξεων συμπεραίνεται ότι
ό Ήρώδης έ'ζησε κατ' ανώτατον όρον μέχρι τώ1/ άρχών τοΰ 750
έ'τους άτό κτίσεως Ρώμης.
σειΐν νείμα; 8ι·χί, 8υσ'ν Ήρώίου έτφοις — ιαι παρείίίο», Φιλίππω χαΐ " ν-
τύ-ϊ. Έβρ. Άρ/. ~ι. Ποβλ. Ίωσψ:. Ίουδα'.κοΰ -ολ:αου -2' ν.%: Τ»/.ίτο»
ΗΐχΙοι·. ι.
V.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ 99
Προσετέθη δέ β') ότι μεταξύ τής γεννήσεως τού Ίησοΰ Χριστοΰ
καί τού θανοίτου τοϋ Ήρώδου πρέπει νά παρεμβλήθη οκτάμηνον
τουλάχιστον χρονικόν διάΌτημα. Μετά την γέννησιν τοΰ Ίησοΰ, ή
Εΰαγγελική ΐστορία άναγράφει την έ'λευσιν των Μάγων. Ώς πρός
τόν χρίνον τής ελεύσεως τούτων, καθώς ν.αί την πατρίο"α, ϋχάρχει
συζήτησις μεταξΰ των θεολόγων, των Πατέρων διαφωνοΰντων επί τοΰ
άντικειμένου τούτου (*), καθόσον δέν είναι δυνατόν νά καθορισθή
ακριβώς ό χρόνος τής εμφανίσεως τοΰ άστ^ρος, κα'ι ϊέν είναι άπίθχνος
ή γνώμη των ΰποστηριζίντων ότι οί Μάγοι ήλθον τό δεύτερον έ'τος
τής γεννήσεως τοΰ Ίησοΰ, διά τουτο καί ό Ήρώδης διέταξε την
σφαγήν των νηπίων τής Βηθλεέμ καί των πέριξ «άπό διετοΰς καί
κατωτέρω κατά τόν χρόνον δ ν ήκρίβωσε παράτώνΜ α¬
γων» (Ματθ.). Άλλ'άποδεχθώμεν ότι άφίκοντο ολίγας μόνον η¬
μέρας μετά την γέννησιν τοϋ Σωτήρος· καθά έξάγεται έκ τού Εύαγ-
γελίου, κατά την έλευσιν των Μάγων ό Ήρώδης ήν έν Ίεροσολύμοις,
οπου καί άνέμεινεν έτΐΐ μακρόν την επιστροφήν των Μάγων καί 2τε
είδεν ότι ένεπαίχθη τότε διέταξε την σφαγήν των νηπίων. Καί άν
υποθέσωμεν ότι πάντα ταυτα εξετελέσθησαν μετά μεγίστης ταχύτη¬
τος, πάλιν δέον νά άποδεχθώμεν ότι παρήλθον τρείς τουλάχιστον
άπό τής γεννήσεως τοΰ Ίησοΰ Χριστοΰ μήνες, καθόσον ό Ήρώδης
θά άνέμεινε τρείς ή τέσσαρας έβϊομάοας την επιστροφήν των Μά¬
γων, μολονότι δέν είναι πιθανόν, λεγομεν, ότι ενήργησε μετά το¬
σαύτης ταχύτητος ών απησχολημένος είς την κατεύνασιν τής κατά
την εποχήν εκείνην συμβάσης στάσεως των έξακισχιλίων Φαρισαίων,
την δίκην τοΰ υιού τού Άντιπάτρου, ήν διεξήγαγεν αΰτός ούτος ό
πατήρ μετά τοΰ Ρωμαίου ήγεμόνος τής Συρια;, καί τάς ραοΊουργίας
των οϊκείων τού (**). Άλλά θώμίν τρίμηνον μόνον οιάστημα. Ές
(*) Είναι γνωστόν ότι ώς Γ.ροζ τον καθορισμόν των άφορώντων την ντ,πια-
χήν ηλικίαν τοϋ Ίησοΰ Χρ'.στοϋ, ΰπάρχει σ^ήττβίς τις, προΕρχομε'νη έκ φ3"-
νο,αενικης τινος άσυ^^ωνίας αεταξΐ» των εύαγγελιστών Ματθαίου κα: Λου/α.
(**) Ή προ; τους συγγεν;7ς τού ώμότης τοΰ Ήρώοου έκτίθεται κατα -λά-
τος υπο τοΰ Ίωσηπου. Μή αρχούιχενο; είς τον θάνατον της συζύγου τού ΙΙα-
ριά[ΐμ.ης καϊ των υ'ιών τού Αλεξάνδρου /.αί 'Αρ'.στοβούλου, Βιε'ταξε, πέντε ρο'νον
ημέρας προ τοΰ θανάτου τού, τον θάνατον τοΰ υίοΰ τού Άντιπάτρου, καϊ γνω-
ρίζων πο'σον ήν άπεχθής τοίς Ίουδαίοις καί ότι Οά εναιρον 3'.ά την τελευτ/,ν
100
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
άλλου μέρους γινώσκομεν (Ίωσήπ. Έβρ. Άρχ. 17) ότι ό Ήρώδης
το'υς πέντε τελευταίους μήνας τοΰ βίου τού, ώς κατατρυχόμενος υπό
δεινής ασθενείας διήλθε μακράν τής Ίερουσαλήμ, παρά τόν Ίοροά-
νην κα'ι τάς θερμάς της Καλλιρρόης. Μεταξίι λοιπόν τοΰ θανάτου τοΰ
Ήρώδου καί τής γεννήσεως τοΰ Ίησοΰ Χριστοΰ πρίπει νά παρεν-
τεθή οκτάμηνον τουλάχιστον χρονικόν όΊάστημα καΐ συνεπώς τοΰ
Ήρώδου τελευτήσαντος τό έ'αρ τοΰ 750 άπό κτίσεως Ρώμης, ή γέν¬
νησίς τοϋ Ίησοΰ Χριστοΰ δέν είναι δυνατόν νά συνέβη μετά τα μέσα
τοΰ 749 ούχι τό 753, καθά ΰπολογίζει μετά Διονύσιον τόν Μικρόν
ή κοινή χρονολογία. Καί τοιουτοτρόπως μένει άποδεδειγμένον τό
Α' μέρος.
Β'. Αντίθετον όριον τής γεννήσεως τοΰ -Ιησίΰ Χριστοΰ έθέσαμεν
τα μέσα τοΰ 746 διατυπώσαντες ότι δέν είναι δυνατόν νά εγεννήθη
■πρό της έποχής ταύτης· τοΰθ' 2περ καί θ' αποδείξωμεν Ό Ιησούς
Χριστός, κατά την ίμόφωνον μαρτυρίαν των άρχαίων έκκλησιαστι-
κών συγγραφέων, εγεννήθη εν έποχϊ), καθ' ήν έν πάση τή1 ρωμαική
αϋτοκρατορία επεκράτει ειρήνη. Πρέπει λοιπόν νά εξετάσωμεν πότε
επεκράτησε πλήρης ειρήνη επί της έποχής τοΰ Καίσαρος Αΰγούστου.
Κατά την μαρτυρίαν των ίστορικών Δίωνος Κασσίου καί Σουετωνίου,
τούτο συνέδη τρίς: α') μετά την ητταν καί τόν θάνατον τοΰ Άντω-
νίου καί της Κλεοπάτρας τό 725 άπό κτίσεως Ρώμης- 6') μετά τόν
Κ*ντ»βρικόν πόλεμον τό 729 καί γ) μετά τό πέρας τοΰ Γερμανικοϋ
πολέμου τό 746. Ό Ίησοΰς Χριστός δέν είναι δυνατόν νά υποτεθή
τού, διε'ταξέ τινάς των έμιπίστων αξιωματικών τού, να θανατώτωσιν, αμα Οα
έζ/ηιεε, τους παρ' αυτώ συγχληθε'ντας προδχονταί των Ίουδαίων, χαΐ τοιου¬
τοτρόπως άπαν τό Εθνος, χ*ι αχον, βρηνήση, χαΐ οδτω ΐμίγαν αύτοϋ το» έπι-
τάφιον γενήσίββαι, χαΐ οποίος ούδ' άλλοις βασιλέων». (Έ6ρ. Άρν. 17). Ό
δέ Μαχρόβιος, δδΙαΓηαΙίιιιη Ε. Π. ο 4, αναφε'ρε: εύφυές τι σχώ|χ(«ι τοΰ
Αύγούστου, όστις ιχαθών ότι ό Ήρώδης εΐχε διατάξει την σφαγήν των νηπίων,
χά! νο(ΐίσ*ς ότι έν «ύτοίς συμπεριελιίφθη χαΐ υιός τις νηΊηος αΰτοΰ τούτου
τοΰ Ίίρώοοι, χαθά εΐχε διαδοθη, χαίτοι έσφαλμ.ε'νως, ανεφώνησε την ακόλου¬
θον φράσιν : Μθ1ίιΐ8 Ρ8ΐ Ηθγο(1ϊ8 ροΓοαηι 6886 σ,ιιαΐη ίϋϊαηι, «χρεϊτ-
το» Ήρώδου χοίρον είναι 5) υίόν», ύπεμφαίνων την μωσαϊχήν απαγόρευοιν τοΰ
έσβίειν τους χοίρους χ«ΐ θίλων νά ύποδείξτ) δια τούτου ότι χαΐ αύτοι οί φίλ-
τατοι τοϋ Ήρώδου δεν ξσαν ακηλλαγ[ΐίνοι της ώρότητος αΰτοΰ χαΐ τοΰ
χινδύνου τοΰ θανατον.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 101
5π εγεννήθη κατά ρ]ν α' καί 6' τό 725 ή 729, διότι κατά τόν θά¬
νατον τοϋ Ήρώδου, έ-ισυμβάντα, κΐθά έξάγεται έκ των ανωτέρω,
τό 750 ήτο νήπιον υπολείπετο λοιπόν ή γ' ής θά όρίσωμεν άκρι-
βέστερον τόν χρόνον. Κατά τό 744 άπό κτίσεως Ρώμης ή Σύγκλη-
' τος διέταςε νά κλεισθώσιν αί πύλαι τοϋ ναοϋ τού Ίανοϋ, αΐτινες ή-
νοίγοντο Ιπί πολέμου καί έκλείοντο επί ειρήνη;. Άλλά ταυτοχρόνως
συνέβησαν έπαναστατικά τίνα κινήματα έν Δαλματία, οί Λάκες ήρ¬
ξαντο απειλούντες τα δρια της αΰτοκρατορίας, 7.α! οί Γερμανο! ήραν
τα οπλα κατά των Ρωμαίων, διό εδέησε νά άναβληθή ή εκτέλεσις
τής διαταγής τής Συγκλήτου καί ό Αύγουστος άνέθηκεν είς μέν τόν
Τιβέριον νά χαλιναγωγήση τοΰς Δαλμα'τας καί Δάκας, είς δέ τον
αδελφόν αΰτοϋ Δροΰΐον, την διεξαγωγήν τοϋ Γερμανικού πολέμου.
Ό Τιβέριΐς κατηόνασεν έντός τοΰ 744 τα κινήματα των Δακών.
καί Δαλμχτών, ένω ό Λροΰσος έξηκολούθησε μαχίμενος επιτυχώς
καθ' όλον τό 745 πρός τούς Γερμανούς· άλλ' αποθανών αιφνιδίως
αφήκε τόν πόλεμον ήμιτελη, οιό εδέησε νά αποσταλή τό 746 ό Τιβέ-
ριος, δΐτις περατώσας αυτόν περί τα" μέσα τού έ'τους, έπανέκαμψε
θριαμβευτικώς είς Ρώμην. Οΰτως εκλείσθησαν αί πύλαι τοϋ ναοϋ
τοϋ Ίανοΰ, καί διαρκής ειρήνη επεκράτησε μέχρι τοϋ Άρμενικοϋ πο¬
λέμου τό 752, καθ' ήν είρήνη%έγεννήθη ό Ιησούς Χριστός.
Τοιουτοτρόπως λοιπόν έ'χομεν δύο βεβαία χρονικά σημεΐα, έντός
των οποίων πρέπει νά τεθή τό έ'τος τής γεννήσεως τοϋ Ίησοΰ Χρι-
στοΰ άπό των μέσων τοϋ 746 άπό κτίσεως Ρώμης μέχρι των μέσω·/
τοΰ 749.
Γ'. Κατά ποίον δέ έκ των τριών τούτων έτών πρέπει νά ορισθή
τό γεγονός τουτο; τουτο, 7.αθά είπομεν έξ άρχής, δέν δυνάμεθα νά
καθορίσωμεν μετ' ακριβείας, θά εκθέσωμεν μόνον τοΐις λόγους, επί
των οποίων πολλαί ερειδόμενοι άποφαίνονται 6-=ρ τοϋ 747 έ'τους
άπό κτίσεως Ρώμης.
Ό Ίηίθΰς Χριστός, ν.ατά τόν εΰαγγελιστήν Λου/,αν, εγεννήθη
καθ' ην εποχήν «εξήλθε δόγμα παρά Καίσαρος Αϋγούστου άπογρά-
φεσθαι πασάν την οΐκουμένην (την Ρωμαϊκήν δηλαδή αΰτοκρατορίαν,
περιλαμβάνουταν σύμπαντα σχεδόν τόν -ότε γνωστόν κόσμον), ένεκα
της οποίας ό Ίωοήφ μετέβη μετά της Μαρίας, έγκΰου οϋσης, είς
Βηθλεέμ, έν τί, ό^οία κατά τόν Ίουοαϊκόν νόμον ϊτρ-.τ.ί νά κατα-
102
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
γραΐώσιν, ως ες αυτή; χαταγομένου τού αρχηγ^υ της πατριας αυτών
Δαυίί, καί έκεϊ «έκλήαθησαν αί ημέραι τοΰ τεχεΐν αυτήν» καί ετεκε
τόν υ;όν α'Λής έν τή φάτνη. Θά εξετάσωμεν λοιπόν κατά ποίον
έ'το; διετάχθη ή άπογραφή αύτη. Κατά τοΐις Ρωμαίους ίστοριογράφους
της έπο/ής τού Αύγουστος Τάκιτον, Σουετώνιον καί Λίωνα Κάσσιον,
ό Καΐταρ Αύγουστος διέταξε τρείς τοιαύτας άπΐγραφας τό 23 π. Χ.
κατά την χ,οινήν χρονολογίαν, τό 8 π. Χ. -/.αί τό 13 μ. Χ. Ή πρώτη
καί τρίτη άναμΐηρίΐτως δέν άναϊέρονται είς την εποχήν τοΰ Ίησοΰ
Χριστοΰ, ΰπολείπεται λοιπόν ή δευτέρα, ή διαταχθίΐΐα τό 745 έ'τος
άπό κτίσεως Ρώμης. Αί άπογραφαί αυται διήρχουν δύο ή τρία έ'τη
διότι οί Ρωμαΐβι άνέθετον την διεξαγωγήν τ;ύτων εις έκτάκτους
άπεσταλμένους, οιό ·λαί ό Σουίδας άναφέρει είς τό λεξικίν τού
είς την λέξιν « άπογρα^ή », ότι ό Αύγουστος είχεν άναθέσει την
διεξαγωγήν τής παρούσης είς είκοσιν επισήμου; άνδρας. "Ιδωμεν
λοιπόν κατά ποΤον ετος ένηργήθη αυτή έ·/^ττ( αϋτονόμω ήγεμονία τής
Ίθ'.'δαίας. Ό Λουκας μαρτυρεϊ ότι αύτη εγένετο «ήγεμονεύοντος
της Συρια; Κυρηνίου» όστι; ε'ναι ό γνωστϊς κατα την εποχήν τοΰ
Αϋγοΰστου Ρωμζϊος ΙΙατρίκιος καί στρατηγός. Ρ. δαΐρίοϊιΐδ (^ιιί-
ΠΏΗ18. Ή μαρτυρία αύτη άπησχόλησεν επί πολυ τού; θεολόγους,
διότι κατά τα; μαρτυρίας τοΰ Ίωσηπου, Τακίτου καί Τερτουλιανοΰ,
ήγεμών τή; Συρια; ην κατά την εποχήν εκείνην ό 8βηίίιΐ8 §3,-
ίιιπιίηυδ, ή ό 3ιιίηΙί1ίιΐ3 Υαιτο, καί ό Κυρήνιος μόνον -ολλα
έ'τη βραδύτερον, μετά την έξωσιν δηλαδή τοΰ ΆρχελαΌυ, διοιρίσθη
ήγεμών τής Συρια;, διο πολλο: εθεώρουν τούτον ώ; έ'να των έκτά-
κτων ά-ε-ταλμένων, έκ των εί'κ:σιν, ο'ύ; άναφέρει ό Σΐυίδας. Τό
ζήτημα φαίνετχι λυθέν ές έπιγραφής τινος, άνίκαλυφθείσης τό 1764
Ι* ττ) Τιβουρτικτ, πεδιάδι, (»§Γαπι ΤΛυΐΤΪηιιπι) πλησίον τής Ρώ¬
μης, καί εύριΐκομένη; νυν έν τω μουσείω τοΰ Λατερανοΰ' ή έπι-
γραφή αυτή άφιεροΰται είς ά'νδρα τινά έπιφανη, ούτινος τό δνομα
είναι έσβεσμένον, είς τόν οποίον άποδίδονται δύο Ικετήριοι τελεταί
(Βϋρΐίο&ίΐοηββ), θρίαμβος, άνθυ-.4τεία τής Άσίας, καί διττή ήγε-
μονεία έν Σ^ρίχ καί Φοινίκη, κάντα συμβάντα κατά την εποχήν τοΰ
Αΰγούστου- ταυτα κάντα κατά τους ά-ασχοληθέντας είς τό ζήτημα
τουτο είς μόνον τόν Κυρήνιον είναι δυνατόν νά άκοδίθώσιν. Έπειδή
ίέ, καθά έξάγεται έκ τοΰ Ίωσήπου, ήγεμών τής Συρίας άπό τοΰ
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ 103
744—747 ήν ό δβηϋιΐδ 8ίΐιιιπιϊηιΐ5, τό δέ 748 άναίέρεται ό
^ιιίηΤ,ϊ1ΐιΐ5 ΥίΐΓΓθ έπεται ότι ή ήγεμονία τού Κυρηνίου πρέπει νά
ορισθή κατά τό 747—748 έφ' ής κα! συνέβη ή άπογραφή. Άλλ'
έ-ειοή ο3τος ην απησχολημένος είς τόν κατά των Όμοναδών (Ο-
ΐηοπίΐΛβΠ8β8) πόλεμον τάς ΰ-οθέσεις διεςήγαγεν ό πρίκάτΐχός
τού δβηε-ίυβ δαΐιιΠΗηιιβ, καΐ αϋτός ενήργησε την απογραφήν,
καί τοιουτοτρόπως αυτή εγένετο ϋ,τϊ τοΰ Σεντίου Σατουρνίνου καθά
λέγει ό Τερτουλιανός, άλλ' ήγεμονεΰοντος τής Συρίας Κυρηνίου κατά
Αουκαν. Έ-ειΒή δέ είπομεν ότι ό Κυρήνιος επί 1ν μόλις έ'τΐς έ/.ρά-
τησε την ήγεμονίαν τής Συρίας καί ταύτην επί ψιλω μόνον ονόμ.ατι,
ώς ών απησχολημένος εις πόλεμον, διά τΐθτο ό Ίώσηπος άναΐίρει
ώς διάδοχον τού Σατουρνίνου τόν Κυντήλιον Βαρωνα. Κα! κατά την
ήγεμονίαν λοιπόν τ:ΰ Κυρηνίου το 747 δηλϊδή εγεννήθη Ό Ίητοϋς
Χριστίς.
'Αναν.εΐαλαιοΰνΐες νυν τα έκτεθέντα ανωτέρω έ'χΐμεν τα άκόλουθα
πΐρίΐμχτα:
α'. Είναι βέβαιον ότι Διονύσιος ό Μικρος ΰπολογίσας ώς έ'τος τής
γεννήσεως τού Ίησοϋ Χριστοΰ, τό 753 άπο -Λτίσεως Ρώμης ήπατήθη.
β'. Είναι βέβαιον ότι ό Ιησούς Χριστός εγεννήθη τέσσαρα τουλά¬
χιστον έ'τη πρότερον, πρό τού τέλους τοΰ 749 έ'τοϋς, ατε τ:ύ Ήρώ-
δου τοΰ Μεγάλου, επί τής βασιλείας τοΰ όπΐίου εγεννήθη Ό Ιησούς
Χριστίς, τελευτήσαντος κατά Μάρτιον τοΰ μεθε-ομένΐυ έτους 750.
γ'. Είναι βέβαιον ότι ό Ιησούς Χριστός δέν ήτο δυνατόν νά γεν-
"ίηθή πρό τοΰ 746.
δ'. Έκ των τριών άβΐβαίων έτών 747, 748, 749, έ'τος, καθ' ό
πιθανώτερον εγεννήθη ό Ιησούς Χριστός οαίνεται τό 747, καί
τοι τίΰτο δέν είναι απολύτως βέβαιον. φ
Έκ πάντων δέ τίύτων συμπεραίνωμεν ότι ή χρονολογία την
οποίαν ακολουθούμεν είναι εσφαλμένη, ύπολειπομένη τοΰ άληθοΰς
έ'τους τής γεννήσεως τοΰ Ίησοΰ Χριστοΰ κατά τέσσαρα έ'ως έτετά
έ'τη, ώστε αν δέν είναι βέβαιον ότι άπο τού προσεχούς Ίανουαρίου
είσερχόμεθα εις τί 1893 μ. Χ. έ'τος, είναι ΐμως άνεπίδεχτον άμφι-
βολίας ότι εΐσερχόμεθα εις τό 1891 μ. Χ. έ'τος τουλάχιστον.
Καί ταύτα χαριν τής ίστορικης ακριβείας" διότι καίτοι τα λε¬
χθέντα έκτός τής ίστίρικής ακριβείας έχουσι μεγάλην στκυδαιότητα
104 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
κα'ι ϋ-ό θεολογικήν επεφιν (*), δέν έχομεν :μως την παράλογον
αξίωσιν ότι πρέπει νά προκληθή νέον χριστιανικόν ζήτημα,
τό τής έπανορθώσεως δηλαδή τής έν χρήσει κοινής χρονολογίας)
συμφωνότερον πρός την των γεγονότων αλήθειαν.
Κ. ΔΕΛΙΚΑΝΗΣ.
ΤΕ-ΡΑΤΩΔΕΙΣ ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΑΙ
ΚΑΤΔ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ Φ_ΤΙΟΥ
ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ.
Π'.κράν αλήθειαν καθ' εκάστην υπό τής πείρας δι' άπείρων πα-
ραδειγμάτων έπικυρουμενην αρίστα διετύπωσεν ό λαμπρός τής αρ¬
χαιότητος τραγικϊς ποιητής ϊθϊίκλής ειπών
« Πρός γάρ τον 3/ον0' ό ϊθόνος ϊξικι: » (**).
Όπου λαί αν ΐτρέψη τις τό βλέμμα, οίανδήποτί κοινωνικήν τάξιν
καί θέσιν άνθρώ-ων καί αν έςετάΐϊ] -ανταχοΰ θά ί'Βτ) τί άπεχήές
(*) Εϊ'.ί'. -οο;ανχς ότι ■«νομ:'νη; άπο3ε/.της ώ; άληβοΰ; '%% χοινη; έν χρή¬
σει χρονολογίαν, ή άϊήγτ,τ.; χοϋ είαγγ'λ'.στοϋ Λουχϊ περ'. τη; δ'.ατα-/θείσης
υπο τού Καίσαρος λύγού^του α-ογρα'^η; ά~οδίίκνυται ΙσφαλαΞ'νΓ., διότι, καθα
ε'ίδομ.ϊν, ο^ίΞα'α το'.αύττ, άπογραϊή δ·.ϊτά/Οη το 7ό3 ά-ό /,τίαεο); Γώμης χ*ί
σννεπώ; ζατατ:::;-τα'. /.αί αυτή ή ίστο,θΓΛΪ) »).ήθ:,.» τ^; έν Βηθλε^μ γεννήσεως
τού Κυρίου, το^Ο' ότ.ιο άντίκειταΐ -ρος τον /αρα/ίττ,ρα αυτού (ός Μεσίου.
συμ,ΐώνω; -ρό; τα; -ρορρήσε,.ς των προφτ,τών.
(**) Ξοφοχλ. Λ'ίαντ. π-.. 157. Ταυτα λί'γ:1- '/ορος Σχλαμινίων ~ρο; τον Αΐ-
οντα, -αραζαλών ίνα ϊ'.αλύττ, ε'Λφαν.ζόμίνο; εί; τό με'σον τα χατ' αυτού δια-
διοόαεν». ■|·"χξϊ άαίτω; -ρό ττ;; τημΐ'.ωθίίστ,; π'.χρας αληθείας άνχγινώσχονται
χ»; τα ψυχολογ'.χιότατα ταθτα' «ϊο'.ούαδ: λόγου; ψιθύρονς πλάσαων εί; ώτα
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
10ό
ίάσμ.α τοϋ φθόνον πχνταχοϋ Οϊ ί'ίη ότι Ό ?0:νος έ—φΰεται επί
■παντός ότι εξαίρετον/α! λ:/;.ι::ρ:ν Ιιπάρχει, επί παντός οτ' οΊακρί-
νεται από των ά'λλων δι' άρετής ·/.-/[ άςίας. Καί δύναται τις γενικώς
νά εΐ-Υ] ότι Ό βθόνος είναι συμφυής τις τω άνθρώπω ν.α/ία, καί
μάλ'.στα όταν ούτος δέν προσεπάθησε1; ή οέν κατώρθωσε νά άποκτι5-
ση κεφάλαια άςίας ί/.ανά -/.αί νά δύναται όπωσ3;π:τε' νά άμιλλά-
ται πρό; τοΰς έςέχοντας. Όταν δέ πρίστεθΫ) είς τό άπό τού έγω'ι-
σμοί πάντως την αρχήν έχον ί) ίθριΐν τοίτο καλόν καί δόσις τις
άγροικίας και χυδαιότητος, 2:ς δ' ειπείν καί βλακώδους παραλίγι-
σμοΰ, τίτε έ'χεις ενώπιον σου οικτρόν Οέαμ.α 6πό τοϋ φθόνου κατα-
τηκομένου καί άποτυφλβυμενου άνθρώπου, όστις ουδέν ά'λλο ζητεί
ή νά ψέ γη καί κατακρίνη, παντοϊα έπινοών άηδέστατα ψεΰϊη καί ψι-
θυρίζων αίιτά είς τ'χ (οτα των όμοίων αΰτ:3. "Οσον δέ χθαμαλώτερος
είναι ό φθονών επι τοσοΰτον καί τα ν.ατά τοΰ φθονουμένου ψευδη άτϊϊ-
6»ίνουσι τερατωδέστερα κα! είς αυτόν έ'-ι τόν δημιουργόν αυτών άπί-
στευτα.
Καί εχΐυτι λοιπόν οί ό~ωσο/;~οτ6 οιακρινομένην θέσιν έν τοίς κοι-
νοϊς άςιωθέντίς νά κατέχωσιν άδιάλειπτίν καί άηδή άγώνα πρ:ς έκ-
μηδένισιν λέγων ψιθύρων καί κακοθρόων, άπεχθών απβκυημάτων τού
φθόνου πρός όλεθρον καί καταισχύνην βιαδιδομένων. Ή άπίτελεσματι-
κωτΐρα 2ί καΐ^ μάλλον άρμίζουσα είς τεΰς αξίαν έ'χοντας μέθςϊος
είναι ή διά των έργων, άτινα διαλαμπουσι καί έν αύτω τω ζοΐε-
ρω σκότει τής περικυκλούσης αΰτούς ίσχάτης κχχίας. Διά τουτο 51
άπλή και μ:νη ένίοτε ή εμφάνισις τού υπό άρετών παντοίων χοσμου-
μένου διαλΰει παραχρήμα των φθονερών καϊ άχρίίων σιικοφαντών
τής ολεθρίας πλεκτάνης, άπλοΰν κα! μόνον εν βλέμμα, απλούς καί
φερει πάντων ΌοησσΞ^;, Ι»αι σφόορα "ε.θε'.' Ϊ1ζρ γάρ σου νυν ευπιστα λέγει,
Καϊ πάς ό χλείων /χ·ρί· ιιίλλον ΤοΓς σοΐ; χ/εσιν χαθυβρίζων. Των γάρ ]χ;-
γάλων ψυ/ων ίϊΐς Οΰκ άν ά^ά,οτοις· /.ατα δ" αν τις έ[χοΰ Τοιαΰτα λίγων ου/,
αν πείθοι» (στ. 148—150). Κα; αλλαχού 3ε ό Σοφοζλης εΐπε" «Προ: γάρ
τό λαμπρόν ό ϊθόνος βιβάζεται» (άποσπ. άδεσ::. 462,12)" οΰτω
8ε /.α! ό Ε^ρ'.πίοτ;; παρ» ϊτοβαίω λί'γει' «Εϊςταπίσημια δ'όφθο'νος
πηδανφ-.λεΓ» ('Ανθολογ. 38.1^*· Πρβλ. χαί θεοφάν. χρονογρ. αυνεχ.
λογ. ε' § 34' «ΤοΤ; άγαβοίς ά ε ί π ρ ο α ψ ύ ε τα ι φθόνος» Μΐ
109, 277 α).
8
106 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
μό'/ος είς λίγος. "Αρίστα δέ καί τοϋ-ο ΐιετύ-ωΐεν ό Σοφοκλή; διδοΰς
είς το στόμα άπλοϊκών άνθρώπων τού; έςής χρυσοΰς λόγους'
«ΉαεΤς ουδέν αΟ:'νοαεν πρός ταΰτ'
άπ/λέξασθαι σου χ/ορίς, αν»ξ·
άλλ' ότε γάρ δή τί) σόν ομ.μ.' άπεδραν,
πα-αγοθσιν απερ ~τηνών άγΑαι.
(ΑΓ('αν αΐγυ~'.όν,
τά/' άν έξαίον,ς, εί συ φ-ΐνείης,
σιγΓ, πτήξειαν άφοίνο1.».
Είς των έςοχωτάτων άνδρών, οΐτινες πλειότερΐν πάντων των ά'λ-
λων δίκιμάζίυσι τα άηδή ν.α'ι τερατώοη τού ΐθόνου άπο·/.υήματα, είναι
άναμίΐβάλως -/αί ό '.ερός Φώτ'.ος, ό ζερ'.λάλητος έ/.εϊνος επ! παντο-
2α-ή σόφια Πατρια'ρχης Κωνσταντιν;υτ:ολεω;, ό πάντας τίίις πρό αΰ-
τού καί τούς μετ' αϋ:ον κοσμήσαντας τόν πατριαρχικόν τής Κων¬
σταντινουπόλεως θρόνον ύ-ερακοντίσας έν τη ά-εράντω πολυμαθεία
ν-αί ττ( στεγανΫ) ΐϊολυϊεγμοσΰνη, ό -αμφαέστατος φωστήρ τής βυ-
ζαντιακής παιδεύσεως.
«"ΑνΟ$σ{ σε στεφανου1/ ΰ(ΐνο)ν είς Γαύτο συνήλθε
καΐ καταφωτίζειν λυ/νίσιν ήΐ'λ'.ον»,
εΤ~£ τις εΰρωπαΤος ελληνίζων πς'.ητής, άποκαλών αυτόν συγχρό¬
νως, «συμπάσας τό κλέος 'Αντολίας». Εάν χαραλίπωμεν
την τού γένους ευγένειαν, τίν πλούτον, καί πάντα έχεΐνα τα υπό
της τύχης οωρούμενα -λαί ούχι έκ προσωπικάς άξίας προερχόμενα
άγαθά, — άτινα οέν παράγουσι πάντοτε θαυμασία πρότυπα άρετής
καί άξίας, καί τουναντίον μάλιστα συντελοΰσι πολλάκις είς μαρα-
σμόν -/.αί νάρκην των φυσικών τού άνθρωπον προτερημάτων, — εάν
παραλίπωμεν πάντα τα τοιαύτα καί έςετάσωμεν αυτόν καθ1 εαυτόν
ώς άνθρωπον έν κΐινωνία άνθρώπων δρώντα τόν Φώτιον, θά ίδωμεν
ότι εΰρισ/.όμεθα πρό έξαιρέτου άγάλματο; έν τω παγκοσμίω μουσείω
τής ανθρωπίνης άξίας καί άρετής. Πρό τούτου οί φθονεροί καί χα-
μαί ερποντες Ζωίλοι παντοΐα προσεπάθησαν νά σχεοιάσωσι φθόνου
καί μίσους τερατουργήματα, καί ή αδέκαστος ϊέ λεγομένη ίστορία
οέν εϊίΐταΐεν ένίοτε μετά σεμ.νοτυφίας νά έ-ικρίνη τό έξαίσιον τουτο
αγαλμα' καί ϊμως είς τούς έ'χοντας οφθαλμούς νά βλέπωιτι διαμένει
τουτο θαυμάσιον πίντοτε άριστΐτέχνημα, εξαίρετον έπιϊεικνύον καλ-
λονήν καί λαμπρΟΓ/;τα.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ! 107
'Αλλ' ό θέλων ακριβώς νά έκτιμήση τάς άρετάς έςό/ων άνορών,
ο'ιος ό Φώτιος, δέν πρέπει νά παρίδη κα'ι τάς οίασςή-οτε των έχθρών
αυτών κατηγορίαν, -/.αί αύτάς έ'τι τάς τερατωϊεστάτας συχοφαντίας·
διότι έγκλείουσιν αυται συνήθως λόγίυς δικαιοτέρας εκτιμήσεως, ύπο-
δεικνύουσαι όποΐα προσκόμματα έδυνήθησαν ούτοι νά υπερβώσι, χρο-
βαίνοντες έν τω άγώνι τοΰ χαθήχοντος. Τόν ιερόν Φώτυν παντοΐβι
περιεκύκλουν άσπονοοι έχθροί φθόνου -/.αί μίσους μεστοί. Μεταξΰ δέ
αυτών συγκατελέγοντο καί τίνες χυδαιότατοι χά! άηδέστατοι ψευδο-
λόγοι, οΐτινες οέν έδίστασαν νά ίιαπλάσωσι βιογραφίαν αΰτοΰ τε-
ρατωδεστάτην, ά-1 αυτής άρχόμενοι τής κυοφορίας αΰτοΰ, καί παρα-
πέμποντες αυτόν μετά τοΰ άναθέματος είς τόν "Α,δην. Των οθίνερών
δέ τούτων άνθρω-ίσκων αί τερατώοεις συκοφαντίαι περιεσώθησαν έν
μέρει μόνον υπό τοΰ χαρίεντος έκείνου χρονογράφου Συμεών τοΰ μα-
γίστρου καί λογοθέτου (1170). Καίτοι δέ εχομεν λόγους νά πιστεύω¬
μεν, ότι ό χαλός ο3τος χρονογράφος άψευϊή αλήθειαν εθεώρει τάς
τοιαύτας συκοφαντίας, άλλ' ομως εϋχβρ'.βτοθμεν αύτω, διότι περιέσω-
σε βλακώΒοιις άληθώς μοχθηρίας τερατωδέστατα άποκυήματα, μαρ-
τύρια τρανά ανθρωπίνης καρακμής καί καταπτώσεως. Ή γνώσις τού¬
των είναι τερπνή 3μα χά! ώφέλιμος, χαΐ διά τουτο παρατίθενται
ταυτα ενταύθα ώς έχουσι παρά τω ρηθέντι χρονογράφω. ολίγων μόνον
ζροστιθεντων πρός οιασα'ΐησιν αυτών.
Καί δή ευθύς έν άρχή απαντώμεν τάς εξής πληροφορίας περί των
γονέων /.αί της κυΐφορίας τοΰ Φωτίου, αίτινες ουδέν βεβαίως κίΐ-
*νϊν έχουσι, ζρος τάς ίστορικάς εϊϊήσε'.ς ά'λλων βιογράφων καί χρο-
νογράφων.
« Ούτος ό Φώτιος υιός Σεργίίυ σκαθαρίου ήν, ούτινος ό πατήρ
Ζαχαρίας ώνόματτο, ος πάλιν έ'σχ€ν υϊόν Λέοντα βασι[λέα;]. . .
δ γάρ Σέργιος έθνιχοΰ α'ίματίς ών είς μοναστήριον γυναικείον είσ-
πεπηοηκώς καί μοναστριαν εκείθεν άρπάσας καί ταύτην άποΐχημα-
τίσας έ'λαβε γυναΤκ». Μετά χρόνον τινά σιινέβη τόν αγιον Μιχαήλ
τόν ΣινάοΌυ φίλον Σεργίου ίντα είς την οικίαν αϋτοϋ εΐσελθεΐν. καί
την γυναΐκα αυτού ένθεωρήσας έ'γκυον οίΐαν απέστειλε (=~Ιρριψε)
την αΰτοΰ όάβδον πλήςαι βουλόμενος αυτήν, καί οΰτως είπεν Εΐθε
ήν τις ταύτην άποκτεΐνα1. δυνάμενος καί τό έ'μβρυον τό συν αυτή.
Όρώ γάρ άλλην Είίαν όφιν έγκυμονοΰσαν καί τό εμβρυον ά'ρσεν,
108 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
καί τούτο ν.ατά συγχώρησιν Θεοΰ Πατριάρχην έσόμενίν βλέπω ε-ί
άθετήσει τοΰ πανσέπτου καί τιμίου Σταυροΰ. Κα! αΰτός είς ασέβειαν
άπο/.λινεΐ /.αί πολλοΰς είς σταυρο-ατίαν μεταστήσει "/.αί τής βασι-
λείας των οϋρανών πολλοΰς ταίς πολυτρόποις αϋτοϋ στερήσει μηχα¬
ναί;. Πρός 'ΐν Ό Σέργιος· Κα'ι εί τοιούτος έ'σεσθαι μέλλει, μετά τής
μητρός αυτόν άνελώ. Πρός Εν ό άγιος· Οϊ) δυνήσει την συγχώρησιν
τού Θεοί διακωλϋσαι- χρόσεχε ουν σεαυτω» (*).
Τοιαύτης δέ χακίστης άρχής υπαρχούσης καί των πάντων προμη-
νυόντων ότι τέρας άποφώλιον έ'σται τό γεννηθησόμενον φυσικόν ήτο
ίνα οί δυστυχίας αυτού νονεΐς πάντα μετελθωσι τρόπον πρός περιστο-
λήν τοϋ ν.α'/.οθ, καί πρός τουτο χαταλληλότατον μέσον εύρον ίνα βα-
πτίσωσι το νεογέννητον καί «φιλομόναχο·.» γινίμενοι νά έπικαλώνται
τό έ'λεος ασιτών. Ίοο'υ Βε τί περ! τούτου ολίγον κατωτέρω λέγεται-
«Είτα γεννηθέντος ή μήτηρ Ίάκωβον τον Μαξιμένης ήγούμε-
νον μεταπεμψαμένη, έρριψεν αυτόν είς τοΐις πέοας αΰτίΰ κλαίουσα
τού βα-τισδήναι ΰ-' αυτού" Έλεγε γάρ ό'τι έ'γκυος ώτχ εΐϊον οναρ,
ότι εσχίσθη ή χ:ιλίχ μου καί εξήλθε δρά/.ων άλλά καί £ οτι:ς καί
όμολογητής Ίλαρίων ό τής Δαλμάτου εΐ'ρηκέ μοί ότι σεσωμ,ατωμέ-
νον Σαταναν βαστάζεις. Λαβών ουν αυτόν εβάπτισε Φώτιον ώνομα-
κώς, Ί'σως, λέγων, παρέλθοι ή ίργή τοΰ θεοΰ άπ' αΐκοΰ. Σέργιος
δέ ό πατήρ αυτού όρών τίνα σημεΐα έν αυτώ έλεγεν Μή ά'ρα ή
παρ' Έβραίοις έληζομένη μονάστρια ή τόν άντίχριστον μέλλου-α
τίν.τειν ή γ,ινή μού εστίν; Έπεί δέ φιλομόναχοι ήσαν, τίϋς μονα-
χους προσΒεχόμενίΐ, ήςίουν ευχεσθαι ΰ-έρ αυτών καί τίΰ Φωτίΐυ.
Τούτον ποτε τόν Φώτιον μειράχιον εισέτι τυγχάνοντα, είς τόν έν
άγίΐις Ίωαννίκιον έν τω Όλΰμπω άνήγαγε καί υπέρ αυτού εΰςα-
σθαι τούτον -αρε/άλει. Ό δέ έτοίμως άπίκριθείς Ιφη· Φώτιος έν
χαροία αυτού όδούς σου Κύριε εϊϊέναι ού βούλεται. Ό δέ στενάςας
εΐπε· Τί τούτο έ'φης πάτερ; Αύθις ό γέρων ότι τα μέλλοντα πρα-
χθήναι ΰπ' αυτού δηλώ σοι. Τότε ό Σέργι;ς ν.όνιν πασίμενος /.*-
τηλθ;ν άπό τςύ ορους» (**).
(*) Σο[ί.εώ-ί [λαγίατρου χαι λογοθετου χρονογραοίχς 3
θίοοώ?«ς § 29, Μί^ιΐθ 109 σελ. 7-29 ο'ά.
(**) Αυτόθι § 30 σζΐ. 732 αί).
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ!: 109
Πόσον δέ μεγάλως έτάραττε τοίις χυδϊίους έχθροΐι; τοΰ Φωτίου
■ή έ'ςοχος αϋτοΰ πολυμάθεια, μαρτυρεΐ ή επιμένη διήγησις, έν γ)
οί κανόνες τή; λογικής αντικαθιστώντα1, υπό πρΐφανεστάτων άντι-
φάσεων καΐ παραλογισμών.
« Είς μαθήματα οέ τούτον εχδοϋς, μάλλον έκε'ϊνος πρός τα έλ-
ληνικά φιλοτιμότερΐν οιέκειτο ή τα έκκλησιαστικά. Δι' δ καϊ Ε¬
βραίων τινί μάγω συντετυχηχώς· Τί μοί, ϊφη, δίδως, νεανία, ■/.αί
ποιήσω σε πασάν γραφήν ελληνικήν επί στόματος άγειν, κα! πάν¬
τας τού; επί σόφια παρευδοκιμεΐν ; Ό δέ φησι- Τό ήμισυ τής θυσίας
αΰτοΰ προθύμως ό έμός πατήρ παρέςει σοι. Ό δέ· Ού χρήζω χρη-
μάτων, άλλ' ούοέ τόν πατέρα σου γνώναι τό γράμμα' άλλ' έλθέ
μετ1 εμού είς τόνδε τόν τόπον καί άρνησαι τόν τύπον, έν ω Ίηίθΰς
προσηλωμένος, καί ϊώσω σοι παράδοξον φυλαχτίν, καί έ'σται ή ζωή
σίυ πασά έν εΰημερία καί πλοΰτω κα'ι πολλΐ) σόφια καί χαρά. Τόν
δέ προθύμως άχοΰσχντα καί πάντα πρό; την τού γόητος άρέσκειαν
τετελεκίτα, καί έ'κτοτε ταίς άπηγορευμέναις αυτών βίβλοις τή; μαν-
τΐ"/.ής καί άστρολογικής τερατείας οϋκ άποσχάμενος τον νούν, επεί
άκοΰων ήν παρά τού πατρός ώ; υπό "οορατικών άνδρών άχηκοότος,
ότι πολυτροπως τόν πατριαρχικόν θρόνον έπιβήσεται, τίΰτο έν έαυ-
τω στρέφων, Γρηγορίω τινί τής Συρακούσης έχχλησίας γενομένω
έπισχόπω, Β; καί Άσβεστας εκαλείτο, χ«Οήρητο δέ υπό τοΰ μεγάλου
Μεθοδίου διά τε πολλά άΤ^λα καί διά τό παρ' ένορίαν χβιροτονήσαι
Ζαχαρίαν τόν τοΰ Πατριάρχου Μίθίδίου πρός 'Ρώμην άποσταλέντα
«ρεσβύτερον, φιλιάζεται τ:ΰτω τε καί άλλοις τισίν έπ' έγκλήμασι
καθηρημένΐις, ών υπήρχεν Εΰλοίμπιος ό 'Απαμείας καί Πέτρος ό
Σαλαίου καί ά'λλοι συν αυτοίς πλεΐστοι, όϊ είς τόν οίκον Φωτίου
συνερχομένη, καί μετά Γρηγορίου στρίφόμενο: κατά τοϋ μεγά).ου Ί-
ννατίου μελβτώντε; ήσαν ούς καί συναθροισθεΐσα έν τω Πατριαρ-
'/ύίΛ Μητρί~ολιτών ν.αί Έπισκόπων σύνοδος πάντας καθήρεσε καί
απεκήριξεν. Τούτον τόν Φώτιιν Βάρδας ό Κα'ϊσαρ ό θίΐ:; Μιχαήλ
τοΰ βασιλέως χειροτονεΐ Πατριάρχην Ό; μετ* ολίγα; ημέρας ζητεί
τό ίδιόχειρον αυτού γράμμα, ϊπερ πρός τ;ΰς Μητροπολίτας έποίησεν,
ήνίκα τούτον εις νε'.ρΐτΐνίαν ήγαγΐν ώς ϊήθεν ϊοεΐν τι έν αύτω β;υ-
λίμενος. Είσάγεται ου ν ό χάρτης καί ζητεΤται άσφάλεια ίνα μή
διαρρηχθτ;. Οί δέ τίΰ Φωτίου τόν άντίχειρα τού >ιρατ:ύντΐς αυτόν
110 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
χλασαντες τόν χάρτην άνέσπασαν, ΐν κα! χειρωαάμίνίς Φώτιος είς
λεπτά χατέχοψε λέγων Ουτε υμάς ουτε τϊν Ίγνάτιον επίσκοπον-
έ'χω» (*).
Κατά την διήγησιν ταύτην ό Φώτιος έν γνώσει τού πατρίς αυτού
έρραδιοΰργει ν.ατά τού Ίεροϋ Ίγνατίου μ.ετά πονηρών καί δΐϊφθαρ-
μένων κληριχών, ούς σύνοδος έν τω Πατριαρχείω μητροπολίτην καί
έπισκοπων καθήρεσε καί άπεκήρυξεν. Καί ό'μως επέτυχε τή προστα-
σία τού Βάρδα νά άναγορευθη Πατριάρχγ]ς, καί ήρξατο της χατρΐαρ-
χείας, δι'άνηθίκου πράξεως. Δέν ήρκει δέ μόνον αύτη πρός χαρακτή¬
ριζον τού Φωτίου ώς όλως αναξίου διά την κατριαρχείαν, κα'ι διά
τουτο ζροσίγονται τέσσαρες ά'λλαι μαρ-υρίαι τής έσχάτης α^τού άσε-
βΐίας κα'ι άγυρτείας. Είναι δέ αί έπίμίναι·
«Τω δευτέρω ετει Φωτίου τόν τίμιον Σταύρον εις την εορτήν
ύψοΰντος, μοναχός τις πλησίον τοΰ θυσιαστηρίου έστώς, διορατικίς,
εΤ3ε ()έαμα ξένον, όφιν παμμεγέθη τάς χείρα; τοϋ Φωτίου κρα¬
τούντα, τόν δέ Σταύρον τόν τίμιον άφ' έαιιτοΰ άνυψούμενον. Σύντρομος
δέ γεγονώς, μεγάλα εχραζε καί σΰντομον τό Κύριε έλέησον. Καί
τίνες συν αύτω εΰλαβ είς '.ΐτάμενοι τό αΐτιον άνηρώτων, καί α'υτός
την οπταΐίαν εΤπεν αΰτοΤς. Οί δέ ήσαν των άπό τής Έκκλησίας
πρεσβυτέρων. Ούτοι πρ:ς τόν εΰλαβή χ»Ί διορατιχόν τούτον μοναχόν
είπον, ότι καί ήμεΤς λειτουργούντες μετ' αυτού οΰϊέ-οτε ήχϊύϊαμε1/»
αυτού ευχήν λαλούντος, άλλά των Ούραθεν ποιητών ύ-οψιθυρίζοντος
ρήματα· τό δέ χαλεπώτερον ότι καί ύποχάτω τής θείας -/.αί άγίας
τραπέζης £μίΐ δυσωδέστατον έμετόν» (**).
«Λ'.ηγήσατο ημίν Ιωάννης ό ήσυχαττής άνήρ θεοφόρος καί ζρζο-
ρατικός άληθώς, 2τι έν τω σπηλαίω κοχέ καθεζομένου μου, 8ύο
τινές ήγούμενοι, Εΰθύμιος χϊί-Ιωσήφ, υπό Φωτίου σφοδρώς διωχό-
μενοι παρέβαλον πρός με καί καθώς Ιδωχεν ό θ'εός έστήριξα αΰ-
τούς, καί τελευταίον (ειπών ό ΰπομείνας είς τέλος ούτος σωθήσεται.
άπέλυσα αΐίτΐύ;. Τή δέ έπιοΰση νυχτι πρό τού άφυπνώσαι με παρέ¬
στη μοί Αΐθί;ψ μέγας καί άπευχτός καί ιδεΐν φριχτός, 5ς ήπλωσε
ήΐαι τού λαιμού μου πρός τό ά—πνϊςαί μ=. Ευθύς δέ έγώ -όν
(*) Αύτόθι § 31 σελ. 732 ά-733 α.
(**) Αύτόθι § 32. 33 σελ. 733 α. ϊ>.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 111
τύπον τοΰ σταυροΰ ποιήσας -/.αί θαρρήσας εκράτησα αυτόν άπό τής
χειρός, τίς εί, λέγω, καί τί το ό'νομά σου καί τίς ό άποστείλας σε
ενταύθα καί οΓ ήν αιτίαν. Αυτόν δέ ά-οκριθέντα ειπείν 'Εγώ είμι ό
δυνβτός μέν τού Βελίαρ, ΰπουργός οέ Φωτίου, ό'νομα δέ μοί Δε-
βούρας, συνεργός γοήτων καί φαρμακών, όδηγός μοιχών καί λη-
στών, φίλος δέ Έλλήνων (—εϊϊωλολατρών) καί τοΰ έμοΰ έν κρυπτω
θεράποντος Φωτίου. Απέστειλε δέ με δ έξουσιάζων με (Φώτιος) είς
έκδίχησιν αϋτοΰ διά τάς /Οές κατ' αυτΐΰ άτιμίας τού περιεργάσασθαί
σε, οπίος μεταμεληθείς άπΐοίξϊ) αυτόν καί άλλοτριωθής τΐΰ θείΰ,
καθώς καί άλλοις τουτο πεποίηκε πολλοΐς. Άλλά σύ με τω δπλω
τοΰ σταυροϋ άνίσχυρον εδειξας. Τίτε έγώ κατήργησα αυτόν τω τιμΐω
Σταυρω καί άφαντος εγένετο» (*).
«Έν μια νυκτί συνέβη γενέΐθαι σε'.σμός μεγάλος, καί αΰτός ό Φώ¬
τιος άναβάς επ! τοΰ άμβωνος δημηγορήσας είπεν, ότι οί σίΐσμοΐ ου/,
έκ πλήθους άμαρτιών άλλ' έκ πλησμονής 'ύϊατος γίγνονται, καί έκα¬
στος άνθρωκΐς 3ύο ψυχάς εχει κ»! ή μέν μία άμαρτάνει ή οέ έτερα
ουχ άμαρτάνει. Τούτων άκΐύσας ό πρωτΐασηκρήτις καί ά-ελθών εΐπε
τω βασιλίΐ, ότι οί δοΰλοι υμών άναγκάζουσιν ημάς λέγοντες, ώς
ημείς ήλπίζομεν μίαν ψυχήν Ιχειν καί έλαμδάνομεν εκάστω μηνί
άνά 2ύο μοδίΐυς- νυν δέ ώς οιδάσκει άναΐανδΐν : Πατριάρχη; 2ύο
ψυχάς έ'χει έκαστος κα'ι δϊΐ ά/.λους ούο μοοίους προσΟί;ναι ημίν.
Καί ό βασιλεύς γελάσας είπεν ο'ύτω οογματίζει ό χαζϊροπρίσω-
πος; Πρΐσκαλεΐται ουν εΰθΰς τόν Πατριάρχην /.αί πυνθάνεται ώς
δήθεν θυμοΰμενος· ούτω δογματίζεις ώ Μαρζοΰκα, δύο τόν άνθρω¬
πον ενειν ψυνάς ; Ό οέ ταΤς πιθανολογίαις ο;λερώς τούτον υπεισελ-
' θών, έπεισεν ώς περί ά'λλων ΰ-οθέσεων εΐκεΤν ουχί 8έ :'ύτως. Τούτω
Γρηγόριος ί Συρακούσης ηρώτησε· τί το Μαρζίύκας σημαίιει; Ό
δέ ειπε· τό μαρ κύων, τό ζΐΰ σύρε, τ: κάς κάσσιμα, τΐυτέστι κΰων
ελκων δέρμα (ζζζσκυλοτόμαρ;;)» (**).
«Έργαστηριακός δέ τις, ώ; οί ϊοόντες καί άκοΰσαντες έβεβαίωσαν,
εις τα Σοφίας την οΐκησιν έ'χων, επί πολλαίς ημέραις ψυχορραγών
καί την γλώτταν καί τα χείλη καί τάς '/.εϊρας εσθιων ά-ίψΰςαι ;ΰ/.
(*^ ΑΰτόΟ. § «λ. 730 ο.—736 α.
;*■*) Αύτόθι § 35 «λ. 73(5,-ι ι,.
112 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ήϊύνατο. Μικρόν οέ άναίφήλας εϊ—ε· Γινώτκετϊ, άοελφοί, ότι ό
Πατριάρχης Ψώτιος έϊίδαξέ με μή κοινωνεΐν νήστις, δι' ο κα! α
βλέπετε πανθάνω καί άποθανεΐν ού δύναμαι. Καί ταυτα ειπών
έςέψυξε» (*).
Έν ω οέ συνήθως οί ά'νθρωποι καταβάλλονται υπό τής άποτυχίας
•/.χ; τροποποιοΰσιν επί τό βελτιον τα σχέοια τϊ;ς εαυτών ενεργείας,
οί είς την κακίαν όλως παραοΞθομένοι έπινοοϋσι τουναντίον Βιάοορα
τεγνάΐμα-α ΐ~ως καί πάλιν επιτΰχωσιν έκείνου, ο~ερ απώλειαν. Ού¬
τω δέ ν. αί ό ίερός Φώτιος ό χαρακτηρισβεΐς ήδη ώς «Σατανας σε-
σαρχωμενος» κατορθοϊ μετά την πτώσιν οιά μικροπονήρων τεχνα-
σμάτων νά τύχη τής εΰ;3!ας τ;ύ αϋτίκρα'τΐρος Βασιλείου τού Μακε-
δόνος, καί νά σ^ντελέ~) πάλιν είς απώλειαν πολλών. Εί/_ί 8ε πράς
το^το συναντιλήπτορα '/.αί συναρωγον πρός άλλοις δολίβις άνθρώποις
•/.αί :ον «σατανώνυμιν» Σανταδαρηνόν. Ίδοϋ δέ αί περ! τούτου πλη¬
ροφορίαι τού καλοΰ Συμεώνος.
(ΐΜετά το έξωσθήναί τής Έ-/.κληΐίας Φώτιον καί εν τή μονή τής
Σκέπης έςΐριΐθήνα', έτρ:πΐύτατο πλάυμα τοιίνδί, γενέθλια λΐγήσας
τόν βασιλέα Βασίλειΐν ώς χ~ο Τηριδάτου τής Μεγάλης Άρμενίας άρ-
χοντίς την γενεάν κατάγοντος, κα: τί) βιβλίον τή βασιλική βιδλιοθή-
κη ένθεϊναι διά Θεοΐάνοο; τού λεγομένου σφηνοδαίμονίς, βααιλικΐΰ
κλτριχοΰ τίτε τυγχάνοντος, καί τω Βασιλείω προσχειμένου διά σο¬
φίαν καί πολυμαθίαν. Έκλαβόμενος οέ τα ζρώτα στοιχεΐα των ένο-
μάτων ούτως, Βασιλείου Εΰοοκ'ας Κωνσταντίνου Λεοντος Άλεςάν-
δρου καί Στεφάνου, α κα! άναγ·.νωσκόμενα Βεκλάς όνομάζεται, τού¬
του την ά-'άρχής γενεαλογίαν κατά τε χώραν -/.αί —αγματα άνα-
μ.αθών -/.α; καταγρϊψάμενος τί βιβλίον, -/.αί τούτο έίΐιτηδεΰμασι πα-
λαιίτατΐν —ιήτας τη β:6λι:Οή-/.·(] ώς είρηται ν.ατατίθεται διά σφη-
νοΒαίμονΐς θε;;ά■/ς^ς. Καί ποτε αίιτοΰ τοΰ σφηνοδαίμονος πρΐστάξει
ιίασι/,ΐλΫ; βιβλίον τι ζητούντος, ώς εύρε ν αΰτο κα! πολυπραγμονών
ήπίρε·. τω βασιλεΐ ^:;=ίκνυτι -/.αί φησι" Τούτου ά'λλως ν:ήσαι ώ
δύναται τα γεγραμμένα ειμή Φωτ:;;;. Κα! ευθύς ό αϋτος άζοστέλ-
λεται, κα! ή πρόφασις ευχερής, ώς ε: μή ί'ίω τον βασιλέα ού λέγω τί
έστι τι βιβλίον ή ή τούτου έπιγραΐή. Κα! εισελθών τούτο άναγινώ-
(*) Αύτόθι § 30 σ:λ. 736 1) ο.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
113
σκει, καί ώς οΥ άγγέλου τουτο μεμάθην.ε. Τουτο πάλιν ή πρός τόν
βασιλέα Φώτιον οικείωσις γίνεται» (*).
«Τώ δεκάτω πέμ~τω αυτού (τοΰ Βασιλείου) έ'τει Λέων ό Σαλι-
βαρας συνοψίζει (—ξπρΐσωπικώς συνάτττει, πλησιάζει) Φωτίω ΙΙα-
τριάρχη θεόδωρον μοναχόν τόν Σανταβαρηνόν, ος υπό Φωτίου μετά
τούτο γέγονεν άρχιεπίσχο—ς Εΰχαίτων, ώς εΰλχβή καί ποιοϋντα τε¬
ραστία καί προορατικόν. Φώτιος δέ τούτον Βασιλείω μεσιτεύει, εις
όν ό βασιλεύς άρΞ-τθΐΙς πρός γάρ τάς επιθυμίας αυτού δίέκειτο, είχεν
έν τιμγ) πολλϊ). . . Ούτος ό περιώνυμος Σανταβαρηνός, Βς ΰπ' αΰτοϋ
τοΰ Φωτίου κατά την δευτέραν αυτού" τυραννίδα έπίσκοπος εγένετο,
Μανιχαίου υιός καί Μανιχα^ος ών -/.α: ώς νεώτερος διά Βάρδα τοϋ
Καίσαρος την χεφαλικήν τιμωρίαν διαφυγών, τή τοΰ Στου^ίου μονή
έπιδιορθώσει άπεδίθη. Ό ϊε καί μονχχών σχήμα περιβαλλόμενος ου¬
δόλως τής κακίας άνένε^σε. Κχτά μέντοι την πρώτην τυραννίοα
Φωτίου /.αί ήγούμενος έν αύτη τη μονή γίνεται έφ' ου καί πάντες οί
εΰλαβεΐς τής μονής εφυγον, την κοινωνίαν Φωτίου μή καταϊεχόμενοι.
Τοϋ μέντοι Φωτίου τής πατριαρχείον οιωχθεντος χαί ό σατανώνυμος
έχεΐνο; τής μονής απηλάθη. Είτα εϊσοικίζεται Φωτίω καί φησι"
Χρήσαι τινι των επί τοΰ χοιτώνος τοΰ βασιλέως, καί λαβών ταυτα
τα ΰίατα α έσ/.εύασα, ρανάτω επί τοΰ κοιτώνος καί όψει αΰτίχα τόν
βασιλέα χαταδεδουλωμένον τη άγάπη σου· καί μετά ταυτα άγώνισαι
οιτως ί'δω αυτόν απας, /.αί ποιήσω σε έπανελθεΐν εις την προτέραν
σου τιμήν. Τούτου ουν γενομένου πρωί πρω'ι τούς υίούς αϋτοΰ εϋ-
νής χάριν (ό Βασίλειος) ·λαί χρυσίον απέστειλε Φωτίω, καί είς
την Μαγναύραν χατωκησεν, καί συνεχώς ωμίλει καί παρρησίας το¬
σαύτης [ΑετέΒωκεν, ώς καί τοΰς οίχείους αύτω πάντας έν τω τ.χ-
7>ατίω έπιστήναι οφιχίοις. Εντεύθεν καί τόν άρχιμαγον Σανταβα-
ρηνϊν ώς αγιον /.αί εΰλαβή /.α! δ'.ορχτικώτχτον συνοψίζει καί προσίΐ-
χειο;» (**).
Άλλ' ή θρασύτης τοΰ Φωτίου ήτο κατά τοΰς χυδϊίιυς τούτους
συκοφάντας τοσούτον μεγάλη, ώστε ού μόνον αΰτός μετά των περΐ
(*) Αυτόθι βασιλείας Βασιλείου § 7 σελ. 749 ά—752 ίΐ Π=6λ. /.αί
ϊυνε/ε'ας θεοβάνους λογ' έ § 2—1 ζχρχ Μΐίξηα 109 σελ. 228 χ»· έο:^;.
(*'*■] Αλο6·. § 17. 18 σ5λ. 753 α. 756 3 1ι ο.
114 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
εαυτόν ί'/ζ'ρϊ κα·/.ίυργών κα'ι ά'λλους προθύμως εις τουτο έμύϊ'.,
άλλά -/.α! αυτόν τον αΰτοκράτορα κατώρθωσε νά άποττλανήΐη ν.χ
καταστρέψη, μυήτας αυτόν τής έσχάτης αΰτοΰ καν.ίας τα μυστήρια.
Κα! ίοού μάρτυς άψευϊέΐτατος προσάγεται αΰτός ί αϋτοκράτωρ Βα¬
σίλειος, όστις έν τη κλίνη τοΰ Οανάτου άποθνήσκων ανεκάλυψεν εις
τϊν υϊόν αυτού κ»! οιάδοχον Αέοντα καί τον κηοεμόνα των παίοων
αυτού -τυλ'.ακν τό εξής φρικτόν κακούργημα· «Φώτιΐς ό άνίερος
καί ό συμμύστης αύτοϋ Σανταδαρηνός τοϋ Θεοΰ με μαχρΰναντες καί
άλλότρ'.ον τής δικαίας γνώτεως ποιήσαντες, είς την ί'σην μετ' αυτών
κόλασ'.ν έ-εσπάσαντί» (*).
'Αλλ' ε-ρίΖϊ τέλος πάντων νά -ίθή πέρας είς τοιούτον κακούργον
βίον χ·ορτς όλω; άναξίως άνελθόντος είς τόν ανώτατον τής ορθοοόξου
Έκκλησίας θρόνον. Κα! ίδοΰ ό αΰτοκράΐωρ Λεων ό λεγόμενος σο-
οός ά-'αλαμβάνε'. νά άπαλλάςη την Εκκλησίαν άπό τοιούτο^ τέρα-
τος καί παραπέμπει αυτόν έξόρΐ'ΐτον είς την μονήν τού Γόρδωνος
οπου κα! ά-οθνήτ/.ί·.. «Φώτιον δέ τόν Πατριάρχην, λέγει ό αϋτός
χρονογραφος, επίίουλίν φωραθέντα, τής "Εκκλησίας έχβάλλε1., καί
εν τη ι.ο''Τι των Άρμενιαιιών τί, λεγομένη τοΰ Γόρδωνος περιορίζει,
έ'νθα κα! τελευτα» (**).
Τοιαύτ»; ή εικών τοϋ Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Φωτίοι»
κατά τοϋς χυοαίους αυτού συκοΐάντας. Όστις θέλει άς άντιπαραίί-
λη αυτήν πρός τάς σ/.ιαγραΐίας ά'λλων αΰτοϋ εϋ-ρεπεστίρων πολε-
μίων καί α; εί'πγ) εάν "χνος αληθείας έμπεριέχεται είς τοιούτους 'ύ-
θλους. Κα! ό'μως οί γράψαντίς αϋτοΰς βεβαίως έπεθύμουν νά κη-
λιϊώΐωσι την μνήμην τού μεγάλου έκείνου Πατριάρχου. Πόθεν είς
τουτο ώρμήθησαν οέν είναι τού παρόντος νά άναπτύςωμεν έπιφυ-
λασΐόμεθα δέ εν αλλη ττραγματίία νά υποδείξωμεν, ότι ή ::;τα-ό-
της ν.αί μικροραοιουργία παρά τιτι τώ*· μοναχών ήτο κατ' έκϊίνους
τοΰς χρόνους τοσούτον μεγάλη, ώίτε τα πάντα καί αΰτά τα μωρό-
τατα μέτα νά μετ£ρχο>ντα'. πρός έςόντω-ιν άνθρώ-οιν οίτινες οέν
άνηκον είς την μερίδα αυτών. Λεν -ρε-ει δέ νά λησμονήΐη ί βι-
λομαθής /αί ^Ερίεργος ότι ν.αί ή των Λυτιχών άντι~άθ='.α κατά τοΰ
(*) Αύτόθι § 23 σελ. 701 α 1>.
(**) Αύτόθι βααιλεία; Αεβντος § 1 σελ. 761 Ο.
_
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ
115
θαυμάσιον έκείνου υ-ερμάχου των έκκλησιαστιχών ελευθεριών με¬
γάλως συνετέλεσαν εις άποκΰησιν τοΐίΰτων άποφωλιων συκοφαντίας
τεράτων. Την σήμερον τα τοιαθτα κινοΰσι μάλλον τϊν γέλωτα καί
τόν οικτον ή προκαλοΰσιν ερεύνας πρός εξακρίβωσιν τής πραγματι¬
κάς άξίας άνθρώπων, οΐτινες υπέρ τ;ϋ κοινοΰ έαυτ:υς έθυσίασαν.
Α. Β. Γ.
Γ.
ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΟΝΗΝ ΜΠΑΤΣΚΟΒΟΥ.
. . . "Οτε μην! Μαίω μετά την επίσκεψιν ά'λλων τής Ροδίπης
Έλλην.κών μονών, ήν προεκάλεσαν ή εΐίγενής προθυμια τής Α. Πα-
νιεροτ. τοϋ μητρο~ολ(τβυ Φιλΐ"ουπόλίως Ίωαχείμ Εΰθυδοΰλη,
άνέβαΐνον και είς την ιστορικήν χά ι έπιφ*νή μονήν τοϋ Μπατσχό-
βου, την ιδρυθείσα·/ ύΐτό Γρηγορίου Παχουριανού μεγάλου δομεστίκου
τοϋ Αλεξίου Κομνηνοΰ, έδοχίμασα καί τοτε τό περίεργον έκεΐνο
αΓσθημα οΐ:ερ συνήθως ?οκιμάζουσι πάντες οί έπισχε-τόμενοι τάς
εν τή Ανατολή Ελληνικάς μονάς· πάντες κ*0' ήΐ-ΐίς αΰτοΰς συμ-
φωνοΰμεν είς τουτο, ότι μιχροΰ 5) ουδενός λέγου άςια έχ τής χλασι-
χής αρχαιότητος σωζουσι νυν τα σεσυλημένα έρ·/;;Λ'.τήρ'.α έν οίς την
ψυχικήν αυτών σωτηρίαν εζήτησαν τόΐί! χριστιανών άδελφών χι-
λιάδες. Καί £μως! ουδείς, ζαρά την πικρϊ·/ (πικράν, ώΐτε καί νά
έκστομίσωμεν αυτήν δέν τολμιΐμεν) άλλ' είλικρινή ταύτην όμολο-
γίαν, οΰοείς, πιστεύω, εισήλθεν είς παλαιάν Ελληνικήν μονή/ ά'νε^
άκτΐνος χρυαής έλπίδος δτι ϋ-ό στιβάδα άγνών τροπαρίων δυνατόν
νά κρύπτηται ό έρωτικός 'Ανακρέων καί μεταςύ των τιλφοβρώτων
φΰλλων «σωτηρίας» αγνώστου άμαρτωλοϋ ό εΰθυμος Σοΐοκλής!
Έσί'.σα καί έγώ δυτπίστως την κΐϊαλήν ότε υπό την στιβαράν
116 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
χείρα τΐΰ 'Ανθίμου Δικαίου ήκΐυσα τη 28 Μ*ίου νά τρίζγ; άνοι-
γομένη ή σιδηβα θύρα τίΰ σκευοΐυλακίου τού Μπχτσκββου' καί 3-
μως ούδε μέχρι τής τελευταίας ώρας, ενθυμούμαι καλώς, μέ κα-
τέλιπεν ή ελπίς ήτις καί έ'βοσκε μέχρι τοΰϊε τόν κόσμον καί θά
βόσχη καί έν τω μέλλοντι τ:ΰς πολλοίις των βροτών.
Πλήν είκόνων καΐ χειμηλίων καί έζιγρα?ών επί σν.ευών καί λί-
θων, άς άντέγραψεν ό διευθυντάς των Ζαριφείων Γ. Κωνσταντ1.-
νίδης, άξιολογωτατη είνε ή «άχολουθία Ιωάννου τ:ΰ Χρυσοστόμου»
επ! λαμπράς μεμίράνης κοσμουμένη δι' ώραίων εικονων καί ποι/.ιλ-
μάτων, σωΙΊυσα δέ έ'τι άλωβήτους τας πλάκας κεκαλυμμένας διά
άργύρου καί λίθων. — Των πολλών εϋαγγελίων έςεχει εν καί μό¬
νον τοΰ ένδεκάτου αιώνος κεκοσμημένον δι» των είκόνων των τέσ¬
σαρα)·/ εΰαγγελιστών.—Κατά οεκάδας, ώς συνήθως έν ταίς μοναΐς,
άριθμοΰνται τα πατεριχά καί ψαλτήρια, οί άπόστολοι καί ο! νομο-
κάνονες, τα τυπικά καί μουσικά.—Όλίγαι είνε εκδόσεις τινές τής
Βασιλείας ταλαιαί·
Κλασικά χειρ:γρ::οα ηδυνήθην τρία μόνα νά άνχκαλύψω: α') Ί-
σοκράτους Παναθ»;ναϊ/.οϋ, β') Ίπποκράκυς «ν παραφράσει καί, τό
σπουοαιάτατον, γ') Σοφοκλέους μ;ρους Αί'αντος καί Ήλέκτρας.
Τό γ' είνε τό μόνον περί ού δύναμαι νά εί'-ω ότι άντήμίΐψε τοϊις
κόπους, μικροΰς ή μεγάλους : είνε άληθές 2τι την χαράν μου έμε-
τρίασα ότε εΰθϋς μέν έκ της γραφης η·/.ασα ότι ό πολύβιβλος κώ-
δις («οοάβχ ΐηίδΟθΙΙηηβαΒ") άνηκεν είς τόν Βέκατον καί πέμπτον
α!ώνα κατόπιν δέ καί έξ υπογραφή;, περ! ής κατωτέρω, έμαθον
ότι εγράφη έ'τε' 146Ο«?>" άλλ' ομως τόσον σπβνίως νυν, μετά την
φοβεράν περ'.σύληυιν των ημετέρα)·/ μονών, άνακαλύϊϊτΐνταΐ τού Σο-
φοκλέους χειρίγραφα δέν λέγω παλαιά άλλά καί νεώτερα μόνον,
ώστε δέν έκρινα άνάςιον τοΰ κοπου νά άτχοληθώ ημέραν όλην περϊ
τα άποσπάσματχ των τραγωοιών, αμα μέν έπαινών την κλήσιν τΐΰ
'Ανθίμου εις ευωχίαν έν τω τερπνω «Κλωβίωη α;Λα δέ, χάριν τοΰ
Σοφοκλέους, ΰ-ΐ/ένων τόν καλόν πα~α Ιωάννην πυκνώς μέν μ.α-
καρίζοντα την ώραν καθ1 ήν «έ-ατηΐεν έκεΐ τό πίδι μας» /αί ειοε
«κ«ί αϋτός μιά ϊΐρά εί; την ζωή τού βιβλίςν μέ τα μάτ;α τού, πΐΰ
μερά νύκτα τα βαστάει κλειοωμένα» (έ ήγοΰμενος) θερμώς δέ πα-
ρακαλΐϋντα «νά τόν ένθυμηθώ νά στείλω και εις αυτόν νά οιαβάση
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
117
την παλαιά ίστορία». Τα αΰτά ϊΐπέ μοί πρό π»ντε έτών έν τή έν
Θεσσαλονίν.γ; μονη τού Σωτήρος και 5 ττάτερ Ναζαρίας, ότε δια-
λαθών την προσοχήν τΐΰ ήγουμένου καί οιεισδύς είς την βιβλιοθήκην,
έν ή εΐργαζόμην, ήρπασ&ν έκ τής τραπέζης τοϋ Άριστοφάν;υς τάς
ν.ωμωίίας καί ήρξατο νά άναγινώσχη άντιστρέψας τό βιβλίον καί
μειδιών. . . έκ τής χαρας ότι θά έννοήση τόν ποιητήν μάλυτ». . .
άντεστραμμένον!
Έν άρχϊ) τής πρώτης σελίδος άναγινώιτ/.ίνται :
Άρχή συν θεώ άγίω τί;; γραμΐΑατικής τΐύ κύρου Μανουήλ. Τ/,ς
γραμματιν.5-; τέχνης εϊμί πυξίον εΰληπτόν, ευΐύνο-τον, ΙσΓενωμενον,
σαφές, -/.αθαρόν, εΰκρινές γεγραμμένον, πρός πεΰσιν ίθύνων (δϊο) τε
καί άποκρίσεις, ό γάρ τρόπΐς φέρΊστος είς τό συμφέρειν ά'γαν λόγον
μάθημα των λίγέμπόρων (δίθ).
"Επονται μέχρι τού φύλλου 63β δέκα γραμματικα «σχΞΪη».
63β—64α : Επιστολαί τού λογιωτάτου καί όητορικωτάτου καί
χάσης μαθήσεως -/.αί παι5είας Ελληνικάς αρίστου σοφωτάτου κύ¬
ρου Λιβανίου κτλ. — τής Ελλάδος γλώτ-ης ής χωρίς αδύνατον άν¬
θρωπον έντρυφήσαι μχθήσεως. Τέλος συν Θεώ τής επιστολάς.
64β—65α : Ίεροφάντη· πολλά άγαθά γένοιτο κα'ι τω γεγραφό-
τι τα γράμματα—λαμπροτέραν εση πεποιημένος την έπικουρίχν.
65α —65β: Άκακίω· πάντα δή τό λεγόμενον —οσδοκαν—κατά
τόν έν μύθοις τα σκέλη ψέγοντα.
656—66α: Δημητρίω- αυτήν τε ταύτην έθρηνησα — μεγάλην
παρά των θεών τευξόμεθα εΐίνοιαν.
66α—666: Νεμεσίω" έδει τόν έπιστείλαντά σοι—καί ϊσως 3υ-
γησόμενον Γσα.
66β—67α: Εί'με έθέλεις καί φθέγγεσθαι—οΰτω νικαν.
67α: Άντωνίω· οϋκοΰν τόν άγχώνα τούτον—παρά θεών εΰνοιαν
τεύςεσθαι.
67α—676 : Βασιλείω· έν τή κεφαλϊ) μου χατοικεΐ—έρρώσθαί
μοί δούναι.
676—67α: Τιμοθέω· Άνδρόνικον τόν Βερονικέα—μεγάλην την
εΰκλειαν.
68α: θεοδώρω· η/εν είς ημάς τα εϊωθίτα—κατέναντι προ-
σφέροντα.
118
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Έν φΰλλω 68α—69δ οέρεται Ευριπίδου Έκάβης ϋ-ίθεσις ά-
νέκϊΐτος έν τή 6-'ο τού Δενδορφίου έκδόσει των σχολίων τόμ. α'
σελ. 200—202 :
Μετά 03 την Ίλίου πολιΐρκίαν οί μέν "Ελληνες έ'στησαν είς τα
άντίπερα τής Τρΐίας ό δέ χορός συνέστηκεν έκ γυναικών αΐχμαλω-
τίίων, επί δέ Πρίχμο; ό των Τρώων βασιλεύς υπό των Έλλήνων
δοριάλωτ:ς γίγονώς καί δια φασγάνου καιρίαν δϊξάμενος κατά γα-
στρός την πληγήν, μόνης τής γυναικός Έκάβης άίτολειφθείσης, τής
Τροίας τοιγαοοΰν πολιορκηθείσης αΰτ:ς δ Πρίαμος των παίδων πάν¬
των απορφανισθείς -/.α: μάλιστα τοΰ "Εκτορος, ούτινος τό κλίος τής
άρ'.σΐειας εφ' ό'λης ήν τής Ελλάδος, οεοΐΐχώς τοίνυν ό Πρίαμος κ»!
χερί τού π^'.οος αυτού τού ΠολυΒώριυ, έ'τι νη-ίου όντος καί μή δυ¬
ναμένου ζρός πόλεμον οπλα φέρειν τγ) Τροία, έκπέμπει κα'ι πρός
τΐν έν τη θρά/.γ) βασιλεύοντα Πολυμήστορα τοίίνομα τόν παϊδα πα-
ρ»κατατίθησι χάριν φυλακής ν.οιί ασφαλείας, συνεχπέμψας μετά τθ'3
καιδός χρυσίον ικανόν πρός την τοϋ παιδός αύξησιν καί ανατροφήν,
ίνα μή τής Τροίας διαΐθαρείσης ΰώ [τής] των Έλλήνων στρατιας τω
παιδί στίρησις γένηται τής ζωής' Ό τοίνυν θράς Πολυμ.ήΐτωρ τόν
παΐδα σΰ / τω χρυσω δεξάμενος, τοίς δόμοις έ'χων, ηΰξανε μέν την
τοΰ παιδό; ηλικίαν επί δέ τής Τροίας άναλωθείσης καί μέχρι των
έϊών κατατ/.αφείττ;; /.αί τΐϋ "Ε/.τ;ρος έν τΰ) πολέμω πεσόντος καί
Τ5ϋ Πριάμου παρά τ;ϋ Άνιλλέως σφαγεντος "/.αί τής Έκάβης αίχ-
μαλωτισθείσης, ό έν τη θρ.ΐκη Πολυμήστωρ μαθών τον Τροίας άφα-
νισμόν καί τοϋ ΙΙριάμου την τελευτήν κτείνει τόν παΐΒα ΙΙολύδω-
ρον όπως αΰτός τόν χρυσόν έν τοίς δόμοις άπίκληρώσηται· κα'ι κτα-
νών έν τί) παραλία τής θράκης τούτον άπΐρρίπτει κα'ι μετ' ολίγον
έμφανής τοΰ παιδός ό νεκρός καθίσταται τή μητρί. Ή ψυχή τοίνυν
τοΰ Πολυϊώρου κοιμωμένης τής μητρός έρχεται κατ' οναρ καί δια-
λέγεται κάντα ά πέ-ονθεν παρά τΐϋ θραν.ός τοΰ Πολυμ,ήστορος, ύστε¬
ρον δέ καί ό νεκρός τοις γηραλέοις γόναΐ; τής μητρός τίθεται παρά
τής θεραπϊΐνίδος της Έκάβη; έλθούτης καί θαλάττιον ΰδωρ βουλο-
μένης κομίσασθαι καί —όϊθεν των ποδών αυτής υπό το5 κύματος τοΰ
νϊκροΰ φερομένβυ* καί τόν νεκρόν έπ' ώμων θήσασ[α] προσελθοΰσα
ττ, μητρί αποδίδει. Αύτη τοίνυν ή τοΰ δράματΐς περίληψις. Πλάττει
τοίνυν ό ποιητής ότι ή τοΰ Πολυδώρου ψυχή πρώτον έλθοΰσα διάλε-
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ
119
γεται τ?, μητρί κοιμωμένγ]. Τα τοΰ δράματ:ς πρόσωπα, Πολύίωρος,
Έκάβη, χορ'ζς γυνΐ'.κών αιχμαλωτίΒων, προηγεΐτ»ι δέ 6 Πολύδωρος.
09β—71α: Ευριπίδου Έκάδης στ. 1—154 (ή/.ω—μίλαναυ-
γές) μίτά σχ:λίων εν τε τή ώα καί διά των στίχων.
71α—75α: Σοφοκλέους Αί'αντος καί Ήλέκτρας στίχοι. 'Αντιδα-
λών ακριβώς εύρο·/ ότι έν δέκα χωρίοις αί γραφαϊ τοϋ Μπατσ/.:βείου
χώδι/.ος είνε άξιαι προσοχής, τινές ώς έμπεϊοΰσαι κριτικών είκα-
σίας άλλαι ώς όλως νέα παρέχουσαι" οί στίχοι είνε Αί'αντ. 4. 196.
085. 803. 1395. 1409. 'ΐϊλέκτρ. 89. 91. 96. Εις τα έννέα
ταύτα χωρία προστίθημι δέκατον καί τΐν 130 σ-ίχον των Φοινισ-
σών Ευριπίδου (ού έπίσης φέρονται υχίχοι) έν ώ άντ: τίΰ
πρόσοορος άιχερίω γεννα
ό ήμΐτερος κώϊις έ'χει ά μ ε ρ ί ω ν όπερ άςιον λόγου θά νομίσωσιν
οσοι αν θελήσωσι νά ένθυμηθώσι τό τίΰ -οφοκλί'ους έν Αί'αντ. στ.
399 «οΰτε θεών γένος οΰθ' άμερίων» (Πρβλ. καί Άντιγ. στ. 790).
Περί των έννέ» αλλοαν χωρίων Οά διαλάβω έν τ;-ω προσφορωτέρω.
Έν φύλλω 75α φέρΐται ή έςής υπογραφή:
.ίθ) έν δέ νιλίο'.ς
τετρακοσΐοις
έντυγνάνοντα
μηνΐ Μα'οί τε
χαϊ δια χειρός
Παύλου ευτελοΰς
τί) έ~!χλιον
έ'τος τοϋ Αδαμ
ηλίου χΰχλο; εΐϊοστός
7.ί χά; τετ
ετύγχανεν τεταρτη
φίλτατε, ('όρα εκτη
έμοϊ τοΰ άβελτε'ρου
τάχα καί αναγνώστου
υΐό; Φωατηνιάτου
έξ«ί τη; /ιλ;οντάδο?
εςηχοστοΰ όγδόου
χαί τε'τα,οτος, ώ βίλί,
ό χΰχλος της σελήνης.
76α—976: Ίσο/.ράκυς πρός Δημόνιν,ον παραίνεσις: έν πίλλίϊς
— όμολογοΰμενδν.
98α—1395 : εΰαγγίλι» έωθινα'. >.α'· έρμηνεία.
140α—158α: τιϋ έν άγίοις πατρός ημών Γργρ/ορίοι» τοΰ θεί-
λάγου έϊΓΐτ/.ίτΓϊυ Ναζιανζ:ΰ λόγ:ς ερμηνευταί:; είς την γέννησιν
τοϋ κυρίου /.αί Οίϊϋ χαί σωτήρος ημών 'ίησοΰ χριστοΰ· έπειδή πολ-
λοί καί θαυμά-ιοι λο'γίΐ—τω μεγα'λω τούτω κ«ί θαυμχσίω πατρί
έ/.ΐΓίφώνηνται — ώ -ρέπει κτλ.
120
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
1585—1746: τού έν άγίοις—Ναζ'.ανζού λόγος είς τα άγια Θεο-
φάνεια.
175α- 18δδ: Ίστορίαι (α' Λιίς, β' Ρέας, γ' Δημητρός κτλ.).
189α—244β: εΰαγγίλια έωθινά τα ια'· έρμηνε'α τού" Κερα-
μέως άρ/ιεπισκό-οο Ταυρομενίου τί;ς Σικελίας
Έν τέλει τοο φ. 2446 :
Θεο3 το δώρον και ΓΙχύλθϋ πόνος κα· τά/α Ο^το^ το3 Φωστ'νάτο.)
μην ^>>ϊο1 Λεκε[χβρ'ω(ι>ίο1 εν.άς ογοόη ό'ϊρα 3ε ^ρώτη ν^ξ τού σάββατον
'/'Ί!ο·) ϊ-ο^ί /ριστοΐ το3 0:ο3 μι!)^ τετρα/.οσΌ'ς 7.α; έξϊί/.οντά γε
λό
γε
σ^ν τω άνάρ/ίοσο^ Γα:ρι /λΐ το ~νε3
/>> τρ-σάριθ.ιον /.ράτος.
σο' τζρίκει οόςα χρισ
ε'ς α?ώνα αιώνος ρ ρ
245α—2716 : έκ τοΰ Κεραμ,έως περί των άγίων παθών ίσωςμέν
έπαχθης οόςω—είς τςύ; χΐώιχς.
272α—2956 : τ:3 έν άγί:ις πατρός ημών κα': άρχιε-υ/.ό"ου γε¬
νομένου Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννου τοΰ Χρυσοστόμου όμιλία πζρί
ψευοοπροΐητών κα: ψευδοδιδχσκαλων καί άθέων αίρ5Τ'·/.ών, ίρρίΰη
ϊέ μέλλοντος έκδημεΐν αυτού έκ τοΰ σώματος: όϊυνηρϊς Ό λόγος
καθότι καί έ'σχατός ίϊτιν—εις τοο; αΐώνας των αϊώνων.
ΠΕΤΡΟΣ Ν. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ.
ΙΑ'.
ΕΞΑΙΡΕΤΟΝ ΠΡΗΓΚΩΛΊ21ΙΕΌ Π0ΙΗΉ1.
Πλείστα έ'χει νά προσαγάγϊ; ή κατά τόν παρελθίντα αϊώνα δη-
μώδης Έλληνική γλώσσα λόγου καΐ μελέτης ά'ξ'.α ποιήματα. Βε¬
βαίως τοότα δέν διακρίνθ'/ται επί τή π=ρί την τέχνην άκριβεία ήν
έπιτηδεύουσιν οί νεώτεροι "Ελληνες ποιηταί. Έχουσιν ςμως φυσι-
κήν χαριν κα'. ά~λότητα τοσούτον άξιαγαστον, ώστε πας τις εΰα-
ρεστως άναγινώσκει αΰτά άκόπως. Όμοιάζουσι πρός τα κρίνα έκεΐνα
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ
121
τού άγροΰ άτινα παρουσιάζουσι πασάν την φυσικήν καλλονήν καί
ζωήν ήν δέν δύνανται νά έ'χωσι τα μετά πολλής περιποιήσεως άνα-
πτυσσόμίνα έν τοις κήποις ά'νθη. "Εν έ/, των τοιούτων Ιλληνικών
ποιημοίτων τοΰ παρελθόντος αιώνος είναι /.αί τό έπιγραφόμενον
«Βοσπορομαχία ήγουν φιλονειχία Άσίας καί Εΰ-
ρώπης είς τό κατα'στενον τής Κωνσταντινουπό¬
λεως. Ποίημα συντεθέν κατά τό αψνβ' σωτήριον έ'τος υπό τοΰ
ποτε ένδοξοτάτου καί άξιοπρεπεστάτου κυρι'ου Σενορ Μομάρς, πρό
τοΰ δραγομάνου τοΰ έν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεως τού Αΰστριαχοΰ
κράτους». Τό ποίημα τουτο εξεδόθη κατά τόν παρελθόντα αΙΰ>·)3 δίς,
ήτοι τό πρώτον έν Λιψι'α επιστασία Εΰγενίου τού Βουλγάρεως, όστις
Φ-ρθέταξε άφΐέρωτικήν επιστολήν «Τω εΰγενεστατω ά'ρχοντί καί
τιμής άπάσης άξιωτατω κυρίω χυρίω Γεωργίω Τυαννίτη,» καί
πρόλογον κπρός τόν φιλαναγνώσϊην» (1766 τύποις Βρεϊτκώπφ),
καί τό δεύτερον «μετά δύο ά'λλων ποιημα'των ήθικών καί μετά πλεί-
στης έπιμελείας διορθωθέν» Ένετίησι 1792 παρά Δημητρίω βεο-
δοσίου. Καί ομως σήμερον είναι εντελώς παρηγκωνισμένον καί μό¬
νον εΐ'ς τινάς κατ' 5νομ.α γνωστόν. Τοΰ χαριεστάτου τούτου άλλά κα!
διδακτικωτάτου ποιήματο; βραχείαν ανάλυσιν Οά παραθέσωμεν ενταύθα
αποβλέποντες είς τί την χοιητιχήν χα'ριν καί τό γλωσσικόν ίδίωμα καί
τάς πληροιΐορίας, ίς παρέχει περί τής τότε καταστάσεως της Κων¬
σταντινουπόλεως καί των τ;ροαστ£ίων αυτής.
Άρχόμεθα δέ άπό τής άφιερωτικης έπιστολής ήτις ίλόκληρος
είναι άξία άναδημοσιεύσεως έ'χουσα ούτω·
«Ευρέθη είίλογον νά ά^ιερωθή τουτο τό μικρόν ναί, δμως νόστι-
μον βιδλια'ριον, ε·ς την ΰμετέραν Ευγένειαν. Έχεΐνος όποΰ τϊ συνέ-
γραψεν ήτ;ν Ινας άπό τοΰς έξαιρέτους φίλους της. 'Εχεΐνος άπό τόν
οποίον έπαρακινήθη νά τό συγγράψη, καί πρός τόν οποίον ηθέλησε νά
τό άφιερώστ), τής ήτον διά μέν την άγχιστιαν γυναικάδελφος, διά δέ
τ/;ν μεγάλην αγάπην, ό—ου συνδέει πολλαίς φοραϊς μέ την σύμ-
πνοιαν καί όμοφροσύνην τάς κ«ρϊί«ς σΦΐκτότερα παρά ό νίμος μέ
τάς έπιγαμίας, καί παρά ή φύσις μέ τό αΐμα, ήτον πλέον παρχ
άδελφός της. Λοιπόν δίκαιον είναι νά προσδεχθη τό φιλοπό·«;μα τοϋ
τοιούτου γυναικαδέλφου. Έγώ όποΰ έγνώρισα τόν Ινα καί όποΰ
ΰπερηγάπησα τόν άΤ,λον, στοχάζομαι ότι ευαρεστότερον πραγμα δέν
9
122 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ήμπορούσα νά κάμω καί εις τοΰς δύο, ά~ό τ'ΐ νά έπιγράψω την
Βοσπορομαχίαν ταύτην μέ τό πανέντιμον δνομά της. Φαίνεταί μοί
πώς αί ψυχαί έκεΐναι είς τούτο θέλει μέ έπαινέσουν, καί θέλει μ.έ
κρίνουν πίστιν ακόλουθον τής γνώμν,ς των ν.αί μ,ετά θάνατον. Μά ή
Εϋγενία της, ό άνθρωπος ό ήσυχος ■/.α! ζράος καί εΐρηνικός, ή ψυχή
όποϋ τάς ταραχάς καί τάς έ'ριϊας -/αι τάς μάχας τάς μισεΐ /.αι τάς
άχοστρέφεται ώς τό μεγαλειτέρον δυστύχημα τής ανθρωπίνης ζωής
καί ώς αρχήν μυρίων κακών, τί θέλει είπεΐ εις τό δνομα της
Βοσ^ορΐμανίας; τί άλλο ; παρά όποϋ άφ' ού άναγνώσει την φιλο-
νεικίαν τής Άσίας καί τής Εΰρώπης, θέλει στερεωθή περισσότερον
είς τό βρόνιμον καί συνετόν ήθός της, συμ-εραίνουσα πώς άπό τόν
πόλεμον τόν πλέον μικρόν ϊως είς τόν πλέον μεγάλον, ή άρχή πάν-
τοτε τής διαίΐρας έστάθη ή οιλαυτία καί τό τέλος ή μ,αταιίτης.
Μία τυφλή άγάπη ίποΰ έχομεν τοϋ έαυτοΰ μας μας κάνει νά λο-
γιάϊωμεν, ότι είς κάθε πραγμα, έδικόν μας είναι τό προτέρημα,
τοϋ άλλου τό έλάττωμια. Εις ημάς πρέπει κάθε προτίμησις, είς τόν
άλλον τα ϊευιερεΐα. Τα έοι/,ά μας καλά καί των ά'λλων τα /.χ·/.ά,
τα βλέπομεν μέ τα μικροσκόπιον, ν,αί τα φανταζόμεθα μεγάλα. Τα
καλά των ά'λλων -/.αί τα έί'.κά μας κακά ;ο.έ τό αντίστροφον τοϋ
τηλεσκοπίου, καί τα κρίνομεν μικρά. Άπό έίώ γεννάται ή ΰπερο-
ψία των α/Λων κα'ι ή εδική μας οιησις. 'Από έδώ οί πόλεμοι καί
αί στάτί'.ς, τα ολέθρια γεννήματα της ανθρωπίνης έπάρσεως. Αϋτο
τό μέγα μάθημα ημπορεί νά λάβη ν.αθένας άπό τό μικρόν τουτο
-οιημάτιον. Καί είς αΰτό τό μάθημα ή Εΰγενία της είναι διδάσκα-
λος. Έπειδή ή μεγάλη της φρόνησις γεννα εκείνην την μ.ετριοορο-
σΰνην όποϋ την στολίζει καί ή μετριοφροσΰνη γίνεται —όξενος έκεί-
νης τής σεμνότητος καί καταστάσεως τοϋ ηθους, δποϋ την δείχνει
παρά παΐι ζηλωτον καί αξιέπαινον. Ή Βΐΐπορομαχία λοι-όν ευλό-
γως ,ϊλέ^ει τό φώς έπιγραφομένη είς τό περίτιμον ϊνομά της.
Διά τί αυτή μέ την έλαφρίαν της γνώμης δύο γυναικείον πρασώπων
όποϋ έμψυχώνουν τό δράμα, στηλιτεύει την κακήν εκείνην και τα-
ραχώδη φιλονεικίαν, την οποίαν ή Εΰγενία της έλέγχει μέ την έμ-
βρίθειαν -/.αί στερρότητα μιας άνϊρικής γνώμης γενναίας καί μεγαλό-
φρονος. Ή γυναικώδης ψυχή παρασταίνει τό κακόν έλάττωμα, ή'
άνδρική μίγαλοψυχία άντιπαρατάσσει την αντίθετον αρετήν καί τό
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ
123
νικα καί τό έςαλείφει. "Ας δεχθή λοιπόν τό αστείον αυτό
τιον όπίϋ διά τα εϊρημένα ε'Λόγως πρός αυτήν προσφωνεΐται· καί
πότε καί πότε διά ψυχαγωγιαν άς τό άναγινώσκη. Όταν είς τάς ώρας
τής άνέσεως περιέρχεται είς τόν Μπουγιουκ-Δερέ τό πάντερπνον Άρ-
χοντικόν της άς έ'χη τό βιβλιδάριον μαζή της. Μικρόν είναι καϊ
δέν δίδει βάρ;ς- Γλυκύ καί κροξενεΐ ευχαρίστησιν. Αστείον /.ν. κι-
νεΐ είς ευθυμίαν. Περίεργον καί περιγράφοντας επί λεπτού τάς το~ο-
θεσίας, δίδει τής παρούσης καταστάσεως καί τής Βασιλευούσης πό¬
λεως καί τοΰ βασιλικοϋ Βοσπίρου άκριδεστάτην την είδησιν. "Οίαν ή
Εϋγενία της περι~ατΫ) είς τό ζολυδενδρον περιβόλι της, οταν άναβαίνη
εις τα δψηλά /.αί πολυΐςοδα σέτΐα τού, οταν περιέρχεται τοίις
ώραίους καί καρποφίροκς έκείνους αμπελώνας, οταν διαβαίνϊ] τό
υπέρ αύτους μικρόν, άλλά χατάσκιον καί γλαφυρόν δάσος, ή κά-
νει στάσιν είς τα κρυσταλλοειδή νερα όκοΰ παρέκε; άναβρύουσ'.ν, ή
προχώρει καί κάθεται υπό την υψηλήν Κουκουναριάν, όλόγυρα είς
την οποίαν αί γλυκεΐαι αύραι καί οί λιγΰπνοοι ζέφυροι παίζουσιν καί
ζωογονοΰσιν, όθεν ώσάν εις είχόνα ζωγραφισμένα έδόθεν βλέ-ει
χωρία καί περιχαλλή κτίρια, εκείθεν ορη στολισμένα κα'ι λίφους,
έκεΐ θάλασσαν, έχεΐ λιμένα, καί ά'νω χαί κάτω νά άρμενίζουν τα
πλοΐα- οδώ την Ευρώπην έκεΐ την Ασίαν άς ανοίγη κα'ι καμμίαν
φοράν τό βιβλίδιον διά να χαροποιί) καί τόν νούν μέ την χάριν τής
περιγραφάς, μεταξυ όποϋ τέρπει την αίσθησιν μέ τα κάλλη της
φύσεως. Ή Άσία τώρα άς μή κρύπτη πρός την Ευρώπην την ζη-
λοτυπίαν της, καί μετ' ολίγον πάλιν ή περίεργος Δύσ'.ς πρός την
άπλοιχήν Ανατολήν άς σεμνολογη την ύπεροχήν της. Ή Εϋγενία
της δέν θέλει λα'βει βεβαιότατα τόν κόπον ποτέ καί την ενόχλησιν
νά ταίς συμβιβάση, καί νά τάΐς φιλιώση. Πλήν θέλει λάβει την ευ¬
χαρίστησιν νά τάς ακούση καί μέ τό νά διακρίνη τής μιας καί της
ά'λλης καί τάς χα'ριτας καί τα έλαττώματα θέλει πληροφορηθη
περισσότερον είς εκείνην την φανερωτάτην αλήθειαν, ότι
"Ολα της γη? τα πράγματα εΤν' όναχατωμίνα,
είναι ζαλά3 είναι χα/.ά, ομ-οθ συγκεροισμίνα.
Ώς τόσ:ν κα! ■καρ' έμοΰ άς δεχθή τουτο ώσάν έ'να μιχρόν δεΐγμα
της είλικρινεστάτης μου καί ευγνώμονος διαθέσεως, καί ώς μικράν
όμολογίαν τίΰ μεγάλου μου χρέους, 8που διά πολλάς εϋεργεσίας
124 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
καί χάριτας ανεξάλειπτον τρέψω πρός την ΰμετέραν Ευγένειαν, δια¬
τηρούσα μοί καί έςής την εΰνοιάν της καί γνωρίζουσα με διά βίου
τοιΐΰτίν, ο'ιος σημειοΰμαι
Τής ΰμετέρας άςΊοτ.ρεπεστάτης Εϋγενείας
όλως έξηρτη|χε'νος και υπόχρεως
Ε. Β.
Έν τω πρός τόν φιλαναγνώστην προλόγω ό αΰτός Εΰγένιος δει¬
κνύει την μεγάλην αξίαν τού ποιητοΰ, όστις «ϊείχνει νά εΐχε μίαν
είδησιν λεπτομερέστατον τής καταστάσεως εις την όποιαν κατά τό
παρϊν -/.αί ή Κωνσταντίνούπολις και τα ~ερί αυτήν ευρίσκονται»
λεπτομερώς έκθέτων πα'ντα τα έν αυτοίς άξιςθέατα «καί τα πλεονε-
κτήματα καί τα έλαττώματα καί τα ήθη καί τΐΰς τρό-ους των οί/.η-
τίρων τόσον εΰμορίρα ολα τα ζωγραφεΤ καί τα παριστάνει, απού δέν
ήξεύρω άν ε'ύ/ολα άλλας ήβελί δυνηθή νά οώση μ.ΐας τοιαύτης με-
γαλοπόλεως μίαν άκριβεστεραν περιγραφήν». Δικαιότατα δέ παρα-
τηρε'ΐ 5τι «είναι τό θαυμαστόν ό—ου αΰτό τό δράμα τό έσΰνθίσεν
Ι'νας ξένος καί άλλογενής. Πόσοι εγεννήθησαν καί άνετράφησαν καί
έ'ζησαν έ—ι πολυ έν Κωνσταντινουπόλει καί δέν έφθασαν οϋΒέ τό·
ήμισυ νά ήςεύρουν τής χατρ'ίϊος τίυς; Πλήν έ'τσι είναι. Άλλα ε'ναι
έκε'ΐνα τα :μμ.άτια όαοΰ βλέπ:υν -/.αί ά'λλα έκεΐνα όποΰ θεωροΰν. Τα
ϊμματα τοΰ πρ;σώπου βλέπουν ώσάν έκεΐνα των άλλων ζιόων, καί
καμμίαν φοράν καί χειρότερα. Τα όμματα τής ψυχής βλέπουν κολι>
περισσότερα. Δύο ά'νθρωχοι βλέίΐουσι τα αίιτά οχι ωσαύτως" τα ομ:ια
ό'χι ομοίως· άλλά με μεγάλην διαφοράν». Περ'ι δέ τής δεινότητος
περί την χρήσιν τής «κοινής τετριμμένης διαλέκτβυ» όπως αυτή
λαλεΐται «είς αυτήν την πόλιν, μεμιγμένη δηλαδή μέ πολλάς τής
τουρκικής φωνής καί λέςεις καί φράσεις» παρατηρεΤ 5τι χα'ι τουτο
εΤνα·. θαυμαστόν διά ξένον καί έτερόγλωσον, άφ' ου πολλαί των όμο-
γενών Βέν γινώσκουσιν αυτήν οΰτω. Ενταύθα σημειωθήτω ότι έ ώς
λόγιος μάλλον καί ποιητής ή ώς πατριάρχης διακριθείς Καλλίνικος
ό Γ' (έπατρ. 1757) έν σημειώματί τινι αΰτογράφω πληροοορεϊ ότι
τό -οίημα τουτο συνεπλήρωσε καί ϊ'.εσκευασε μεΐναν άτελές. Ίδοί»
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
125
3έ τί περί τούτου λέγει· «Την Βίαπορομ,αχίαν έπ'.χειρήσαντος τοΰ
Σιόρ Μοΰμαρς, άτελν; δέ καταλιπόντος αυτήν καί οίον άνοργάνωτον,
ημείς καί είς τέλος ήγάγομεν καί ώργανώσαμεν, ήτις, ώς εμα'θο-
μεν, καί τύχοις εξεδόθη εις Λίψιαν έπιστασία τοΰ διδασκάλου κΰρ
Εΰγενίου Βουλγάρεως τό 1766 έν τη τυπογραφία τοΰ Βρεϊτκώπφ (*).
Κατόπιν όρίζει πόθεν ώρμήθη ό πόιητής είς την σύνταξιν τοΰ χα-
ριεστάτου τούτου ποιήματος. « Ύστερεΐται, λέγει, (κα&ώς ό ίδιος κατ'
αρχάς τοΰ βιβλίου δηλοπ:ιεΐ) τής φιλτάτης συζύγου, καί μένει χη-
ρεύων πατήρ μέ δύο άπαλά έ'τι θυγάτρια. . . Ή υστέρησις τής γλυ-
κυτάτης αΰτοϋ συζύγου γεμίζει την ψυχήν τού πικρίας, καί τόν κα-
τασταίνει απαρηγόρητον. Αί νεαραι θυγατέρες όποΰ έχρειάζοντο
άκόμη την μητρικήν επιστασίαν έ'ως νά ήλικιωθοΰν ορφαναϊ πάντοτε
έ'μπροσθεν εις τα όμματα τού, τιτρώτ/ουσι μέ καθημέρινάς πληγάς
τα σπλάγχνα τοΰ φιλοστόργου πατρός, καί παροξύνουσι μέ την έν-
Ούμησιν τής ήγαπημένης συζύγου καθ' ώραν την καρδίαν τοΰ πιστοϋ
άνδρας. Ή Ολΐψις τού κυριεύει τόν νοϋν, καί ή μελαγχολία αΰξάνουσα
κινδυνεύει νά τοΰ σαλεύση τας ψρένχς. Εΰτυχής ομώς είς τουτο
διατί έ'χει φίλον έ'να άριστον ιατρόν καί ευρίσκει ιατρόν έ'να απαρά¬
μιλλον φίλον. Τοΰτος ήτον ό έξοχώτατος έν ίατροφιλοσόφοις Ιωάν¬
νης ό Ρϊζος». "Επεται εξαίρετον εγκώμιον τοΰ έξίχου τούτου ίμοε-
βνοΰς καί κατόπιν προστίθενται ταυτα. «'Αλλά μέ ποϊα νομίζεις
αρά γε ίατρικά ό θαυμ.αστός ίατρος τόν ίάτρευΐε; Μέ ταυτα, ώ φίλ-
τατε αναγνώστα, τα στιχίδια, τα όποΐβ άναγινώσκβ'.ς είς τό παρόν
ποιημάτιον γεγραμμένα. Καθώς αυτάς ήτον ά'ριστος καί δεξιώτα-
τος είς τό νά ίατρεύν) κα! τα νοσήματα τα σωματικά μέ τ);ν τέχνην,
καί τα ιταδήματα τα ψυχικά μέ την γλυκυτάτην παραμυθίαν, καί
μέ την συ;ετήν συμβουλήν, έ'τσι έσυμβο6λευσε τϊν άσθενή τού νά
επιχειρισθή νά συγγράψη τό βιβλίον τουτο, διά νά επιστρέψη την
ψυχήν τού άπό τα λυπηροί, καί νά προσηλώση τοΰς λογισμοΰς τού
εις χαριεστέρας ΰποθέσεις, όθεν καί μόνον ήρτητο ή ΰγεία τού. Ή
ριτσέτα ήτον έςαίρετη».
(*) "Ο,οΐ τα περί Καλλινίχο^ Γ' τοΰ άπο Π,οοιλίβου γρ«(ρε'ντ« έν
Άληθεία;» περιόδ. α' ετ. γ' τευ·/. 39—41 υπό Β. Γεωργιάδου, χ«ί [ΐάλιστα
τεϋχ. 40 σελ. 020β.
126 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Μετά τόν πρόλογον έπεται τό κύριον ποίημα κατέχον 115 σελί¬
δας είς 8™ μικρόν έν τύπω διαλόγου μεταξΰ Άσίας καί Είιρώ-
χ/)ς, αΐτινες φιλονεικοΰσι πρός αλλήλας περί τοΰ έαυτών κάλλους.
Ή φιλονεικία προέρχεται, ώς έν άρχη τ3ϋ ποιήματος δεικνύεται,
έξ άγανακτήσεως τής Άνατολής διότι προετιμώντο κατά τούς χρόνους
τοΰ "ΐητοΰ τα δυτικά μάλλον παράλια τοΰ Βοσπόρου ή τ« άνα-
τολικί.
«'Ακού' ή Λύσις κ' άπορεΐ, γιατ1 είναι στολυμένη,
μέ χάραις, χώραις ν.αί χωρία, λέγ' είμαι ζηλευμενη. . .
Έγώ λέγ' ή Ανατολή ταίς χάραις σου γνωρίζω,
καί άν ά'σχημη τώρα σέ πώ, ήξευρε δέν σέ βρίζω.
Έκεΐνα ποΰ καυχασαι σϋ την άσχημιά σκεπάζουν,
σάν νύμφην σέ στολίζουσιν ό'μως 2έν σέ άλλάζουν.
Εμέ δσον στολίζουσι, χαλοϋν την εΰμορφιά μου,
σάν βλέπω πώς οίκοϊομοΰν, σκεπάζει ή καρδ^ά μίυ.
Τώρ' άγαποΰν οί άνθρωποι έκεΐνα ποΰ φαντάζουν,
καί μέ βαφαΐς καί μέ στίλαΐς ψεγάδϊα τους σκεπάζουν.
Άπ' τό 'να μέρος κτίζουσι, άπ' τ' ά"λλο τα κρημνίζει,
βροχή, άέρας, θάλασσα, φωτία τα άφανίζει.
Ώσάν άράχναις ή στολαϊς, τα σπήτια σάν κλουβία,
μέ βίαν καθώς κτίζονται χαλνοΰσι καί μέ βία.
Τα κτίρια άποφεύγουσι, γίατί πολλά βαστοΰσι,
δέν θέλουν νά τα κατοικοΰν, λέν' πώς μίλαγχολοΰσι.
Καί θέλουν νά 'χουν κι,όσκια, σάν άνοικτά τζατίρια,
ή σίλαις τους κ' ή κάμαραις νάν' ολο παραθύρϊα.
Είς ταυτα άπαντα ή Δΰσις ούτω·
«Άλήθεια είναι στερεά τα πέτρινα τα κτίρια
πλήν είναι μελαγχολικά, βαθε^ά 'χουν παραθύρια.
τ' άλλαναι χβριέστατα μέ πλήθος σαχνησία,
την δρασιν εΰφραίνουσι καί δίχως συμμετρί*.
Τα άφανίζουν ή βροχαΐς, πυρκαιαΐς τα καίγουν
πλήν δέν τα κτίζουν στερεά, νάν' πρόσκαιρα τό στέργουν.
Καί είναι χουζουρλοώϊικα, καλά γτ,ά την ΰγεια,
χονδροί οί τοϊχοι πέτρινοι παντ' Ιχουν ΰγρασία.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΑΗΣ
127
Καί δταν σείεται ή γή τα κτίρια κινδυνεΰουν,
τα ξύλινα δέν πέφΐουσι, τριζοκοποΰν σαλεύουν».
Έξακολουθεΐ δέ ή φιλονεικία έν τύπω περιγραφής των χαλλονών
της άνατολιχής καί τής δυτικής παραλίας τού Βοστυόρου. "Ινα έννοή-
ση δέ τις καλώς τόν τρόπον τής περιγραφάς ταύτης καί την έριστιχήν
ενιαχοΰ πικρίαν πρέπει νά φαντααθή δύο γυναίκας Κωνσταντινΐ'-ΐπο-
λίτιδας των χρόνων έκείνων, αΐτινες μετά πολλής στωμυλίας χαί
άντιζηλίας περιγράφουσι τα "δια άγαθά. Έν τω άγώνι τούτω ή Α¬
νατολή φαίνεται ύπερτεροϋσα διά τάς φυσικάς καλλονάς εν ω ή Δύ-
σις διά τάς τεχνικάς. Οΰτως ευθύς μετ' ολίγα ή Ανατολή λέγει-
Γ£να λειβάδι πράσινο χοντά στό περιγιάλι,
σάν έ'χει κιόσκι μέ δενδρά έ'χ' εΰμορφ)ά μεγάλη·
την θάλασσαν καί την ξηράν έξαίσια στολίζουν. ..
Καί τα πολλά οσπήτια δν τρόπον είναι τώρα
την εξοχήν την κάμνουσι νά φαίνεται σάν χώρα.
Κιγμέτι τήν' τής εί)μορφ;ας εκεΐνοι δέν γνωρίζουν
π' άντίς νά την αυξάνουσι σκληρά την άφανίζουν.
Ειϊες τό μικρογκΐόκσουϊ πώς τεχνικά τό κτίζουν
• λειβάδι καί άκρογιαλι^ά τελείως δέν Ιγγίζουν. . .
Στήν θάλασσαν τα κιόσκια ποϋν' χαμηλά μ' άρεσουν,
τα ΰψηλά μέ φαίνονται χώς θέλουσι νά πέσουν.
Σάν πύργοι σπήτια ΰψηλά τα νέφη άναβαίνουν
τό θώρος άγριεύουσι ταίς εΰμορφιαΐς μικραίνουν.
Είναι τερπνά τα χαμηλά καί έ'χουν νοστιμάϊα,
κοντά θωροϋΐι τόν γ·αλόν σιμά την πρασινάόα. ..
Τό Γκιόκσουϊ τό άγαπώ γιατ'εΤν' βαθειά κρυμμένον
ώσάν έγκόλπ' άτιμητον στόν κόλπο σκεπασμένον.
Σαυτό ή πρώτη άνοιξις άρχίζ' άώ τόν Μάρτΐ,
δταν τα ά'λλα τα χωρία την καρτεροΰσι να'λθει.
Σαυτό τ'άηδίνια έχλεχτά κάμουσι χατοιχία
ώραΐα τα τριαντάφυλλα 'παινοΰν μέ μελωδία.
Μέσ' τό χαγίκι συντροφ;αϊς πέζουν γλυκά τα σα'ζια
καί ή κοπέλαις τραγωδοϋν μέ έΊχι Βίχως νάζ^α...
Τό ξακουστό Μπεγλέρπεϊ μόνον σέ ίνομάζω
θυμοϋμαι τό σιργιάνι τού βαρεία άναστενάζω...
128 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Σέ πρασινάδες σέ δενδρά νερά καί εΰμορφία
καί σέ λειβάδια μέ βοανά μιά είναι ή Άσία».
Είς ταυτα ή Λύσις άπαντα"
«Ό ήλιος τό Γκιόκσουϊ άν πρώιμα στολίζει
τό καλλοκαίρ' όλόκληρί τό σεϊρτζή φλογίζει. ..
Αϋταΐς ταίς χάραις έχουσι τα δυτικά τα μέρη
είς τόν καιρό τής ά'νοιξης κ' ολο τό καλλοκαίρι*
καί μάλστ' ό Κουρδύτσεσμες μέ τ' ά'λλα δυό χωρία
όποϋ είς τα έπίλοιπα επήραν τα πρωτεΐα.
Τοποθεσίαν έχουσι την πλεια χαριτωμένη
ποΰ πάντ' αυτή έστάθηκε ή πλειό έπαινεμένη.
Βουνά μέ δένδρ' άειθαλή ώραία θεωρία,
διασκεδάζουν τόν σεβδά καί την μελαγχολία.
Μεγάλα σπήτια ϋψηλά μέ κρσκια καί σάλαις
σοφάδες άνοικτόκαρδους μ' εϋπρέπει»ις μεγάλαις».
Κατί-ιν άνα;έρει ή Ανατολή ότι ήκουσε τίνα ψάόλλοντα ασμα
έγκωμ'.άζον αυτήν καί κατακρίνον τα δυτικά παρα'λια τοΰ Βοσπόρου.
Έν αύτω πρός τοίς άλλοις λέγεταΐ"
«θωρώ, άκούω, άπορώ, δέν ξεύρω την αϊτία,
γι,ατί νά εΰφημίζωσι στενόχωρα χωρία.
Πολλά καλά τό ξέρω 'γώ καί τό γνωρίζουν ολοι,
γιά κείνους πώχουσι δουλεηΐς κ' εΐν' πιό κοντά ή πίλι'
Χουζούρ' άς ποϋν πώς έ'χουσιν άς μην είπουν σφγιάνι,
Μπεσίκτασ:, Όρτα'κιογίου καί τόσο σ' αϋτους φθάνει.
Τό ΐό"ιρ πρέπει νά είπουν γ^ά τ' αλλα δυό χωρία,
Κουρούτσεσμ' 'Αρναούτκιογΐρυ άρχόντων κατοικία.
Καί άγκαλά ναν' στό γ^αλό τα σπήτια ποϋ φαντάζουν
πλήν μέσα βλέπω τα χωρία πώς Μπαλατόίς όμοΐάζουν».
Μετά ταυτα περιγράφουσιν έξ ΰπαμοιβής ή Ανατολή καί ή Λύσις
τάς διαφόρους καλλονάς καί έλλείψεις των διαφόρων χωρίων διά
τρόπου χαριεστάτου. Πρίβαίνει δέ ή περιγραφή αθτη καί είς τα έν
τω Κερατίω κόλπω κείμενα χωρία καί είς ά'λλα μεσογεότερα, καί
φθάνει μέχρι τοϋ 'Αγίου Στεφάνου καί των Φλωρίων διά την Δυ¬
σιν καί μέχρι των Πριγκηποννήσων διά την Ανατολήν, ήτις περί
τούτων λέγει τα έ-όμενα"
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 129
«Κ' έγώ όρίζω μόνη μου τα τέσσαρα νησία
μέ χ,ίλπον ποϋν' εΰρύχωρΐς ώς την Νικομηοίία.
Αΰτά 'ναι καταφύγια τα πλοϊα νά άράζουν,
ά'νεμοι οί ένάντιοι ποτώς δέν τα πειράζουν.
Ή Πρώτη είναι έ'ρημος ή Άντιγόνου τάΤΛο
ή Χάλκη τό πλειό είίμορφο Πρίγκηπος τό μεγάλο.
Εϊν' ΰψηλό καί πλερ μακρύ άπ' τ' άλλα τα νησία"
άντίκρυ εϊν' ό Μάλτεκες τερπνή τοποθεσία.
Μΐγάλα είναι τα βουνά μικρά τα μοναστήρια,
πολλά μακρύ 'ναι τό χωρχό μέ μαγαζ' άργαστήρια.
Άγχο Νικόλας κτίσθηκε κα'τω στήν πεϊιάοα
άκρογιαλιά ό δρίμος τού καί όλος νοστιμοίδα.
Καί είς την ράχιν τοϋ βουνοΰ Χριστοΰ ·ναι έκ/λησία,
σιμά 'χει ταίς κουκίυναρ^αϊς χόρτα καί είιωδία.
Κ' αγιον Γι^όργην ΚουδΌυναν ώνόμασαν τό άλλο,
μοναστηρα'κι νεόκτιστον βουνό ξηρό μεγάλο. ,
Κουράζετ' οποίος άναβεΐ, 2μως ϊέν μεταν;ώνει
τό θώρος τό είιρύχωρο τοΰς κόπους τού πληρώνει.
οί Φράγκοι χοϋν' στόν Γαλατάν την Πρίγκηπ' άγαποΰσι
γιά την εΰρυχωρίαν της αϋτήνα προτιμ.5ΰτι
Μπαχτσέδες έ'χ' ευρυχώρους, συκηΐς θϊρίακωμέναις
ώραίαις ή κουκουναριαΐς, δάφναις άραδιασμέναις.
Καί μέ κυνήγ' έλεύθερο όρτύκχα, συκοιράδες
καί άγριοπερίστερα στοϋς βράχους, στοΰς καγχάδες.
Τό βράδυ πάγ' ή συντροφϊά στό νόστιμο λειβάϊι
ποΰ 2χει ί'σκιο δροσερό κ' ενα γλυκό πηγάδι.
Στ' άλώνι τό περίφημο μέ τό λαμπρό φεγγάρι
δέν είναι τόπος τό νησί νά έ'χη τόση χάρι.
Είναι αΰτό χαρμόσυνον μ' ευθείαν πεδιάδα
φθάνει στό μοναστήριον μέ ϊρόμο στήν ίσιάδα.
Λάμπει άστράπτ' ή θάλασσα κ' δλο τό περιγιάλι
σαυτό γυναΐκες κάθουνται πάνε κα'ι ϊργο'/τ' άΤ,λοι.
Στό ί'α^ωμα τοΰ άλωνιοΰ χορεύουν τραγουδο^σι
μΙ τα τραγούδϊα τό νησ: την έξοχή 'παινοΰΐι. ..
Είς τα καγίκια μπένουσι μέ τέντες σκεπασμένα
130 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
μέ ζεύκι σφγιανίζουσι πολλά θεραπευμένα.
Β;ολί καί νάϊ παίζουσι κοπέλαις τραγουϊοΰσι,
αΰτάν' τ' άηδόν;α των νησιών ποΰ γλυκοκελαϊδοϋσι.
Βλέπουν βουνά καί θάλασσαν την ομαλήν γαλήνην,
αΰτοϋ την νύκτα χαίρονται την άργυραν σελήνην.
Ή έ'κλαμπρος πανσεληνος ώραΐα άνατέλλει
τό βράδυ σάν ό ήλιος νά βασιλεύση θέλει.
Κ' οί δύο οί ορίζοντος τότ' έ'χουν εΰμορφία,
άνατολής εΐν' άργυρός δύσεως μέ χρυσία.
Τότε στήν όψιν τού γΐαλοϋ χρυσό μπατίκι στρώνει
καί όσον πλε^ά ΰψώνεται περισσότερον ξαπλώνει.
Μέ κρίνους ρόδα ή αΰ·;ή μέ τραΐς περιχυμένη
με οόρεμα χρυσόρρυθρον άρχίζ' αϋτοΰ νά βγαίνγ).
Λαμπράς ό ήλιος τό ταχίί κατόπι της πηγαίνει
καί τα βουνά μϊυ τα ψηλα χρυσώνει κ' άναβαίνει.
, Νά ίδώ τί εχε'.ς νά μέ Γ?,ς μά θέλεις σιω—^σεις
ταίς χάραι; τ' ώχ' ή Χάλκη μου έσίι 2ν άγροικήσης
Σάν ήλϊος ειν ή εΰμορφχάμ' ποϋ δέν ψηφα τα νέφη
γιά τό ντ;σί μου σάν λαλώ μέ έ'ρχεται τό κεφι.
"Ενα νησί μ' ενα χωρχό παινώ κ' έγκωμιάζω
καί συντομίαν εΰμορΐ^άς την Χάλκην όνομάζω.
Την λέγ' ώραία ζωγραΐιά ποΰ ναίρ' ό νοϋς οέν φθάνει
τα μάτΐα μόλ'.; ήμποροϋν νά κάμωσι σεργχάνι.
Μέ την τοπΐθεσίαν της τερϊάζουσι τα κάλλη
τα σπήτ«α στράταις καί χωριό τερπνό τό πίριγιάλι.
Τα τρία μοναστήρια μεγάλως την τιμοϋσι
καμπάναις την εΰλάβεια καί την χαρά ξυπνοΰσι.
Καί δλα εχουν κιό~ια ποΰ δλοι τ' άγαποΰσι
πηγαίνουν τρών' καί πίνουσι χορεΰουν τραγουδοΰσι.
Εΐν' τα βουνά της ή'μερα μικρά καί φορτωμένα
μέ πρασινάδ' άειθαλή άνθοπίριχυμένα.
Γυναίπρες σμαραδόχροες μέ πλήθϊα τα ρουπιά τους,
και σπάρτα εϋωδέστατα χρυσά τα χρώματά τους.
Τό καραπάσ' ό λάδανος φλισκοΰνι μ' εΰωδία,
μυρσίνη τό μυρωδικό καί εχουν εϋμορφία.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ!
131
Έλαίαις ή μακρόβιαις, δϊνδρα εθλογημένα
τα νίστιμα λειβάδια τίυς έ'χουν εΰτρεπισμένα.
Κόλπος δέν ειν' τόσ' εϋμορφος ώσάν τό Τσάμ-λιμάνι,
περγιάλι έ'χ' ά-χΚ&γωρο στήν μίσιν τού μεγτάνι.
Μέ είίμορφαΐς κουχουναριαΐς καί είς τα ούο μέρη,
πράσινα δένορα φουντωτά χειμώνα καλλοχαΐρι.
Στρωμμέναις ή άχρογιαλιαΐς ποϋν' τής νο«ας σοφάδες
μέ τα κουδέτα πέτρινα χοχλιοΰς καί άχιβάδες.
Τοίις γρίπους δτ»ν σΰρνουσι βγαίνουν στό περιγιίλι
μπαρμπούνια τα λαχταριστά σπαργοί κολιοί μεγάλοι.
Σάν ειν' εΰϊία σκοτεινή τα περιγιάλ' άστρα'πτουν
πολλά παγούρ;α πιάνουσι μέ τα δαδιά π' άνα'-τουν.
Όλην την νύκτα ανθρωπος έ'ξω καί 5ν καθήσ·»]
δέν έ'χει φϊ'βον ή οροσια νά κάμη ν' άρρωστήση.
Άέρας είναι εϋκρατος καλός για την ϋγεία,
δρΐσίζει τα έντόσθια κ' εΰφραίνει την καρϊία.
Χάλκχ ή άξιέπαινος εΐν' «να τζεβαχέρι
-ου πάντοτί έστάθ^κε κα! είναι οίχως τέρι.
Είς τουτο τό εγκώμιον ποσώς δέ έ'χω λάθΐς
άλλ' εΤπα την άλήθεια χωρίς κανένα πάθος. . .
Την Χάλκην τόσον άγα-ώ π' δταν την ονομάζω
θυμοΰμαι καί ταίς χάραις της κ' άτή μ:υ ταίς θαιιμάζω
καί δλαις νά σΐυ ταίς είπω τόσον καρδχά μ' τϊ θέλει
π' άν έ'βγ' άπ' τό πρίκείμενο τελείως δέν μέ μέλλει.
Νά γλεντιρδίζω εις αύτην τόν νούν την συλλογή μου
κϊί σ' ενα ποΰσ' άντίδικη δέν τό 'χω έντροπή μ:υ.
Δέν ειν' ή νέαις μοναχα την Χάλκη π' άγα-ΐ/ΰσι,
άκόμη κ' τ; άγέρισαις πολλά την λαχταροΰΐι.
Όμοϋ κ' ή έχλιζεύκιδες τό ζεύκ·. ιτοϋ γυρεύουν
πηγαίνουν ξεφαντώνουσι στό καπηλιό κονεύΐυν.
Κ' είς τοίις τζαρδάκους κάθονται όποϋ 'να; σκεττασμένοι
μέ σπάρτα καί κουκουναρίαΐς καί ψάθναις είν' στρωμμένοι.
Καί παίζουσι μέ τα β;ολί τό νάί τό μισκάλι.
βλέπουν φεγγάρι τό λαμπρό γιαλό καί Εΐριγάλι.
Τρών' πίνουν ξεφαντώνουσι τινάς δέν τοϋς συγχίζει
Ι
132
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
έ'χουν άλέμι καί σεφά όποΰ πολί) άχρίζει.
Αΰτοΰ καί οί καλόοωνοι μέ εσκι τραγωόΌΰσι,
την μελωδίαν της φωνής την μουσικήν παινοΰσι».
Τοιούτον τό εξαίρετον τουτο ποίημα, όπερ καταλήγει είς συμ¬
φιλίωσιν τής Άνατολής καί της Δύσεως. ΛυπούμεΟ» δέ ότι ελλεί¬
ψει πλείονος χώρου αδυνατούμεν νά παραθέσωμεν καί άλλα έξαί-
ρετα αυτού μέρη. "Ισως δέ άλλοτε άναλυτικώτερον πραγματευθώ-
μεν περ! αυτού, έξετάζοντες καί τό γλωσσικόν αυτού ϊδίωμα.
ΙΒ'.
ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΙΚΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ
ΕΝ ΤΗι ΝΕΔΤΕΡΔι ΕΔΔΠΝΙΚΞι.
Ουοεις των επί γής βροτών είναι άπηλλαγμένος πλάνης, ουδέ
έγώ ά'ρα. Ουδέν λοιπόν θαΰμα, άν πολλά των ΰπ' εμού διδασκομέ-
νων κρίνωνται έν τω παρόντι άπίθανα ή καί άντικρυς έσφαλμένα, καί
3ν πολλω πλείονα εΰρεθώσιν έν τω μέλλοντι ά'ξια λήθης. Ουδέποτε
ύπεστήριξα, ότι κατέχω εν τοίς πολυπλοκωτάτοις 7.αί χ«λεπωτάτοις
περί γλώσσης ζητήμασι την αΰτοαλήθειαν α'ύτη είναι καί ενταύθα
όπως έν πάσιν, κατά την έξαισίαν έκφρασιν τού δαιμονίου Εβδδΐπ^
κτήμα μόνον τοΰ πανσόφου Θεοϋ, στεργω δέ μόνω τω διακαεϊ ταύτης
έ'ρωτι. Διά ταυτα οσάκις τις όρμώμενβς ά—ό όμΐίου έ'ρωτος πει-
ραται ν' άνασκευάση τίνα γνώμην μ;υ. οϋτε λυποθμαι ουτ' άπορώ
επί τούτ(ί, άλλά μετ1 έπιστασίας έξετάζω, άν λέγη τι λόγου καί προ-
σοχής άξιον καί ουδεμίαν μέν έ'χω τότε δυσκολίαν ν' άνομοΐογήσω
καί άσπασθώ τα άντιπροτεινόμενα, ίϋν είναι αληθή, άλλά καί ουδα¬
μώς κρίνω άνάξιον τού κόπου χάριν τής /.οινής ωφελείας νά βα- '
σανίσω οσα έκ τούτων τυχόν ο"έν μ.έ πείθωσιν.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
133
Των ίδεών τούτων έμφορούμενος δέν νομίζω περιττόν έν τώ πα-
ρόντι νά Ιπανέλθω είς τό ζήτημα πΐρί τής άτϊαρεμφάτου της νεω¬
τέρας Ελληνικάς, άφοΰ έγώ μέν διέλαβον πρό έτών περί τούτου
έν τω Δελτίω τής 'ίστορικής καί Έθνολογιχής Έταιρείας τής Ελ¬
λάδος Τ. Α. σελ. 226 κεξ., ό δέ Κ»Γ. Γον πρό μικροΰ έν τωδε
τω Ήμίρολογίω, έ'τους 1886 σελ. 207 κέξ.
"Ηδη έν τοις χρώτΐις μνημείοις τής ήμετερας νεοελληνικης
γραμματϊίας έμρανίζονται άντί τοϋ σπανίου καταστάντος άπλοΰ
μέλλοντος ά'λλοι τινές τρόποι τής μελλοντικήν σχέσεως δηλωτι-
κοί. Συνήθης π. χ. ήτο ή ΰποτακτική ή άπλη ή μετά τοΰ ν ά -. χ.
Σπανέα 100 εί γάρ κα! Χαθής άπαντας, θεόν οί) λ ά θ η ς πάν¬
τως. Γλυκα 265 διαβη — οΊα6ήσετ«ι. 324 ίδη τις_θά Ι'δγ],
Προδρ.
VI
287 ου διαδη.
III
122—3 κώς ϋπομείνω, δέ-
σποτα, πώς ίνεσιν εΰρήσω κα! πώς ν ά ζήσω; Σπανέα 51
συντόνως ν ά τα μάθη ς=θά τα μαθϊ)ς. 208 ν ά σας είπω
Διγεν. Μηλιαράκη στ. 1122—3 ουκ άποτύχη. 1173 καί
βαπτισθΛ. 1570 πότε ίδητε ο^θαλμοί; κττ. Ολιγώτερον μέν
συνήθης 1'σως άλλ' δμως πάντως γνωστή ήτο ή της μελλοντιχης
σχέσεως έκφορά διά τοΰ έ'χω καί ά-Λρεμφάτου π. χ. Τπηο1ΐ6Γ3,
8ν;11ίΐΙ)ΐ]8 0γ&60. ΜθιπΤογ σελ. 46 (έ'τους 1050) «κα! όστις ά ν
έ'χγ; ευρεθή»—:μελλει νά ευρεθή, εύρεθήσετα'.. 78 (έτ. 1097)
«στέργω δέ σοι καί μετά τούτων δλου; τους ξένους τους έρχομέ-
νΐυς είς την χώραν των έρημιτών τοΰ έ'χειν σας άχωλύτως- διότι
Ιχουν άκουμανδευθήν είς έσας»^:δΐ5τι θά άκουμανδευθώσι.
Διγεν. Μηλιαρ. 2337 έ'χετε μαθεϊνζ—θά μάθετε' πρός δέ καί
ήτοΰθέλω μετ' άπαρεμφάτου χρήσις π. χ. Σπανέα 101 θέλει
ελέγχειν, Γλυκα 299 θέλει έλθεΐν, Προδρ.
III
514 πώς
τόν θέλεις σύρειν. Κυπρ. Άσματα παρά Εβ^Γίΐηά θέλουν
ζεϊν, θέλουν στεγνώσειν κτλ. Έπίσης δέ ευρίσκεται ολίγω
βραδύτερον κατόπιν τοΰ θέλω καί έ'χω άντί τής άπαρεμφάτου ή ανά¬
λυσις αίιτοϋ διά της ΰττοτακτ. καί τοΰ ν ά π. χ. Διγεν. Μηλιαρ.
2032 άρτι, κυρι'α, κρόσεςε πώς θέλω ν ά τόν χα'μω. Κυπρ.
ά'σματα ο' θέλω ν ά π α θ ι ά ζ ω=:θά παθια'σω. θρήν. Κωνστατιν.
431, 673 κτλ.
Ή περίφρασις δέ αυτή διά τοΰ ν ά κ»! ΰποτακτ. φαίνεται βραδΰτε-
134 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ρον συχνοτάτη, μάλιστα έν τοις Κρητικοΐς, τοίς άνεσΐραμμέ'νοις τΰ-
ποις, ν ά π ά ω Οέλω, νά'ρθω θέλω κττ. καί εν τοις τό 6 έ-
λ ε ι ν ά συγκεκομμένην είς Ο ε ν ά καί θ ά περιέχουσι π. χ. Κυπρ.
ά'σματ. κατ' 13 καί λδ' 1 θε νά πεθάνω. κδ' Ιΐθέ νά τό
ξηγαται. ο' 4 οΰ2έ θάρρΐς θε νά χά ιω. ι' 12 θέναμέ
ν. ρ ί ■» 7) ς κττ'
"Ομοίως διά τοΰ ε ι χ α- καί ή θ ε λ α χά! άπαρεμφάτου ή καί της
αναλύσεως αυτού διά τοΰ ν ά καί ύ-οτακτ. έξεφέρετο καί ή δυνητική.
Κα! έν μέν τη ολιγώτερον εΰχρήστω δυνητική διεδόθησαν πολλοϊ
των τρόπων τούτων (πρβλ. Δελτ. 228 κέξ.), άλλ' έν τω συχνοτέρω
μέλλοντι μόνοι οί διά τοΰ θέλω καί άπαρεμφάτου ή διά τοΰ θέλω
(σπανίως έ'χω) καί τής αναλύσεως αυτού φαίνεται ότι οΊεσώθησαν
έχβαλόντε; έκ τής χρήσεως τους λοιπούς. Διό γράφομεν σήμερον
θέλω γράοη, γράψγι, θέλω λάβη, θέλω γραφθτ,, ληίθή, καί λέγο-
μεν Οέ νά γράψω, νά γρίφω θέλω, νά γράψω θέλω, νά γραφθώ
θέλω, θ* γράψω, τί έ'χεις νά πάθϊ;ς! έ'χω νά πάθω! κττ., άλλ' ουχί
καί λ ά β (·ι ή ν ά λ ά δ ω, ή έ'χο) γράψειζζθά γράψω. ·
Τό ζήτημ.α τώρα εΤνα'. νά εξευρεθή, ποίον είναι το συστατοών
δπερ κρύπτεται έν τοίς τύποις γράφϊ, γράψϊ, λάβί, γραφθί.
Αί υπάρχουσαι μεγάλαι φθογγικαι δυσχέρειαι πρώτον εν τη έμφανίσει
τοΰ -ε ι ( ν ), θέλω γ ρ ά ψ ε ι ( ν ), π λ έ ξ ε ι (ν ), άντί τοϋ -α ι,
θέλω γ ρ ά ψ α ι, τγ λ έ ς λ ι, δεύτερον έν τη άποβολί) τοϋ -ν α ι, θέ¬
λω γραφθή άντί θέλω γρΛφΟήναι, τρίτον έν τή άναβιβάΐει τοΰ τόνου,
βέλω λάβει άντί θέλω λαβεϊ(ν), επεισαν άλλους τε καί εμέ,
ότι ταυτα είναι κυρίως κ*ί κατ' αλήθειαν ύ-οτακτικαί πρός άς καί
άληθώς όμοιάζΐυσι καθ' ολοκληρίαν. Καί δέ·/ μέ έλάνθανεν μέν δτ:
ή υπόθεσις αυτή της ΰποτακτικής προσέκρουεν είς την ύπαρξιν τοΰ
ν έν τοίς παλαιοτέροις μνημείοις, καί είς την έν αϋτΐϊς παρατηρου¬
μένην χρήσΜ τής άπαρεμφάτου, άλλ' ό'μως ήχθην είς την παραδο¬
χήν ταύτην, έπειί'ή των μέν Κυπρίων ασμάτων καί των Έλληνοϊ-
ταλικών μεμβρανών τοΰ ΤπηοΙιβΓα καί ά)>λων οέν είχον τότε
γνώσιν, τα δέ λεγόμενα Ρόϊια ασματα καί τα λοιπά μεσαιωνικά
ποιήματα τα υπό Εβ^Γαηά, Σάθα καί ν3,§ηβι· έχδοθέντα Βέν μοί
εφάνησαν ίκανά ν' άπΐδείςωσι τό εναντίον διά τόν μαχαρονιχόν αυτών
χαρακτήρα.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ
135
Ό Γθ7 αναφέρων τώρα τα Κύπρια άσματα έ'-χοντα την άπα-
ρέμφατον άντιλέγίΐ μοί δικαίως, 8τι τότε έσώζετο άκόμη καί μεταξΐι
των άπαιδεύτων ή άπαρέμφατος, καί έπιφέρει ώς συμπέρασμα τού¬
του, ότι έν τοις εΐρημένοις μΐλλοντικοΐς τύποις κρύπτονται τύΐκι
άπαρεμφάτου. Τάς δ' υπαρχούσας φθ:γγικάς τούτων δυσχερείας επε¬
χείρησε νά διαλύση δι' ά ν α λ ο γ Ι α ς Όμολογώ δέ μίτά χαρας με-
γάλης, ότι ώς πρός την β'. δυσχερειών επέτυχε1/, ώς πρός την α'.
δμως αμφίβολον, καί ώς πρός την γ'. τΐίϊρα απίθανον. Οΰτω
φρονώ, ότι άληθώς έπέτυχεν εΐκάσας την κατ' αναλογίαν των είς
-ίη άπαρεμφάτων αποβολήν τοϋ α ι των είς -ν α ι άπαρεμφάτων
τού παθητικοΰ άορίστου (γραφθήν, λεχθήν, βραχήν, πλακη·/, έγερ-
θήν, κατά τα γράφειν -ψειν, λέγειν -ειπείν, βρέχειν -ξεΐν, πλέκειν
-ξειν. Άλλά την αποβολήν ταύτην τοΰ αι ηθέλησε1/ ό Γον
νά έρμηνίύσ») λέγων (210) 2τι «ή άποδίλή αυτή τοϋ τελικοΰ β
α» φανή υμιν ώς σχετικώς έλαφρά μεταβολή, εάν 'σκεφθώμεν, ότι.
ή καθωμιλημένη έν πολλ:ΐς είς -ν καταλήγίυΐι τύποις, ότε μέν
"οσθέτει εν-β ότε δέ άφαιρεϊ αϋτό πάλιν οίον εΐπανε καί εί'-
παν, έλέγανε καί έλέγαν, των άνδρώνε έν πολλαίς δια—
λέκτοις πβρά τό των ά ν δρ ώ ν κττ.». 'Αλλ' αν μή σφαλλωμαι, ή
παραβολή οέν είναι πρώτον επιτύχη,·, διότι πάντες θά μοί όμο-
λιγήσωσιν, ότι άλλο αφαίρεσις τελικοΰ φωνήεντος -λαί αύτη
κοινή, καί άλλο πρΐσθήκ^; τελικοΰ -ι έ'ν τισιν ίοιώμαΐι κα'
αύτη ποικίλλουσα κατά τόπους (έν Κρήτν; π. χ. καί επί πολλών
νήσων προστίθεται τό ( είς τα ρήματα, άλλά τύποι' οίον σκυ-
λυώνε, άνθρώπωνε άγνοοΰνται αΰτίθι όλως, τούτου δέ τό
δλως αντίθετον συμβαίνη, έν τοίς ίίιώμασι τής Στερεάς Ελλάδος).
Δέν είναι δέ δεύτερον οΐ»3' άναγκχία, διότι τοΰ "αγματος δύναται νά
έξίυρίϋί) ά'λλη εΰλογωτέρα έρμηνεία· ή έπίδρατις δηλ. έπ' ά'λληλα
των άπαρεμφάτων καταφαίνεται μάλυτα πάντων έκ τούτου, δ τι ου μό¬
νον τα εις -ή ν α ι εκανονίσθησαν κατά τα εις -ίιι, άλλά καί τα είς -ι»
ενίοτε μετεσχηματίσθησαν είς-ϊηβ πρβλ.ϋίρΐοΐηί Οτβθΐ ίηβάΐτί... ά&
(ι. 3ρ3.Ι& σελ. 18έπαναγαγήναι πρός δέ τα Ποντικά άπαρέμφατα
είς -η ν α ι. Όμοίως φρονεί ό Γο^, ότι πρό πάντων οί β' ένεργ. άορ.
είς-ε ι ν, έδωκαν την αιτίαν τοΰ μετασχηματισμίΰ τοΰ -ή/αι εις
-ήν των παθητικών άορίστων. Τοΰ» δ' ευρίσκω έν μέρει μέν υπό τι
136 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
9
δύσκολον, άφοΰ ολίγοι τινές 8' ένεργ. άόρ. (ουχί πλείονες των 15)
κατώρθωσαν νά έφελκύσωσι πρός εαυτούς χιλιάδας πολλάς, χαθ. άο-
ρίστων, έν μέρει δέ κα! περιττόν, διότι ή κατ' αναλογίαν πρός τάς
ένεργητικάς άπαρεμφάτους είς -ε ι ν έξομΐίωσις των παθητικών,
αρχομένη μάλιστα άπϊ των άποθετιχών καί δή ένεργητιχών την ση¬
μασίαν πολλών ρημάτων της νεωτέρας Έλληνικής, καί ικανή, φαί-
νεται, ήτο νά έκβάλη κατά μικρόν τό β, τόσω ευκολώτερον όσω
εΰαπαγγελτότερον ήτο τό άπολειφθέν ούτω τελ'.κόν σύμφωνον, καί
δυνατή νά περιορισθή έν τοίς φθόγγοις ουχί δέ νά έπεκταθή1 καί επί
τόν τονισμόν. Φρονώ δέ πρός τούτοις 8τι καί άνευ τούτων των έπι-
κουρημάτων δυνάμεθα καθόλου νά είπωμεν, ότι ή παραδοχή τής
κατ' αναλογίαν μεταβολής εις -ή ν των άπαρεμφάτων είς -η ν α ι
δέν είναι μέν καθ' εαυτήν άπίθανος, παρίσταται δέ καί πάνυ πι-
θανή οταν πρώτον ενθυμηθή τις, ότι οί μεταβεβλημένοι ούτοι τύποι
εις -ήν ή -ή (ν) ευρίσκονται άληθώς καί σήμερον Ιτι έν Ιταλία
π. χ. τουτο πραμα ε σώζει βρεσή, τα φρέατα εσώζουγομωσή
άφσέ κρασί, πρδλ. ΜοΐΌδί 138, πρ;ς δέ καί έν παλαιοτέροις βι-
βλίοις όλως δημόδεσιν χ. χ. έν τοίς Κυπρίοις ασμασι καί πρό πάν¬
των έν ταίς ίκανώς παλαιαϊς (τού θ' καί Γ αιώνος) Ίταλοελλη-
νικαΐς μεμδρα'ναις, έ'νθα ϋπίθεσις περί τής προσθήκης τοϋ - ν πρός
έξελληνισμόν είναι ώς επί τό πλείστον δυσαπάδεκτος, όπερ δέν είναι
τοσοΰτο δήλον προκειμένου περί των #άναμ.ίκτων καί μακαρονικών
ά'λλων ποιημάτων πρβλ· Τΐ'ίηοΙιβΓίΐ 8νΊ1αΙουδ σελ. 46 (1050) 5ν
έ'χη ευρεθή, 72 (1092) έ'χουν άκουμανδευθήν κττ. Καί
δεύτερον δταν τις παρατηρήση ό'τι τα ευρισκόμενα άχαρέμφατα
ταυτα είς -(θ) ή ν άποβαλόντα τό -ν επρεπε νά ΰποτεθώσιν ΰπο-
τακτικαί κατά παράληψιν τοϋ ν ά, όπερ δέν συγχωρεϊται προκειμέ-
νου περί λόγου τοϋ δεκάτου καί δεκάτου πρώτου αιώνος. Καί τρί¬
τον ότι έν τούτοις τό ν καί -ροστιθέμενον δέν παρήγε τύπον όμοιά-
ζοντα όπωσδήποτε πρός ελληνικόν τίνα (όπως π. χ. τό ν έν τω
κλΛύσειν) διότι καί τό χ α θ ή ν ονχ ησσον τοϋ χ α θ ή ήτο άγνωστον
τοίς παλαιοϊς.
"Ομοίως ή'κασεν ό Γον ότι κατά τα λοιπά είς -ίη άπαρέμφα-
τα μετεσχηματίσθη ή της άπαρεμφάτου τοϋ ένεργ. άορίστου κατά-
ληξις σαι είς -σ ε ι ν, ώστε ελέχθη γ ρ ά ψ ε ι ν άντί γ ρ ά ψ α ι, π λ έ-
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ 137
ξειν άντ! π λ έξ α ι. Την δοξασίαν ταύτην πρό πολλοϋ έςέφρασεν
ό Ιταλός γλωσσολόγος ΜοΓοκί σελ. 138 γράψας «ςμιβδίϊ δοηο
&οπ8Γί. Ογ&, οοπΐθ πβ1 οοπ§ϊυΐιΙ:ίνο πβΠ'ίπιρβΓέΐΙίνο β ηβΐ
ρίΐΓΐίοίρϊο, αποΐΐθ ηβΙΓ ίηίίπίτίνο 1β ίοππβ άβΐ ρι·68θΐιΐθ β1>
1»6γο Π 8ορΓ3,ννβπιο 8ΐι ηιιβΐΐθ άβΙΓ ίΐοπδίο, οΐιβ ηοη 8Ϊ ιΐίδ-
Ιΐπ§ιΐ6 ά&Ι ρΓβδβηίθ 8β ηοπ ρβΓ ίΐ α ο&ΓΕΐΐΐθπδΐΊοο, α/ϋϊΐκϊΐ
ΙΊή, οίοβ λύσειν ρ. λΰσα'., 8β ΐΓαίΙαβίάί έΐοπδΐί άβοοΐβ». Καί
άληθώς ή έκδοχή αυτή δέν είναι άδΰνατος, άλλ' άν μή σοάλλω-
μαι, υπό τι -εριττή. Διότι καί ΰ-οτιθεμέ-/υ άληθώς δτι έν τω θ έ-
λει γράψει(ν) έκρύπτετο άπαρέμφατον, πάλιν τό άπαρέμφατον
τουτο ουδεμία άνάγκη νά νομιαθή, ότι προήλθεν έξ άναλογίας πρός
τα λοιπά εις -ίη, άλλά δυνατόν νά άπολει^θή, ότι είναι αϋτό
τουτο τό άπαρέμ,ΐατον τού μέλλοντος γ ρ οί ψ ε ι ν, πλέξειν κττ.
Είς τόν ίρμώμενον έκ τής γνώσεως τής άρχαίας συντάξεως τοΰ θέ-
λω μετά ά~αρεμφ. άορίστου φαίνεται ή σύνταξις αυτή βάρβαοος
κα'ι άδύνατος, άλλ' οΐτις εχει πείραν τής μεσαιωνικής ημών γραμ-
ματείας, ουδέν έν ταύτη παρατηρεΐ τό φοβερίν. Έπειδή δηλονότι
διά την φθογγικήν σύμπτωσιν τοΰ άπλοΰ μέλλοντος τής ίριστικής
πρός την ΰποτακτικήν τοΰ άορ. έν τοίς πλείστοις ρήμασι (ποιήσεις—
ποιήσης, πράξεις—πράξις), επήλθεν ώς γνωστόν ισότης αυτών
παντελής κ*τά την σημασίαν, ωστβ ελέχθη κατόπιν και λάβητε—:
λήψεσθε, ο~ως ανωτέρω εΐδίμεν, καί λάθης—ΐλήσεις κττ., δι' αΰ-
τά, φαίνεται, επήλθεν τοιαύτη ισότης καί ώς πρός την χρήσιν τής
άπαρεμφάτου τοΰ μέλλοντος πρός την τοΰ άορίστου, ώστε έ'λαβϊ την
αυτήν τή τής άπαρεμφ. τοΰ άορίστου σημασίαν καϊ χρήσιν. Είς του¬
το, νομίζω, ή/θησαν οί τότε καί υπό της ιδίας, ότι κατόπιν τοϋ
θ έ λ ω, ε χ ω, καί των τοιούτων ρημάτων, δι' ών ή τοΰ μέλλοντος
εννοια Ιξεφέρετο, κυρίως άπαρέμΐατον χρίνου μέλλοντος άπητεΤτο,
άπαράλλακτα καθώς υπό των παλαιών Έλλήνων είς σχηματισμόν
τοΰ περιφραστικοΰ μέλλοντος διά τοΰ ρήματος μέλλω, άπαρέμφα¬
τον χρίνου μέλλοντος άληθώς (καί ουχί συνήθως άορίστου) ενομί¬
σθη χρήσιμον καί παρελαμβάνετο.
Την δέ γνώμην ταύτην ΰποστηριζομένην ά")>λως υπό της Ίστο-
ρίας δέν θά εΰρη παράδοξον όστις ενθυμηθή, δτι είς τοιαΰτα μέρη
τοϋ λόγου, άτινα άρχίζουν νά άπαρχαιώνται καί Ικλείπωσιν, ή
10
138 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
σύγχυσις είναι ~ολϋ συχνοτέρα ή ε!; ΐσα έςα/.ολουθίίσι νά είναι
καθ' ολοκληρίαν αισθήτα. Πρβλ. ~. χ. Προ5ρ3μου τα κατά Δρασικλ.
κα'ι Ρο2. Α, 265 ού γάρ συλήσειν ίτχίΐεις Β, 165 πλήσειν
έπιτρέπεις, 242—4 μή γάρ τοσούτον ό χρίνο; ΐσχύΐοι ώς. . . έξα-
λείψειν, 354 σώσον Δοσικλήν, εί δέ μή σώσει ν Οέλεις, 374 τέ¬
κνον Αοσίκλεις, είπεν, άγγελεΐν έ'χω, Δ' 187 άνήρ στρατάρχης
■/.ατερήΐϊΐν ΐσχΰσει, 362 /.αί συγχωρεΰσειν έ'σχες αν σφοδρόν ποίον
Ε', 123 μή ληθή κρ»τή?οι. . . ώς άμνημονήσειν. Νικήτα τοΰ Εΰ-
γενΐ·.ανοϋ Λ' 240 άντερισειν ισχύσοΐ' ΣΤ' 195 -Λ,ϊεΐτο είσελεύ-
σίσθαι μόνη· 395, 596 τί δράίί'.ν έ'χεις; Ζ'52 άποσκοπών δρά-
σειν ΐίνι;ν έργον κτλ. Λιγεν. Μηλιαράκη 3043 έγερθώ ζρΐχαι-
ρίτίσειν τούτους κττ. Ότι εί; την χρήσιν τούτων δέν ήχθησαν οί
πίΐηταί Γα'ντοτ» υπό τής άνάγκης τού μέτρου, άλλ' ότι ήκολϊύθη-
σαν απλώς ττ, των ϊδίων χρίνων χρήσει, ά-οδεικνΰουσι το μέν πα-
ραίΐίγματα οίον σώσει ν θ έ λ ε ι ς, ένθα κα: σώσαι θέλεις θα
ήτον έπίσης άρμοΐτόν, άποσκοπών δράσειν φίνιον, άντ: δρασαι
κττ. τό ίέ ότι τ;'.αύτα άπίρέμφΛτα ε^ρίσκοντ-αι κ::ί έν πεζογραφία
π. χ. ΤπΐιοΙιβΓα σελ. 6ό (έ'τους 1086) ού χρή κινήσει ν, 74
(έτ. 1093) οσους 2έ ςένους δυνηθή; συναθροίσειν ίθνείους,
150 (1139) τό απερ έ~ΐίησε κλέψειν, 195 τού στρέψειν τό
διπλόν, 236 μή έςείναι χ ω ρ ή σ ε ι ν, 252 θ έ λ ο υ ν δ ώ σ ε ι ν κττ.
κ*ί ϋίρΐοΐηί ΟΓβοί Ιηβαίίί άα 6 δρϋΐα σελ. 114 «/.αί ήρ-
ξαντες τοϋ ΰπίδίίςειν» κττ. Καί ϊτι τέλος ή τοιαύτη σύνταξις τοϋ
θέλω ν.αι έ'χω μετ* άπαρϊμίάτου μέλλοντος υπήρξεν άληθώς, καί
ότι ταύτα ϊέν είναι άπαρέμοατα άζρίντον μετεσχηματισμένα, άπο-
δεικνύε·. περιφανώ;, αν μή σφάλλωμαι. χρήσις άπαρεμφ. μέσου μέλ-
λο'/τος οίον «3 ν θ έλΐ}ς καταρ α'σεσθ αι» Γλυκα 246, ή δ εΐτ ο
ε ι σ ε λ ε ύ σ ε σ θ α ι /ττ. Γενομένου λίΐπόν άποδΐκτοΰ, ότι έν τού¬
τω ΰπεκρύ-τοντο ά-αρέμφατα, ταυτα δύνανται, ή μάλλον όφΐίλουσΐ,
νά νςμισθώσιν άπαρέμίρατα μέλλοντος καταλαβίντα την θέσιν τής
άπαρεμφάτου τΐϋ άορίστου, ούδεμία δέ τίτε χρεία τή; άναλΐγίας.
Ένω δέ ή άναλογία είς έρμηνείαν των είς -σε ι ν άπαρεμιρ. τύ-
ιτων έκ των εις -σ α ι φαίνεται περιττή, η &κό τοΰ Γον έφαρμογή
τής άναλογίας είς εξήγησιν τοϋ λάβι εκ τοϋ λαβείν, είναι, νο-
μίζω, άνΞ-ιτυχής, άλλως τε καί /.αθ' 2σ:ν έν αυτή περιέπεσεν εις
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 139
παράδίξον άνακρίβΐΐαν παραβλάψασαν ικανόν την έρμηνείαν. Ούτω
π. χ. έν σελ. 211 στ. 4 κάτωθ. γράφει «Ήμεΐς θεωρούντες καί
τοΐις παροξυτόνους (λάδει, λάχει, μάθει, πάθει, τύχει, φΰγει, φά-
γει κττ.) καί τοΰς όςικόνους ((ϊ)όΈΐ, (ε!)πεΐ, (ε)ύρεΐ, (έ)λθεΤ) τύ-
πυς άνευ δισταγμοϋ ώς άπαρεμφάτους πιστεύομεν μέν, ότι οϊιι
μετετονίσθησαν έκ τούτων, ηκολούθησαν την αναλογίαν τής προστα-
κτικής, υποθέτομεν ϊέ ότι ή πρίσ:ακτική δέν έπέδρασε κατ' ευ¬
θείαν, άλλά διά μέσου τής όποτακτικής, όπερ καθίσταται καταλη¬
πτόν καί πιθανόν, εάν σκεφθή τις. ότι ό τονισμός τής ΰ π ο-
τακτικής συμφωνεΐ πάντοτε καί άνεξαιρέτως πρός
τόν τής άπαρεμφάτου, ένω ό τής προστακτική"ς συχνάκις 2ια-
φέρει· έ'χει δέ τούτο ούτως καί έν τή νέα καί έν τη άρχαία γλώσ-
σιτ))). Λοιπόν τ5 λϊβεϊ(ν), φαγεΤ(ν), φυγεΐ(ν) κττ. έτονίσθησαν επί
τής ζαρϊληγούσης -/.ατά τα λάδϊ, φα'γε, ούγε, καί ταυτα ούχι ά-'
εΰθείας άλλά διά μέσου των νά λάβω, φίγω, γΰγω, ■/.ΐτ.) ■/.»: ή
υπόθεσις αυτή κρίνεται άναγκαία καί τό οΰτως ύποτιθέμενον παρι-
σταται ώς καταληπτόν καί πιθανόν διά τόν παρίδοξον άληθώς λό¬
γον, :·ι έπιφέρει, ί'τι δηλ. ό τονισμός τής ΰζοτακτι/.ης (π. χ. νά
λάβω, νά φύγω, νά μάθω), συμφωνεΐ πάντοτε καί άνεξαιρέτως πρός
τόν της άπαρεμϊάτου (-. χ. λαβείν, φυγεΐν, μαθίΐν κττ.) ένω ό τής
προστακχικής διαφέρει συχνά/.ις! Καί ό ΜθΓθδΐ ένθα ανωτ. (138)
ήρμήνευσε πρό ζολλοΰ την μεταβολήν τού τονου τούτων δι' άναλο-
γίας, ουχί πρός την προστακτΐΛην άλλά πρός την άπαρέμφ. τίϋ
ένεττώτος γράφων «Ε'ίηβαβηζα ροΐ άβΐ ρΓβδβηιβ ηοη 31 τβ8-
ίπηβθ β]ά άθδβίηβπζα, ΐηα 8ΐ β3ΐβ8β αΙΓαοοβηΐο, οηάθ Γ
■&ΟΓ. ίθΓίβ (ρ. β. βαλεΐν (1α βάλλω), οΐιβ §ίά, πβΠα £ϊάώιώχα-
ΙίοΆ αηΐίοα ρβι· 1α ίοπηα άβΐΐα όίβδΐηβηζΕΐ ηοη άίτϊεπνα
ραηίο ά:1 ρΓβδβηίβ (βάλλειν), §1ί8ΐυ§α£ΐ §1ίΰ βζίαηάϊο ρβΓ
1'αοοβηΙο (βάλλειν), βαΐνο ηβ' Ιγθ 3.ΟΠ81Ϊ ειπείν, εϊοεΐν, εΰρεΐν,
Ιί οαϊ πηιαη§οηο ο,ιη αρρυηιο ί ρΓΪΐηί άηβ ηβΐΐα ΐΌπηα
ρϊ, ά'ιη.
Λοιπόν ό ΜθΓθδί καί ό Γον' δοξάζουσιν ότι τα -,'.ολοβωθέντα
ταυτα (ε)ύρη, (εί)πη, (ί)δή, (έ)λθί), καί γραφόμενα ώς
άπαρέμφατα (ε)ΰρεΐ(ν), (εί)πεϊ(ν), (ϊ)δεϊ(ν), (έ)λ-
Οεΐ(ν), διετήρησαν πυτώς τόν αρχαίον επί τής ληγούσης τονισμίν,
140 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ένω τα ά^ΐ συμφώνου άρχόμενα καί δή άχέρα'.α 8ιασωθέντα μετέδα-
λον αυτόν. Άλλ'ό'μως, φρονώ, έ'καστος θά μοί-ομολογήση, δτι πι-
Οανώτερβι μάρν^ρες είναι πάντως τα άχέρα'.α, ά' καί παλυπληθέ-
στερα είναι καί άείποτε τόν τόνον φυλάττουσι οταθερόν καί κατό¬
πιν τού θέλω κα'ι κατόπιν τοϋ νά, άς, αν, άοοΰ χττ., (νά, ά'ς,
αν, άφοΰ λάχω, λάβω, ουχί καί λαβώ) ή τα κολοβο,ιθέντα, & καΐ
όλιγαριθμότερα καϊ ποικίλλοντα ώς πρός τόν τόνον, νά έ'λθω καί να
έλθώ, άφοΰ εΰρω /.α! εΰρώ κττ. Παρατηρεΐται δέ πρός τούτοις ότι
ένω ή ΰποτακτΐλή των άπό συμφώνου άρχομένων φα'γω, φύγω, τύχω,.
μάθω, κττ. τονίζεται χάντοτε ομαλώς, ή των ά-ό φωνήεντος άρχο¬
μένων χολοβών ολίγων τούτων καί δν έν ταίς μετά τού θέλω καί
έ'χω περιφράσεσιν έ'σωζον τόν επί τής ληγοΰσης αρχαίον τβνισμόν
ώς άπαρεμφατικά λείψανα, πάντως ομως έν τή ϋποτα/.τικη μετέ-
βαλον αυτόν καί ποικίλλουσι πλείστον. Διότι ή άπό τού ε αρχομένη
ύ-οτακτική ε λ θ ω, ε 'ύ ρ ω τονίζεται καί σήμερον ετ·., αλλαχού μέν,
π. χ., καθά μανθα'νω, έν Χίω τονίζεται αποκλειστικώς επί τής κα-
ραληγούσης νά 'ρθω, νά 'βρω, 6ά 'ρθω, θά 'βρω, ν ά τ ό 'β ρ ω, ν ά
τά'βρω, θά τα 'βρω κττ, αλλαχού δέ π. χ. έν Κρήττ] άναμίς θά
'βρ ώ—θά 'β ρ ω, θά 'ρθώ—θά 'ρθω' όπως έν τω μέΐω αϊώνι ομοίως,
έποίχιλλεν ή χρήσις τούτων. Πρός ϊέ τούτοις εν τυπικαϊς τισι φράσεσιν,
ένθα συνήθως τα άρχαιοπρεπέστερα δ'.αφυλάττονται, ό επί τής πα-
ραληγούσης τβνισμός εΰχρηστεΐ άκόμη, π. χ. κατά τάς —οπόσεις
«Καλώς νά σ' ε'ύρω» καί «Καλώς σ'ε'ύρω» ! Μόν» δέ τα άπό τοΰ-
ί, τοϋ άσθενεστάτου πάντων των φθόγγων τής νεωτέρας Ελληνικάς,
άρχόμενα τονίζονται έν μέν τω μέσω αϊώνι ώς επί τό πολϋ επί της
ληγούσης/.αί σπανίως επί της παραληγούσης πρβλ. Σπανέα στ. 111
εΐπης, Προδρ.
III
είπη,
VI
135 Γδω· πρόςδέκαιστ. 130, 136,
149,' 322, 459, 467, 497 κττ. έν δέ τοίς κχθ' ημάς χρόνοις
πάντοτε, έφ' όσον ήξεύρω, επί τής τελευταίας συλλαβης.
Τίς δέ δεν θά ΰ-ολά6η τα λ ά 6 η, λ ά χ η κττ. τα σταθερόν τονι-
σμόν έ'χοντα καί κατόπιν τοΰ θέλω καί κατόπιν 'τοΰ 3 ν, ν ά, άς,
θ ά, άφοΰ καί λοιπών μορίων πιστοτέρους μάρτυρας των οΰτω ποι-
κιλλόντων;
Την αιτίαν της εΰκινησίας ταύτης τοΰ τόνου, ήτις παράϊοξος καί
άσυνήθης όλως έν τη σταθερώς έχούση τό πλείστον ώ; πρός τό»
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 141
τονισμόν νεωτέρα Έλληνική, είναι, έζήτησα έγώ άλλοτε εν τί)
άοαιρέσει είτε άποβολη τοϋ άρκτικοϋ φωνήεντος, είς 3 άνα^ερόμε-
νος ό Γον· λέγει, ότι «προφανώς ήπατήθην, διότι ουδέποτε άφαι-
ρεΤται φωνήεν τετονισμένον». Άλλ' ή απόδειξις τής άπάτης δέν εχει
ορθώς, δ'.έτι λέγομεν νά 'χω, τί 'χω, τί 'θελα, νά 'θελα, 'σ τό
'στερο, νά 'σουν έκ.εΐ, τα 'γγαλα άντί τα έ'γγαλα κττ. Άν ό Γογ
Ιλεγεν, ότι ό τόνος τής ά ο α ί ρ ε σ ι ν παθούσης συλλαβής δέν πί-
πτει επί την επομένην συλλαβήν. άλλά τίθεται επί τΐ3 φωνήεντος
όπερ εγένετο αϊτία της αφαιρέσεως νά 'χω, θά 'ρθω, τό 'ξευρα, τα
'λεγα, 'ς τα ΐιυταρΆ κττ., θά έ'λεγέ τι άληθές (*). Έρμηνεΰων δέ
την τοϋ τονισμοΰ πίΐκιλίαν ταύτην γράφει ό Τογ 211 στ. 4 άνωθ.
«Καί ή δποταχτική παρέχει περιέργους άνωμαλίας τοΰ τίνου, αΐτι¬
νες έ'ως σήμερον ΰπ' ουδενός εςηγήθησαν, όθεν προκύπτει ή ΰττϊψία
μήπως μετετονίσθησαν καί αί δύο προρρηθεΐσαϊ έγκλίσεις κατ' ανα¬
λογίαν μιας τρίτης. Έν τη προσεχώς έκδοθησομένη γραμματ'.κη μου
δεικνύω, ότι αυτή ή τρίτη έ'γκλ'.σις είναι ή προστακτική* διότι μετα-
χειριζΐμεθα τό γράφε καί το νά γραφης, τό φάγε καί τό νά οάγης
κτλ. συνωνύμως, διά τουτο εσχηματίσθη ή ιδία ότι ή ΰποτακτική
πρέπει έν πασν) περι-τώσει νά τονισθή όπως ή προστακτική, ωΐτε
ήρξαντο καί πρός τό ϊδέ νά σχηματίσωσι τό νά ιδής καί πρός τό
εύρε τό νά είιρης καί πρός τό είπέ τόνά είπής καί πρός
τό σήμερον άπολεσθεν έ λ θ έ τό ν ά έ λ θ ή ς, όθεν ύστερον κα! τα
ί 5 ώ, ε ύ ρ ώ, είπω, έ λ θ ώ. Όσοι ομως νομίζουσιν, 2τι ματαιο-
λογώ ΰποθέτων επιρροήν τής προστακτικής επί τής ύποτακτιχης,
εκεϊνΐι άς σκεφθώσιν, 8τι καί άντ'στρόφως ή ΰποτακτική έπέδρασε
ουχνότατα επί τής προστακτικής. Τό νεώτερον σταθήτε άντί τού
στάθη τε βίβαίως ουδέποτε θά επεκράτει, εάν ϊέν ΰπήρχε τό συνώ-
νυμον ν ά σταθήτε· ταυτα δέ λεκτέα καί περί τοΰ β' προσ. πασών
εν γένει των προστακτικών άορίστου παθητικοΰ, άλλά π. χ. καί π;ρί
τοϋ εΰρητε, ή β ρ ή τ ε:—εΰρητε καί τοϋ ί δ ή τ ε ή ο ι ή τ ε^:ί ί έ-
(*) "Οσα έναντι» τούτων οιοάσχει ό Μ'υ/άρΓ,ς έν τ^ περί τοΰ Ο ά ~?*γ-
μ«τε!α τοιι σελ. 42—3 ουδέν σημχίνουσι, διότι -ρόζε'.ται ~ιγ- ·ιορ:ωι νινα
—ν ά, ο π ό υ—- ο 3,, -χ ω ρ ϊ ς—χ ώ ρ ι ς Χ".), ά ώ; - ρ ο κ λ η τ ι /.α ερ -
|ΑηνεύονΓαι άλλως.
142 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
τε, δπερ καί έν Κωνσταντινουπόλει ακούονται καΐ αλλαχού». Ό
ΐθγ λοιπόν υ-οθέτει. ότι έπειδή λέγομεν νάφάγ-ης, νάφύγης,
νά τ ό κάμης επί τής αυτής σημασίας τω φ ά γ ε, φύγε, κ ά μ ε,
δι' αϋτό ελέχθη κατόπιν κατά τό ( ε ι) π έ καί ν ά ε ι π ή ς, κα!
κατά τό έ λ Ο ε, εύρε, ι δ έ, ν ά έ λ Ο ή ς, ν ά ε υ ρ η ς, ν ά ιδής,
έκ δέ τοϋ β' ένικ. πρόσω—υ έσχηματίσθησαν τα λοιπά μετά ταυτα.
Απόδειξις δέ τής επιδράσεως ταύτης είναι κατά τόν Γογ ό τονισμός
των τύπων σταθήτε, σηκωθήτε καί των ευρήτε, ίδητε
πιήτε, διαβήτε, πήτε, έρθήτεκττ., άτινα ίντα άληθώς, λέ¬
γει, προστακ. στάθητε, σηκώθητε, διάβητε, ε'ύρετε, 1'δε—
τε, πίετε, ε'ιπετε, έ'λθετε έτονίσθησαν ο'ύτω διά τα ϋποτα-
χτιχά νάσταθήτε, νάσηκωθήτΐ, ν ά διαδήτε, νά εΰ¬
ρητε, ν ά π ί η τ ε, εϊπητε,έ'λθητε!
Άλλ' 'έΐίχστος ευκόλως παρατηρεΐ, δτι πολλά τα δυσχερή πε-
ριέχει ή ΰ-όθεσις αυτή, αφοΰ δέν έτονίζετο ή ΰττοτ. των έλθωμεν,
είπωμεν, ίδωμεν, πίωμεν, εΐίρωμ=ν, όπως ή των παθ. άορίΐτων 3έν
έρμηνεύεται λοιπόν ο'ύτω ό κατόπιν παρατονισμός, ε ι πή τ ε, εύ¬
ρωμεν, έλθωμεν κττ., πρός δέ τούτοις είναι καί πως άνε-
παρκή:, καθ'όσον λεγεται σταθώ—στάσου, γραφτώ—γρά-
ψ ο υ κα! οΰτω παντα τα παθητικά, πρός δέ καί έ ρ θ ώ άλλά έ' λ α,
διότι ουσκόλως θά πιστεύση τις, ότι τό ήΒη άι:ό παλαιοϋ πάντως
άρχίσαν νά έκλίπη παρά τω λαώ έ λ θ έ, όπως ή ύπαρξις σήμερον
τοϋ άρχαίου έ'λα μαρτυρεΐ, ηδύνατο νά έπιδράητ) ίπί τόν βραδύ¬
τερον έπγενο'μενον καταβιβασμόν τοΰ τόνου έν τω (έ)ρθώ' ή διατί
8έν ελέχθη καί λα6ώ κατά τό παλαιόν λαβέ; "Επειτα τό ίδέ
των Άττικών ελέγετο έν τή κοινή καί πιθανώς ταρά τοίς Βυζαν-
τιακοϊς ι δ ε, ώστε δέν έδύνατο νά έπιδράση επί τον καταβιβασμί»
τοΰ τόνου έν τω ι δ ώ. πρβλ. Άρκαδ. σϊλ. 148 καί 6διί1ΐη§1ί περί
τοϋ τον. 52—4. Ουδέ άποδεικνύουσί τι νομίζω, τα μετά τοϋ η ά φ ή-
τε, πήτε, έρθήτε, πιήτε, δήτε, βρήτε, οταθήτε, χα-
θ ή τ ε, κττ. διότι ταυτα είναι καθά τό η τουτο κα'ι τό έρθήτε, δ
ΐϊάντη ίιχφορον τοϋ ελατε πασιδήλως έλέγχει, άπλΐύστατα ΰποτα-
κτικαί, αΤτινΐς ή λέγονται κατά παράληψιν τοϋ ν ά άντ! προστα-
κτικης, 5~ως (μ=τά τοϋ ν ά καί άνευ αΰτοϋ) καί κατά τό μέσον
αΐώνα καί έν τοίς καθ' ημάς χρίνΐις τ.ολλάκις έχφέρβνται· πρβλ.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ! 143
Τπηο1ΐ8Γ3, σελ- 70 σ-/ή· 71 έχη κα'ι 82 ομοίως· 82χάνη ή
γής καί χαταπίη» κα'ι Σπανέα στ. 206 ά φ η τ έ με νά βουλευ-
Οώ· 219 είπήτέ με καί σεϊς' 244—5 έ'/_ί. . . χαί ό φίβος νά σέ
α ο λ ε μ η καί πάντα νά προσέχη ς. κττ. κα'ι Γλυκά 249—9
«φυλακήν ά πό κλ ισθ ής. .. είς χέρια έγκρο ύσης,» έ'νθα καί
εις τό β' ένικόν πρέσωπ. καί άνευ τού ν ά τέλει τα τής προσταχ,τι-
κής ή εΰκτικής. Διγεν. Μηλιαράκη στίχ. 903 άνταποδώση μο·.
χριστός, 930 πάντες συναγρυπνήσατε καί χόπους υποστή τ 5 κττ.
Προδρ.Ί 257 άφήτέτην ΙΠ587 άφήτέ τ όν 594 έ ς α ι ή-
τέ τον Βελθανδ. 116 είπήτέ τ όν, 610 στραφήτε, 624
ο'ύτως κ α γ ι] ή καροίτσ» σου. 'Αλωσ. Κωνσταντιν. 341 έγερ-
θήτε· 577 σταθήτε καί 591 κτλ. κτλ, Κ*ί τής ανευ τοΰ νά
ταύτης τότε χρήτεως τής ΰποτακτιν,ής κληρονομία είναι σήμερον οί
τύποι ούτοι Ή πιθανότερον ήλθον εις χρήσιν κατά τόν εξής τρό¬
πον: ελέγετο άνέκαθεν μετά τοϋ άπαγορευτικοΰ μή, μή λαλήση-
τε, καί άνευ αΰτοϋ λίλήσατε, μή εΐπητε κα'ι ειπετε. μή
λάβητε καί λάβετε κττ. Βραδύτερον δέ έζε;οή -/.αί τό α τής
προστ. τοΰ α' άορίστΐυ καί τό η τής ύποταχτικής, τα πρότερον δια-
στέλλοντα τάς έγκλίσεις ταύτας, συνέπεσον είς τό ε τής όριστιχής,
και τής ζροοτ. τοϋ ένεστ. καί δ' άορίστου, ώστε ελέγετο φυσιχά καί
καταφατικώς καί άπαγορευτικώς (μετά τού μή) ό αϋτός τύπος, μην
κάμετε—κ ά μ. ε τ 5, μή μιλήσετε-—μ ι λήσετε, μή λά¬
βετε— λά6ίτε ομοίως κατ'ένεστ. μή λέγετε—λέγετε, μή
καν ετ ε —κοίνετε, άς μή θαρροϋν—άς θαρροΰν, μή μι-
λατε—μιλατε, καί κατά μέσην φωνήν μή ίοβατθε—φοβα-
σθε, μή σκιάζεσθε—σκιάζεσθε, μή φυλάγεσθε—φ υ-
λάγεστε κττ. κα! έπειδή έλέγετ: πρός τούτοις ά; (μή) πάρω¬
μεν, άς (μή) κάμουν, άς (μή) θαρροϋν ν.ττ. κατά ταύτα πάντα
προέβη περαιτέρω ή έςίσωσις όμοίων τΰπων κατχφατικών κα'ι άχο-
φατικών, ωστε κατά τό μή σταθήτε, μ.ή φοβηθήτε, μην διαβήτε κττ.
ελέχθη κα'ι σταθήτε, φίβηθήτε, διαβήτε· δτ; δέ ταυτα ούχι προστ.
άλλ' Οποτ., απόδειξις τα κατά τό μην άφ ν, τ ε, μην έρθήτε,
μην πιήτε, μην ίδητε, μην (εϊ)πήτε, μην τό βρήτε
κττ. σχηματισθέντα -λαταΐατικά, υποστήτε, άφήτε, έρθήτε,
πιήτε, ίδητε, (εί)πήτε, βρήτε, κττ.
144 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
"Ο,τι λοιπόν έν τούτοις παρατηρεΐται ουδέν ά'λλο είναι ή τό
γνωστόν φαινόμενον, ότι ή ΰποτ. εξέβαλεν έκ τής χρήσεως καί
τους τύζους τούτους τής προστακτ. καθώς άίταραλλαχτα καϊ τα τρί-
τα ένιχ. καί πληθ. πρόσωπα αυτής, λεγέτω λεγέτωσαν, σταθήτω
αταθήτωσαν, άνθ' ών λέγομεν άς λέγη, άς λέγουν, άς σταθή, άς
σταθοΰν.
Ποτέρα των έρμηνειών μάλλον έπιτυγχάνει είναι αδιάφορον τό
βέβαιον πάντοτε είναι, ότι οί μετά τοϋ η τύποι είναι ουχί προστα-
κτικχι άλλ' ΰ—οτ. σώζουϊαι καί τό φωνήεν καί τόν τίνον αυτών.
'Αλλ' ή προταθϊΐσα έρμηνεία τοΰ τονισμοΰ σταθήτε. . . κατά τό
μή σταθήτε. .. δέν διαλευκαίνει τόν τονισμόν τοΰ εϊπ5;τϊ εύρητε άντί
εΐπητε εΰρητε καί καθόλου τόν χαταβιδασμόν τού" τόνου εν τοίς τύ-
ποις τούτοις. Είς έξήγησ: ι λοιπόν τούτων παραδέχομζι καί έγώ τή·/
αναλογίαν τού τονισμ: ϋ τής υποτακτικής καί άπαρεμφάτου κατά
τόν τονισμόν τής προσταχτιχής άλλ' ουχί καθ' δν ό Γον λέγει
τρόπον ουχί διότι λέγομεν φάγε=ν» φάγης, φύγε νά φΰγης κττ.
τ. έ'. τό τής ύποτ. β' προσ. έ·/, μετά τού νά άντί προστ., δι' αΰτό εί'-
πομεν καί εϊπέ—ν ά ε!-ής, κττ. ές ου, ενός ::ροσώπου, μετε-
δόθη ο τοιούτος τονισμός, άλλά μάλλον διότι, καθά καί πρό μ.ικρ:ϋ
παρετηρήσαμεν, συμπίπτουσι τύποι τινές προίτ. καί ύποτ. καί πρό
πάντων διότι ούτοι μετά τοϋ άς (νά) ομού συναποτελοΰσι την
προστ. Ούτως, άς (νά) κάμω, χα'με, άς (νά) χχμη, άς (νά) κάμω¬
μεν, κάμετε, άς (νά) κάμουν, άς (νά) χίω, π;έ, άς (νά) πιη, άς (νά)
πιούμεν, πιέτε, άς (νά) πιοϋν, άς (νά) εΰρώ, εύρε, άς εύρη, άς εύ¬
ρωμεν, ά; ευροθμεν, εΰρέτε, άς εύρουν, κττ. οπ δέ εντεύθεν πολ-
λαχώς τί εν πρόσωπον τού ολ;υ συνεχοΰς συσ-ήματος έπιδρα ευκό¬
λως επί τό έτερον κατανοεΤ έ'/.αστος παρατηρήσας ότι έκ τοϋ έν.
πιέ(ς), -έ(ς), (ε)ϋρέ(ς), (ί)δέ(ς), κάτσε κττ. εγένετο
ό πληθ. π ι έ ( ς )-τ ε άντί πίετε, π έ ( ς )-τ ε άντί εί'πετε, (ε)ΰρέ(ς)
-τ ε άντί ε'ύρετε 3ές-τε άντί ιδετε. κάτσε-τε (τό κ α θ ί σ α τ ε 5έν
ηδύνατο νά συγκοπη είς κάτσεΐε), έν ΐΤς καί ό τόνος τοΰ έν. (καί
τό ς) μετέβη έίΐί τόν πληθ. Έντίΰθεν ϋτ:οθέτω ότι κατά τό (=)ΰρέ
(καθ' 'ό) καί ώρίτε κττ. κατϊβιβάσδη ό τόνος ώστε ελέχθη καί
εΰρώ, εΰροΰμεν, εύρουν, καθά ί-ϊ'.τα κχί εΰρης, εύρη καί ευ¬
ρήτε. Καί ή άντίστροΐος δέ ΐΓάθησις τής ΰποτακτικής τ. έ'. ό άναβι-
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ!
145
δασμός τοΰ τόνου ευρίσκεται. Έπειδή ελέγετο κα! νυν έ'τι λέγεται,
άς κατεβώ, άνεβώ, (ούτω μετά τοΰ ε έν τη παραληγούση ευρίσκονται
έν χρήσει οί τύποι ούτοι άπο τού ΙΑ' αιώνος) οΊαβώ, ίμπώ, έβγώ,
κατέβα (άνέ — διά, έ"μπ», έ'βγα), άλς κατεβή (διαβή κττ.), ά; κατε-
βοΰμεν, άς κατεδοΰν, ή ΰποτακτική υπέστη σαλον το5 τονισμοΰ ώστε
κατέβώ, καί άνέβώ κα: διάβώ, έ'δγώ, έ'μπώ, κατέβωμεν καί κατε-
βοΰμεν (τό ου διά την αναλογίαν των συνηρημένων τιμοΰμεν, φι-
λ ο ΰ μέν) διάβωμεν δΐϊβοΰμεν κττ. Ή δέ έν τη ΰποτ. τοΰ ν ά γενή
καί γίνη, γενή, έΤχβι αιτίαν την διπλήν αυτών καταγωγήν, έκ τοΰ
έ γ ί ν η ν-η κ α, έξ ο3 νά, άς, θά, άφοΰ γενώ. καί έκ τοΰ έ' γ ι ν α,
έξ ού θά γ ί ν ω, ν ά, άς άροϋ γίνω.
Ούτως, νομίζφ, άποϊείκνυται -ιθανωτερα ή κατ' αναλογίαν επί¬
δρασις τής προίτακτικής ορμωμένη άπό συστήματος όλου ή άπό
συνωνΰμου μόνον φρα'σεως, νά κάμης— κάμε.
Άλλ' έν τ;ύτοις φρονώ ότι ήμ-οροΰμεν καί ν' άπχλλαγώμεν τής
επιδράσεως ταύτης τής προστακτικής καίνάέρμηνεύσωμεν απαξαπά¬
σας τάς άνωμαλίας τοΰ τονισμοϋ τής ΰποταχτικής άπλΐύστερον έκ
τής διτΐλής καταγωγής των διφορουμένων τύπων ώς ακολούθως:
ελέγετο θέλω (ε)άρεϊ(ν), (εί)πεΐ(ν), ί3εϊ(ν), λ*δεΐ(ν), ραγεΐ(ν) κττ.
μιχρω δέ βραδύτερον παραλλήλως καί επί τής αυτής περί-ΐυ σημα-
σίας (*) θέλω νά λάδω, θέλεις νά λάβης, θέλω νά είπω, θέλει νά
εϊπγ], θέλει νά έ'λθϊ] κττ. Έκ των διπλών τούτων τύπον εγεννήθη
κατά μικρόν τρίτος έ'χων τό θέλω τοΰ πρώτου καί τό λάβτ) (άντ:
τοΰ λαβείν) τ:ΰ δευτέρου, θέλω λάβη, καθ1 όν τρόπον έκ τοΰ
θέλω νά γραοω καί θ έλω γρ άφ ε ι (ν) προήλθε κατ'αμοι¬
βαίαν επίδρασιν ό σχηματισμος θ έ λ ω γ ρ ά φ ω, θέλεις
γράφγ)ς, θέλει γράφη, θέλουν γράφουν τ. έ'. ενομίσθη
χρήσιμος ή δήλωσις τοΰ πρ;σώπου καί έν τ=ϊς δύο τεμαχίοις τ:ΰ α'
(*) Πρβλ. Φυσιολόγου σ:. 21 καί ότε ε>.θΐ-, ό χχφος καί θίλτ) ν ά
γεννήσι; (τοΰ 14 αιώνος) Οργ'. Κωνσταντινουπόλεως. 431 διατί ή |>υ-
χή [Αθυ, βλε'πω την, Χ α ι θ έ λ ξ ι ν ά μ' ά φ ή σ η /.αι 073 οΐΛως γοοΐκω
μαδεύγεται, θέλει ή ψυχή [ΐου ν ά *6 γ τ). Διγεν. Μηλι»ρ. ·2Ο'ά·> -ρό-
σεξε π ώ ς θ £ λ ω ν α τ ο ν κ ά ι ω, 34Γ)1 ε'7.0'' γάρ τουτο είς τον νοΰν
πώς θέλουσι να έλθουν. 4479 άλλά /.ατά τα εργα αου θε'λω
να άπολαύσω.
146
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
καί β' προσόδου οΛως διττώς έδηλοΰτο εν τώ γ' διά τού π (θίλ ε ε
κα! γράφη). Έπειδή δέ καθ" ούς χρόνους ταυτα έμορφοθντο, οί
κερ!, τα φωνήεντα φθογγικοί νόμοι τής Ελληνικάς γλώσσης είχον
πιθανώτατα παραπλησίων τοις σημερινοΐς, /.α! οή έλε'γοντο πολλάκις
μέν συγχεχβμμένα τα άπό φων. άρχόμενα, πάντοτε δέ τα ά—ό συμ-
φώνου, δι' αϋτά έν μέν τ:ΐς άπο συμφώνου άρχομένοις επεκράτησαν
κατόπιν τοϋ θέλω αποκλειστικώς οί επί τής παραληγοΰσης τονιζό-
μενοι κα': έκ τής ΰποτακτικής την αρχήν έχοντες τύποι, λάβη, λά-
7Λι τ·>7.Τΐ-ι Ψ'Τίίι ?άγγ), μάθη, πάθη κττ. άντ! λαβείν, λαχεΐν, τυχεΐν,
κττ. ώστε ελέχθη καί κατέστη σύνηθες θέλω λάβη, θέλω λάχη κττ.
έν δέ τοίς άπό φωνήεντος άρχομένοις καί δή πολλάκις κα'ι τότε κο-
λοβίυμένοις (ε)ύρεϊν, (έ)λθεϊν, (ΐ)δεϊν, (εί)τϊεΐν, έκεκράτησεν άνέ-
καθεν σύγχυσις, ώστε Ιλέγετο καί νυν έ'τι γράϊετα; θέλει εύρεΐ(ν),
καί θέλει εύρη, θέλει ελθεϊ(ν), κα! θέλει έ'λθη, ειπείν καί είπη κττ.,
εντεύθεν δέ συμπληρωθείσης τής αφαιρέσεως τοΰ φωνήεντος τό επί
τής ληγοΰσης τονιζίμενον (έ')λθη, (ε)ύρη, (εί)πη, (ί)δή ώ μίνον
μετά τό θέλω, έ'χω άλλά καί έν τοίς μετά τοΰ νά, άς, άφοΰ, θά
τύποις, νά 'βρ-ί;, νά 'ρθή, νά Έη, νά 'δη. Έκ δέ τοΰ τρίτου τούτου
προσώπου τής ΰποτακτικής, τονιζομένου ούτως επί τής παραληγού-
σης καί ληγοΰσης διά την σύμπτωσιν πρός την έμόφθογγον άπαρέμ-
φατον, έσχηματίσθησιΐν κατά μικρόν τα λοιπά πρόσωπα τ. έ'. ν.τ,χχ
τα (ε·)πη, (ί)δή, (έ)λθή, (ε)ΰρή ελέχθη καί (ε)ύρώ, (εί)πώ,
(ι)δώ κττ.
Άλλά τελευταΤον έ'ρχεται τό ζήτημα: ομολογουμένου ότι επί
Προϊρομου έσώζετο έ'τι ή άπαρ=μφατ;ς καί ότι τό θέλω γ ρ ά-
φ ε ι ν-φ θ τ, ν κ α ι γ ρ ά ψ ί ι ν τα παρά τω Προδρίμω καί τοίς
ουγχρόνοις καί μικρω νίωτέροις αΰτοΰ έν χρήσει είναι αληθή ά-α-
ρέμφατα, τί ϊπεται έντεϋθΐν υπέρ τής σημερινάς γλώσσης ; Έκλη-
ρονομήθησαν ήμΐν κατά συνεχή παράδοσιν ήτοι τύποι οίον θέλω
γρ ά φεΐ ν—γρ άψε ι ν-φθ ή ν, έν τοίς τό νϋ μέχρι τοϋ παρόν¬
τος δΊασώζουσιν ',διώματι Κυπρίω (πρβλ. ΜοηάΊ-ν Ββ3υάουίη Ι,β
άΪΒΪβθίβ Ώιγρήοίβ. σελ. 78) 'Ροδίω κττ., ή θέλω γρά?ει
γράψει γραφθή έν.τοίς λοιποϊς; ουχί- διότι ηδη άτ.ό αϊώνων
έξεβλήθη μέν όλως ή άπαρέμφατος έκ τής χρήσεως, επεκράτησε
δ' ό άναλελυμένος διά τοΰ θέλω καί ν ά καί ύποτακτικής τρόπίς,
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ!: 147
θ έ λ ω ν ά γ ρ ά β ω, έξ ού κατά μικρόν προήλθον οί λοιποί, άφ'
ενός μέν θέλω γράφω θέλει γράφω αφ'ετέρου δέ, οί τέ-
λος έκνικήσαντε:, θε ν ά (*) γρά»ω, θά γράφω. "Ομοίως δέ
καί έν τή ουνητική δέν λέγεται σήμερον, έφ' όσον ήξεύρω, ή άπα-
ρέμφατος, άλλά έκ τοΰ διπλήν την δήλωσιν έχοντος τύπου μετά
τοΰ ν ά ή άνευ αυτού προήλθεν ό έν χνήσει σήμερον, καθ' όν κλί-
νεται μέν τό β'ον μέρος, μένει δ' όλως άκλιτον τό α' νά 'χε πάης,
νά 'θελεν έ'ρθετε, νά 'θελϊ μπορούν κττ" ή νά 'χε νάπάη, νά 'χε
νά τό 'ξερεν (κατά τίνα ελξιν ή ορθότερον ειπείν ανάμιξιν τού τε
παρόντος τύπου /.αί τοΰ ετέρου νά τό 'ςερεν) νά θελεν τό 'ξέρω,
νά 'θελα μπορήτε, νά 'θελα νά 'στε καλοί κττ. Πάντες λοιπόν οί
τύποι ϊΐοι παρέχοντες άπαρεμφατοειδές τι άκλιτον έν τω β' μέ¬
ρει τοΰ τε μέλλοντος κα'. τής δυνητικής φέρονται έν τω γραπτω λό¬
γω φαίνονται ξένοι τω /.αθαρώς οημώϊΐΐ.
Κατ' αλήθειαν ά'ρα άπαρεμφατικοί τύποι ή άπχρεμοαϊΐκά λείψανα
δέν ΰπάρχουσιν έν τή νεωτέρα Έλληνική, τή δημώδη, άπαράλλα'/.τα
καθώς οΰτε δοτικής οΰτε εΰκτικής οϋτε άπλοϋ μέλλοντος κττ. λεί¬
ψανα. Άλλά καί οί έν τί) γραφομένη φερόμενοι τώποι γράφη, γράψϊ),
γραφθή έ'ν τε τώ περιφραστικω μέλλοντι καί έν τη δυνητική δύ¬
νανται, ή μάλλον κατά την ιστορικήν παράδοσιν οφείλουν, νά ΰπο-
ληφθώσιν ώς μέλη τοΰ διπλήν την δήλωσιν τού προσώπου έκφράζον-
τος καί πλησιεστέρου ημίν κατά τούς χρόνΐυς τύπου (θέλω (νά) γρά¬
φω, θέλεις (νά) γράφης, θέλει (νά) γράφη, θέλουν (νά) γράφςυν),
καί δή νά γράφωνται διά τοΰ η άλλως τε κα'ι άφοΰ, ώς ανωτέρω
έϊείχθη εις τοΰς β' μέλλοντας λάβη, λάχη, τύχη, μάθη, πάθη, φύ¬
γη, φάγη. . . μόνη ή διά τού η γράφη έρμηνεύει πάσας τάς φθογγι-
κάς καί τονικάς δυσκολίας. Τό δέ λεγόμενον σχισματικόν τής ορ-
θογραφίας ταύτης τουτο μέν, έλπίζω, δυνάμεθα νά παραπέμψωμεν·
ευκόλως πρός τούς σεβασμίοιις πατέρας τής ίεράς συνόϊου, τουτο δέ
(*) "Οσοι ό ^'υχάρης έν τί) περ τού θ α πραγ(ΐ.ανεία τού περί της γενε'-
σεως τοΐί θ ά έκ τοΰ θ άν ζαι τούτου έ* τού 6ε ν ά κατ' άφομ-θίωαιν ν.χ τού
Ο ε ν ά πάλιν ούχι έκ τοΰ θέλει ν ά άλλ' έκ τοΰ αυγκεκο(ί.[ΐε'νου ηδη θ ε χαΐ
ν ά, διά ττολλών δι='λαβΞν, ουδεμίαν έχουσιν άςϊαν, άλλα τ:άντα ε·.ναι
αεροδατήμιατα. Την εςΛεγξ'.ν αυτών έλπίζω άλλχχοΐ νά δηαοσΐίύσω
προσεχώς.
148 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
δέν μοί φαίνεται ϊρθώς έ'χον, άφοΰ αύτη ά-ό των άρχών τοΰ πα¬
ρόντος αιώνος προηνέχθη υπό τού Λ5ύκα, καί υπό πβλλών εγένετο
άποδεκτή.
Έν "Αθήναις, τή Ο Μαίου 1880.
Γ. Ν. ΧΑΤΖΙΔΑΚΗΣ.
ΙΓ'.
ΚΑΙ ΠΑΛΙΝ ΤΟ ΖΗΤΗΜΑ ΤΩΝ ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΙΚΠΝ ΤΥΠΠΝ.
Πρό ενός ετους έδημοσίευσα έν τώοε τώ Ήμερολογϊω (έ'τ. 1886)
γλωσσολογικόν τι άρθρον, λίαν σΰντομον, άλλ' οΰχ ήττον άποτέ-
λεσμα πολυχρονίων μελετών, έπιγραφόμενον «Τό ζήττ,μα των άπα-
ρεμφατικών τύπων έν τή νεοελληνιχή γλώσση» έσκόπουν δέ τη
βοηθεία των διαφί'ρων μίσαιων.κών καί νεωτέρων διχλεκτικών ν.ει-
μένων, οσα εγίνωσκον τέτε, διά πειστικών λόγων νά άποδείςω, ότι
εν τή γνωστή πδριφράσϊΐ τοΰ μέλλοντος κατά τόν τύ-ον
θέλω γράψει
τό δεύτερον συστατικόν πραγματικώς ώς άπαρέμφατον πρέπει νά
θεωρηθή συμφώνως πρός την παλαιάν θεωρίαν κα! ουχί ώς ύποτα-
κτική, ώς ή'κασαν ά'λλοι. Είδον δέ μετ' ευχαριστήσεως, 8τι πολ-
λοί των περί την νεοελληνικήν ασχολουμένων ξένων λογίων έδέ-
χθησαν άδ'.στάκτως τάς άποϊείςεις μου καί ουδείς απεφάνθη εναν¬
τίον αυτών. Έν τούτοις ελειπεν ή συναίνεσις τοϋ "Ελληνος επιστή-
μονος -Χατζιδάκη τού μέχρι τούδε σπουδαιοτέρου έρευνητοϋ τής νεο -
ελληνικάς, όστις πρό καιροΰ την αντίθετον είχεν 5-οστηρίξει γνώ¬
μην, καθ" ήν έν τή ρηθείση περιφράσει κρύπτεται ΰτ:οταχτική. Ερω¬
τηθείς δέ έ'γραψέ μοί, ότι ήτοίμασεν απάντησιν είς τό άρθρον μου,
ήτις δημοσιεΰεται έν τω παρόντι τεύχει τ;ϋ Ήμερολογίου, καί ότι
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ!
149
κατ' αυτόν μόνον διά τους τοΰ Πτωχοπροδρόμου /.αι ολίγον βραδύ¬
τερον χρόνους έ'χω δίκαιον, ούχι δέ καί διά τοΰς σημερινούς. Έγώ
δέ έπιθυμών νά λυθή τό ζήτημα τό ταχύτερϊν γ^ψχ παρά τοΰ Χα¬
τζιδάκη την άδειαν νά άναγνώσω τό χειρόγραφόν τού πρ'ιν τυ-ωθή,
ινα ά-αντήσω ευθύς καϊ ή απάντησις μου νά δημοσιευθή συγχρό¬
νως μετά τής ιδικής τού, ό δέ Χατζιδάκης μοί έ'στειλε προθύμως
τό ζητηθέν δεικνύων ευγένειαν σπανίαν, δ·.' ήν εΰχαριστώ δημοσίοις.
Ιδού ό λόγος, δι' Εν αί 36ο διατρίβει ημών παρουσιάζοντα! σήμε¬
ρον φιλιχώτατα εντός τού ίδίΐυ τεύχους ή μ,ία όπισθεν τής άλλης.
Ει'θε νά εγίνετο συνεννόησις ώφελιμος διά την επιστήμην !
Έγραψα (Ήμ. 1886 σελ. 215) «ότι ή υπό τού Χατζιδάκη υπο¬
στηριζόμενη θεωρία, εάν δέν απατώμαι, έμπεριέχει αναχρονισμόν.
Είναι δηλαδή γνωστόν, ότι ό μέλλων τής δημώδους γλώσσης έκ-
φέρεται πρό πάντων διά των εξής περίφρασεων.
1. θέλ-ω γράψει 2. Οέλω γράψω 3. θέλει γράψω 4.- θά γρά¬
ψω (θε νά γράψω). Άφοΰ λοιπόν ό Χατζιδάκης δέν άναγνωρΐζει
άπαρεμφάτους, είναι ήναγκασμένος νά τ:αράγ·() τό «Οέλω γράψη» (ώς
γράφει αΰτος άντί τοϋ θέλω γράψει) έκ τού «θέλω γράψω», καί
νά ΰποθέσ»; φυσιχω τω λόγω, ότι τό θέλω γράψω είναι άρχα.ότϊ-
ρον τοΰ θέλω γράψει. Άλλ' ή έςέτασις των άρχαιοτίρων κειμένων
διδάσκει ημάς όλως τουναντίον, Οΰοαμ.οΰ άνεκάλυψα έν ταίς ~ρό
τοΰ 16ου αιώνος πηγαΐς τόν τύπον «θέλω γράψω», ένω ό ά"λλ;ς
(θελω γράψει» είναι γενικός κτλ.» Ό Χατζιδάκης άφ' ενός μέν
δέν άντιλέγει, άφ' ετέρου δ' έπιμένει θεωρών τό δεύτερον μέρος τοΰ
σήμερον έν τω γρα-τω λόγω φερομένου «θέλω γράψει (γράψη κατ'
αυτόν)» ώς ΰποτα/.τικόν.
Α'ύτη ή θεωρία έκ πρώτης οψεως φαίνεται παράδοξος καί έμπε-
ρικλείουσα δύο στοιχεΐα άντίθετα πρός ά'λληλα καί άσυμδίβαττα.
διίτι φαίνεται ώσάν ελέγετο: ομολογούμεν μέν, ότι τό γράψει(ν)
είναι άπαρέμοατον, πιστεύομεν δέ, ότι είναι ΰποτακτικίν. "Η σφαλ-
λίμεθα καί ΰπάρχει έξή-^σις συμδιδάζουΐα τα τόσον άντίθετα φαι-
νόμενα; Πραγματικώς δέν βλέπω άλλην οδόν συμδ.δασμοΰ ή την
υπόθεσιν, ότι τό έν τή παλαιοτέρα γραμματεία απαντών «θέλω
γράψειν» είναι σχηματισμός καθ' ολοκληρίαν διάφορος τοΰ ση,αερι-
νοΰ ((θέλω γράψει (γράψη)», 8ττ δηλαδή μόνον έκ?ΐ·« έμπερ-.έχει.
150 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
άπαρέμφατον, τουτο οέ ΰποταχτικήν. Τοιαύτη είναι λΐιπόν καί ή
θεωρία τοΰ Χατζιδάκη. 'Αλλά οέν έγείρεται |τώρα τό ζήτημα, ποΰ
λήγει ή παλαιοτέρα έ-οχή καϊ ποΰ άρχεται ή νεωτέρα; Ό Χατζι¬
δάκης άναγνωριζί'. (σελ. 133) άπαρεμιάτους έν συντάξει μετά τοΰ
Οέλω ουχί μόνον τ.χρχ Σπανεα (101 θέλει έλέγχειν) Γλυκα (299
θέλει έλθεΐν) Προδρόμω
(III
514 πώς τόν θέλεις σύρειν), άλλά
καί έν τοίς Κυπριακοΐς "σμασι παρά Εβ^Γίΐηά ΒΜ.
II
(θέλουν
πεΐν, θέλουν στεγνώσειν) (*). Ταυτα δέ τα άσματα εγράφησαν μέν
κατά τόν ΙΣΤ' αΐώνα, εστιχουργήθησαν δέ ή περί τα τέλη τού ΙΕ' ή
περι τάς αρχάς τοΰ ΙΣΤ' (**), ωστε έντός δλιγίστου βεβαίως χρί-
νου (***) Ιπρεπε νά συμβή τό παράϊΐξον νά έξαοαν.σθή ό παλαιότερος
περιφραστικός τύπος τοΰ μέλλλοντος καί νά άντικατασταθη διά νεω-
τέρου ομοιάζοντος πρός τόν παλαιόν άυαραλλάκτως ώς εν ώόν
όμοιάζει πρό τό ά'λλο. Άσυμφώνως πρός ταυτα χαρακτί;ρίζεται πά¬
λιν έν άλλω μέρει (σελ 146) μόνον ή έπζχή τοΰ Προδρόμου καί
των μ·.7.ρω νεωτέρων ώς έκείνη, καθ" ήν τό γράψει(ν) ήτο εισέτι
ά^αρέμφατον. Αλλαχού (σελ. 147) λέγεται ότι καί οί έν τή γρα-
φΐμενη φερόμενοι τύποι γράφγ;, γράψϊ) γραφθη εν τε τώ περιφρα-
στικω μέλλοντι καί έν τή ϊυνητικί) δύνανται, ή μάλλον ϊΐναι άναγ-
χαϊον νά υίτοληφβώσιν ώς μέλη τοϋ διπλήν την δήλωσιν τοΰ προσώ-
ι:ου έκίράζοντος καί πλησιεστέρου ήμΤν κατά τ;υς χρόνους τύπου
(τουτ' έ'στι ώς ΰ-οτακτικαί) κ»! οή νά γράΐωνται διά τοΰ η άλλως
τε -/.αί «3 5. . . μόνη ή διά τοΰ η γράφη έρμηνεύει πάσας τάς
φθογγικάς καί τονικάς δυσκολίας.
"Εναντίον τούτων σημειωτέον, ότι ό τύπΐς «θέλω γράψει» (ή
μετά τελικΐΰ ν ή άνευ ν.αί έν τη τελευταία περι-τώσει ή διά τοΰ
εί γραφόμενος ή διά τοϋ η ή διά τοΰ η) ουδέποτε έπαυσε γρα-
φόμενος ά~Ό τής εποχής τοΰ Προδρίμΐυ καί κρίν εως σήμερον, κατ'
(*) Έητ^ιζίωΊΛ α" ετι ι θε'λετε δείν λε' 3, θ=λω δείν λστ' 4, επίυης Οϊ'λει
σϊ»λίσ£'. ιε' 9 (σ^αλ;37] Ι_,θ£ΐ). θέλει τα γνωρίσΐ) γ' 8, ΘΛε'- τελειώϊ^ (τε-
λειώσει) λε' 1. βελω φωνάζειν οστ' 30 χ»1 αλλα.
(**) Ιι?£Γαη1 ΒίΙ)1ϊο11ι.
II
ρ. ίΧν"; Ληη ΡβϊοΙιλγϊ, Εβϋαϊβ άθ
Οί·. ΗΪ5{. ρ. 8
(***) "Εάν 9/σωμεν ώς αρχήν τηί νεωτε'ρχς εποχάς ού/ι τό σϊ5[Αερον, αλλά
~. χ. τόν ΙΗ' ?, τον ΙΖ' αΐώνα. Ο Χατζιδάχη; 2έν Ιξεφράσθη ρητώς περ! τούτου.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ 151
αρχάς μέν διότι ϋπήρχε κοιί έν τη λαλουμέντ, γλώσση, έ-ειτα δέ
μόνον κατά παράδοσιν. Οί καθ' ημάς γράφουσι·; εισέτι τούτον τόν
τύπον, άλλά ποίος τόν μεταχειρίζεται έν τή καθ' ημέραν όμιλία ;
Φαίνεται δέ, ότι καί έκ τής γραφομένης θά εκλείψη μετ* ου πολιί,
άφοΰ οί περισσότεροι ή:η προτιμώσι γράφοντες την εΰχερεστέραν
διά τού θά περίφρασιν. 'Εννοεΐτα·. ότι έν τοίς καθαρώς δημώοεσι
κειμίνοις άπό ίχανοΰ ήδη χρόνου ή σύνταξις «θέλω γράψει (γράψη)»
λείπει.
Ούτως έχοντος τοΰ πράγμ,ατος ερωτώμεν, ποΰ είναι ή άναγκη
ή άναγκα'ζουσα ήμϊς νά έκλάβωμεν τό νεώτερον «θέλω γράψει»
ώς ά'λλο ίτραγμα ή τό παλαιάτερον καί νά κρίνωμεν τό σήμερον
γραφίμενΐν άλλως ή τό πρίν λαλοϋμενον; Ό Χατζιδάκης έρω-
τα (σελ. 146) : «Έχληρονομήθησαν ήμΐν κατά συνε/ή παράδοσιν
τύποι οίον θέλω γράφειν — γράψειν-φθήν έν τοίς τό
νθ μέχρι τού παρόντος διασώζουσιν ίδιώμασι Κυπρίω, Ροοίω
κτλ, ή θέλω γρ ά φεΐ-----·ράψει-—γραφθη, εν τ όϊ; λοι-
π:Τς; •/.αί άπαντα: οΰ/_ί· διίτι ήδη ά~ό αΐώνων εξεδλήθη μέν
όλως ή άπαρέμφατος έκ τής χρήσεως, επεκράτησε δ' ό άνα-
λελυμένος ί'.ά τϊύ θέλω καί ν ά κχί ΰποτακτικής τρ^πος κτλ».-
Άλλ' ε/.αΐτο; ,ολέπει, ότι αύτη ή απάντησις είναι μόνον απλούς
οιϊΐχυριΐμός ά'νευ ά-ΐίείςεως1 ή φράσις μετά τ:ύ οιίτι ουδεμίαν
έ'χει πειστικότητα, διότι έκεΤνο, τό όμοιον πρέπει νά άττοοειχθί^, τί-
Οετα'. ήδη ώς άττοοεδειγμένον. Έγώ οέν πι-:εύω, ότι άπό αΐώνων
έζεδλήθη όλως ή άπαρέμφατος έν. τής χρήσεως, καί Οά φέρω καί
πάλιν τΐΰς λόγους μου. Έν τούτοις λέγει ό Χατζιδάκης έν τω χω¬
ρ ιω, ο αναφέρομεν ολίγω ανωτέρω, ότι μόνον ή διά τοΰ η ϊρθο-
γρίφία έρμηνεύει πάσας τάς φθογγικάς καί τονικάς δυσκολίας, καί
τούτο θά ήτο δή έςήγησι; τοϋ ϋττοτιθεμένου δι~λοΰ χαρακτ»ίρος τοΰ
«θέλω γράψει,» εάν έςηγοΰντο δι' αυτής πραγματικώς πάσαι αί
Βυσκολίαι ή τουλάχιστον περισσότϊρχι, ή διά τής ά'λλης, της ΰ«*
εμού υ-οστηριζομένης. Έ-αναλχμβάνω λοιπόν
1. "Οτι ή ά^αρέμΐατος οέν έξεδλήθη ίλως τής χρήσεως. Πχ-
σίγνωστα είναι τα εναρθρα: «τό έ'χει μου» «μέ άγριο !2εΐ" καί
ο,τι ομοιον. Έπειτα δέ ουντίσσονται έν ταίς ττοντικαΐς οιαλέ/.τοις
ώς καί έν ταΤς τής Ιταλίας, πολυάριθμχ ρήμχτί μετά τής άπαρεμ-
152 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
φάτου, περί ών διέλαβον έγώ μέν συντόμως έν τωδε τω Ήμερ:λο-
γίω έ'τ. 1886 σελ. 214, ευρίσκει δέ ό βουλόμενος νά φωτισθη τα
καθ' εκαστα ΐν ταίς δ'.χτριβαΐς τού ΌβίΓηθΓ (*) καί τοϋ ΜθΐΌβί (**).
2. "Οτι ΰπαρχει εις τύπος, οττις είναι άναμφιβόλως άπαρέμ-
φατος και συντα'σαεται μετά τοϋ θέλω, ευρίσκεται 8ε ούχι μόνον εν
Ϊη;ο.ώ3ε3; κειμένοις τού ΙΣΤ' -/.αι ΙΖ' αιώνος (καί πρίν), άλλά εν
τισι δΊαλέκτοις ετι /.αί νυν. Ούτος ό τύπος είναι ό «εΐσθαι», σχη-
ματισμός Ίκανώς μεταγενεστέρας περί ου έσημείωσα οσα μοί εφάνη¬
σαν άποδεικττκά 8ι' ήν ΰπερασπίζω θεωρίαν. Εύρίσκω δέ την απάντη¬
σιν τού1 Χατζιδάκη κατά τι άνεπαρκή, άφοϋ οΰτε τούτον τόν τύπον
λαμβάνει ΰκ' όψιν ςϋτε τα περί αυτού σημειωθέντα, όθεν κρίνω κα¬
λόν νά έπαναλάβω ενταύθα τα παίντα. Ιδού τί έ'γραψα έν σελ. 213 :
Ώς πρός τό εΤσθϊ'. '/.α'ι τυφλοίς δήλον, ότι τοϋτί ουδαμ,ώς έξηγε'ϊται
έκ τού τρίτου πρίσώπου^ποτακτικής· άλλ' ί'ΐως χρίνει ό Χατζιδά¬
κης περί τούτου ώς ττβ-ρΐ τού «θέλω γράφεσθαι» λέγων έν σελ.
228, ότι είναι τύπος πάντη ξίνος τω δημώϊει λόγω. Έγώ άπ'
εναντίας φρονώ δτι τό «εισθαι» είναι αναμφισβητήτως δημώδες ση-
μειώσας έν ταίς υλλΐγαϊς μ;υ πλείστα παραδείγματα, οπου τουτο
άπαντα έν χωρίΐις, ών ή γλώσσα ουδεμίαν δίδει ΰπΐψίαν μακαρονι-
σμοΰ π. χ. έν τοις Κυπρ. ασμα 1*6§Τ.
II
νθ' 8 θέλ' εΐστεν(ΐ_θέ-
λϊΐ εΐσθαι) —Κρη-· Δραμ. 327 θές εΤσται—Διγ. 'Ακρίτ. Είΐιη-
1)ΐΌ8, Οοΐΐβοϋοη άβ ΓθΓπαπδ §Γ608) 705 ό θεός θέλ' εΐσταιν
βοηθός μου—Καλλιμ. καί Χρναιρ. 720 θλιμμένος θέλεις εΐσται
—Πικατ. (ν&§ηβΓ, Ο&ππίηα §γ&θο£ι πιβάϋ αβνί) [256 σάν
ναχεν εΐσται τα'χατες 'ξίδιν βαρύν, έλέγα]—511 θέλω 'σται πάντ'
άθάνατοι (γραφεται εσφαλμένως : θέλωστε πάντα άθανατοι)—Ίμβρ*
Μαργ. (ν7»§ηβΓ) 458 σάν ναθεν ε'σται λίθος κτλ.κτλ. (***). Ό
Σβφιανός (Εε§Γίΐη(Ι σελ. 71), γραμματικός τοΰ ΙΣΤ' αιώνος, γνω-
(*) Έν Μοπ3ΐ8ΐ)βι·. άβι· Βΰΐ·1ίιι«ι· λ.ί&άβαύΰ 1877.
(**) ΜίαΙεΙΙϊ Γθηι&ϊοϊ άβΐ ιηαΐκΐ&ΐηθηΐο αί Βονα ίη Οαΐαΐιπίΐ
έν ΑϋθθΗ, Ανοΐιίνϊο οτΐοΐΐοΐο^ίοο ίΐαΐϊαηο 1871
IV,
χαΐ βίιιάΐ 8ιιχ
(ϊία1·Ί(ί ίίΐ-βοί Λρΐΐίΐ Τθγγ» ά'ΟΐΓ»πΙο, Ιΐθθθβ 1870.
(***) Πρβλ. Κ' ήθελεν εΤσθαι άμαρτιά, χοττηγορια (ΐεγάλη. Χρον, Μορ.
(Ε11ΪΗ8Θ11 σελ 30) καρά Μαυροφρύοη Λοχίμι. σελ. 249 π?6λ. σελ. 457.—
εΤσθαι θίλεις (Ά)ίξ. Κοαν. (Λνα^ηίΐ·) 283.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
153
ρίζε; ώς τρίτον πρόσωπον έν. τού μέλλοντας τού «εΐμαι» μ,όνον τό
«θέλει εΐσται», ένω δίδει διά τα δύο πρώτα πρόσωπα τού ένικοΰ τοΰς
δΊπλοΰς τύπους: Θέλω εισται κα'ι θέλω εΐμαι, θέλεις εΤσται καί
θέλεις εισαι, τόν πληδυντικόν κλίνει ((θέλομεν εΐσται» κτλ. (*)
Όσοι δέ ϊέν πείθονται διά τούτων των παραδειγμάτων, άλλ' έξα-
κολουθούσι θεωρούντες τό εισθαι ώς πλάσμα μάλλον σχολαστικήν,
οδτοι ά*ς μάθωσιν, ότι ετι καί σήμερον λέγεται αύτη ή άπαρέμ-
φατος παρά τοίς έν Ιταλία Έλλησι, προφέρουσι δέ 6816—έ'σται έν
Καλαβρία καί ϊβΐ-β:—εΐσται έν Βόδϊ] κατά τόν έμβριθή γνωστήν των
διαλέκτων τούτων ΜθΓθδϊ, ού αί μονογραφίαι είναι διαλεκτολογι-
κά άριστουργήματα, άναφέρε1. δέ ούτος έκ τής Τ6ΓΓ3, ά'οίΓαηίο π. χ.
τα 8οζ'63ΐ6 καί βδδθζ β816=σώζω δΐσθα·. (δύναμαι νά ειμαι) καί
δέν ο-ώζω εΐσθαι (8έν δύναμαι νά εΐ;.ια·.).—[Λίαν άοί/,ως παρατη-
ρεϊ λοιπ'ον ό Ρουσσιάοης έν τή γνωστή γραμματική τού εναντίον
τοϋ μακαρίτου Κούμα, ότι τό «θέλω εΐσθϊΐ» είναι (ΐέ'κφραιτις έσ/η-
ματισμένη κατά τρόπον παράλογον»].
Ήτο λοι-όν ό μετά τού «εϋσθζι» μέλλων εισέτι περί τα 1600
■/.αί μϊτέπίΐτα έν χρήσει. 'Αφοΰ ομως καί ό τύπος «θέλω γράψει» εΰ-
χρηστεϊ έπίσης τότε, πώς νά μή είναι πάλιν άπαρέμφατον τό «γρά-
ψει», άφοΰ μάλιστα ήτο εισέτι κατά τόν ΙΣΤ' αϊώνα άπαρέμΐατον
ίμολογοΰντος ώς είδομεν καί τού Χατζιδάκη. Καί ώ; πρός την γρα-
φομένην γλώσσαν ευρίσκομεν, ότι καί πρίν των 1600 καί έ'πειτα
βασιλεύει ό τύ-ος «θέλει γράψει» καί άπαντα εξακολουθητικώς καί
κατά τόν ΙΖ' (**) καί κατά τόν ΙΗ' καί κατά τόν Ιθ' αίώνα' τίς
3' ό πιστεύων, ότι τό «γράψει» τού ενός αΐώ'/ος είναι όλως διό-
λου άλλο πλάσμα ή τό .ιγράψί-ι» τού προηγουμένου αιώνος;
Άλλ' ό Χατζιδάκης είναι τής γνώμης, ότι τό ύποτιθέμενον νεώ¬
τερον «γράφη» προΰκυψεν έκ τού έν τω μεταξύ εζελθόντος τΰ~:υ
((θέλω γράψω», ιδίως ϊ' εκ τοϋ τρίτου προσώπου ένικού κατ' επέ¬
κτασιν τοΰτ' εστι κλινομένου μίνου τού πρώτου μέρους τού συντα-
(*) «ίιηοη Ροι-Ιΐιιχ έν σελ.
XXXIII
χλίνει (Ιν ?τ£( 1638) ΟΛω
είμαι, θελεις εΤσαι—Οε'λοΐΛεν είσβαι, ΘΛετε εΐσθα;. ΘΛβυσιν εΐοβοη.
(**) 8ίηΐ0ΐι ΡοιΊϊιι·. εν σελ.
XXIX
δίδει δύο τύπους το3 ^ίλ
θε'λω γρίψει—νυΐ αΙΐα-4 ηΐα«Ϊ8 ϋθΐταρΐθ θε γράψω θε γράψΓ,ς χτλ.
11
154 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ντ /;3 σ.ι;2 α-,.ιΐύ, ώ~τε /ατα -ο «θε/εί γρα.!;/;» ελέχθη και τό
«')./ω γραΐιη, Ο./ες γρα^η, θέλομε; ΤΡ^φη «λ» Άλλ' έλε~;ο,
τ: ό-ο'ο; μ. εμ-υοδιζε' η δεχθώ τα,ιτη; τη; εξήγησιν, ε· ;*' ή τό-
τε α-?ιτουμε;*) ύ~;θεσ ς, ότι ό τυτος «θε)ω γρα^ω» ήτο ποτε γε-
ν·/οί Τούτο ομως αρ/υ,χαι, αΐού -ταμπολλα -τρ3κε';ταρ νεωτε-
ρα (*) κε'μενα, εν οις ουδέ ι/'θς ά;α:ραίνετα' τοϋ τϋκυ «θ-)ω
•'οχΐω» Έ)τιζω 2ς, οτ' Λαι ό ατζΒα/ί]ς λ^μβά;ω; τούτο υπ'
Λ > θα σοΛΐ-ω^Γ,τη α;αγιωρ'ζω; ότι Ό τ,ι-ος «θ.λω γραψω» ήτο
και ε ιι >ΐιοί οχ/ζλ~ αο: Έχι ;,οως =. >χ> ^ρχγματΐΛώς μζιο>
Ζ'Άΐ'/'ΐ/ίζ. -ώ; ;α ε να· τοτε ό ρ/ε^ τού τόσο; γε;Άθ3 νεωτε-
£ζι «Ο./ω (·οα1ι. » ,
Έπιμενω/ο ~ο; 2 ατει;ομ:νος, οτ' ο τυπος «θ.λω γραψς'», ήτοι
σ./. 208 ε?:ιςα, ότι -5 -./ /ο/ ; Τ0ϋ -α/ α οτ.ρου
λ* ρω 2. β/ε-ω;, ότι ο ατζ'3α/ί]; ,Αετα~: οτθ-'ς ο2./θ/; τη; ά—-
δ:'ς·; ;χ:ο, ί;; Οα :ϋρ σ/-; α;υ/-ως /αι ό 2 ος ς.-αζω; τα Κο-
τ ;α λ-χ,;α Λ./ο;.;:, ο_-.*.ι-ί;; ε2_-
/0; /.α' έ/.ε*;:, :τ ε ;α' ή 2-/Ι ί "^ -1"1 -γ15·· υ~οστΓ,ο ζ:,ο.;ης
Ο.ωρ α:, ότι οΓ()α2η τ3 «γρα}:ι;» :';α· άπαρ.,Αϊατο; Έ; τ5οτ;·ς
2ε; ε(ε ;ε τ) ςρΛ,ς συ^φω'ΐα -τρώτο; ,;ε; 2 οτ' ό φ'λος Χατζ 2α*ης
αριζ'-Λ' τη; τα^τότητα το3 σ^ςρ ;ού «γραώε1» μετα τ;ύ έ; '"ι)
-α/αιοτ.ρου τϋπου, 2ε^^ερο; 2:, 2'ίτ1 λατ' αΰτο; ό παλα'οτερος
τ^~:ς α;αγ;ωρ ζο^-;ος ως απαρεμ,εατος ·παλ'; 2εν ει;α' άπαρεμ-
οα-ος αορ 3-;υ ^ε-αΐ/ηοατ ΐθ.'σα /.ατα τας αλλα: ε'ς -ιιι άταρε,ο-
φατ:ϋ;, ώ; - στε^ω εγω, άλΛ1 ε·;α' /α*α το; Χατζ'2α/η; Γραγμ,α-
τ'Λώς έ/ο";3, τι ό-ο"ο; φανεται εΛ -ρωτ/;ς όψεως, ά-αρ.μ,φατος
(*} Μ -αγε^στ οα της ζτο/^ -η, ίυ^-α'" (υς τώ; Ι..ι~ο α/ώ; ασμ-ατων,
; ο ο->ο ν -α^αδ γυια -ο3 -ϋ^ο^ θ /ω ^·ρα]>ωβ α α^α ; -αι, /^^αζ -α
ο ο υ. // ύ 1~>α/ 3 ι -οί «Ο Τ,ω + απαοοΐΐϊ » /ι ϋχ/ . ο χ -αΖ Ο-
να-}- ^—ο*α/- /η, - 1ϋ/;ος ναι ό -υΓος βΘ ) ^ γραΐίω» ^χο/ον -; Κρητι-
χϊ -ην» ς - / -η θ^τ α τοΤί Άβοααα, τώ Έ.οωτοχο'τω χαι το"ς [χρητι-
/ο, Λ~α^α? ;, α/αϋ -ι ο ε-ι /α Λ ί»ΐα ,ί ρ-σι της Μαχ.εδονιας, χα-
θΐ), μ.2.-^ο /α ο Χζ-^ιδχ/ης, οΟ>ν ?» ο Ρουσσ α3η; εν σ-λ 256 της
11β ΟιαιιιιιιιΙιΚ 'νΥιι,η 1833 «ναί-'ρα το «Ο."λω γοα}ω»
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
155
τού μέλλοντας. Ά φού δέ περί τοΰ πρώτου ζροβλήματος έςεϊράσθην
ά'νω, ιδού έμβχινω είς την συζήτησιν τού δευτέρου.
ΑΊ τρείς άπορίαι, περί ών πρόκειται έν τή έξηγησει των μελλόν-
των τού τΰπου «θέλω + άπαρέμφατον», είναι
1. Ποίαν σχέσιν έ'χει τό νεοελληνικόν «γράψειν» πρός τό αρχαίον
«γράψαι» ;
2. Διά τί απώλεσε τό «γραφθήναι» τό τελικόν -αι;
3. Πώς έςηγεΐται ή δ'.αφορα τοϋ τόνου έν τοις τύποις βάλειν, φά-
γειν καί όμοίοις άπέναντι των έλθεΐν, ϊδεΐν καί όμοίων;
Μόνον ώς πρός την δευτέραν απορίαν δμολογεΐ. ό Χατζιδάκης, ότι
έ-έτυχεν ή εξήγησίς μου, όμολογεΐ δμως τουτο μετά χαρας μεγάλης,
ώστε χαίρω έγώ διπλώς. Ή πολυθρόλητος άναλογία εφαγε τό -αι, ή
«γραφθήν» (σήμερον «γραφθή») εκανονίσθη κατά τάς ά'λλας είς -ΐα
άπαρεμφάτους (*): εως έοώ συμφωνεϊ ό Χατζιδάκης μετ1 εμού, πε¬
ραιτέρω ομως ουχί. 'Απορρίπτει Βξ ζρό πρό πάντων την δοςασίαν μου
καθ' ήν ή άναλογία εξήλθεν ιδίως άπό τής άπαρεμφάτου τού δευτέρου
ένεργητικοΰ άορίστου, άλλ' εάν την άπορρίπτει δικαίως, μοί έμεινεν
αμφίβολον. Μέ ωδήγησεν ή θεωρία ήν έ'χω περί τής έφαρμογης τής
άναλογίας κα: ήν Οά έκθέσω θεού ϋέλοντος διεςοοικώς έν ά'λλϊ) δια-
τριβτ) (**), μαλιστα ο ηχθην υπο της ιοεβς, ότι οί τυποι εις -ιη (—:
-εΐν) τετονισμίνον είναι πλησιέστεροι πρός τοΰς είς -ΐηβ (—ζήναι) ή
οί τύποι είς -ίη (^τειν) ά'τονον. Ό Χατζιδάκης άναφέρει τόν τύπον
«έπαναγαγήναι» (έν σελ. 18 τής συλλογης τού Ο. δραΐα, ϋίρΐοηιϊ
Οΐ'βοί ίηβάϊΐΐ) ώς παράΒειγμα τί;ς έ-' άλληλα' έ-ιοράσεως των
ά-αΐεμΐάτων. Όμοια δέ παραϊίίγματα είχον σημειώσει κα'ι έγώ,
πρίν γράψω την διατριβήν μου1 π. χ. «άντιβολω σε τοΰ έλθήναι» έν
μεμβράνη τοΰ έ'τους 1214 ΤπηοΙΐθΓα σελ. 368. — «έδωκεν άδειαν
(*) Μόνον έν παρόδω σηαε'.ώ, ότι θά ί[το συνεπ=στερον να γρά^ητα'. το
βθε'λω γραφθίΤ» οΰτοί διά εί άντ·, "ου συνήθως γραφορ-ε'νου η.
(**) Διά τό παρον στ,^ίΐώ μόνον, ότι άαπάζομαι την θεωρίαν τοΰ Βΐ'11§;-
Μίΐη : Μοι·ρ1ιο1οη;ί8θ1ιρ υηΐθΐ-ΒΐιοΙιιιησοη τοΐί. α σελ. 82 χ*ΐ Ιξης,
ότι ή άναλογία δύναται νά εξ/Χθτ^ χτζο πολυ ϊΐεριωρισμε'νου κύκλου τύ-ων καί
νά επεκτείνηται [ΐετά τοΰ χρόνου βαθμηδόν είς σύστημα ολόκληρον. "Ομως
άβάλλ ότι υ7:άρ)'ουΐ·. τω ονΐ'-, ζαθως λε'γει ό Χιχτζιδάχης, «πολλαί χι-
λιάδες» άπαρε|Χξ;άτων Γα
άορίστου εν
νεωτφα
156 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
. .. καϊ ουδέποτε έλθήναιι τού έ'τους 1269, ΤηηοΙιβΓα σελ. 465
•/.αί ά'λλα. Τοιούτοι τύπβι, εάν καί είναι ί'σως προϊόντα τής ήμιμαθείας
καί ούχι γνήσια δημώδη πλάσματα,, δει/.νύουσιν ομως τουλάχιστον,
ότι ήτο ευκολο/ νά γείνη σύγχυσις μεταςί; τού δευτέρου ενεργητικόν
άορίστου καί τού παβητικΐΰ.
Δέχομαι, οσα έγραψεν ό Χατζιδάκης δειν.νύων, 8τι οί δΊφοροΰντες
τύΐτΐι εΐπανε καί είπαν, άνδρώνε καί άνδρών καί δμοιοι δέν είναι κα-
τάλληλοι ερμηνευταί τής είς τό «γραφθήν» μεταδολής τοϋ «γρα-
φθήναι».
Ό Χατζιδάκης ομιλών τίρ τής ΰ^' έμ,οΰ δεδομένης εξηγήση ως
τοϋ «γράψειν» ώς μεταπλασθέντος έκ τοΰ «γράψαι» κατ' αναλογίαν
χρϊς τάς λοιπάς εις -ϊη άπαρεμφάτους καί παραθείς έρμηνείαν σύμ¬
φωνον τοϋ ΜθΓθδί παρατηρεΐ, ότι άληθώς ή έ-λδοχή αυτή δέν είναι
άϊύνατος, άλλά, λέγει, άν μή σφάλλωμαι, υπό τι περιττή. "Επειτα
8' έκφράζει την γνώμην, ότι τό «γράψειν» ε'ναι άπαρέμφατος μέλ-
λοντος, λέγων ((Έπειϊή διά την φθογγικήν σύμπτωσιν τοϋ άπλοϋ
μέλλοντας κρός την ΰποτακτικήν τοϋ άορίστου, έν τοις πλείστοις
ρήμασιν επήλθεν, ώς γνωστόν, ισότης αυτών παντελής κατά την ση-
μασίΛ, ωστε ελέχθη κατόπιν καί λάβητες—λήψεσθαι και λάθης^
λήσεις κτλ. δι' αΰτό, φαίνετ»!, έ-ήλθε τοιαύτη ισότης χαί ώς πρός
την χρήσιν τής άζαρεμφάτου τοϋ μέλλοντος πρός την τοϋ άϊρίστου
ώστε έλαβε την αυτήν τη τής άπαρεμφάτου τοϋ άορίστου σημασίαν καί
χρήσιν». Αυτή ή έρμηνεία, όσον έπιτυχής καί άν φαίνηται έκ πρώτης
ϊψεως, ώς στηριζομένη επί ίστοριχών πραγμίτων, πάλιν παρέχει,
εάν δέν απατώμαι, ίκανάς δυΐκολίας. Γνωΐτίν, ότι αί άοριστικαί άπα-
ρέμφατοι είς -αι είναι ήτοι των σιγματικών άορίστων ώς ή «γράψαι»
ήτοι των ΰγρολήκτων ώς ή ιιστεΐλαι». Λέγων λοιπόν 5 Χατζιδάκης,
δτι τό δημώδες «γράψειν» είναι άληθώς άπαρέμφατος μέλλοντος,
φαίνεται άποίλέπων μόνον εις έχέΐνα τα ρήματα, ίσα σχηματίζουσι
τόν άόριστον καί τϊν μέλλοντα σιγμχτιχώς, οΐα γράψαι, γράψειν—
λΰσαι, λύσειν, -/.αί καρά τούτοις συνίσταται ό'λη ή διαφορά μεταξί»
τής άοριστιχής καί τής μελλοντιχης άπαρεμφάτου μίνον έν τη κα-
τα7.ήςει διοορούση μεταςϋ άτόνου 8 κα! άτόνου -ΐη. Τα δέ ΰγρόληχτα,
ώς γνωστόν, σχηματίζουσι τόν μέλλοντα κατ' αλλο σύστημα ή τόν
άόριστον, ώστε ή μελλοντική άπαρέμφατος διαφέρει τής άοριστικης
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ! 157
ν.αί κχτά τό στέλεχος και κατά την κατάληξιν κα'ι κατά τόν τόνον.
Πώς νά θεωρηθή λοιπόν τό δημώδε; «στείλειν» ώς μελλοντική
άπαρέμφατος, άφοΰ α'ύτη ελέγετο «στελεϊν» ; — Εάν έννοώ ορθώς
την γνώμην τοΰ Χατζιδάκη, τίθεται ώς άποδεΒειγμένον, ότι κατά
την εποχήν, καθ* ήν ό σιγματικός μέλλων εΐχε συμπέσει φθογγι-
κώς μετά τής ΰ—τακτικής τοΰ σιγματικοϋ άορίστου, άντικατεστάθη
ό μέλλων πάντων έν γένει των ρηματων διά τής ΰποτακτιχής τοΰ
άορίστου, ωστε έκτοτε καϊ τύποι ώς οί «στείλω, λάθω» ετέλουν τα
τοΰ μέλλοντος «στελω, λήσω». Καί επί ταύτη·τη βάσει στηρίζετα'.
ή θεωρία, ότι ώς πρός τό «γρα'ψω» υπήρχεν άπαρέμφατος εις -ειν,
όμοία τις άπαρέμφατος εσχηματίσθη καί πρός τό «στείλω, λάθω»,
&στε νά εχωμεν την ΐσότητα
γράψω : γράψειν —: στείλω : στείλειν (λάθω : λάθειν).
Όμολογώ ότι θά ήσπαζίμην προθυμότατα ταύτην την είιφυή υπό¬
θεσιν άγχινουστίίτου γλωσσολόγου, εάν δέν εΰρισκίν τίνα έμπόδια :
Πρό πάντων ότι τό πθελω» ουδέποτε συντάσσεται μίτά μέλλοντος.
Τουτο τό φαινόμενον άναγνωρίζει κα'ι ό Χατζιδάκης, άλλά μόνον
διά την αρχαίαν γλώσσαν, κρίνων, ότι τό συντακτικόν τϊ;ς νέας κα-
νονίζεται κατ' ίδίους κανόνας. Συμφωνώ μέν ώς πρός ταύτην την αρ¬
χήν, πχρχτηρώ 8ε, ότι ή τής μελλοντικης άπαρεμφάτου μετά τοΰ
6έλω σύνταξις ουχί μόνον έντήάρχαία είναι άχρηστος, άλλ' οϋτε
έν τή Άγία Γράφη άπαντα οΰτε παρά τοις έκκληβιαστικοϊς οϋτε παρά
Μαλάλα οϊίτε έν ταίς μεμβράναις ζαρά Τρινχέρα οϋτε παρά Συντί-
ιτα, άλλά πανταχοΰ άναφαίνεται μόνον ή συνήθης σύνταξις ή μετά
τής άοριστικής ή ένεστωτικής άπαρεμ,φάτου. Έν γένει δέ σημειω¬
τέον, ότι ή άπαρίμφατος τοΰ μέλλοντας ήτο μ.έν πάντοτε σπανιωτέρα
πασών των ά'λλων, έν δέ τή Νέα Διαθήκη κατήντησεν ήοη σπανιω-
τάτη. Ό Χατζιδάκης νομίζει πιθανόν ότι οί άπλοϊ συνέταξαν τό^
«θέλω» μετά τής μελλοντικης άπαρ&μφοίτου άκολουθοΰντες την
σύνταξιν τοΰ πμέλλω» καί όμοίων ρημάτων. Άλλ' ακριβώς τουτο
τό «μέλλω» συνετάσσετο έν τοις μεταγενεστέροις χρίνοις μετά τής
άοριστικής (ή ένεστωτικής) (*) άπαρεμφάτου. Συγκρίνατε τό γνωστόν
(*) Πρβλ. παρά Μΐλάλα 60,2 τοΰ [ίϋ.Ιοντος γίνεσθαι λ'.αοΰ — 217.3 ά-
ϊνίωσε οε χαι το Πάνθεον μίλλοντα ονιαπ'ί—'.ν, χ»ι -αρά Φλαβίω Ίωσήζω
158 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
τής 'Α-οκαλνύψεως (Ι 19) «α μέλλει γενέσθαι μετά ταυτα», ανα¬
λόγως άναγινώσκεται έν μαγικω τινι ζαπύρω παρά Ρ&ΓίΙιβγ (*) Ι
176 «τί μοί εγένετο ήγε μέλλει γενέσθαι», καί αύτόθι 173 «τα
μέλλοντα-,'ενέσθαι». "Ομοίως έγράφη έν μεμβράνη τοΰ έ'τ;υς 1112
παρά Τπηο1ιβΓ&. σελ 511 «τούς μέλλοντας εΰρεθήναι», παρά Συν-
τίπα Ι σελ. 88,8 «μέλλων φουρκισθΓ,ναι» κα'ι 101,10 «έ'μελλες
κεροαναι» καί έν Διγ. Άκρίτ. ΙιβξξΤ. 239 «πώς μέλλουσι παρα-
λαβεΤν ά'λλοι τα τέκνα τούτου». Εντέυθεν καί ή έπιτίμησις τού
Φρυνίχου ΕοΤοθοΤσ σελ. 336: «Έμελλον πριήσαι, εμελλον θεΐ-
ναι, άμαρτήματα των εσχάτων, εί τις οΰτω συντάττει, τετήρηται
γάρ ή τω ένεστώτι συνταταΐτίμόνον ή τω μέλλοντι κτλ», καί άλλως :
«"Εμελλον γράψαι: εσχάτως βάρβαρος ή σύνταξις αυτή· άορίστω
γάρ χρόνω εμελλον ού συντάττουσιν οί Άθηναΐοι» (**).
Είπομεν πρίν, ότι καί έκτός τής συντάξεως μετά τοϋ «μέλλω»
ή μελλοντική άπαρέμ·9ατος έν γένει ήτο σπανιώτατον ή?η φαινό¬
μενον έν τη έποχή, καθ' ήν εγράφησαν τα ευαγγέλια. Συμμαρτυροϋ-
σι δέ πως καί τα μεσαιωνικά μακαρωνίζοντα στιχουργήματα, των
οποίων ό μακαρωνισμός δέν είναι όλως άξιοκατάκριτος, νομίζω,
άφοΰ τοϋλάχυτον έφύλαξεν ήμϊν πολλους τύπΐυς των προηγουμένως
αιώνων. Δέν είναι τώρα λίαν περίεργον, ότι καί έν ταύτη τή γραμ-
ματεία ουδείς σχεδόν άναφαίνεται τύπος αναμφισβητήτως μελλον-
τικός, ούτω παραδείγματος χάριν έν τω Διγ. "Ακρίτ. τοϋ Εβ^ΐ'Εΐΐιά,
2που άπαντώσι μυρίαι άπαρέμφατοι σχείόν πάντοτε υπό την αρ¬
χαίαν αυτών μορφήν, μόνον εν παράδειγμα εύρον μελλοντικής άπα-
ρεμφάτου 10 11 «άν καυχασαι, νεώτερε, εσεσθαι άπελάτης.» Εύ¬
ρον δέ καί αλλαχού τό έ'σεσθαι ν.αί τό έλεύσεσθα1., τόπους τοϋς
Άρχ. Ίου8. 2,31 πώ; μΑλίΐ των έκ τη; γενϊας αυτών εχαστο; κατοικείν την
λαναναίαν.
(*) Ο. Ρ&ΓΐΙΐθγ : Ζννθϊ ^ΓΪθοΙιίβοΙΐθ Ζαυ.Β8ΐ·ρίΐρ}ΓΓί άθβ ΒβιΊίΐΐθΓ
ΜαδθΐΐΜ». ΒθγΙϊπ 186(5.
^**) Έϊϊωφελοΰ^αι της —Ε,οιστάσεως ίχ σημειώσω ενταύθα λίαν περίεργον
συντακτικόν τε'ρας, τί) οποίον άλλως θά εμενεν Ί'σο>ς απαρατήρητον. Παρκ τω
λεγοιιίνω Ποιαε'νι Έρμβ βε'ρεται (Οι·β88θ1 : Ρ&Ιγ. ηρθδΐ. σελ. 577) το
«με'λλω φανισθη'σου.α! σοι», ό δέ Τϊδΰΐΐθηάθΐ'ί λέγει ρητώς εν σηαειώσεΐ, ότι
πραγματικώς ούτως εχε; ή άνάγνωσι; τοΰ χειρογράφου. (Σύγχυσις [ΐεταξϋ το3
«[^έλλω φανισθηναι» καί τοϋ άπλοΰ «φανισθησομιαι»).
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ! 159
όποίους μετεχειρίσθησα; ούτοι οί ήμιμαθεΐς στιχο/,όπο'. πρός στ:-
λισμϊν τοΰ έλεεινοΰ αυτών ΰφους. 'Αφοΰ δέ ό Χατζιδάκης δίδει
ιδιαιτέραν σημαντικότητα εις ταύτα τα παραδείγματα μέσης φωνής
ώς τα δύο τελευταία, καί μαλιστα οπου κεΐνται έν συντάξει μετά τοΰ
«θέλω», σημειώ ότι έν ολη τή παλαιοτέρα δημώδει γραμματεία
παρετήρησα μόνον άπαξ τό «θέλω» συντασσόμενον μετ' άπαρεμ-
φάτου τού μέσου μέλλοντβς. Είναι ακριβώς εχεΐνο τό παράδειγμα,
τό οποίον άναφέρει ό Χατζιδάκης ΰΐτερ τής ιδικής τού γνώμης. Γλυκά
246 «άνθέλγ|ς καταράσεσθαι». Άλλ'ούτος ό τύπος θά είναι μόνον
εΐδιχοτης τοΰ Γλυχα, έπειΒή αΰτός εΐπε καί τό «έχασμήσετον» έν
στίχω 261, κα'ι ποίος δέν έννοεΐ την ισότητα «καταράσεσθαι: κα-
ταράσασθαιζζ:έχασμήσετο: έχααμήσαιο». Οί ά'λλοι μακαρωνίζοντες
στιχουργοί μεταχειρίζονται έκ των μέσων άπαρίμφάτων ή την άοριστι-
κήν ή την ένεστωτικήν έν τη μίτά τοΰ θέλω συντάςει, οίον Β. καί
Χρ. 2 θέλω σάς άφηγήσασθαι λόγους ώραιοτάτους—'Αλ. Κομν. 86
οπόταν θέλης κτήσασθαι μετά τινος φιλίανζζΣπαν. 29 οταν δέ θέλης
κτήσασθαι χρός άνθρωπον φιλίαν κτλ.
Άφοΰ λοιπόν τό «μέλλω» μόνον έν τοίς αρχαίοις χρόνοις, τό
δέ «θέλω» ουδέποτε συνετάσσετο μετά μελλοντικής άπαρεμφα'του,
έπανέρχομαι είς ή·> καί πρίν ΰπερήσπισα εξήγησιν, ότι τό δεύτερον
συστατικόν τοΰ «θέλω γρίψειν» είναι μετεσχηματισμένον έκ τοΰ
«γράψαι» κατ' αναλογίαν πρός τάς άλλας είς -ϊη άπαρεμφάτους,
ωστε εγένετο κατά την ισότητα.
Θέλω νά γράφω : θέλω γράφειν (*) =θέλω νά γράψω: θέλω γρά-
(*) Αμφότεροι οί τύποι καί ό «θελω να γράφω» και ό «θελω γραφειν»
εΐνον κατ' αρχάς καθαρώς θελη[χατικήν σημασίαν^ μιετέστη δέ πρώτος ό
«ΘΑω γράφειν» εις την μελλοντι*7Ϊν-—οθ^λω ίνα λε'γω», Ότζωζ εν
τ ι] γ ρ α φ ξ συνηθε'στατα άπαντα, λίγει ά Χατζιδάκης έν Δελτίω
Ι σελ. 143. Τουτο είναι υπό τι έσφαλιιίνον, διότι ουδέ εν ευρίσκεται πα-
ράδειγμια έν τί} Γραφϊ] άντοποκρινόμενον ακριβώς πρός τον τύπον βθθ.ω ινα
λε'γω», άλλ' έν εκάστω των παραδειγμάτων της Γραφης παρατηρεΓται, οτ-,
τί) της εξαρτω'Αε'νης φράσεω; υποκείμενον διαοέρει τοΰ της χυρία; προτάσεως,
απαραλλάκτω; ώς διαφίρει κα' έν τί) γερμανικαί συμπλοκί; ίθΐι ννίΐΐ,
ί3ίϋ>. Καθ' όν τρόπον ήμεΓς οί Γερμανοΐ ουδέποτε λε'γομεν ίθΐα νϊ11. ι1;ι—ι
ίθΐΐ 8&^θ, οδτω χχι οί σύγχρονοι τώκ τα εΰαγγελια συνταξάντων κα"ι οί πρίν
ουδέποτε είπον τί) «θεΤιω ίνα λε'γω», άλλα μόνον το «θε'λω ίνα λε'γτ;ς» καί
100 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ψειν—ομοίως: Θέλω νά στέλλω: Θέλω στέλλ5'.ν_θέλω νά στεί-
λω: Θέλω στείλειν.
Ώς πρός τάς άπαρεμφάτους τοΰ δευτέρου άορίστου, μοί φαίνεταί
άνάγκη ν' άναφέρω αξιοπαρατήρητον τι φαινόμενον, τό οποίον μέχρι
τ;ϋδε δέν ελήφθη δπ' όψιν έν τή μεταξίι ημών συζητήσει. Γνωστόν
ότι ή3η ίκανώς πρό Χριστοΰ τό τρίτον πρόσωπον πληθυντικοΰ δευτέ¬
ρου άορίστου έ'λαβε την κατάληξιν -αν κατά την αναλογίαν τοΰ πρώ-
του άορίστου, ώστε ελέχθη π. χ. «έ'φαγαν·> άντ'ι τ;ΰ έ'οαγον, όΊε-
δόθη δέ ούτος ό μετασχηματισμός μετά τοΰ χρόνου καί είς τα ά'λλα
ττρίσωπα, όθεν εγεννήθη τό σήμερον πάγκοινον «εφαγα» χλινόμε-
νον άπαραλλάχτως ώς τό «έ'γραψα» ή τό «έ'στειλα». Σημειωτέον
ό'μως ότι ό τοιούτος μετασχημχτισμός δέν περωρίζετο μόνον είς
την οριστικήν, άλλ' είσέδυσε καί είς τάς άλλας έγκλίσεις, οΰτω
άν»γινώσκεται π. χ. ή υπό Φρυνίχου άποδοκιμαζομένη προστακτι-
κή «άγαγον»—ΐά'γαγε χαΐ αί παρά Λουκα (ΤΪΒθΙιβηάΌΐί) φερό-
μεναι ιείπόν»^=ε·πέ ή είπον (10, 40=:22, 66) καί «πέσατε»—::
πέσετε (23, 30) καί ή έν τή Άποχβλύψει «έςέλθατε» (18 4), /.αί
πολλαί ό'μοιαι ιταρά τοίς έλκλησιαστιχοϊς, επειτα δέ ή μετοχή «άγά-
γαςιι φερομένη παρ' Ήΐυχίω καί έν Αίγυπτιαχω παπύρω Ραρ. άΊι
ΕοανΓβ 17, 24), περί ής ι ΚουμανοΰΒης έν Συναγωγή λέξεων
άθυσαυρίστων σελ. 1 (*). Όμοίως λοιπόν ευρίσκονται καί άπαρέμφα-
τοι μεταπεττλασμέναι π. χ. ή «άφέλαι»_:άφελεΐν έν Κρητική έπι-
γρα?τ( 0. 3. 2557, 13. 26 (9. Μθνεΐ-, Θπβοΐι. Ου.2 533)
καί ή «έκβάλαι» (8ιιιγζ Ώβ άίαΐβοίο Μαοβάοπίοα βΐ Αΐβχαπ-
οαοια μετά 8ύο πάντοτε διαφόρων ΰποχειμε'νων έν ταίς δύο φράσεσι, χαθώ;
■/.αι κ»ρ' ή[ΐ?ν λε'γεται,το νϊ(·1ι Ϊ11 «Ιαπκ αιι κα«.-ίΙ. Εις την ϊδίαν άναχρί-
6ει«ν περιε'ηεσε χαΐ ό .Ιι·αη Ρε,ί(·1ιαπ Εε.Μίΐϊ αο ρΐιοηβϋαυβ ηόο^Γ.
σελ. 7ι8 ^τ{ΐί. 3, όστις ΟΞ/Ξτα1. ενταύθα ανεξετάστως τα τοΰ Χατζιδάκη.
Ταΰτοτητα των υποχειμε'νων τοΰ Οελε'.ν χαΐ της εξ αυτού εξαρτωμένη τε-
λικής φράσεως παοετήρησα κατα ττοώτον παρά Ίγνατίω πρός Ρωμαίους
III
(θΓβίΛθΙ ΡαΙΐ'. ΑρθίΙ. σελ. 342) «θέλω όπως μιή αόνον λέγωρ,αΐ
Χριστιανός, άλλα χαΐ εύρεθώ» (μ.ετα τοΰ «όπως» άντί τοΰ «ίνα»), επειτα δ'
εν τω λεγοαε'νω β' μέρε'. τοΰ Ε■^αγγϊλίο^ Λικοοή^ου ι, τη Καταβάσει τοΰ
Χριστοΰ 4, 2 (εκδ· Τί~;ο1ΐρηαθΓί) «ε^η τουτο Οέλων ίνα σέ άρπάση».
(*) Πρβλ.τό «λε'γας» ί=ένφ έ'λεγ^; έν μεμβράνΐ) τοΰ ετ. 1122 παρά Τΐ'ίιι-
θΐκτίΐ σελ. 120 εσνηματ'.σμε'νον κατά τί) «ελενα», ώσάν ήτο τουτο άόριστος.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ! 161
ά"πθ3, σελ. 61)· ήτις άπαντα καί παοα Μαλάλα 60, 22, παρ' ω
έσημείωσα προσέτι την «άναγάγαι» 250, 21 -/.α: 475, 20.
Τό ζήτημα είναι, εάν τοιαύται άπαρέμ,ΐατοι ήσαν ποτέ γενικαί,
εάν ϊηλαδή ελέγετο πανταχοΰ Γδαι άντί τού ϊοεϊν, φάγαι άντ'ι τού
φαγεϊν, λάβαι άντί τοϋ λαβείν, ειπαι άντ'ι τοΰ ειπείν καί οσα ομοια.
Μοί φαίνεται, δτι δικαιούμεθα νά αρνηθώμεν τουτο οριστικώς άφοΰ
τοιούτοι τύποι άληθώς μόνον λίαν σποράδην άναφαίνονται, λείπουσι
δέ καί όλοτελώς έν τοίς τοΰ μέσου αιώνος στιχουργήμασιν.
Ούτως έχοντος τοΰ πραγματος ουδέν βλέπω πρόσκομμα νά μή
έκλάβω τοϋς τέσσαρας τύπου; «έλθεΐ(ν) εΐπεϊ(ν) εΰρεϊ(ν) !ϊεϊ(ν)»
ώς τάς άρχαίας άπαρεμφάτους διασωθείσα; μέχρι σήμερον. Άλλά
πώς δύναμαι νά κρίνω τούτου; κατ' άλλον τρόπον ή τούς λάβει(ν)
μάθει(ν) πάθει(ν) καί όμοίους, των οποίων ό τόνος δεικνύει προφα-
νώς, ότι δέν είναι αί άρχαΤαι άπαρέμφατοι ^ Ιδού πώς έςηγώ τό
φαινόμενον ανεξήγητον: "Οταν ή άναλογία τοϋ γρά?εν ν.ατά την
πρίν έξηγηθεΐσαν ισότητα η??ατο νά πλάσση τόν τύπον «γράφειν»
τότε εγεννήθησαν καί ολοι έν γένει οί πϊροξΰτονοι τύπο;, ούχι
μόνον λαβείν μάθειν πάθειν φαγειν καί ομοιοι, άλλά ν.αί ο! έ'λ-
θειν εύρειν ί'οειν. Συγχρόνως δέ υπήρχον ετι καί ήσαν έν συχντ)
χρήσει αί άρχαϊαι άπαρέμφατοι αί μετά τής περι—ωμένης ληγού-
σης -εΐν διότι πώς ήτο δυνατόν νά γίνωσιν αυται άφαντοι κϊί νά
έν,λείψωσιν όλοτελώς ευθύς αμα τή έμφανίσει των νεωτέρων τύπων;
Έλέγοντο λοιπόν διπλώς ουχί μόνον τα έ'λθειν ν.αί έλθεΐν, εϋρειν
καί ευρεί"ν, ί'ίειν καί ίδεΐν, άλλά καί τα λαβείν καί λαβείν, μάθειν καί
μαθεΐν, φάγειν καί φαγεΐν κτλ. Προϊόντος δέ τοΰ χρόνου συνέβη έκεΐ-
νο, όπερ συμβαίνει τοσάκις έν τή ζωή των γΧωβ5ών, ΰπερίσχυ-αν
οί νεώτεροι σχηματισμοί καί άπωλέσθηταν οί άρ-χαΤοΐ, ώ-τε άπό
αιώνιον ήδη έλέγοντο ί) έγράφοντο παροςυτόνως πα'ντοτε θέλω μα'-
6ει(ν), οάγει(ν), λάβει(ν) κτλ. Τώρα ο;/.ως τταρατηρεΐται τό λίαν
περίεργον, ότι εναντίον ταύτης τής γενικής τάσεως τή; γλώσσης
γίνεται εξαίρεσις ώς πρός τέσσαρας μόνον τΰϊκυς, έν οις ίΐϊτηροΰν-
το επί πολύν χρόνον έ'τι οί ϊύο κατά τόν τίνον ξιφορΐΰντες σχη¬
ματισμοί, ί,περίσχυσε δέ μάλιστα επί τέλους ό επί τη; ληγοΰσης
τον.ζομενος. Είναι τα —ορρηθέντα ειπείν καί είπεΤν, Γ/.Οειν -/.αί έλ¬
θεΐν, εΰρειν -λαί εΰρεϊν, ίοειν -/.αί ϊδεΐν. Έγώ επεχείρησα μέν νά
162 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
λύσω τό αΐνιγμβ, περιέπεσον οε, καθώς παρατηρεΐ ό Χατζιδάκης
λίαν ΐΐκαίως, είς ανα-/.ρί8-ιαν κϊι σΰγχυσιν καραβλίπτουσαν σφο¬
δρά την έρμηνείχν μου, σφάλμα, τό οποίον όμολογώ χαίρων σογ-
χρο'νως κα'ι ευγνωμονών επί τή έχιειν.εία, μεθ' ής έκρινεν ό φίλος
Χατζιδάκης την παραδοςολογίαν μου. Έκεΐνο λοιπόν, τό οποίον
ήθελον ή μάλλον τό οποίον έ'πρβ-ε νά είπω, είναι τό έςής ι Έςαι-
ρουμένων των δευτέραν άορίστων χαρατηρεΐται έν τω έλληνικω ρή-
ματι κατά πασάν έ-οχήν, ότι ΰχάρχει πλήρης συμφωνία ώς πρός
τόν τόνον μεταξΰ τής ΰποτακτικής καί τής ά-αρεμφάτου όποιουδήπο-
τε χρίνου : γράοω γράφειν—γράψω γράψαι (γράψειν)—γράφωμαι
γράοϊσθαι—γραφθώ γραφθήναι (γραφθήν)—μείνω μέϊναι—τ·.θώ τι-
θέναι—θώ θεΐναι—άρξωμαι άρξασθαι κτλ. έ'χει δέ τούτο ούτως καί
έν τη νέα καί έν τή άρχαία γλώσση, άλλά μόνον έν τη νεωτέρα πα-
ρατηρεΐται όμοία συμφωνία καί ώς πρός τόν δεύτερον άόριστον π. χ.
να φάγω—θέλω φάγει(ν). Καί ό επί τής ληγοϋσης τονισμός των
προειρημ.ένων τεσσάρων άπαρεμφάτων «έλθεΐν κτλ», συμφωνεΐ πρός
τόν τής ΰτοτακτικής, έπειϊή ΰπάρχουσιν αί νεώτεραι ΰποτακτικαί
«έλθώ, ίδώ, είπω, ευρώ». Ή γνώμη μου είναι λοιπόν, ότι ακριβώς
αυται αί ύποτακτικαί, αίτινες άναφζίνονται ήδη έν τοις πρώτοις
ημών μνημείοις τής δημώδους, εγένοντο ή αίτία τής μέχρι σήμε¬
ρον διατηρήσεως των χργ_σιίύΊ περισπωμένων άπαρεμΐιάτων, διετη¬
ρήθη δηλαδή μόνον ή γενικώς παρατηρουμένη ταυτότης μεταξΰ τοΰ
τίνου της ΰποτακτικής καί τής ά-αρεμφάτου κατά τίδε τόσχήμα:
1. άρχ. ΰποτ. ιε'ύρω» νεωτ. ά-αρ. «ε'ύρειν»
2. νεωτ. ΰποτ. «εύρώ» άρχ. άπαρ. «εϋρε'ΐν»
ή
1. άρχ. άπαρ. «εύρεΐν» νεωτ. ΰποτ. «εΰρώ»
2. άρχ. ΰποτ. «εΰρω» νεωτ. άπαρ. «εΰρειν».
Άλλά διά τί μετετονίσθησαν αρα αί ρηθεΐσαι τέσσαρες ΰζοτα-
κτ'.καί; Έϊωκα νομίξω την απάντησιν γράφων έν ;ελ. 211 τάδ=:
διότι μεταχειριζόμεθα το γραφε κ»ί τό νά γράΐης, τό ίάγε καί τα
νά φάγης κτλ. συνωνύμως, διά τουτο εσχηματίσθη ή ιδία, 8τι ή ΰζο-
τακτιχή πρέπει έν πάση περιπτώσει νά τονισθή όπως ή προστακτική,
ωστε ήρξαντο καί ζρϊς τό «ίϊέ» νά σχηματίζωσι τό «νά ιδής» καί
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 163
πρός τό «εύρε» τό νά «εύρν,ς» ν.αί πρός τό «ν.~ϊ» τό νά ((εϊπής»
καΐ πρός τό σήμερον άπολεσθέν «έλθέ» τό «νά έλθης», όθεν ύστε¬
ρον καί τα «νά ϊδώ, εΰρώ, είπω, έλθώ». Ό Χατζιδάκης έν σελ.
142 δυσκβλεΰεται ποικιλοτρό'πως νά δεχθή ταύτην την ίρμηνείαν·.
Ώς πρός τό «έλθέ», άνθ' ου μεταχειρίζοντο σήμερον τό «έ'λα», ση-
μειώ, ότι παρά τοις έκκλησιαστικοΐς καί παρά Μαλάλα ουδέν ((ελα»
άπαντα άντί τοΰ «έλθέ» ή «έ'ρχΐυ» (αμφότερα συχνάκις έν τή Άπο-
καλυψει), ωστε ή σημερινή χρήσις τοΰ «ελα» κατά πατάν πιθανότη-
τα επήλθε κατά τόν μέσον αιώνα. Εΰχρηστεΐ ο' έ'-ι καί σήμερον τό
ρήμα έλαύνειν υπο διαφόρους οΊαλεκτικάς μτρφάς (*).
Ώς πρός τό «ίδέ» διδάσκει ό Χατζιδάκης, ότι έτονίζετο παρά τοίς
μεταγενέστερον «έν τή κοινη χαί πιθανώς παρά τοίς βυζαντιαχοΐς»
σελ. 142 «'ίίϊ». Λιαμαρτύρομαι. Γνωρίζω μέν καί εγώ τό πασίγνω¬
στον τοΰ ΒαπτιστοΟ «'ίδε ό άμνός τού θίοΰ», μεταφράζω δέ τούτο διά
τού βοοο α§ηιΐ8 ϋθί, καί ουχί διά τού νίάβ α§ηυπι Ββϊ, έπειΒή
ό Βαπΐίσϊής δ έν ομιλεί πρός ενα, άλλά πρός περισσοτέρους καΐ
έπειίή άλλως βά έ'βαλλεν άναμφιβόλως την αίτιατικήν άντί τής ονο-
μαστιχής. Τό άληθές είναι,, ότι ζαρά τοίς μεταγενεστέροις υπήρχον
δύο τύποι, ό μέν «"3ε» έπιφωνηματικός καί ϊσοδυναμών πρός τό άρ-
(*) Το καθ' ήμα; «ελα» είναι τΐροσΓακτική τού καθ* ημάς «λάμνω», χα-
θως τΐ> άττικον «ελα» η-ο ^ροστακτι/,ή τοΰ άττικοΰ «ελαύνω» '.δ. Α. Α. 2α-
κελλαρίου Άνώμ. Ρήμ.. σελ. 121. Περΐ τοΰ φωνητ'.ζοΰ μ-ίρους τοΰ «λάμνω»
καί όμοίων τύπων πρβλ. οσα εγρα·1 α Εααΐ8ν«ΙθΠ1 ά(Ί' (ξϊ. νιιΐ^ϋΐ'ρΐ".
Εβϊρζί" 1879 σελ. 43. Εγίνετο δ'ε τ'ο «λάυινω» κατ' εμέ διά ΐοΰ [ΐεσαίθ'ί
τύπου «ελαύανω», οΐΐως καί το «εανοστοςβ ('Λλΰάβ. Άγά^ης 29,1. 65,2.)=
εϋνοστο; (Κορ. Ήλιόδ. αελ. 282) έγε'νετο δια τοΰ «εΰιχ,νοσΓθς» («εΰμνο-
στόύΐζικοί» Φλώρ. 632. 753. —πανεύμνοστΐ μου χΰρχκ _ Διγ. Άκρ. ίθξξΐ'.
2670) καΐ όπως δεικνύει ό επί μεμβράνης τοΰ ετους 1009 παρά ΤήΐκΙιβΓίΙ
εν αελ. 11 φερόμιενος τύπος «έρευμνίσαντες»=ερεϋντίσαντες. Τό «λάμνω» εξη-
γείται έν το?; γλωσσαρίοις η δια τοΰ κω^λατώ ?, διά τοΰ άροτριώ. ετι δέ έν
ταίς έλληνοβαρβάροις γλώσσαι; (Τ. ΜβΙΙΓϋϋ: (>1θ^»θπαηΐ Οΐ·&θ0θΐ3αΓ-
1)3ηΐΐη 1614) δια τοΰ έλαύνω όίμιαξαν καί αλλαχού απλώς διά τοΰ έλαύνω.
Ό τύπος «ά[λναίνω»=λαμναίνω μ-ετά τοϋ [ΐε'λλ. «άνάσω» ζ «αοω»=έλάσω,
είναι χαππαδοκικος κατά τον Π. Καρολίδην, όν αντιγράφει καί ενταύθα ό εχδώ-
σας αυτόν Ραιιΐ (1β Εα^αηΐο: τβιι»πβο1ιΐ8θ1ιβ8 ααβ Κΐβίη Αδϊβη.
1886 σελ. 42 καί 43.
164 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
χαΐον «ιδού», ό δέ «!ο"έ» γνησίως προστακτικός (*). Συμμαρτυρεϊ ό
ϋΓ638β1 σημείωσις έν τη έχδοσει των Άποστο'λ'./ών πατέρων, ότι
οί χατά τίνον διφοροΰντες τύποι ίΐτιοΐιαειΐιτ. έν τοίς χειρογράφοις,
μόλον ότι παρεννόησεν, δτι έκεΐνο, τό οποίον εφάνη είς αυτόν ώς βαο-
ίυαΐΐο, κανονίζεται κατά την διαφοράν τής σημασίας. Συνηγορεΐ δέ
άριΒήλως ΰττέρ τής γνώμης μου ό Ήσύχιος φέρων την γλώσσαν
"?ε· ιδού», την οποίαν βεβαίως δέν θά έσημείωνεν, εάν καί ό το'-
νος καί ή σημασία τοϋ «ιδε» δέν εφαίνοντο είς αυτόν άξιοσημείωτα (**).
"Αλλοι συνήγοροί μου είναι τα παλαιότερα κείμενα τής δημώδους
ημών γραμματείας, όπου φέρΐνται εισέτι αμφότεροι οί τύποι διαστελ-
λόμενοι κατά την σημασίαν. Ιδού άπΐΐείςεις τινές υπέρ τοΰ έπιφω-
νηματικϊϋ «'ιίε» ή καθώς ελέγετο ύστερον «έδε» έκ τοΰ πρώτου τό-
μου τής ΒίΜίοΐΙο.βα'ΐιβ τοϋ Εβ^Γίΐηά :
Γλυκα 269 σελ. 27" "Εδε κριτα! ν.αί δίκαια, καί νόμοι καί χανβνες.
—ΓΤρέδρ. Γ, 617 σελ. 74· "Εδε καρβούνια, δεσιτοτα, κα'ι θλίψεις τάς
βαστάζω.—Ίμβρ. Μαργ. 245 σελ. 292: Έδε μαχαίριν δίστομον ποϋ
βάνεις'ς την καρδιά μοί).—Βίος Νικολ. 39 σελ. 322: Έδε ψϋ/.ή?
εΰγένεια, έδε επιμελεία.—Προσθέτω δέ καί δύο παραδείγματα έκ των
Οίΐπηίηα τςϋ να§ηβΓ: Περί ξενιτείας 116 σελ. 206: "Ε2ε, με-
γάλη σι,μφορά τοϋ βασιλέως των δλων.—Περί ξενιτείας 117 σελ-
206: "Ε2ε, μεγάλη ΰπομονή συν τή μακροθυμία. — Έσημείω-
σα δέ καί ά'λλα π;λλά. Ένω έν τούτοις ή λήγουσα είναι ά'το-
νο:, ευρίσκεται άφ' ετέρου πάλιν τό όξυτονούμενον «ί3έ» ή «ίδές»
οσάκις πρόκειταΐ περί ζραγματικής προστακτικής, ώς έν τω περί ξε¬
νιτείας στιχουργήματι 148 σελ. 207 : Δέτε το, καί έν Βίω Νικ.
219 σελ. 327 «άλλαι, ΐδές την τύχην τού καί την καλήν τ:υ μοϊ-
ρα». Σώζεται οέ τουτο τό «έδε» έτι καί νυν έν τισι συνθέτοις. ύχ τα
«έδίποθ, έδΐκεΐ έδεπά (έ'^ε+επάνω)» (***), ένω ή -/.υρίως πρ:στα-
κτική διετηρήθη υπό τάς μορΐάς «ίδέ ΐδες δέ 3ές».
(*) Διορβωτίον τό Οινε·1ς-Εη^11«ίι Ι^οχϊί'θη τοΰ Ι^ίάοΐθΐΐ χ«ΐ 8οοΙΙ,
Οχίθΐ'ιί, ΜϋΟΟΟΓ^ΧΙΧ. οτ:ο« οιδάσχϊτα1- έ·' σελ. 428 ακριβώς τουναντίον,
(**) Πρδλ. -/.ι·- την αηΐλξίωσιν τοϋ (ϊ. υΐιΐία (Γ)ϊθηγ8ϋ ΤΙιγϊΚ'Ϊλ Αγκ
ΟΐαΐηιηαΙϊ(.·α. ΕϊρίΪΛΡ 1884 σελ. 85): ρθΒΐ ρεβΐιώσίοι; ^ρίτίΐ'ΐιι Εί
ϊΐΐίιτιιιιΐ: τ» 5: ϊίΐχτιζά, οίον 'ίοε («ϊι·) Κου.
/*** [{ίναι οχ/£3θν, ότι ταυτα δεν συνετίθησαν μϊτα τοΰ οςυτονουυ,ϊνου «ΐ§ε»,
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ! 165
Ώς πρό τό «λαβρ» άπορεΐ ό Χατζιδάκης, έν σελ. 142 πώς συμ-
φοινεΐ πρός την θεωρίαν μου, άφοΰ ουδέποτε ελέχθη τί νά λαβώ,
άλλά μόνον τό νά λάβω' Ίδοΰ πώς νομίζω ότι λύεται ή δυσχίρεια
εΰχερέστατα! Ό όςυτονουμενος τύπος ήτο ήδη περί τας αρχάς τοϋ
μέσου αιώνος άχρηστος, ε!χε δέ άντικατασταθή διά τοϋ παροξυτίνου
«λάβε», 2ατις έμεινεν έν χρήσει ίως σήμερον. Διά τΐΰτο θέτ:υ-
σιν ο! γραμματικοΐ τό «λάβε» ώς κοινόν τύπον, έξ ών π. χ. Ι τού;
κήπους 'Αδώνιδος συγγράψας λέγει άναφερίμενος είς τούς Συρα-
κουΐίους, «ούτοι γάρ τα προστακτικά τού δευτέρου άορίσΐου μετα-
ποιοϋντες είς όν τόν τόνον φυλάττουσι των κ οΐνων προστακτι-
κών, οίον τό λ ά β ε λάβον». Όμοια μαρτυρούσι καί αλλοι γραμ-
ματικοί, περί ών πρβλ. 8τιιγζ Ί)β άίαΐβοίο Μαεβάοηϊοα βί Λΐβ-
χ&ηάπηίΐ σελ. 63. Μόνον ούτος ί τύπος φέρεται έν τή δημώδει
γραμματεία ώς παρά Αλεξ. Κομν. 479 (ν^α^ηβΐ')» κάλλιον λά¬
βε θάνατον μετά τιμής, παιδίν μου»· και σώζεται έ'τι καί νυν ώς
εν τη γνωστη έκφράσε! «τό 3ώτε -/.λ λάβε», περί ής τ.ρΆ. Μαυ-
ροφρ. Δοκιμ. σελ, 454.
Έκ των μ.έχρι τούδε σημειωθέντων έξάγεται, νομίζω τό πόρισμα,
ότι αί ΰποτχκιικαί «έλθώ ίδώ λαβώ» ευρίσκονται ώς πρός τόν τό¬
νον έν πλήρει συμφωνία μετά τής προστακτικης, ώιτε ουδέν έμπο-
δίζει νά άληθεΰση ή ΰπ' έμοΰ προτεινομένη έςήγησις τού επί τή5
ληγοΰσης τονισμοΰ των πολυθρυλήτων τεσσάρων υποτακτικών ίι'
επιδράσεως τής πρ5στ»κτι/.ν;ς. Άλλά πώς εγένετο αυτή ή επίδρασις;
Συμφωνώ μ.ετά τοΰ φίλου Χατζιδάκη, ότι πρώτον μετετονίσθη τό
διότι άλλως θα έτονίζοντο Ιπ'. της παραληγούσης: εΟΞ/ϊου χτλ.—ΣύνθΞΤα αΞτχ
τούτου τοϋ εδε είναι και τα «Ιδάρτι» Καλλίμ.. 1191=«έοάρτε» εν -ύ;^?", (ε3ε
+ αρτι). — «ίοετις, έοητις, έδί'τζι» (έο6+?-·.ς), ~ιρ Τ,ν τ.ζΖΧ. Μαυοοφο. Λυχ.
681.—ειτειτα δέ «εδάρε» π»ρϊΠροδρόμω=«ά3-ρά» :ν Σ,ινασφ— «Ηθαρ'.» κ»ρ«
Ττάχωσι—«έδανχ» εν Λιγ. 'Αχρ. τοΰ Λάμπρου 1ί81 καί εν τιαι νησοις τοΰ
Αΐγαίου -ελάγους. Κ αι τό ήμϊτΐρον «Ι8«5· ε^περιεχει -'.Οανώτατα το^ζο το
ε'δε, άφοΰ φαίνεται, καθώς ^κασαν ηδη αλλοι, ότι σύγχειται εκ των εοε και
ωδε. Τί» «ωδε» ήτο εν τη χοινη γενικόν, παρετηρΐ'* οί, ότι τό αττιχον «εν-
ταϋθα» ουδέ άπαξ άπαντϊ έν τη Κα'νη Διαθήκη· εν Κύπρω δ' εύχρί·5ΐε'. τουτο
τό «ωδε» και σή|λερον (Σακελλ. Κυπ,ο. τομ. ν'σελ. 424). Έν τω Αεξ'.χω τοϋ
ΚϊΐκΙ εΰρίσχω τοΰς τυ~ους «έδώδε» και «έοωδινός». Ε'ίβε νά εΰρυ/.ον αλλοι
ετι ιτειστικώτερα.
160 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
δεύτερον πρόσωπον πληθυντικοϋ τής προστακτικής κατά τό τοΰ ένι-
κοΰ καί ύστερον έκ. των δύο τούτων προσώπων μετεδόθη ούτος ό
τονισμός καί εί; την ΰποτακτικήν.
Έν Δελτίω 238 άναγινώσκομεν, ότι οί τύ-οι [ε]ΰρί] [εί]ίτη [ί]δη
[ε]ρθη άφα'.ρεθέντες την πρώτην συλλαβήν οφείλουσι κατ' ανάγκην
νά τονίζωνται έ-ί τή; μόνης ύπολειπομένης δευτέρας, καί τουτο
μέν είναι άναμφιβόλως ορθόν, έπειδή έκ.εΐνοι κα! πρίν άοαιρεθή ή
ιτρώτη συλλαδή ο'ύτω έτονίζοντο· φαίνεται δέ, ότι ό Χατζιδάκης
ήθελε νά είπη, ότι οί προπαροξύτονοι τΰποι εύρη είπη ίδη έ'ρθη
άφαιρεθέντες τό άρκτικ'ον φωνήεν οφείλουσι νά τονίζωνται επι τής
μένης ΰκολϊΐ-ομένης δευτέρας, κχί τουτο θά ήτο εσφαλμένη ϊΒέα.
Εδημοσιεύθη δέ έν τω μεταξ'υ άλλη διατριβή μου χερί τούτου τοϋ
Οέματΐς (*), ω-τε περΐϊρίζομαι ενταύθα κρίνων πρώτον μέν, ότι
τετονισμένον φωνήεν οϋοα;χοΰ άποκόπτεται, δεύτερον δέ, ότι πα¬
σά άτκκοπή φωνήεντος προϋποθέτει την απώλειαν τού τόνου.—
Έν σελ. 445 καί 146 έπιχειρεΐ ό Χατζιδάκης ά'λλην εξήγησιν
τοΰ επί τής ληγοΰϊης τονισμοΰ των τεσσάρων ΰ-ΐτακτικών ημών,
άλλ' έαν εννοώ ταύτην ορθώς, δέν εΐνχι ορθή. Λέγεται έν σελ.
146, ότι κατ' αρχάς υπήρχον οί τΰποι θελω (ε!)πεΐ(ν), δέλω λα¬
βείν) κα: Εμΐιοι, ωστε -ρό/.ειται εάν δέν σφάλλωμαι παραπολύ,
εισέτι περ! των άρχαίων άπαρεμφάτων, των οποίων μόνον τα άκρα
έκολοβώθησαν, ό ϊέ τόνος έμεινεν άμϊταδλητος. Έπειτα λέγετα·.,
ότι μικρω βραδύτερον παραλλήλως καί έιτί τής αυτής περίπου σημα-
σίας, ήτο έν χρήσει ό τΰπος Οέλω νά είπω, θέλω νά λάβω, καί ότι
έκ των δύο τούτων τύπων εγεννήθη τρίτος έχων τό θέλω τϊΰ πρώ-
του καί τό λάβη (άντ! λαβείν) τοϋ δευτέρου «θέλω λάβη» ωστε
τουτο τό «θέλω λάβη», εάν έννοώ ορθώς, εγεννήθη διά μέσου τού
τρίτου προσώπου ένικοΰ. Άλλ' έδώ είναι ό κόμ-ος! Εάν ήτο έρ-
θή αυτή ή έξήγησις, ό τύπος «θέλω λάβει» εΰθΰς έξ άρχής δέν θά
είχε ν, ένω τα -αλαιίτερα κείμενα τής δημώουυς διδάσκουσιν ακρι¬
βώς, 2τι ό πρώτος τύπος ήτο ό «λαβείν» καί έκ τούτου εγένετο
μετέπειτα άπολϊσθέντος τοΰ ν ό «λάβει» —δλ. Πρίδρ. Α' 106
(*) Βθζζθπ1)βι·^θΓ, ΒοϊΙΐ'ϋ^'θ ζ. ΚιιιιάΌ ιΐ. ϊηιΐ». 8ρι·βο1ιβη
XII
σελ. Ά. χλ.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
167
«εί δέ κομπώσειν ηθελες ν,αί λαβείν -/.αί ζλανήσειν». 'Ώττε αύτη
ή θεωρία οέν έ'χει βάσιν είς την ιστορίαν τή; γλώσσης καί τα έ;
αυτής πορισθέντα άλλα συμπεράσματα δέν πείθουσιν.
Ώς πρός τούς τΰπους «γραφθήτε» κ»! «ΐςήτε» τ;ύς όποίου; μΐ-
ταχειριζόμεθα ώς προστακτικάς άναγνωρίζω, ότι είναι ίςι-.χ'1ό[λζ'ΐο·.
ώς πρός τό -./-αον καθαραί ΰποτακτικαί. "Ας εξετάσωμεν λΐι-'ον
•/.αί τό συντα·/.τικόν πρόίλημα, διά τί οέν μεταχειριζόμεθα έπί-ης
τό δεύτερον πρ. τοΰ ένικοϋ προστακτικώς; διά τί λέγομεν προστάσ-
σοντες τό μέν «σηκωθήτε», τό δέ «Τίϊκωθής» ούτω; απλώς π:τέ,
άλλα πάντοτε μετά τού νά ;
["Οσον άφορα την χρήσιν τής ά-λής άοριστ·.·/./;; Ο-οτακτικής άντί
τοΰ μέλλοντος, πίρί ής διέλαδεν ό Χατζιδάκης κα'ι πρίν έν τω Αελ-
τίω, είμαι τής γνώμης, ότι αυτή ή χρήσις ήτο πάντΐτε μαλλΐν
σποραοική. Τ:ΰλάχιστον τα έν τή γραμμκεία :'ηζ 5(;;Λώό';υς ά-αν-
τώντα -αραϊείγματα δέν μας δικαιούσι νά ΰ~:θέσω;α,ϊν, ό'τι τοιαύτη
χρήσις ήτο ποτέ γενική. Ό Χατζιοάκης έςηγεϊ Λελτ. 242 *αΐ τό
«ά;ώ» έν τή πολυθρυλήτω έπιγραΐή τοϋ 'ΐβασ'.λίσκου» Σιλκώ
ϋ. 3.
III
480 ώς ΰποτακτικήν μϊτά μελλίντικης σημχσίας. 'Αλλά
ή συμπλοκή των φράσεων δεικνύει, ότι πρόκειται περί ένεΐτώτος
«ί'. γάρ φιλονεικοΰσι μετ" έμοΰ οϋκ άφώ αΰτ:ύ; καθεσθί;ναι». Δέν
ϋ-άρχει ά;ο.;ι5:λία, ΐτι ϋπηρχΐ μεταγενέστερος ένϊΐτώς «άΐώ»=
ά^ίη;Α!5 ώς έννοεϊται προ πάντων έκ τού «ά^εϊς», τό οποίον έςέ2ω-
• -/.εν ό ΤίδθΙιοηάθΓί, έν χωρίω τη; άπΐκαλΰψεως, (2, 20) ϊζίυ
οΰϊεί; ΐ^αται νά σχεΐθί; τ.ιρ'·. μέλλοντος, συμμαρτυρε! ί: καί τό
«έγώ ο^κ άΐώ αυτήν μΐνάΐαι, άλλα ζε^,'νύω άνορ'ι» αναφερόμενον
έν τή «ώφελίμιο ίστ:ρία» παρά λΙυ11ίΐι·1ι σελ. 38. Ο'ύτε τό «άνα-
τιθώ» είναι μελλοντική ΰ-;τα7.7'.·/.ή, προλ. τόν ένεστώτα «:ιθώ»
παρά τω Ποιμένι Έρμα Όρ. β' σελ. 575 (ϋΐ'βδδβΐ)].
ΙΙρίν λήςω θά είναι καλόν πρός αποφυγήν παρεννΐήσεων νά
καταγράψω συντόμως τα κυριώτερα συμπεράσματα έκ των δύο δια-
τρι6ών μου:
1. ΟΊ έν τή μεσαιωνικαί φερίμενοι τύπίΐ είς -ειν (γράϊϊΐν, γρά-
ψειν, στείλειν, εϊ-εϊν, μαθεϊν κτλ.) είναι άΓαρέ;;.ΐατ;ι καί τ': λη-
κτικόν αυτών -ν είναι άρχι/.ίν έ/, τούτων εγένοντο αί νεώτεραι
είς -εί.
168 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
2. ' Ο τύπος «γ ρ α φ θ ή ν» εγένετο έκ τοΰ «γραφθήνπι» κατ' ανα¬
λογίαν προ; τάς άλλας ε!; -ίη άπαρεμιρα'τίυς.
3. ΑΊ άπαρέμϊατοι τή; δημώδους είς -ει(ν), οσαι 2έν είναι τ:ϋ
ένεστώτΐς, είναι άβρισ-'.7.αί και οϋν'ι μελλοντικαί.
4. ΑΊ άοριστικαι άπαρίμ,ΐατοι τής δν,μώο'ϊυς είς ει(ν) άτονον
έπλάσθησαν κατα τάς ένεΐτωτικάς είς -ε'.(ν) διά μέσου τής ΰπ2τα-
κτικής τού άορίστου κατα την ίσότητ* «Οέλω νά γράφω : θέλω γρά-
φειν—;θέλω νά γράψω: θέλω γράψειν».
5. Αί έν τη δημώοει φερόμεναι ΰποτ*κτικαί «έλθώ, εάρώ, ίδώ,
είπω» έτονίσθησαν ούτω κατα τάς προστακτικάς «έλθ=, εύρε, ίδε,
ειπέ».
6. ΑΊ έν τη δημώδί'. φίρόμίναι άζχδέμφαΐοι «έλθεΐν, εΰρε'ΐν,
ίδίΐν, ειπείν», είναι άρχχΐοι τΰποι ϊιασωζόμενοι βςηβεία των έ-ι τής
ληγούσης τονιζομένων ΰ-οτακτικών «έλθώ, εΰρώ, ϊδώ, είπω».
7. Έν τη ϊημώϊει ύπάρχει ώς πρός τόν τόνον πλήρης συμφωνία
μεταξί) τής ΰποτακτικής ·Αα'ι τής ά-^ρεμΐάτου κατά πάντας τους χρ;-
νους τής ένεργητικής φωνής ώς «ϊύρω καί εΰρειν» «εΰρώ ν.χ'- εΰρϊΐν».
8. Άντ'ι τοΰ άττικοϋ κνισμοΰ «λαβέ» επήλθεν ύστερον ό «λά-
βε».—ΟΊ τύποι «ίϊέ» καί «ΐϊε» διαφέρουσι "/.ατά την σημασίαν.
9. Ή άπΐρέμφβτος «εΐΐθαι» ήτο άληθώς δημώδης· σώζεται δέ
εν τισι διαλέκτΐις.
10. α'. Ό τύπ;; «Οέλω γράψειν» έμπεριέχει άπαρέμφατον άο¬
ρίστου (πρβλ. 3 /.αί 4).
β' Ό τύπος «θέλω γράψειν» καί ό νεώτερος «θέλω γράψει» εί¬
ναι είς καί ό αΰτός σχηματισμός (πρβλ. 1).
γ' Ό νυν μόνον γρ*φόμ»νος «Οέλω γρα'ψε'.» έλαλεϊτο πρίν (π. χ.
κατα τόν ΙΣΤ' α'ώνα) γενικώς.
Επί ττ] βάΐει των προσημειωθέντων κρίνω περί των διαφόρων
περιΐραστικών τύπω ν τού δημώδους μ,έλλΐντος ούτω πως:
ΑΊ περιφράΐεις πρίϋκυψαν έκ 2ύ; τύπων εχόντων κατ' αρχάς έ'τι
καθαρώς θεληματικήν σημασίαν
α' έκ τού θέλω γ ρ ά ψ ε ι εγένοντο διά μέσου τ:3 τρίτου προ-
σώπου «θέλει γράψει» τα
θέλω γράψω—θέλ γράψω—θε γράψω.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ
109
β' έκ τοΰ θέλω ν ά γράψω εγένοντο διά μέσου τοΰ τρίτου πρ;-
σώπου «θέλει νά γράψγ;» τα
θέλει νά γράψω—θελ νά γράψω (θελά γράψω, θαλά γράψω)—
δέ νά γράψω (θανά γράψω)—Οά γράψω.
Τό δέ «θέλω γράψω» εγένετο διά μέσον) τού τρίτου προσώπΐυ
τοΰ πρώτου τύπου κχτά την ϊσότητα:
θέλει νά γράψει: θέλει γράψε'.—θέλω νά γροίψω :θέλω γράψω.
Φθάσας εις τϊ τέλος τής διατρ'.βής μου νομίζω καθήκον μου νά
είπω "έν «-ζμαρτον» καί εν «σΰγγνωθι», διότι άπεκάλεσα την υπό
τοΰ φίλΐυ Χατζιδάκη υποστηριζόμενη·; θεωρίαν σχισματΐΛήν. Καΐ
έγώ συμμερίζομαι τό σέβας τοΰ Χατζιδάκη πρός τοϋς σεβασμίους
τής ίερας συνέδου πατέρας, παρατηρώ δέ, ότι πασά σχισματική θίω-
ρία, όίμ,α κατορθώση νά πείση την ιεράν σύνοδον, δέν ονομάζεται
πλέον σχισματική, άλλά όρθίδοςος. Πραγματικώς ουδέν ποθώ θερ-
μότερον ή νά επέλθη μεταξΰ ή|Λων συνεννόησις είλικρινής καί ώφέ-
λιμος οιά την επιστήμην την ώφεληθεΐσαν ήοη σπουδαιότατα ΰ~ό
τοΰ φίλου Χατζιδάκη έπιστημονος άναγνωριζομένου, εάν δέν σφοίλ-
λωμαι, κερισσότερον έν τή αλλη Εΰρώ~η ή έν Ελλάδι, μεθ' ου συ-
ζητώ ενταύθα επί τή δοθείσγ) υπ' αΰτοΰ συνθήκη, ότι μεταςί) ημών
ουδέποτε θά έμφιλοχωρήση μικροπρεπής φιλαυτία, άλλά μόνον έ'ρως
περί την έρευναν τής ίερας αληθείας. Τέλος δέ μή έπιθυμών νά
σ/κανδαλίσω τόν πλησίον μου, εάν τυχόν έγερμάνισά που κατά τϊν
τ,οέ-ον τοΰ γράφειν ή έβαρβάρισα κατά τόν τρόπον τοΰ σκέπτεσθαι,
παρακαλώ τόν άναγνώστην, νά δ'.ορθώση μέν οσα κρίνϊ] έσφαλμένα,
νά κρίνη δέ ουχί ολιγώτερον έπιεικώς ή ορθώς, ενθυμούμενος ότι
ό γράψας ταυτα, όσον καί αν άγα-ά* τα έλληνικά γράμματα, πάλιν
Έλλην δέν είναι, οΰτε άρχαΐος οίίτε νέος.
Έν Κωνσταντινουπόλε' χχτα δΐχήιβριον τοΰ 1880.
ι, ΙΌν.
12
170 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΙΔ'.
ΔΝΑΜΝΞΣΕΙΣ ΔΡΧΑΙΟΥ ΔΞΜΟΔΙΛΔΣΕΑΑΟΥ.
Φίλε Α. Παλαιολόγε,
Έπιστέλλω σοι πρός δημοσίευσιν συντόμους άναμνήσεις έκ τοΰ·
μακροΰ δΊδασκαλικοΰ βίου ενός των άρίστων δημοδιδασκάλου των
άρχχΐΐτέρων καί καλλιτέρων χρόνων, όστις πρώτος εΐσήγαγεν είς
την Κωνσταντινού-ολιν την άλληλοδιδακτικήν μέθοδον, έχρημάτισε
δέ καί —ώτος έμός διδάσκαλος. Τανϊν ζή μακράν τού κόσμου πα-
ρηγχωνισμένος χαί διά παντελοΰς λήθης άμειΐθείς υπό αχαρίστου
χοινωνίας. Είναι ίχανώς διδακτικαί αί άναμνήσεις αυται, μαρτυροΰ-
σαι καί την άγνότητα καί τόν ζήλον των παλαιών έκείνων ίιδασχά-
λων, ούς νυν τοσούτον εΰχερώς καταφρονοΰσι νεώτεροί τίνες έκ πε—
ριζώματος άσκοϋντε; τόν διϊάΐκαλον -/.α! τόν καθηγητήν.
Λέξαι τάς φιλικάς μου προσρήΐεις.
Ίίν Κωνιταντινουπόλεΐ, τ^ 18 νοε|Αδρ!ου 188(5.
Α. Ω.
Πολλοϊ χολλά/,ις μοί είπον, άπειροι εισίν οί συγγράϊθντε;, σ!>
δέ τί κάμνεις; απήντησα τό τοϋ θεοχ,οίτου «ώς μέν Βύναμαι ο!>
βούλβμαι, ώς δέ βΐύλομαι ού δύναμαι»· αί ολίγι~α·. γνώσεις άς
έ'/ω, δέν μοί δίδουσι τό δικαίωμα τής ΐυγγραφής. "Επειτα τί νά
συγγράψη τις; ίΐράς 'ατορίας; ή -/.ατηχήσεις; άλλ* αύται πλειότε-
ραι των ΰπαρχόντ«ίν σχολείων γραμματικάς; ελληνικάς ίστορίας;
γεωγραφίας; γ) άριθμητικάς; άλλά καί αυται πλειο'τεραι των μα-
Οητών υπάρχουσι π:λλοί, οΐτινες τολμώσι τούτο, άλλ' ούτοι έχοντες
τα έπίγεια μέσα δύνανται νά έξοδεύωσι καί τα συγγραφόμενά των,
ένω ημείς ουχί. Άλλά οικουρών ένεκα άδιαθεσίας καί άναπολών
τό παρελθόν, θέλων δέ ί% α/»λ:υ νά δ'.ασκεϊάΐω την ΐτενοχωρία·/
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
171
μου, ήρχισα νά ρίπτω έ-·, τοΰ χάρτου τάς άναμνήσεις μου μετά τί¬
νων παρατηρήσεων.
Είσαχθείς εις τό έν Αθήναις Βασιλικόν Διδασκαλείον επί τής
έποχής τοΰ αειμνήστου Κοκκώνη, άκούσας τα έν τω Διδασκαλείω
μαθήματα καϊ έςετασθείς κατά τόν τής Σχολής νόμον εξήλθον,
λαβών τότε πτυχίον, ώς καί τόν διορισμόν διά την νήσον Νάξον.
Έκαστος βεβαίως έννοέΐ, πόσην χαράν ήσθάνθην έν τη ήλιχία έκεί-
νη των 16 έτών, λαβών τό πτυχίον συνάμα δέ καί τον άέρα τοΰ
ύψηλοΰ έ'ργου άγνοών όλοσχερώς το μέγα τοΰ κόσμου βιβλίον. Επι¬
βάς τοϋ πλοίου, ίνα μεταβώ έξ Αθηνών είς τόν πρός όν 8ρον μου,
σύννους έν τω ζλοίω έτκεπτόμην τα τοϋ έπαγγέλματος. Έφθάσα-
μεν, εξήλθον τού πλοίου είς την πόλιν, ήτις εΐχε τάς οικίας πεπυ-
κνωμένας την μίαν επί τής άλλης, καί τάς όδους στενάς, πλη¬
ρέστατα συμφωνούτας μέ την μελαγχολίαν μου. Την ακόλουθον με¬
τέβην εις την σχολήν ήν εμελλον νά διευθύνω, καί την επαύριον
ήρξάμην των εργασιών μου, έπικαλεσθείς την θείαν αρωγήν. Ή
πληθυς των μαθητών μέ κατεζάλισεν ώς ήτο επόμενον, άλλά κατά
μικρόν τακτοποι^σας τους μαθητάς, διευκόλυνα την εργασίαν μου.
"Ετερον δέ τι μ' εΰηρέστησεν ώς εικός τα μέγιστα, ή φυσική της
νήσου θέσις. Αναχωρών τις έκ τής πρωτευούσης πρός τα ένδότερα,
βλέπει ένθεν μέν τους τερπνοϋς κήπους των Έγγαρών, ένθεν δέ την
τάξιν την οποίαν έ'χουσιν είς την· καλλιέργειαν των έν αυτοίς οπω-
ροφόρων δένδρων -Λα: ανθέων. Αδύνατον δέ νά εισέλθη τις έντός
καί νά μή φυλάττη άναμνήσεις ευρισκόμενος έκτός. Άνω των κή-
πων επί λοφίσκου κείται ή τοΰ Άγίου Ιωάννου τοΰ Χρυσοστόμου·
μίνή, μονή αρχαιοτάτη, έν η διαιτώνται καλογραΤαι, αΐτινες οιά
των έργοχείρων των καί ά'λλων εϊσοδημάτων περιθάλπΐυσιν, ώς μοί
είπον φίλοι τινές, τους αναξιοπαθούντας. Έπίσης παρατηρεΐ τις τα
λειδάΒια, καλλιεργημένα καλώς, κα! χωρία μεταξύ. Προχωρών τις
περαιτέρω παρατηρίΐ ένθεν μέν τοΰς κήπους των Μελάνων, ενθβ·>
δέ τοΰς της Ποταμιας κάλλιστα περιποιημένους καί μοσχοβολοΰντας·
έν τω μέσω δέ αυτών επί κρημνώδους λοφίσκου, έρείπια μικροϋ
όχυρώματος κπσθέντος φαίνεται επί των Ένετών. Περαιτέρω βλέ-
πει τις έλαιώνα είς τόν της Τραγαίας δήμον (κίΐνώς Δρυγαλχας),
έκτεταμένην θάλασσαν όμοιάζοντα, καί τάς οικίας έν τω μέσω τοϋ
172 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
έλαιώνος κάλυπτομένας υπό των μεγάλον; έκείνων ίλαιο ο ένδρων άνω
δέ αυτών τα ούο τής νήσου βουνα, τό τού Διός (κοινώς Ζία)χαιτό
τοϋ Πανα'ρεως (κοινώς φανάρι, ώς σχηματίζον φαίνετα ι έττΐ κορυφης
φανέν). Επ' αυτών δέ βλέ-ει τις πλήθο; αιγών βοσχομένων καϊ
τεύ; ποιμένας φέροντας εισέτι έ'νδυμα ένετιχόν, δηλ. επί κεφαλής
χάλυμμα έκ μαϋρου έρίου τό χρανίον μόνον καλθπτον, καί περισκε-
λίδα έκ λευκοΰ έρίίυ, ν.α'ΐ διάοορα χωρία είς τού; πρόποδ,ας καί
άνω αυτών. Πρός τό πρανές δέ των δύο αυτών βουνών κείται ό λι-
μήν Απόλλων, ονομχσθείς ούτω άπό τό ά'γαλμα τού "Απόλλωνος,
τό οποίον σώζεται, άλλά δυστυχώς άνευ κεφαλής. Είτα δέ καί δάσος,
άφ' ού ςυλεΰονται θηραΐοι καί Άμόργιοι, καί μέρη τινά αρκούν¬
τως χαλλιεργημένα. Τοιαύτη ή φυσιχή τής νήσου θέϊΐς.
Όλίγιστα μέν εϊσάγονται εί; αυτήν, πλείστα δέ έξάγονται σ/ϊ-
τΐ'/.ώς, οΤον έ'λαιον καλλίστης ποιότητος, τϋρός( μυζίθρα, ξυνότυρα,
τα ιζά'ΠΛ αρίστα, έ'τι οέ χ.αί κύτρα, πορτοχάλια, λειμόνια κα'ι πολ¬
λαί άλλαι οπώραι* πρός δέ χαί ή τ^'.ς, άςιόλογον δ ιά τόν τόπον
είσίδημα. Άλλ' αν χαί ή νήσος είναι εΰφορωτάτη καί πλείστας οίας
υλικάς ωφελείας έ'χει, οί κάτο'.ν,οι ϊέν φαίνονται δυΐτυχώς εΰποροΰντες,
πρός 3έ άν καί είς τόν τόπον υπάρχουσι σχολεϊα 2έν φαίνονται
δυστυχώς αρκούντως Βιανοητικώς άνεπτυγμένοι· ύστεροΰσι κατά του¬
το των λοι-ών νήσων. "Εχει δέ ή Νάςος έκτός τή; πρωτευούσης
τριάκοντα ώς έγγιστα χωρία κΐ!'ύϊατα άφθονα.
Μΐτατεθείς μετά τίνα έ'τη είς την νήσον Πάρον, ήτις άπέχε·. μίλις
τρία μί)αα άπό τής Νάςου, είδον έπίτί;; νήσον εΰϊΐρον, άλλ' ουχί ώς
την Νάςον. Οί άπλόΐ λέγουσιν «ο,τ' εί·/ ή ΙΊάρο; κ' ή Άξιαι, δ εν
ειν' τα δώδεκα'ΐκησιάη' τουτο φυσικώς άληθέστατον. Μικρός ών ηκούον
δωϊεκάνησα καί ένόμιζβν ότι είναι μόνον δώοεκα, άλλ' έξετάσας
εύρον ότι οούξ τις έκ τής Ιταλίας έλθών, έκυρίευτβ την Νάςον
προσέλαβε δέ καί τινάς άλλας νήσου; υπό την όΊκαιοΒο σίαν τού καί
τάς ώνόμασε Δ ο υ κ α ν ή σ ο υ ; καί ουχί Βωϊε/.ανήσους · διότι είναι
πολϋ πλειότεραι. Δέν είναι ώς προεΐπον ή Πάρος ώ; ή Νάςος, ουτε
τόσον μεγάλη, είναι ομως έπίσης καλλιεργουμένη, οί δέ κάτοικοί της
αρκούντως άνε-τυγμένοι. Άπό δέ τή; αναχωρήσεως μου έ'τι περισσό¬
τερον άνεπτύχθησαν όΊανοητικώς, διότι κα'ι γυμνασιάρχαι κα'ι καθη¬
γηταί ·/.»! ϊιοασκαλοι καί ΐατροί καί άςιωμχτικοι άνεφάνησαν ές αι»-
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 173
τής. Διά τουτο δέ είναι ά'ξιοι έπαίνων οί κάτοικοι τής νήσου Πάρου-
δέν ΰστεροΰσι 3έ σχετικώς κα! ά κάτοικοι των λΐ'.-ών νήσων. Αδύ¬
νατον δέ είναι παρατηρών τις καί την ΰττοϊεβστέραν νήΌον, νά μή
Γδϊ) νέους τινάς αρκούντως άνεπτυγμένους καί Ίκανίΰς διά πασάν
εργασίαν, εί καί έξοδεύονται όλίγιστα. Τούτο καταφαίνεται λα'ι έκ
των ενταύθα έρχομένων καί αλλαχού. Οί δέ έν Ελλάδι διδάσκαλοι
ουδεμίαν οΌκιμάζουσι δυσκολίαν μετατιθε'μενοι ένεκα τ:ΰ όμοιομόρφου.
Είς την νήσον Πάρον υπάρχουσι λατομεΐα μαρμάρου περίφημα κατά
την μονήν τού Άγίου Μηνα· έ'τι δέ καί ή έκχλησα Έκατονταπυλια-
νή λεγο μένη. Λέγουοι δέ δτι ό άρχιτέκτων τής έκκλησίας έκείνης
ήν ό αΰτΐς ό τής Άγίας Σοφίας· λέγΐυσιν έ-ίσης ότι έργαζόμενΐς
δ άρχιτέκτων είς τό κωδωνοστάσιον μεθ' ενός εΰφυεστάτου είς την τέ¬
χνην έργάτου, φθονήσας Ισπρωξεν εκείνον ίνα χαταπέση, άλλ' ό νέος
έν τή άπ ελπισία τού φαίνεται εχράτησε τόν πρβϊστάμενόν τού έχ τού
φορέματος καί οΰτω κατέπεσεν αμφότεροι καί εφονεύθησαν. Έχα-
ράχθησαν δέ ούτοι είς την βάσιν τής θύρας. Ή νήσος, ώς προεΤπον,
είναι άρ κετά εΰφορος, τα δέ είσοϊήματα αυτής άρκοϋσιν 'ινα Ορέψωσι
τοΰς κατο ίκους οια τό οποίον καί δέν ξενιτεύονται ώς οί των άλλων
νήσων, έκτός έκείνων οΐτινες είναι προωρισμένοι διά θέσεις υψηλοτέ¬
ρας. "Εν μόνον ΰπήρ/ε τό δυσάρεστον είς την νησον εκείνην, οί πυ-
ρετοί, εστίν ότε δέ καί έπιδημίαι διάφοροΐ' άλλ' οί Πάριοι καί τΐϋτΐ
τό κακόν έςήλειψαν ακολούθως κλείσαντες την πλησίον τής πρωτευού¬
σης άλικήν, ήν καί καλύψαντες διά διαφόρων ΰλών •/.ατέστησαν τόν
ά'χαριν εκείνον τόπον, κήπ;υς άςιολίγους. 'Έχει ϊί ή Πάρος έκτός
της πρωτευούσης καί εξ έ'τι ά'λλα χωρία, την Ναουσαν, τάς Λεύκας,
τόν Κόσταν, την Τσιπίδαν, -ά Μίρμχρα καί τόν Ααγουλαν.
Έκ Παρου μετέβην είς Αθήνας" έκεΤ δέ μαθών ότι οί κάτβικο:
τίϋ Σταυροϊρομίου ζητοΰσι 3ιδάσν.αλον διά τού αειμνήστου διϊασχά-
λου Βάμβα, -/.αί έρωτηθϊίς άν δέχομαι την θέσιν, συνήνεσα λαί
συμφωνήσας άνεχώρησα κατευθυνίμενος είς Κωνσταντινούπολιν.
Έλθών ενταύθα μεγάλως έθαύμ,ασα τό φιλότιμον κα! φιλίμουσον
των άνδρών των "©ισταμένων εις τα έχπαιίευτιχά Σταυρ:ϊρομί:υ,
εί καί των πλείστων άγραμμάτων, διότι 1ν μόνον έθήρευίν, την
ηθικήν κα'ι την διανοητικήν άνάπτυςιν τής νε:λα;ας. παρ:ρώντες
πάν ά'λλο. Μέ ήρώτησχν δέ έν πρώτοις εάν είχον πτυχίον ή άπο-
174 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
δείςεις τής διδασκαλίας μου, διότι αί έρωτήσεις αίς συνήθως άπέτειναν
πρός τοϋς χροσληφθησομένους διδασκάλους ήσαν τοιαύται· καί είχον
δίκαιον, διότι τα πτυχία κατ' εμέ είναι μαρτύρια τής έπιμελείας
καί τής άξίας έκείνων οΐτινες τα λαμβάνουσιν. Είς την συνείδησιν
των δέ βασ'.ζόμενοι, ουδένα ηκούον, έ'ριδες, μικροφιλοτιμίαι καί τα
τούτων παραπλήσια, ήσαν 8λως αγνωστα είς τοΰς άθώους έκείνους
ά'νδρας, έλεγον δέ κατ' εμαυτόν, άν οί άν3ρες ούτοι έ'χουσι τόσον
ζήλον, άμοιροι ϊντες παιδείας, πόσον φιλότιμχ θέλουσιν εΐσθαι τα τού¬
των τέκνα, άν έκπαιδευθώσι καί άνατραφώίΐ κατά τάς αρχάς καί
τόν ζήλον των γονέων αυτών; Έν τή έποχή έκείνη έκτός τής Με-
γάλης τού Γένους Σχολής, πέντε ή εξ έλληνιχά σχολεϊα υπήρχον,
κα'ι δέν ήτο δυνατόν έν τΫ) έποχγ) έκείνη νά ΰπάρχωσι πλειότερα,
οίον τό των Ταταούλων, τού Νεοχωρίου, τοϋ Μεγάλου Ρεύματος, τοϋ
Διπλοκιονίου, τό τού Φαναρίου, τοΰ Μοχλίου καί των Ύψωμαθείων
τοϋ τελευταίου μαθηταί λόγου ά'ξ'.οι εισίν ό έν Ύψωμαθείοις διδάσκων
Ιωσήφ Εενιάδης καί ό έν τη Ίερατική Σχολή διδάσκων Βασίλειος
Φωτιάδης· τα δέ δημοτιχ,ά ήσαν μάλλον γραμματοδιδασκαλεϊα· πρώ-
τος δέ εΐσαγαγών την άλληλοδιδακτικήν μέθοδον ήμην έγώ κατά τό
1840. Είτα δέ ήλθον καί ά'λλοι συνάδελφ3ΐ, είχομεν δέ τδ"τε είς τάς
μεγαλειτέρας τάξεις καί τή συνδιδακτικόν, ακολούθως έπολλα-λα-
σιάσθησαν οί) μόνον τα δημοτικά άλλά καί τα έλληνικά. Είς τα έλ-
ληνικά τάτε υπήρχεν είς καί μόνος διδάσκαλος, σπανίως δέ καί
βοηθός, είς ό"έ τα δημοτικά εις καί μόνος, 3ν καί τίτε τα δημοτικά
σχολεϊα είχον διπλασίους μαθητάς, καθότι τότε δέν ΰιΐήρχον παρθε-
ναγωγεϊα, συνεδΐδάσκοντο δέ αμφότερα τα φύλα· κολακεύομαι δέ
νά είπω, ότι πλειοτέρα πρόοδος εγίνετο τίτε ή σήμερον, 2ν καί τα έςο-
δευόμενα ήσαν έλάχιστα ώς πρός τα σήμερον, καί πλειοτέρα τάξις καί
πειθαρχία ή σήμερον δύναται δέ δ βουλίμενος, άναπολών τα τότε, νά
πεισθή περί της αληθείας των λεγομένων μου. Άφοΰ δέ κατέβη έξ
οΰρανοΰ τό νέον σύστημα (διίτι έγώ νέον σύστημα δέν γνωρίζω), είναι
τό παλαιόν συντακτικόν σύστημα, τό οποίον δμως δέν έφηρμόζετο
ένεκα τής ελλείψεως τού προσωπικού· καθότι καί έν Ελλάδι καί
ενταύθα δ=ν δύνανται νά διατηρώσιν απασαι έξ "σου αί κοινότητες τό
απαιτούμενον διά τό σύστημα τουτο προσωπικόν δέν διατείνομαι ότι
είς διδάσκαλος δύναται νά εργασθή όσον οί τρείς ή οί τέσσαρες, άλλ*
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ 175
αρά γε έ'χομεν άφθονα τα μέσα καί μάλιστα έν ταϊς δειναΐς ταύταις
περιστάτεΐι; ζητούμεν νά έχωμεν πάντα κατά την ιδέαν μας, άλλ'
ημείς βλέπομεν όφθαλμοφανώς ότι είς τα πλείστα των σχολείων μας,
χαί αν είπω καί είς ολα δέν απατώμαι, γίνεται κατ' έ'τος ΰποβιβασμός
τού μισθοΰ δπερ άποθαρρύνει τοΰς διδάσκοντας* πρώτον ζητούμεν
πολλά /.αί ύστερον κινδυνεύομεν νά μή ήμεθα είς θέσιν νά διατηρή-
ΐωμεν καί τα ολίγα. Ευχής έ'ργον ήθελεν ε'σθαι αν άντ! να προσπα-
θώσι ν' αυςάνωσι τό προσωπικόν, οπ:υ μάλιστα αί κοινότητος είναι
άδύνατοι. νά προσπαθώσι νά βοηθώσι τϊίις απόρους μαθητάς 'ινα μή
άναγκάζωνται νά καταφεύγωσιν ούτοι είς ξένα σχολεια, τό οποίον οί)
μόνον ζημίαν άλλά καί μώμον προξενεΐ είς ημάς. "Αλλο χειρότερο-ν
κακόν είναι ή συνεχής των βιβλίων άλλαγή· πολ).οί ε! καί στερούμε-
νοι, έκόντες άέκοντες άγοράζωϊΐ βιβλία, άλλά μετ' ολίγον άνά-ριη
ν' αλλαγώσι* ποΰ νά εΰρωσιν οί δυΐτυχεΐς ούτοι τα χρήματα πρός αγο¬
ράν νέων:, "Αλλο τι έ'τι χειρότερον, πασά σχολή εχει ϊδια βιβλία,
ώστε μαθητής τις άπερχόμενος μιας σχολής, καί μεταβαίνων είς άλ¬
λην άναγκάζεται ν' ακολουθήση τα βιδλία έκείνης, έξ ου ου μικρά
προκύπτει βλα'βη. Εΰχής έργον ήθελεν ε'σθαι άν οί άρμόοιοι έμερί-
μνων περί τούτων ώ; οεϊ, ώΐτΐ οί» μόνον τα αΰτά βιβλία, άλλά καί τό
όμοιόμορφον τής διδασκαλία; νά καταστώσι γενικά είς απάσας τάς σχο-
λάς. Είναι άληθές ότι κατά καιροΰς δύνανται νά άναφαίνωνται μεθο¬
δικωτέρα διδακτικά βιβλία. Άλλά ή άλλαγή αυτών πρέπει νά μή γίνη-
ται συχνά πυκνά καί ουχί ά'νευ έγκρίσεως των αρμοδίων, γνωστοΰ μά¬
λιστα όντος ότι οί πλείστοι των μαθητών είναι ά'ποροι. "Ηχουσα πολ¬
λάκις έντός βιβλιοπωλείων γονείς δυσανασχετοΰντας διά την συχνη·;
άλλα-(ήν των β,.δλίων. 'Εδίδαξα είς πολλά μέρη καί έκ μακράς πεί-
ρας γινώΐκω μετά -όσης δυσχερείας οί ά'ποροι μάλιστα γονεϊς ν.α-
τορθ;ΰσι νά έξοικονομ.ώσι τα πρός έκ-αίδευσιν των τέκνων των μέσα.
Καί ταυτα μέν έγώ ώς ή πεϊρα μέ εδίδαξεν εϋχομαι δέ ετερ:·.
κρείττονες έμοϋ, αφορμήν εντέυθεν λαμβάνοντες, νά μελετήσωσ;
σπουδαιότερον τό τής έκπαιδίύσεως ημών ζήτημα καί ΰποδείςωσι τα
•κρός πραγματικήν βελτίωσιν μέσα.
Ρ.
176 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ.
Ευχαρίστως δημοσιεύοντες τάς άναμνήσεις ταύτας άρχαίου 8η-
μοοιδασκάλου, άς μαθητής αΰτοθ, ημίν 3 έ φίλος σεβαστός επί τού¬
τω απέστειλεν, οφείλομεν νά σημειώσωμεν ότι οσα ούτος παρατη-
ρεΐ, άρθα καί αμφισβητήσεως άνεπίδεκτα έν τω συνόλω, ένέχουσι
ΰπερββλήν τίνα εν μέρει.
Όρθά κα'ι άναντίρρητα οσα λέγει περ! έκπαιδευτικοΰ συστήματος,
διότι τό σημερινόν διδακτικόν σύστημα, τό υπό τίνων ώς νέον βα-
πτισθέν -/.αί υπό των πολλών ώς τοιοΰτο χιστευθέν, ουδέν άλλο εί¬
ναι ή τό παλαιόν συντακτικόν σΰσίημα. Άναντίρρητα οσα -αρατη-
ρεΐ περί διδακτικών βιβλίω·; καί των εντεύθεν πηγαζόντων χαχών.
Άλλ' είναι ά'Ιιχος ή γενική χατά τής τ:ροόδου των σημερινών δημο-
τικών σχολείων κχταδίκη. Υπάρχουσι βεβαίως πολλά τα νοσηρά
καί έλαττωματιχά έν τή δημοτικαί έχπαιδϊύσει χϊΊ οϋκ ολίγα σχο-
λεΐα έν άςιοΒακρίτω Ειατελοϋσι χαταστάσει, ε"τε ένεκα έλείψεως
μεσων, είτε Ινεχα άσυμΐωνίας καί άβελτηρίας ν.αί τής παρομαρτού-
σης έλεεινότητος των διδασχάλων. Άλλά έκ μεριχών παραδειγμά-
των δέν δικαιούμεθα νά συνάγωμεν γενικόν χανόνα τΐερί τής καθό-
λου έχπα'.δευτιχΫίς καταστάσεως. Ό λόγος δέν είναι ενταύθα περ:
τής γυμνασιαχής έχπαιδϊΰσεως, ή:ις ε-ρε-ε ν ά έ'/_η σήμερον άλλην
βάσιν, συμφώνως πρός τό πραχτικόν πνεϊμα τής έπιχής καί τάς
ανάγκας τής κοινωνίας. Άλλά πρέπει νά ομολογήσωμεν ότι ή
κατάστασις της δημοτικάς έκ-αιΐεάσϊως έπαισθητώς εβελτιώθη*
οϋτε είναι δίκαιον νά συγχρίνωμεν ταύτην πρός την πρό πεντηχον-
ταετίας καί έςηκονταετίας εποχήν, πρός την εποχήν τοΰ άοιδίμίΐ>
Κοκχώνη χαί των μαθητών αυτού, εποχήν, ήν έ'χει ύπ' όψιν ό τ'
ανωτέρω γράφων άρχαΐ;ς δημοδιδασκάλου. Δέν πρέπει νά λησμο-
νώμεν «τι άλλαι ήσαν τότε αί περιστάσεις, άλλαι αί κοινωνικαί
άνάγκαι, ά'λλα τα μέσα τής έκτταιοεύσεως. Σήμερον καί διδασκα-
λεϊα καλώς χατηρτισμένα εχομεν καί δημοτικά σχολεΐα ουχί άνά-
ξ·.α τοΰ ίνόματος. "Ενια δέ τούτων δύνανται νά χρησιμεύσωσιν ώς
ύ-ίδειγμα τής μοργης, ήν δέον νά λάβωσι τα τής κατωτέρας παρ'
ημίν έκπαιϊεύσίως σχολίϊα των αρρενων τοιούτον έςαιρέτως, άλη-
θές πρότυπον, ίσον ημείς γινώσκομεν, ΰπάρχει ή έν Γαλατα σχο-
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ 177
λή, των αρρενων, ήτις έ~ά νυν έ'χουσα τα'ςε'.ς κα'ι εξ διδασκάλους,
παρέ/ει μέν πλήρη την Βη;Λοτι·/.ήν καί την προγυμνασ'.ακήν εκπαί¬
δευσιν, στοιχειούσα 3έ τοΐις έν αύτη δι3αϊκομένοι;ς καί είς την τουρ¬
κικήν -/.αί είς την γαλλικήν γλώ-ΐαν, εφοοιάζει καί δι' έμπορικών
πρακτικών γνώσεων, ζ'ίχ ή λογι-τική καί ή διτλογρχίία. βά ΐ,το
δέ ή έν τή δημοτική έκπαιδεύσει πρόοδος πολλω ϋ-ερτέρα, εί οί
σημερινον διδάσκαλβι ένεπνέοντο υπό τοΰ αΰτοϋ έκείνου ίεροΰ έν-
θουσιασμοϋ, υπό τής αυτής έκείνης ίεράς αΰ:απαρνήσϊ'ιΐς, ίιΐ' ?,ς καί
οί παλαιοΐ έκεΐνοι διδάσκαλβι, οΐτινες ούχι έ-άγγϊλμα β-.οποριστι-
κόν, άλλ' ιεράν ήγοΰντο αποστολήν το έ'ργΐν τοϋ διϊασκάλου, ά οι-
δάσκαλοι, λέγομεν, έκεΐνοι, οίς -/α! Ό ήμίτερος άρχαΐίς καί μετ ά
πολλών ά'λλων παρηγκωνισμένος δημοδιδάσκαλος άνή/.ε·.· εί υπήρ¬
χεν Ινίτης έν τώ συστηματι των προγραμμάτων καί 7ύτ:ημα έν τοίς
διίακτικοΐς βιβλίοις, Ινα μή συχνά πυκνά ν.αί νέον ^εΐυτρίνει δι¬
δακτικόν βιβλίον υπό τ:ΰ τυχόντος συρραπτέμενον ·λα! έκϊ'.ίίν.ενον.
Τή άληθΐία τό κακόν τΐύτο είναι άφόρητον κα'ι πρέπει νά άνα-
κο~η ό Βρόμος τής τοιαύτης /.αταχρήσεως, ήν προάγει ν.ϊθαρά κερ-
δοσκοπία κα! ήκυτα ήθικός συνεταιριΐμός οιίΐΐκάλων 7.x! έκδοτών.
ΙΕ'.
ΑΝΕΚΔΟΤΟΣ ΚΩΔΗΞ
ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ ΜΕΣΗΜΒΡΙΑΣ.
Χειρόγραΐον -ίΰ ΙΕ' αιώνος, επί χάρτου μέν εί; φύλλον γεγραμ-
μένον, άποτεθησαυρισμένον 5' έν τή βιβλιοθήκη τή; έν "Αθω ;Λ:νής
των Ίβήρων σώζει έν τέλει τάς σημείωσις, άς ωϊε δη/;σι=ύω μό¬
νον επί σκοπώ 'να ϊϊ'.γβτ, ότι βυζαντιναϊ οΐογενεια·., έκ των έ~ω-
νύμων γνωριζόμεναι, κατωκουν την όν τω Εΰςείνω Μεσημβρίαν, ζώ-
βχ·) τηρίϊσαι την πάτριον εΰΐέΐειαν. Άγνωΐτος : τόν κώδηκζ τούτον
178 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
γράψας, περιέχοντα συλλογήν κανόνων καί κανονιχών άποκρίσϊων,
κτήτωρ δ' αΰτοΰ σημίΐοΰται Δημήτριος Πρωτοκανονάρχος καί δπο-
νΐώ ότι μεσημβρινός τις λο'γιος έ'γραψε τάς σημεΐώσεις περί άφιε-
ρωμάτων γενομένων εις την μητρόπολιν Μεσημβρίας, άμαθής δέ
τις μετ1 εκείνον συνεπλήρωσε δήθεν τό έργον τού πρώτου.
Άλλά λόγιος των χρόνων έκείνων, βυζάντιος πιθανώς ή τραπε-
-εζούντ'.ος, διέσωσεν έν τέλει τοΰ κώδηκος χρονικά τίνα σημειώμα-
τα, άτινα κρίνω καλόν 'να δημοσιεύσω σήμερον, έν τή εΰχαιρία
ταύτη, παραλείπων τα σιωπή έξ άνάγκης παραπεμπόμενα' έκ των
σημειωμάτων τούτων φαίνεται ότι ό γράψας ταυτα ήλθεν έκ Βενε-
τίας είς Κωνσταντινούπολιν, διέμενεν έν τή βασιλίϊι πόλει, μετέβη
είς την Φλωρεντίαν, συγκροτουμένης της αυτόθι ψευδοσϋνόδου καί
ΰπέστρεφεν είς Κωνΐταντινούπολιν πάλιν. ΑΊ σημειώϊεις εισίν αυ¬
ται, τηρώ δ' αυτάς ώς έ'χουσι. πρΐστιθείς μονον την άπό Χριστοΰ
χρονολογίαν:
,ς·^-' (1395) ήλθον άπό τής Βενετίας· μηνί απριλίου ιζ' εγέ¬
νετο καί ή μάχη ή μεγάλη.
,Γ^Κς·" (1418) ΐνδ'.χτιώνος ια', έκοιμήθη ό ήγούμενος τοϋ Στου-
2ίου κύριος Ίγνάτιος ίερομόναχος, μηνί δεκεμβρίω κδ'.
,ζ^ΑΑ' (1423) εγένετο μητροκολίτης ό Τραπεζοΰντΐς, μηνί νοεμ-
6ρίω ιγ', ινδικτιώνος α'.
,ς·^ΑΕ' (1427) ίνδατιώνος ε', ήλθεν δέσποινα ή κερά Μαρία
ά~έ την Τραπεζοϋντα, μηνί αΰγούστω λ'.
/ς"^Μς·' (1438) ινδικτιώνος α', ήλθομ,εν είς την Βενετίαν μετά
τοϋ βασιλέως τοΰ κΰρ Ιωάννου τοΰ Παλαιωλόγου καί τοΰ Πατριάρ¬
χου κΰρ Ιωσήφ είς την σύνοδον, μηνί φεβρουαρίω η', ήμέρα σαδ-
βάτω τίΰ άσώτου. Μηνί μζρτίω η', ήλθομεν είς την Φεράραν, είς
τόν πάπαν κίιρ Εΰγένιον.
,ς^ΜΖ' (1439) ινδικτιώνος β', μηνί ίουνίω ι', ήμέρα τετάρτη.
άτϊϊβίω ό πατρ'.άρχης 'ίωσήΐ είς την Φλωρεντίαν.
τώ αύτω ετει, μηνί ίουλίω στ'. ήμέρα δευτέρα ένώθην ή Έκ-
κλησία εντός τσϋ μεγάλΐκ ναΐΰ τής Φλορεντίας.
τω αύτω μηνί κ', εξήλθομεν έκ τής Φλορεντίας /.αί ήλθωμεν
είς την Βενετίαν τή κζ'.
' (1440) ήλθομεν άπό την Φραγγίαν εις την Πόλιν μη-
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 179
νί ίανουαρίω λα', ϊνδικτιώνος γ', ήμέρα κυριακή τής άποκρέου.
τω αυτώ μηνί μαίω ε', ϊνδικτιώνος γ', εγένετο·.· πΛτριάρχης ό
κύρ Μητροφάνης, καί έλειτούργησε τής κυριακάς τής Πεντηκοστής,
καί εμνημόνευσαν καί τόν πάπαν Εΰγένιον.
Αί σημειώσεις αυται καί τ» όνόματα των δωρησαμένων τα κινη-
τά και άκίνητα κτηματα τής μητροπόλεως Μεσημβρίας κείσθωσαν
είς μνημόσυνον εΰσεβείας καί άρετης είς χρήσιν παντός φιλίστορος.
Κείσθω δέ καί περί Χριστοφόρου Μεσημβρίας ή σημείωσις ότι πα-
ρητήσατο τόν θρόνον τούτον κατά μάϊον τοΰ 1607, ώς μανθάνομεν
«κ της τοΰ Δοσιθέου Ίεροσολύμων Νομικής συναγωγής.
Την σημείωσιν μου ταύτην λαβέ καί δημοσίευσον, φίλε Παλαιο-
λάγε, εν τω «Ήμερολογίω τής Άνατολής» οίον τι τερπνή; ζανδαι-
σίας νωγάλιον, ου καλλίτερον επ! τοϋ παρόντος ουδέν έ"χω. Ουδέ
δύναμαι νά προσκομίσω, θλιβερών κατά τόν βίον συναντημάτων ένε¬
κα. Ύπισχνοΰμαι βέλτιον εις τό κατόπιν ϊτος.
Έν Κωντταντινουπόλει χατόΐ μάϊον τοϋ 1886.
Μ. Ι. ΓΕΔΕΩΝ.
ΣΗΜΕΙΩΜΑ
των άφιερωθίντων έν ταύπ] τη βεο^ρουρητω
ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΙ ΜΕΣΗΜΒΡΙΑΣ
τα τε ε6ρεθ=ντα εν τω καιρώ τοΰ πρώην χυρΐου ΙΓΝΑΤΙΟΓ ίργιζρίωζ χαΐ όσα
συνάζονται τανΰν «ρχερατεύοντο; χυρίου ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΪ' χ*ί έγράϊησαν
Λαρο'ντων των τ'ριωτάτων χληρΐχών της μητροπόλεως.
-{- Έν ετει ,ΖΡΒ', μηνί Σεπτεμδρίω, Ίνδικττώνος Ζ', άπό δέ Χρι-
στοΰ γεννήσεως ΑΦΓΔ', ήλθε νέος άρχιερεΰς τής αυτής μητροπό¬
λεως ό πανιερώτατος κύριος Χριστοφόρος· κα'ι ευρέθησαν Εΰαγγέ-
λια τέσσαρα- τα δύο έγκοσμημένα, και Ιν βείράϊνον έχων διαφόρους
'στβρίας· δπερ άφιερώθη ποφά τοΰ εΰγενεστατου άρχοντος κυρίου Μα-
νουήλ Κ αντακουζηνοΰ· καΐ εν στάμπινον. ·|-
180 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
·]- Δυσκοπότηρον, άστερίσκος, δΰσκος μέγας, καί θυμιατόν άργυρά.
-Ι* Φαιλόνια οΰο' τό εν χρυσοκόκκινον κ»! τό έτερον —ολυοταύ-
ριον, "/.αί τα έ'κχμεν ό αΰτός σα·λ. . .
■γ Στι/άρια τέσσαρα, δύο άρχιερχτικά κουτουνία καΐ δύο διακονι-
>ά, έν χρυσοκόκκινον καί εν κύυτβυνή.
■}· Λύο έπιγονάτια παλαιά, καί άγία ζώνη- έπιμίνικα· έπιτρα-
χίλ'.ον μαγκαν.στά" καί ώμοφοριον παλαιόν μαγκανιστίν ·{· Δύο
έ-ιτραχήλια καθημεροΰσια.
•ί- Βημόθϋρον χρυσόν" ·· Δύο στιχάρια άναγνΐοστικά'* -{- Τακτικόν
τοΰ άρχιερέως τυλικτάρΐ" βεβράίνον.
ή- ΙΙοδίες τοϋ Εΰαγγελίου δύο· ·|- Τετρευάγγελον μέ πραςαπί-
στολον βαμπακία"-|- "Ετερος πραςαπίστολος.
·|- Χαλία δύο. ^- Τα δώοεν.α μηναία" καί εν βιβλίον έ'χων προ-
φητείαις.
•γ "Εν βιβλίον έ'χων ευχάς καί τόν άκάθιστον 'ύμνον ·· Καί
Ευαγγέλιον έςηγητόν Κυριαχοδρόμιον.
•γ Μεταφραστας δύο· Όκτώβριος καί Νοέμβριος. + "Εν πανη-
γυρικόν έ'χων διαφόρους λόγους.
•γ Πεντηχοσταρια δύθ' ·{- "Εν συναξάριον παλαιόν έξαμηναϊον.
γ ΤΑ ΑΜΠΕΛΙΑ ΤΗΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΠΣ.
"Εν χομάτι πλησίον είς τόν Κολοχυνθά' ά"/νλο πλησίον είς την
χώρίν τής Μποτίτζΐνας· ά'λλο τοΰ Λαγοματΐ" παλαιά καί τα άφηχαν-
-{- Είς τού Ραυοα τί) χωρίον, 'έν χομάτι πλησίον τοϋ άγίου
Παντελεήμονος· οια τό οποίον έδωκεν ό άρχιερώς κυριος Χριστο-
φίρος τόν μάρ;ν όποΰ τό καλλιεργησεν άσχρα αφ'. καί ετέρα ασπρα
φ'. όποϋ έκαμαν χαντάκη όλόγυρα.
Ί* Καί εν κομάτη τοΰ Τζαλτζή -/.αί τό αφήκαν.
+ Μισολάγινα γ' καί τα έ'χαμχν -/.αινούργια· καί έτερον όποΰ άφη¬
κεν ό Τρανός Ό τζαγκάρης. καί ενας άναμ,'.σιάρης *.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ 181
γ- ΤΑ ΟΣΑ ΣΚΕΥΗ ΑΦΙΕΡΟ.ΘΗΣΑΝ
εν τω ζαιρω τού παν.ερωτάτου μητοο^ολίτου
Τής αυτής άγιωτάτης μητροπόλεως ΜΕΣΗΜΒΡΙΑΣ
• Κυριου ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΪ*.
-|- Αφιέρωσεν ό εΰγενέστατος άρχων κύρ Μανουήλ ό Γλιανός
εν τρ'./,έριον αργυρούν άσπρών ασ', κα'ι έγράφει είς την πρόθεσιν ν.αί
μνημονεύεται καί παρρησία.
-- Αφιέρωσεν ό μακαρίτης άρχων κύρ Δημήτριος ό Χρυσολου-
ρας παϊίρίτζα ίρ^ιιρ'η, άσπρών _γσ', καί έγράφει είς την πρόθεσιν
καί μνημονεύεται καί παρρησία.
·· Αφιέρωσεν καί ό πατήρ αυτού ό εΰγενέστατος άρχων αΰθέντης
Ιωάννης ό Χρυσολουράς τόν σταύρον τό γλυπτόν, καί ε3ωκε τάς
έξόδους ν.αί τόν άσίμωσε* εως άσπρα α... καί έγράφει είς την πρόθεσιν
■/.αί μνημονεύεται καί παρρησία. [καί ενα στηχάρι· μποχασί' καί
φελόνι 'έν ταραγί μετάςι· καί έ'να Ευαγγέλιον δεβράϊνο] (*).
γ Αφιέρωσεν ή κυράτζα Καλοΰδα άρχόντησα τοΰ μακαρίτου κΰρ
θεοδώρου τοΰ ΚαπττάόΌκα τα ρεπίουα τα άργυρα άσπρών £... διά
την ψυχήν τής θυγατρί;; αυτής Σμαράγδα;, όποΰ έ'θαψεν είς την μη-
τρόπολιν, καί εγράφησαν εις την πρόθεσιν καί μνημονεύονται καί
παρρησία.
·|- Άφηκεν καί ό άνωθεν κϋρ θεόδωρος ό Καπ-άϊίκας είς τόν
θάνατόν τού άσπρα ε... καί έγράφει είς την πρόθεσιν καί μ.νημ.ο-
νεύεται καί παρρησία.
·· "Αφηκεν ό μ.α-/.αρίτης κυρ θεσβωρίτζης ό Καραβοκϋρις άσπρα α'
καί έθάπτει είς τόν ά'ρτικα καί έκροεήλωσεν ή γυνή αϊιτοΰ κυρά
θεοδώρα εν καντήλιον αργυρούν εις την Παναγίαν άσπρών ασ' ,καί
■κάμνη καί τό ώμόφορον άσπρών ε... -λαί εγράφησαν εις την πρόθεσιν
καί μνημονεύονται καί παρρησία.
·}· 'Επροσήλωσεν ό κύρ Μανουήλ ό ψάλτης εν στιχάριον πράσι-
νον καμοχά άσπρα β... καί έγράφει είς την πρόθεσιν καί μνημονεύε¬
ται καί παρρησία.
(*) Προϊθήχη ά[ΐοιθοϋς χειρός χα'. ολίγω μεταγίνε—?ρ«ς.
182 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
-|· 'Επροσήλωσεν ό κύρ Γεωργίτζης καραβοκύρις ό Όρφανός ϊν
καντήλι; αργυρούν είς την σταύρωσιν ά'σπρα αφ... καί έγράφει είς
την πρόθεσιν κα'ι μνημονεΰεται καί παρρησία.
·}- Έμετάθεσεν τα κεραμήδια τής μητροπόλεως Ό κυρ Γει^ργίτζης
ό σούμπασης καί έξοδίασε ά'σπρα α.. καί έγράφει εις την πρόθεσιν
καί μνημονεΰεται καί παρρησία.
-(- 'Επροσήλωσεν ή γερόντησα ή Καππαδοκίνα Καλοΰοα τό άμ-
πάρη καί μνημονεύεται.
-}- "Εδωκεν ό Τρανός ό τζαγκάρης ξυλη καί άσβέστη καί άΤ,λη
ΰλη άσπρών ε... είς τα κελία κ»! έγράφει είς την πρόθεσιν καί
μνημονεύεται καί παρρησία.
-]- "Εδωκεν ό Δημος ό Σιδεροποΰγκης είς τόν θάνατόν τού ά'σπρα
α... καί μνημβνεύεται.
■· Άφηκεν ή κυράτζα Μαρούλα τού Ρωμανοϋ "έν ϋπογονάτιον,
καί έγράφει εις την πρόθεσιν καί μνημονεύεται παρρησία.
■· "Εδωκεν ό κυρ Κωνσταντίνος ό Πάγκαλος άσπρα α' καί έγρά-
φει είς την πρόθεσιν καί μνημονεύετα·., τα όκοία τα έδώκαμεν είς τό
σΐιχάρι καί τα έ'τερα άσπρα χίλια τα έδωκαν οί χριστιανόν
■· Στρώμα Ινα καί πάπλωμα ενα κα'ι δύο προσκέφαλα έδωκεν ή
Ειρήνη, νά μνημονεύεται αυτή καί ό άνδρας της.
·}- "Εκαμεν ό εϋγενέϊτατος ά'ρχων χυρίτζη Κωνστάκης ό Γλιανός
τό νταβάνιον είς τα κελία τό έ'ςω, καί έξο3ίασεν ά'σπρα Γ'... καί
έγραίφη είς την πρόθεσιν καί μνημονεύεται καί παρρησία.
·- 'Εξοδίασεν καί ό πανιερώτατος ημών δεσπότης κύριος Χριστο-
φόρος είς τα κελία άσπρα χιλιάδες δέκα, άνευ τάς πέντε χιλιάδας
τοϋ τζαγκάρη· τα όπίΐα έχτίστησαν έν ετει ,ΖΡΕ' (8η7>. 1597).
-|- Έςοδίασεν ό αϊιτός είς τό τζαρδάκη καί είς τό άμπάρη καί
είς την άνακαίνησιν των κελίων των /.άτω ά'σπρα ,δ'...
·· Καί είς τοϋς δύο σάκκ:υς ά'σπρα χ'.. καί είς την πατερίτζα την
καθημερούσιον άσπρα χ'
■· Καί είς τα κάγγελα τής άγίας τραπέζου καί είς την αγίαν
λόγχην ά'σπρα σ'...
-1- Καί είς τα βουτζία καί είς τοΰς κάδους ά'σπρα ,6'..
·- Καί είς τό κελή της καλογραίας ά'σπρα αφ'..
·· Καί είς τό χανδήλη τού άγίου Εϋπλου τό αργυρούν άσπρα α'..
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ!
183
+ Καί είς τό άμπίλη τού Ραυδα. έδωκε τόν μάρον όποΰ τό καλ-
λιέργησεν άσπρα αγ'.. καί είς τό σίκωμ,α τίϋ χαντακίου όλο'γυρα
ά'σπρα /φ'..
+ °Ενα στιχάρι πανίτικο καί έ'να φελώνι μίταξίτικο- καί εγρά¬
φησαν δύο όνόματα εις την πρόθεσιν Κεράτζα καί Σοφία: καί Θω-
μαί τοϋ Σακελαρίου ή θεία τα Ιδωκεν είς την μητρέπολιν ν« μνη-
μονέίουται ής την αγίαν -ρόσεσι καί ή τρΤς.
·{· "Εδωσΐ καί ό Γεώργις τού τζαγκάρι άσπρα φ' καί έγράψαμε
τόν θεόϊωρο τόν άδελφό τού είς την πρόθεσι· καί ταδώκαμε είς τού-
Ρ αϋδά τό άμπέλΐ' τόν Μανόλη τού μητροπολίτου (*).
ΤΑ ΑΦΙΕΡΡ,ΣΕΝ Ο ΜΑΚΑΡΙΤΗΣ ΠΡίΙΗΝ
ΜΕΣΗΜΒΡΙΑΣ ΚΥΡ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΚΑΙ ΕΛΑΒΑΜΕΝ
ΑΥΤΑ ΕΚ ΧΕΙΡΟΣ ΚΥΡΙΤΖΗ ΦΙΛΙΠΠΟΥ.
·}- Δυσχοπώτυρβν έ'να μ·.σώ ασίμη μισώ πάφιλοσ.
+ Πετραχίληα τέσσαρα. + υτογονάτια δύο. + πιμχνικχ ζηγές
δύο. ·}· στιχαίρια πανίτικα παλαιά δύο. ■{· φελόνη πανίτιχβ ίνα. ·{*·
άμνός μικράς. ·· καλίματα ένέα* ή δύο μαγκανιττή. ·· ευαγγέλιον
στάμπα Ινα. η|· πανηγυρικϊν μικρόν Ινα. -|- ταχτικον μέ μαύρον-
κατηφέ Ινα. ·}- ζώνην μία (**).
(*) αί δύο τελευταίαι αυτα·. σημ,ειώσεις εγράφησαν χιιρι μιχρβ
(**) μεταγενεατε'βα /ειρ χα'ι 8ή άμχβεΐτάτη ΰχεσημείωσε χ«ϊ ταυτα.
184 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΙΣΤ'.
ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΥΠΟ ΦΥΛΛΟΝ ΒΙΒΛΙΟΥ.
ΔΙΗΓΗΜΑ
['Εχ των τού Ι,,θυΐδ ϋΕΡΚΕΤ.]
Ι
Καθ' δν χρόνον υπέστη ν "ήν φρικτήν δοκιμασίαν τοΰ νά ϊοω Ονή-
σκοντα τόν -χτέρχ μου, νέος έ'τι, άλλ' έςηντλημένος ώς έκ των άγω-
νιών τί;ς μΐοποριστικής πάλης, εγνώριζον εχ,-αλαι Ετι ή έκκαθάρισις
των εργασιών τού ~*τρός μιυ οΰοέν θ' άπέοίρε περίσσευμα, μ'δλον ότι
ή χοινή γνώμη χατέταϊσεν ημάς μεταςύ των ολβίων άνθρώ~ων κϊί
μεθ' όλην την εΰάρεστϊν και μεστήν έλ-ίοων γ.οΐ: ΰποσχίσεων όψιν
εϋρυτατου έργίστασίου, έν ω πϊρ': τ;ύς Βιακοσίους ειργάζοντο εργά¬
ται. Εθεώρουν μάλιστχ εμαυτόν πολύ ευτυχή εάν 3ιά τοΰ —:ϊ;ντος
της έκττοιήσεως ~.ζ> εργοϊταΐίου καϊ των μηχανών £λων καθιστάμη'ί
ί/αν;ς νά καλύψω ά~άΐας τάς ΰποχρεώϊεις τοΰ λίαν σεβαστΐΰ άλλ'α-
μα ν.χί άτυχεϊ-άτου οϊκου Λελαννίϋ-Ρίζέ "/.αι Σα;, ού τελευτα'ΐον μέ-
λος επιζών ΰπήρςεν ό πΐτήρ μου.
Ίδο'υ τίνι τρο'πω, θνήσκων, μέ ά-εχαιρέτισε:
«Σοί κληροδοτώ μόνον βιλοπονίαν. Ή τΰχη ϊέν μοί επέτρεψε νά
σοί άϊήσω άλλην κληρονομίαν, άλλ' αϋΐή είνε -/.αλλίστη, διότι είνε
•πηγή παντός άγαθαΰ. Εϋτυχώς, δέ·> άγα~ας την πολυτέλειαν. Ή άγά-
πη -ου πρός τα γράμμχτα καί τα βιβλία, ήν άλλοτε χατέκρινα,
μοί έμοέει σήμερον τάς άρίστας των έλπίϊων, διότι αυτή θά σέ
σώΐη, καθισταμενη ό μόνος σου πλοΰτος . . . Καί τώρα, ταλαίπωρίν
μου τέκνον, συγχώρησόν μοί εάν σοί όμ,ολογώ ότι μέ ευχαρίστησιν
ά-ερχομαι νά χοιμηθώ τόν ύστατον ΰπνϊν πλησίον τής μητρός σου
■Λαί των θείων σου. Έπ' αληθείας, ό πατήρ σου εΤνε πίλϋ χεχμηχώς*
οΐείλει νά ήσυχάσγ) πλέον. . .
Καί μέ αυτάς τάς λέξεις άπέπτη ή εσχάτη τού πνοή. Έγώ
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 185
ήμην έςαλλος έκ τής θλίψίώς μου· ένόμιζον τό λογικόν μοί* έκ-
φεΰγον έ'κλαιον καί ώλοφυρόμην άκαταπαύστως, ότε μέν μόνος έν
τω κοιτώνί μου, ότε δέ παραπορευόμενος τόν ποταμόν, π«ρά τόν
οποίον ό πατήρ μου έ—(εί ά'λλοτε τόν καθημερινόν αΰτοΰ περίπατον,
ότε δέ καί ενώπιον των ξένων, έν μέσω έ'τι των νομίμων διατυπώ-
σεων καί των λογιστικών πράξεων. Φίλος τις παλαιάς, νομομαθής,
μ' έβοήθησεν 'ινα έξέλθω τού λαβυρίνθου έκείνου, περατωθείσης δέ
τής έπιπόνου ημών εργασίας είδομεν ότι, μετά την εξόφλησιν πάν¬
των των πατρικών χρεών, μοί άπέμενον έ'πι-λά τίνα συνήθη (μή
έ'χοντα άλλως τε έτέραν αξίαν πλήν τής των άναμνήσεων), δεκάδες
τινές φιαλών οίνου ζαλαιοϋ, -/.αί τό ασήμαντον είσίδημα σμικροτά-
της έπαύλεως, ίεροϋ" λειψάνου τής οικογενειακάς περιουσίας.
Τό κτήμα τουτο ήγόρασε πάλαι ποτέ ό πατήρ μου χάριν τής αδελ¬
φής μου Παυλίνης, κόρης άσθενεστάτης κράσεως, ήτις δυστυχώς
άπεβίωΐίν έπταετής την ηλικίαν έν αυτώ τούτω τω ν.τήματι. Μετ' ου
πολυ έπέπρωτο ν' ακολουθήση αυτήν καί ή μήτηρ μου.
Δέν ίγήρασα, άν ου ειμαι μόλις τριακοντούτης- νίμίζω ομως,
άναπολών δλα ταύτα τα πράγματα, ότι παρήλθον αΐώνες όλόκληροι
άφ' ότου ή μήτηρ μου, ή Παυλίνα καϊ έγώ έκοιμώμεθα, έξυπνώμεν
έν τή έπαύλει έχίίνη, την όπίίαν έχ' οΰδεμια τιμη δεν θ' άπεοάσι-
ζον νά πωλήσω, άλλ' ε!ς ήν δέν τολμώ πλέον νά εϊσέλθω.
Έν τω ανωτέρω έκτεθέντι σμικρω χαταλόγω έλησμόνησα νά
άναφέρω την βιβλιοθήκην, συνισταμένην ώς επί τό πολΰ έξ είδιχών
συ^ραμμάτων, ξένων πρός την γραμματολογίαν, εξαιρέσει λαμ¬
πράς πλήρους εκδόσεως τι3 Βολταίρου, τεθειμένης έν τ·5) ύψηλοτέρα
■θέσει τής βιβλιοθήκης.
Ή θέσις α'ύτη τοΰ Βολταίρου, τό ενθυμούμαι κάλλιστα, ωρίσθη
όπέτε είχον άκόμη δεκαπεντε έτών ηλικίαν. Άλλ' ή προφΰλαξις ην
■περιττή- δέν έσκεπτόμην τότε τόν Βολταΐρον, άλλ' άνήκον όλος είς
την πλειάδα των Ηπ§ο, των Μιΐ83βί;, των Βυηΐ33.
Μέχρις οτΐυ οιακανονυθώσιν οριστικώς τα πράγματα τοΰ ήμετέροι*
οΤκου καί δυνηθώ νά έ-ανακάμψω εις Παρισίους, διηρχόμην όσας ϊιέ-
βετον άνέσεως ώρας έν τή βιβλιοθήκη. Μια δ' έσπέρα, έκκβνίζων
τους βολταιρικοΰς τόμους, εύρον χαρτοφυλάκιον μαύρον, δερμάτινον,
όπερ ουδέποτε έγνώρισα ώς άνήκο; είς τόν πάτερ α μου. Έν τωγα^-
13
186 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
τοφυλακίω λοιπόν τούτω, — παρεκτός φύλλων τινών, έν ο?ς ή πα~
τρική χεΐρ είχεν έγγεγραμμένας διαφόροας οικογενειακάς χρονολο-
γίας, οίον τού γάμο των γονέων μου, τής γεννήσεως τής ΠαΛι'νης·
καί εμού, είτα δέ των άποθανόντων, προεξάρχοντΐς θείθΛ μοό τινος, 3ν·
ύ-ερηγάπων, — ε3ρον επιστολήν επιμελώς έ"υγμένην καί έσφραγι-
σμένην κατά τόν πρό εΐκοσιπενταετίας συρμόν, καβ' ήν δηλονότι επο¬
χήν δέν ήτο πολ'υ διαδεδομένη ή των φαχέλλων ή περικαλυμμά-
των χρήσις. 'Ιδοϋ τί εμπεριείχεν ή έπιστολή α'ύτη, φέρουσα Ιπιγε-
γραμμένον το ϊνομα τού πατρός μου καϊ όΊατηρηθεϊσα *μετά πολυ-
σημάντων προφ-ΐλάςεων, προερχομένη δέ έξ άπωτάτου τόπου.
Έν Άλγερίω, τί) 21 ό/.τωβρ'ου, 1837.
Φ ' λ τ ο τ έ (χοι Φ ρ ε ι ό ε ρ ΐ κ ε,
Μ:τα ζωηροτάτης ναρας έμαθον τη^ γ^ννησιν τού ϋ'ιοΰ σοϋ, γενο[χ^νην τη Ο
ίτταιχένου μηνός, £ϋ/αριστώ δέ θεραώ; ετ:* τη —ροθύμία σου όπως μοί μετα-
δώσης την ε"δησιν Μετά σ^γκ'Vϊ^(σ£ως βλ^πω Όν τζρος εμέ τον χατεστραμμε'νο'/
ν.Χ' τ:ταλα'7:ωρημενον, ΐσως δέ λλ' ε/ο/ον, εξα/.ολοαΟ.;Ις να ΰίρησαι ώς χροζ
'σ^/^';ο; /α* —)ούσ'ον, ώσε' όλαι σο^ αί έλτ:''ο;ς ζ~' :μο^ /.αι μόνο^ εστηρ^-
ζοντο, έν ώ σ'ϋ άπ' εναντίας εΤσαι ό σώσας μ$ έ/ τοα βαράθρου της άπωλε'ας.
Τί) πράγμα εΤνε εκ των σπανιωτάτων, δεν τολμώ δέ να ^ροσθέσω ότι σε τιμά,
δ'α νά μή σ: τταροργΐσω. "Ε/ε'ς την καλωσύνην νά ε*ίφράζης και θλίψιν επι
τω ότι θε; ηδυνήθην να γίνω άνάδο/ος το^ νεογεννήτου υΐο3 σου" γ'ΐώρίσον
ότι ή περικοπή σοϋ α^τη ά/;6 βασε δά/ρυα είς τοϋς όίθαλμο^ς μου . "Αχ !
πόσον αγαπώ ηδη το παιδ'ον τοίτο ' άλλά το έν;ο:Τ; ^ 'βα'α χωρ·ς να το ε"'πω.
Ά ' έλησμόνησα ' Μοί άπαγορεί:ις νά σο1 - ιΐ ι α-οδε'ξιν παραλαβης των
δεκα>ΐ.'α7'λ'ων οράγχων τα ό~ο"» προ/ε'ρω; μο* έδανε'σας όπως μ: σώσης ίλ.
της ορ'/ώδους μο^ καταστροφάς. 'Αλλα δέν οιιαιο3σαι πλίον να μοί τί) άπα-
γορ:ϋης, κα; έ'/ω ιαθη/.ον να σοι παρα/ούσω Ιδού λοιπον έν τάξε' ή άπόδ:ι-
ξ'ς παραλαβης δεκακισχιλ'ιον φ.οάγ/ων δανεισθ.ντων μο1 ΐ»-;ο σου, Φρειδερίκου
Λελαννο''ϋ, τη 23 σεπτέμβριον 1837, κα' έξοφλητε'ων οπόταν εόδο/ηΌη ή θεία
ϋρόνοι» νά σέ μιμηθη, άγαπητί μο' Φρ:'δ:ρ?ε, το^τέστι να μέ εύνοηση /αί μ'
Λ'ατελώ ό έσαεί π*στος ρ'λος σου
ΙΩΑΝΝΗΣ, ΚΟΜΗΣ ΔΕ-ΒΙΛΛΕΡΒΟΥΑ.
II
Ή άνάγνωσις τής επιστολάς ταύτης μ' έρριψεν εις βαθϋν έεμ-
βασμόν. Ά:ο εκπλήξεως ε;ς έκπληξιν μεταπίπτων, μυρίας ίτ/τμί-
νΧ,ζ-ι έν τώ νω άντιφατιχά; ύποθίαεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 187
Καί πρώτον, άπέτεινα πρός εμαυτόν την ερώτησιν : πώς ό πατήρ
μου, βλαστός άσήμου οί'κου, Ικδοτος είς εργατικόν καί τα μάλα επί¬
πονον βίον, ήξιώθη ένδείξεων οΰτωσί θερμής καί είλικρινούς στορ-
γής έκ μέρους άνδρας φέρ:ντος τό σημαντικόν ονομα τοΰ κόμητος
δε-Βιλλερβοαά. Τό πραγμα ήν άπλοΰν ό κ. Δελαννόϋ, ό πατήρ μου,
άποφοιτήσας τοΰ λυκείου, εισήλθεν είς την σχολήν τοϋ πολυτεχνείου,
Ικεϊ δέ βεβαίως συνήψε τάς πολυτίμους ταύτας σχέσεις, άς βραδύτε¬
ρον καθωράϊσε τό αί'σθημα τής εϋγνωμοσύνης.
Τίς ποτε είνε ίκανός νά εΐί~ τί θετικόν κα! πρακτιχόν άναμίγνυται
εις τοϊις ίδανιχωτέρους ύπολογισμούς μας;
Συνέλαβον την ιδέαν ότι ήμην κάτοχος τής όμολογίας ενός χρέους,
καί κάτοχος μάλιστα νομιμώτατος'άνευ οΰδεμιας άμφιβολίας, διότι,
εάν χαί ελάχιστον ποσόν έϊίδετό ποτε ά-ένχντι τοϋ λογαριασμόν,
ό %χτήρ μου, ά'νθρωπος τακτικώτατος είς όλα, θά κατέλειπε βε¬
βαίως σημείωσιν τίνα. Είνε άληθές ότι προέκειτο περί φιλικής έκ-
δΌυλεύσεως καί ίϋχί περ! πράξεως έμπορικής, καί μάλιστα πρός
στιγμήν έξεπλάγην 8τι ό πατήρ μου διετήρησε τό έγγραφον έκεΐνο.
Την φοράν ομως ταύτην, άνέλαβί νά μοί δώση την άπόκρισιν ή
«πιστολή. Μικρόν κατα μικρόν, ό άφωνος χα'ρτης κα:έστη 8ι' εμέ
εϋγλωττότατος ν.% κατεΒε'.ςέ μοί Ινα πρός ενα πάντας τοϋς άποκρΰ-
φους λόγους τοΐις αναγχάσαντας τόν πατέρα μου νά διατηρήσϊ; την
επιστολήν μετά τΐσούτου θρησχευτικοΰ σεβασμΐύ.
Έξ δπαντος ό πατήρ μου μετά την 21 όχτωβρίου 1837 ουδεμίαν
πλέον έ'λαβεν εϊξησιν πβρ: τοΰ κ. δε-Βιλλερβουα, ου τό ϊνομ* ου¬
δέποτε έπρέφερεν ενώπιον μου' έπομένως διά τρίζου πλαγίου, σιω-
πηλοΰ, μοί έχληροδότει την φροντίδα τοϋ νά άναγνωρίΐω φίλον αγα¬
πητόν, εάν εζη κα! εάν π:τε κατά τύχην συνήντων αυτόν.
Καρδίας χρυσής ίνειρον άΐατηλόν! Έκ τοϋ σαίθϋς καί είλικρι-
νοΰς δφους τοϋ κ. δε-Βιλλερβουα συνεπερανα κατ'ανάγκην ότι ό
εΰπατρίδης ούτος απέθανεν άλλως, δέν έςηγεΐτο διατί δέν ήλθε
ποτε νά ίδη τόν πατέρα μου, ή τουλάχιστον οέν τω έγραψεν επι¬
στολάς τινάς.
Ζοφερόν καί μέλαν παρελθόν μοί έζωγράφει ή άνακαλυφθεΐσα
έπιστολή- ώς πρός τα δεκϊκισχίλια φράγκα, βεβαίως ή χρηματιχή
αυτή συνδρΐμή ήν έκ των χριΐίμων έχείνων ίπευοΒΐων εν 5-ίυοαιο-
188 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
τάταις περιστάσεσι, καθ' άς ή ζωή καί ίσως ή τιμή άνθρώπου τινός
εΰρηνται έν κινδύνω.
"θλα ταυτα ήσαν πράγμαπ πλάνη τής φαντασίας μου, είς ήν Ιδι-
δον πτέρυγας τό άγνωστον καί τέ μυστηριώδες. Υπό την έ'ποψιν δέ
των άχοτελεσμάτων, ην τό αΐιτό ώς εάν επλαττον σχέδια πλούτου
καί τΰχης επί τής αποδόσεως των δεκαχισχιλίων φράγκων αμα τη
-ρώτη συναντήσει μου μετά τού κ. δε-Βιλλερδουά.
Καί τό ονομα δέ αϋτό τού κ. δε-Βιλλερδουα ένέβαλέ με εις άφθό-
νους σκέψεις. Είς ουδένα των εντοπίων εφαίνετο γνωστόν, καί ουδείς
έπομένως, μεθ' όλας τάς ερεύνας μου, ηδυνήθη νά μοί δώση ελαχί¬
στην πληροφορίαν. Επί μίαν ή δύο εβδομάδος διετέλουν όλος υπό
τό κράτος τής μερίμνης καί των άναζητήσεών μου· ότε καθ' έκα¬
στην εσπέραν, τη έννάτη ωρα, μοί έφερεν ό ΰπηρέτης μου τό δείπνον
έν τω πανερήμω έστιατορίω, μόνος έν τή τραπέζη, μέ καρδίαν έκ-
χειλίζουσαν έκ τής θλίψεως,—διότι ουδέν πενθιμώτερον τής μονα-
ξίας έν τω γεύματι, έκτός εάν βιάζεταί τις υπό εργασίας ή υπό εΰα-
ρέστΐυ συνεντεύξεως,—έ'λεγον έν έμαυτω μέ δακρυίρέκτους οφθαλ¬
μούς: «Λιατί νά μή σ' έ'χω πλησίον μου, ταλαίπωρε φίλε τού πεφι-
λημένου μου πατρός! Εάν ή καρδία σου είνε εισετι άλγούσα, άλλά
πάντοτε εΰγνώμων καί γενναία'ώς φαίνεται έκ τής έπιστολής σου,
έλθέ, θά ρ'.φθώ είς τόν τράχηλίν σου, καί μέ ά'φατον χαράν θά ϊϊης
τότε ότι, εάν ό Φρειδΐρϊκος φεϋ! απέθανε διά παντός δι' εμέ, άνέ-
ζησεν Εμως διά σέ! »
Ευλογος, άλλ' άλγεινή παραφορά ΰπερβολικής εΐαισθησίας, εις
ήν μόλις έφερον άντιπερισπασμόν τίνα αί καθτ,μεριναί μέριμναι καί
συζητήσεις περί ύκοθέσεων, οί συμδολαιογράφοι, οί νομ.ομαθεΐς, τό
ληςιαρχεΤον, τί εργοστάσιον καί τα λοκά. Μετ' ου πολΰ, άπηλλαγ-
μένος πάσης ά'λλης φροντίδος, κατώρθωσα νά έπανακάμψω είς Πα¬
ρισίους" πρίν ή άναχωρήσω δμως, έπεσκεψάμ.ην άρχαίους τινάς οϊκο-
γενειακοϋς βίλους, άποπειραθείς ΰστάτην απόπειραν όπως μάθω τι
περί το3 κ. δε-Βιλλϊρδίυα· άλλ' ουδείς των συγχρίνων τής τε νεό-
τητος καί της ώρίμϊυ ήλικίας τοϋ πατρός μου ηδυνήθη νά έννοήση τί
εζήτουν.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 189
III
Κατά την έν Παρισίοις διαμονήν μου, αί άσχολίαι καΐ τό ρεΰμα
τοΰ χρίνου ολίγον κατ' ολίγον μ' άπεμάκρυναν τής περί Βιλλερβΐυα
μερίμνης. Μόλις είχον τόν καιρόν νά δίδω καθ1 εκάστην εν δάκρυ
είς μνήμην τοΰ πατρός μου. Ή όδύνη μου, άντί νά ελαττωθή, εφαί¬
νετο έπιτεινομένη καί έκινδύνευσε μάλιστα νά λάβη τοιαύτην δυσά¬
ρεστον τροπήν, ωστε είδοποιήθην άπό μέρους έπιστήμονος ϊατροΰ,
έξετάσαντός με έν άγνοία μου, ότι κάκιστα έποίουν περιοριζόμενος
είς μονήρη βίον, καί ότι, εάν ήθελον νά σωθώ τής έπαπειλοΰσης
με καταστροφής, ώφειλον νά παραδοθώ είς βίον όλως εξωτερικόν
καί θορυβώδη, νά έπανίδ"ω τους φίλους μου, νά διασκεδάσω. Α¬
πήντησα δούς υπόσχεσιν δτι «θά σκεφθώ».
Δέν επρ επε νά διστάσω. Άλλως τε, ή θέσις μου υπό λογικήν επο-
ψιν, αί τής πείρας συμβουλαί, τό άγριον τής έρημίας, τό ελαττω¬
ματικόν τής ένδιαιτήσεως, ή όσημέραι αίίξουσα φρίκη τοΰ βίου των
ξενοδοχείον, τό θίαμα κολλών συνομηλίκων μου έντρυφώντων είς
τάς ήδύτητας τοϋ συζυγικοΰ βίου, αί ζωηρά! άναμνήσεις μυρίων
οσων περιπετειών τής νεανικής μίυ ήλ'.κίας.. . πρό πάντων δέ, λε¬
πτόν τι καί βαθΰ αίσθημα καταλαβόν άρτίως την καρδίαν μίυ. ..
πάντα ταυτα μέ έφερον πρός τόν γάμον.
Διά νά καταλήξω είς τό συμπέρασμα τουτο, βεβαίως ήκολοΰθη-
σα μακράν όδο'ν. Περιουσίαν πλέον δέν είχον. Είνε άληθές 8τι ή
θέσις μου ώς άρχισυντάκτου τής εφημερίδος *** καί τα μέχρι τούδε
είσοδί/ματα έ-/ τής εργασίας μου μοί επέτρεπον νά προσλάβω σύν¬
τροφον τίνα τοΰ βίου μου μετρίων κλίσεων. Κατ' ευτυχίαν, δέν ήμην
ήναγκασμένος νά —οσιτατταλευδώ είς τοιαύτας ταπεινάς σκέψΐΐς.
"Ηλπιζον. .. έπίστευον. . . ήγάπων. . . καί ήγάπων γυναΐκα ωραίαν
την τε καρδίαν καί την μορφήν.
Ή κόρη αυτή, ήν εγνώριζον υπό τό 5νομα Ματθίλθη Φερνανδές,
είχεν εκθέσει σπουΒαίας τοπογραφίας έν τί) τελευταία καλλιτέχνου)
εκθέσει, είδον δέ αυτήν τό πρώτον παρά τω φίλω μου ίχνογράφω
Α***, είς ου την σύζυγον εδιδεν ή Ματθίλδη μαθήματα ζωγραίΐκής.
Κυριακήν τίνα, έν ω έγευμάτιζίν παρά τω φίλω μου Λ***, ούτος
μοί είπεν αίφνης :
190 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
«Άπόψε νά καλλωπισθης μέ τρόπον κά'πως εξαιρετικόν καί νά
έ'λθης. . . θά γ^νε καί πολλαί κυρίαι. Δέν θά κάμωμεν μουσικήν, άλλά
μή φοβησαι νά στενοχωρηθής· έννοώ ομως νά ήται ώς έ'νεστι έρά-
σμιος. Ποϋ νά σοί τα λέγω;. . . ΑΊ, έ'λα, ήσύχαΐε- θά σ' έξηγη-
θώ. . . πρόχειτα: διά μίαν αναγνώστριαί σου, δηλαδή άναγνώ-
στριαν τής εφημερίδος σου, νεαν ευαίσθητον καί καθώς πρέπει, ήτις
ώχρίασε καί ήρυθρίασε συγχρόνως δμ' άκούσασα ότι σε γνωρίζο¬
μεν, κα'ι ότι μάλιστα έ'χεις την καλωσύνην νά συγγευματίζης μεθ'
ημών. Πιστεύεις ότι ΰπερηφανεΰθην καί έγώ ό ιδιος, έγώ, απλούς
ΐχνογράφος; Τί αφέλειαν έ'χουσι φαντασίαι τινές ! όποθέτουν ήρωα
μυθιστορήματος τόν κατασκευαστήν μυθιστορημάτων!. . . Συγχώρη-
σόν με διότι έπρόφερα λόγους, τούς όποίους φέρει είς τα χείλη
μου ή άδη;/.ονία μου δταν βλέπω τα γράμματα έπισκιάζον τα τάς τέ -
χνας τής ζωγραφικής. . . Αοιπόν, εΐσαι είδοποιημένος τώρα" θά
έ'λθης όπως σε ειπα;»
"Απεοέχθην άμέσως την πρόσκλησιν τοΰ φίλου μου, ου άπεχωρίσθην
μετά θερμήν καί έκφραστιχήν χειραψίαν. Ότε έπανήλθον, ό φίλος
μου ήν άπών εύρον δέ μόνην την σύζυγον αΰτοΰ, γυναϊκα ευειδεστοί-
την καί έρασμίαν, καθημένην -αρά την έστίαν έν τω τερπνω έστια-
τορίω, 2που παρετέθειτο τραπέζα μϊτά πέντε παροψίδων.
ιιΚαί ό Γεώργιος; δέν εΐν' έδώ, κυρία ;
— Μή άνησυχεϊτί· θά έ'λθη ογρήγορα. Ειδα ότι ό καιρός έσκυ-
(ίρώκασΐ κά'πως, καί φοδουμένη μή μας τα χαλάση, εστειλα τόν
Γεώργιον νά φέρη με οχημα δύο κυρίοις, τάς οποίας περιμένομεν είς
τό δείπνον, καί έκ των οποίων ή μία, χωρίς νά σάς εΐδε ποτε, σας
γνωρίζει ώς έκ των έ'ργων σας.»
Εάν ουδέποτε έλαβε τις είς χείρας τόν κάλαμον, δέν δύναται
νά έννοήση βεβαίως πόσον είιπρόσδεκτο1. είνε αί τοιούτου εΐβους συ-
στα'σεις ή παρουσιάσεις, καί πώς άρκεΐ νά έ'χη τις μόνον την φήμην
τοϋ νά μας θαυμάζη, διά νά προηγήται αυτού τό ά'ρωμα πασών των
αγαθών ίδιοτήτων καί άρετών. Καί άν έ'τι πρόκειται περί άνοήτου τι¬
νός, ή περί δυσειδοΰς τινος πλάσματος, τό άγνωστον τό θαυμάζον ημάς
καθίσταται είς τα βλέμματί μας όν ιερόν καί ελκει την ημετέραν
περιεργίαν άλλ' Ετ*ν σοι λέγη τις δ τι τόν θαυμασμόν τούτον αίσθά-
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 191
■νεται καλλιτέχνις πεφημισμένη, νέα καί περικαλλής, ή περιεργία σου
μετατρέπεται άμέσως εις ερωτικήν ανυπομονησίαν.
Ό Γεώργιος εισήλθε μετ' ολίγον, χειραγωγών γυναΐχ,α υψηλήν
ν.αί ίσχνήν, ήλικίας ώς έγγιστα πεντήκοντα έτων, όπισθεν δέ αυτών,
ακριβώς είς καιρόν ωστε νά μοί άφαιρεθγ] πασά ιδία άπάτης, έ-ε-
φίνη νεανις Εχουσα βΐστρυχωτήν μέλαιναν κόμην καί οφθαλμούς έν
ο'ις έ'λαμπε πνεΰμ,α καί άγαθότης. Τό καταθέλξαν με δέν ήτο* τό
ραδινόν άνάςτημα τής κόρης, άλλά μάλλον ή ζωή ή φαινομένη ότι
ενέπνεεν αυτήν ολόκληρον, ή είλικρίνεια τοΰ ήθους, ή Ιμπιστοσΰνΐ)
καί ή χαρά ή έζωγραφημένη επί των ώραίων αυτής χαρακτήρων.
Δέν έννοώ διά της περιγραφάς ταύτης ότι τό πρόσωπον τής Ματ-
Οίλϊης έφβιδρΰνετο πάντοτε διά τοΰ γέλωτος· ήτο φιλομειΒής, άλλά
καί σοβαρά" επί πάσι δέ, ήτο γενναιόψυχος, μετά καρτερίας πολλής
βλέπουσα άντιπαρερχομένας τάς μεγίστας των δυστυχιών, ώς ό κα-
λος στρατιώτης μεταχειρίζεται τοΰς παρερχομένους πυροδολισμοΰς ή
τάς μελλούσας μάχας. 'Ακούων κα! βλέπων αυτήν, ήσθάνθην ο'.ονεί
άναγεννώμενον εμαυτόν. Άλλως τε, ουδέ τόν ελάχιστον έκαμεν
υπαινιγμόν περί τής φιλολογικής μου άξίας, μόνον δέ, χραγμα άλ-
λόκοτον, εφαίνετο τα μα'λα ενδιαφερομένη όπερ εμού, χατεχομέ-
νου πάντοτε υπό μελαγχολίας και λϋπης. Ή συνοδεύιυσα αυτήν
-ρνή, ΰψηλάφρων τό ήθος καί πενθηφοροΰσα, οϋδίλως ωμίλει καί
κατά πάντα τα φαινόμενα έποδηγετε'ϊτο υπό τής Ματθίλίης, ής
•τ^το θεία.
Άνέχαθεν εϋχον συνήθειαν τίνα, συνήθειαν μωράν ϊσως, νά ϊυσπι-
στώ πρός την πρώτην ευνοίκήν όψιν παντός πράγματϊς" μ' ολα ταυτα,
δέν ηδυνήθην τη φορα ταύττ) ν' άντιστώ είς παράΒοξόν τίνα ελξιν,
έ'χουσαν διπλούν τό αΐτιον πρώτον, ή νεανις έφ^νη ϊείξασα πρός έ;Λΐ
ϋυμπάθειαν, προερχομένην πάντως εκ καρδίας γενναίας καί είλικρι-
νοϋς· δεύτερον, ό Γεώργιος εΐχε βεβαίως «την ιδέαν τ:υ»' διότι πώς
άλλως ηδύνατο νά έξηγηθη ή έν τω οϊκω αϋτοϋ συνάντησις πλάσματος
οΰτωσί λαμπρώς πεπροικισμένου υπό τής φύσεως, καί φί)>ου, εις όν
άκαταπαϋστως έλεγεν: «Έντος διετίας θά ησαι τριάκοντα δΰο έτών
καιρός είνε νά νυμφευθης.» Έν τούτοις, ουδέ λέξιν άνέΐερε περί
βυνοικεσίου..................
192 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Έπανερχομένας τάς δύο γυναίκας είς τόν οικον των, τάς συνώ-
ίευσα Ιγώ. Τετέλεσται· ήμην έρωτόληπτος.
IV
Ότε παρεκάλεσα τόν Γεώργιον νά κάμ.ϊ; επισήμως την περί γά-
μου ζρϊ'τασιν, μέ ήσπάσθη κα! απήλθε πρός εκπλήρωσιν τής άποσ-ο-
λής μετ' ήθους άνθρώπου βεβαιοτάτου περ! τής επιτυχίας. Την αυ¬
τήν ιδέαν έ'τρεφε κα'ι ή σύζυγός του' καί έγώ 3έ αϋτός τόν περιέμε-
νον μετά γαλήνης καί έμ-ιστοσύνης, πλέων έν ώκεανω εΰδαιμονίας.
Ματαιότης των ανθρωπίνω·; βνείρων !
Ό Γεώργιος έπανέκαμψε τη έσπέρα λίαν οψέ, έ'χων μανιώδες
τό ήθ;ς. Προσεποιήθη ότι δέν μας είδεν, οίίτε μέ ήκουσεν όπότε έψι-
θύριζον μετά γλυκυπίκρου έγκαρτερήσεως «Ηρνήθη;», καί ήρξατο
μβνβλογών ώς ακολούθως :
«"Ω! γυναΐκες, γυναΐκες! ιδού μία (έξ αυτής -/.ρίνατε περί των
α)«λων) τής οποίας ή άθωα καρδία ποτέ δέν ωμίλησε. Μένει ώς
παγωμένη εΰθίις την πρώτην φοράν καθ' ήν άκούει τό ονομά σου· μό-
λις σέ βλέττϊ'., φαίνεται ότι σέ λατρεύει. Είνε άληθές ότι τουτο κα¬
κώς μέ έςέ-ληξεν, άλλ' έγώ πρεσβεύω ότι ΰπάρχουσιν έ,λξεις μυ-
στηριώΒεις ψυχών συναντηθεισών ά'λλοτε, έν κόσμω κρογενεστέρω. . .
Πηγαίνω νά τής ζητήσω την χείρα, κατά την επιθυμίαν σου· τό ή*θός
της μαρτυρεΐ ότι τό πραγμα τη φαίνεται φυσικώτατον" πώς ν' άμφι-
βάλω ποτέ ότι μέλλει νά μοί άποκριθί) «Ναί» καί νά κλαύση έν
ταίς άγκάλαις μου;. . . Καί ομως οϊΐτε τό «Να!» αΰτό είπεν, οΐίτε
ύγράνθησαν οί οφθαλμίί της!. .. «Γεώργιε, μοί είπεν ακολούθως μέ
«γλυκείαν φωνήν, άγχπώκα! εκτιμώ τόν φίλον σας" ουδείς έ'τερος έν
»τω κόσμω ηδύνατο νά έλκύση την γ,αρν.α'» μου 8σον αυτός' άλλά
))Βέν έλπίζω νά καταστώ σύζυγός τού. 'Ρητώς σας τό λέγω" Ενεκα
«λόγων άποκρύφων καί άμ,ετακλήτων, δέν έ'χω δικαίωμα νά τόν
»ΰπανδρευθώ πρίν ή παρέλθη χρόνος τις, δν άΒυνατώ νά προσδιορίσα>Τ
> ακριβώς δέ τό άόριστον τουτο τής προθεσμίας ουδείς φρόνιμος άν-
«θρωπος δύναται νά περιμένη.» Καί ή τολμώσα νά λαλή τοιουτο¬
τρόπως πρός εμέ είνε κόρη είκοσαετής, έχουσα σωας τάς φρένας,
γυνή μέ κρίσιν ! » άνεβόησε μετ' αϋξοντος έρεθισμοΰ ό Γεώργιος.
"Ηρχισε καί εμέ νά κυριεύϊ) έρεθισμές- άλλ' ή κυρία Α***, καίτοε
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ 193
συνεμερίζετο την άδημονίαν ημών, ηθέλησε νά μϊτριάσγ] πως τό δει-
νόν τής καταστάσεως, λέγουσα:
«Άόριστος προθεσμία... ειμπορεί νά ί(νε δύο μήνες. ή καί 3ύο
έ*τη.»
Ουδεμίαν έ'δωκα προσοχήν είς τΐυς φρονίμους τούτους λόγους, μετα
δύο δέ ημέρας, χωρίς νά έπανίδω την Ματθίλδην, άπηλθον είς Περι-
γόρδην, έ'νθα διατρίβει φίλος μού τις, είς τόν οποίον έ'δωκα άλλοτε
υπόσχεσιν νά διέλθω χρόνον τινά παρ' αύτω.
V
Ματαίως έπεζήτουν την λήθην καί την γαλήνην εις τοίις μακροϋς
περιπάτους, είς τάς θηρευτικάς συγκινήσεις, είς τάς διαχύσεις τής
φιλίας. είς τό γελόεν θέαμα τής περί ημάς γαληνιαίας καί γραφι-
κωτάτης φύσεως· ό ΰπνος μέ άπέφευγεν, ό δέ νοθς μου έπέτα πρός
τοΰς Παρισίους, χαι όΐημέραι ήσθανέμην αΰξουσαν την άθυμίαν καί
την μελαγχολίαν μου.
Φαντάσθητε ήδη πίία υπήρξεν ή ταραχή μου όπότε πρωίαν τινά
μοί επέδωκεν ό γραμματοκομιστής φύλλον τι τής «Εφημερίδος των
Καλών Τεχνών», έν ω ΰπήρχε κατακεχωρισμένον έκτενές άρθρον
περί τής Ματθίλδης Φερνανδές, δπερ άπέρρεεν έκ τοϋ καλάμου άν-
θρώπου κεκτημένου μεγάλην αυθεντείαν περί την τέχνην τής ζω-
γραφικής. Δέν προέβην^πέραν τής εξής -ερικοπής:
«Ή Ματθίλδη Φερνανδές (τουτέστιν ή υπό τό ψευδώνυμον τούτο
»κρυπτομένη δεσποινίς δε-Βιλλερβουα, Ουγάτηρ τού κόμητος) εΤνε δ
»τελευταΐος γόνος άρχαίου οί'κου τής Γιρόνϊης. Ό πατήρ αυτής, άπο-
«στερηθείς ϊνεκα άτυχών 'κερδοσκοπιών λαμπράν κληρονομικήν πε-
»ριουσίαν καί σωθείς έκ των τελευταίαι καταστροφών διά τής γεν-
οναίας άρωγής παιδικοΰ φίλου (ο3 τό ονομα διέμεινεν ιερόν διά την
«κληρονόμον των} Βιλλερδουά), κατέλιπε την Γαλλίαν όπως έγκα-
»ταστη εν Άλγερία, οπου διέπρεψε διά περιφανών γεωργικών δοκι-
>»μίων, άξιωθείς καί τοΰ σταοροϋ τοΰ Ίππότ:υ, άλλ' ουχ ήττον διατε-
»λέσας χένης (ώς τό πρότερον. Τής έν λόγω καλλιτέχνιδος λαμπράν
«είκόνα, έξαισίως επιτύχη, άρτι περατωθεΐσαν, ήγόρασε κατ' αυτάς τό.
«μουσείον των Βορδιγάλων ά·«ί τοΰ τιμήματος δεκακισχιλίων φράγ-
«κων. ..»
194 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Τό φύλλον τουτο μοί έπέμπετο υπό ταινίαν, έφ' ής τεταραγμ,ένη
-(•υναικεία χείρ έπέγραψε τό ίνομά μου.
Τή έπιού—, μεσημβρία ακριβώς, έ'κρουον την θύραν τοΰ έργ«στη-
ρίου τής ωραίας καλλιτέχνιδες. Ό ζρώτος ημών χαιρετισμός υπήρξεν
εν δακρυ· μεθ' δ, ή Ματθίλδη μοί εΐπε τοϋς εξής άπλουττα'τους λόγους:
«Ουδέ δύο μήνες παρήλθον, ώς εφρόνει ή κυρία Λ***.»
Επηκολούθησαν στιγμαί εΰτυχίας οΰράνιαι, άς έπεσκίασε σμικρόν
νέφος ότε ή Ματθίλδη ηθέλησε νά μέ αναγκάση νά δεχθώ άπό των
χειρών αυτής κύλινδρον τραπεζικών γραμματίων.
«Είνε ή τελευταία θέλησις τοΰ πατρός μου, είπεν ανέλαβον επι¬
σήμως την υποχρέωσιν νά μή ΰπανδρευθώ πρό τής έξοφλήσεως τοΰ
χρέους τού.
— 'Γπήκουσας, δεχομένη με ώς σύζυγον ήδη όφείλεις νά ΰπα-
κοΰσης εις εμέ, διαθέτουσα τα χρήματα ταυτα καθ1 όν τρόπον συ
αυτή έπιθυμεΐς.»
Τα λοιπά άνήκουσιν είς τόν ίδιωτικόν βίον, πασά δέ φρόνιμος
ίστορι'α λήγει επι τοΰ οΰδοϋ τής εΰδαιμονίας.
ΙΖ'.
ΠΑ.ΡΑΔΟΞΟΙ ΤΔΙΟΤΡΟΠΙΑ.Ι.
Δέν είναι σττάνια τα παράπονα των άνορών διά τό φιμύθιον των
γυναικών άλλά νομίζω, ότι όΥ ό'λου δέν έχουσι δίκαιον οί ά'νϊρες·
διότι τίς έδίδαξε τάς γυναίκας νά έπιτηδεύωσι τα τοιαΰτα ; Ή κου-
φότης των άνδρών. Τίς έκ των άνδρών δέν άρέσκεται βλέπων την τε-
ρατώδη πολλάκις διαστροιήν των γυναικών καί διά τοΰ ψιμυθίου καί
διά τοσίύτων ά'λλων έπινίήσεων αυτών πάλιν των άνδρώ;; Ουδείς·
καί εάν ΰπάρχτ; τις, αϋτός σεμνολογεΐ μόνον. Τούτων ούτως έχον-
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 195
των, παρακαλώ νά κηρυχθώσιν αί γυναϊκες άνεύθυνοι πάσης ένοχής
διά τα ψιμύθια τού προσώπου κα! διά τάς διαστρΐφάς τού σώματος.
Έκεΐνος, δστις άχό κυρίου γίνεται οοΰλος ουχί τής γυναικός, άλλά
των στολισμάτων τής γυναικός δς πληρώση τάς ποινάς της κουφονοίας
αϋτοΰ.
Άλλ' έγώ δέν έννοώ νά άνοίςω λογαριασμοΰς οϊΐτε πρός τοΰς άν¬
δρας, οϊίτε πρός τάς γυναίκας- καλώς γνωρίζω τί θά ε'ίττη αγών καί
πάλη πρός τους έντρυφώντας είς τοίις λειμώνας τής άπα'-ης -/.αί των
ονείρων. 'Ενεθυμήθην τό ψιμύθιον καί την δι' αϋτό ούχι σπανίαν κα¬
τηγορίαν των γυναικών παρά των άνορών, έπειδή έπιθυμώ νά έπι-
στήσω την προσοχήν, των όξυΒερκεστέρων τουλάχιστον, εις άλλου
τινος ετδους ψιμύθιον. όπερ είναι πολίι έπικινδυνέτερον τού ψιμυθίου
των γυναικών, καί ομως περί αϋτοΰ ουδείς συνήθως γίνεται λόγος,
οϋΒέν παράπονον, οϋδεμία κατηγορία κατ' αΰτοΰ. Έννοώ τό κοινωνι¬
κόν ψιμύθιον, τό ψιμύθιον, όπερ πάντες άνεξαιρέτως φέρομεν επί τοΰ
προσώπου, καί άνϊρες καί γυναΐκες, ν.αί αΰτά δέ άπό τινος τα μικρά
παιδία.
Τό ψιμύθιον τουτο έ'χει πολλάς όμοιότητας πρός τό ψιμύθιον των
γυναικών, κα! μάλιστα ότι καί αΰτό άποκρύπτει τό άληθές καί πραγ¬
ματικόν καί παρουσιάζει τι ψευδές καί έπίπλαστον. Δέν είναι δέ άνάγ-
κη νά περιγράψω αΰτό καθ1 όλην την έντέλειαν άρκεϊ νά ϋ-οϊείξω
πώς δυνασθε νά διαχρίνςτε αυτό, εάν μετά προσοχής παρατηρήσητε
Ινα όποιονδήποτε άνθρωπον έκ τής τάξεως ύμών; Καί ΐδοΰ πώς.
Συναντατε καθ' οδόν ενα φίλον λεγόμενον, καί αΰτός άμέσως προση-
νέστατα χαιρετα υμάς μειδιών καί τρόπον τίνα εΰφραινόμενος, διότι
συνήντησεν υμάς. Καί ό'μως συχνώτατα συμβαίνει ό ά'νθρωπος ούτος ό
φίλος λεγόμενος, νά έ'χη άντιπάθειαν πρός υμάς, ή ν' άντιπράττη
καθ' υμών, ή καί νά ραδιουργή καθ' υμών. Αδιάφορον! Ή ευγενής
συμπεριφορά, δηλαδή τό άπεχθές τουτο κοινωνικόν ψιμύθιον, άπαιτεΐ
νά φανή προσηνής καί μειδιών.
Έν ω δέ τό ψιμύθιον των γυναικών δέν είναι τοσοΰτο διαϊεϊομέ-
νον, τό κοινωνικόν δμως ψιμύθιον έμφιλοχωρεϊ πανταχοϋ, μέγα δέ
εργοστάσιον, έν ω παρασκευάζεται αϋτό καί πωλεΐτζι, είναι ή κοι-
νωνία. Όσον δέ περισσότερον άναπτύσσεται μία κοινωνία, επί το¬
σοΰτο πολλαπλασιάζεται καί αΰξάνει καί ή χρήσις τοΰ κοινωνικον
196 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ψιμυθίου. Άν δέ τολμήση τις νά είπη τι κατά τής χρήσεως αότοΰ,
ονομάζεται άγροϊκος, βα'ναυσος, χυδαΐος, ά'νθρωπος τέλος άνάγωγος
χά! άνάξιος τοΰ ονόματος καί τής άςίας τοΰ άνθρώπου. 'Απλότης καί
αφελεία τρόπου, συμπεριφ:ρά φυσιχή καί άνεπιτήδευτος, είναι σή¬
μερον ώς μία κυρία, ήτις δέν έννοδΐ νά διαστρεψη εαυτήν άπό κε¬
φαλής μέχρι ποδών διά των έπιθεμα'των τοΰ συρμοΰ. «Πόσον εΰ'μορ-
φος είναι ή κυρία Π., άλλά δέν γνωρίζει νά στολίζεταΐ" δέν έ'ζησεν
εις κοινωνίαν άν επτυγμένην.» Καί ή πονηρά αυτή γυναικεία κατηγο-
ρία τρο-οποιεΐται υπό των άπλοϊκωτέρων άνδρών είς υβριν κατά τοΰ
άνθρωπου, όστις άποτροπιάζεται τό κοινωνικόν ψιμύθιον.
Άλλά τί νά γείνη τέλος πάντων; θά έρωτήσωσιν ί'σως τινές έξ
έκείνων, 5σοι βαρΰν αϊσθάνονται επί τοΰ έλευθέρου αυτών πνεύματος
τόν άπεχθή ζυγόν τοΰ κοινωνικοΰ ψ'.μυθίου. Έγώ δέν έ'μαθον νά δι-
δάσκω, ή μάλλον άπέμαθον άπό τοΰ νά διδάσκω τους άνθρώπους,
άφ' ότου έ'μαθον, ότι δύο ώτα έ'χϊμεν ουχί διά νά ακούωμεν πολλά,
άλλά διά νά είσέρχωνται, δσα άκούομεν, άπό τοΰ ενός καί νά έξέρ—
χωνται άπο τοϋ άλλου. Άλλ' ομως κα'ι πάλιν δέν διστάζω νά είπω
την γνώμην μου προκειμένου περί τοσοΰτο γενικοΰ κα'ι οΧί^ρίου κα-
κοΰ. Άς παϋσωμεν λοιπόν νά είμεθα πίθηκοι, βεδαιοΰντε; τάς δο-
ξασίας των Βαρβινιστών, καί 3ς γείνωμεν ά'νθρωποι, ή μάλλον, άς
προσπαθήσωμεν νά μή γίίνωμεν πίθηκοι, αν πράγματι έγεννήθη-
μεν ά'νθρωποι. Όφείλω ομως νά είπω καθαρά ο,τι αίσθάνομαι· τουτο
δέ είναι, ότι μεταξϋ των άνθρώπων υπάρχουσι /.αί πολλοί έκ φύ¬
σεως πίθηχοι, οΐτινες άποπλανώσι συνήθως καί τοΰς ά7>λους άνθρώ-
ικυς, καί ούτως αΰξάνει τό πιθηκολόγιον.
Πο3 δέ νά στρέψη τις τό βλέμμα καί νά μή ίδη τα στίγματα τοΰ
χοινωνικοΰ ψιμυθίου! "Ας μοί εϊπωσιν οί άρμίδιοι τί γίνεται είς τάς
συνήθεις έκσχέψεις, είς τους χορους καί τάς έσπερίδας, είς τάς εορ¬
τάς των ονομάτων καί την ημέραν της γεννήσεως. Μά την ιεράν
αλήθειαν έγώ δέν εΰρίσκω τί ποτε γελοιωδέστερον τής μετατροπης
έκείνης ή διαστροφής, ήν υφίσταται ό δυστυχής ά'νθρωπος, καί μάλι-
στα ή δυστυχεστέρα γυ-/ή είς τάς περιστάσεις ταύτας. Έγώ 3ν ηδυ¬
νάμην θά κατήργουν ζα'σας ταύτας τάς αφορμάς τής διαστροφής τοΰ
άνθρώιου καί της απωλείας τοΰ πολυτίμου χρόνου, καί θά συνίστων
την ίπτ/οδον είς τόν φυσικώτερον των πατέρων ημών βίον. Είπατέ
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ! 197
μοί, παρακαλώ, τί θά ε'ι'πγι νά κλεισθή τις την ημέραν τοΰ ονόμα-
τος αί»τ5υ εις την οικίαν προγυμνασας εαυτόν είς παντοΐα ψευϊολο-
γίας καί χαριεντ'.σμοΰ ε"5η, καϊ νά περιμένη τηλεγραφήμχτα κα:
επιστολάς καί έψιμυθιωμένους φίλους ;
'Αλλά μήπως περιορίζεται τό κοινωνικόν ψιμυθιον μόνον εις τοΰς
ζώντας; Δυστυχώς δέν άφίνονται ησυχοι καί αύτοι οί νεκροί, ούς
ένίοτε άκαλλαίσθητος ρήτωρ τερατοποιεΐ, νομίζων δτι·έγκωμιάζει
καί άπαθανατίζει. Καί δμως καί είς τουτο δυνάμεθα νά μιμηθώμεν
τοΰς πατέρας ημών, οΐτινες ήγάπων μάλλον τα έ'ργα ή τοΰς λόγους.
Χωρίς 2έ νά μέ ενδιαφέρη οίν θά μέ όνομάσωσιν άγροΐχον καί άνά-
γωγον. βφείλω νά όμολογήσω, δτι τό επ" έμοί κατήργησα πολΰ με-
ρος τής χρήσεως τοΰ κοινωνικον ψιμυθίου καί εύρον άρκετήν ανά¬
παυσιν. Δέν έπισκέπτομαι τοΰς λεγομένους φίλους μου οΰτε έκτά-
κτως οΰτε κατά τάς εορτάς· περιώρισα των χαιρετισμών την φλυαρίαν
εθεώρησα τοΰς χοροΰς στενοχωροϋντας άντ! νά διασκεδάζωΐι τόν
άνθρωπον, κα'ι άφήκα τοΰς νεκροΰς ησύχους εις την έσχάτην αυτών
επί γής κατοικίαν. Άφ' οί δέ άπηλλάγην τοιουτοτρόπως άπό εν
μέγα βάρος, έ'στρίψα καλλίτερον την προσοχήν πέριξ μου, καί είδον
δτι ο-ως είς τό των γυναικών ψιμυθιον ΰπάρχει συνήθως καί δηλη¬
τήριον, ώ'.ω κα! είς τό κοινωνικόν, έξ ου καί προέρχονται φοβεραί
κοινωνικαί νόσοι· μία δέ έξ αυτών, ή έπικινδυνοτέρα παΐών, είναι ή
χαλκΐτις νόσος. "Οστις προσεβλήθη άπό τής φοβεράς ταύτης μια-
σματικής νόσου πληροι* πάντοτε τα θυλάκ'.α αΰτοΰ έκ παντοίων κιβδή-
λων νομισμάτων, άϊιαφΐρών όλως εάν τινίς θά έςελέγξωσιν αυτόν
επί κιβδηλεία. 'Αλλά πώς έμφανίζεται καί χοΰ συνήθως ένδημεΐ ή
φ;β=ρά αυτή νόσος πιστεύω νά έννοώσιν, δσοι είναι προσεχτικοί ά'ν-
θρωποι* έγώ δέ, δοθείσης νυν εΰχαιρίας, θά έκθέσω δι' ολίγων τα
κατ' αυτήν.
Ώς ε'πον ή φοβερά αυτή μιασματική νίσος έ'χει την παθίγένειαν
αυτής είς τό κοινωνικόν ψιμυθιον. Δέν δ'.έλαθε πιστεύω τόν προσεν,τι-
χον άναγνώΐΐην μου, δτι έχεΐναι έκ των γυναικών ποιοΰνται μεγαλει-
τέραν χρήσιν, είτε άν έπιτρέ—τ,ται νά έχφρασθή τις άπλοκστερον,
παράλογον κατάχρησιν τοϋ προσωπικίΰ ψιμυθίου, δσαι έχουσι πολ-
~/Λ τοϋ προσώκου Ιλαττώματα και ουδέν ένίοτε στόλισμα. Τό αΰτό
λοιπόν συμβαίνει καί είς τό κοινωνικόν ψιμυθιον, ούτινος ή μεγαλειτέ-
198 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ρα κατανάλωσις γίνεται -αρά τοίς χρεωκόποις πάσης προσωπικής
άξίας κα'ι ίκανο'τητος. 'ΙΙ κοινωνία όττωσϊήττοτε τρέχει, προχώρει, καί
δέν έννοεΐ ν ά σταματήση χάριν τοϋ Γ. ή τού Π. Τί λοιπόν νά κάμω-
σιν οί ταλαίπωροι ούτοι ά'νθρωΐτΐι; Νά μείνωσι μόνοι εις τάς έρήμους
τής ιδίας άθλιο'τητος; 'Αλλά τουτο είναι αΰτοκτονί». Άκίΰουσιν έν
τη άίτελπισία μίαν φωνήν έκ των νερτέρων παραχελεΰουσαν αυτήν
επανειλημμένας «'ΓιμΰΟιον! Ψιμΰθιον!» Και ιδού πρίβαίνουσιν είς
τό μέσον έψιμυθιωμενοι μέχρις άφορήτου άηδίας. 'Αλλ' άφοϋ κατήν¬
τησαν ί'ύτω προσωπιδοφόροι καί νέοι κεριπλανώμενοι ίππόται, δέν
φοβοΰνται ουδέν, δέν αΐσχϋνονται ουδένα. Τό ψεύδος καί ή άπάτη
κα'ι ή άγυρτεία είναι πάντοτε τό κύριον άρθρον τής ημερησίας διατά¬
ξεως τοϋ βίου αυτών. Τα θυλάκια αυτών άπαντα είναι ΰ-ίρπΐ-
πληρωμένα έκ παντοίων νομΐΐμάτων κιβδηλείας, καί αύτοι ζώσιν έν
τοιαύτη άνέσει, έν οΤα αδυνατεί ό έν ίίρώτι τοΰ προσώπου αυτού τρώ-
γων τόν άρτον άψιμυθιώτος ή ολίγον έψιμαθιωμένος ανθρωπος.
Μίαν ημέραν συνήντησα καθ' οδόν ε'να έξ έκ,είνων, οΐτινες φοβερά
πάσχουσιν έκ τής χαλκίτιϊος νόσου,—καί οί τοιούτοι δυστυχώς δέν
είναι ολίγοι,—-/.αί έν ώ συνήθως άποφεΰγω νά πλησιάζω τοιαϋτα
μολυσμχτιχά οντα, οέν γνωρίζω ~ώς τότε έπεθύμησα εκ περιεργίας.
νά πλησιάσω αυτόν καί νά "ίω μέχρ'. τινος φθάνει παρ' αυτώ ή πρόο-
8ος τή; φΐβίράς ν^σ:^. Είχον άκούσει, 8τι κατέφαγί τοϋς οφθαλμούς
αΰτ:ϋ καί τα ώτα, τό δέ στόμα μετεβαλεν είς άδιέξοδον λαβύρινθον
παντοίας ψε^^ολIγίας. 'Επλησίασα καί έχάρην, διότι ό δυστυχής αΰ-
τός χαλκιτιδικός διετήρει έ'τι σώας τάς αϊσθήσεις αΰτοϋ, π/»ήν διε-
στραμμένας όλως καί ήλλοιωμένας" τό στο'μα δμως αυτού πράγματι
ειχε γίίνει άπύλωτον ϊοχεΤον πάσης ψευδολογίας. Ηρώτησα αυτόν
περί τινος ζητήματίς νω«3 καί είς πάντας σχεδόν γνωστοΰ, ·λαί
αΰτό; εΰχερέστατα καί μ=τά άπεραντολογίας χειμάρρου μοί έξέ-
θηκεν ώς την άγνήν αλήθειαν παν ο,τι ήτο τερατώϊες ψεύδος. Ό
ταλαί-ωρος είχεν έ-ί το«5το δηλητηριαϊθή έκ τής καταχοήΐεως
τοϋ χβινωνικοΰ ψιμυθίου, ώστί έ'πασχεν άνίατα. 'Αλλά τό ευχάρι¬
στον δι' αυτόν ήτο, ότι οΥ ϊλου δέν ένόει την φοβεράν νόσον, ήτις
κατέτρωγε τα σπλάγχν» αΰτοϋ, καί μετά άγχλλ'.άσεως ζανταχοϋ
εζήτει νά άνταλλάσ5η τα κίβϊηλα νομίσματα, κα'ι ή-α'τα ούχι ολίγους.
Τό μέγα δυστύχημα ίιά την χοινωνίχν είναι, Βτι έν ώ περί τ:ϊθύ-
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ 199
των ά/λων νόσων λαμβάνονται χαντοϊα προφυλαχταά μέτρα, οταν
είναι μ,ιασματικαί, περί της νόσου ταύτης οΰδεμία ελήφθη πρόνοια.
Υπάρχουσι μάλιστα κα! χοινωνικοΐ ίατροί οιαμφισβητοϋντες την ύπαρ¬
ξιν αυτής, 5πως καί οί των σωμάτων επιστήμονες ίατροί άρνοϋνται
την ύπαρξιν νοσημάτων τινών Οεραπευομένων παρ' άνεπιστημόνων.
Κα! δμως τουλάχιστον 10—15 ί-ι τοίς εκατόν είς οιανδήποτε κοι¬
νωνικήν τάξιν πάσχουσιν εκ της φοβεράς ταύτης νόσου καί μεταίίδοα-
σιν αυτήν εΰχερώς καί είς ά"λλους. Κ αί ίδίΰ κώς. ΓΙρόκειται νά εγ-
κωμιάσωσί τίνα; Δέν έ'χουσιν ανάγκην νά μελετήσωσι τα κατ' αυτόν,
νά ίδωσι τί έ'πραξε καί τί δέν έπραξε· λαμβάνουϊΐν έκ τοΰ σωροϋ
τοΰς τύπους των έγκωμίων, καί μάλιστα τοϋς πλέον θεωρητικούς, καί
χύνουσιν είς αΰτοΰς έ'να ΰϊόρατο-ι εγκώμιον, έκπλήσσον τοΰς θεατάς.
Λεν διστάζοοσι δέ νά προχωρήσωσι καί περαιτέρω έ'τι, καί νά κατα-
κρημνίσωσι τό έ?' εαυτούς τα έγκώμια ά'λλων, άτινα δέν έχύθησαν
κατά την μέθοδον τής χαλκίτιδος νόσου, '/.αί νά είπωσ'.ν, 5τι μόνος έγ¬
κωμίων άςιος είναι έχεΐνος, μεθ' ού τό δή λεγόμενον τα είχον καλά.
Πρίκειται πάλιν νά κατηγορήσωίί τίνα; Τό πραγμα είναι απλούστατον
καί εΐχερέστατον. Τα λεξιχά ολων των γλωσσών Ιχουσι λέςεις καί
τύπους έχφράσεων δηλοόντας τό πονηρόν, τό άπρεπές, τό άνάρμοστον,
τό επιδλαδές, καί 3,τι ά'/.λο θέλιτ,ς. Εύρε α^τάς, καί έ'χεις πρόχειρον
πάντοτε τό κατηγορητήριον τοϋ έναντίου.
'Αλλά υπομονή, εάν τό πράγμα περιωρίζετο μέχρι τούτου τΐΰ ση-
μείου. Ή χοινωνία είναι πολλάκις πονηρά καί 'ύχοζτος, καί δέν άρ-
χεΐται είς λόγους, ίσον χομψοί καί χαρίεντες, ή φοβεροι καί άπειλη-
τικΐί καί άν είναι. Ζητεί ένίοτε λογαριασμούς, καί ουχί λόγους. Ο:
το3 ψιμυθίου χαί τής χαλκίτιδος νίσου όπαδοί δέν στενοχωροΰνται 7.3.1
τότί, καί ρίπτουσιν είς τό κοινόν ά'πειρα κίβδηλα νομίσματα κατηγο-
ρίας, άτινα δέν διακρίνουσιν ευκόλως άπαντες, ή τοΰλα'χιστον άφ' ο>
λάβωσιν αϋτά καί έναποθέσωσιν είς τό "διον βαλάντιον. Ίδοΰ λοιπόν,
ότι έχιτυγχάνεται τό ποθούμενον, έ'ΐτω καί πρός καιρόν, διότι ό και-
ρός είναι χρή;ο.α, κατά τι αγγλικόν λίγιον. θά παραξενευθώσιν ί'σως
πολλοί εάν είπω, ότι άφ'ου πολλάκις ήπατήθην, άΐεφάαισα τοΰ λοι¬
πού μήτε οβολόν νά δίχωμαι παρ'οΰτινοσδήποτε, — καί μάλιστα
παρά των Ιγνωσμένων χιβδηλοποιών, ή οορέΐύΊ ολοκλήρου συλλογής
κιβοήλων νΐμυμάτων,—χωρίς νά 8?ίξω αΰτό προηγουμένως είς τό
200 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
άργυραμοιβιχ,όν καΐάστημα τοΰ φίλου μου Άληθίωνος. Είναι πενι-
χρόν -/.αί παρηγκωνισμένον σήμερον, έν ω ά'λλοτε ήτο μέγα χ.α! πε¬
ρίφημον, καί έγώ έντρέπομαι νά συστήσω αΰτό καί είς αΰτοΰς τοίς
στενωτέρους φίλους μου. Ευρίσκεται είς τό εβϊομον πάτωμα τού άρ-
^αίου έκείνου, άλλ' ήρειπωμένου νυν χανίου τής παρρησίας έν τη
στενωπω έλεγχον.
Σ3ΗΜΕΙΩΣΙΣ.
Παραδόξους ίδιοτροπίας έπιγράφει μΐτά δηκτικής εί-
ρωνίας ό γράφων τάς ήθικοκοινωνικάς ταύτας σκέψεις- διότι ίδιοτρρ-
χίας παραδόξους θά χαρακτηρίση αυτάς ή κοινωνία, ή την Ι
πΜν -/.αί τό συμφέρον ώς πρακτικής διανοίας κα'ι νοημοσύνης προίόν
γεραίρουσα, ή την άγυρτείαν τοΰ τυχοδιώκτου ώς ίκανότητα %α αξίαν
θαυμάζουσα καί τιμώσα, ή κοινωνία, έν ή τα πάντα άληθώς σήμερον
ψιμύθιον καί προσωπέϊον! Ψιμύθιον καί προσωπεΐον ή φιλογένεια'
ψιμύθ'.ον κ αί προσωζεϊον ή φιλομουσία· ψιμύθιον καί πρςσωπεΐον ή
φιλανθρωπία1 ψιμύθιον καί προσωττεΐον ή θρησκεΐΛ' ψιμύθιον καί προ-
σω-εΐον ή έπιστήμη καί τα γρά,αματα' προσω-εϊΐν τό καθήκον,
προσωπεΐον ή οιλία..............!
Κωμωϊ:; αλλήλους διακωμωδοΰντες! σχοινοβάται καί ταχυδα-
κτιιλουργοί αλλήλους Οαυμάζοντες καί αλλήλους άπατώντες, ίδοΐι τό
σύνολον τής κοινωνίας των προσωπιδοΐίρων!
Άπό καιροΰ είς καιρόν τολμηροί τίνες παροδίται εκτείνουσι την
χείρα ϊ-ως άπσκάσωσί τινος τό 5:ρ3σωϊ;ΐΐΐν. Άλλ' ευθύς οί περί
αυτόν μεγάλοι προσωπιδοφίροι συνασπίζονται ίνα χωλΰσωσι την χείρα
τοϋ αϊίθάΒους παροδίτου, φόβω μή των μικρών άποκαλυπτομένων έ'λθη
κατόπιν καί των μεγάλων ή σειρά. Ουδέ προσέχε; τις εις την φωνήν
τοϋ άρχαίου οιλοσόφου, ήν έξακολουθεΐ μέχρι σήμερον έκπέμπων άπό
τοΰ βάθΐυς τής αίωνιότητος: Άνθρωποι ποΐφέρεσθε...!
Ή φωνή αυτή άποτΓΛ'γεται υπό της ώρυγής των μαινομένων καί των
βακχευομένων προσωπιδοφόρων...........!
Τοιαύτη ή ίψις τοΰ μεγάλου θεάτρου τ:ΰ καλουμέν:υ κοινωνίας, ου
την εϊκόνα σκιαγραφεΐ ό ήμέτερος Τίμων. Οί μή προσωπιδϊφόροι θά
μελετήσωσιν αυτήν επισταμένως, οί ά'λλοι, οί έν αύτη έγχατοκτριζό-
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ! 201
μενοι, θα προσβΧέψωτι πρός αυτήν καγχάζοντϊς καί οΐκτείρίντες την
άχλότητα •/.αί αφέλειαν τΐΰ γράφοντος. Άλλά δεν είναι γεγραμμένον
δτι θά κορδζχίζη αιωνίως προ-ωπιϊοφοροΰσα ή κοινωνία, πρός υβριν
της ώχριώσης άρετής! 'Αγρία θα εξεγέρθη ημέραν τίνα ή χλευαζο-
μένη σήμερον τιμιότης καί άπΐσπώσα βιαίως, θα καΐαρρίψη τϊ εν
μετά τό ά'λλο τα προσωπεΐα, πατάσσοοϊα καί στηλττεΰουσα τους κα-
τορχουμένους των ίερών καί όσίων!
ΙΗ'.
ΝΓΕΚΡΟΔΟΠΑ.
ΖΑΝΝΞΣ ΣΤΕΦΔΝΟΒΙΚ ΣΚΥΑΙΤΖΗΣ.
Πρ'ιν ή Β'.ετία συμπληρωθή άπό τής 27ηί μζρτίου 1884, νω-
ΐϊθΰ έ'τι ϊντος τοϋ τάφου τοϋ Γεωργίοα Ζαρίφη, πίπτει, έςα~ίνης υπό
τοΰ θανοίτου βληθείς, Λαί ό Ζ άννης Στεφάνοδικ Σκυλίτζης!
Ή κοινωνι'α ημών τέλεον άπορφανίζεται καί διά τούτο ετι βαρυτέραν
αϊσθάνεται την νέαν απώλειαν καΐ έ'τι μείζονα ύπολογίζει την συμφο-
ρίν! Ή άπαισία ήμέρα τής 2«5 μαρτίου ύπήρςεν ήμέρα μεγάλου
πένθους, άλλά καί περιφανοΰς εκδηλώσεως έθνικής εΰγνωμοτίνης
•πρός την ιεράν μνήμην έκείνου, πΐρί ού προσηκόντως δύναται νά λε-
χθη τό γραφικόν: «Διήλθεν εΰεργετών!»
Μακράς κα! μεστός διδαγμάτων ϋ-ήρξεν ό βίος τοΰ Ζαννή Στε-
φοίνΐβιχ, βίος μεγάλην έγκλείων ιστορίαν, άλλά καί μεγάλας περι-
•πετείας, περιπετείας, ών ή λύσις έ'τι άπαξ άποδεικνύει ?τι έν άπασι
τοίς άνθρωπίνοις πράγμασιν ό φιλόσοφος παρατηρητής άνευρίσκει ψη-
λαοητώς τα ί'χνη της θείας οίκονομίας καί ένορα όφθαλμοφανώς τόν
τα πάντα διέποντα κα'ι χυίερνώντα δάκτυλον τής άνωτάτης Προνοίας!
14
202 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Σ-χιιγραίίαν απλήν ποιοϋμενοι ωδε τοϋ άποιχομένου μεγάλου άν-
δρός, Βέν τφοτιθέμεθα, άλλ' ουδέ δυνάμεθα, νά άνελίςωμεν όλον
τ:ν βίον αυτού, έςετάζοντες τούτον έν τοίς καθέκαστα χα·. άναψη-
λα;ώντες πάσας τάς πράςίΐς καί πάντα τα έ'ργα, άτινα έκεΐνος,
άλλα μέν εν άκρα μυστικότητι καί έχεμυθία, άλλα 5έ υπό τόν πέ¬
πλον τής άνωνυμίας έτέλει. Όλίγα, άλλα καί μόνα δυνάμενα νά μαρ-
τυρήσωσι τή; άκραιφνή *α! άνεπιτήοευτον φιλογένειαν καί φιλομου-
σιαν αΰτοΰ, την ευγένειαν της ψυχής καί την άγαθότητα, ήν ένέ-
κλειεν ή μ,εγάλη καί συμπαθάς έκείνη καρδία' ολίγα Βέν "σχυσεν,
ώς εκ τίϋ χαρακτήρος αυτών, ν' άποκρΰψη άπό των ομμάτων τοδ
κ:σμίυ ή άκρα τ?πεινοφρ:σ6νη τοϋ άληθοΰς τούτου τοϋ Χριστοΰ μα-
θητ:ΰ, έπιζητοδντος έν τή πράξει τοΰ άγαϋοΰ την εσωτερικήν τής
ΪΒίας αΰτοΰ συνειδήσεως αγαλλίασιν κα: ούχι τούς ματαιοϊόξους έπαί-
νίϋς καί τα έγκώμια των άνθρώπων. Είναι τουτο υψίστης καί ΰπερ-
τάτν;; άρετής γνώρισμα, άρετής σπανίας έν ταίς ημέραις ημών,
" καθ' ά'ς τα πάντα γίνονται πρός τϊ θεαθήναι, ελατήριον έ'χοντα την
άνθρωτταρέσκειαν καί την κενοϊοςίαν !
Βλαστός τής άριστοτόχου, άλλά πολυπαβίύς Χίου, εγεννήθη τω
1806 έκ γονέων έπιφανών, τού Στεφάνου Σκυλίτζη καί τής Ύπαΐίας
Καλβοκορέση. Τω 1822 μαθ/;τεύων έν τή τότε άκμαζούστ) τής γε-
νετείρας γης σχολη, ήν έλάμπρυνον διάσημοι τοΰ γένους διδάσκαλοι,
οιοι ό γέρων Τσελεπης, ό ΒαρΒαλάχος, ό Βάμβας, ά-άγεται είς
Σμύρνην, αγων τό δέκατον έκτον έ'τος τής ήλικίας αΰτοϋ, ένεκα των
γνωστών έκ τής ίστορίας γεγονότων, ότε την αυτήν τύχην ΰπέστησαν
Ψί τε μήτηρ αΰτοΰ, χήρα άπό δεχαετίας ήϊη, ό πρεσβύτερος άδελφός
Ιωάννης καί ή άδελφή αΰτοΰ Φανή Π. 'Ρίδοκανά/,η. Άλλά πατρικοδ
φίλου συντίνω ιτρονοία σώζεται εκείθεν είς Λιβόρνον, δπου ευρίσκοντο
η?η ή μήτηρ κα! ή άδελφή αΰτοΰ, υπο τή; αυτής φιλανθρώπου χειρός;
άπαλλαγεϊσαι, κατέφυγε δέ βραδύτερον καί ό άδϊλιρός αΰτοΰ Ιωάν¬
νης. Έκ Λιβόρνου ά—στελλόμενος μετ' ου —λυ εις Κωνσταντινοΰ-
πολιν ώς ΰ~άλληλος τοΰ καταστήματος 'Ροδοκανάκη, άπερχεται,
πρίν ή καταβή εις την πρωτεύουσαν τοΰ οθωμανικοΰ γ.ρίτοις, είς
"Ρωσσίαν, ένθα διατρίψας επί τίνα χρόνον καί τυχών της ρωσσιχης
ίθαγενείας, άνθ' ής βραδύτερον έκτήσατο την τοσκανικήν ('.Γαλιχήν
νυν), ήλθεν ενταύθα, φέρων τό πατρωνυμικόν Στεφάνοβικ. Λέν τ,χ-
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 203
ρήλθε δέ πολύς χρίνος κα'ι ό μέν έφάμιλλος αΰτοϋ άδελΐός Ιωάν¬
νης εγίνετο άρχηγός σπΐυδαίου έμπαρικοϋ οί'κου έν Λιβόρνω, διακλα-
δωθέντος κατόπιν είς Αγγλίαν κα'ι εκείθεν μέχρις Ίνδιών, ούτος δέ
ϊδρυεν έτερον έν Κωνσταντινουπίλει, τιθείς τάς βάσε'.ς τοϋ μετά ταυτα
μεγαλείου αυτού. Έκ μιχρών όρμηθείς κατέστη μετ1 ου πολυ κατο-
γοζ μεγ άλης περιουσίας, καρποΰ άκατ—ονήτου, άλλά καί τιμίας ερ¬
γασίας, άπΐραμίλλου φιλο-ονίας καί δραστηριότητος, συνδυαζομένης
μετ' έκτάκτου εΰφυίας καί συνέσεως καί £ή τού έπ'.χειρηματικοϋ έκεί-
νου κνεύματος, έφ' ω διεκρίθησαν κα'ι τόσα ά'λλα μεγαλώνυμα τής
Χ·!ου τέκνα, λαμ-ρύναντα τόνέλληνικόν εμπόριον κα'ι τιμήσαντα την
γειναμίνην πατρίδα καί έν^ αΰταΐς ταίς έσχατιαϊς τοΰ τε -αλαιοϋ καί
τοϋ νέου κόσμου, άνΰψωσεν εις τό ανώτατον σημείον τής ίήμης καί
δόξης τόν εμπορικόν καί μετά ταυτα τραπεζιτικήν αΰτοϋ οίκον, άσυλον
άναδείξας αυτόν τής πτωχείας κα'ι όρφανίας, στήριγμα τής παι-
δείας καί των γραμμάτων κα'ι θεραπευτήριον πάσης έθνικής άνάγ-
κης, υπό την σκέπην τής εΰλογίας καί χάριτος τοϋ θείϋ, δν είχε
μόνον μάρτυρα έν τη μυσταγωγία των έργων τής ευποιίας καί έλεη-
μοσΰνης.
Μέγα ήϊη καίΤ,περιφανές κεκτημένος ονομα, ώριμος δέ ών καί την
ηλικίαν, έλαβε σύντροφον τοϋ βίου αΰτοϋ γυ'.αϊκα άνταξίαν των τε
άρετών κα'ι τής^χεριφανείας τ:ϋ οί'κου αΰτοΰ, την Έλένην Μαχαιρα,
είς διά-ημον τής~ Χίου οικον ανήκοντος κα! έν Κωνσταντινουπόλει
ϊιαμένοντος. Καρπ:! τοΰ γαμου τούτου 6—ήρξαν έννέα τέκνα, ών τρείς
επέζησαν υίοί, Δημήτριος, Ιωάννης καί Παϋλος, γόνοι άντάξιοι τοϋ
μεγάλαυ αΰτών^πατρός.
Μέτοχος δέ ο'ύτω πάσης εΰδαιμονίας, άλλά καί μέχρι τρυγός πιών
τό ποτήριον τής θλίψεως καί τής έδύνης, δπερ έπότισεν αυτώ ό άπη-
νής θάνατος, άναρπάσας άλλεπαλλήλως τέσσαρας υίοίις καί την μόλ»*ην
αΰτοϋ θυγατέρα, δεκαπέντε δέ έ'τη πρό αΰτοθ καί την αγαθήν αΰτοΰ
σύμδιον, ΰπέμεινεν άγο·'γύστως την σκληράν ταύτην δοκιμασίαν, παρα-
μυθίαν καί καρτερίαν άντλών έκ τής πρός τόν θεόν άκραδάντου πί¬
στεως καί άδιασίίστου πεποιθήσεως αΰτΐϋ καί δή έκ τής μελέτης
τής ματαιότητος των ανθρωπίνω·; πραγμάτων!
Ούτως όσίως καί έναρέτως τελέσας τόν στεφανίτην δρόμον της
έν τω κίσμω ενδόξου σταδιοδρομίας αΰτοΰ, καί έν άκρα γαλήνη καί
204 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ήΐυχία παραδϊΰς τω πλάσιν] το μακάριον α'υτοό πνεϋμα, κατήλθεν εί;
τόν τάφον πλήρη; ημερών, προτκμπόμενος πανδήμως είς την αϊω-
νιίτητϊ κα! υπό μυρίων στομάτων, παρόντων τε -/.«ι απόντων, εΰλο-
γούμενος.
Τοιούτος έν σ//.αγραΐ''α ό βίος τού άοίϊίμου Ζαννή Στεφάνοβικ
Σκυλίτζη, ου την απώλειαν τοσούτον έθρήνησε κα! έπένθησε καί
θρηνήσει έ'τι επί μακρόν ή ημετέρα -/.οινωνία, β-ίος άρετής, δικαιοσύ-
νης, ταπεινοφροσύνης, εϋσεβείας, φιλανθρω-ία; καί, συνελόντι ειπείν,
χρ'.ττ'.αν.κωτάτης καί έθνοπρεπεστάτης κολιτείας.
Ή εμφάνισις επί τή; σκηνή; τού κόΐμου άνδρών, οίος ό Ζαννής
Στεφάνοβικ, είναι ατ,μιρθ') φαινόμενον σπίνιον, σήμερον, ότε τάπαντα
κατέλαβε καί καταλυμαίνεται νάρκη "/.αί μαρασμός, ότε ή χοινωνιχή
έ"κλυσις άχατάΐχετος βαίνουσα δ'.έίΘειρε καί τό ήθος καί τό φρόνημα!
Έσβέσθη διά -αντός τό ιερόν έκεΐνο πΰρ, όπερ έθέρμαινε τας με¬
γάλας των •"τίρων ημών ψυχάς, αΤτινες ήσαν, όρθότερον ειπείν, αυτή
ή έστία τού ίεροΰ έχείνου χυρός! Διά τουτο τα εθνι/.ά ημών πράγματα
χατέρρίυσβν, τα έκχλησιαστιχά ΐμαράνθηΐαν κχί κατέζεσαν Βίχα έλ-
πί::ς ανορθώσεως ! Νεκροί ήμεϊς το πνεΰμα "/.αί την ψυχήν, άνακι-
νοΰμεν καί ταράττομεν την ιεράν κίνιν των χατέρων ημών, έχ των τά-
φων έχείνων πειρώμενοι ν'άντλήσωμεν φώς χαί ζωήν, όπως γαλβανί-
σωμεν τό νεκρωθένήμών πνεΰμα καί τό χαταπεσόν φρένημα ! Έχείνων
τόν βίον διηύθυνε καί χαθωδήγει ή πίστις καί ουχί ή άμφιίολία καί
ό σχεπτικισμός! Την χολιτεί»ν αυτών καί τάς πράςεις ερρύθμιζε καί
έκανόνιζεν ουχί ή χενοσπουδία, ουχί ή φιλαυτία καί ή ίϊιοτέλεια, άλλά
τό καθήκον καί ή υπέρ τού καθήκοντος αϋταπαρνησις ! Έκ τής πί¬
στεως καί των μεγάλων αυτών παραδόσεων ήντλουν μέν έχεϊνοι θάρ-
ρος καί καρτερίαν έν ημέραις πονηρά!;, ένεπνέοντο δέ τάς μεγάλας
αρχάς, ϊι' ών έμεγαλούργουν, κλείζοντες καί μεγαλύνοντες τό Ιθνος
αυτών, δι' όπερ καί μόνον έ'ζων καί ειργάζοντο !
Τής μεγάλης ταύτης γενεά; λείψανον ήν καί ό Ζαννής Στεφάνοβικ.
Τάς μεγάλας τής γενεάς ταύτης αρχάς έϊιδάχθη καί ένεπνεύΐθη καί
έ Ζαννής Στεοάνοβικ καί τάς αρχάς ταύτας καρέδωχε δι' άγράφου
διαθηκης τοίς άνταςίοις αυτού υίοΐς κα'ι κληρονόμοις, οΰς έδωρήσατο
τη κοινωνία καί τω εθνε·. ημών. Καί είναι τουτο ή μεγίστη των 2ω-
ρεών χαί τό -ίλυτιμότατον παντός ά'λλου χληροδότημα αυτού! Είναι
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ! 205
τουτο ή μένη παρηγορία, ήτις δύναται νά μειδιάση την απώλειαν
/.αί την στέρησιν τοϋ πατρίς!
Εντεύθεν την παρηγορίαν άντλεΐ και ή ημετέρα χοινωνία έ'χουΐα
έν τοίς ν.όλποις αυτής Ινα τούτων των υ'.ών, όστις, άχώριστος τοΰ πε-
οιλημένου πατρός, ειδϊ κλειομένους τό ύστατον τοΰς οφθαλμούς αϋτοΰ,
ήκουσεν έκ στόματος την τελευταίαν παραγγελίαν αίιτοΰ καί κατέλα¬
βεν επαξίως την θέσιν, 'ινα συνεχίση τάς πράςΕΐς καί τα εργα έκείνου
καί λαμπρύνν; ο'ύτω έ'τι μάλλον την ιεράν αΰτοΰ μνήμην, ήπΕρ καί
ημείς, λιτόν φόρον σεβασμοΰ καί εϋγνωμοτύνης τελοΰντες, άφιεροϋμεν
την τοΰ Ικτου τούτου Ιτους τού «Ήμερολογίου τής 'Ανατολής» έκδο¬
σιν, φέρουσαν καί την σεπτήν καί προσφιλή τοΰ άοιδίμίυ ε'.κόνα, ώς
τηλαυγές πρόσωπον.
ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΠΑΠΑΦΞΣ.
Ένω τό έ'Ονος ημών οΰμπαν έθρήνει τόν θάνατον τ:ΰ άοιδίμου Ζαν-
νή Στεφάνοβικ Σχυλίτζη, έκ των εφημερίδων εγνώσθη αίφνης ότι
έν τή νήσω Μϊλίτϊ; άπεβίωσε τή 5/17 φεβρουάριον 1886 ΰπερεν-
νενηκοντοϋτης πρεσβύτης, "Ελλην τό γένος, την πατρίδα δέ θεασα-
λονι/εύς, Ιωάννης Παπάφης τουνομχ
Τίς ούτος ό Ιωάννης Παπάφης; Αυτή υπήρξεν ή πανταχόθεν
προβληθεϊσα ερώτησις, τοσοΰτο δέ μάλλον έπηύξανϊν ή τοϋ ελληνικόν
κοινοϋ περιεργία, όσω βαθμιαίως άπεχαλΰπτετο ότι ό τέως άγνωστος
ούτος άνήρ, ό έν τη ξένη άνδρωθείς καί Ιργασθείς καί πλουτίσας,
άπάσης της οΰκ εΰκαταφρονήτου αυτού περιουσίας γενικόν κληρονόμον
κατέστησε την ελληνικήν κοινότητα θεσσαλονίκης, ίΥ ιδιαιτέρας αΰτοΰ
διαθήκη:, έν καιρώ υπό των εφημερίδων τής πρωτευούσης δημοσιευ-
θείσης, -/.αθορίζων τόν σκοπόν, υπέρ ου βασιλιχήν όντως δωρεάν
έποΐίϊτο.
Έκ των ήδη περ! τοϋ άνορός τούτου εξακριβωθεισών εϊϊήσεων
άρυόμενΐι παρατίθεμεν ώδε συντίμους βιογραφικάς περί αΰτίϋ ση-
μειώσεις.
Ό Ιωάννης Παπάφης εγεννήθη έν θεσσαλονίχτ] τω 1792 έκ πά-
206 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
τρος μέν Νικολάου Παπάφη, έμ—όρου, μητρός δέ άνηκβύσης είς ονο-
μαστον /.αί φιλοπόλιδα τής Θεσσαλονίκης οίκον, τόν τ3ϋ Δ' Άνα-
στάση, ου μέλος, ό κα! θεΐϊς τού αειμνήστου Ιωάννου Πα-άφη, ήν ό
πολΰς 'Ιω-χννης Λ' Άναστάσης, μ·γαλέμπορος τής έποχής έχείνης
έν Αιγύπτω καί έπιστήθιος φίλος τοθ χεδίβου Μεχμέτ 'Αλή πασά.
Πάντες οί πρόγονοι καί συγγενεΐς τού Ιωάννου Παπάφη διεκρίθησαν
επί μεγίστη πρός τ/;ν γειναμένην χατρι3α άΐοσιώΐει καί άγάπν;. Δύο δέ
τούτων ό Νικόλαος Κανέλλης (*) πρό τοΰ αιώνος τούτου έν Βενετία
αποθανών, καί ό Αντώνιος Νινής, έν Βενετία ωσαύτως άποβιώσας,
άτ:ό πολλοϋ φέρονται άναγεγραμμένοι έν τοις μεγάλοις εΰεργέταις
της πόλεως θεσσαλονίκης, σχουδαϊα ταύτη καταλιπόντες κληροδο-
τήματα ούτοι τε καί ό προμνημονευθείς Δ' 'Αναστάσης, ού τό δνομα
μεγάλην έκτήσατο φήμην.
Τοιούτων ο"κων γίνος ό Ιωάννης Παπάφης έ'τυχε παιδιόθεν, ώς
εικός, επιμεμελημένης «ίγωγής καί ισχυράς συγγενικής ζροστασίας.
Άπβπερατώσας έν θεσσαλονίκϊ; τας έγχυχλίους αΰτοΰ σπουϊάς έν
ήλικία 16 έτών, μετέβη τω 1808 είς Σμύρνην παρά τω ιτατρί αΰ-
τΐ3, άοοϋ δέ επί διετίαν έγυμνάσθη παρ' αυτώ τα έμττορικά, προσε-
λήίθη τω 1810 είς τό έν 'Αλεξανδρεία κατάστημα τού θείου αϋτοΰ
Δ' Άναστάση. Ο3τος τα μάλιστα περιποιηθεις τόν νεαρόν αΰτοΰ άνε-
ψιόν καί κατιΒών έκ πρώτης άΐετηρίας την εϋφυίαν καί δραστηριότητα
α^τ;5, συνέστησεν ύ-οκατάΐτημα έν τή άπό τϋς έχοχής έκείνης άκ-
μαζούση έμποραώς τε καί ναυτικώς νήσω Μελίτη, διευθυντήν αυτού
άναδειξας τό·' Ιωάννην Παπάφην, μίτά τινος Ιταλοί Βαρατάνη, όν
έ'δω/.εν αύτω συνεταϊρον. Άλλά μετά μικρόν, ώς έκ τοΰ άσυμβιβά-
στβυ των χαρακτήρων των δύο συνεταίρων, τό ύποκατάστημα τουτο
διελύθη, έκτοτε δέ ό Ιωάννης Παπά^ης επεδόθη μόνος είς τό με-
σιτικόν έ'ργο^ έν ίύρυτάτω κύκλω.
Φύσει δραστήριον καί ;ςύς τόν νούν, ταχέως έςετιμήθη καί έκτή-
σατο την ΰπόληψ'.ν καί άγά~;ν τοΰ έν Μίλίτη έμπορικοΰ χόσμου, ιδία
δέ την τού δια-ρέποντΐς τότε έ/.εϊ έμκορι/.οϋ οΓκου Χάντίρ. Έκμα -
θών την αγγλικήν γλώσσαν προήχθη έν βραχεΐ χοί'νω, καταστάς
(*) Την ε-ωνυμίαν τ^ώτην /.χ' την φήμην οίρε*. νυν ό £χ των έγκρ·.τοτφων
ϊ^μερον εν ΑίγύττΓΐΐ) ήαΞΤΐ'ρων όμοεθνών Αντώνιος Κανίλλης.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗ! 207
μετ1 ου χολΰ κυβερνητικάς μεσίτης. Ούτω διά της έργατικότητος 7.αί
άκρας φειοοΰς αυτού κτησάμενος σπουδαίαν περιουσίαν, απεσύρθη :ω
1840 τοϋ έμπορίου· ένησχολεΐΐο δ' έκτοτε είς άγοραπωλησίας κυβερ-
νητικών χρεωγράφων, άνταποκρινίμενος πρός τούτο μετά τοϋ κατα-
στήματος των έν Λονδίνω άδελφών Βάριγχ. "Εχων δέ Βιατεθειμένας
τάς ώρας τής σχολής αΰτοϋ είς ανάγνωσιν έλληνικών, ίταλιχών καί
αγγλικών συγγραμμάτων, ήν ό τακτικώτερος καί ΰπομονητιχώτε-
ρος των αναγνωστών τοΰ λονδινείου «Χρόνου» καί τοϋ «Οίχονομο-
λόγου».
'Αξιοσημείωτα δέ χαρακτηριστικά τοΰ βίου τοΰ Ιωάννου Παπάφη
εισί καί τάδε· Διαρκούσης τής μεγάλης έλληνικης επαναστασεωσ, ό
ναύαρχος τοΰ έν τη Μεσόγειω βρεττανικόν στόλου, έκτιμών τάς γνώ-
σεις τοΰ άνδρός παρέλαβεν αυτόν μεθ' έαυτοΰ είς Έλλάδα, δθεν ομως
μετ' ολίγον ανεχώρησεν, έζανακάμψας είς Μελίτην. Ή κατά τό
1836 αποσταλείσα εις Μελίτην υπό τής άγγλικης κυβερνήσεως έςε-
ταστική έπιτροπή παρ' αΰτοΰ ελάμβανε συμβουλάς καί πληροφορίας,
κατα δέ τάς δημοσίας αυτής συνεδριάσει ό Παπάφης ήγόρευεν υπέρ
των δικαιωμάτων καί συμφερόντων τής θετής αΰτοϋ πατρίδος, οί δέ
Μελιταΐοι άνομολογοΰσιν 8τι αύτω κατά μέγα μέρος όφείλονται αί
τότε χορηγηθεΐσαι αυτοίς πολιτικαί έλευθερίαι. Ό διάσημος Άγ*^λος
οΐκονομολίγος Γεώργιος Λέβης έμπιστευτικήν διετηρει άλληλογραίίαν
μετά τοΰ Παπάφη, ου τό πρακτικόν πνεΰμα χαί την άκεραιότητα τοΰ
χαρακτήρος μεγάλως έξετίμα, έπίσης δέ καί αυτή ή αγγλικη κυ¬
βέρνησις, ήτις, επί τής εποχής τοΰ Κριμαϊκοϋ πολέμου, διά κολακευ-
τικωταΓΛ,ς έ-ιστολής παρεκάλεσεν αυτόν ν' άναλΝάβη την γενικήν
έξέλεγςιν των προμηθειών τοΰ στρατοΰ τής Ανατολάς, όπερ ίμως
ό Παπάφης άπεποιήθη, τουτο μέν ένεκα τοΰ δυσχερούς των περιστά-
σεων, τουτο δέ ένεκα τοΰ προκεχωρηκότος τής ήλικίας αΰτοϋ.
Καί ταυτα μέν τα κατά τόν βίον τοΰ αειμνήστου Ιωάννου Πα-ά-
οη. Πρός χαρακτηρισμόν δέ των εΰαγγελικών άρϊτών αΰτοΰ κα': δή
τής φιλογενείας τοΰ άνδρός άρκοΰσι δύο γνωσταί αΰτΐΰ πράςεις.
Διερχομένου τω 1827 έκ Μελίτης τοϋ κυδερνήτου της "Ελλά¬
δος Καποδιστρίΐυ, νέος τότε ών ό Ιωάννης Ηαπάφης ενεχείρισε·/
αυτώ πεντακισχίλια δίστηλα, ήτοι 25 χιλ. φράγκων, ό'πως δια¬
θέση ταυτα υπέρ φιλανθρωπικόν; έν Ελλάδι έργων, ά~56ιώσας δέ
208 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
άπασαν την σπουοαίαν αυτού περιουσίαν κατέλιπε τί) έλλην!/.·/] κοι-
νό:ητα Θεσσαλονίκης. ΑΙ) ιιηο άΐΒεβ οηιηια.
Τοιούτος έν άπλί] καί άπερίττω σκιαγραφία υπήρξεν ό Ιωάννης
Παπά?γ;ς, ο3 τό ονομα ου μόνον ανεγράφη έν τγ) στήλν; των μεγάλον-
της κοινότητος θεσσαλονίκης εΰβργετών, δικαίας καταλαβϊν την πρω-
τίστην μεταξΰ αυτών θέσιν, άλλά κχί άνεξιτήλοις έχαράχθη γράμμα¬
σιν έν τί) μνήμη παντός φιλοπόλιδος θεσσαλονικέως, παντός οιλοπά-
τριϊος Μακεδόνος καί έν γένει παντός όμοεθνοϋς.
ΜΛΥΣΞΣ ΔΔΛΑΤΙΝΞΣ.
τόν βίον τοΰ μεγάλου τής ελληνι/.ής κοινότητος
Θεσσαλονίκης εΰεργέτου Ιωάννου Παπάίη, δέν ηδυνάμεθα νά μή
αναμνησθώμεν χ,α: ετέρου της πόλεως ταύΓ/]ς κλεινοΰ τέκνου, έτέροι>
σείβσμίου πρεσβύτου, έτέρ:υ μεγάλου φιλανθρώπου, τοϋ πρό τετραε-
τίας καί έπέκεινα άίό των κόλπων τής προσφιλοθς μέν αυτώ, ϊσα δέ
ίΐλούσης τούτον θεσσαλονίκης, άφαρπαγέντος υπό τοΰ Χάρωνος,
Μωυσέως Άλλατίνη!
Δέν ήτο Έλλην, ουδέ χριστιανός δ Μωυσής Άλλατίνης, άλλ' Ίσ-
ραηλίτης τό γίνθς καί Ίουδαΐος τό θρήσκευμα. Πλήν οϋΐείς "ιω;
ά'λλος Ινεπνέετο πραγματικώτίρον έκ τής άρχής- «Οϋκ ϊνι "Ελλην,
οΰκενι ΊουΒαΐος.» Τύπος άνεξιθρησκείας καί φιλανθρω-ίας, ήγάπ*
καί έβοήθει έτϊίσης όμοθρήσκους καί έτεροθρήσκους. Εΰεργετών δέ
διηνεκώς την ίσραηλιτικήν κοινότητα, ουδέποτε έλησμίνει τοίις "Ελ¬
ληνας καί Τούρκους συμπολίτας αΰτο3. Ήτο καί ούτος είς των έξαι-
ρετικών έκείνων άνδρών, οΐτινες δέν ά'/ήκουσιν αποκλειστικώς είς τό
ίδιον αυτών εθνος, άλλ' είς σύμ^ασαν την άνθρωπίτητα· διό καί
άμερίστου απήλαυε τής άγάπης καί τού σεβασμοΰ πάντων άνεξαιρέ-
τως, άνευ διακρίσεως φυλής καί θρησκεύματος- θανών δέ προεπέμφθη.
μεχρι τής υστίτης αΰτοϋ κατοικίας οο μί'/ον υπό των ίμΐθρήσκων
αΰτοΰ, άλλά καί ΰιτό πάντων των θεσσαλονικην, έξίχως δέ υπό
τοΰ έλληνικοΰ κοινοΰ, ΐσα πενθήσαντος επί τω θανάτω τοΰ έπΐίανοΰς
ζολίτου κα'ι έςαιρετικάς άποδόντος αύτω τιμάς. Τοιούτου άρα ύπα'ρ-
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 209
ξαντος τού Μωύ'σέως Άλλατίνη, βεβαίως οί αναγνώσται τοΰ «Ήμε-
ρολογίου τής 'Ανατολής» δέν θά άναγνώσωσιν ά'νευ ένδιαφέροντος, εε
καί βραδέως, βραχείας τινάς σημειώσεις περί τού βίου καί των έρ¬
γων αυτού.
Ό Μωϋΐής Άλλατίνης εγεννήθη έν Θεσσαλονίκη τή 8 ιουλίου·
1809 έκ τού Λαζάρου Άλλατίνη καί τής Άννης Μορβούργου, έ'φηδος
δέ την ηλικίαν απεστάλη είς Ιταλίαν πρός αποπεράτωσιν των έγκυ-
κλίων αΰτοΰ σπουδών καί έκμάθησιν τής ίατρικής έπιστήμης. Καί
τάς μέν έγκυκλίους αΰτοΰ στΐυδάς συνεπλήρωσε1»1 έν Λιβόρνω, τοΰ δέ
διδακτορικοΰ πτυχίου ετοχεν έν ττ, ϊατρική άκαδημία τής Πίζης, την
άδειαν δέ τοϋ μετέρχεσθαι τό ιατρικόν έπάγγελμα εχορήγησεν αύτω
ή έν Φλωρεντία^.ίατρική Άκαδημΐα. Έπανακάμψας είς θεσσαλονί¬
κην επεδόθη είς την εξάσκησιν τής ίατρικής, κτησάμενος έν βραχεΐ
πολυπληθή πελατείαν καί φήμην σοφοΰ αμα /.αί φιλανθρώπου ίατροΰ.
Πλήν έπελθών ό θάνατος τοΰ πατρός αυτού, καθ' ήν εποχήν οί νεώ-
τεροι αΰτοϋ άδελφοί ήσανετι παΐδες, ήνάγκασεν αυτόν ν' αναλάβη
την διεύθυνσιν τοΰ μεγάλου ήδη έμΐίορικοϋ οΐκου τοϋ πατρίς, συνδυά-
σας ούτω την τέχνην^τοΰ Άσκληπιοΰ πρός την τοΰ έμπολαίου Έρμοΰ.
Τω 1838 μετέβη είς Τοσκάνην τής Ιταλίας, έ'νθα καί ένυμ-
φεύθη την ευγενή δεσποινίδα 'Ρόζαν Μορτέρα. Επανελθών μετά εν
έ'τος είς Θεσσαλονίκην επεδόθη όλως είς τό έ'ργον τοΰ έμπορίου,
έπελάβετο δέ^έκθύμως τοΰ έ'ργου, όπερ έμελλε βραδύτερον νά δο-
ξα'ση αυτόν. Πρώτιστον μέλημα αΰτοΰ ήν ή σύστασις σωματείον
πρός περίθαλψιν των άχόρων ασθενών. Έν οΊαστήματι δ' ολίγου·
χρόνου καί άλλα πλείστα συνετελέσθησαν φιλανθρωπιχά έ'ργα, τή
είσηγήσει καί^γενναιοφροσύνη αΰτοΰ. Ιδία ί'μως την διάνοιαν καί
την καρδίαν αΰτοΰ, πασάν την δραστηριίτητα καί πάσας τάς φρον¬
τίδας, αφιέρωσεν είς έ'ργον μέγα καί δυσχερής, την ηθικήν δηλο¬
νότι καί διανοητικήν αναγέννησιν των έν τή Ανατολή όμοθρήσκων
αΰτοΰ, ών την οικτράν κατάστασιν βαρυθυμών έ'βλεπε. Τω 1856
δαπάναις αΰτοΰ ώς καί τοΰ παιδικοϋ φίλου Σολομώντος Φερνανδέζ,
γενικοϋ νυν διευθυντού της έν Κωνσταντινουπόλει δοοΐέίβ §βηβΓα1β
άβ ΓΕΐαρΪΓβ Οιίοπΐίΐη, ίδρύεται έν θεσσαλονίκη σχολή καλώς
χατηρτισμένη. Άλλά τό έ'ργον τουτο, όπερ υπήρξεν ή -ρώτη ) αμ-άς
ήν ό Μωύΐής Άλλατίνης άνήφε πρός φωτισμόν τής έν βαθεΐ σκότει
210
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
άμαθείας καθευδούσης ίσραηλιτικής νεολαίας, έναυάγησε κατά των
σκοπέλων των προλήψεων, αΐτινες εθεώρουν την λαϊκήν εκπαίδευσιν
άντιχειμένην είς τάς θρησκευτικάς αρχάς, καί μετά τετραετή βίον
ή σχολή α'ύτη διαλύεται. Τοΰτί Εμως δέν έχαλα'ρωσε τάς προσπαθείας
τοΰ όντως φερωνύμου Μωϋσεως τοΰ νέου Ίσραήλ, έκ τής πείρας δι-
δαχθέντος ότι τό έ'δαοος έδει νά καλλιεργηθή πρότερον επιμελώς, 'ινα
καταστή πρίσφορβν εις σποράν καί καρποφορίαν.
Κατά την εποχήν ταύτην, τω 1860, ίδρύετο έν Παρισίοις ή
«Παγκόσμιος Ίσραηλιτιχή Ένωσις», σκοπόν έχουσα την ηθικήν καί
διανοητικήν ανύψωσιν των έν Ανατολή Ισραηλιτών. Ή ίδρυσις τοϋ
ίσχυροϋ τούτου σωματείον έμπνεΰσβσα νέον σθένος είς την ψυχήν τοΰ
Άλλατίνη, υπεδοήθησε την πραγματοποίησιν τοϋ μεγαλεπηδέλου σχε-
2ίου αΰτοϋ. Ούτω δέ αναλαβών την προεδρίαν τής έπιτοπίου επι-
τροπής τής «Παγκοσμίου Ισραηλιτάς Ενώσεως», κατέλιπε πάσαν
ίλλη» άσχολίαν καί τί) συμ-ράςει των άδελφών αυτού Δαρείου καί
Σολομώντος ώς καί τη άντιλήψει τοΰ προμνημονευθέντος Φερνανδέζ,
ω ανετέθη ή προεδρία τής εν Κωνσταντινουπόλει έπιτροπης τής
«Ισραηλίταςς Ενώσεως», έχώρησεν ερρωμένως είς τό άναμορφω-
τικόν αΰτοϋ έργον, υπέρ ου άχέταξεν εαυτόν, την περιουσίαν καί πασάς
τάς εϋρείας έν τω εξωτερικώ σχέσεις αΰτοϋ. Ο'ύτω δέ διά των ΰπε-
ρανθρώχων αΰτοϋ προσπαθειών ή ίσραηλιτική κοινότης τής Θεσσα¬
λονίκης έκτήσατο καλήν σχολήν των αρρενων, καλόν παρθεναγω-
γεϊον μετ' ίϊιαιτέρου νηπ'.αγωγείοιτ πρός δέ καί εν ίεροσπουδαστή-
ριον (Ταλμουό1 Τορά). Τα εΰεργετικά άποτελέσματα των έκπαιδευ-
τηρίων τούτων, έν οις υπέρ τοΰς δισχιλίους ^αϊδες εχπαιδεύονται, δέν
έβράδυναν νά καταστώσι ψηλαίητά· τό εθνικόν συναίσθημα των έν
θεσσαλονίκη πολυαρίθμων Ισραηλιτών άνεζωβγονήθη· έκεντήθη ή
φιλοτιμία πρός δημοσίας συνεισφορίς· πλείσται ίΐλεκπαιδευτικαί, φι-
λανθρωπικα'ι καί άλληλΐβοηθητικαί άδελφίτητες συνέστησαν τό πρός
•περίθαλψιν των άπόρων ασθενών σωματείον άνασυνέστη καί ή εξόν¬
τωσις των άρχαίων αρολήψίων επετεύχθη κατά τό ένόν.
Άλλά άφωσιωμένος ό Μωϋσης 'Αλλατίνης είς τό έ'ργον τής ήθι-
κής καί διανοηπκής άναζτύξεως καί της έν γένει βελτιώσεως τής
τύχης των δμοεθνών καί έμΐθρήσκων αΰτοΰ, ουδόλως έλησμόνει τοΰς
έτεροθρήσκους καί έτεροεθνεϊς συμπολίτας αΰτοϋ. Ιταλοί, "Ελληνες,
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 211
Τοΰρκοι, πάντες, ώς εφθημεν είπίντες, άπήλαυον τής άγά-ης καί
των ενιεργεσιών αυτού. ΟΊ Ιταλοί αύτω κυρίως οφείλουσι την έν θεσ-
σαλονίκη βασιλικόν ίταλικήν σχολήν, ήν καί γενναίως έπροικοδό-
τησεν. Ό Άλλατίνης, πολίτης αΰτός ιταλός ών, υπήρξεν έπίσης ό
ίδρυτής της έν θεσσαλονίκη ίταλικής εΰεργετιχ.ής εταιρίας. Πρός
τους "Ελληνας δέ εξαιρετικήν όλως Ιτρεφε συμπάθειαν, πρόθυμος
άεί-οτε άρωγό; είς παν φιλεκπαιδευτικόν ή φιλανθρωπικόν της έν
θεσσαλβνίχη έλληνικής κοινότητος 'έρ^θΊ. Περί πολλοϋ δέ ποιούμενος
την διατήρησιν οιλικών σχέσεων μ,ετά των κατά καιροΰς όρθοδόξων
μητροπολιτικόν καί των προκρίτων τής έλληνικης κοινότητος Θεσσαλο¬
νίκης, εκ των κυριωτέρων αΰτοΰ μελημάτων ειχε την άδελοικήν
ουμβίωσιν των δ6ο συνοίκων λαών. Οΰχ ήττον δέ καί οί Μουσουλ-
μάνοι συμπολίται αυτού πολλά έλαβον δείγματα τής άνεξιθρησχείας
τού Μωυσέως Άλλατίνη, μή λείποντος καί δι' έργων νά έκδηλοΐ
την ευγνωμοσύνην αΰτοϋ πρός τό κρατοΰν έ'θνος επί τη άπ' α'.ώνων
χορηγουμένη τοις όμοθρήσκοις αΰτοΰ φιλοξενία.
Τοιούτον οντα τόν Μωϋσέα Άλλατίνην, δικαίω; πάνυ ζώντα μέν
έτίμησαν διά παρασήμων αί κυβερνήσεις Τουρχίας, Ελλάδος, Αϋ-
στροουγγαρίας καί Ιταλίας, θανόντα δέ τη 20 σεπτεμβρίου τοΰ 1882
πλήρη δόξης, ά-αξάπας δ τής Θεσσαλονίκης λαός έκήδευσε καί
τάς ΰψίστας τιμάς είς τό γεηρόν αΰτοϋ σκήνος διά των άντιχροσω-
πευουσών αυτόν κοινοτικών καί θρησκευτικώς άρχών άπένειμεν.
Ή άπώλεια τοΰ χρησιμωτάτου καί εΰεργετιχωτάτου τούτου άν-
δρός υπήρξε μεγίστη ού μόνον τοίς έν Θεσσαλονίκη ομοεθνέσιν αΰτοΰ,
άλλά -/.αί παντί έν γένει τω ίσραηλιτιχω εθ/ει, όπερ δικαίω; «κο-
πετόν έχόψατο μέγαν ότι έ'πεσε ίυνατός έν Ίσραήλ» !
Άλλά στερηθέντες τοΰ ν.οινοΰ πατρός, εύρον έν τοίς άνταξίοις
εκείνον» κληρονόμοις Ααζάρω, Αΐμιλίω, Καρόλω, Οΰγω καί Ροβέρ-
τω, την αυτήν στοργήν χαί προστασίαν, την αυτήν Φΐλανθρωπίαν καί
γενναιοφροσΰνην. Τάς άρετάς δέ ταύτας κατά τό εΰγενές παράδειγμα
εκείνον ευγενώς άσκονντες ούτοι, άνευ όΊαχρίσεως Ορησκείας καί εθνι¬
κότητος, διαιωνίζουσι την μνήμην καί παρ' άπασι μαχαριστον ·~ΐ3νσι
τό ονομα τοϋ κλεινοϋ αυτών τοκέως.
212 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΙΘ'.
Τίς δέν γνωρίζει, ότι τα πτηνά έςέλεξαν βασιλέα τόν ΰψιπέτην
άετόν, όστις στήνει την φωλεάν τού εις ύψηλοΰς άπβρρώγας βράχους,
καί εκείθεν χετί είς τα αίθέρια 'ύψη καί έπισκοπεΐ τα πάντα, μόνον δέ
ή άνάγκη τής τρο^ής τίν καταδιβάζει εις χθαμαλώτερα μέρη ; Άλλά
καί τότε άρπάζει την τροφήν καί την άναβιβα'ζει εις τα ΰψη· διότι δέν
άρέσχετα'. νά χρονοτριβή έκεί δ~ίυ τίσα έρπετά σύρονται ίιά τής κοι-
λίας των. Τοιούτος ήτο «άντοτε ό άετός, ΰψηλά μΐταιωριζόμενος
καί εκείθεν οι' ϊμματος ΐξυτάτου παρατηρών τα πάντα. "Ολοι έθαύ-
μαζον αυτόν, κα: τα ζτηνά έκαυχώντο, διότι εΐχον τοιούτον βασι-
λέα. Άλλ' ή χαμαί έ'ρπουσα χελώνη καί τα χαμαιπετή έκείνα όρνεα,
τα ό-οία μάτην οέρουσι τα πτερά, 2έν ήρέσκοντο είς τόν αίθέρ'.ον άε-
τόν, καί ήθελον νά έχωσι ταιτεινότερον κύριον καί βασιλέα. Ή χελώνη
μάλιστα, σχετισθεΐσα στενώτερΐν μέ την χήνα, δέν εδίστασε νά κα¬
τηγορήση τόν άετόν είς μίαν συναναστροφήν όρνέων καί έρπετών, κχί
νά είπη ότι έξ ύπερηΐανίας ό άετός τουτο πράττει καί ζητεί πάντοτε
τα αίθέρια ΰψη.
"Εμαθεν ολα αΰτά ό άετός· διότι τό ϊςύτατον βλέμμα τού ήτο αδύ¬
νατον νά μή διακρίνη των χελωνών καί των χηνών την συνωμοσίαν,
οπου καί ό οφις έςήμει τό δηλητήριον τού. Κατέρχεται λοιχόν εις την
γήν και πρίσκαλεί ολα τα πτηνά εις συνέδριον. "Ηρχισε νά ομιλή, κα:
ό λόγος τού ήτ° πλήρης τόνου κα! δυνάμεως. Εξέθηκε πώς διά τής
στάσεώς τού ετίμησε τό βασίλειον των πτηνών, καί πώς ποτέ δέν έπαυσε
νά φροντίζη καί Βιά τα; χήνας καί διά τοϋς κολοιούς. Άλλά καί αυ¬
τής, ειπε, δέν ειχε παρίίει της ςένης τοθ βαΐιλείου τού χελώνης την
δυστυχίαν, καί έσκέπτετο νά βοηθήση αυτήν. Άλλά μχνθ-ίνω, πρΐσέ-
θηκεν, ότι τινές ές υμών παραπονείίθε ενα'^τίον μου' δέν θέλω νά
ΰκάρχωσι παράπονα εναντίον μου, άφ' ου μάλιστα έγώ 2ΐν έζήτησα
τιμάς καί ϊίξας, άλλά ϋμεΐς μέ έςελέξατε αργίαν. "Οστις λοιπόν
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΝ 213
έ'/ει τι εναντίον μϊυ, άς έ'λθϊ) φανερά νά τό ε"~τ(· καί άν δλοι δ έν μέ
ανέχεσθε, έγώ εΐμαι ετοιμος νά σας άφήσώ. Πλήν αυτής τής χελώνης
την δυστυχίαν δέν θέλω νά παρίοω. Έλθέ, χελώνη μου, ιδού έγώ
σέ χροορίζω διάδοχον μου. Νομ'.ζεις, ότι δύναται νά πετάσης, οπου
καί έγώ πετώ, καί μάλιστα φρονιμώτερα καί τακτικώτερα. Δέν σέ
φθονώ διά τουτο, τουναντίον δέ χαίρω, εάν άπό τΐϋδε θά έ'χω Ινα
τοιούτον σύντροφον είς τα αίθέρια ταςείδιά μου. Καί ιδού ή άνέητος
χελώνη προσ-αθεΐ νά πετάστ;, προβάλλουσα τι-ύς έρρυτιδωμένοος πό¬
δας της καί την απεχθέστάτην κεφαλήν της. Όλα τα πτηνά γελώσιν,
ό δέ άετο-ς οίκτείρων την άγνοιαν τοΰ έρπετοϋ, προτείνει νά τό βοη¬
θήση διά νά τκτάση. Καί δέχεται τό άνόητβν την πρότασιν, νομίζον ότι
ές απαντος πλέον θά γείνη ά'λλος υψιπέτης άετός.
Οί 2νυχες τοΰ άετοΰ την άνεβίβασαν πολΰ ΰψηλά, έοαντάσθη τότε,
ότι /.αί αυτή συνετέλεσεν εις την ανύψωσιν της -/.αί ήρχισε πάλιν νά
άνοηταίνη. Ιδού εξαλλος έκ χαρας καί μεθ' ϋπερηφανίας καί μω-
ροΰ στόμφου λέγει· ίδοϋ πώς καί έγώ τό τετράτυοδον ερπετόν δύναμαι
νά π=τάσω· τί έ'χεις συ πλειότερον άπό εμέ; Έγώ μάλιστα έ'χω καί
τ ό προτέρημα νά ΐέρω καί αΰτό τό στερεάν περικάλυμμα, τό οποίον
μέ προφυλάσσΐ'. άπό τα βέλη των κυνηγών. Αι, λοιπόν, γελών μετά
θυμηδίας ό άετός, λέγει είς την χελώνην θέλεις νά σέ άφήσω νά
πίτάσϊ;ς; Καίμή-ως έ'χω πλέον την ανάγκην σου; άναφωνεΐ τό τε-
τράποόΌν ερπετόν σέ εϋχαριστώ, ότι μέ άνεβίβασες εως έδώ· τοΰ
λοιπού φρίντιζε νά μ.ή πέσης σΰ· διότι έγώ δέν έννοώ νά σέ βοηθήσω
εις τίποτε. Ήλέησεν ό μεγαλοθυμος άετός τό δυστυχισμένον αΰτό τε-
τράποδον ερπετόν καί τό άφηκεν επί τίνα καιρόν νά βόσκη επάνω είς
τους βράχους πλησίον είς την φωλεάν τού. Έκεΐνο ομως δέν ένόει
νά άλλάςη τρόπους· έ'γεινε πλέον άετίς, ώς ένόμιζε, καί μάλιστα καί
τ; περισσότερον, άφ' ου μάλιστα ηρχισαν χαμαιπετή τίνα πτηνά νά
την θαυμάζουν, καί δσα έφοίοΰντο τό όςυδερκές τοϋ άετοΰ ομμα.
Μίαν λοιπόν ημέραν βλέπων ό'λα ταυτα ό άετός επλησίασε την
/ελώνην ν.αί τη λέγει4 Λοιπίν, χελώνη μου, τί σκέπτεσαι νά κάμης ;
Θέλω νά κάμω, λέγει έκείνη, εν ταξείδιον εις τόν αιθέρα, διά νά μέ
ίδωσι καλλίτερον οί φίλοι μου και οί σύντροοοί μου. Καλώς, λέγει 5
άετός" ιδού δέν εΤσαι πολ'υ μακράν δοκίμασον. Καί ή δοκιμή ήτο
φοβερά άποτυχία. Βοήθησόν με, λέγει τό δυστυχισμένον τετράποϊον
214 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ερπετόν, βοήθησίν με ολίγον, άετέ άδελφέ μου. Ίώρα λβιπόν έ'γεινα
αδελφάς σ;υ; Μάθε, ότι ή έπιείκεια οέν είναι άναισθησία, πϊλϋ δέ
ολιγώτερον μωρία. Κατοίδα έ/.εΐ, δπου σέ άρμόζει νά έ'ρπης κ αί νά
άναπνέης τό χώμα, κ»! άφες ημάς νά άναμετρώμεν τα αίθίρια ΰψη,
£ιά τα όπο^α συ οέν έγεννήθης. Και ο'ύτω λαμβάνει αυτήν ό άετός
διά των όνύχων τού κ»! την άφίνει ά πό τού Οψους έκείνου τής φωλεας
τού. Τί άπέγεινεν ϊλοι τό γνωρίζυΐ'., καί ό νοών νοείτω τί ό μύθ;ς
λέγει.
ΠΟΙΗΣΕΙΣ.
Δέν άξίζει ε·/ δάκρυ ό βί:ς,
καί μωρός πο3 'ς τόν κόσμον θρηνεϊ,
ή ψυχή ποϋ πϊνθεϊ αιωνίως
καϊ τον Πλάστην αυτής λησμονεΐ.
Ώς πνοή των ζεφύρων είς Βασν;,
είς λειμώνας τερπνούς σταματώ
πρίν όδύνης εν νεφος μέ φθάση
χρυσαλλίς εις τα ά'νθη πετώ.
Δέν φροντίζω ή γή άν σφαδάζ·»;,
αν ό -όντος κυκαται δεινώς
δι' εμέ πάσα Ολϊψις κοπάζει
'ς των ανθέων τα μύρα κίΐνώς.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 215
Μ έ μαγεύουν, μέ τέρπουν, μέ θέλγουν
είς έκστάσεις μ.έ φέρ^υν νοός,
την αΰγήν δταν μάλιστα λέγουν
πόσον μέγας εστίν ό Θεός.
Άν άρώματα χύνη ό κρϊνος
•/.αί τοί)ς πόνους ημών συγκερνα,
τί νά δίδη άπαύστως έκεΐνος
ποΰ μ" εν βλέμμα τό παν κυβερνα!
Τί άκτΐνας φωτός καί σοφίας
τί άστέρας παντοϋ φαεινούς!
Ό έτάζων νεφροϋς καί καρδίας
ν,αί ζωήν χορηγών είς νεκρούς.
"Αν βορρας έκ των ρ;5ων οργίλος
εις ίτέας μέ ρίψη πικράς
καί έκεΐ είς τον Πλάστην αίμΰλως
πάντα ασμα θά ψάλω χαρας.
ΤΗ. ΣΕΑΗΝΗ·
Νά σέ ψάλω, ώ Σελήνη;..,
άλλ' ΰμνήθης υπό τόσων
άρχαιόθεν ή οϊύνη
έκ σοϋ ήντλησε την ορίσον.
Εϋμοιρούντων καί Βυσμοίρων
δμνον ήκουσας καί στόνον,
άλλ' ά-άθητος καί ε"ρων
σελαγίζεις άπ' αΐώνων.
216
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Πλήν καί ούτω μ.ε έςαίρε'.ς
καί τό βώς σου μέ ήούνει
καί τόν έ'ρωτα μοί φέρεις
έν τή μνήμϊ), ώ Σελήνη.
"Ω ! εΐπέ μοί την αιτίαν!
δταν νύκτωρ άνατέλλης
την έρώσάν μου καρδίαν
τί βιαίως διαστέλλεις;
Έν ω έ'χ,θαμβος πρΐϊβλέ-ω
την ώχραν σου λαμπηοόνα,
την διάνοιαν μΐυ τρέ~ω
πρός αόρατον εικόνα.
θίωρώ, πλήν δέν σέ βλέπω.
έν ώ βλέπω τόν αιθέρα,
διατί κα! πάλιν ρέπω
πρός έγκόσμιον άστερα;
Άγαχώ εκείνην μόνον !
τό γνωρίζεις, ώ Σελήνη-
μή 3έν ήκουσας τόν πόνον
της ψυχης μου έν γαλή'Λ);. .
Συνενόησιν αμφοτέρας
θείον νήμα, θεϊοι ςροι-
Σι> φωτίζεις τους αιθέρας,
την καρδίαν μου ή κόρη.
Άλλ' έν τούτοις διαφέρεις
έν πολλοϊς τοΰ έρωτός μου
σΰ τιιφλώττουσα μαρμαίρεις
χάριν σύμπαντος τοΰ κόσμου.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 217
Καθ' ημέραν μεταβάλλεις
την χροιάν σου καί τό σχήμ»
καί εκάστοτε παρ' άλλοις
τό γοργόν σου τρέπεις βήμ*.
'Αλλ' ή κόρη είνε μία
καί θά είνε αιωνίως
τής καρδίας μου καρδία
καί τού βίου μου ό βίος.
Έν τω Πέραν, χατχ νοέμβριον 1886.
"Ω, τέλος, την άπέκτησα, την £χω
πλησίον μου, νυκτός τε καί ημέρας·
είς ταύτην μόνην άτενώς προσέχω
καί εύρον τής μονώσεως τό πέρας!
Έγγύς της παραδείσους διατρέχω
καί έντρυφώ είς τέρψεις ΰπερτέρας.
Έξαίφνης πλήν. .. μέ δάκρυα την βρέχω
καί βάσανός μου γίνεται τό γέρας !...
Έκείνη είνε Ι... πλήν.. . δεν εΐν' έχ,είνη!.. .
ΌποΤον κάλλος, χάρις άμα πόση !
άλλά. . . τό π5ρ δέν ειν' έν τή έστία !. ..
Ή ήδονή καθίσταται έδύνη Ι...
Ό τόσος δλβος, όν μοί έ'χει δώσει,
εΐν' ή εικών της μόνη ή γλυκεϊα!
Ο δεκεμβριού 1880.
Χ,ΩΑΤ. Α.
15
218
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΞΕΧΝΙΟΥΝΤΑΙ ΟΛΑ.
Όλα τοϋ κοσμου τα δεινά μαραίνονται καί σβύνουν
σέ κάθε νέο χάτημα τοϋ φτερωμένου χρόνοιτ
φεύγουν 'σάν ό'νειρο κι' αϋτά καί ϊχνη δέν άφίνουν,
γιατί σφαλνοϋνε ή πληγαΐς, μέ τόν καιρό, τοΰ πόνου.
Ξεχνιοΰνται, σβιρΰνε, χάνονται, τα τρώει ή σκωρίά,
καί κάθε δΰο βήματα άλλάζουνε θωριά. ..
Το γέλοιο, ή ξεφάντωσες, οί δρκοι, τα παιχνίδια,
ή λύπη, ή στενοχωρια, ό έ'ρωτας, οί πόνοι·
νά βλέπης τό παιδάκι σου νεκρό σέ δυο σανίδια,
τή μάνα σου, τό φίλο σου, 'ς τοΰ Χάρου τό σεντίνι.
τίρα νά κλαϊς ή νά γελας, θενά'ρτη μχά φορά
νά τα ξεχάσης ολ' αΰτά 'ς τοϋ χρόνου τα βτερά. ..
Όλα ξεχνιοϋνταΐ' τα καλά καί τα κακά έπίσης·
την ιδία τύχη έ'χουνε 'ς αυτόν τόν κόσμον δλα.
Παντοΰ θά δνής τό μαρασμ», παντοΰ οπου γυρίσν]ς,
είτε σέ λούλουδα χλωρά, ή 'ς ά'στρα φεγγοβόλα,
παντοΰ, δεξι,ά κι' άριστερά, σέ πλοΰτο, 'ς έμμορφιά.. .
Όλα περνοϋν καί μένει μιά σβυσμένη ζωγραφιά. . .
Ναί δλα! 'Αλλ' εξαίρεσις ΰπάρχει 'ς Ινα μόνο·
ό χρΟΊος τό 'φοβήθηκε αότό, δέν τό κειράζει.
Το τρέφει μάλλον. Καί αύτό δίνει ^οψί 'ς τόν πόνο,
καί αιωνίως σφάζεται τό στήθος καί σπαράζει...
Αυτός ό πόνος ο βαρύς, ό πόνος ό κακός
είνε 'ς τα στήθη τοϋ άνδρας ή πτώσις γυναικός Ι
'Σ τόν "Αδη τόν άκολουθεΐ, τα κέκκαλα βυζάνει. . .
διώχνει τους δοΰλους τής φθοράς, ορν^α, σκυλήκϊα διώχνει,
κϊ' αϋτός, σκουλήκι φοδερό άλύπητα δαγκάνει
κ' έδώ κ' έκεΐ τό πτώμά τού πάντα γίρο... τό σπρώχνει. . .
Ξεχνιέται πόνος 'σάν αυτόν; ϊϊου μία στιγμή ^
τής άπιστίας γυναικίς, ώς ποΰ μας πολεμει".
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 219
Κατηραμένη ή στιγμή αυτή, κατηραμένη.
Είνε άρρώστκχ ποϋ ευθύς 'ξαπλώνεται, πετάει. . .,
'ποθ μέσ' 'ς τα σ~λάγχνα τοϋ άνδρός ριζόνεται καί μένει,
κι' άνοίγει στόμα φοβερό νά καταπιή. . . νά φάη. ..
Δέν 'μορζει τούτη ή στιγμή δέν 'μοιάζει άλληνής
δν 8λοι 2λα τα ξεχνοθν, αυτήν δμως κανείς.. .
ΕΙ. —ΑΓΓΕΔ-Α.ΡΗΕ.
Κ" έγώ πάντα σ' ενθυμούμαι
οταν δεν θε ληθμονώ.
[Κατα μίμησιν τού βοΐιΐδΐηϋΐΐ.]
Σ' έννοώ κ' έννοοΰμαι
φίλη Θεανώ.
Μ' άγαπας, δέν τό άρνοΰμαι.
Κ' έγώ πάντα σ' ενθυμούμαι
οταν δέν σέ λησμονώ.
Εάν τόν χειμώνα βλέμμα
ρίπττ]ς με, ριγώ.
"Αν τό θέρος πώς ήρέμα
ίδρώς όλον μου τό σώμα
γίνεται, τό ξερω 'γώ.
Εισαι τύραννος σφριγώσα.
Κι' δταν μ' ίντρθ'πΎΐ
θέλω νά σέ πώ καμπόσα,
μένει άναυδος ή ·*λώσσα,
γιατί δέν έ'χει νά 'πη.
220 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Μ' έ'καμες νά μή χροσέχω
τίποτε, μωρός
είς τα ί'χνη σου νά τρέχω
πάντοτε. . . οσάκις σ' έ'χω
κατά σύμπτωσιν έμπρός.
Πάντ' άγάπα με, ώ νέα
κόρη, είδεμή
θά χαθώ, εσο βεβαία,
αμα έλθη ή μοιραία
τού θανάτου μου στιγμή.
ΑΝΑΜΝΗΣΙΝ
"Ω, ενθυμούμαι τάς τερπνάς τοΰ βίου μου ημέρας,
θερμώς οπόταν την φαιδράν καί μάγον Ά σ τ α σ ί α ν
Ήγάπων, ή ψυχή μου δέ έπέτα είς αιθέρας
Καί είχον είς ύπέρτατον βαθμόν την ευτυχίαν.
Ναί, ήμην τότε εΰτυχής. Ποΰ εΤν' έκεϊν' οί χρόνοι!
Την έβλεπον ώς άγγελον, πετώσαν χρυσαλλίδα,
Πλήν τώρ», φεύ! τό στήθός μου μαστίζουν μόνον πόνοι
Καΐ εχασα την μόνην μου καί προσφιλή έλπίδα.
Χθές ετι καστανούς αυτής βοστρύχους μέ έδώρίΐ,
Χθές έ'τι ή θερμή αυτής μέ έ'θλιβεν άγκάλη.
Μ' ήτένιζε περιπαθώς ή έρωτΰλη κόρη
Και σήμερον τό βλέμμα της διεκδικοΰσιν αλλίΐ.
Γυνή, γυ-«5! άείποτε προδέτις καί δολία,
Ύχό τό στήθΐς Ιχιδναν άντ! καρδίας κρύπτεις,
Πλάνας, άλλ' είς εν ο|[7θημα ποτέ δέν ΰποκύπτεις,
Καί εισαι άπό κορυφής μέχρι ποδών Κακι'α.
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ 221
ΘΑ ΣΙΠΠΗΣΠ.
Θά σιωπήσω· ή σιγή τους τάφους περιβάλλει,
Είνε ή γλώσσα των νεκρών καί τής άπελπισίας.
Θά σιωπήσω· ή ψυχρά καρϊίχ μου δέν πάλλει,
Δέν άγαπα την τχρτ/τρ, μισεΐ τάς φωνασκίας.
θά σιωπήσω" οταν νΰξ τοϋς οΰρανους σκιάση,
Βυθίζεται έν τη σιγή ολη ή οικουμένη.
θά σιωπήσω· οταν τις παν όνειρον τού χάση,
Καλλίτερον σιωπηλός επί τής γής νά μΞνη!
Θά σιωπήσω' έν καιρώ χειμώνος παγετώδους,
Δέν ψάλλει άλλά σιωπα ή Φιλομήλα πλέον.
Θά σιωπήσω' ψάλλουσι μόνον είς τάς τριόδους
Στίφη άθλιων πυργιτών εν άσμα άγοραϊον.
Θά σιωπήσω1 οί νεκροί σιωπηλοί κοιμώνται
Έπιθυμ' ή χαρδι'α μου τοΰ τά^ου την γαλήνην.
θά σιωπήσω' την σιγήν αυτήν εάν οοδώνται
Οί ζώντες ί'σως δέν ίδώ είς τό εξής Εκείνην.
Βηρυτος, τ^ 27 όχτωβρίου 1880.
ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΚΑθ' ΗΜΑΣ Δ0ΕΗΣΙΣ0Φ0ΥΣ.
(Βυζαντινον έπίγραμιμα.)
Όφρυανασπασίδα!, ρινεγ'Ααταπηξιγένειβι,
σακκογενειοτρίφοι, κα: λοπαδαρπαγίδα1.,
ΕΙματανωχερίβαλλοι, νηλι-ον.αιβλεπέλϊ'.οι,
νυκτιλαθραιοφάγοι, νυ·/.τιπαταιπλάγ!ο:,
μειρακιεςαπάται, καί συλλαβοπευσιλαβηταί,
δοξοματαιόσοφοΐ, ζηταρετησιάϊαι.
222 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ.
ΟίΝίΑΙ,ΟϋίΙΕ ϋΕδ ΜΑϋΚΟΟΌΚϋΑΤΌ
ΏΈ ΟΟΝ5ΤΛΜΤΙΝΟΡΙ.Ε
ετ ΑϋΤΕΕΞ υοσυκΞΝτε οονοεκναντ οέττε γαμ_ι.ε,
ΡιιΜίθδ ραΓ Ε. ΕΕακΑΝϋ.—Ραι·ί8, 1886, σελ. ΧΙ+73.
Υπό την επιγραφήν ταύτην ό εν Παρισίοις ακάματος νεοελληνι-
στής ίιβ^τΆηά εξέδωκε συλλογήν διαφόρων κειμένων, άναφερομένων
είς την γενεαλογίαν τής άρχαίας καί επισήμου οικογενείας των Μαυ-
ροκορδάτων, ^ς άντάςιοι άπόγονοι τυγχάνουσιν ό έν Πετρουπόλει
νυν πρεσβευτάς της έλληνικής κυβερνήσεως Ν. Μαυροκορδάτος καί ό
έν Παρισίοις διατρίβων φιλογενέστατος καί έλληνοχρεπέστατος πρίγκηψ
Γεώργιος Μαυροκορδάτος. Τό βιβλίον κοσμεΐται διά τής εικόνος τοΰέξ
άπορρήτων Αλεξάνδρου, τοΰ ετέρου Αλεξάνδρου, τοϋ επί των έλληνι-
κών πραγμάτων διαπρέψαντος, καί τοϋ Μαυροκορδατικοϋ οίκοσήμου.
Τα δέ κείμενα έπιγράφονται ωδε:
1. Γενεαλογία των έν Κωνσταντινουπόλει Μαυροκορδάτων.
2 Σειρά τοΰ γένους των Μαυροκορδάτων κατά χρονολογικήν τά¬
ξιν μεχρι τοΰ 1742 ϊτους.
3. Έπιτάφια.
4. Νίοοΐαί Μβ,ηΓοοοΓάαϋ ΐΕΐιάαιϊο.
5. Ι. Ηοβΐβϋ, ΟοΐηΐηβΐιίΒ,ίίο άβ 1ίίίβΓ3.Γαΐα Βΐαάϋδ ^οαηη.
ΜαιΐΓοοοΓάίΐϋ ρπηοίρίδ
ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
223
ΠΙΝΑΞ ΤΩΝ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟΝ.
Πρίλβγος....................... σελ. ε'
ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ.
Έκλείψεις.—Ζώδια κα'ι Ήλιοδρόμιον......... σ. 1
Μηνολόγιον καί Σεληνοδρόμιον............ » 4
Τό μηνολόγιον εις τροπάρια.............. » 16
Ημερολόγιον Μουσουλμανικον............. » 26
Ημερολόγιον Ίουδαϊκόν................ » 27
Έορτα'ι των δημοσίων γραφείων............ » 28
ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ.
Ίστορική πραγματεία περί τής ελληνικάς γλώσσης καί
τής προφορας αυτής................. » 29
Επιστημονικαί άποπλανήσεις "Ελληνος ϊατροΰ..... » 49
Άνέκδοτα εκκλησιαστικά έ'γγραφα........... » 66
Εγκαθίδρυσις άρχιεπισκόπου έν Έπτανήσω έ~ί Ένετο-
κρατίας....................... » 70
Μηχανικαί σημειώσεις................. » 72
Μελαγχροινοί καί Ξανθοί............... » 75
Κριτική έν-Ευρώπη καί έν Ελλάδι.......... » 79
Κατά πόσον είναι Ίστορικώς άκριβής ή κοινή χριστιανική
χρονολογία..................... » 93
Συκοφαντίαι κατά τοΰ ίίροϋ Φωτίου.......... » 104
Παλαιογραφική έκδρομή................ » 115
Εξαίρετον παρηγκωνισμένον ποίημα.......... » 120
Περί των άπαρεμφατικών λειψάνων έν τή νεωτέρα έλληνικί;. » 132
224 ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ
Καί πάλιν τό ζήτημα των άπαρεμ.φατι/.ών τύπων .... σ. 148
Άνβμνήσεις άρχαίου δημοδιδασκάλου......... » 170
Άνέκδοτος κώδηξ τής μητροπόλεως Μβϊημβρίας ... » 177
Κληρονομία υπό φύλλον βιβλίου (δΊήγημ* έκ τοϋ γαλ-
λικοΰ)........................ » 184
Παράοοςοι ϊδιοτροπίαι................. » 194
Νεκρολογία....................... » 201
Μΰθος......................... » 212
Ποιήΐεις........................ » 214
Βιβλιογραφία...................... » 222
Μέγεθος Γραμματοσειράς